Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ."ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ. ΑΚΡΙΒΕΙΑ!"


 

Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

 

Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].

«Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ν τ ληθεί και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος κα Πολιτεία το σίου πατρς μν κα μολογητο Θεοδώρου το τν Στουδίων γουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]

 

ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οκ στι κατ νθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.

Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «κα καυχώμεθα π’ λπίδι τς δόξης το Θεο»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι κα λόκληροι, ν μηδεν λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «κα ερήνη το Θεο περέχουσα πάντα νον φρουρήσει τς καρδίας μν κα τ νοήματα μν ν Χριστ ησο»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρ Κατήχησις 97, ργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].

«Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].

«Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, φες ατος· ο γρ οδασι τί ποιοσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 155 (Θεοφίλ τς φέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 155 (Θεοφίλ τς φέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολή 94 (Λέοντι ρωματοπράτ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, κδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].

«Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 197 (Δωροθέ τέκν), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολή 338 (Κωνσταντίν), στ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].

 

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

 

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

ΠΗΓΗ: Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.-ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ


Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ : ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (ΕΝΑ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)

Βασικά Σημεία του Υπομνήματος του Οσίου Ιουστίνου Ποπόβιτς

Το υπόμνημα γράφτηκε τον Απρίλιο του 1977, μετά τη «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψη» στη Γενεύη (21-28 Νοεμβρίου 1976).   που ξεκίνησε την προετοιμασία για μια «Οικουμενική» Σύνοδο. Η Σύνοδος της Κρήτης (2016) ήταν η τελική πραγματοποίηση αυτού του εγχειρήματος, μετά από 40 χρόνια προετοιμασιών.

Ο όσιος Ιουστίνος απευθύνεται στην Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκφράζοντας τις ανησυχίες του ως μέλος της Εκκλησίας.

2. Κριτική στη Μεθοδολογία της Προετοιμασίας

 Η Διάσκεψη της Γενεύης απέρριψε τον παλαιό «Κατάλογο της Ρόδου» (1961) και δημιούργησε νέο, συντομεύοντας τη διαδικασία.Ο μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτωνας και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επέμεναν στη γρήγορη σύγκληση μιας «βραχείας» Συνόδου με «περιορισμένα θέματα».

3. Ιστορική Αναδρομή

  • 1923: Ο πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης συγκάλεσε το «Πανορθόδοξο Συνέδριο» στην Κωνσταντινούπολη — ο Ποπόβιτς τον χαρακτηρίζει «υψήφρονα μοντερνιστή και σχισματοποιό».
  • 1961-1976: Οι Διασκέψεις της Ρόδου, του Βελιγραδίου και της Γενεύης συνέχισαν την προετοιμασία, με συνεχείς αλλαγές θεμάτων και μεθοδολογίας.

4. Θεολογική Κριτική

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι της παράδοσης δεν «επενόησαν» τεχνητά θέματα — αντιμετώπισαν συγκεκριμένα δογματικά προβλήματα που έθεταν αιρέσεις και σχίσματα.

Οι Αγίες Σύνοδοι είχαν πάντα χριστολογικό, σωτηριολογικό και εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Το κεντρικό τους θέμα ήταν πάντα «ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός και η εν Αυτώ σωτηρία μας».

 Οι σύγχρονοι «κατάλογοι θεμάτων» είναι «σχολαστικο-προτεσταντικοί» και «αναιμικά ουμανιστικά θεωρήματα», ξένα προς την ορθόδοξη πατερική εμπειρία.

5. Κριτική της «Αντιπροσώπευσης»

 Οι αντιπροσωπείες της Κων/πολης  αποτελούνται κυρίως από «τιτουλάριους μητροπολίτες» χωρίς ποίμνιο — όχι από πραγματικούς ποιμένες.Οι αντιπρόσωποί της από τη Σοβιετική Ένωση δεν εκφράζουν το πνεύμα των εκατομμυρίων μαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας, αλλά προτιμούν «τα του Καίσαρος έναντι των του Θεού».

Η   Ορθόδοξη Εκκλησία είναι επισκοπική — ο επίσκοπος με το πλήρωμα των πιστών εκφράζει την Εκκλησία. Η σημερινή «αντιπροσώπευση» παραβιάζει αυτή την παράδοση.

6. Το Ζήτημα της Ελευθερίας

Οι Εκκλησίες υπό αθεϊστικά καθεστώτα (Σοβιετική Ένωση κ.ά.) δεν μπορούν να συμμετάσχουν ελεύθερα. Η φωνή των νεομαρτύρων και του πιστού λαού αποκλείεται — όπως αποκλείστηκε και ο Σολζενίτσιν από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στο Ναϊρόμπι.

7. Η Σύγχρονη Κρίση

Ο Ποπόβιτς επισημαίνει ότι δεν υπάρχει σοβαρό, πραγματικό και ανεπίδεκτο αναβολής θέμα που να δικαιολογεί Οικουμενική Σύνοδο. Σε εποχή που «ο Σατανάς ζητεί ουχί μόνον το σώμα, αλλά και την ψυχήν του ανθρώπου», οι μαθητές του Χριστού ασχολούνται με τα ίδια προβλήματα που θέτουν «οι σύγχρονοι αντιχριστιανικές ιδεολογίες».

Κριτική στον οικουμενισμό

Ο Όσιος Ιουστίνος θεωρούσε ότι το κεντρικό θέμα που έπρεπε να συζητηθεί σε μια αληθινή Οικουμενική Σύνοδο ήταν το ζήτημα του οικουμενισμού, τον οποίο χαρακτήριζε ως αίρεση. Έγραφε:

«Η ερώτηση η οποία πρέπει και μπορεί να συζητηθεί σήμερα σε μια όντως Οικουμενική Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι η ερώτηση του οικουμενισμού. Η ερώτηση αυτή θα ήταν, στην πραγματικότητα, το εκκλησιολογικό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα της Εκκλησίας ως ενός και μοναδικού θεανθρώπινου οργανισμού, ο οποίος μέσω του σύγχρονου οικουμενιστικού συγκρητισμού βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.»

Κατήγγειλε τον «γυμνό ηθικό μινιμαλισμό και τον ανθρωπιστικό ειρηνισμό του σύγχρονου οικουμενισμού».

 

8. Η Συγκεκριμένη Αίτηση

Ο Όσιος  ζητά από την Εκκλησία της Σερβίας: «Ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἀπόσχῃ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν προπαρασκευὴν μιᾶς κατ’ ὄνομα «Οἰκουμενικῆς» Συνόδου, ὅλως δὲ ἰδιαιτέρως τῆς ἐν αὐτῇ συμμετοχῆς, ἐὰν τελικῶς συνέλθη αὕτη».

9. Προβλεπόμενα Αποτελέσματα

Αν συγκληθεί μια τέτοια Σύνοδος με τον περιγραφόμενο τρόπο, το μόνο αποτέλεσμα θα είναι: Σχίσματα, αιρέσεις, απώλεια πολλών ψυχών Αντί για θεραπεία, θα ανοίξει νέες πληγές στο σώμα της Εκκλησίας.

10. Τα μεγάλα σχίσματα  της Σερβικής Εκκλησίας

Ο Ποπόβιτς αναφέρεται στα δύο μεγάλα σχίσματα που ταλανίζουν την Εκκλησία της Σερβίας:

  • Το μακεδονικό σχίσμα στη Νότια Σερβία
  • Το σχίσμα στην Αμερική μεταξύ των Σέρβων της Διασποράς
-----------------------------------------------------
  • Το μακεδονικό σχίσμα στη Νότια Σερβία

·         Το Μακεδονικό Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό Ζήτημα ξεκίνησε το 1967, όταν η Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία (MOC) αποσχίστηκε μονομερώς από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία (SOC), αυτοανακηρύσσοντας τον εαυτό της αυτοκέφαλη. Η Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας το 1967 χαρακτήρισε την ιεραρχία της MOC ότι «αυθαιρέτως και ακανονίστως απεσπάσθη εκ της Μητρός Εκκλησίας προς ίδρυσιν σχισματικής οργανώσεως» και διέκοψε την κανονική κοινωνία μαζί της.  Το σχίσμα αυτό διατηρήθηκε για πάνω από 50 χρόνια και θεραπεύτηκε μόλις το 2022, όταν η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της Μακεδονικής Εκκλησίας-Αρχιεπισκοπής Οχρίδας (MOC-OA).

 2. Το σχίσμα στην Αμερική μεταξύ των Σέρβων της Διασποράς

·         Αυτό το σχίσμα προκλήθηκε από την αναδιοργάνωση της Σερβικής Εκκλησίας στη διασπορά το 1963. Η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι αποφάσισε να διαιρέσει την ενιαία Επισκοπή ΗΠΑ-Καναδά σε τρεις ξεχωριστές επισκοπές.  Ο τότε επίσκοπος Διονύσιος (Μιλιβόγιεβιτς), επικεφαλής της Αμερικανο-Καναδικής Επισκοπής, διαφώνησε και απείθησε σε αυτή την απόφαση. Αυτό οδήγησε σε μια τραγική διάσπαση που κράτησε σχεδόν 30 χρόνια.  Οι υποστηρικτές του Διονυσίου υποστήριζαν ότι η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι είχε πιεστεί από την Κομμουνιστική κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας (μέσω της Επιτροπής Θρησκευτικών Υποθέσεων) και ότι η Εκκλησία στη Γιουγκοσλαβία δεν λειτουργούσε ελεύθερα.  Η διχασμένη κοινότητα δημιούργησε την «Ελεύθερη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία» (Free Serbian Orthodox Church). Η ρήξη άρχισε να θεραπεύεται το 1991-1992 και ολοκληρώθηκε με πλήρη διοικητική επανένωση το 2009, με τη δημιουργία της Μητρόπολης της Νέας Γκράκανιτσας στο πλαίσιο της ενιαίας Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

·         Ο όσιος  τα παραθέτει για να δείξει ότι η Σερβική Εκκλησία ήδη αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ενότητας το 1977. Η συμμετοχή σε μια προβληματική «Οικουμενική» Σύνοδο, κατά την άποψή του, δεν θα βοηθούσε στην επίλυση αυτών των σχισμάτων, αλλά θα δημιουργούσε νέες πληγές σε ένα ήδη τραυματισμένο εκκλησιαστικό σώμα.

Οι προφητικές προειδοποιήσεις του Οσίου Ιουστίνου Ποπόβιτς

Ο Όσιος  προέβλεπε με ακρίβεια τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η Σύνοδος. Το 1977 είχε προειδοποιήσει για σχίσματα, αιρέσεις, απώλεια ψυχών και νέες πληγές. Το 2016 στην Κρήτη, η Σύνοδος δεν ήταν πραγματικά πανορθόδοξη, καθώς απουσίαζαν τέσσερις Εκκλησίες: η Αντιόχεια, η Γεωργία, η Βουλγαρία και η Ρωσία. Η Σύνοδος δεν αντιμετώπισε το ζήτημα του οικουμενισμού. Προκλήθηκε βαθύτατος διχασμός στο πλήρωμα της Εκκλησίας και αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της Συνόδου. Το σχίσμα Μόσχας-Κωνσταντινουπόλεως ενισχύθηκε, οδηγώντας στο μεγάλο σχίσμα του 2018.

Ο Όσιος  κατηγορούσε τη διαδικασία προετοιμασίας ως τεχνητή δημιουργία θεμάτων αντί για αντιμετώπιση αιρέσεων, δανεισμένη από το Βατικανό, αφού η μεθοδολογία του Βατικανού Β' αποτέλεσε πρότυπο, και ως ανθρωπιστικό θεματολόγιο ξένο προς την πατερική παράδοση. Η Σύνοδος της Κρήτης επιβεβαίωσε αυτές τις κριτικές, καθώς τα θέματα ήταν κυρίως κοινωνικά και διοικητικά, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση δογματικών προκλήσεων.

Είχε επισημάνει ότι οι αντιπροσωπείες δεν εκφράζουν το πλήρωμα της Εκκλησίας. Στην Κρήτη, η απουσία τεσσάρων Εκκλησιών, που αντιστοιχούσαν σχεδόν στο ένα τρίτο του ορθόδοξου κόσμου, και η παρουσία «παρατηρητών» αιρετικών ομολογιών επιβεβαίωσαν αυτή την κριτική.

Το υπόμνημα του Ποπόβιτς δεν είναι απλώς ένα ιστορικό κείμενο του 1977. Είναι μια προφητική καταγγελία του εγχειρήματος που κατέληξε στη Σύνοδο της Κρήτης.

 

 

 ---------------------------------------------------------

 

ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ : ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ

Πανιερώτατε [1],

Προσφάτως ἐπραγματοποιήθη ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» (21-28 Νοεμβρίου 1976). Λαβὼν εἰς χεῖρας καὶ μελετήσας τὰ Πρακτικὰ καὶ τὰς Ἀποφάσεις τῆς Διασκέψεως ταύτης, αἰσθάνομαι τὴν εὐαγγελικὴν ἀνάγκην, ὅπως, κατὰ τὴν συνείδησίν μου, ὡς μέλος τῆς Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καίτοι ὁ ἐλάχιστος ἐκ τῶν λειτουργῶν Αὐτῆς, ἀπευθυνθῶ διὰ τοῦ παρόντος ἱκετευτικοῦ ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ δι’ Ὑμῶν πρὸς τὴν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ὀρθοδόξου Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρων τὰς διαπιστώσεις καὶ παρατηρήσεις μου ὡς πρὸς τὴν προετοιμασίαν τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου. Παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ τοὺς λοιποὺς Πανιερωτάτους Ἀρχιερεῖς, ὅπως μετ’ εὐαγγελικῆς ἀγάπης καὶ προσοχῆς ἀκούσητε τὴν φωνὴν ταύτην μιᾶς ὀρθοδόξου συνειδήσεως, τοσούτω μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ φωνὴ αὕτη, δόξα τῷ Θεῷ, σήμερον οὐδόλως εἶναι μία, οὔτε ἀπομονωμένη εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον, προκειμένου περὶ τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου.

Ἐκ τῶν Πρακτικῶν καὶ τῶν Ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς νῦν ὀνομαζομένης «Πρώτης Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως», λαβούσης χώραν, – ἀγνοῶ διὰ ποιὸν λόγον – ἐν Γενεύῃ, ὅπου μόλις ὀλίγαι ἑκατοντάδες ὀρθοδόξων ὑπάρχουν, φαίνεται ὅτι αὕτη ἔχει ἀποφασίσει καὶ ἑτοιμάσει ἕνα καινούργιο κατάλογον τῶν θεμάτων διὰ τὴν μέλλουσαν «Μεγάλην Σύνοδον» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν λόγῳ πρόσφατος Διάσκεψις δὲν ὑπῆρξε πλέον μία ἐκ τῶν λεγομένων «Πανορθοδόξων Διασκέψεων», ὅπως ἦσαν αἱ Διασκέψεις τῆς Ρόδου καὶ αἱ μετ’ αὐτάς, οὔτε πάλιν ὑπῆρξεν ἡ οὕτω καλουμένη «Προσύνοδος», διὰ τὴν ὁποίαν μέχρι πρὸ τινὸς εἰργάζοντο, ἀλλ’ ἦτο ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις», εἰσερχομένη πλέον εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀμέσου προετοιμασίας τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ Διάσκεψις αὕτη δὲν εἰργάσθη πλέον βάσει τοῦ προτέρου “Καταλόγου θεμάτων”, ὁρισθέντος εἰς τὴν Α΄ Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Ρόδου τὸ 1961, καὶ παραμείναντος ὑπὑπεξεργασίαν μέχρι καὶ τοἔτους 1971, ἀλλά προέβη εἰς «ἀναθεώρησιν» ἐκείνου καὶ καθώρισε νέον, ἰδικόν της, «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Σύνοδον. Ἐν τούτοις, φαίνεται ὅτι οὔτε αὐτός εἶναι ὁ τελικὸς κατάλογος, ἀλλ’ ἐνδέχεται μάλλον νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτός ἀλλαγὴν τινα ἢ νὰ συμπληρωθῇ.

Ἡ Διάσκεψις ἔχει περαιτέρω ἀναθεωρήσει καὶ τὴν ἕως προσφάτως τηρουμένην «μεθοδολογίαν» ἐπεξεργασίας καὶ τελικῆς προετοιμασίας θεμάτων διὰ τὴν Σύνοδον, συντομεύσασα τὴν ὅλην «διαδικασίαν», λόγῳ τῆς καταφανοῦς σπουδῆς καὶ βίας ὡρισμένων πρὸς σύγκλησιν τῆς Συνόδου ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Διότι, κατὰ τὴν κατηγορηματικὴν τοῦ προεδρεύοντος εἰς τὴν Διάσκεψιν ταύτην μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουυπόλεως καἄλλοι ἐπείγονται, ἵνα «τὸ ταχύτερον συγκληθῇ» καὶ πραγματοποιηθἡ μέλλουσα Σύνοδος.

Ἡ Σύνοδος, λέγεται, πρέπει νὰ εἶναι «βραχείας διαρκείας», νὰ ἀπασχοληθῇ «μὲ περιορισμένον ἀριθμὸν θεμάτων», καὶ ἀκόμη, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Μελίτωνος, «ἡ Σύνοδος πρέπει νἐγκύψῃ εἰς φλέγοντα προβλήματα παρακωλύοντα τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν συνειρμοῦ τοῦ συστήματος τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς μιᾶς ἑνιαίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας…» (Πρακτικά, σ. 55).

Ταῦτα πάντα θέτουν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἐρώτημα : Τί πρέπει νὰ σημαίνουν ὅλα αὐτά; Πρὸς τί δὲ αἐσπευσμέναι αὗται ἐνέργειαι; Καὶ ποὁδηγοῦν αὐταί;

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς συγκροτήσεως νέας «Οἰκουμενικῆς Συνόδου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὔτε νέον οὔτε πρόσφατον εἶναι κατὰ τὸν παρόντα ἡμέτερον αἰῶνα τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα ἀνεκινήθη ἤδη ἐπὶ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου Μεταξάκη – γνωστοῦ ὡς ὑψηλόφρονος “μοντερνιστοῦ” καὶ μεταρρυθμιστοῦ, ἐξ οὗ καὶ σχισματοποιοἐν τὈρθοδοξί – καὶ δὴ εἰς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συγκληθὲν ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1923 οὕτω καλούμενον “Πανορθόδοξον Συνέδριον”…

Μετὰ τὸν Β’ Παγκόσμιον πόλεμον ἦλθεν εἷς τὸ προσκήνιον ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας καὶ συνεκάλεσε τὰς ἐν Ρόδῳ «Πανορθοδόξους Διασκέψεις». Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, ἡ ὁποία ἔγινε τῷ 1961, ἀνεκίνησε καὶ πάλιν τὸ θέμα τῆς προετοιμασίας τῆς «Πανορθοδόξου Συνόδου», ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ γίνη προηγουμένως μία «Προσύνοδος», καὶ ἐνέκρινε τὸν ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Κωνσταντινούπολεως ὑποβληθέντα τότε ἕτοιμον «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Προσύνοδον.

Εἶναι ὁ γνωστὸς «Κατάλογος θεμάτων τῆς Ρόδου» : ὀκτὼ μεγάλα κεφάλαια, περιέχοντα τεσσαράκοντα περίπου κύρια θέματα καὶ διπλάσιον ἀριθμὸν παραγράφων καὶ ὑποπαραγράφων. Μετὰ τὰς ἐφεξῆς Διασκέψεις τῆς Ρόδου, τὴν Β’ (1963) καὶ τὴν Γ’ (1964), ἠκολούθησεν ἡ «Διάσκεψις τοῦ Βελιγραδίου» τῷ 1966.

Αὕτη κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐπωνομάσθη «Τετάρτη Πανορθόδοξος Διάσκεψις», ὕστερον δὲ ὑπεβιβάσθη ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸ ἐπίπεδον «Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς», διὰ νὰ καταλάβῃ ἀντ’ αὐτῆς τὴν θέσιν καὶ τὴν ὀνομασίαν τῆς «Τετάρτης Πανορθοδόξου Διασκέψεως» ἡ ἑπομένη διάσκεψις, λαβοῦσα χώραν ἐπὶ τοῦ «ἐδάφους» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (εἰς τὸ «ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης) τὸ ἔτος 1968. Εἰς αὐτὴν τὴν Δ’ Διάσκεψιν τῆς Γενεύης ἔσπευσαν οἱ ὀργανωταὶ αὐτῆς, μᾶλλον ὡς ἐξ ἀνυπομονησίας, ὅπως συντομεύσουν τὴν πρὸς Οἰκουμενικὴν Σύνοδον πορείαν των, διὸ καὶ λαβόντες εἰς χεῖρας τὸν ὑπέρογκον καὶ ἀσυνάρτητον Κατάλογον τῆς Ρόδου (κατασκεύασμα, σημειωθήτω πάλιν, αὐτῶν τῶν ἰδίων, οὐχὶ ἑτέρου τινός), ἐπέλεξαν καὶ ἐχώρισαν ἐξ αὐτοῦ «τὰ πρῶτα ἕξ θέματα» πρὸς συντομωτέραν ἐπεξεργασίαν, ὥρισαν δὲ ἐν ταύτῳ καὶ νέαν «διαδικασίαν» ἐργασίας καὶ προετοιμασίας.

Εὐκαιρίας δοθείσης, ἐσχηματίσθη τότε καὶ ἕν νέον σῶμα, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἡ Διορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή». Αὕτη θὰ ἐφρόντιζε περὶ τοῦ «συντονισμοῦ» τῆς ἐπεξεργασίας τῶν θεμάτων.

Ταυτοχρόνως συνεστήθη καὶ ἡ «Γραμματεία ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου», δηλαδὴ διωρίσθη εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινούπολεως εἷς ἐπίσκοπος τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὡς γραμματεύς, ἔχων ἕδραν τὸ εἰρημένον Κέντρον ἐν Σαμπεζύ Γενεύης, ἐνῶ ἀπερρίφθησαν αἱ προτάσεις περὶ ἐντάξεως καὶ συμμετοχῆς καὶ ἄλλων ὀρθοδόξων μελῶν, προερχομένων ἐκ τῶν ὑπολοίπων ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἰς τὴν ἐν λόγῳ «Γραμματείαν». Ἡ «Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ» καὶ ἡ Γραμματεία ἐπραγμάτωσαν τὴν συνεδρίαν των, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κωνσταντινούπολεως, εἰς τὸ αὐτὸ κέντρον τῆς Γενεύης, κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1971.

Εἰς τὴν συνεδρίαν αὐτὴν ἐθεωρήθησαν ἀπὸ κοινοῦ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἕτοιμαι εἰσηγήσεις ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ἕξ θεμάτων, «ἐνηρμονίσθησαν» καὶ «ἐνεκρίθησαν» πρὸς δημοσίευσιν εἰς περισσοτέρας γλώσσας. Δημοσιευθεῖσαι δέ, συνήντησαν – ὡς καὶ ὅλη γενικῶς ἡ μέχρι τότε ἐργασία ἐπὶ τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου καὶ τῶν θεμάτων αὐτῆς – αὐστηρὰν μέν, ἀλλ’ ὀρθὴν κριτικὴν ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων.

Αἱ γενόμεναι κριτικαὶ αὗται τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων (εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκει καὶ τὸ σχετικὸν Ὑπόμνημά μου, ἀπευθυνθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, ἀρχὰς Μαΐου 1971, διὰ τῆς Ὑμετέρας Πανιερότητος πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας, ἐπιδοκιμασθὲν καὶ ὑποστηριχθὲν ὑφ’ Ὑμῶν, κατόπιν δὲ καὶ ὑπὸ ἀρκούντως ἀξιολόγου ἀριθμοῦ ἐπιφανῶν ὀρθοδόξων θεολόγων, οὕτως ὥστε νὰ δημοσιευθῇ τοῦτο εἰς περισσοτέρας γλώσσας καὶ χώρας τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου) φαίνεται ὅτι ἐπέδρασαν, ὥστε ἡ ἀπόφασις τῆς προμνηστευθείσης Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Γραμματείας περὶ τῆς ταχείας συγκλήσεως τῆς «Πρώτης Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως» κατὰ τὸ ἔτος 1972 εἰς τὴν Γενεύην, πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Καταλόγου τῆς Ρόδου, νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τῆς τακτῆς προθεσμίας, ἂλλ’ ἀρκούντως καθυστερημένως, καὶ μάλιστα μόλις προσφάτως.

Καὶ ἰδού, αὕτη ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» ἐπραγματοποιήθη, λοιπὸν, μόλις τὸν Νοέμβριον 1976 (ἐπὶ τοῦ «ἐδάφους» καὶ πάλιν τῆς Κωνσταντινούπολεως, εἰς τὴν Γενεύην, ὅπου οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοὶ εἶναι ἐλάχιστοι). Ὅπως δὲ φαίνεται ἐκ τῶν νεωστὶ δημοσιευθέντων (κείμενον πολυγραφημένον) Πρακτικῶν καὶ Ἀποφάσεων τῆς Διασκέψεως, τὰς ὁποίας, καθὼς εἶπον, ἐμελέτησα, αὕτη «ἀναθεώρησε» τὸν Κατάλογον τῆς Ρόδου κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον : αἱ συμμετασχοῦσαι ἀντιπροσωπεῖαι ἐψήφισαν διὰ τῶν ἐπιτροπῶν των δέκα μόνον θέματα διὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον (εἰς τὰ ὁποῖα συμπεριελήφθησαν μόνον τρία ἐξ ἐκείνων τῶν προηγουμένων ἕξ θεμάτων!), ἐνῶ ἄλλα τριάκοντα περίπου θέματα, μὴ ψηφισθέντα ὁμοφώνως, «παραπέμπονται εἰς ἰδιαιτέραν μελέτην τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν» ὡς «προβληματολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (κατ’ οὐσίαν, ὅμως, ἐντελῶς ξένην πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν), οὕτως ὥστε καὶ τὰ θέματα ταῦτα δύνανται «νὰ τύχωσι μελλοντικῆς διορθοδόξου ἐξετάσεως» καὶ νὰ ἐνταχθοῦν ἴσως εἰς τὸν νέον τοῦτον Κατάλογον (Πρακτικά, σσ. 186-188 ).

Ἡ Διάσκεψις αὕτη, ὡς εἴπομεν ἤδη, ἤλλαξεν ἐπίσης τὴν «διαδικασίαν» καὶ τὴν «μεθοδολογίαν» τῆς ἐπεξεργασίας τῶν θεμάτων – καὶ ἄρα καὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἀγωνίζονται οἱ ἐν Κωνσταντινούπολει καὶ ἀλλαχοῦ ὀργανωταὶ της, ὅπως συγκληθῇ «τὸ ταχύτερον δυνατὸν» καὶ γίνη «βραχείας διαρκείας».

Ἐξ ὅλων, ὅμως, αὐτῶν φαίνεται σαφῶς εἰς ἕκαστον νηφάλιον ὀρθόδοξον Χριστιανόν, μάλιστα δὲ εἰς τὸν ὀρθόδοξον θεολόγον, ὅτι ἡ Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις οὐδὲν τὸ πραγματικῶς νέον καὶ οὐσιαστικὸν ἔχει πράξει ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά συνεχίζει μόνον τὴν δημαγωγίαν τῶν πρὸ αὐτῆς διασκέψεων, παρασύρουσα καὶ αὐτή πολλὰς ὀρθοδόξους ψυχὰς καὶ συνειδήσεις εἰς νέους λαβυρίνθους φιλοδοξιῶν ὡρισμένων ἀνθρώπων, πρὸς χάριν τῶν ὁποίων φιλοδοξιῶν καὶ ἑτοιμάζεται κυρίως, ὡς φαίνεται, ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1923 Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τῆς πρός αὐτὴν πορείας σήμερον ἐπιταχυνομένης καὶ συντομευομένης.

Ὅλη αὐτή ἡ μέχρι τοῦδε παρουσιαζομένη «προβληματικὴ» καὶ «προβληματολογία» περὶ τὰ «θέματα» τῆς μελλούσης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ἀστάθεια καὶ τὸ εὐμετάβλητον τῶν τρόπων τῆς ἐξευρέσεως, τῆς διατυπώσεως καὶ τῆς τεχνητῆς «καταλογογραφήσεως» αὐτῶν, ἔπειτα δέ, ὡς ἐκ τούτου, αἱ ἀλλεπάλληλοι ἀλλαγαὶ καὶ «ἀναθεωρήσεις», ὅλα αὐτά, διὰ μίαν εἰλικρινή ὀρθόδοξον συνείδησιν, δεικνύουν καὶ ἀποδεικνύουν ἕν μόνο πράγμα : τὸ ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει σοβαρόν, πραγματικὸν καἀνεπίδεκτον ἀναβολῆς θέμα, τὁποῖον θἤξιζε νἀποτελέσῃ λόγον συγκλήσεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξου Ἐκκλησίας.

Ἐὰν, ὅμως, πράγματι ὑπάρχη θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἤξιζε νὰ ἀποτελέσῃ λόγον συγκλήσεως καὶ συνελεύσεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τότε εἶναι φανερόν, ὅτι τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς τοιούτου θέματος δὲν ἔχουν συνειδητοποιήσει οἱ μέχρι τοῦ νῦν πρωτοπόροι, εἰσηγηταί, ὀργανωταὶ καὶ ρυθμισταὶ τῶν ἐν λόγῳ «διασκέψεων», οἱ καὶ συντάκται τῶν προγενεστέρων καὶ τῶν νεωτάτων «καταλόγων θεμάτων» αὐτῶν.

Διότι, ἂν τὸ πράγμα δὲν ἔχῃ οὕτω, πῶς ἐξηγεῖται τότε ἡ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινούπολεως τοῦ ἔτους 1923, διὰ μέσου τῆς Διασκέψεως τῆς Ρόδου τοῦ 1961 καὶ ἕως καὶ τῆς τελευταίας Διασκέψεως τῆς Γενεύης τοῦ 1976 συνεχὴς ἀλλαγὴ τοῦ “θεματολογίου” καὶ τῆς “προβληματολογίας” τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Συνόδου; Πῶς ἐξηγεῖται, συγκεκριμένως, ἡ συνεχὴς μεταβολὴ τοῦ ἀριθμοῦ, τῆς κατατάξεως καὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐν τῷ Καταλόγῳ θεμάτων, καθὼς καὶ ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἀλλαγὴ τῶν κριτηρίων κατὰ τὴν ἐξεύρεσιν καὶ τὴν ἐπιλογὴν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταστοῦν ἀντικείμενον ἀπασχολήσεως ἑνὸς τόσον μεγάλου καὶ τόσον μοναδικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ὅπως ἦτο καὶ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἑκάστη Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;

Εἰς τὴν πραγματικότητα ἀποκαλύπτεται καἐκδηλοῦται διὰ πάντων τούτων, ὄχι ἁπλῶς ἔλλειψις συνεπείας καὶ σταθερότητος, ἀλλά καἔκδηλος ἀνικανότης καἡ παχυλὴ περὶ τὴν Ὀρθοδοξίαν ἄγνοια ἐκείνων, οὁποῖοι τώρα, εἰς τόσον ἐμπερίστατον κατάστασιν, θέλουν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον νἐπιβάλουν εἰς τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας μίαν ἰδικήν των «σύνοδον». Φανεροῦνται, ἄλλοις λόγοις, ἄγνοια καἀνικανότης αὐτῶν νὰ αἰσθανθοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν, τί ἐσήμαινε καὶ τί ὄντως σημαίνει μία ἀληθινὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος διὰ τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὸ ταύτης χριστεπώνυμον πλήρωμα τῶν πιστῶν.

Διότι, ἐὰν ἠσθάνοντο καὶ κατενόουν τοῦτο, θὰ ἐγνώριζον τότε πρὸ πάντων ὅτι εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ εἰς τὴν ζωὴν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὐδέποτε καὶ οὐδεμία Σύνοδος – πόσο δὲ μᾶλλον τοιοῦτον πνευματικόν, χαρισματικόν, πεντηκοστιανόν γεγονός, ὅπως εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας – ἐξεύρισκε καἐπενόει τεχνητῶς τὰ θέματα, διὰ νὰ συνέλθῃ καὶ συνεδριάσῃ, καὅτι οὐδέποτε συνεκρότησε τὰς ἐκ τῶν προτέρων ἐπιβεβλημένας πλείστας ὅσας «διασκέψεις», «συνέδρια», «προσυνόδους» καὶ παρομοίας πρὸς αὐτὰς τεχνητὰς συνελεύσεις, ξένας ἐντελῶς καἀγνώστους εἰς τὴν ὀρθόδοξον συνοδικὴν παράδοσιν. (Διότι, αἱ «διασκέψεις», τὰ «συνέδρια» καὶ τὰ τοιαῦτα εἶναι μᾶλλον ἁπλαί ἀπομιμήσεις τῶν συνελεύσεων τῶν δυτικῶν ὀργανώσεων, ἀπομεμακρυσμένων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοἢ καὶ ξένων πρὸς αὐτήν).

Τυγχάνει ἀναμφισβήτητον ἱστορικὸν γεγονός ὅτι αἍγιαι καὶ θεοσύλλεκτοι Σύνοδοι τῶν Ἁγίων καὶ θεοφωτίστων Πατέρων εἶχον πάντοτε ἐνώπιον των ἕν συγκεκριμένον πρόβλημα, τὸ πολὺ δὲ δύο ἢ τρία προβλήματα, τεθειμένα ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας ἐκ μέρους τῶν μεγάλων αἱρέσεων καὶ σχισμάτων καὶ γενικῶς ἐκείνων, οὁποῖοι διέστρεφον τὴν ὀρθὴν πίστιν, ἔσχιζον καὶ διέσπων τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καἔθετον εἰς κίνδυνον τὴν σωτηρίαν τῶν πιστῶν, τὴν σωτηρίαν τοῦ εὐσεβοῦς καὶ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὁλοκλήρου τῆς κτίσεως.

Διὰ τοῦτο, αἍγιαι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, εἶχον πάντοτε χριστολογικόν, σωτηριολογικόν, ἐκκλησιολογικόν χαρακτήρα, τὸ δὲ γεγονὸς τοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ κεντρικὸν των θέμα καὶ τὸ κύριον εὐαγγέλιόν των ἦτο πάντοτε : ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς καἐν αὐτῷ σωτηρία μας, ἐν αὐτῷ θέωσίς μας.

Ναί, μάλιστα : Αὐτὸς – ὁ Μονογενὴς καὶ Ὁμοούσιος τῷ Θεῷ Πατρί Υἱὸς Ἀγαπητός, ὁ σαρκωθείς καὶ ἐνανθρωπήσας δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, Αὐτὸς – ὅλος ἐν τῷ σώματι τῆς Ἐκκλησίας, Αὐτὸς – ἡ αἰωνία θεία Κεφαλὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, Αὐτὸς – ὅλος παρὼν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Αὐτοῦ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ διὰ τῆς ὀρθῆς = ὀρθοδόξου εἰς Αὐτὸν πίστεως : Αὐτός, καὶ μετ’ Αὐτοῦ ὅλον τὸ θεανθρώπινον ἔργον Αὐτοῦ, ἡ θεία Θεανθρωπίνη Οἰκονομία Αὐτοῦ, ἡ θεανθρωπίνη Ἐκκλησία Αὐτοῦ, διὰ τὴν σωτηρίαν καὶ θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου.

Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθῶς ὀρθόδοξος, ἀποστολικο-πατερική θεματολογία, ἡ μόνιμος ἀνὰ τοὺς αἰῶνας θεματολογία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, θεματολογία, ἰσχύουσα δι’ ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ δι’ ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ χρόνους – τοὺς παρελθόντας, τοὺς παρόντας καὶ τοὺς μέλλοντας.

Αὕτη, καὶ μόνον αὕτη, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ καὶ τὸ θέμα τῆς ἐνδεχομένης μελλούσης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι οἱ σχολαστικο-προτεσταντικοί «κατάλογοι θεμάτων», οὁποῖοι οὐδεμίαν οὐσιαστικὴν σχέσιν ἔχουν μὲ τὴν ἐμπειρίαν καὶ τὴν πνευματικὴν ζωὴν τῆς ἀποστολικο-πατερικῆς Ὀρθοδοξίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς ἀναιμικὰ οὑμανιστικὰ θεωρήματα. Ἡ θεανθρωπίνη καὶ ἀθάνατος καθολικότης καὶ συνοδικότης (sobornost) τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν της Συνόδων ἔγκειται εἰς τὸ καθολικὸν παμ-περιεκτικόν Πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου καὶ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἑδραζομένη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κεντρικοῦ, καθολικοῦ, ὀρθοδοξοσυνοδικοῦ πραγματικοῦ θέματος, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μοναδικοῦ θεααθρωπίνου μυστηρίου, ἐπ’ αὐτῆς τῆς θεανθρωπίνης πραγματικότητος, ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιοῦνται καὶ ἵστανται πᾶσαι αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοί της καὶ πᾶσαι αἱ ἱστορικαὶ πραγματικότητές της, ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία πρέπει ἄρα καὶ σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ μοναδικοῦ θέματος νὰ παρέχῃ τὴν μαρτυρίαν της ἐνώπιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὄχι νὰ ἐνασχολῆται περὶ τὸ σχολαστικο-προτεσταντικόν ἀνθρωπιστικὸν θεματολόγιον, περὶ τοὁποίου κόπτονται αἐκκλησιαστικαὶ «ἀντιπροσωπεῖαι» καὶ οἱ «ἀντιπρόσωποι» τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἢ τῆς Μόσχας, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται κατὰ τὴν πικρὰν ταύτην καὶ κρίσιμον στιγμὴν «ὡς ἀρχηγοὶ καὶ ἐκπρόσωποι» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸν κόσμον.

Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς προσφάτου «Προσυνοδικῆς Διασκέψεως» τῆς Γενεύης, καθὼς καὶ εἰς προηγουμένας παρομοίας περιπτώσεις, φαίνεται καθαρῶς ὅτι αἱ «ἐκκλησιαστικαἀντιπροσωπεῖαι» τῆς Κωνσταντινούπολεως καὶ τῆς Μόσχας δὲν διαφέρουν οὐσιαστικῶς ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν προβληματολογίαν καὶ τὰ θέματα, τὁποῖα προτείνουν ὡς λόγον συγκλήσεως τῆς μελλούσης Συνόδου. Ἀμφότεραι ἔχουν τὰ αὐτὰ περίπου θέματα, τὴν αὐτὴν σχεδὸν γλῶσσαν, τὴν αὐτὴν νοοτροπίαν, τὰς αὐτὰς φιλοδοξίας. Ἀλλά, τοῦτο οὔτε τυχαῖον εἶναι, οὔτε ἀπροσδόκητον. Διότι, ποῖον ἀκριβῶς «ἀντιπροσπεύουν» αἱ «ἀντιπροσωπεῖαι» αὗται εἰς τὴν Γενεύην καὶ ἀλλαχοῦ; Ποίας Ἐκκλησίας καὶ ποῖον λαὸν τοῦ Θεοῦ ἐκπροσωποῦν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν;

Ἡ ἐμφανιζομένη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πλειονότης σχεδὸν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ τόσον ἐπιμόνως ἐπιβάλλουσα ἑαυτήν εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς πανορθοδόξους συνελεύσεις, ἀποτελεῖται κυρίως ἐκ τιτουλαρίων μητροπολιτῶν καὶ βοηθῶν ἐπισκόπων, ἄρα ἐκ ποιμένων ἄνευ ποιμνίου καὶ συνεπῶς ἄνευ τῆς συγκεκριμένης ποιμαντικῆς εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θεόθεν ἐμπιστευθέντος εἰς αὐτοὺς ποιμνίου.

Ὅθεν διερωτᾶται τις : ποῖον ἀντιπροσωπεύει καὶ ποῖον θὰ ἀντιπροσωπεύῃ εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ συγκληθῇ Σύνοδον; Μεταξὺ τῶν ἐπισήμων ἐκπροσώπων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἐμφανίζονται, εἰ μὴ λίαν σπανίως οἱ Ἱεράρχαι τῶν ἑλληνικῶν νήσων, ὅπου ὑπάρχει ζωντανὸν ὀρθόδοξον ποίμνιον˙ ἀπουσιάζουν, μάλιστα, κατὰ κανόνα σχεδόν, καὶ οἱ Ἕλληνες ἢ μὴ ἱεράρχαι τῶν ἐπισκοπῶν Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς καὶ ἀκόμη πολλῷ μᾶλλον εἶναι αἰσθητή ἡ ἀπουσία τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων τοῦ ἐξωτερικοῦ – Ρώσσων, Ἀμερικανῶν, Ἰαπώνων, Μαύρων καὶ οὕτω καθ’ ἕξης – οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὄπισθεν ἑαυτῶν πολυάριθμον ὀρθόδοξον ποίμνιον καὶ δεδοκιμασμένους κληρικοὺς καὶ θεολόγους. Ἀπὸ τῆς ἄλλης πάλιν πλευρᾶς, αἰ νῦν ἀντιπροσωπεῖαι τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἐκπροσωποῦν καὶ παρουσιάζουν ὄντως τὴν ἁγίαν μαρτυρικὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσίας καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, μόνον εἷἰς τὸν Θεὸν γνωστά, ἑκατομμύρια ἐνδόξων μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν τῆς πίστεως; Ἐκ τῶν ὅσων δηλοῦν καὶ ὑπερασπίζουν οἱ “ἀντιπρόσωποι” τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ὁσάκις ἐξέρχονται ἐκ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως εἰς τὸν ὑπόλοιπον κόσμον, γίνεται φανερόν ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι φορεῖς καὶ ἑρμηνευταὶ τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος καὶ στάσεως ὁλοκλήρου τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ πιστοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου της. Διότι, συνήθως προτιμοῦν τὰ τοῦ Καίσαρος ἔναντι τῶν τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ – ὡς γνωρίζομεν οἱ ὀρθόδοξοι – τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου ἔχουν ὡς ἑξῆς : «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἀνθρώποις» (Πράξ. 5, 29).

Καὶ ἐπὶ πλέον, εἶναι ἄραγε καθόλου ὀρθὴ καὶ ὀρθόδοξος αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ «ἀντιπροσώπευσις» καὶ «παρουσία» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως συνέβαινε μέχρι τοῦδε εἰς τὰς Πανορθοδόξους Διασκέψεις τῆς Ρόδου καὶ τῆς Γενεύης; Οἱ Κωνσταντινουπολῖται εἰσηγηταὶ καὶ πρωταγωνισταὶ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς τῆς “ἐκπροσπήσεως” τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὰς Συνόδους, καὶ ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλά καὶ ὅλοι οἱ ἀποδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν θεωρίαν τῶν εἰσηγητῶν της, εἶναι σύμφωνος πρὸς “τὸ σύστημα τῶν Αὐτοκεφάλων καὶ Αὐτονόμων” τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἔχουν, φαίνεται, λησμονήσει ὅτι αὕτη εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν συνοδικὴν παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὴν ἐν λόγῳ ἀρχὴν ἔχουν, δυστυχῶς, ἀσπασθῆ καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ὀρθόδοξοι ἀντιπροσωπεῖαι, ἀφοῦ σιωπηρῶς ἢ κατόπιν ἁπλῶν, γυμναῖς ταῖς λέξεσιν, διαμαρτυριῶν ἀπεδέχθησαν τοιούτου εἴδους «ἀντιπροσπέυσιν» ζωντανῶν, μὰ καὶ πολυπληθῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων, ὅμως, εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις δὲν ἔρχονται ὡς ἀντιπρόσωποι οἱ πραγματικοὶ ποιμένες καὶ Ἐπίσκοποι, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ φωνὴ καὶ ἡ συνείδησίς των, ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως των καὶ ἡ ἐμπειρία τοῦ μαρτυρίου των, δὲν δύνανται νὰ ἀκουσθοῦν καὶ νὰ εἰσακουσθοῦν, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ τοιούτου εἴδους τῆς «ἀντιπροσπεύσεως» καὶ τῆς τοιαύτης συνθέσεως τῶν «ἀντιπροσπειῶν».

Ἐλησμονήθη, φαίνεται, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, κατὰ τὴν φύσιν της καὶ κατὰ τὴν ἀναλλοίωτον ἐκκλησιολογικοδογματικήν ὑπόστασιν καὶ δομὴν της, εἶναι ἐπισκοπικὴ καὶ ἐπισκοποκεντρική, ἀποτελοῦσα τοιουποτρόπως πραγματικότητα χριστολογικήν. Διότι : Ἐπίσκοπος μετὰ τοῦ περὶ αὐτὸν πληρώματος τῶν πιστῶν εἶναι ἔκφρασις καὶ φανέρωσις τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πράγμα, τὸ ὁποῖον φανεροῦται τὰ μάλιστα εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν. Καὶ ἐπίσης : Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἀποστολική, Καθολικὴ καὶ Συνοδικὴ μόνον διὰ τῶν Ἐπισκόπων της ὡς κεφαλῶν ἢ προϊσταμένων τῶν πραγματικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, τῶν ἐπισκοπῶν. Τὰ δὲ ἱστορικῶς διαμορφωθέντα καὶ διὰ τοῦτο μεταβαλλόμενα καὶ τρεπτά σχήματα καὶ «συστήματα» τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας : τὸ μητροπολιτικόν, τὸ ἀρχιεπισκοπικόν, τὸ πατριαρχικόν, τὸ πενταρχικόν, τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ αὐτόνομον καὶ τἆλλα, καθ’ ὅσον ὑπῆρξαν καὶ καθ’ ὅσον θὰ ὑπάρξουν, δὲν ἔχουν καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν ὁριστικὴν καὶ ἀποφασιστικὴν σημασίαν εἰς τὸ συνοδικὸν σύστημα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἐπὶ πλέον δέ, ταῦτα δύνανται ἐνίοτε νὰ καταντήσουν καὶ ἐμπόδιον εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν καὶ ἔκφρασιν τῆς καθολικότητος ἑκάστης Ἐκκλησίας καὶ τῆς συνοδικότητος ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐμπόδιον δὲ γίνονται, ὅταν δι’ ἑαυτῶν συγκαλύπτουν, παραγκωνίζουν, ἀπωθοῦν εἰς δευτέραν μοίραν ἢ ἀκόμη καὶ ὑποκαθιστοῦν τὸν ἐπισκοπικὸν χαρακτήρα τῆς δομῆς καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ ἀναμφιβόλως, εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἔγκειται μία τῶν βασικῶν διαφορῶν μεταξὺ τῆς ὀρθοδόξου καὶ τῆς παπικῆς ἐκκλησιολογίας

…Εἶναι ἆρά γε ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι σήμερον εἰς θέσιν νὰ παρευρεθοῦν ἐλευθέρως καὶ ἀνεμποδίστως εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καί πράγματι, παροῦσαι, νὰ συμμετάσχουν ἀκολούθως εἰς αὐτήν, χωρὶς νὰ ἐμποδίζωνται ἢ νὰ πιέζωνται ὑπὸ τινος; Καὶ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι πολλῶν ἐξ αὐτῶν, ἰδίως δὲ τῶν ὑπὸ τὰ θεομάχα καθεστῶτα Ἐκκλησιῶν, ὄντως ἐλεύθεροι νὰ ἐκθέσουν καὶ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθόδοξον στάσιν; Εἶναι εἰς θέσιν μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τοὺς μάρτυράς της, νὰ γίνῃ πιστὸς μάρτυς τοῦ σταυροῦ τοῦ Γολγοθᾶ καὶ ἔμπιστος φορεὺς τοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς καθολικῆς καὶ συνοδικῆς συνειδήσεώς της;

Πρὸ τῆς συνελεύσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρέπει νὰ διερωτηθῶμεν : θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ λαλήσῃ εἰς αὐτὴν καὶ νὰ εἰσακουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ἑκατομμυρίων νεομαρτύρων, λευκανθέντων διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Ἀρνίου;

Ἡ ἱστορικὴ πεῖρα καὶ μακραίων πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ εἰς ἡμᾶς τὸ ἑξῆς : ὁσάκις ἡ Ἐκκλησία ἦτο ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ἐκαλεῖτο ἕκαστον μέλος της νὰ μαρτυρήσῃ – καὶ μέχρις αἵματος, ἐφ’ ὅσον ἐχρειάζετο – τὴν ὅλην καὶ καθολικὴν Ἀλήθειάν της, καὶ οὐχὶ νὰ συζητῇ μερικὰ ἐπινοηθέντα θέματα, ἢ νὰ λύῃ ψευδεῖ τῷ τρόπῳ τὰ οὐσιαστικὰ προβλήματα, ἢ νὰ θέλῃ εἰς καταστάσεις θολὰς καὶ διὰ τοὺς ἄλλους δεσμευτικὰς νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν φιλοδοξιῶν του.

Ἴσως πρέπει νὰ ὑπενθυμίσωμεν σήμερον καὶ νὰ κατανοήσωμεν, σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ ἑξῆς γεγονὸς : κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐγίνοντο Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, χωρὶς βεβαίως νὰ σημαίνῃ τοῦτο ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐλειτούργει τότε καὶ δὲν ἀνέπνεε συνοδικῶς. Τοὐναντίον, ἡ περίοδος ἐκείνη τῆς ζωῆς καὶ τῆς δράσεώς της ἦτο ἡ πλέον καρποφόρος καὶ δυναμική. Ὅτε δέ, κατόπιν τούτου, ἐπηκολούθησεν ἡ ἄλλη περίοδος καὶ συνῆλθεν ἡ Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθουν καὶ νὰ παραστοῦν εἰς αὐτὴν καὶ οἱ μάρτυρες ἐπίσκοποι, φέροντες τὰ ἀκόμη νωπὰ τραύματα, τὰ στίγματα καὶ τοὺς μώλωπας τῶν διωγμῶν καὶ τῶν φυλακῶν, δεδοκιμασμένοι ἐν τῷ πυρὶ τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἐκεῖ, ἐνώπιον τῆς Συνόδου τῶν ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν των καὶ ἐνώπιον ὅλης τῆς οἰκουμένης, νὰ δώσουν ἐλευθέρως τὴν μαρτυρίαν των περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὁμολογοῦντες Αὐτὸν ὡς Θεὸν καὶ Κύριον καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων.

Θὰ καταστῇ δυνατὴ καὶ τώρα, κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν τῆς ἱστορίας, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἐκδήλωσις τοῦ αὐτοῦ μαρτυρικοῦ πνεύματος εἰς τὴν ἑτοιμαζομένην Σύνοδον; Θὰ δυνηθοῦν δηλαδὴ καὶ οἱ παρόμοιοι πρὸς ἐκείνους μαρτυρικοὶ Ἐπίσκοποι τῆς ἐποχῆς μας νὰ καρπωθοῦν ἐλευθέραν συμμετοχὴν καὶ ἐλεύθερον λόγον εἰς τὴν Σύνοδον, ὥστε νὰ σκέπτηται αὕτη καὶ νὰ φρονῇ ὄντως ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ ἀποφασίζῃ τῷ ὄντι κατὰ Θεὸν καὶ οὐχὶ κατὰ ἄνθρωπον; Ἡ μήπως θὰ «ἀντιπροσωπευθοῦν» ἁπλῶς ὑπὸ διωρισμένων «ἀντιπροσπειῶν» καὶ τὸν κύριον λόγον θὰ ἔχουν ἀκριβῶς οἱ μὴ ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις τοῦ κόσμου καὶ τοῦ αἰῶνος τούτου;…

Ἂς μνημονεύσωμεν σχετικῶς καὶ τοὺς Ἐπισκόπους ἐκείνους ἐκ Ρωσίας ἐξ ἄλλων ἀθεϊστικοκρατουμένων χωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἢ δὲν θὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα ἐλευθέρως νὰ συμμετέχουν, νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἀποφασίζουν εἰς τὴν Σύνοδον, ἢ δὲν θὰ δυνηθοῦν κἄν νὰ ἐξέλθουν ἐκ τῆς χώρας των καὶ νὰ παραστοῦν εἰς τὴν Σύνοδον. Τί δὲ πρέπει νὰ εἴπωμεν περὶ δυνατότητος νὰ προετοιμασθοῦν καταλλήλως, ὑπὸ ἀνωμάλους συνθήκας, τόσον αὐτοί, ὅσον καὶ αἱ Ἐπισκοπαὶ καὶ Ἐκκλησίαι των, δι’ ἕν τόσο μέγα καὶ σπουδαῖον γεγονὸς, ὅπως εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος;

Δὲν εἶναι, λοιπὸν, ὅλα αὐτὰ ἐπαρκής ἀπόδειξις καὶ τεκμήριον ὅτι εἰς τήν ἑτοιμαζομένην Σύνοδον δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδησις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος (ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτὸς ὁ λαὸς καὶ οἱ πραγματικοὶ ποιμένες του «ἀντιπροσωπεύονται» ὑπὸ ἄλλων), ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐμποδισθῇ τὸ πλήρωμα καὶ θὰ ἀποκλεισθῇ, ὅπως ἀπεκλείσθη καὶ ἀπηγορεύθη, κατὰ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Ναϊρόμπυ, ἡ παρουσία καὶ ἡ μαρτυρία ἑνὸς ἐξαιρέτου φορέως καὶ μάρτυρος αὐτῆς τῆς συνειδήσεως του (ἐννοῶ τὸν Σολζενίτσιν);

Ἐνταῦθα ἀφήνω κατὰ μέρος καὶ ἕν ἄλλο ἐρώτημα, τὸ ἐρώτημα δηλαδή, πόσον εἶναι καθόλου ὀρθὸν καὶ εὐαγγελικόν, καθ’ ἣν στιγμὴν αἴρεται ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς καὶ ἡ εἰς Αὐτὸν πίστις ἐπὶ σταυρόν, μεγαλύτερον καὶ φοβερώτερον ὅλων τῶν προηγουμένων εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μαθηταὶ Του νὰ συνέρχωνται εἰς «Συνόδους», διὰ νὰ λύσουν τό πρόβλημα «τὶς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων» καὶ πρῶτος (Λουκ. κβ’ 24)˙ καθ’ ἣν στιγμὴν ζητεῖ ὁ Σατανᾶς, οὐχὶ μόνον τὸ σῶμα, ἀλλά καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, καὶ ἀπειλεῖ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἀνθρωπότητα ὅλην ἡ αὐτοκαταστροφή, οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ νὰ μεριμνοῦν περὶ τῶν αὐτῶν προβλημάτων, – καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, – περὁποίων μεριμνοῦν αἱ σύγχρονοι ἀντιχριστιανικαἰδεολογίαι, αἱ πωλοῦσαι τὸν Ἄρτον τῆς ζωῆς ἀντὶ πινακίου φακῆς!

Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου πάντα τὰ προαναφερθέντα δεδομένα καὶ συνειδητοποιῶν καὶ συναισθανόμενος μετ’ ὀδύνης ψυχικῆς ὅλα τὰ ἀνωτέρω προβλήματα, κυρίως ὅμως τὴν σύγχρονον κατάστασιν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν γενικῶς καὶ εἰς τὴν Σερβικὴν Ἐκκλησίαν εἰδικῶς (ὁμοίως πρὸς τὰς ἄλλας ἐμπερίστατον καὶ χειμαζομένην, ὁμοίως ἔχουσαν πολλὰς ἀδυναμίας καὶ πνευματικὰς πληγάς, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ δύο μέγισται καὶ μέχρι στιγμῆς ἀθεράπευτοι εἶναι τὰ δύο μεγάλα σχίσματα : τὸ μακεδονικὸν σχίσμα ἐν Νοτίῳ Σερβίᾳ καὶ τἄλλο ἐν Ἀμερικῇ, μεταξὺ τῶν Σέρβων τῆς Διασπορὰς) πρὸς τούτοις δὲ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν κατάστασιν εἰς τὸν κόσμον ἐν γένει, ἡ όποία κατάστασις εἰς οὐδὲν οὐσιαστικὸν ἔχει ἀλλάξει ἀπὸ τοῦ χρόνου τοῦ πρώτου ἐκείνου ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Ἁγίαν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας (κατὰ Μάιον τοῦ ἔτους 1971), ἀπευθύνομαι καὶ πάλιν, κατὰ τὴν ὑπαγόρευσιν τῆς συνειδήσεώς μου, διὰ ταύτης τῆς παρακλήσεώς μου καὶ τῆς υἱϊκῆς ἐν προσευχῇ κραυγῆς μου, πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς μαρτυρικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἡμῶν (τῆς Σερβίας) :

ὅπως Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἀπόσχῃ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν προπαρασκευὴν μιᾶς κατ’ ὄνομα «Οἰκουμενικῆς» Συνόδου, ὅλως δἰδιαιτέρως τῆς ἐν αὐτῇ συμμετοχῆς, ἐὰν τελικῶς συνέλθη αὕτη.

Διότι, ἐὰν «προπαρασκευασθῇ» κατὰ τὸν περιγραφέντα τρόπον καὶ συνέλθῃ αὔριον ἢ μεθαύριον, ὅ μὴ γένοιτο, μία τοιαύτη Σύνοδος, ἕν μόνον ἀποτέλεσμα δυνάμεθα νἀναμένωμεν ἐξ αὐτῆς : σχίσματα, ἢ καὶ αἱρέσεις, καὁπωσδήποτε ἀπώλειαν πολλῶν, δυσαριθμήτων ψυχῶν. Θεωρουμένη δὲ ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἀποστολικο-πατερικῆς πείρας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ τοιαύτη Σύνοδος, ἀντὶ θεραπείας τῶν ἤδη ὑφισταμένων δεινῶν, θἀνοίξῃ καὶ νέας πληγὰς καὶ τραύματα ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργοῦσα εἰς αὐτὴν νέα προβλήματα καὶ νέας ταλαιπωρίας.

Ἐξαιτούμενος τὰς ἀποστολικὰς εὐχὰς τῶν Πατέρων τῆς Ἁγίας Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, διατελῶ

ὁ ἀνάξιος ἀρχιμανδρίτης

ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ

πνευματικὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τσέλιε

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Τσέλιε

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν παραμονῶν τῆς ἑορτῆς τοῦ άγίου Γεωργίου 1977


[1] Σχ. βλ. ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος» φ. 303 καί 304 (1978) καί περιοδικό «Θεοδρομία» ΙΗ΄ 1-2 (Ἰανουάριος – Ἰούνιος 2016) 20-32.


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ» — ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ (του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς)




Εισαγωγικά

Το κείμενο  γράφτηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας για το αν μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετάσχει σε «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν οι ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι». Δημοσιεύτηκε με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό Κοινωνία 18 (1975), σελ. 95–101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.

Το ίδιο κείμενο δημοσιεύτηκε επίσης στον Ορθόδοξο Τύπο, αρ. 235/1 Ιουνίου 1975, και στο Ορθόδοξος Ένστασις και Μαρτυρία, αρ. 18–21/Ιανουάριος–Δεκέμβριος 1990, σελ. 166–173.

π.Δ.Α

 


Πανιερώτατοι Πατέρες,

Την στάσιν της έναντι των αιρετικών — και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι — η Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της μοναδικής και αναλλοιώτου.

Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: "Επίσκοπος η πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω". Αυτός ο ιερός Κανών των αγίων Αποστόλων δεν προσδιορίζει ποία ακριβώς προσευχή η ακολουθία απαγορεύεται, αλλά απαγορεύει κάθε κοινήν μεθ' αιρετικών προσευχήν, έστω και την κατ' ιδίαν ("συνευξάμενος"). Εις δε τας οικουμενιστικάς κοινάς προσευχάς μήπως δεν γίνωνται και αδρότερα και ευρύτερα τούτων; Ο 32ος κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου ορίζει: «Ότι ου δεί αιρετικών ευλογίας λαμβάνειν, αίτινές εισιν αλογίαι μάλλον η ευλογίαι». Μήπως όμως δεν συμβαίνει εις τας κοινάς οικουμενιστικάς συναντήσεις και συμπροσευχάς να ευλογούν αιρετικοί ρωμαιοκαθολικοί επίσκοποι και ιερείς, προτεστάνται πάστορες, ακόμη δε και γυναίκες; (!).

Αυτοί και όλοι οι άλλοι σχετικοί κανόνες των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων ίσχυον όχι μόνον κατά την παλαιάν εποχήν, αλλ' εξακολουθούν να είναι εν απολύτω ισχύϊ και σήμερον, δι' όλους ημάς τους συγχρόνους ορθοδόξους Χριστιανούς. Ισχύουν αναμφιβόλως και δια την θέσιν μας έναντι των ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών. Διότι ο μεν ρωμαιοκαθολικισμός είναι πολλαπλή αίρεσις, περί δε του προτεσταντισμού τι να είπωμεν; Καλλίτερον να μη ομιλώμεν. Ήδη ο Άγιος Σάββας εις την εποχήν του, επτάμισυ αιώνας πριν, δεν ωνόμαζεν άραγε τον ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν αίρεσιν»; Και πόσα από τότε νέα δόγματα δεν επενόησεν ο πάπας και «αλαθήτως» εδογμάτισε! Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα, ο ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.

Και η πολύ επαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ουδέν ήλλαξεν ούτε όσον αφορά εις την τερατώδη ταύτην αίρεσιν, αλλά, τουναντίον, επεκύρωσεν αυτήν.

Ένεκα τούτου, αν είμεθα Ορθόδοξοι και θέλωμεν να παραμείνωμεν Ορθόδοξοι, τότε οφείλομεν και ημείς να τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα, του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών, εκ των οποίων ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν πιστεύουν ορθοδόξως εις τα δύο βασικά δόγματα του Χριστιανισμού: εις την Αγίαν Τριάδα και εις την Εκκλησίαν.


Πανιερώτατε και Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες,

Έως πότε θα εξευτελίζωμεν δουλικώς την Αγίαν μας Ορθόδοξον Αγιοπατερικήν και Αγιοσαββιτικήν Εκκλησίαν δια της οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακής στάσεώς μας έναντι του Οικουμενισμού και του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών; Εντροπή καταλαμβάνει πάντα ειλικρινή Ορθόδοξον, ανατραφέντα υπό την καθοδήγησιν των Αγίων Πατέρων, όταν αναγιγνώσκη, ότι οι Ορθόδοξοι Σύνεδροι της 5ης Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Γενεύης (8-16 Ιουνίου 1968) σχετικώς προς την συμμετοχήν των Ορθοδόξων εις το έργον του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών», έλαβον τότε την απόφασιν «όπως εκφρασθή η κοινή επίγνωσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι αύτη αποτελεί οργανικόν μέρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών».

Αυτή η απόφασις είναι κατά την ανορθοδοξίαν και αντιορθοδοξίαν της αποκαλυπτικώς φρικαλέα. Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της θεολογοι, ακόμα δε και Ιεράρχαι, μεταξύ των οποίων και Σέρβοι, να επιζητούν την «οργανικήν» μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών, το οποίον, κατ' αυτόν τον τρόπον γίνεται εις νέος εκκλησιαστικός «οργανισμός», μία «νέα Εκκλησία» υπεράνω των Εκκλησιών, της οποίας οι Ορθόδοξοι και μη Ορθόδοξοι εκκλησίαι αποτελούν μόνο «μέλη» («οργανικώς μεταξύ των συνδεδεμένα»!) ; Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία!

Απορρίπτομεν την ορθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αυτόν τον οργανικόν δεσμόν μετά του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού και του παναχράντου Του Σώματος – της Ορθοδόξου Εκκλησίας των αγίων Αποστόλων και Πατέρων και Οικουμενικών Συνόδων – και θέλομεν να γίνωμεν «οργανικά μέλη» του αιρετικού, ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού συλλόγου, ο οποίος αποτελείται από 263 αιρέσεις, η δε κάθε μία από αυτάς πνευματικός θάνατος!

Ως Ορθόδοξοι, είμεθα «μέλη Χριστού». «Άρα ουν τα μέλη του Χριστού, ποιήσω πόρνης μέλη; Μη γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Και ημείς τούτο πράττομεν δια της «οργανικής» συνδέσεώς μας μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, το οποίον ουδέν άλλο είναι ειμή αναβίωσις της αθέου ανθρωπολατρείας – ειδωλολατρείας.

Είναι πλέον έσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, όπως η Ορθόδοξος Αγιοπατερική και Αγιοσαββίτικη Εκκλησία μας, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, των αγίων Ομολογητών, Μαρτύρων και Νεομαρτύρων, παύση να αναμιγνύεται εκκλησιαστικώς, ιεραρχικώς και λατρευτικώς μετά του ούτω καλουμένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και όπως αρνηθεί δια παντός την οιανδήποτε συμμετοχήν εις τας κοινάς προσευχάς και την λατρείαν (η οποία λατρεία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι όλη οργανικώς συνδεδεμένη εις μίαν ολότητα και συγκεφαλαιούται εις την θείαν Ευχαριστίαν), και γενικώς την συμμετοχήν εις οιανδήποτε εκκλησιαστικήν πράξιν, η οποία ως τοιαύτη, φέρει εν εαυτή και εκφράζει τον μοναδικόν και ανεπανάληπτον χαρακτήρα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της πάντοτε Μιας και Μοναδικής.

Μη σμίγουσα εκκλησιαστικώς μετά των αιρετικών, είτε αν είναι αυτοί συγκεντρωμένοι πέριξ της Γενεύης, είτε πέριξ της Ρώμης, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία, κατά πάντα πιστή προς τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρας, δεν θα αρνηθή δια τούτο την Χριστιανικήν της αποστολήν και το ευαγγελικόν της χρέος: όπως ενώπιον του συγχρόνου κόσμου, όσον του μη ορθοδόξου, τόσον και του απίστου, ταπεινώς αλλά ευθαρσώς μαρτυρή περί της Αληθείας, της Παναληθείας, περί του ζώντος και αληθινού Θεανθρώπου και περί της πανσωστικής και παμμεταμορφωτικής δυνάμεως της Ορθοδοξίας. Οδηγουμένη υπό του Χριστού η Εκκλησία μας, δια του αγιοπατερικού πνεύματος και χαρακτήρος των θεολόγων της, πάντοτε θα είναι «έτοιμη προς απολογίαν παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3, 15). Και η Ελπίς ημών νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων και εις όλην την αιωνιότητα είναι μία και μοναδική: Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός εν τω Θεανθρωπίνω του σώματι, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων. Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι οφείλουν να συμμετέχουν όχι εις «οικουμενικάς κοινάς προσευχάς», αλλ' εις θεολογικούς διαλόγους εν τη Αληθεία και περί της Αληθείας, όπως δια μέσου των αιώνων έπραττον οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας. Η Αλήθεια της Ορθοδοξίας και της Ορθοπιστίας είναι «μερίς» μόνον των σωζομένων» (πρβλ 7ος κανών Β΄ Οικουμ. Συνόδου).

Παναληθές είναι το Ευαγγέλιον του αγίου Αποστόλου: «σωτηρία εν αγιασμώ και πίστει αληθείας» (Β΄ Θες. 2,13). Η θεανθρωπίνη πίστις είναι η πίστις της Αληθείας. Η Ουσία αυτής της πίστεως είναι η Αλήθεια, είναι η μόνη Παναλήθεια, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Χριστός. Η δε θεανθρωπίνη αγάπη είναι «η αγάπη της Αληθείας» (Β΄Θες. 2,10). Η ουσία αυτής της αγάπης είναι η Παναλήθεια, δηλ. ο Θεάνθρωπο Χριστός. Και αυτή η Πίστις και αυτή η Αγάπη είναι η καρδία και η συνείδησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πάντα ταύτα διεφυλάχθησαν αλώβητα μόνον εν τη αγιοπατερική Ορθοδοξία, περί της οποίας οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι κεκλημένοι να μαρτυρούν αφόβως ενώπιον της Δύσεως και της ψευδοπίστεώς της και της ψευδοαγάπης της.


Ιερά Μονή Τσελιέ 13/26 Νοεμβρίου 1974

Συνιστά εαυτόν ταις αγίαις αποστολικαίς προσευχαίς

της Υμετέρας Πανιερότητος και των αγίων Πατέρων

της Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων, ο ανάξιος

Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος (Πόποβιτς)


 


ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ


 

Εισαγωγή

Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894-1979) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης Ορθόδοξης Θεολογίας. Η ζωή του υπήρξε μια διαρκής μαρτυρία — όχι μόνο ενάντια στο αθεϊστικό κομμουνιστικό καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και ενάντια στις συμβιβαστικές τάσεις που εισέβαλαν στην ίδια τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το μαρτύριό του είχε διπλή διάσταση: πολιτική και εκκλησιαστική. Και οι δύο όψεις του διωγμού συνδέονταν άρρηκτα με την ασυμβίβαστη πίστη του στον Θεάνθρωπο Χριστό.

 

Ο Πολιτικός Διωγμός από το Κομμουνιστικό Καθεστώς

Η Εκδίωξη από το Πανεπιστήμιο (1945)

Με την εγκαθίδρυση της κομμουνιστικής εξουσίας στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο το 1945, άρχισαν οι μαζικοί διωγμοί κατά της Εκκλησίας. Ο Ιουστίνος Πόποβιτς, ως άνθρωπος της Εκκλησίας με εκφρασμένες αντικομμουνιστικές θέσεις, εκδιώχθηκε από τη θέση του καθηγητή Δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, μαζί με 200 ακόμη καθηγητές.

Σύλληψη και Καταδίκη σε Θάνατο (1946)

Ο πατήρ Ιουστίνος κατέφυγε στην Ιερά Μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία, όπου το 1946 συνελήφθη και φυλακίστηκε. Αργότερα δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο ως «εχθρός του λαού». Σώθηκε την τελευταία στιγμή χάρις στην παρέμβαση του Πατριάρχη Γαβριήλ, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και απαίτησε την αποφυλάκισή του.

Τριακονταετής Εγκλεισμός στη Μονή Τσέλιε

Από το 1946 μέχρι τον θάνατό του το 1979 — επί 33 ολόκληρα χρόνια — ο Ιουστίνος έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στη μικρή γυναικεία Μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο. Διωγμένος από παντού, χωρίς σύνταξη και στερημένος από τα ανθρώπινα, θρησκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, βρήκε εκεί καταφύγιο ως πνευματικός της μονής.

Η μονή Τσέλιε ως πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας

________________________________________

Η αναζήτηση καταφυγίου

Στην ιερά μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Τσέλιγιε, ο καταδιωγμένος π. Ιουστίνος στερήθηκε την ανθρώπινη βοήθεια και παρηγοριά, τόσο σε θρησκευτικό επίπεδο — με τη στέρηση των πιστών — όσο και σε πολιτικό, καθώς το κρατικό δίκαιο δεν του παρείχε πόρους διαβίωσης. Έτσι αναζητούσε τόπο διαμονής σε μοναστήρι. Στις μονές που απευθύνθηκε (Κάλενιτς, Όβτσαρ, Σούκοβο, Ραβάνιτσα) καμία αδελφότητα δεν τον δέχθηκε. Όμως η ελπίδα του ψαλμικού χωρίου τού έδινε δύναμη στην πορεία του: «Πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος».

Την εποχή εκείνη η Σερβική Εκκλησία διέθετε αρκετά αρχαία μοναστήρια, τα οποία ασκούσαν μεγάλη επιρροή στον τοπικό λαό. Αυτό οδήγησε τους κομμουνιστές να μετατρέψουν πολλά εξ αυτών σε μουσεία χωρίς μοναχούς, για να αποτρέψουν τη δράση τους. Υπήρχαν όμως μικρότερα μοναστήρια με περιορισμένη επιρροή μόνο στις γύρω επαρχίες, με αποτέλεσμα να θεωρούνται από τις εξουσιαστικές αρχές ακίνδυνα. Ένα τέτοιο κοινόβιο έμελλε να φιλοξενήσει τον π. Ιουστίνο.

Η άφιξη στο Τσέλιγιε

Μία μοναχή, η μητέρα Σάρα, βρισκόταν αρχικά στη μονή Λιουμπόστινια. Μαζί με μερικές αδελφές, το 1947 εγκαταστάθηκε στη μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, γνωστή ως Τσέλιγιε (Κελλιά — Ćelije), κοντά στο Βάλιεβο (δυτική Σερβία). Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1948, στον μικρό ναό του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, η μητέρα Σάρα συνάντησε τον π. Ιουστίνο. Γνωρίζοντας την ακεραιότητά του, του πρότεινε να έρθει στο μοναστήρι του Τσέλιγιε. Ο ίδιος δέχθηκε την πρόσκλησή της και έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του.

Με ομόφωνη απόφαση της γυναικείας αδελφότητας, έγινε ο πνευματικός πατέρας τους, καθώς και των πιστών προσκυνητών της μονής. Καθιερώθηκε η καθημερινή τέλεση των ακολουθιών του νυχθημέρου και της θείας Λειτουργίας, σύμφωνα με το μοναστηριακό τυπικό. Κατέστη ένας φωτεινός διδάσκαλος των απλών Σέρβων, μορφωμένων και μη, όπως και καθηγητών από τον χώρο της θεολογίας, της ιστορίας, της φιλοσοφίας και άλλων επιστημών. Με μία εύστοχη έκφραση αποτέλεσε «την κεκρυμμένην συνείδησιν της Εκκλησίας της Σερβίας, αλλά και της μαρτυρικής Ορθοδοξίας εν γένει»

Η ρήξη με τη μητέρα Σάρα

Αργότερα όμως η ενότητα της αδελφότητας κλονίστηκε. Οι διαφορετικές αντιλήψεις και οι συνεχείς διαφωνίες για ζητήματα περί μοναστικής υπακοής και εργασιών της μονής με τον π. Ιουστίνο οδήγησαν, το 1958, τη γερόντισσα Σάρα στο να εγκαταλείψει το Τσέλιγιε και, μαζί με τη μισή αδελφότητα, να κατευθυνθεί στο μοναστήρι Κόποριν.

Μετά από αυτό το τραγικό συμβάν, οι εναπομείνασες μοναχές έπρεπε να εκλέξουν νέα ηγουμένη. Αρχικά εξέλεξαν τη μοναχή Ιουστίνα, ενώ αργότερα, ύστερα από πρότασή της, εκλέχθηκε η μοναχή Γλυκερία. Νεαρή τότε η μητέρα Γλυκερία, με απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο και στην πνευματική πείρα του π. Ιουστίνου, αναδείχθηκε ικανή στη διοίκηση της μονής, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί πνευματικά και κτιριακά.

Ο Διωγμός από την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας

Η Απομόνωση κατά τις Συνοδικές Συνεδριάσεις

Ο πολιτικός διωγμός από το κομμουνιστικό καθεστώς είχε μια ιδιαίτερα σκληρή διάσταση που συνδεόταν άμεσα με την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας. Ιδιαίτερα όταν συνεδρίαζε η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από τη μονή επί μήνες, από τον φόβο των αρχών ότι θα ερχόταν σε επαφή με τους Επισκόπους και θα τους επηρέαζε.

Αυτή η απαγόρευση είχε διπλή σημασία: από τη μία, το κομμουνιστικό καθεστώς φοβόταν την πνευματική επιρροή του Ιουστίνου, ο οποίος ήταν ήδη αναγνωρισμένος ως «κεκρυμμένη συνείδησις της Σερβικής Εκκλησίας». Από την άλλη, η απομόνωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα ο Ιουστίνος να αποκλείεται από τις κρίσιμες αποφάσεις της Εκκλησίας, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούσαν τη στάση της απέναντι στον οικουμενισμό και τον Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Η Αντιπαράθεση για τον Οικουμενισμό

Ο Ιουστίνος Πόποβιτς υπήρξε σφοδρός επικριτής του οικουμενισμού, όταν αυτός έτεινε να σχετικοποιεί την Αλήθεια του Θεού. Θεωρούσε τον οικουμενισμό «κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης», και τον χαρακτήριζε «παναίρεσιν».

Αυτή η στάση του τον έφερε σε σύγκρουση με την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας, η οποία είχε αποφασίσει τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Ο Ιουστίνος έστειλε σειρά επιστολών προς τη Σύνοδο, στις οποίες εξέφραζε την έντονη διαφωνία του:

  • Επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1971: Απάντηση σε ανώνυμη κάρτα, όπου κατηγορούσε τους Επισκόπους ότι κηρύσσουν «οικουμενισμόν του προτεσταντικού συγκρητισμού και εκλεκτικισμού βασισμένου επί ενός άκαρπου ευρωπαϊκού ουμανισμού και μανιώδους ευρωπαϊκού ανθρωποκεντρισμού».
  • Επιστολή της 26ης Νοεμβρίου 1974 («Υπόμνημα»): Σε αυτό το ιστορικό κείμενο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Κοινωνία (1975), ο Ιουστίνος χαρακτήρισε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ως «αιρετική, ουμανιστική, ανθρωποποιημένη, ανθρωπολατρική ένωση», και τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε αυτό ως «αποκαλυπτικά φρικιαστική εν τη ανορθοδοξία και αντιορθοδοξία της» και «μονστρώδη ατιμία και πρωτοφανή προδοσία».
  • Επιστολή της 7ης Μαΐου 1977: Αφορούσε τη σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην οποία ο Ιουστίνος εξέφρασε τις ενστάσεις του για τις «νεοπαπικές» τάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Μόσχας.

Η Στάση της Ιεράς Συνόδου απέναντι στον Ιουστίνο

Η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας δεν αποδέχτηκε τις επιστολές του Ιουστίνου. Αντιθέτως, η συμμετοχή της Εκκλησίας στον οικουμενικό διάλογο συνεχίστηκε. Ο Ιουστίνος, ως απλός αρχιμανδρίτης και όχι επίσκοπος, δεν είχε δικαίωμα ψήφου στις Συνοδικές αποφάσεις. Η απομόνωσή του από το καθεστώς, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους των Συνοδικών συνεδριάσεων, είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να παρέμβει αυτοπροσώπως και να υπερασπιστεί τις θέσεις του ενώπιον των Επισκόπων.

Παράλληλα, η Σύνοδος δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την άρση του πολιτικού διωγμού του Ιουστίνου. Αν και ο Πατριάρχης Γαβριήλ είχε παρέμβει το 1946 για να σώσει τη ζωή του, η Σερβική Εκκλησία δεν διεκδίκησε επίσημα την ελευθερία κινήσεων του Ιουστίνου ούτε την επαναφορά του στην ακαδημαϊκή και εκκλησιαστική ζωή. Ο Ιουστίνος παρέμεινε έγκλειστος στη Μονή Τσέλιε μέχρι τον θάνατό του, χωρίς ποτέ να αποκατασταθεί.

Η Σιωπηλή Αποδοχή του Διωγμού από την Εκκλησιαστική Ιεραρχία

Η στάση της Σερβικής Εκκλησίας απέναντι στον Ιουστίνο υπήρξε σιωπηλή και αμφίσημη. Από τη μία, οι Επίσκοποι αναγνώριζαν την αγιότητα του βίου και το θεολογικό βάθος του. Από την άλλη, η πολιτική τους γραμμή — που είχε ως στόχο την επιβίωση της Εκκλησίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς — οδήγησε σε μια de facto αποδοχή του περιορισμού του Ιουστίνου. Ο ίδιος ο Ιουστίνος, στην επιστολή του του 1974, κατηγόρησε τη Σύνοδο ότι η στάση της απέναντι στον οικουμενισμό ήταν «ολέθρια και αποτρόπαια εν σχέσει προς την Αγίαν Παράδοσιν, δουλοπρεπώς υποβιβάζουσα την Αγίαν Εκκλησίαν».

 ---------------------------------------------------------------------------------------

Η κομμουνιστική εξουσία δεν άφησε ήσυχο τον π. Ιουστίνο, καθώς τον καλούσε συχνά για ανάκριση. Η κατάσταση οξύνθηκε όταν κυκλοφόρησαν και έγιναν γνωστά στο εξωτερικό τα θεολογικού και φιλοσοφικού περιεχομένου βιβλία του «Φιλοσοφικοί κρημνοί» και «Η τιμή στον άγιο Σάββα ως φιλοσοφία ζωής». Για το πρώτο σύγγραμμα ήθελαν να ανακαλύψουν τον τρόπο της «λαθραίας εξαγωγής» του, επειδή επέκρινε την πολιτική του κομμουνισμού. Εκείνος, με έξυπνο τρόπο, απάντησε απλά: κάποιος φίλος του από τη Γερμανία τον παρακάλεσε να διαβάσει το έργο του και ο π. Ιουστίνος του το έστελνε μέσω γραμμάτων. Ο φίλος του, όταν το διάβασε, το εξέδωσε.

Συνέβαινε συχνά, μετά την ανάκριση, η κράτησή του από το άθεο καθεστώς. Έτσι, οι μοναχές του Τσέλιγιε πήγαιναν έξω από τη φυλακή του Βάλιεβο, εις ένδειξη διαμαρτυρίας, και σιωπηλές επί ώρες στέκονταν μπροστά στη διεύθυνση του κράτους. Το γεγονός αυτό επέφερε την απελευθέρωση του πνευματικού τους, επειδή εφοβούντο την εξέγερση των Σέρβων του Βάλιεβο, οι οποίοι ήταν κυρίως αντικομμουνιστές, όπως και μεγάλος αριθμός Σέρβων απ’ όλα τ’ άλλα μέρη[76].

Τον π. Ιουστίνο τον φοβούνταν επίσης για την επιρροή του στον σερβικό λαό. Το 1950 εκδήμησε ο πατριάρχης Γαβριήλ και, όπως ορίζουν οι κανόνες της Εκκλησίας, έχρηζε σύγκλησης η Σερβική Ιεραρχία, προκειμένου να προβεί στη διαδικασία εκλογής του νέου πατριάρχη. Βέβαιο ήταν ότι η κομμουνιστική εξουσία «συμμετείχε» στη συνεδρία της εκλογής του νέου εκκλησιαστικού ηγέτη. Ο π. Ιουστίνος ενημερώθηκε σχετικά και πήγε στη Σύνοδο. Αμέσως όμως τον πλησίασαν και του είπαν: «Ελάτε, παρακαλώ, στο αυτοκίνητο. Πηγαίνετε πίσω στο Τσέλιγιε»[77]. Η ενέργεια αυτή πιστοποιεί τη βαθιά επιρροή του στους επισκόπους της Σερβικής Εκκλησίας, κάτι που το άθεο καθεστώς δεν επιθυμούσε.

Σε ανάλογα σημαντικά, δυσχερή γεγονότα που προέκυπταν στο Βελιγράδι, απαγόρευαν την έξοδο του π. Ιουστίνου από τη μονή Τσέλιγιε για αρκετούς μήνες. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τις συναναστροφές του με τους προσκυνητές της μονής του, που προσέτρεχαν σε εκείνον, κυρίως τις Κυριακές.

 

Το Πνευματικό Μαρτύριο

Ασκητική Ζωή υπό Διωγμό

Παρά τις απαγορεύσεις, τις εξουθενώσεις, τις φοβέρες και απειλές, ο Ιουστίνος προσευχόταν αδιάκοπα και ζούσε αυστηρή ασκητική ζωή. Τελούσε όλες τις ακολουθίες του ημερονυκτίου ανελλιπώς. Τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία και νήστευε (δεν έτρωγε καθόλου) κάθε Παρασκευή, την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μνημόνευε καθημερινά εκατοντάδες ονόματα στη Θεία Λειτουργία.

Συγγραφικό Έργο ως Μαρτυρία

Ο αυστηρός εγκλεισμός δεν στάθηκε εμπόδιο να γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο. Επί 28 χρόνια έγραφε αδιάκοπα τα περισπούδαστα συγγράμματά του. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει τη Δογματική του σε τρεις τόμους, τους Βίους των Αγίων σε 12 τόμους, την Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης σε 7 τόμους, και πλήθος άλλων κειμένων. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και τον κατέστησαν έναν από τους τρεις σημαντικότερους Σέρβους θεολόγους που αναγνωρίζονται διεθνώς.

Η Πνευματική Επιρροή πέρα από τα Σύνορα

Χιλιάδες ήταν οι επιστολές που έπαιρνε και επίσης χιλιάδες οι επισκέπτες του, από τη Σερβία και όλο τον κόσμο. Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέρασε τα σύνορα της Σερβίας. Τον επισκέπτονταν όχι μονάχα Σέρβοι αλλά και πολλοί Έλληνες, Ρώσοι και άλλοι Ορθόδοξοι. Ακόμη και οι περιορισμοί του καθεστώτος δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την πνευματική του επιρροή.

 

Η Αγιοκατάταξη και η Αποκατάσταση

Ο Ιουστίνος απεβίωσε στις 7 Απριλίου 1979 (25 Μαρτίου με το παλαιό ημερολόγιο), ανήμερα της Εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου — την ίδια ημέρα που είχε γεννηθεί. Στις 29 Απριλίου 2010, η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τον αγιοκατέταξε, αναγνωρίζοντας έτσι με καθυστέρηση 31 ετών την αγιότητά του. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του έγινε το 2015.

Η αγιοκατάταξή του από την ίδια τη Σύνοδο που κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν είχε αποδεχτεί τις προειδοποιήσεις του για τον οικουμενισμό, αποτελεί μια ιστορική ειρωνεία. Ο Ιουστίνος, που είχε χαρακτηριστεί «κεκρυμμένη συνείδησις της Σερβικής Εκκλησίας», έγινε τελικά επίσημα αναγνωρισμένος Άγιος της Εκκλησίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς — Χαράλαμπος Άνδραλης
    Έκδοση: Πολιτεία (βιβλιοπωλείο)

  2. Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Βίος — Έργα — Αγιότητα.ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ) ΑΛΕΞΙΟΥ
    Έκδοση: ΑΠΘ (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Διδακτορική Διατριβή


Περιοδικά και Άρθρα στα Ελληνικά

  • Περιοδικό «Κοινωνία» (1975): Δημοσίευση του Υπομνήματος του 1974.
  • Περιοδικό «Παρουσία»: Ηλεκτρονική έκδοση της Δογματικής.
  • Περιοδικό «Αλωσις»: Άρθρα για την αγιοκατάταξη και τη θεολογία του.
  • Περιοδικό «Ακτίνες»: Αναφορές στη θεολογία του Βαπτίσματος και τον οικουμενισμό