Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Γ



MΕΡΟΣ -Γ

Το Πρωτείο Εξουσίας σύμφωνα με την Ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία


1.Ο επίσκοπος της Εκκλησίας της Ρώμης είναι ο βικάριος του Χριστού και ποιμήν της οικουμενικής Εκκλησίας στη γη, η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας (Κατήχηση § 882, LG § 23).

2.Ο Πάπας από θεϊκή σύσταση («θείω δικαίω»-de jure divino) (Κατήχηση, § 937, LG § 23) δυνάμει του αξιώματός του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ποιμένας όλης της Εκκλησίας απολαμβάνει ανωτάτη, πλήρη, άμεση και παγκόσμια κανονική εξουσία στην Εκκλησία, που μπορεί πάντα ελεύθερα να ασκεί (Κατήχηση § 882, 936-937, LG § 22-23, κανόνας 331).

3.Λόγω του αξιώματός του διαθέτει το πρωτείο στη διοικητική εξουσία πάνω σε όλες τις επί μέρους εκκλησίες και ομάδες εκκλησιών (LG § 23, κανόνας 333, §1). Δεν υπάρχει έκκλητον, ούτε προσφυγή εναντίον μιας αποφάσεως ή διατάγματος του Ρωμαίου Ποντίφικος (κανόνας 333, §3), ούτε και σε Οικουμενική Σύνοδο.4.Ο Πάπας όταν ασκεί «το ύψιστο διδακτικό αξίωμα» και διακηρύσσει με οριστική πράξη μια διδασκαλία σχετική με την πίστη και την ηθική (cum ex cathedra loquitur (A΄Βατικανή) κατέχει το αλάθητο, που υποσχέθηκε ο Χριστός στην Εκκλησία (Κατήχηση § 891, LG § 25).

5. Ο πάπας είναι κεφαλή και «αρχηγός του συλλόγου των επισκόπων» (LG § 22, Κατήχηση § 936). «Ο σύλλογος ή το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως αρχηγό του». Ο ίδιος αυτός σύλλογος «είναι επίσης φορέας της υπέρτατης και πλήρους εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, την οποία όμως δεν μπορεί να ασκεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του επισκόπου Ρώμης» (LG § 22, 24, Κατήχηση § 883).

6. «Μέλος του επισκοπικού σώματος γίνεται κανείς με την επισκοπική χειροτονία και με την ιεραρχική κοινωνία με την κεφαλή και τα μέλη του συλλόγου». ... Για την κανονική χειροτονία ενός επισκόπου [σε ολόκληρο τον κόσμο], απαιτείται σήμερα ειδική άδεια του επισκόπου Ρώμης,» (Κατήχηση § 1559).

7.Ο πάπας Πίος 12ος στην εγκύκλιό του Mystici corporis (29.1.1943) σημειώνει για τους επισκόπους ότι κατά την επιτέλεση της ποιμαντικής διακονίας τους «δεν ενεργούν εξ ολοκλήρου ιδίω δικαίω (suis juris), αλλ’ είναι υποτεταγμένοι εις την εξουσίαν του Ρωμαίος Ποντίφηκος, εφ’ όσον απολαύουσιν συνήθους εξουσίας δικαιοδοσίας, ήτις απορρέει εις αυτούς αμέσως εκ του πάπα».

Εδώ τίθεται το βασικό ερώτημα : χωρίς την άμεση παρέμβαση του Επισκόπου Ρώμης είναι ελλιπής και ανεπαρκής η κάθε τοπική Εκκλησία ; ή αντιθέτως κάθε τοπική Σύνοδος είναι αυτοτελής και «τελεία» στη διοίκηση των υποθέσεών της, με βασικότερες την εκλογή και κρίση των Επισκόπων της ακόμα και χωρίς την «ανωτάτη, πλήρη, άμεση και παγκόσμια κανονική εξουσία στην Εκκλησία» του πάπα της Ρώμης ; Ποια είναι επ’ αυτού η κανονική παράδοση της ενιαίας και αδιαιρέτου Εκκλησίας της α΄ χιλιετίας .

Ορθόδοξη εκκλησιολογική αξιολόγηση του Παπικού Πρωτείου Εξουσίας.

Τρία επιχειρήματα κατά του παπικού πρωτείου εξουσίας και του παπικού αλάθητου

1) «Εάν εβασίζετο το πρωτείον του Πάπα επί της Αγίας Γραφής και της γνησίας Ιεράς Παραδόσεως, δεν θα προήδρευεν ο Πάπας ή αντιπρόσωπος αυτού των Οικουμενικών συνόδων των οκτώ πρώτων αιώνων της ηνωμένης αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας;»[ Ξεξάκης Νικόλαος, «Πτυχαί τινες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησιολογίας εξ απόψεως Ορθοδόξου», ΕΕΘΣΑ, τμήμα Θεολογίας, τόμ. 29, Αθήνα 1994, σελ. 380.].



2) Δεν έλαβε ο Πάπας και ολόκληρη η Δύση το Ιερό Σύμβολο της Πίστεως από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Κων/πολη, και στην οποία συμμετείχαν 150 ανατολικοί επίσκοποι και ούτε ένας από τη Δύση, «αλλ’ ανεγνωρίσθη μετά ταύτα ως οικουμενική και υπό των Δυτικών;;;;»[ Καρμίρης Ιωάννης, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 125];

Μάλιστα, «εις την Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικήν Σύνοδον, ότε ετέθη το θέμα της αναγνωρίσεως της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και του Συμβόλου της ομού μετά της Α΄, οι εκ Δύσεως εκπρόσωποι εν ταύτη υπερεθεμάτισαν υπέρ της οικουμενικότητος της Β΄ και του δογματικού της έργου, χωρίς καν να αντιπαρατηρήσουν ο,τιδήποτε αναφορικώς προς την τότε απουσίαν της Εκκλησίας των»[ Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, «Αι ιστορικο-δογματικαί προϋποθέσεις της οικουμενικότητος της Αγίας Β΄ Οικουμενικής Συνόδου», περ. «Θεολογία», τχ. 4 (1981), σελ. 697.].

3) Δεν καταδίκασε η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος (680/1) τον Πάπα Ονώριο ως αιρετικό (Πράξις Ιστ΄, «Ονωρίω αιρετικώ ανάθεμα») και ως πρωτεργάτη της αίρεσης του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού; Επικύρωση της καταδίκης καταγράφτηκε στον α΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691/2) και ο αναθεματισμός κατά του Πάπα Ονωρίου επαναλήφθηκε και στον Όρο Πίστεως της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου(.«Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Γ΄, έκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης, Άγιον Όρος 1986, σελ. 141β-)Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον» (ακριβής ανατύπωσις της γ' εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 21).

Σύμφωνα με την κανονική παράδοση, όπως έχει καταγραφεί και ρυθμιστεί μέσω των ι. Κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων, «μία εκ των πλέον θεμελιωδών αρχών του Κανονικού Δικαίου της αρχαίας Εκκλησίας είναι ότι ουδείς Επίσκοπος δύναται να παρέμβει εις την διοίκησιν άλλης επισκοπής εκτός της ιδικής του».


«Ἕκαστον γὰρ ἐπίσκοπον ἐξουσίαν ἔχειν τῆς ἑαυτοῦ παροικίας, διοικεῖν τε κατὰ τὴν ἑκάστῳ ἐπιβάλλουσαν εὐλάβειαν, καὶ πρόνοιαν ποιεῖσθαι τῆς χώρας τῆς ὑπὸ τὴν ἑαυτοῦ πόλιν· ὡς καὶ χειροτονεῖν πρεσβυτέρους καὶ διακόνους, καὶ μετὰ κρίσεως ἕκαστα διαλαμβάνειν» (ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-9). Μάλιστα σύμφωνα με τον κανόνα Α-5 (Αντιοχείας), η απόφαση Επισκόπου να αποβάλει κάποιον της εκκλησιαστικής κοινωνίας δεσμεύει τους λοιπούς επισκόπους.

Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχουν θέματα που εκτείνονται πέραν των ορίων μιας Επισκοπής και αφορούν σε περισσότερες Εκκλησίες μιας Επαρχίας αρμοδιότητα έχουν οι τοπικές Σύνοδοι των επισκόπων μιας επαρχίας με τη συμμετοχή, ει δυνατόν, όλων των Επισκόπων της, σύμφωνα με τον ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-9 Κανόνα : «περαιτέρω δὲ μηδὲν πράττειν ἐπιχειρεῖν, δίχα τοῦ τῆς μητροπόλεως ἐπισκόπου, μηδὲ αὐτὸν ἄνευ τῆς τῶν λοιπῶν γνώμης».

Οι κανόνες που αναφέρονται στις Συνόδους είναι λεπτομερείς : Ρυθμίζουν τον τόπο, το χρόνο, τα θέματα, τη σύνθεση, την αντιπροσώπευση, την αδικαιολόγητη απουσία, τον προσκαλούντα , και προεδρεύοντα, την εγκυρότητα, τον τρόπο λήψεως λήψη αποφάσεων, το ρόλο του «πρώτου». Από καμία κανονική διάταξη δεν προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της συγκλίσεως, ή λήψεως αποφάσεως μιας Συνόδου, κατά την α΄ χιλιετηρίδα ήταν απαραίτητη η έγκριση, ή έστω η σύμφωνη γνώμη του Επισκόπου Ρώμης, ή ότι ο Ρώμης είχε τη δυνατότητα επεμβάσεως στην τοπική Σύνοδο. Οι Τοπικές Σύνοδοι δεν είχαν κάποια έλλειψη ή ανάγκη η οποία θα θεραπευόταν με την προσφυγή σε άλλη αυθεντία εκτός της ιδίας της Συνόδου. Ο ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ-16 χαρακτηρίζει ως «τελείαν δὲ ἐκείνην εἶναι σύνοδον, ᾗ συμπάρεστι καὶ ὁ τῆς μητροπόλεως», ενώ στον ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ-26 η «πλήρης αυθεντία» μιας Συνόδου εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική ή δι’ αντιπροσωπεύσεως συμμετοχή περισσοτέρων εκ των επισκόπων της επαρχίας αυτής. Συνεπώς, η απαίτηση του παπικού θεσμού για «ανωτάτη, πλήρη, άμεση και παγκόσμια κανονική εξουσία, που ελεύθερα μπορεί να ασκεί» στη διοίκηση των Τοπικών Εκκλησιών πάνω από την τοπική Σύνοδο ή έστω και παράλληλα προς αυτήν δεν έχει κανένα κανονικό έρεισμα με βάσει τους ι. Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων.

Η αυτοτέλεια και πληρότητα των τοπικών Εκκλησιών αποδεικνύεται από την κανονική δυνατότητά τους να εκλέγουν τους Επισκόπους μέσω των τοπικών Συνόδων εκάστης επαρχίας. Η εκλογή Επισκόπου είναι η ύψιστη στιγμή για το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας, ή κατά τον Ζωναρά από τη δικαιοδοσία της επαρχιακής συνόδου «το μείζον και κυριώτερον η των επισκόπων χειροτονία». Οι κανόνες προβλέπουν ομόφωνα, χωρίς καμία εξαίρεση, ότι η εκλογή Επισκόπου σε συγκεκριμένη Επισκοπή γίνεται αποκλειστικά και μόνο από τη Σύνοδο της Επαρχίας στην οποία υπάγεται η Επισκοπή.

Επίσης, η εκλογή Επισκόπου από κανονική σύνοδο και στη συνέχεια η χειροτονία του γίνεται για συγκεκριμένη Επισκοπή και όχι «απολελυμένως». Έτσι είναι αδιανόητη όχι μόνο για την κανονική πράξη, αλλά συνολικά για την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία η παραχώρηση μετά την εις Επίσκοπον χειροτονία αποκλειστικά από τον Πάπα της «missio canonica»(εκκλησιαστική αποστολή), που θεωρείται απαραίτητος, δια να δυνηθεί ο Επίσκοπος να ασκήσει κανονικώς το … τριπλούν αξίωμά του, η δε παροχή της τοιαύτης προσθέτου προϋποθέσεως θεωρείται υπόθεσις του Πάπα». Η απαίτηση λοιπόν για απευθείας διορισμό των Επισκόπων σε ολόκληρο τον κόσμο προσωπικά από τον Πάπα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί κανονικώς. Κατά συνέπεια, οι πρακτικές επιλογής ή διορισμού των Ρωμαιοκαθολικών Επισκόπων απ’ ευθείας από τον Επίσκοπο Ρώμης χωρίς την κυρίαρχη απόφαση της αρμοδίας Συνόδου της Τοπικής Εκκλησίας, ή έστω, η απαίτηση εγκρίσεως της αποφάσεως της Συνόδου για την εκλογή Επισκόπου από τον Πάπα είναι ξένες στην πρακτική της ενωμένης Εκκλησίας των Οικουμενικών Συνόδων και προσβάλλουν ευθέως την ίδια την ουσία της κανονικής υποστάσεως των Επισκόπων, ως μη κανονικώς εκλεγέντων. ! Συνεπώς, το όποιο δικαίωμα του Επισκόπου Ρώμης καθορίζεται «συνοδικώ δικαίω» από τους κανόνες αυτούς και δεν πηγάζει από κάποιο δήθεν «θείω δικαίω» παπικό πρωτείο δικαιοδοσίας εφ’ όλης της Εκκλησίας.

Εξέταση των περιστατικών που υποτίθεται ότι συνέβαλαν στη διαμόρφωση του παπικού πρωτείου εξουσίας:

Προσπάθεια εξάσκησης πρωτείου διαποίμανσης στην Εκκλησία: «Ο Θεός με διάλεξε από όλους εσάς να κηρύξω το ευαγγέλιο σ’ όλα τα έθνη» (Πράξ. 15. 7).


ΣΧΟΛΙΟ.

Αρχικά, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε ότι στο εδάφιο Πράξ. 15,7 ο Πέτρος λέει: ο Θεός με εξέλεξε για «να ακούσουν διά του κηρύγματος μου οι εθνικοί τον λόγον του ευαγγελίου». Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε με ποιον τρόπο σχετίζεται το εδάφιο αυτό με απαιτήσεις πρωτείου εξουσίας αφού και ο απόστολος Παύλος ακριβώς το ίδιο λέει για τον εαυτό του: «ο Θεός μού έχει αναθέσει το κήρυγμα του ευαγγελίου στους εθνικούς [«το ευαγγέλιον της ακροβυστίας»]» (Γαλ. 2,7). Επίσης, και ο Βαρνάβας έχει την ίδια εξουσία να πάει «εις τα έθνη» (Γαλ. 2,9). Θα μπορούσαμε άραγε εξ’ αυτών να συμπεράνουμε ότι όλοι οι μαθητές απαιτούσαν πρωτεία;

Άλλωστε, την Εκκλησία την ίδρυσε ο Χριστός, και όχι ο Απόστολος Πέτρος, ούτε ο Κύριος τον όρισε ποτέ υπαρχηγό του, ούτε του είπε ότι θα είναι αρχηγός των άλλων Αποστόλων με πρωτείο εξουσίας επ’ αυτών. Χαρακτηριστικά είναι και τα γεγονότα της Αποστολικής Συνόδου (Πράξ. 15,1-31) για τα οποία σημειώνει ο Παναγιώτης Τρεμπέλας:

«Δεν ηξίωσε πρωτείον τι ή αρχηγίαν ο Πέτρος εν τη συνόδω. Ούτε κύριος της συνόδου ταύτης, ούτε πρόεδρος αυτής υπήρξε. Διότι δεν παρουσιάζεται ενταύθα ως πρώτος ομιλήσας, ίνα κηρύξη την έναρξιν της συνόδου, ούτε τελευταίος ωμίλησε διά να συναγάγη το πόρισμα της συζητήσεως, συλλέγων και τας ψήφους των συμμετεχόντων της συνόδου».

Επίσης, ένα άλλο κομβικό σημείο, όπου αν υπήρχε κάποιο πρωτείο εξουσίας του Πέτρου θα είχε φανεί, είναι η αντικατάσταση του νεκρού Ιούδα. Όπως βλέπουμε, τον αντικαταστάτη δεν τον επιλέγει ο Πέτρος, αλλά ρίχνουν κλήρο (Πράξ. 1,25-26). Αν ο Απόστολος Πέτρος είχε κάποιο πρωτείο εξουσίας και διοικήσεως, είτε θα όριζε εκείνος τον αντικαταστάτη του Ιούδα με πρωτοβουλία του, είτε οι Απόστολοι θα απηύθυναν στον Πέτρο σχετικό αίτημα.

Αξίζει ακόμα να προσθέσουμε και την περίπτωση όπου σύμφωνα με τον Παν. Τρεμπέλα, «ο Πέτρος δέχεται άνευ αντιλογιών και αντιρρήσεων τον δημόσιον έλεγχον του Παύλου»[11] ο οποίος λαμβάνει χώρα «έμπροσθεν πάντων» (Γαλ. 2,14)[12].

Κανείς λοιπόν δεν αναγνώριζε στον Πέτρο κάποιο πρωτείο εξουσίας, ούτε ο ίδιος διεκδίκησε κάτι τέτοιο.


Ρώμης άγιος Κλήμης Α΄ (90). Σε επιστολή του προς τον Ιεροσολύμων Ιάκωβο τον αδελφόθεο κηρύττει το πρωτείο του Πέτρου, την άφιξή του στη Ρώμη, την χειροτονία του απ’ αυτόν και τον μαρτυρικό θάνατό του. Η επιστολή αυτή αναφέρεται και στην εγκύκλιο της Πανορθοδόξου Συνόδου του 1722.

ΣΧΟΛΙΟ

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι η επιστολή «Κλήμεντος προς Ιάκωβον» είναι ψευδεπίγραφηκαι εντάσσεται στα λεγόμενα «Ψευδοκλημέντια» έργα. Δεν είναι λοιπόν σωστό να εξάγουμε σαφή ιστορικά συμπεράσματα για συγκεκριμένα πρόσωπα από τέτοια κείμενα. Το γεγονός ότι η Σύνοδος του 1722 επέλεξε να απαντήσει ακόμα και σε παπικούς ισχυρισμούς που πηγάζουν από ψευδεπίγραφα ή «απόκρυφα» έργα[14], δεν σημαίνει ότι και εμείς σήμερα πρέπει να θέτουμε τέτοια κείμενα ως βάση συζήτησης. Χαρακτηριστικά, ο πατρολόγος Στυλ. Παπαδόπουλος γράφει:

«Ιδιαίτερα τα Ψευδο-κλημέντια έργα χρησιμοποιήθηκαν στον δυτικό Μεσαίωνα ευρύτατα, επειδή πρόβαλαν εξαιρετικά την δήθεν κυριαρχική στην Εκκλησία θέση του Πέτρου και το δήθεν γεγονός ότι ο Πέτρος διαβίβασε την εξουσία του επίσημα στον Κλήμη […] Είναι δηλαδή περίεργο, πώς κείμενα ιουδαιοχριστιανικά, τόσο ακραία και αφελή, χρησίμευσαν για την προβολή της θέσεως του επισκόπου Ρώμης»[ Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Β', έκδ. 2η, Αθήνα 1999, σελ. 410.].


Σύνοδος Σαρδικής (347). Καθιέρωση του εκκλήτου, ε΄ κανόνας: «ένας καταδικαθείς επίσκοπος μπορεί να καταφύγει στον επίσκοπο της Ρώμης, τον αρχηγό του επισκοπικού σώματος, στην έδρα του αγίου Πέτρου».


ΣΧΟΛΙΟ

Σχετικά με τους Κανόνες 3, 4 και 5 της Συνόδου της Σαρδικής, είναι γνωστό ότι «υπεστηρίχθη υπό ρωμαιοκαθολικών κυρίως θεολόγων, ότι διά των κανόνων τούτων δεν απονέμεται τω επισκόπω Ρώμης νέα τις δικαιοδοσία, αλλ’ αναγνωρίζεται εκπεφρασμένως η εκ του θείω δικαίω παπικού πρωτείου απορρέουσα διακεκριμένη εξουσία του επισκόπου Ρώμης, ως διαδόχου του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου»[ Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών», τόμ. Α΄, Αθήναι 1977, σελ. 107.].

Όμως ασφαλώς δεν είναι έτσι τα πράγματα, και τα πρακτικά της Συνόδου της Σαρδικής είναι κεφαλαιώδους σημασίας για να το κατανοήσουμε, ειδικά η περίφημη εισαγωγική φράση του δ΄ Κανόνα η οποία αναφέρει:

«Ει δοκεί αναγκαίον προστεθήναι ταύτη τη αποφάσει, ην τινα αγάπης ειλικρινούς πλήρη εξενήνοχας [...]».

Ακριβώς αυτή η εισαγωγή γκρεμίζει τις παπικές αξιώσεις:

«Είναι σαφές το βούλημα των τριών τούτων κανόνων, δι’ ων η εν Σαρδική σύνοδος παρέχει διά πρώτην φοράν εξαιρετικήν τινα αρμοδιότητα εις τον επίσκοπον Ρώμης […] Τούτο δείκνυται σαφώς εκ του γεγονότος, ότι τα προτεινόμενα τίθενται υπό την απόλυτον κρίσιν της συνόδου (si placet), ήτις θα ηδύνατο να δεχθή ή και να αποκρούση ταύτα. Εάν προύκειτο περί αναγνωρίσεως κεκτημένου δικαιώματος, η εισήγησις του θέματος θα ήτο όλως διάφορος και δεν θα ετίθετο υπό την κρίσιν των μελών της συνόδου. Η εισαγωγή του δ' κανόνος […] αποδεικνύει, ότι τα μέλη της εν Σαρδική συνόδου είχον πλήρη συνείδησιν, ότι η γενομένη διάκρισις εις τον επίσκοπον Ρώμης Ιούλιον ήτο κανονική απόφασις της συνόδου και ουχί απόρροια του θείω δικαίω παπικού πρωτείου εξουσίας»[23].

Κατά συνέπεια, τα πρακτικά της Σαρδικής διαψεύδουν την δήθεν εξαρχής και «θείω δικαίω» αναγνώριση κάποιου πρωτείου εξουσίας μέσα στην Εκκλησία. Και αυτό το είδαμε και από τις προηγούμενες απαντήσεις μας όπου ούτε ο Πέτρος φαίνεται να κατείχε κάποιο διοικητικό πρωτείο, ενώ και ο Διονύσιος Κορίνθου ασκούσε πρωτείο Αληθείας έναντι του Ρώμης κατά τον 2ο αιώνα.

Ο Πάπας λοιπόν δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα από μόνος του. Η Σύνοδος της Σαρδικής είχε την εξουσία να δώσει ή να μην δώσει κάποια δικαιώματα στον Πάπα τα οποία μάλιστα δεν δόθηκαν γενικά και αόριστα αλλά είχαν άμεση σχέση με τα προβλήματα της Ανατολής όπου τότε επικρατούσε διά του ξίφους ο Αρειανισμός.

Όπως σημειώνει ο καθ. Σπ. Τρωιάνος:

«Οι σχετικοί κανόνες [3, 4 και 5] παρέσχον αφορμήν εις πλείστας αμφισβητήσεις […] Οι κανόνες της εν Σαρδική συνόδου δέον να ερμηνευθούν λαμβανομένων [υπ’ όψη] […] των κρατουσών εν τη Εκκλησία συνθηκών […] Οι Αρειανοί και Αρειανίζοντες την συμπαράστασιν των αυτοκρατόρων επέτυχον να κυριαρχούν εις πάσαν σχεδόν εν Ανατολή συνερχομένην σύνοδον, καταδικάζοντες και εκβάλλοντες πάντα επίσκοπον, όστις παρά ταύτα ηκολούθει την υπό της εν Νίκαια συνόδου ως ορθόδοξον αναγνωρισθείσαν πίστιν. Τούτο ηνάγκασε πολλούς εκ των εις διωγμόν υποβληθέντων επισκόπων να καταφύγουν εις Ρώμην ζητούντες προστασίαν και ένδικον βοήθειαν […]»[Τρωιάνος Σπύρος, «Η Εκκλησιαστική Δικονομία μέχρι του θανάτου του Ιουστινιανού», Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2004 (c1964), σελ. 144.].

Άρα, έχουμε μια έκτακτη κατάσταση, όπου η Δύση με τον αυτοκράτορα Κώνστα παραμένει Ορθόδοξη ενώ στην Ανατολή επικρατεί η βία του αρειανισμού που διώκει με ψευδοσυνόδους τους ορθόδοξους επισκόπους. Διαφορετικά, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα συνέβαινε.

Το σημαντικότερο όλων όμως, είναι ότι τελικά:

«Ουδέποτε εφηρμόσθησαν oι εν λόγω κανόνες της εν Σαρδική συνόδου εν Ανατολή, διότι η ανατολική εκκλησία αντέδρασε κατά μιας εις τόσον ευρείαν κλίμακα εκδηλουμένης αναμείξεως του επισκόπου Ρώμης, ήτις μοιραίως θα είχεν ως αποτέλεσμα να τεθή αύτη υπό τον έλεγχον της δυτικής εκκλησίας»[25].

Σύνοδος Καρθαγένης (418). Επελήφθη του Σχίσματος Ρώμης-Αλεξάνδρειας λόγω του αφορισμού του Ι. Χρυσοστόμου και απευθύνεται στον Ρώμης Ιννοκέντιο Α΄ (όχι στον Αλεξανδρείας) να επιβάλει την ειρήνη στην Εκκλησία.

ΣΧΟΛΙΟ

Εδώ υπάρχει κάποια παρανόηση από τον συντάκτη και θα μας βοηθήσει να το καταλάβουμε η μετάφραση του σχετικού Κανόνα της Καρθαγένης:

«Αποφασίστηκε ακόμη να στείλουμε γραπτή αναφορά στον αγιότατο πάπα Ιννοκέντιο σχετικά με τη διχόνοια της Ρωμαϊκής και Αλεξανδρινής εκκλησίας, ώστε καθεμιά από τις δύο εκκλησίες να τηρήσει την μεταξύ τους ειρήνη την οποία παραγγέλλει ο Κύριος»[].

Όπως βλέπουμε, όχι μόνο δεν επιδιώκεται κάποια δραστική παρέμβαση από τη Ρώμη, αλλά το αντίθετο, η Σύνοδος της Καρθαγένης δρα συμβιβαστικά ανάμεσα στις δύο εκκλησίες και ομοίως τις προτρέπει. Αυτό σημειώνει και ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης στην ερμηνεία του Κανόνα:

«Όρα δε ενταύθα την τοπικήν Σύνοδον διορθώνουσαν και συμβουλεύουσαν τον της Ρώμης Μονάρχην».

Δηλαδή η Καρθαγένη δρα συμβουλευτικά ακόμα και προς τον Πάπα.

Επίσης, σύμφωνα με τον καθ. Ι. Αναστασίου, ο ίδιος αυτός Κανόνας μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η Σύνοδος της Καρθαγένης θεωρούσε την Εκκλησία της Ρώμης μία ακόμη τοπική Εκκλησία:

«Οι Πατέρες έκαμαν διάκρισιν μεταξύ Καθολικής και Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Λέγοντες Καθολικήν Εκκλησίαν εννόουν το σύστημα των ορθοδόξων Χριστιανών, απανταχού της οικουμένης, των διατηρούντων τα ευσεβή δόγματα ακίνητα και ασάλευτα. Λέγοντες Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν εννόουν μίαν μερικήν εκκλησίαν προς αντιδιαστολήν των άλλων μερικών - τοπικών εκκλησιών της οικουμένης, ως διαλαμβάνει και ο ΚΔ΄κανών της συνόδου της Καρθαγένης, λέγων ‘’Ήρεσεν ώστε περί της διχονοίας της Ρωμαϊκής και Αλεξανδρινής Εκκλησίας προς τον αγιώτατον πάπαν Ιννοκέντιον γραφήναι, όπως εκατέρα Εκκλησία προς αλλήλας ειρήνην φυλάξωσιν, ην Κύριος παραγγέλλει’’. Ουδείς είπε ποτέ αντί της Ρωμαϊκής, Καθολική Εκκλησία»[ .Ε. Αναστασίου, «Βαρλαάμ του Καλαβρού περί της αρχής του Πάπα», περ. «Εκκλησιαστικός Φάρος», τόμ. 53 (1971), σελ. 117-118.]


Κατά συνέπεια, η Καρθαγένη απορρίπτει τον Πάπα ως εξουσιαστική αρχή επί όλης της Εκκλησίας.

Εδώ αξίζει να προσθέσουμε πως ούτε καν στη δύσκολη αυτή περίσταση αποδέχτηκε ο Χρυσόστομος κάποιο πρωτείο εξουσίας για τη Ρώμη. Όπως σημειώνει ο σημαντικός εκκλησιαστικός ιστορικός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, σε καμία περίπτωση με τις επιστολές του «δεν ανεγνώριζεν ο Ιερός Χρυσόστομος παπικόν πρωτείον, διότι κατά τον αυτόν τρόπον και μετά των αυτών σχεδόν εκφράσεων απευθύνεται προς πάντας τους επισκόπους της Δύσεως. Τούτο έπραξε και προς τους της Ανατολής επισκόπους»[Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος» (μέρος β΄), περ. «Εκκλησιαστικός Φάρος», τόμ. 4 (1909), σελ. 50].


Αλεξανδρείας άγιος Κύριλλος (430). «Ο Κύριος θεμελίωσε την Εκκλησία του πάνω στον Πέτρο και τον κατέστησε ποιμένα της καθόλου Εκκλησίας».

ΣΧΟΛΙΟ

Νομίζουμε ότι ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας αδικείται, καθώς οι θέσεις του για τον Απόστολο Πέτρο δεν ευνοούν τις παπικές ερμηνείες:

1) Θεμέλιο της Εκκλησίας δεν είναι ο «Πέτρος» αλλά η ισχυρή σαν «πέτρα» πίστη:

«… πέτραν, οίμαι, παρωνύμως έτερον ουδέν ή την ακατάσειστον και εδραιοτάτην του μαθητού πίστιν αποκαλών, εφ’ η και αδιαπτώτως ερήρεισταί τε και διαπέπηγεν η Εκκλησία Χριστού..[32].

Μάλιστα, οι άγιοι Πατέρες γενικά, απορρίπτουν την παπική ερμηνεία του εδαφίου Ματθ. 16,18 κατά την οποία η «πέτρα» στην οποία θεμελιώνεται η Εκκλησία είναι δήθεν ο Απόστολος Πέτρος:

- Κύριλλος Αλεξανδρείας: «πέτραν την πίστιν αποκαλών», (PG 75,865C).

- Ιωάννης Χρυσόστομος: «πέτρα τουτέστι͵ τη πίστει της ομολογίας», (PG 58,534).

- Μέγας Φώτιος: «εν τη πέτρα των δεσποτικών ρημάτων στηριζομένης της Εκκλησίας», (PG 102, 800C).

2) Σύμφωνα με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας ο Πέτρος δεν ξεχωρίζει αλλά είναι ισότιμος με τους άλλους αποστόλους:

«… και γουν Πέτρος τε και Ιωάννης ισότιμοι μεν αλλήλοις καθό και απόστολοι και άγιοι μαθηταί».

(Πηγές: Κύριλλος Αλεξανδρείας, «Περί αγίας και ομοουσίου Τριάδος», PG 75, 865C. Προς Νεστόριον Κωνσταντινουπόλεως (περί της αγίας Παρθένου και Θεοτόκου)», PG 77, 112B.


Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (431). Δέχτηκε, χωρίς καμία αντίρρηση, τη διατύπωση του πρωτείου διαποίμανσης του Πάπα άγιου Κελεστίνου Α΄.


ΣΧΟΛΙΟ

Εδώ υπάρχει ακόμα ένα σφάλμα διότι η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ουδέποτε αποδέχτηκε κάτι τέτοιο, καθώς, όπως φαίνεται στα πρακτικά της Συνόδου, οι επίσκοποι ομόφωνα απέδωσαν το πρωτείο Αληθείας εξίσου και στον Κύριλλο και στον Κελεστίνο:

«Πάντες οι ευλαβέστατοι επίσκοποι άμα είπον· Αύτη δικαία κρίσις. Νέω Παύλω Κελεστίνω, νέω Παύλω Κυρίλλω. Κελεστίνω τω φύλακι της πίστεως, Κελεστίνω τω ομοψύχω της Συνόδου. Κελεστίνω ευχαριστεί πάσα η Σύνοδος. Εις Κελεστίνος, εις Κύριλλος, μία πίστις της συνόδου, μία πίστις της οικουμένης»«Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Α΄, ό.π., σελ. 603α.].

Σύμφωνα με τον Στυλ. Παπαδόπουλο:

Οι συνοδικοί, χαρακτήρισαν «εξίσου νέους Παύλους τους Καιλεστίνο και Κύριλλο και φύλακες της πίστεως. Μετά διακηρύξανε ότι ο Καιλεστίνος είναι σύμφωνος και ομόψυχος με την Σύνοδο και τον ευχαρίστησαν, διότι συμφώνησε μαζί τους. Οι συνοδικοί δηλαδή συνειδητά κρίνουνε τον Καιλεστίνο, αποφαίνονται για την ορθοδοξία του, τον ευχαριστούν και τον επαινούν όσο επαινούν και τον Κύριλλο»[Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Γ΄, Γρηγόρης, Αθήνα 2010, σελ. 394.].



Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451). Καθιέρωσε τον Πάπα άγιο Λέοντα, ως τον «αρχιεπίσκοπο πάσης της Οικουμένης, πατέρα τε και πατριάρχην» και «μακαριώτατο άνδρα πασών των εκκλησιών». Πράγματι, η προσαγόρευση του Πάπα, ως πατέρα, από τους Πατριάρχες ΚΠόλεως γινότανε μέχρι το Σχίσμα (1054). Ο Ρώμης Λέων Α΄ δεν υπογράφει τον κη΄ κανόνα περί των ίσων πρεσβείων τιμής με τον ΚΠόλεως. Στη Σύνοδο αυτή έχουμε τον πλήρη θρίαμβο του Παπισμού.

ΣΧΟΛΙΟ

Εδώ υπάρχουν τρία ζητήματα να απαντηθούν:

1) Ο ισχυρισμός ότι η «Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καθιέρωσε τον Πάπα άγιο Λέοντα, ως μακαριώτατο άνδρα πασών των εκκλησιών» είναι ασφαλώς λάθος. Ο συντάκτης ίσως διάβασε κάπου τη φράση αυτή αλλά δεν κατανόησε την προέλευση της. Η επίμαχη φράση, («του μακαριωτάτου ανδρός πασών των εκκλησιών αρχιεπισκόπου Λέοντος») ανήκει μόνο στους παπικούς αντιπροσώπους που ο ίδιος ο άγ. Λέων Ρώμης όρισε, δηλ. στους Πασχασίνο, Λουκίνσιο (ή Λουκέντιο) και Βονιφάτιο. Άρα, η Σύνοδος δεν προσφώνησε έτσι τον Πάπα και κατά συνέπεια ουδέποτε καθιέρωσε αυτόν τον τίτλο.

(Η φράση εισάγεται με τα λόγια: «Πασκασίνος και Λουκίνσιος […] και Βονιφάτιος […] διά Πασκασίνου του ευλαβεστάτου είπον». Βλ. «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Β΄, έκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννης, Άγιον Όρος 1982, σελ. 152β.)

2) Δεν φαίνεται από πού προκύπτει ο συλλογισμός ότι υπάρχει «πλήρης θρίαμβος του Παπισμού» σε μια Σύνοδο που με τις αποφάσεις της καταρρίπτει τις αξιώσεις του Πάπα για πρωτείο, θεσμοθετώντας με τον 28ο Κανόνα την απόλυτη ισοτιμία μεταξύ του Πάπα και του πατριάρχη Κων/πόλεως. Άλλωστε, ο Λέων δυσανασχέτησε με την απόφαση αυτή ακριβώς διότι η Σύνοδος αδιαφόρησε παντελώς για τη γνώμη του και το υποτιθέμενο πρωτείο του.

Μάλιστα, παρά τη διαφωνία του Πάπα για την εξουσία που έλαβε ο Επίσκοπος Κων/πόλεως, υπέγραψαν κανονικότατα «οι παπικοί αντιπρόσωποι, αφού σημείωσαν τις αντιρρήσεις τους στα πρακτικά»[37], και «ο Λέων έγραψε τις αντιρρήσεις του στον αυτοκράτορα και στον πατριάρχη, ο κανόνας όμως εξακολούθησε να ισχύει στην Ανατολή και μεταγενέστερες σύνοδοι τον επικύρωσαν»(. Αναστασίου, «Εκκλησιαστική Ιστορία», Α΄, ό.π., σελ. 457).

Επίσης, σύμφωνα με όσα εύστοχα σημειώνει ο Καλλίνικος Δελικανής σχετικά με τον 28ο Κανόνα, ο Πάπας Λέων παρά τις διαφωνίες του:

- Δεν κατηγόρησε τους Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ως αιρετικούς.

- Δεν συγκάλεσε σύνοδο επισκόπων για να καταδικάσει την Δ΄ Οικουμενική.

- Δεν διέκοψε την Κοινωνία με την Ανατολή.

(Δελικανής Καλλίνικος, «Τα εν τοις κώδιξι του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακείου σωζόμενα επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα», τόμ. Γ΄, εν Κωνσταντινουπόλει 1905, σελ. 1019-1020, σημ. 2.).

Αυτά αποδεικνύουν με τον πιο επίσημο τρόπο πως όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ αναγνωρισμένο πρωτείο εξουσίας στην Εκκλησία, αλλά επιπλέον, ούτε ο ίδιος ο Πάπας δεν πίστευε στην αρχαιότητα του πρωτείου αυτού ώστε να το διεκδικήσει!

Θα λέγαμε λοιπόν ότι στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο έχουμε την πλήρη ήττα του παπισμού, και σε καμία περίπτωση τον «πλήρη θρίαμβο». Μάλιστα, για να το επιβεβαιώσουμε ακόμη περισσότερο, αξίζει να προσθέσουμε ότι η Σύνοδος απέρριψε την απαίτηση του Λέοντα να στηριχθεί ο Όρος της Χαλκηδόνας αποκλειστικά στη δογματική επιστολή που είχε γράψει το 449, ενώ η ίδια Σύνοδος αναβάθμισε τον αγ. Κύριλλο Αλεξανδρείας σε κριτήριο ορθοδοξίας! Όσα σημειώνει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος είναι χαρακτηριστικά:

«Η Σύνοδος εθεώρει περιττόν να συμπεριληφθώσιν εν τω σχεδίω του όρου τα εν τη επιστολή του Λέοντος εκτιθέμενα. Υπήρξαν δε χαρακτηριστικοί αι περαιτέρω εκβοήσεις των επισκόπων […] ‘’Λέων είπε τα Κυρίλλου. Κελεστίνος τα Κυρίλλου εβεβαίωσε. Ξύστος τα Κυρίλλου εβεβαίωσεν’’»[ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας …», ό.π., σελ. 349 ~ Βλ. και «Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων», τομ. Β΄, ό.π., σελ. 173β.].

Άρα λοιπόν, κάθε άλλο παρά «θρίαμβο του Παπισμού» αποτελεί η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία θεώρησε ότι τρεις Πάπες, «ο Λέων, ο Κελεστίνος και ο Ξύστος Ρώμης εγκρίνονται ως ορθόδοξοι, διότι συνεφώνουν προς τον Κύριλλον»

Σχόλια