Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Οικουμενικός Πατριάρχης: Ως Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών επιδιώκουμε ενεργά την εν Χριστώ ενότητά μας (Σχόλια στις απόψεις της νέας εκκλησιολογίας του Πατρ.Βαρθολομαίου σε ομιλία του στο ΠΣΕ τον Ιούνιο 2023 ).



Τα βασικά σημεία της ομιλίας

“Για άλλη μια φορά, συγκεντρωνόμαστε ως Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών για να επιδιώξουμε ενεργά την εν Χριστώ ενότητά μας – στο μυαλό, στην καρδιά, στο πνεύμα και στην πρακτική ζωή. Σε αυτή την ζωή, όπου η διαίρεση καλλιεργείται καθημερινά στην ανθρωπότητα, το καθήκον μας είναι ακόμη πιο επιτακτικό”, ανέφερε στο κήρυγμά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

“Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης έχει επίσης την ιδιαίτερη χαρά να εορτάζει την 75η επέτειο από την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, όντας ένα από τα ιδρυτικά μέλη του», συνέχισε.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπενθύμισε ότι το 1920 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο απευθυνόμενη προς τις Εκκλησίες του Χριστού παντού. Η εγκύκλιος χρησίμευσε ως «σύνταγμα», όπως αναφέρει ο ίδιος, πράγμα το οποίο οδήγησε στην ίδρυση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών το 1948.

Το παρεκκλήσι του Οικουμενικού Κέντρου στη Γενεύη, όπου το ΠΣΕ έχει τα γραφεία του, ήταν κατάμεστο για την εναρκτήρια προσευχή, η οποία περιελάβανε ύμνους, αναγνώσεις και προσευχές στα αρμενικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και σουαχίλι.

Η κεντρική επιτροπή του ΠΣΕ συνεδριάζει συνήθως κάθε δύο χρόνια και αποτελεί το κύριο διοικητικό όργανο του ΠΣΕ.

Η φετινή συνάντηση αποτελεί την πρώτη από τότε που η κεντρική επιτροπή εξελέγη στη 11η Συνέλευση του ΠΣΕ στην Καρλσρούη της Γερμανίας το 2022.

Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής μέσα από προσευχή ενθυμήθηκαν τη σοφία, τη γνώση, τα δώρα και τη δέσμευση για ενότητα όσων δραστηριοποιούνταν στο οικουμενικό κίνημα και είχαν αποδημήσει εις Κύριον από την προηγούμενη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής το 2022.

Έγινε επίσης ειδικό αφιέρωμα στην Δρ. Agnes Abuom, της Αγγλικανικής Εκκλησίας της Κένυας, η οποία απεβίωσε από οξεία καρδιακή ανεπάρκεια στις 31 Μαΐου, έχοντας υπηρετήσει ως συντονίστρια της κεντρικής επιτροπής του ΠΣΕ από το 2013 έως το 2022.

Στο κήρυγμά του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος περιέγραψε πώς οι Χριστιανοί καλούνται να γίνουν μαθητές και οπαδοί του Χριστού καθώς και μέλη του σώματός του, δηλαδή της Εκκλησίας.

«Όλοι μπορεί να έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις για το τι, πού και πώς συγκροτείται η Εκκλησία, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία για την ένδειξη ότι κάποιος ή κάποια αποτελεί αληθινός μαθητής ή αληθινή μαθήτρια», συνέχισε. Μόνο η αγάπη του ενός για τον άλλο και η αγάπη μας για έναν κόσμο που δεν αγαπιέται, φανερώνει την αξία μας και ως εκ τούτου μπορούμε να ονομαζόμαστε «Χριστιανοί».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια του κηρύγματός του στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η οποία είχε δημιουργήσει μια «βαθιά πληγή» στην παγκόσμια Ορθοδοξία και είχε βλάψει βαθιά την «Ορθόδοξη χριστιανική αφοσίωση στη δική μας ουσιαστική ενότητα».

Ευχαρίστησε το ΠΣΕ για τη στάση του, την υπεράσπιση της ειρήνης και για την υποστήριξη που είχε παράσχει στην Ουκρανία και το λαό της. Είπε ότι όλοι και όλες πρέπει να προσευχηθούν για μια «γρήγορη και δίκαιη» λήξη του πολέμου.

Ζήτησε επίσης την εκ νέου δέσμευση για ανιδιοτελή αγάπη για τους ίδιους και τις ίδιες αλλα΄και για οκτώ δισεκατομμύρια συνανθρώπους μας στον κόσμο.

«Είναι η απόλυτη οικουμενική στάση, διότι χωρίς αγάπη, η διαχριστιανική μαρτυρία μας δεν θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπόψη από τον κόσμο ή, ίσως, ακόμη και από τις δικές μας κοινότητες», δήλωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

“Ας είναι η αγάπη το «έργο» μας … και ο κύριος στόχος όλων μας των προσπαθειών κατά τη συνεργασία μας. Μετά από δύο χιλιάδες πολύπλοκα χρόνια, οι εκκλησίες δεν μπορούν να κρυφτούν από τον κόσμο. Και ύστερα από εβδομήντα πέντε χρόνια, ούτε το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών μπορεί να κρυφτεί”, είπε.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το κήρυγμα αναπαράγει την κλασική οικουμενιστική ρητορική: αποφυγή δογματικής σαφήνειας, εξύψωση του συναισθήματος έναντι της αλήθειας, και πολιτική ορθότητα μεταμφιεσμένη σε θεολογία. Για τον αντι-οικουμενισμό, αυτό δεν είναι «εν Χριστώ ενότητα» — είναι η τελική φάση της παναιρέσεως

Α. Το ΠΣΕ αποτελεί ολέθριο όργανο πλάνης και όχι δίαυλο ενοποίησης εν Χριστώ. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι αντικείμενο διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ούτε οικοδομείται με υποκριτικές συνεδριάσεις, κοσμικά ψηφίσματα και νοθευμένους συμβιβασμούς· υφίσταται ήδη, ακέραιη και αδιαίρετη, αποκλειστικά και μόνο εντός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όταν ο Βαρθολομαίος επικαλείται αόριστες «ενότητες μυαλού, καρδιάς και πράξης», προσπερνά δολίως το μόνο αδιαπραγμάτευτο θεμέλιο: την κοινή, αμετακίνητη Ορθόδοξη Πίστη. Χωρίς την απόλυτη ταυτότητα Δόγματος και Ομολογίας, κάθε επίκληση «ενότητας» δεν είναι παρά μια έκπτωτη, ανθρωποκεντρική συναίνεση των αιρέσεων — ένα επικίνδυνο υποκατάστατο που προσβάλλει και αρνείται το ίδιο το Θεανθρώπινο Μυστήριο της Εκκλησίας.

Β.  Η διαβόητη εγκύκλιος του 1920 δεν υπήρξε ποτέ «σύνταγμα» ενότητας, αλλά προδοτική αποστασία από την ορθόδοξη αλήθεια. Η επίκλησή της ως θεμέλιο του ΠΣΕ αποδεικνύει περίτρανα  ότι ο οικουμενισμός κυοφορήθηκε ως βέβηλη ρήξη με την πατερική παρακαταθήκη. Οι Άγιοι Πατέρες δεν συνέτασσαν εγκυκλίους προς τους αιρετικούς για να τους αναγνωρίσουν ψευδεπίγραφα ως «εκκλησίες», αλλά για να στηλιτεύσουν την πλάνη τους και να τους καλέσουν σε μετάνοια. Το να αναγορεύεται αυτό το κείμενο σε «καταστατικό χάρτη» επιβεβαιώνει απερίφραστα ότι το ΠΣΕ δεν αποτελεί όργανο ενότητας, αλλά τη θεσμοθετημένη κατοχύρωση της παναιρέσεως του οικουμενισμού.

Γ.  Η επίκληση της «αγάπης» ως μοναδικού κριτηρίου χριστιανικότητας αποτελεί θεολογικό προπέτασμα καπνού, επικίνδυνα ανεπαρκές και πλήρως παραπλανητικό. Το εκφυλισμένο κήρυγμα ότι δήθεν «μόνο η αγάπη καθορίζει την αξία μας και μας επιτρέπει να λεγόμαστε Χριστιανοί» συνιστά ευθεία αναίρεση του Ευαγγελίου. Ο Χριστός δεν έθεσε ως γνώρισμα των μαθητών Του ένα αόριστο συναίσθημα, αλλά την αυστηρή και ακριβή τήρηση των εντολών και των δογμάτων Του (Ιω. 14,21). Η «αγάπη» αποκομμένη από την Ορθοδοξία δεν είναι πνευματική αρετή, αλλά ένας κοσμικός, ανθρωποκεντρικός συναισθηματισμός. Και οι αιρετικοί αγαπούν με τον δικό τους πεπλανημένο τρόπο — αυτό όμως ποσώς δεν τους καθιστά μέλη του Θεανθρώπινου Σώματος του Χριστού.

Δ. Η ένοχη σιωπή και η απόκρυψη των δογματικών ζητημάτων δεν αποτελεί ταπείνωση, αλλά προδοτική δειλία. Η ισοπεδωτική αναφορά ότι δήθεν «όλοι μπορεί να έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις για το τι, πού και πώς συγκροτείται η Εκκλησία» συνιστά ευθεία ομολογία απιστίας. Η Εκκλησία δεν είναι ένα υποκειμενικό αφήγημα ή μια αόριστη «αντίληψη» — είναι το ακλόνητο Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, περιχαρακωμένο με απόλυτη σαφήνεια από τα Ιερά Μυστήρια, τους Θείους Κανόνες και την Πατερική Εκκλησιολογία. Όταν ο Πατριάρχης υποβαθμίζει τη Δογματική Αλήθεια σε μια απλή «αντίληψη», αμνηστεύει τη δογματική πλάνη και εξευτελίζει την Ορθοδοξία, μετατρέποντάς την σε μια ασημαντολογούσα «γνώμη» ανάμεσα στις αναρίθμητες αιρέσεις.

Ε. Το ΠΣΕ ουδέποτε υπηρέτησε την αληθινή ειρήνη — υπήρξε ανέκαθεν πειθήνιο όργανο προώθησης των δυτικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Η βαθύτερη και πλέον αιμορραγούσα πληγή στο σώμα της Ορθοδοξίας δεν είναι η ρωσική εισβολή, αλλά η αντικανονική «αυτοκεφαλία» που παραχωρήθηκε από τον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος κατακρεούργησε την εσωτερική ενότητα της Ουκρανικής Εκκλησίας προς όφελος αλλότριων πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η αδίστακτη προβολή του ΠΣΕ ως δήθεν «υπερασπιστή της ειρήνης» συνιστά ακραίο κυνισμό, την ίδια στιγμή που το ίδιο το Φανάρι εργαλειοποιεί προκλητικά την εκκλησιαστική δικαιοδοσία για να εξυπηρετήσει κοσμικές σκοπιμότητες.

ΣΤ. Η κατάληξη ότι «ούτε το ΠΣΕ μπορεί να κρυφτεί» συνιστά τη μοναδική ακούσια ομολογία αλήθειας σε ολόκληρο το κήρυγμα. Το ΠΣΕ είναι πράγματι ολοφάνερο για αυτό που πραγματικά αντιπροσωπεύει: έναν κοσμικό, μη κερδοσκοπικό οργανισμό διαθρησκειακής αλληλοαποδοχής, παντελώς γυμνό από Θεία Μυστήρια, στερημένο από Αποστολική Διαδοχή και με μηδενική σωτηριολογική αξία. Το γεγονός ότι δεν μπορεί να κρυφτεί δεν αποτελεί επίτευγμα, αλλά την απόλυτη καταδίκη του. Εβδομήντα πέντε χρόνια οικουμενιστικού κατήφορου δεν θεράπευσαν κανένα σχίσμα και δεν έφεραν καμία ενότητα· το μόνο που πέτυχαν ήταν να θεσμοθετήσουν την προδοτική παραδοχή ότι η αιρετική πλάνη δεν συνιστά πλέον αίρεση, αλλά μια ισότιμη «εκκλησιαστική παράδοση».

 


Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Η Εκκλησία της Ελλάδος και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών από το 1948 μέχρι σήμερα


Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Εκκλησία της Ελλάδος (Ε.τ.Ε.) διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό και καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση και τη διαμόρφωση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), συμμετέχοντας ενεργά στις προπαρασκευαστικές διαδικασίες ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η πορεία αυτή υπήρξε καρπός της αυτοσυνειδησίας της Ορθοδοξίας ως φορέα της αρχαίας παράδοσης, αλλά παράλληλα σημαδεύτηκε από εσωτερικές εντάσεις, θεολογικές αντιπαραθέσεις και γεωπολιτικές ανακατάξεις.

1. Η Συμβολή στην Ίδρυση του Π.Σ.Ε. (1919–1948)

Η συμβολή της Εκκλησίας της Ελλάδος στην αναδυόμενη Οικουμενική Κίνηση αναπτύχθηκε σε τρεις βασικούς άξονες:

  • Πρωτοβουλίες Προσέγγισης: Η Ε.τ.Ε. υπήρξε από τους πρώτους αποδέκτες και υποστηρικτές της ιστορικής Πατριαρχικής Εγκυκλίου του 1920, η οποία πρότεινε την ίδρυση μιας «Κοινωνίας των Εκκλησιών» στα πρότυπα της Κοινωνίας των Εθνών. Παράλληλα, συμμετείχε ενεργά στους δύο βασικούς προδρόμους του Π.Σ.Ε.: τις κινήσεις «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) και «Ζωή και Εργασία» (Life and Work). Ήδη από το 1919, η Ιερά Σύνοδος υποδέχθηκε επίσημα αντιπροσωπεία της «Πίστης και Τάξης» στην Αθήνα, αναθέτοντας την παρακολούθησή της στον τότε Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο και τον καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο.
  • Διαμόρφωση Θεσμικού Πλαισίου: Στο προκαταρκτικό συνέδριο της Γενεύης (1920), η ελληνική αντιπροσωπεία κατέθεσε ολοκληρωμένη πρόταση για την κατάργηση του προσηλυτισμού, την αμοιβαία γνωριμία και την τελική ένωση των Εκκλησιών. Αργότερα, στη διάσκεψη της Ουτρέχτης (1938), ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (ο οποίος συνεργαζόταν στενά με τους Ελλαδίτες θεολόγους) συμμετείχε στην «Επιτροπή των 14» που επεξεργάστηκε το Καταστατικό του νέου Οργανισμού.
  • Η Ιδρυτική Φάση: Μετά τις ιστορικές διασκέψεις της Οξφόρδης και του Εδιμβούργου (1937), όπου αποφασίστηκε η συγχώνευση των δύο κινήσεων, η Ε.τ.Ε. λειτούργησε ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το 1947 υποδέχθηκε επίσημη αντιπροσωπεία του υπό ίδρυση Π.Σ.Ε. στην Αθήνα, επιβεβαιώνοντας τη βούλησή της να καταστεί ιδρυτικό μέλος. Στην Ιδρυτική Συνέλευση του Άμστερνταμ (1948), εκπροσωπήθηκε από δεκαμελή αντιπροσωπεία επιφανών ιεραρχών και θεολόγων.

Η σημασία της ελληνικής συμβολής αναγνωρίστηκε έμπρακτα με την εκλογή του Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανού ως ενός από τους πέντε πρώτους Προέδρους του Π.Σ.Ε., ενώ ο Μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος και ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος εκλέχθηκαν μέλη της πρώτης Κεντρικής Επιτροπής.

2. Οι Ρεύματα Θεολογικής Σκέψης στην Ελλάδα

Η συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. δεν υπήρξε ανέφελη. Στους κόλπους της Ε.τ.Ε. διαμορφώθηκαν τρεις διακριτές θεολογικές τάσεις:

Α. Η Φιλοοικουμενιστική Τάση

Με κύριους εκφραστές τον Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανό, τον καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο και τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Παπαγεωργίου, η τάση αυτή θεωρούσε τη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. ως ιερό καθήκον της Ορθοδοξίας. Πίστευαν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως η Una Sancta (Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία), όφειλε να καταθέτει τη μαρτυρία της στους ετεροδόξους χωρίς φόβο, ώστε να αποτραπεί η πρόσληψη αμιγώς προτεσταντικού χαρακτήρα από την Οικουμενική Κίνηση.

Β. Η Αντιοικουμενική Τάση

Με εκπροσώπους όπως ο Αρχιμανδρίτης (και μετέπειτα Μητροπολίτης Κορινθίας) Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, οι καθηγητές Παναγιώτης Μπρατσιώτης και Ιωάννης Καρμίρης, καθώς και ο Μητροπολίτης Σάμου Ειρηναίος, η πλευρά αυτή αντιμετώπιζε το εγχείρημα με έντονο σκεπτικισμό. Εστίαζαν τις ενστάσεις τους στην κίνηση «Πίστη και Τάξη», φοβούμενοι τον κίνδυνο δογματικής αλλοίωσης και αποδοχής της «θεωρίας των κλάδων» (branch theory). Προέκριναν τη συνεργασία μόνο σε πρακτικά και κοινωνικά ζητήματα («Ζωή και Εργασία»).

Γ. Η Μετριοπαθής Τάση (Γεράσιμος Κονιδάρης)

Ο καθηγητής Γεράσιμος Κονιδάρης πρότεινε μια ενδιάμεση οδό. Ενώ αναγνώριζε τη χρησιμότητα του διαλόγου, ζητούσε τη διατήρηση «αποστάσεων» για τη διαφύλαξη του κύρους της Εκκλησίας. Πρότεινε την ανάκληση των Ιεραρχών από τα διοικητικά όργανα του Π.Σ.Ε. και την εκπροσώπηση μόνο από λαϊκούς θεολόγους, ώστε να μην εκτίθεται το επισκοπικό αξίωμα.

Παράλληλα, ο Κονιδάρης διατύπωσε αυστηρούς όρους συμμετοχής:

  1. Προκαταρκτικούς: Ρητή αναγραφή σε κάθε επίσημο έγγραφο ότι η Ορθοδοξία είναι η Una Sancta.
  2. Πρωτεύοντες: Τροποποίηση του «άρθρου-βάσης» του Π.Σ.Ε. προς μια σαφέστερη τριαδολογική διατύπωση (ως απαράβατο όρο παραμονής).
  3. Δευτερεύοντες: Κατάργηση κάθε προσηλυτιστικής δραστηριότητας των Προτεσταντών σε ορθόδοξες χώρες, αύξηση του ποσοστού των Ορθοδόξων στη διοίκηση, ίδρυση μόνιμου Ορθόδοξου Γραφείου στη Γενεύη και διεξαγωγή συζητήσεων μόνο μεταξύ «συγγενών ομολογιών».

Η μετριοπαθής αυτή τάση σταδιακά ατόνησε κατά την περίοδο 1954–1961 λόγω της έντονης πόλωσης, με τον ίδιο τον Κονιδάρη να συντάσσεται τελικά με τη φιλοοικουμενική πλευρά.

3. Αμίλκας Αλιβιζάτος: Το «Πρόσωπο-Κλειδί» και η Κρίση του 1957

Ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, αναγνωρίζεται διεθνώς ως η σημαντικότερη ορθόδοξη φυσιογνωμία της Οικουμενικής Κίνησης στον 20ό αιώνα.

Η προσφορά του υπήρξε πολύπλευρη:

  • Διορθόδοξος Συντονισμός: Πρωτοστάτησε στη σύγκληση του Α' Πανορθόδοξου Θεολογικού Συνεδρίου στην Αθήνα (1936).
  • Διεθνής Ακτινοβολία: Υπήρξε ο εμπνευστής των λαμπρών εορτασμών για τα 1.900 χρόνια από την έλευση του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα (1951), που έφεραν εκατοντάδες ξένους αντιπροσώπους σε επαφή με την Ορθοδοξία.
  • Ανθρωπιστικό Έργο: Ως Γενικός Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής Διεκκλησιαστικής Βοήθειας, διαχειρίστηκε την τεράστια υλική βοήθεια των ξένων Εκκλησιών για την ανασυγκρότηση της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Η Παραίτηση του 1957

Η δράση του Αλιβιζάτου προκαλούσε συχνά τις αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων. Η ρήξη κορυφώθηκε όταν η Ιερά Σύνοδος, στις 20 Μαρτίου 1957, εξέδωσε μια περιοριστική απόφαση: απαγόρευσε τη συμμετοχή κληρικών στα οικουμενικά συνέδρια (λόγω της παρουσίας ομάδων που θεωρούσε «αιρετικές») και περιόρισε τους λαϊκούς καθηγητές σε ρόλο «απλών παρατηρητών».

Παράλληλα, ο νέος Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος επιχείρησε να περιθωριοποιήσει τον Αλιβιζάτο, απαιτώντας η αλληλογραφία με το Π.Σ.Ε. να διεξάγεται απευθείας από τον ίδιο. Αντιδρώντας στην παράκαμψη των ακαδημαϊκών θεολόγων και θεωρώντας την απόφαση «παλινωδία» που οδηγούσε σε διεθνή απομόνωση, ο Αλιβιζάτος υπέβαλε στις 28 Απριλίου 1957 την παραίτησή του από όλες τις συνοδικές και διεθνείς επιτροπές (C.W.S., C.C.I.A.), η οποία έγινε δεκτή στις 8 Μαΐου.

Η Αντίδραση του Π.Σ.Ε.

Η απομάκρυνση του Αλιβιζάτου προκάλεσε σοκ στη Γενεύη. Ο Γενικός Γραμματέας Visser’ t Hooft και η ηγεσία του Π.Σ.Ε. εξέφρασαν την έντονη ανησυχία τους για το μέλλον των προγραμμάτων βοήθειας στην Ελλάδα. Απέστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ενώ η κρίση αυτή οδήγησε το Π.Σ.Ε. στην απόφαση να αναβάλει την προγραμματισμένη για το 1958 συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής στη Ρόδο για το επόμενο έτος (1959).

4. Ο Αντίκτυπος στις Διορθόδοξες Σχέσεις: Η Ρήξη του 1948 και η Υπέρβασή της

Η ίδρυση του Π.Σ.Ε. επηρέασε βαθύτατα τις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αναδεικνύοντας τόσο τη διαχρονική καχυποψία απέναντι στη Δύση όσο και τις πολιτικές πιέσεις της εποχής.

Η Ιστορική Καχυποψία: Το Βάρος της «Ουνίας»

Η στάση των Ορθοδόξων απέναντι στον διεκκλησιαστικό διάλογο επηρεαζόταν διαχρονικά από το τραύμα της Ουνίας. Η μέθοδος αυτή, που υιοθετήθηκε από τη Ρωμαϊκή Εκκλησία μετά την Άλωση (με ορόσημο τη Σύνοδο της Βρέστης το 1596), εκλαμβανόταν από την Ανατολή ως προσχηματικός προσηλυτισμός και πνευματική υποταγή. Ακόμη και στο πλαίσιο του Π.Σ.Ε., το ζήτημα του προσηλυτισμού από προτεσταντικές ομάδες παρέμενε κεντρικό, με τους Ορθοδόξους να απαιτούν σταθερά την πλήρη καταδίκη του.

Χαρακτηριστικό της ευαισθησίας αυτής ήταν το επεισόδιο του 1959 στη Ρόδο, όταν η παρουσία Ρωμαιοκαθολικών παρατηρητών στη συνεδρίαση της Κ.Ε. του Π.Σ.Ε. προκάλεσε διογκωμένα δημοσιεύματα περί επικείμενης «ένωσης», οδηγώντας σε ανασταλτικό συντηρητικό ανακλαστικό.

Η Ρήξη Ελληνοφώνων και Σλαβοφώνων (1948)

Το 1948, υπό τη σκιά του αναδυόμενου Ψυχρού Πολέμου, επήλθε σοβαρή διάσταση στους κόλπους της Ορθοδοξίας:

  • Η «Γραμμή της Μόσχας»: Στη Διάσκεψη της Μόσχας (Ιούλιος 1948), η Ρωσική Εκκλησία και οι Εκκλησίες των χωρών του ανατολικού μπλοκ (Πολωνίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Αλβανίας) κατεδίκασαν το Π.Σ.Ε. ως όργανο δυτικών πολιτικών συμφερόντων και απείχαν από την Ιδρυτική Συνέλευση του Άμστερνταμ. Θεολογικά, κατηγόρησαν το Π.Σ.Ε. ότι παραμερίζει τη δογματική ενότητα χάριν πολιτικοκοινωνικών σκοπιμοτήτων.
  • Η «Ελληνική Γραμμή»: Τα ελληνόφωνα Πατριαρχεία και η Εκκλησία της Ελλάδος επιβεβαίωσαν τη συμμετοχή τους, αναλαμβάνοντας μόνοι το βάρος της ορθόδοξης εκπροσώπησης στη Δύση και διατηρώντας ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας.

Η Πανορθόδοξη Συνάντηση της Ρόδου (1961)

Η κρίση άρχισε να ξεπερνιέται μετά το 1958, όταν η στάση της Μόσχας μεταβλήθηκε. Στην Γενική Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961, οι σλαβόφωνες Εκκλησίες εντάχθηκαν τελικά στο Π.Σ.Ε.

Καταλυτικό ρόλο στην αποκατάσταση της ενότητας διαδραμάτισε η Α' Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου (1961). Για πρώτη φορά, 14 Αυτοκέφαλες Εκκλησίες συντονίστηκαν, εδραιώνοντας τη συλλογική και ενιαία παρουσία της Ορθοδοξίας στον παγκόσμιο χριστιανικό διάλογο.

Συμπέρασμα

Η πορεία της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών υπήρξε μια δυναμική διαδικασία. Παρά τους εσωτερικούς προβληματισμούς, τις θεολογικές διαφωνίες και τις γεωπολιτικές αναταράξεις του 20ού αιώνα, η Ε.τ.Ε. παρέμεινε σταθερή στην απόφασή της για διαλογική παρουσία. Με τη δράση εμβληματικών προσωπικοτήτων όπως ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, κατάφερε να διασφαλίσει ότι ο οικουμενικός διάλογος δεν θα αποτελούσε μια εσωτερική υπόθεση του Προτεσταντισμού, αλλά ένα βήμα για τη ζώσα μαρτυρία της Ορθόδοξης παράδοσης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Από το  1961 μέχρι σήμερα.

Η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) από το 1961 έως σήμερα χαρακτηρίζεται από ενεργό θεολογική συμμετοχή, περιόδους εσωτερικών εντάσεων και επαναπροσδιορισμού, αλλά και ουσιαστική θεσμοθέτηση της ορθόδοξοι παρουσίας.

Αν και η Εκκλησία της Ελλάδος υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ΠΣΕ (1948), η περίοδος από το 1961 και μετά αποτελεί το πιο δυναμικό και σύνθετο κεφάλαιο αυτής της πορείας.

1. Η Τομή του 1961 (Γενική Συνέλευση Νέου Δελχί)

Το 1961 αποτέλεσε κομβικό έτος για τη σχέση ολόκληρης της Ορθοδοξίας με το ΠΣΕ:

  • Διεύρυνση της Ορθόδοξης παρουσίας: Στη Συνέλευση του Νέου Δελχί εντάχθηκαν στο ΠΣΕ το Πατριαρχείο Μόσχας και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ανατολικής Ευρώπης.
  • Θεολογική επίδραση: Η Εκκλησία της Ελλάδος, με κορυφαίες θεολογικές προσωπικότητες (όπως ο καθηγητής Νίκος Νησιώτης, ο οποίος διετέλεσε αργότερα και Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του Bossey), συνέβαλε καθοριστικά ώστε οι αποφάσεις του ΠΣΕ να αποκτήσουν βαθύτερο τριαδολογικό και πνευματολογικό προσανατολισμό.

2. Η Περίοδος της Δικτατορίας (1967–1974)

Κατά τη διάρκεια της επταετίας, οι σχέσεις πέρασαν από διπλές πιέσεις:

  • Διεθνής κριτική: Το ΠΣΕ ασκούσε έντονη κριτική στο στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις διώξεις πολιτικών κρατουμένων.
  • Εσωτερική στάση: Η τότε ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος προσπαθούσε να διατηρήσει τις ισορροπίες, ενώ παράλληλα στην Ελλάδα άρχισε να φουντώνει ο αντίλογος από συντηρητικούς και μοναστικούς κύκλους (όπως το Άγιον Όρος) που αντιμετώπιζαν τη συμμετοχή στο ΠΣΕ ως επικίνδυνο «οικουμενισμό».

3. Κρίση και Επαναπροσδιορισμός (Δεκαετίες 1980 & 1990)

Στις δεκαετίες του '80 και '90, οι σχέσεις της Ελλαδικής Εκκλησίας (και των λοιπών Ορθοδόξων) με το ΠΣΕ έφτασαν στο χαμηλότερο σημείο τους:

  • Ηθικές και εκκλησιολογικές διαφωνίες: Η προώθηση από ορισμένες προτεσταντικές εκκλησίες-μέλη φιλελεύθερων κοινωνικών και ηθικών θεμάτων (π.χ. χειροτονία γυναικών, αλλαγή γλώσσας περί Θεού), καθώς και ο πλειοψηφικός τρόπος ψηφοφορίας, παραγκώνιζαν τις Ορθόδοξες θέσεις.
  • Η Συνέλευση της Καμπέρας (1991): Αναδείχθηκε η βαθιά διαφωνία στην εκκλησιολογία.
  • Η Ειδική Επιτροπή (Special Commission, 1998): Στη Συνέλευση του Χαράρε (1998), μετά από πιέσεις και της Εκκλησίας της Ελλάδος, συγκροτήθηκε η Ειδική Επιτροπή για τη Συμμετοχή των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ. Αυτό οδήγησε στην ιστορική αλλαγή του καταστατικού, ώστε οι αποφάσεις στο ΠΣΕ να λαμβάνονται πλέον με συναίνεση (consensus) και όχι με πλειοψηφία, προστατεύοντας τη δογματική αυτοσυνειδησία των Ορθοδόξων.

4. Εποχή Εξωστρέφειας και Συνεργασίας (2000 – Σήμερα)

Τις τελευταίες δεκαετίες, η Εκκλησία της Ελλάδος πέρασε σε μια φάση ενεργού και θεσμικής παρουσίας:

  • 2005: Η Εκκλησία της Ελλάδος φιλοξένησε στη Θεσσαλονίκη την Παγκόσμια Συνέλευση του Τμήματος Παγκόσμιας Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού (CWME) του ΠΣΕ.
  • 2006: Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη επίσκεψη Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος στην έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη. Εκεί ανακοίνωσε τη θεσμοθέτηση υποτροπών στο όνομα του Νίκου Νησιώτη για νέους θεολόγους.
  • Σήμερα (Επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Β΄): Η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετέχει σταθερά στα διοικητικά όργανα (Κεντρική και Εκτελεστική Επιτροπή) και τις Γενικές Συνελεύσεις (όπως η 11η Συνέλευση στην Καρλσρούη το 2022).

Η σημερινή εστίαση: Η συνεργασία επικεντρώνεται πλέον λιγότερο σε δογματικές υποχωρήσεις και περισσότερο στην κοινωνική διακονία, την προστασία των προσφύγων, την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και την προάσπιση της ειρήνης.

Οι συμμετέχοντες

Στη διαμόρφωση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) από το 1961 έως σήμερα έχουν εμπλακεί κορυφαίοι Ιεράρχες, πανεπιστημιακοί θεολόγοι και επίσημες συνοδικές επιτροπές.

Η συμμετοχή χωρίζεται σε τέσσερις κύριες κατηγορίες προσωπικοτήτων και φορέων:

1. Κορυφαίοι Θεολόγοι & Ακαδημαϊκοί (Η «Χρυσή Εποχή» του Διαλόγου)

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε από επιφανείς καθηγητές θεολογίας, οι οποίοι ανέλαβαν διοικητικές και θεολογικές θέσεις ευθύνης στο ίδιο το ΠΣΕ:

  • Νίκος Νησιώτης (1924–1986): Η πλέον εμβληματική μορφή. Διετέλεσε Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του ΠΣΕ στο Bossey (Ελβετία), Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ.
  • Καθηγητής Βασίλειος Σταυρίδης, Καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου, Καθηγητής Μέγας Φαράντος: Συμμετείχαν επί δεκαετίες στις θεολογικές επιτροπές (όπως η Επιτροπή «Πίστη και Τάξη» / Faith and Order).
  • Σύγχρονοι Ακαδημαϊκοί: Καθηγητές όπως ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δράγας, ο Πέτρος Βασιλειάδης, ο Σταύρος Γιαγκάζογλου, η Δήμητρα Κούκουρα και η Νίκη Παπαγεωργίου έχουν εκπροσωπήσει την Εκκλησία της Ελλάδος σε Γενικές Συνελεύσεις και θεολογικούς διαλόγους.

2. Αρχιεπίσκοποι Αθηνών & Προκαθήμενοι

Οι επικεφαλής της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισαν τη στάση της απέναντι στο ΠΣΕ σε διαφορετικές περιόδους:

  • Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (1998–2008): Πραγματοποίησε την ιστορική πρώτη επίσημη επίσκεψη Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος στην έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη (2006). Παρά τις επιφυλάξεις συντηρητικών κύκλων, επιβεβαίωσε τη θεσμική συμμετοχή της Εκκλησίας, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική και πολιτισμική συνεργασία.
  • Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β΄ (2008–Σήμερα): Διατηρεί μια σταθερή, ρεαλιστική και θεσμική σχέση με το ΠΣΕ, εστιάζοντας σε πρακτικά ζητήματα όπως το προσφυγικό, η φτώχεια, η ειρήνη και η περιβαλλοντική κρίση.

3. Εκκλησιαστικές Αντιπροσωπείες & Συνοδικά Όργανα

Η εκπροσώπηση δεν είναι ατομική αλλά θεσμική. Στις Γενικές Συνελεύσεις του ΠΣΕ (από το Νέο Δελχί το 1961 μέχρι την Καρλσρούη το 2022) συμμετέχουν επίσημες αντιπροσωπείες που ορίζονται από την Ιερά Σύνοδο:

  • Συνοδική Επιτροπή Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων: Το αρμόδιο όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος που παρακολουθεί τις εργασίες του ΠΣΕ, προετοιμάζει τα κείμενα θέσεων και προτείνει τους εκπροσώπους.
  • Μητροπολίτες-Εκπρόσωποι: Κατά καιρούς, εξέχοντες Ιεράρχες έχουν ηγηθεί των ελληνικών αντιπροσωπειών, όπως ο Μητροπολίτης Περιστερίου Κλήμης, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Καθηγητής Θεολογίας και δραστήριο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ) και ο Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας Γαβριήλ.

Βιβλιογραφία

1.      ΒΑΣΙΛΙΚΗ H. ΣΤΑΘΟΚΩΣΤΑ-ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΛΛ ΟΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ 1948-1961

2.      Σταυρίδης, Βασίλειος Θ. (1964)  Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως, Αθήνα.

3.      Τσέτσης, Γεώργιος (1987)  Οικουμενικά Ανάλεκτα: Συμβολή στην Ιστορία του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη.

4.      Περιοδικό «Εκκλησία» (Επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος)

 


Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑ Η ΔΥΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ 15ΟΥ ΚΑΝΟΝΑ;






ΕΡΩΤΗΣΗ. Διαβάστε τον Κανόνα με προσοχή και θα δείτε ότι δεν επιβάλλει κάποια υποχρέωση, αλλά απλώς δίνει ένα δικαίωμα. Πουθενά δεν λέει ότι οι Κληρικοί οφείλουν να απομακρύνονται από έναν τέτοιον Επίσκοπο πριν καταδικαστεί, ούτε μιλάει για κάποια τιμωρία ή έστω απλή επίπληξη γι' αυτούς που δεν απομακρύνονται. Κι αυτό παρόλο που στους ιερούς Κανόνες είναι σύνηθες να χρησιμοποιείται η φράση "να καθαιρείται", όταν πρόκειται για Κληρικούς που δεν εκπληρώνουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Αν όμως υποστηριχθεί ότι, επειδή δεν περιλαμβάνεται ποινή (επιτίμιο) στο δεύτερο μέρος του Κανόνα, αυτός είναι προαιρετικός, τότε αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει «μολυσμός» (πνευματική ακαθαρσία από την επικοινωνία με την αίρεση). Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, που δέχεται ότι αυτός ο μολυσμός υπάρχει.

Άλλωστε, ούτε ο 33ος Αποστολικός κανόνας, ούτε ο 9ος του Τιμοθέου, ούτε ο 5ος του Μεγάλου Βασιλείου περιέχουν ποινές για το ίδιο θέμα (δηλαδή για την επικοινωνία με αμετάκλητους/μη καταδικασμένους ακόμα αιρετικούς), κι όμως είναι υποχρεωτικοί. Επίσης, στην επιστολή του Μεγάλου Αθανασίου «προς Μονάζοντας», δεν περιέχεται ποινή, αλλά η απομάκρυνση θεωρείται υποχρεωτική («πρέπει να φεύγετε»), φράση που εκφράζει την κοινή γραμμή των Πατέρων της Εκκλησίας.

Παράλληλα, υπάρχουν ποινές για τους Ορθοδόξους που κοινωνούν με μη καταδικασμένους αιρετικούς, όπως ορίζει η κανονική αρχή «όποιος επικοινωνεί με κάποιον που είναι εκτός κοινωνίας, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας», αλλά και οι διακηρύξεις του Αγίου Σωφρονίου, Πατριάρχη Ιεροσολύμων: «Όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

ΕΡΩΤΗΣΗ. Το ότι αυτό είναι αλήθεια φαίνεται και από το γεγονός ότι, ενώ στη μακρά ιστορία της Εκκλησίας καθαιρέθηκαν αμέτρητοι Επίσκοποι λόγω αίρεσης, ποτέ δεν τιμωρήθηκε Κληρικός (ή έστω να του γίνει απλή επίπληξη) επειδή δεν βιάστηκε να αποσχιστεί αμέσως από τον αιρετικό Επίσκοπο, αλλά περίμενε την καταδίκη του από Σύνοδο. Αν ο κανόνας ήταν υποχρεωτικός, θα είχε ερμηνευτεί έτσι στην πράξη από την Εκκλησία και θα είχαμε πλήθος παραδειγμάτων τιμωρίας Κληρικών οι οποίοι, χωρίς να υιοθετούν τις ιδέες του αιρετικού Επισκόπου τους, συνέχιζαν να τον μνημονεύουν μέχρι τη συνοδική καταδίκη του. Τέτοιο παράδειγμα όμως δεν υπάρχει».

Η απάντηση: Από τη στιγμή που υπάρχει πνευματικός μολυσμός και προβλέπονται ποινές, ακόμα κι αν δεν είχε τιμωρηθεί ποτέ κανείς, αυτό θα οφειλόταν στη φιλανθρωπία και την ευσπλαχνία των Αγίων Πατέρων. Άλλωστε, ούτε όσοι προσήλθαν στην Ορθοδοξία από τον Παπισμό, από άλλες αιρέσεις ή ακόμα και από άλλες θρησκείες τιμωρήθηκαν, παρόλο που υπάρχει μολυσμός και ποινές.

Επιπλέον, υπήρξαν τιμωρίες:

  • Λαϊκοί και Κληρικοί: Σύμφωνα με την ερμηνεία του σπουδαίου κανονολόγου Ματθαίου Βλαστάρεως στον κανόνα της επιστολής προς «Ρουφινιανό», οι λαϊκοί που κοινώνησαν με τους Αρειανούς (είτε από εξαπάτηση είτε από βία — που σημαίνει ότι παρέμειναν Ορθόδοξοι στην πίστη), όταν επέστρεψαν με μετάνοια στους Ορθοδόξους, δέχθηκαν ποινές. Το ίδιο ίσχυε και για τους Ορθόδοξους κληρικούς που κοινώνησαν με τους Αρειανούς από βία ή για καλό σκοπό: ήταν κανονικά υπεύθυνοι και έπρεπε να τους επιβληθούν ποινές.
  • Μοναχοί: Ο Άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επέβαλε ποινή στους μοναχούς που συμπροσευχήθηκαν με μη καταδικασμένους αιρετικούς, παρόλο που είχαν σταματήσει αυτή την αμαρτωλή συνήθεια.
  • Κληρικοί: Ποινές για το ίδιο θέμα σε κληρικούς επέβαλλε και ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

(Και αν τιμωρήθηκαν ακόμα και οι λαϊκοί και μοναχοί, πόσο περισσότερο ισχύει αυτό για τους κληρικούς που συνεχίζουν να μνημονεύουν αιρετικούς;)

Το γεγονός ότι αυτές οι ποινές προηγούνται χρονικά από τη θέσπιση του 15ου Ιερού Κανόνα δεν μειώνει τη σημασία τους, διότι ο Κανόνας αυτός συντάχθηκε μεν τον 9ο αιώνα, εκφράζει όμως τη διαχρονική εμπειρία της Εκκλησίας. Άλλωστε, ο Άγιος Σωφρόνιος από τον 7ο αιώνα είχε ήδη διατυπώσει την ουσία των Κανόνων 13, 14 και 15, εκφράζοντας την Ιερά Παράδοση.

ΕΡΩΤΗΣΗ. «."Αν όμως κάποιοι απομακρυνθούν από έναν [επίσκοπο] όχι με πρόφαση κάποιο προσωπικό του παράπτωμα, αλλά λόγω αίρεσης που έχει καταδικαστεί από Σύνοδο ή από Αγίους Πατέρες, αυτοί είναι άξιοι τιμής και αποδοχής, ως Ορθόδοξοι". Πράγματι, εδώ ο Άγιος (Σωφρόνιος στις Εξαγγελίες του) επιτρέπει τη διακοπή της μνημόνευσης/απομάκρυνση (αποτείχιση) από τον αιρετικό επίσκοπο μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η αίρεση έχει ήδη καταδικαστεί από Σύνοδο ή από Αγίους Πατέρες. Με τη φράση αυτή, ο Άγιος δεν αποκλείει το ότι είναι αναγκαίο να υπάρξει ονομαστική συνοδική καταδίκη του αιρετικού επισκόπου· αν εννοούσε κάτι τέτοιο, θα το έλεγε ξεκάθαρα.

Ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένη αυτή η φράση του Αγίου μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τον προαιρετικό χαρακτήρα του 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας (ΑΒ') Συνόδου. Ο Άγιος λέει: "αν όμως κάποιοι απομακρυνθούν...", δηλαδή αν κάποιοι διακόψουν την επικοινωνία, αυτοί είναι "άξιοι τιμής και αποδοχής". Ο Άγιος δεν λέει "οφείλουν όλοι να απομακρυνθούν". Αν ο λόγος του είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα, δεν θα χρησιμοποιούσε τη διατύπωση "Αν κάποιοι..."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Το ότι «οφείλουν όλοι να απομακρυνθούν, να διακόψουν την επικοινωνία (αποτειχιστούν)», το λέει ο Όσιος Σωφρόνιος στο παραπάνω απόσπασμα, όταν γράφει: «πρέπει να φύγετε επειδή ο τόπος (δηλαδή η Εκκλησία) βεβηλώθηκε από αυτούς». Αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο για προαιρετική ερμηνεία. Και ο λόγος είναι ο εξής: «όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

Η συνοδική καταδίκη του αιρετικού γίνεται όταν συνεδριάσει η Σύνοδος για να τον δικάσει. Όμως ο ιερέας γίνεται πνευματικά μολυσμένος («βεβηλωμένος/μιαρός ιερέας») πριν ακόμα χάσει την ιεροσύνη του με την καθαίρεση, και για τον λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγεται η επικοινωνία μαζί του.

Σχετικά με τα σχίσματα και τον 15ο Κανόνα

Ποια είναι όμως αυτά τα σχίσματα και γιατί [ο Κανόνας] χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό; Τα σχίσματα αυτά αφορούν τους ψευδοεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους. Αυτοί διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας με τις αιρέσεις που αποδέχθηκαν και εισάγουν μέσα σε αυτήν. Όσοι είναι οι ψευδοεπίσκοποι, τόσα είναι και τα σχίσματα.

Δείτε πώς το ερμηνεύει ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:

«Αν όμως οι προαναφερθέντες εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι αιρετικοί και κηρύσσουν την αίρεσή τους δημόσια, και γι’ αυτόν τον λόγο απομακρύνονται από αυτούς όσοι υπάγονται σε αυτούς —ακόμη και πριν υπάρξει συνοδική απόφαση για την αίρεση αυτή— αυτοί που απομακρύνονται όχι μόνο δεν καταδικάζονται για την απομάκρυνση, αλλά είναι και άξιοι της πρέπουσας τιμής ως ορθόδοξοι. Διότι με αυτή την απομάκρυνση δεν προκάλεσαν σχίσμα στην Εκκλησία, αλλά αντίθετα την ελευθέρωσαν από το σχίσμα και την αίρεση αυτών των ψευδοεπισκόπων».

Αυτό το σχίσμα ανήκει και αφορά τον ψευδοεπίσκοπο· ο Όσιος Νικόδημος το συνδέει άμεσα με αυτόν. Αυτός είναι που διασπά την ενότητα της Εκκλησίας, και από αυτό ακριβώς το σχίσμα ελευθερώνουν την Εκκλησία όσοι διακόπτουν την επικοινωνία μαζί του πριν από τη συνοδική απόφαση.

ΕΡΩΤΗΣΗ. «Η βιασύνη για διακοπή μνημόνευσης (αποτείχιση) σήμερα βασίζεται στη λανθασμένη αντίληψη ότι ο Κανόνας έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Αν οι θεοφόροι Πατέρες, που συνέταξαν τον Κανόνα, ήθελαν να τον κάνουν υποχρεωτικό, θα ξεκινούσαν με τη λέξη "πρέπει", "οφείλουν" ή "είναι αναγκαίο" και θα προέβλεπαν ποινές αφορισμού ή αναθέματος σε περίπτωση που κάποιος δεν τον τηρούσε.

Έχουν λεχθεί πολλά γι' αυτό το ζήτημα. Θα προσθέσω το εξής: Αυτός ο Κανόνας, στο τμήμα που μας ενδιαφέρει, είναι σε πολλά σημεία παρμένος από το έργο "Περί εξαγγελιών" του Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων. Σε αυτό το έργο, ο Άγιος Σωφρόνιος, για λόγους διδακτικούς/παιδαγωγικούς, καταριέται όσους παραβαίνουν τις θείες εντολές. Όταν όμως φτάνει στο συγκεκριμένο απόσπασμα, δεν προβλέπει καμία ποινή (επιτίμιο). Απλώς εκτιμά —όπως ακριβώς και ο 15ος Κανόνας— ότι όποιος διακόψει την επικοινωνία με τον αιρετικό προϊστάμενό του, είναι άξιος να λάβει τιμή και αποδοχή (ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Ι., Ἀκοινωνησία καὶ Ἀποτείχισις σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Πατέρων, σ. 7.)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Η πραγματεία «Περί εξαγγελιών» του Οσίου Σωφρονίου αποτελεί ένα ενιαίο κείμενο. Για να βγουν σωστά συμπεράσματα, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα όσα περιέχονται σε αυτήν, σύμφωνα με την ερμηνευτική αρχή που λέει ότι εξετάζουμε το μέρος με βάση το όλο, και όχι το όλο με βάση το μέρος.

Ο αφορισμός, λοιπόν, υπάρχει στο εξής απόσπασμα: «όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

Το ότι αυτό αναφέρεται ακόμα και για μη καταδικασμένο («ακατάγνωστο») αιρετικό, αποδεικνύεται από ένα άλλο απόσπασμα του ίδιου του Αγίου: «γι’ αυτό πρέπει να φεύγεις, επειδή ο τόπος βεβηλώθηκε...». Εδώ περιέχεται η λέξη «φευκτέον» (δηλαδή «πρέπει να αποφεύγεται/να φεύγεις»), η οποία εκφράζει ακριβώς το «πρέπει», το «οφείλουν» ή το «είναι αναγκαίο» που ζητάει η άλλη πλευρά (η ένσταση).

Άρα, υπάρχει και ο αφορισμός και το «πρέπει». Κατά συνέπεια, το απόσπασμα των «Εξαγγελιών» —από το οποίο είναι παρμένος ο 15ος Ιερός Κανόνας— έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τη συνολική διδασκαλία του Οσίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων. Και κατ' επέκταση, υποχρεωτικό είναι και το αντίστοιχο μέρος του 15ου Κανόνα, προκειμένου να αποφευχθεί ο πνευματικός μολυσμός.

 


Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Η φύση της αποτείχισης και η ενότητα της Εκκλησίας


Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την μνημόνευση αυτού του αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί). Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου. Η αποτείχισις έχει την έννοια της παρεμβολής τείχους μεταξύ του Επισκόπου που έχει διακόψει την διαμνημόνευση του αιρετικού Πατριάρχου μ’ αυτόν τον Πατριάρχη που του διακόπηκε η διαμνημόνευση. Δηλαδή, δι’ αυτής της διακοπής κοινωνίας αυτοπροστατεύεται ο Επίσκοπος από το σχίσμα του Πατριάρχου ώστε να μη συμμετέχει και ο ίδιος.

Επαναλαμβάνουμε λοιπόν δεν αποκόπτεται της Εκκλησίας ούτε ο ίδιος ο Επίσκοπος, ούτε όσοι πιστοί τον ακολουθούν. Και ούτε οι αποτειχισθέντες γίνονται η Εκκλησία όπως λέγεται υπό της ενστάσεως, αποτελούν όμως το υγιές τμήμα της Εκκλησίας κατά τον Μ. Βασίλειο,.

Η αποτείχιση πατερικώς εξεταζομένη, κυρίως έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα, δια τούτο και είναι υποχρεωτική. Για να ισχύει ο άκρατος αυτός επισκοποκεντρισμός που υποστηρίζεται υπό της ενστάσεως, πρέπει να μην υπάρχει συμμολυσμός στον ορθόδοξο εκ της κοινωνίας του ακατακρίτου αιρετικού. Το «consensus Patrum» όμως λέγει, ότι υπάρχει αυτός ο συμμολυσμός. Άρα τα όσα λέγονται υπό της ενστάσεως έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την διδασκαλία της Εκκλησίας, (βλ. υποσ. 850).

Η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και ο Επισκοποκεντρισμός

Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και για το σχίσμα, το οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο κακό, όσο και η αίρεση: "Του εις αίρεσιν εμπεσεν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν" (Εις την Προς Εφεσίους Ομιλ. 11, 5, ΕΠΕ20, 712). Η γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά και στις ημέρες μας,... (όταν κάποιοι) φθάνουν μέχρι του σημείου να σκέπτονται διακοπή της κοινωνίας με τους οικουμενιστάς επισκόπους. Τότε τους επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος με την επίκληση και αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς, διότι η συνάφεια στην οποίαν διατύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν την θέση είναι τελείως διαφορετική. Ο ίδιος δε δεν δίστασε να διακόψει την κοινωνία με άλλους επισκόπους και να επαινέσει στα κείμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές του που στέλνει από την εξορία, όσους κληρικούς και λαϊκούς ηρνούντο να δεχθούν ως νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τους διώκτες και διαδόχους του. Η συνολική έρευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου προς τους διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη που συνήθως προβάλλεται με βάση σύσταση και συμβουλή του Χρυσοστόμου προς τους οργισμένους για την εξορία του κληρικούς και λαϊκούς να κάνουν υπακοή στον διάδοχό του και να τον αναγνωρίσουν, διότι δεν μπορεί η Εκκλησία να μείνει χωρίς επίσκοπο, να είναι "ανεπίσκοπος". Αντίθετα, από την διδασκαλία και την ζωή του προκύπτει ότι διακοπή της κοινωνίας προς τον επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σε περίπτωση που κηρύσσει αίρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία με τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο και προφανές, αλλά ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας, προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως και ζωής. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου για την πίστη και την ζωή είναι ενιαία, ο δε απόστολος Παύλος απέκοψε από την εκκλησιαστική κοινωνία τον αιμομίκτη της Κορίνθου για ηθικό παράπτωμα και όχι για αιρετική διδασκαλία. Αυτή την χρυσοστομική γραμμή ακολούθησε μετά από τέσσερις αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε την κοινωνία για το ηθικό θέμα της "μοιχοζευξίας", για το ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχή του πατριάρχου, ευλόγησε τον δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κων/νου ΣΤ’ (780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος».

Πατερικές μαρτυρίες και η στάση απέναντι στους παρανομοούντες.

Στη συνέχεια, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινεί τους επισκόπους που διέκοψαν κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία με τη διεφθαρμένη εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής του και τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν αυτή τη στάση, ακόμα κι αν οι περισσότεροι υποχώρησαν στις πιέσεις των ισχυρών. Θεωρεί ότι αυτή η αποχή είναι η μόνη ελπίδα για να διορθωθούν τα κακά, τονίζοντας πως η απομάκρυνση των υγιών πιστών από όσους πράττουν πονηρά έργα αποτελεί την αρχή για να περάσει η καταιγίδα, την ασφάλεια της Εκκλησίας και τη θεραπεία των κακών (Επιστολή 89, Θεοδοσίω επισκόπω Σκυθοπόλεως PG 52, 655). Δεν σταματά όμως μόνο στη δική τους απομάκρυνση, αλλά τους συμβουλεύει να παρακινήσουν και όλους τους πιστούς να πράξουν το ίδιο (Επιστολή 90, Μωϋσή επισκόπω PG 52, 655). Μάλιστα, θεωρεί ότι όσοι αγωνίζονται υπερασπιζόμενοι τους πατρικούς νόμους και τους θεσμούς της Εκκλησίας, δείχνοντας θάρρος με λόγια και έργα και πεθαίνοντας καθημερινά —άνδρες, γυναίκες και παιδιά— είναι δίκαιο να καταταγούν χιλιάδες φορές στη χορεία των Μαρτύρων (Προς σκανδαλισθέντας 18, ΕΠΕ 33, 608).

Για να μη μείνει όμως η Εκκλησία τελείως χωρίς καλούς επισκόπους, ο Χρυσόστομος συνιστά στους επισκόπους που τον ακολουθούσαν να παραμείνουν προσωρινά στις θέσεις τους, διατηρώντας μια τυπική επικοινωνία με όσους παρανομούσαν, ώστε να μην παραδοθεί εντελώς το σκάφος της Εκκλησίας σε ακατάλληλους ανθρώπους. Αυτό ήταν ένα μέτρο προσωρινής υπομονής και υποχωρητικότητας, όπως φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι την ίδια ακριβώς εποχή ο ίδιος αποκαλεί αυτούς τους παρανομοούντες επισκόπους «λύκους» και «μοιχούς», εκφράζοντας την πραγματική και αυστηρή γνώμη του. Την ίδια γραμμή ακολουθεί και στις οδηγίες προς τις διακόνισσες, προετοιμάζοντας το έδαφος για να απορριφθούν εντελώς αυτοί που θα τον διαδεχθούν. Για τον σκοπό αυτό θέτει δύο πολύ αυστηρούς όρους: να μην επιδιώξει ο ίδιος ο νέος επίσκοπος τη θέση αλλά να εκλεγεί παρά τη θέλησή του, και η εκλογή του να γίνει με τη συναίνεση ολόκληρου του πληρώματος της Εκκλησίας.

Αυτοί οι όροι όμως δεν τηρήθηκαν, καθώς οι διάδοχοί του, όπως ο Αρσάκιος και ο Αττικός, ανέλαβαν τη θέση αντικανονικά. Όταν ένας επίσκοπος παραβιάζει τους κανόνες και οι υπόλοιποι Πατέρες σταματούν να τον μνημονεύουν, ο επίσκοπος αυτός αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας. Βάζοντας τον εαυτό του πάνω από την Εκκλησία προκαλεί σχίσμα, το οποίο αποτελεί βαρύτατο αμάρτημα που, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, δεν ξεπλένεται ούτε με το αίμα του μαρτυρίου

Ανακεφαλαίωση και Ιστορικά Παραδείγματα Αγίων

Η απάντηση: Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη, ως ισχυρίζεται η ένσταση. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την διαμνημόνευση αυτού του αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί). Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου ως υποκριτάς κέρδους χάριν και κενοδοξίας τούτο εργαζομένους... Πάντας μεν ον τους τοιούτους δει αποστρέφεσθαι, κολλάσθαι δε τοις και την από των αποστόλων, καθώς προέφαμεν, διαδοχήν τηρούσι και συν τη πρεσβυτερική τάξει λόγον υγιή και αναστροφήν ακατάγνωστον παρεχομένοις εις μόρφωσιν και κατόρθωσιν των λοιπών»451. «Βαδίζοντες δε την απλανή και ζωηφόρον οδόν, οφθαλμόν μεν εκκόψωμεν σκανδαλίζοντα· μη τον αισθητόν, αλλά τον νοητόν· οίον εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν, χρή αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ’ αυτών εμβληθναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις την γέεναν του πυρός. Ομοίως και η χείρ ο διάκονος, εάν ανάξιόν τι πράττη, χωριζέσθω του θυσιαστηρίου»452. Και κλείνουμε την απάντηση αυτής της ενστάσεως με τα εξής: «Υποστήριξαν ότι η διακοπή μνημόνευσης των επισκόπων, δηλαδή η αποτείχιση, προκαλεί σχίσμα, σε θέτει εκτός Εκκλησίας, ωσάν να είναι τόσο αμαθείς και αθεολόγητοι, ώστε να μη σκεφθούν ότι τόσοι Άγιοι και σύγχρονοι Επίσκοποι και Γέροντες που διέκοψαν την μνημόνευση αιρετικών και αιρετιζόντων δεν ήσαν ασφαλώς σχισματικοί, ούτε βρέθηκαν εκτός Εκκλησίας. Ήσαν λοιπόν σχισματικοί ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όλοι οι επιφανείς Πατέρες που αγωνίσθηκαν εναντίον των αιρέσεων και δεν είχαν κοινωνία με τους αιρετικούς, ο Μ. Αθανάσιος, ο Μ. Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης και το σύνολο των ομολογητών Αγίων; Ήταν ποτέ δυνατόν μία αναγνωρισμένη και έγκυρη Σύνοδος, όπως η Πρωτοδευτέρα του Μ. Φωτίου που μνημονεύσαμε του 861, να συμβουλεύει (το ορθό είναι εντέλλεται σ.σ., βλ. σχετικώς στην οικεία ενότητα των διακοπή μνημοσύνου, δηλαδή αποτείχιση και να σε καθιστά σχισματικό και εκτός Εκκλησίας; Ήσαν λοιπόν σχισματικοί και εκτός Εκκλησίας οι τρεις επίσκοποι των καιρών μας που, μαζί τους όλο το Άγιον Όρος και ο Άγιος Παΐσιος επειδή διέκοψαν την μνημόνευση του ονόματος του πατριάρχη Αθηναγόρα;

 ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ


Η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων και η Ε' Οικουμενική Σύνοδος

Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων και η Ε' Οικουμενική Σύνοδος

1. Πώς Προκύπτει η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων

Σύμφωνα με το «consensus Patrum» και τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων, η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» προκύπτει ως ο πνευματικός μηχανισμός μέσω του οποίου μεταδίδεται ο μολυσμός της αίρεσης από ένα μέλος της Εκκλησίας σε άλλο. Η αρχή αυτή δεν αφορά την οντολογική απώλεια της ιερωσύνης, αλλά τη συμμετοχή στην ασέβεια, την κατάκριση και το σχίσμα του αιρετικού.

Οι βασικοί τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται και «λειτουργεί» αυτή η αρχή είναι οι εξής:

Α. Η Εκκλησιαστική Κοινωνία ως Μεταδότης.Ο μολυσμός λειτουργεί μεταδοτικά. Όπως το υγρό ρέει μεταξύ συγκοινωνούντων δοχείων, έτσι και η κακοδοξία μεταφέρεται από τον αιρετικό στον Ορθόδοξο που κοινωνεί μαζί του, και από αυτόν στον «τρίτο» που θα κοινωνήσει με τον ήδη μολυνθέντα.  Η κακοδοξία μεταδίδεται αναγκαίως μέσω της κοινωνίας, καθιστώντας τον Ορθόδοξο συμμέτοχο, έστω και αν ο ίδιος δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με την πλάνη.

Β. Η Μνημόνευση (Δίπτυχα). Η αναφορά του ονόματος ενός επισκόπου στην ιερή αναφορά θεωρείται πλήρης συμμετοχή στην πίστη εκείνου που μνημονεύεται.  Μέσω της μνημονεύσεως, ο Ορθόδοξος —ακόμη και αν παραμένει ορθόφρων στο εσωτερικό του φρόνημα— καθίσταται κοινωνός της ασεβείας του αιρετικού.

Γ. Η Θεία Μετάληψη.Η συμμετοχή στα μυστήρια που τελούνται από ακατάκριτους (μη καθηρημένους) αιρετικούς επιφέρει τον μολυσμό, διότι ο πιστός γίνεται «μέτοχος τς κακοδοξίας κα τς ατν γενώμεθα κατακρίσεως». Η κοινωνία αυτή χαρακτηρίζεται ως «πνευματική μοιχεία» και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό, προσοικειώνοντάς τον με τον διάβολο.

Δ. Συμπροσευχή και Συνεστίαση Οι Άγιοι Πατέρες (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, όσιος Σωφρόνιος κ.ά.) διδάσκουν ότι η αρχή αυτή επεκτείνεται και στη συμπροσευχή ή ακόμη και στην απλή φιλική συναναστροφή («βρώμα και πόμα») με αιρετικούς.  Βάσει της αρχής « κοινωνν κοινωνήτ κοινώνητος στω», όποιος κοινωνεί με πρόσωπο που βρίσκεται εκτός εκκλησιαστικής υγείας, καθίσταται και ο ίδιος ακοινώνητος για το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Ε. Θεολογική Θεμελίωση.Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι διοικητική αλλά πνευματική («εν Πνεύματι μία»). Όταν ο επίσκοπος κηρύσσει αίρεση, διασπά την ενότητά του με τον Χριστό και μετατρέπει τα μυστήρια σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν μαζί του εν γνώσει. Η αποδοχή αυτής της αρχής αποτελεί «αρχαον κα πάτριον θος» και κοινή ομολογία των Αγίων όλων των αιώνων.

Σύνοψη: Η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων προκύπτει από την οργανική ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, όπου η πνευματική κατάσταση της κεφαλής (επισκόπου) επηρεάζει αναπόφευκτα τα μέλη μέσω των λειτουργικών και μυστηριακών δεσμών.

2. Σχετικοί Ιεροί Κανόνες

Σύμφωνα με τις πηγές, υπάρχει ένα πλήθος ιερών Κανόνων που θεμελιώνουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη διακοπή της κοινωνίας με αιρετικούς και την αποφυγή του πνευματικού μολυσμού. Οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν απλώς διοικητικές διατάξεις, αλλά έχουν σωτηριολογικό σκοπό, αποσκοπώντας στη διαφύλαξη της ενότητας του πιστού με τον Χριστό.

Α. Βασικοί Κανόνες Διακοπής Κοινωνίας

  • 15ος Κανόνας της ΑΒ’ (Πρωτοδευτέρας) Συνόδου: Αποτελεί τον βασικό κανόνα που επιτρέπει και επαινεί τη διακοπή μνημοσύνου επισκόπου που κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή», πριν ακόμη καταδικαστεί από σύνοδο. Οι πηγές τονίζουν ότι ο κανόνας αυτός είναι υποχρεωτικός για την αποφυγή του μολυσμού.
  • 31ος Αποστολικός Κανόνας: Προβλέπει τη διακοπή κοινωνίας με επίσκοπο που σφάλλει σε θέματα «ευσεβείας και δικαιοσύνης».

Β. Η Αρχή «Ο κοινωνών ακοινωνήτω...»

Οι κανόνες αυτοί ορίζουν ότι όποιος έρχεται σε κοινωνία με πρόσωπα που έχουν τεθεί εκτός Εκκλησίας (ή κηρύττουν αίρεση), μολύνεται και καθίσταται ο ίδιος ακοινώνητος:

  • 10ος Αποστολικός Κανόνας: Διατάζει τον αφορισμό όποιου συμπροσευχηθεί με ακοινώνητο, έστω και σε σπίτι.
  • 2ος Κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας: Ορίζει ρητά: «ο ακοινωνήτοις κοινωνών ακοινώνητος έστω», αρχή που σύμφωνα με τους Πατέρες ισχύει και για τους ακατάκριτους αιρετικούς προς αποφυγή του συμμολυσμού.
  • 11ος Αποστολικός Κανόνας: Επιβάλλει την ποινή της καθαιρέσεως σε κληρικό που συμπροσεύχεται με καθηρημένο.

Γ. Κανόνες για τη Συμπροσευχή και τη Λειτουργική Παρουσία

  • 33ος Κανόνας της Λαοδικείας: Απαγορεύει ρητά τη συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς.
  • 9ος Κανόνας του Τιμοθέου Αλεξανδρείας: Διδάσκει ότι η παρουσία αιρετικών κατά τη θεία Λειτουργία προκαλεί πνευματική βλάβη στον κληρικό, γι' αυτό και ο διάκονος προσφωνεί «οι ακοινώνητοι περιπατήσατε».
  • 33ος Αποστολικός Κανόνας: Απαγορεύει την αποδοχή ξένων κληρικών στην κοινωνία, εάν αυτοί αποδειχθούν αιρετικοί μετά από ανάκριση.

Δ. Άλλες Σχετικές Διατάξεις

  • 11ος Κανόνας της Καρθαγένης: Αναφέρεται στην απομάκρυνση από επίσκοπο για λόγους πίστεως.
  • 5ος Κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου: Περιλαμβάνεται στους κανόνες που επιβάλλουν την αποχή από την κοινωνία των ετεροδόξων.
  • 1ος και 3ος Κανόνες της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου: Καθορίζουν την έκπτωση και ακοινωνησία όσων ακολουθούν τις κακοδοξίες του Νεστορίου ή του Κελεστίου.

Συμπέρασμα: Η διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας (consensus Patrum) ερμηνεύει αυτούς τους κανόνες ως ένα ενιαίο πνευματικό πλαίσιο που επιβάλλει τη διακοπή κοινωνίας με την αίρεση, προκειμένου να μην ενεργήσει η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» και μεταδοθεί ο μολυσμός στο υγιές σώμα των πιστών.

3. Εφαρμογή της Αρχής στην Ε' Οικουμενική Σύνοδο

Η εφαρμογή της «αρχής των συγκοινωνούντων δοχείων» στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο (553 μ.Χ.) αποτελεί, σύμφωνα με τις πηγές, το κεντρικό εκκλησιολογικό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο η αίρεση μεταδίδεται μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας, ακόμη και πριν από μια επίσημη καθαίρεση.

Η εφαρμογή αυτή εκδηλώθηκε με τους εξής τρόπους:

Α. Η Διαγραφή του Πάπα Βιγιλίου από τα Δίπτυχα

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων όταν αποδέχθηκε την πρόταση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού («Θείος Τύπος») να διαγραφεί το όνομα του Πάπα Βιγιλίου από τα ιερά δίπτυχα. Παρόλο που ο Πάπας δεν είχε ακόμη καθαιρεθεί επίσημα από τη Σύνοδο, η διαγραφή του κρίθηκε απαραίτητη διότι ο ίδιος είχε ταυτιστεί με την ασέβεια των «Τριών Κεφαλαίων».

Β. Ο Μολυσμός ως «Συμμετοχή στην Ασέβεια»

Το σκεπτικό της Συνόδου, όπως καταγράφεται στα πρακτικά, ήταν ότι η συνεχιζόμενη μνημόνευση και κοινωνία με τον Πάπα θα σήμαινε ότι και οι Ορθόδοξοι Πατέρες της Συνόδου «θα βρεθούμε να συμμετέχουμε στην ασέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου».

  • Η αρχή λειτούργησε ως πνευματικός μεταδότης: η κακοδοξία του ενός μέλους (του Πάπα) «έρρεε» προς τα υπόλοιπα μέλη μέσω της λειτουργικής αναφοράς του ονόματός του.
  • Διευκρινίζεται ότι αυτή η συμμετοχή στον μολυσμό δεν σήμαινε αυτόματη απώλεια της ιερωσύνης για τους Ορθοδόξους, αλλά τους καθιστούσε συνυπεύθυνους στην αλλοτρίωση από τον Θεό.

Γ. Η Μίανση της Καθαρότητας των Μυστηρίων

Μια από τις πιο καίριες εφαρμογές της αρχής στην Ε’ Οικουμενική ήταν η διακήρυξη ότι η κοινωνία με τον αιρετικό επίσκοπο «μιαίνει την καθαρότητα των μυστηρίων».

  • Σύμφωνα με τη Σύνοδο, ο μολυσμός αυτός δεν καθιστά τα μυστήρια ανυπόστατα (άκυρα), αλλά μεταβάλλει το αποτέλεσμά τους στον πιστό: αντί για άφεση αμαρτιών, η μετάληψη μετατρέπεται σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν «εν γνώσει» με την ασέβεια.
  • Η Σύνοδος δίδαξε ότι ο πιστός μπορεί να ελπίζει σε άφεση αμαρτιών μόνο όταν κοινωνεί από ιερείς που «λατρεύουν τον Θεό ορθοδόξως».

Δ. Η Διάκριση μεταξύ Προσώπου και Θρόνου

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων με μεγάλη ακρίβεια, διακρίνοντας το πρόσωπο του Βιγιλίου από τον θρόνο της Ρώμης. Ενώ διέκοψε την κοινωνία με τον Βιγίλιο για να αποφύγει τον συμμολυσμό, διατήρησε την ενότητα με την «αποστολική καθέδρα». Αυτό δείχνει ότι ο μολυσμός αφορά τη συγκεκριμένη πνευματική σχέση με τον ατομικό φορέα της αίρεσης και όχι την οντολογία της Εκκλησίας.

Ε. Η Καθολική Ισχύς της Αρχής

Η στάση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου απέδειξε πως η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων αποτελεί κοινή ομολογία και διαχρονική θέση της Εκκλησίας. Η διακοπή του μνημοσύνου ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου δεν θεωρήθηκε σχίσμα, αλλά «χρέος» και «σωτηριώδης ενέργεια» για τη διαφύλαξη της υγείας του εκκλησιαστικού σώματος

 πηγη.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ.


Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Από τα πρακτικά της Ε Οικουμενικής Συνόδου


 Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Σύνοδος κατά τη διάρκεια της πέμπτης συνελευσής της αντιμετώπισε το θέμα αν αναθεματίζονται οι αιρετικοί μετά το θάνατό τους και μετά από ενδελεχή έρευνα αποφάνθηκε ότι αυτή είναι εκκλησιαστική παράδοση. Από τα όσα ειπώθηκαν και παρουσιάστηκαν προέκυψε επίσης ότι ο Θεόδωρος Μοψουεστίας είχε εκβληθεί από την Καθολική Εκκλησία και μετά θάνατον εξαιτίας των ασεβών συγγραμμάτων του. Το ρήμα «εκβληθεί»  σε αυτό το απόσπασμα σημαίνει ότι βγήκε από τα ιερά δίπτυχα. Ο Θεόδωρος Μοψουεστίας πέθανε το 428 ενώ ήταν σε πλήρη κοινωνία με την Εκκλησία της πόλης του και το όνομά του περιλαμβανόταν στα ιερά δίπτυχα. Τουλάχιστον ογδόντα χρόνια αργότερα βγήκε από τα ιερά δίπτυχα,όπως προκύπτει από τη σύνοδο που διέταξε ο Ιουστινιανός να εξετάσει το ζήτημα στη Μοψουεστία το 550. Ο λόγος που συνέβη αυτό εξηγείται από την ίδια την Ε' Οικουμενική Σύνοδο. Οι οπαδοί του Θεοδώρου ισχυρίζονταν ότι δεν πρέπει να αναθεματιστεί επειδή πέθανε εν κοινωνία με την Εκκλησία, όμως η Σύνοδος απέδειξε το αντίθετο.

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Η Σύνοδος επικαλέστηκε τρία χωρία. Το πρώτο είναι του Κυρίου στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ότι όποιος πιστεύει σε Αυτόν δεν κρίνεται, ενώ όποιος δεν πιστεύει ήδη έχει κριθεί, επειδή δεν πίστεψε στο όνομα του μονογενούς Υιού του Θεού. Το δεύτερο είναι του Αποστόλου Παύλου προς Γαλάτας ότι αν ακόμη εμείς ή άγγελος από τον ουρανό σας κηρύξει άλλο Ευαγγέλιο από αυτό που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα. Η Σύνοδος ερμηνεύει ότι ο αναθεματισμός σημαίνει χωρισμό από τον Θεό. Το τρίτο χωρίο είναι από την προς Τίτο  Επιστολή ότι τον αιρετικό άνθρωπο μετά από μία και δεύτερη νουθεσία απόφευγέ τον, ξέροντας ότι έχει εκτραπεί και αμαρτάνει αυτοκατακρινόμενος.

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ

Η Σύνοδος συνεχίζει λέγοντας ότι συμφωνούν με όσα έγραψε ο άγιος Κύριλλος στα βιβλία του κατά Θεοδώρου, όπου λέει ότι πρέπει να αποφεύγονται όσοι κρατούνται από τόσο χείρονα πταίσματα είτε είναι εν ζωή είτε όχι, γιατί πρέπει πάντα να φεύγουμε από αυτό που βλάπτει και να μη βλέπουμε σε πρόσωπο, αλλά σε αυτό που αρέσει στον Θεό. Έτσι το «παραιτού» του Αποστόλου ερμηνεύεται από τον άγιο Κύριλλο ως ανάγκη να φεύγουμε από κοντά τους γιατί βλάπτουν. Αυτή η βλάβη προέρχεται είτε από τους ζωντανούς είτε από τους κεκοιμημένους αιρετικούς.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ Γ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Η Σύνοδος διακηρύσσει ότι ο Θεόδωρος Μοψουεστίας καταδικάστηκε μαζί με τον Νεστόριο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την αλληλογραφία του Αγίου Κυρίλλου. Ωστόσο, οι Επίσκοποι της Ανατολής θεωρούσαν τον Θεόδωρο ορθόδοξο· συνεπώς, μια άμεση, ονομαστική αναθεμάτισή του από τη Γ' Οικουμενική Σύνοδο και η διαγραφή του από τα Ιερά Δίπτυχα θα οδηγούσε σε οριστική διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους.

Για το λόγο αυτό, η Σύνοδος επέδειξε εκκλησιαστική οικονομία: απέφυγε την άμεση ονομαστική καταδίκη του, προκειμένου να αποτρέψει το σχίσμα όσων στήριζαν τις θεολογικές τους ελπίδες στο πρόσωπό του.

Με αυτόν τον τρόπο δικαιώθηκαν τόσο ο Μέγας Κύριλλος όσο και η Γ' Οικουμενική Σύνοδος. Όταν αργότερα η Εκκλησία της Μοψουεστίας συνειδητοποίησε την αιρετική του διδασκαλία, τον διέγραψε τελικά από τα Ιερά Δίπτυχα — επιβεβαιώνοντας την εκκλησιαστική αρχή ότι οφείλουμε να απομακρυνόμαστε από ό,τι βλάπτει την πίστη, είτε πρόκειται για ζώντες είτε για κεκοιμημένους.


Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑΣ ΒΙΓΙΛΙΟΣ

Επιστρέφοντας πριν από το τέλος της έβδομης συνεδρίας, ο κοιαίστωρ Κωνσταντίνος (=ανώτερος δημόσιος λειτουργός/αξιωματούχος)  προσκόμισε ένα έγγραφο Τύπο του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος είπε ότι ο ευσεβέστατος Βασιλιάς απηύθυνε προς την Αγία Σύνοδο έναν Τύπο περί του ονόματος του Βιγιλίου, δηλαδή ότι στο εξής επειδή υπερασπίστηκε την ασέβεια δεν πρέπει να αναγράφεται στα ιερά δίπτυχα της Εκκλησίας, να μη μνημονεύεται από τη Σύνοδο, και να μη διατηρηθεί το όνομά του ούτε στην Εκκλησία της Βασιλεύουσας Πόλης ούτε στις άλλες Εκκλησίες που είναι εμπιστευμένες στη Σύνοδο και στους υπόλοιπους επισκόπους εντός του κράτους που του έδωσε ο Θεός. Ο Κωνσταντίνος πρόσθεσε ότι αφού ακούσουν τον Τύπο θα μάθουν πόση φροντίδα έχει ο γαληνότατος Βασιλιάς για την ενότητα των αγίων Εκκλησιών και την καθαρότητα των αγίων μυστηρίων.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

Ο Τύπος του αυτοκράτορα ζητάει αφού ο Πάπας Βιγίλιος υπερασπίστηκε την ασέβεια του νεστοριανισμού να μην αναγράφεται στα ιερά δίπτυχα της Εκκλησίας ούτε να μνημονεύεται στην Κωνσταντινούπολη ούτε αλλού. Η διαγραφή του ονόματος του Πάπα από τα ιερά δίπτυχα έχει άμεση σχέση με την ενότητα, γιατί αν μνημονεύεται υπερασπιζόμενος την αίρεση διασπά την ενότητα και μάλιστα πριν από συνοδική καταδίκη. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος (Καλαμαράς) στην εισαγωγή του βιβλίου του για την Ε' Οικουμενική Σύνοδο λέει ότι κατά αναμφισβήτητη ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχή η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι διοικητικής ή θεσμικής μορφής. Η Εκκλησία είναι εν Πνεύματι μία, είναι ενωμένη στο όνομα του Χριστού. Ένας Κύριος, μία Πίστη, ένα Βάπτισμα, ένας Θεός και Πατέρας όλων. Αυτή η ενότητα παρασαλεύεται μόνο από τις ετεροδοξίες. Όποιος φρονεί διαφορετικά από όσα παρέλαβε παύει να έχει την ενότητα της πίστης και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Άρα η Εκκλησία δεν είναι επισκοποκεντρική ούτε ανθρωποκεντρική αλλά Χριστοκεντρική. Όλοι μέσα στην Εκκλησία αποτελούμε ένα σώμα και η μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων του Χριστού μας ενώνει με τον Χριστό και μεταξύ μας. Ο αιρετικός εξαιτίας της ασέβειας που έχει αποδεχθεί χωρίζεται από τον Θεό και διασπά αυτή την ενότητα. Η ίδια η Σύνοδος στην ψήφο της λέει ότι ο ασεβής επιφέρει το ανάθεμα με τα ίδια του τα έργα, αφού με την ασέβειά του αποχωρίζει τον εαυτό του από την αληθινή ζωή. Ότι δημιουργεί σχίσμα ομολογεί και ο 15ος ιερός Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου όπου λέει ότι δεν κατέγνωσαν επισκόπους αλλά ψευδεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους, και δεν κατέτεμον την ένωση της Εκκλησίας με σχίσμα αλλά «λλ σχισμάτων κα μερισμν τν κκλησίαν σπούδασαν ρύσασθαι».( αλλά αγωνίστηκαν/φρόντισαν με ζήλο να γλιτώσουν την Εκκλησία από τα σχίσματα και τις διαιρέσεις).

 Από αυτό το σχίσμα του μη κατεγνωσμένου αιρετικού ελευθερώνει την Εκκλησία αυτός που του διακόπτει την κοινωνία. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος προσθέτει ότι χάνεται η καθαρότητα των αγίων μυστηρίων όταν μνημονεύεται αιρετικός επίσκοπος. Τα δύο θέματα ενότητα και καθαρότητα αναφέρονται μαζί ως άρρηκτα συνδεδεμένα με την αίρεση.

Ο ΘΕΙΟΣ ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Πώς ερμηνεύει η Ε' Οικουμενική Σύνοδος την απώλεια της καθαρότητας ή με άλλα λόγια τον μολυσμό των μυστηρίων; Ψηλαφώντας τα πρακτικά της διευκρινίζεται αυτό το θέμα. Ο Θείος Τύπος του Ιουστινιανού αναφέρει ότι μία είναι για τους χριστιανούς η σωτηρία: να προσέρχονται στην κοινωνία των αγίων μυστηρίων με καθαρή καρδιά, αγαθή συνείδηση και ανυπόκριτη πίστη, γιατί τότε μόνο ελπίζει ο καθένας ότι θα λάβει άφεση αμαρτιών αν αξιωθεί της κοινωνίας των αγίων μυστηρίων από ιερείς που λατρεύουν τον Θεό ορθόδοξα. Για τη σωτηρία των χριστιανών το κείμενο θέτει τις εξής προϋποθέσεις: καθαρή καρδιά, αγαθή συνείδηση και ανυπόκριτη πίστη όσον αφορά τον προσερχόμενο. Όσον αφορά τον ιερέα από τον οποίο προσέρχεται να μεταλάβει ο πιστός, πρέπει να λατρεύει τον Θεό ορθόδοξα. Η φράση τότε μόνο ελπίζει δεν αφήνει περιθώρια επιλογής ως προς ιερέα που δεν λατρεύει έτσι. Είναι πολύ σημαντικό ότι άφεση αμαρτιών λαμβάνουμε μόνο από την πρώτη εκδοχή.

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Το ίδιο λέει και ο όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης αναφερόμενος στον Μέγα Βασίλειο. λέει «Ο δε σεπτός Βασίλειος [λέει]: "Όσων, λέει, τη διδασκαλία δεν αποδέχομαι και το φρόνημα κατακρίνω εντελώς, από αυτούς είναι φυσικό να αποφεύγω και την επικοινωνία (συναναστροφή)". Και αφού εξέθεσε πρώτα αυτά, αμέσως προσθέτει: "Διαφορετικά, το να σωθεί ο πιστός και να λάβει από τον Θεό τη λύτρωση των αμαρτημάτων του, και να γίνει κληρονόμος της ουράνιας ζωής και ανάπαυσης, αν δεν απομακρυνθεί τελείως από όσους δεν φρονούν τα σωστά, αποφεύγοντας την κοινωνία με τους αιρετικούς, είναι παντελώς ανέφικτο και εντελώς αδύνατο».

 Ο Μέγας Ιεράρχης λέει ότι αυτών που το φρόνημά τους δεν συναινούμε πρέπει να φεύγουμε και την συγκοινωνία, γιατί διαφορετικά ο πιστός ούτε λύτρωση πταισμάτων λαμβάνει, ούτε τυγχάνει σωτηρίας αν δεν απομακρυνθεί από αυτούς που δεν φρονούν καλώς. Υπάρχει απόλυτη συμφωνία με τα πρακτικά της Ε' Οικουμενικής που λένε ότι τότε μόνο ελπίζει ο καθένας ότι θα λάβει άφεση αμαρτιών αν αξιωθεί της κοινωνίας των αγίων μυστηρίων από ιερείς που λατρεύουν τον Θεό ορθόδοξα. Πρέπει λοιπόν για να λάβει κάποιος άφεση αμαρτιών να κοινωνήσει από ιερέα που έχει ορθόδοξο φρόνημα σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο, τον όσιο Μελέτιο Γαλησιώτη και τα πρακτικά της Ε' Οικουμενικής. Εδώ κάνουμε μία διευκρίνιση ότι ο Μέγας Βασίλειος και ο όσιος Μελέτιος αναφέρονται όχι μόνο σε ιερείς αλλά σε γενικότερη κοινωνία αιρετικών, κληρικών και μη. Δεν είναι λοιπόν μόνο αιτία απομάκρυνσης από τον ιερέα το ότι πλέον έπαυσε να τελεί μυστήρια δηλαδή καθαιρέθηκε, αλλά το φρόνημά του. Λέγεται από πολλούς ότι αφού τελεί μυστήρια ο ιερέας γιατί να μην προσέλθουμε να κοινωνήσουμε. Δεν προσερχόμαστε απαντούν θεοπνεύστως τα παραπάνω κείμενα, γιατί δεν λαμβάνουμε άφεση αμαρτιών και δεν θα τύχουμε σωτηρίας.

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ Η ΜΟΛΥΝΣΗ

Επιστρέφοντας στο κείμενο του κοιαίστωρα Κωνσταντίνου προσθέτει ως δεύτερο θέμα και την καθαρότητα των αγίων μυστηρίων. Χάνεται λοιπόν η καθαρότητα των αγίων μυστηρίων όταν μνημονεύεται αιρετικός επίσκοπος. Χωρίς άλλο τα δύο θέματα αναφέρονται μαζί, ενότητα και καθαρότητα, ως εκ της αρρήκτου μετά της αιρέσεως συναφείας τους. Αλλά πώς ερμηνεύει η Ε' Οικουμενική Σύνοδος την απώλεια της καθαρότητας ή με άλλα λόγια τον μολυσμό των μυστηρίων; Ψηλαφώντας τα πρακτικά αυτής της Συνόδου διευκρινίζεται αυτό το θέμα. Ο Θείος Τύπος λέει ότι μία είναι για τους χριστιανούς η σωτηρία: το να προσέρχονται στην κοινωνία των αγίων μυστηρίων με καθαρή καρδιά, αγαθή συνείδηση και ανυπόκριτη πίστη, γιατί τότε μόνο ελπίζει ο καθένας ότι θα λάβει άφεση αμαρτιών αν αξιωθεί της κοινωνίας των αγίων μυστηρίων από ιερείς που λατρεύουν τον Θεό ορθόδοξα. Για τη σωτηρία των χριστιανών το κείμενο θέτει τις εξής προϋποθέσεις: καθαρή καρδιά, αγαθή συνείδηση και ανυπόκριτη πίστη όσον αφορά τον προσερχόμενο. Όσον αφορά τον ιερέα από τον οποίο προσέρχεται να μεταλάβει ο πιστός, πρέπει να λατρεύει τον Θεό ορθόδοξα. Η φράση τότε μόνο ελπίζει δεν αφήνει περιθώρια επιλογής ως προς ιερέα που δεν λατρεύει έτσι. Είναι πολύ σημαντικό ότι άφεση αμαρτιών λαμβάνουμε μόνο από την πρώτη εκδοχή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο Θείος Τύπος του Ιουστινιανού ζητάει από τη Σύνοδο ούτε λίγο ούτε πολύ να διακοπεί η διαμνημόνευση του Πάπα Βιγιλίου επειδή υπερασπίστηκε τον νεστοριανισμό, για τον λόγο να μη συμμετέχουν και οι μνημονεύοντες στην αίρεσή του. Και οι Πατέρες της Ε' Οικουμενικής απεδέχθησαν τον Θείο Τύπο.

Η Αρχή των «Συγκοινωνούντων Δοχείων» και ο Λειτουργικός Μολυσμός

Στη βάση αυτής της πατερικής παρακαταθήκης, η κανονική πράξη και η συνοδική παράδοση —όπως εκφράστηκε χαρακτηριστικά στην Ε' Οικουμενική Σύνοδο— προσλαμβάνει την εκκλησιαστική κοινωνία μέσω της αρχής των «συγκοινωνούντων δοχείων».

  • Όχι αυτόματη απώλεια της Ιερωσύνης: Η συμμετοχή στην ετεροδοξία ή η μνημόνευση ενός αιρετίζοντος επισκόπου δεν επιφέρει αυτόματη καθαίρεση ή έκπτωση από τη Χάρη. Η Ιερωσύνη δεν χάνεται μηχανικά, καθώς η Εκκλησία απαιτεί θεσμική, συνοδική διάγνωση για την επιβολή των καθαιρέσεων.
  • Συμμετοχή στην Ασέβεια: Ωστόσο, η  μνημόνευση δεν συνιστά μια τυπική ή διοικητική αναφορά, αλλά πράξη λειτουργικής και δογματικής ταύτισης. Ο ορθόδοξος που μνημονεύει έναν ακρίτως αιρετικό επίσκοπο, καθίσταται μέτοχος και κοινωνός της ασέβειάς του, υφιστάμενος έναν βαθύ πνευματικό μολυσμό στη συνείδηση και την ομολογία του, έστω κι αν ο ίδιος ατομικά διατηρεί ορθόδοξο φρόνημα.

Από την εκκλησιολογική αυτή πραγματικότητα αναδύεται ένα θεμελιώδες υπαρξιακό και θεολογικό ζήτημα:

Εάν ο αμετανόητος ή ακρίτως αιρετικός, δια της ασέβειάς του, αλλοτριώνεται και αποχωρίζει τον εαυτό του από την αληθινή Ζωή που είναι ο Τριαδικός Θεός, τότε ο κατά τα άλλα ορθόδοξος που τον μνημονεύει —συμμετέχοντας λειτουργικά στην ασέβεια αυτή— διακινδυνεύει την ίδια οντολογική αποκοπή.

Η εκκλησιαστική κοινωνία με την πλάνη δεν είναι αβλαβής· νοθεύει την ομολογία της Πίστεως, η οποία αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για τη θέωση και την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Συνεπώς, η αποσύνδεση από τους μη ορθοτομούντες δεν αποτελεί διάσπαση, αλλά θεραπευτική πράξη περιφρούρησης της σωτηρίας και διατήρησης της ενότητας του Σώματος του Χριστού εν Αληθεία.

Η μετοχή στα Άχραντα Μυστήρια δεν ενεργεί ανεξάρτητα από την ορθότητα της Πίστεως και την καθαρότητα της συνειδήσεως. Όπως αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην 6η Ευχή της Θείας Μεταλήψεως, τα Μυστήρια αιτούνται «ες καθαρισμν κα γιασμν (...) κα μ ες κόλασιν, μ ες προσθήκην μαρτιν».


ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ