Τα
βασικά σημεία της ομιλίας
“Για άλλη μια φορά, συγκεντρωνόμαστε ως Παγκόσμιο
Συμβούλιο Εκκλησιών για να επιδιώξουμε ενεργά την εν Χριστώ ενότητά μας – στο
μυαλό, στην καρδιά, στο πνεύμα και στην πρακτική ζωή. Σε αυτή την ζωή, όπου η
διαίρεση καλλιεργείται καθημερινά στην ανθρωπότητα, το καθήκον μας είναι ακόμη
πιο επιτακτικό”, ανέφερε στο κήρυγμά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης
Βαρθολομαίος.
“Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης
έχει επίσης την ιδιαίτερη χαρά να εορτάζει την 75η επέτειο από την ίδρυση του
Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, όντας ένα από τα ιδρυτικά μέλη του», συνέχισε.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπενθύμισε
ότι το 1920 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο απευθυνόμενη προς τις
Εκκλησίες του Χριστού παντού. Η εγκύκλιος χρησίμευσε ως «σύνταγμα», όπως
αναφέρει ο ίδιος, πράγμα το οποίο οδήγησε στην ίδρυση του Παγκόσμιου Συμβουλίου
Εκκλησιών το 1948.
Το παρεκκλήσι του Οικουμενικού Κέντρου στη Γενεύη,
όπου το ΠΣΕ έχει τα γραφεία του, ήταν κατάμεστο για την εναρκτήρια προσευχή, η
οποία περιελάβανε ύμνους, αναγνώσεις και προσευχές στα αρμενικά, αγγλικά,
γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και σουαχίλι.
Η κεντρική επιτροπή του ΠΣΕ συνεδριάζει συνήθως κάθε
δύο χρόνια και αποτελεί το κύριο διοικητικό όργανο του ΠΣΕ.
Η φετινή συνάντηση αποτελεί την πρώτη από τότε που η
κεντρική επιτροπή εξελέγη στη 11η Συνέλευση του ΠΣΕ στην Καρλσρούη της
Γερμανίας το 2022.
Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής μέσα από προσευχή
ενθυμήθηκαν τη σοφία, τη γνώση, τα δώρα και τη δέσμευση για ενότητα όσων
δραστηριοποιούνταν στο οικουμενικό κίνημα και είχαν αποδημήσει εις Κύριον από
την προηγούμενη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής το 2022.
Έγινε επίσης ειδικό αφιέρωμα στην Δρ. Agnes Abuom,
της Αγγλικανικής Εκκλησίας της Κένυας, η οποία απεβίωσε από οξεία καρδιακή
ανεπάρκεια στις 31 Μαΐου, έχοντας υπηρετήσει ως συντονίστρια της κεντρικής
επιτροπής του ΠΣΕ από το 2013 έως το 2022.
Στο κήρυγμά του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης
Βαρθολομαίος περιέγραψε πώς οι Χριστιανοί καλούνται να γίνουν μαθητές και
οπαδοί του Χριστού καθώς και μέλη του σώματός του, δηλαδή της Εκκλησίας.
«Όλοι μπορεί να έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις για
το τι, πού και πώς συγκροτείται η Εκκλησία, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία για την
ένδειξη ότι κάποιος ή κάποια αποτελεί αληθινός μαθητής ή αληθινή μαθήτρια»,
συνέχισε. Μόνο η αγάπη του ενός για τον άλλο και η αγάπη μας για έναν κόσμο που
δεν αγαπιέται, φανερώνει την αξία μας και ως εκ τούτου μπορούμε να ονομαζόμαστε
«Χριστιανοί».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφέρθηκε
κατά τη διάρκεια του κηρύγματός του στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η
οποία είχε δημιουργήσει μια «βαθιά πληγή» στην παγκόσμια Ορθοδοξία και
είχε βλάψει βαθιά την «Ορθόδοξη χριστιανική αφοσίωση στη δική μας
ουσιαστική ενότητα».
Ευχαρίστησε το ΠΣΕ για τη στάση του, την
υπεράσπιση της ειρήνης και για την υποστήριξη που είχε παράσχει στην Ουκρανία
και το λαό της. Είπε ότι όλοι και όλες πρέπει να προσευχηθούν για
μια «γρήγορη και δίκαιη» λήξη του πολέμου.
Ζήτησε επίσης την εκ νέου δέσμευση για ανιδιοτελή
αγάπη για τους ίδιους και τις ίδιες αλλα΄και για οκτώ δισεκατομμύρια
συνανθρώπους μας στον κόσμο.
«Είναι η απόλυτη οικουμενική στάση, διότι χωρίς
αγάπη, η διαχριστιανική μαρτυρία μας δεν θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπόψη από τον
κόσμο ή, ίσως, ακόμη και από τις δικές μας κοινότητες», δήλωσε ο Οικουμενικός
Πατριάρχης Βαρθολομαίος.
“Ας είναι η αγάπη το «έργο» μας … και ο κύριος
στόχος όλων μας των προσπαθειών κατά τη συνεργασία μας. Μετά από δύο χιλιάδες
πολύπλοκα χρόνια, οι εκκλησίες δεν μπορούν να κρυφτούν από τον κόσμο. Και
ύστερα από εβδομήντα πέντε χρόνια, ούτε το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών
μπορεί να κρυφτεί”, είπε.
ΣΧΟΛΙΑ
Το κήρυγμα αναπαράγει την κλασική οικουμενιστική
ρητορική: αποφυγή δογματικής σαφήνειας, εξύψωση του συναισθήματος έναντι της
αλήθειας, και πολιτική ορθότητα μεταμφιεσμένη σε θεολογία. Για τον
αντι-οικουμενισμό, αυτό δεν είναι «εν Χριστώ ενότητα» — είναι η τελική φάση της
παναιρέσεως
Α. Το ΠΣΕ αποτελεί
ολέθριο όργανο πλάνης και όχι δίαυλο ενοποίησης εν Χριστώ. Η ενότητα της
Εκκλησίας δεν είναι αντικείμενο διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ούτε οικοδομείται
με υποκριτικές συνεδριάσεις, κοσμικά ψηφίσματα και νοθευμένους συμβιβασμούς·
υφίσταται ήδη, ακέραιη και αδιαίρετη, αποκλειστικά και μόνο εντός της Μίας,
Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όταν ο Βαρθολομαίος
επικαλείται αόριστες «ενότητες μυαλού, καρδιάς και πράξης», προσπερνά δολίως το
μόνο αδιαπραγμάτευτο θεμέλιο: την κοινή, αμετακίνητη Ορθόδοξη Πίστη. Χωρίς την
απόλυτη ταυτότητα Δόγματος και Ομολογίας, κάθε επίκληση «ενότητας» δεν είναι
παρά μια έκπτωτη, ανθρωποκεντρική συναίνεση των αιρέσεων — ένα επικίνδυνο
υποκατάστατο που προσβάλλει και αρνείται το ίδιο το Θεανθρώπινο Μυστήριο της
Εκκλησίας.
Β. Η διαβόητη εγκύκλιος
του 1920 δεν υπήρξε ποτέ «σύνταγμα» ενότητας, αλλά προδοτική αποστασία από την
ορθόδοξη αλήθεια. Η επίκλησή της ως θεμέλιο του ΠΣΕ αποδεικνύει περίτρανα ότι ο οικουμενισμός κυοφορήθηκε ως βέβηλη ρήξη
με την πατερική παρακαταθήκη. Οι Άγιοι Πατέρες δεν συνέτασσαν εγκυκλίους προς
τους αιρετικούς για να τους αναγνωρίσουν ψευδεπίγραφα ως «εκκλησίες», αλλά για
να στηλιτεύσουν την πλάνη τους και να τους καλέσουν σε μετάνοια. Το να
αναγορεύεται αυτό το κείμενο σε «καταστατικό χάρτη» επιβεβαιώνει απερίφραστα
ότι το ΠΣΕ δεν αποτελεί όργανο ενότητας, αλλά τη θεσμοθετημένη κατοχύρωση της
παναιρέσεως του οικουμενισμού.
Γ. Η επίκληση της «αγάπης» ως μοναδικού κριτηρίου
χριστιανικότητας αποτελεί θεολογικό προπέτασμα καπνού, επικίνδυνα ανεπαρκές και
πλήρως παραπλανητικό. Το εκφυλισμένο κήρυγμα ότι δήθεν «μόνο η αγάπη καθορίζει
την αξία μας και μας επιτρέπει να λεγόμαστε Χριστιανοί» συνιστά ευθεία αναίρεση
του Ευαγγελίου. Ο Χριστός δεν έθεσε ως γνώρισμα των μαθητών Του ένα αόριστο
συναίσθημα, αλλά την αυστηρή και ακριβή τήρηση των εντολών και των δογμάτων Του
(Ιω. 14,21). Η «αγάπη» αποκομμένη από την Ορθοδοξία δεν είναι πνευματική αρετή,
αλλά ένας κοσμικός, ανθρωποκεντρικός συναισθηματισμός. Και οι αιρετικοί αγαπούν
με τον δικό τους πεπλανημένο τρόπο — αυτό όμως ποσώς δεν τους καθιστά μέλη του
Θεανθρώπινου Σώματος του Χριστού.
Δ. Η ένοχη σιωπή
και η απόκρυψη των δογματικών ζητημάτων δεν αποτελεί ταπείνωση, αλλά προδοτική
δειλία. Η ισοπεδωτική αναφορά ότι δήθεν «όλοι μπορεί να έχουμε διαφορετικές
αντιλήψεις για το τι, πού και πώς συγκροτείται η Εκκλησία» συνιστά ευθεία
ομολογία απιστίας. Η Εκκλησία δεν είναι ένα υποκειμενικό αφήγημα ή μια αόριστη
«αντίληψη» — είναι το ακλόνητο Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, περιχαρακωμένο με
απόλυτη σαφήνεια από τα Ιερά Μυστήρια, τους Θείους Κανόνες και την Πατερική
Εκκλησιολογία. Όταν ο Πατριάρχης υποβαθμίζει τη Δογματική Αλήθεια σε μια απλή
«αντίληψη», αμνηστεύει τη δογματική πλάνη και εξευτελίζει την Ορθοδοξία,
μετατρέποντάς την σε μια ασημαντολογούσα «γνώμη» ανάμεσα στις αναρίθμητες
αιρέσεις.
Ε. Το ΠΣΕ ουδέποτε
υπηρέτησε την αληθινή ειρήνη — υπήρξε ανέκαθεν πειθήνιο όργανο προώθησης των
δυτικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Η βαθύτερη και πλέον αιμορραγούσα πληγή στο
σώμα της Ορθοδοξίας δεν είναι η ρωσική εισβολή, αλλά η αντικανονική
«αυτοκεφαλία» που παραχωρήθηκε από τον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος
κατακρεούργησε την εσωτερική ενότητα της Ουκρανικής Εκκλησίας προς όφελος
αλλότριων πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η αδίστακτη προβολή του ΠΣΕ ως δήθεν
«υπερασπιστή της ειρήνης» συνιστά ακραίο κυνισμό, την ίδια στιγμή που το ίδιο
το Φανάρι εργαλειοποιεί προκλητικά την εκκλησιαστική δικαιοδοσία για να
εξυπηρετήσει κοσμικές σκοπιμότητες.
ΣΤ. Η κατάληξη ότι
«ούτε το ΠΣΕ μπορεί να κρυφτεί» συνιστά τη μοναδική ακούσια ομολογία αλήθειας
σε ολόκληρο το κήρυγμα. Το ΠΣΕ είναι πράγματι ολοφάνερο για αυτό που πραγματικά
αντιπροσωπεύει: έναν κοσμικό, μη κερδοσκοπικό οργανισμό διαθρησκειακής
αλληλοαποδοχής, παντελώς γυμνό από Θεία Μυστήρια, στερημένο από Αποστολική
Διαδοχή και με μηδενική σωτηριολογική αξία. Το γεγονός ότι δεν μπορεί να
κρυφτεί δεν αποτελεί επίτευγμα, αλλά την απόλυτη καταδίκη του. Εβδομήντα πέντε
χρόνια οικουμενιστικού κατήφορου δεν θεράπευσαν κανένα σχίσμα και δεν έφεραν
καμία ενότητα· το μόνο που πέτυχαν ήταν να θεσμοθετήσουν την προδοτική παραδοχή
ότι η αιρετική πλάνη δεν συνιστά πλέον αίρεση, αλλά μια ισότιμη «εκκλησιαστική
παράδοση».