Αναίρεση μιας οικουμενιστικής παρουσίασης της προσωπικότητας του Οσίου Μάρκου του Ευγενικού.(Σχόλια σε άρθρο του καθηγητή Γ.Λαρεντζάκη)(Β)

ΜΕΡΟΣ-Β

Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου 

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ

Ενότητα 4: Οι λόγοι του Αγίου για τη συμμετοχή του


Περιεχόμενο: Παράθεση λόγων του Αγίου Μάρκου που εξηγούν τη συνειδητή και θεολογικά αιτιολογημένη συμμετοχή του στη Σύνοδο.

ΚΕΙΜΕΝΟ Γ.Λ.

 

 ς τόν φήσομε, μως τόν διο νά μς πε γιατί πγε: «Καταφρονήσαντες καί κόπων καί κινδύνων πρός τό διαπραγματεύσασθαι τό θεον ργον τς νώσεως άν θεός εδοκήσ, πρόδηλόν στι, καί πρόθυμοί σμεν καί μες τήν δυνατήν πιμέλειαν καί σπουδήν Θεο χάριτι πρός τοτο συνεινεγκεν, πεί καί τούτου χάριν φίγμεθα.»

(Μτφ: «Αφού καταφρονήσαμε και τους κόπους και τους κινδύνους για να διαπραγματευθούμε το θείο έργο της ενώσεως, αν ο Θεός ευδοκήσει, είναι φανερό ότι και εμείς είμαστε πρόθυμοι, με τη χάρη του Θεού, να συνεισφέρουμε τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια και σπουδή προς αυτόν τον σκοπό, γιατί γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ήρθαμε».

 

ΣΧΟΛΙΑ: Η Ενότητα 4 παρουσιάζει τους λόγους του Αγίου Μάρκου για τη συμμετοχή του στη Σύνοδο με έναν τρόπο που υποβαθμίζει τη θεολογική τους σημασία και δημιουργεί λανθασμένη εντύπωση. Η φράση «Καταφρονήσαντες καί κόπων καί κινδύνων… πρός το διαπραγματεύσασθαι τό θεον ργον τς νώσεως» παρουσιάζει τη συμμετοχή ως ηρωική, σχεδόν προσωπική αυταπάρνηση, ενώ αποσιωπά εντελώς τον κεντρικό θεολογικό στόχο του Αγίου: την υπεράσπιση της αλήθειας της πίστεως και την διατήρηση της ακεραιότητας του Συμβόλου της Πίστεως.

Η θεολογική αλήθεια είναι ότι ο Άγιος δεν πήγε απλώς για να «συμβάλει με καλές προθέσεις», ούτε για να συμμετάσχει σε μία ειρηνική συνάντηση. Η συμμετοχή του ήταν ενεργητική πράξη αντίστασης στο filioque και στην αντικανονική αλλοίωση της Τριαδικής πίστεως, η οποία συνιστούσε δογματική και κανονική παραβίαση που δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Ο χαρακτηρισμός της συμμετοχής του ως «προθυμία και επιμέλεια χάριτι Θεού» απομακρύνει την έμφαση από την ακλόνητη υπεράσπιση της ορθόδοξης αλήθειας, μειώνοντας τη δυναμική της θεολογικής του δράσης σε ευσεβολογική και προσωπική διάθεση.

Το κείμενο αποφεύγει να επισημάνει ότι η πράξη του Μάρκου ήταν διαλεκτική και θεολογικά κρίσιμη: ο διάλογος δεν ήταν ουδέτερος, ούτε συμβιβαστικός, αλλά μια διαρκής πάλη για την καθαρότητα της πίστεως, όπου η αλήθεια είχε απόλυτη προτεραιότητα. Κάθε λέξη, κάθε συμμετοχή στις συζητήσεις, κάθε στάση απέναντι στη Δύση είχε ως στόχο να επισημανθεί η αντικανονικότητα του filioque και να αποδειχθεί ότι καμία ένωση δεν μπορεί να υπάρξει με παραβίαση της Τριαδικής διδασκαλίας.

Επιπλέον, η Ενότητα 4 υποβαθμίζει το γεγονός ότι η συμμετοχή του Αγίου ήταν συνειδητή και πλήρως θεολογικά αιτιολογημένη, όχι τυχαία ή ηρωική μόνο λόγω προσωπικής αντοχής. Ο Μάρκος γνώριζε ότι θα βρισκόταν σε σύγκρουση με εξωτερικές πιέσεις και με πρόσωπα της Ανατολής που υπέγραφαν την ένωση, και συμμετείχε όχι για καλή διάθεση, αλλά για να υπερασπιστεί την καθαρή διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το κείμενο, αντί να αναδείξει αυτή τη διαλεκτική και θεολογική στάση, περιορίζεται σε μια απλουστευτική αφήγηση θυσίας και κινδύνου, θολώνοντας τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αλήθειας και «ευγενικής παρουσίας».

Η Ενότητα 4, παρουσιάζοντάς την ως γενική «προθυμία» και «ευσεβή συμμετοχή» του Αγίου , εκχυδαΐζει την ορθόδοξη και Πατερική διάσταση του έργου του Αγίου.

Μετατρέπει μια θεολογικά αποφασιστική, Πατερική και διαλεκτική πράξη υπεράσπισης της πίστεως σε μια απλή ηρωική «προθυμία για διάλογο». Αυτή η προσέγγιση είναι βαριά θεολογικά λανθασμένη, διότι παραμορφώνει τον χαρακτήρα του Αγίου Μάρκου, αποσιωπά την αντικανονικότητα του filioque, και υποβιβάζει τη συμμετοχή του σε μια προσωπική, ευσεβολογική στάση αντί για ενεργή υπεράσπιση της Ορθοδοξίας και της αλήθειας της Τριάδος.

 


Ενότητα 5: Η σημασία του διαλόγου κατά τον Άγιο Μάρκο


Περιεχόμενο: Παρουσιάζονται τα αποσπάσματα από τα συγγράμματα και λόγους του Αγίου που αναδεικνύουν την αξία του διαλόγου, την ανάγκη επίλυσης των δογματικών διαφορών και τη σωστή πνευματική στάση κατά τη συζήτηση.

ΚΕΙΜΕΝΟ Γ.Λ.

Διότι πίστευε στήν χρησιμότητα το Θεολογικο Διαλόγου, πως μολογε διος: «τε διίστανταί τινες λλήλων καί ο χωροσι πρός λόγους δοκε μεζον εναι καί μεταξύ τούτων διαφορά. τε δ’ ες λόγους συνέλθωσι καί κάτερον μέρος νουνεχς κροάσηται τά παρ’ κατέρου λεγόμενα, ερίσκεται πολλάκις λίγη τούτων διαφορά.» (Μτφ: «Όταν κάποιοι διαφωνούν μεταξύ τους και δεν προχωρούν σε διάλογο, φαίνεται πως η μεταξύ τους διαφορά είναι μεγαλύτερη. Όταν όμως έρθουν σε συζήτηση και κάθε πλευρά ακούσει με σύνεση όσα λέγονται από την άλλη, τότε συχνά διαπιστώνεται ότι η διαφορά τους είναι μικρή.»

----------------------------------------------------------------

 

Καί συμβουλεύει, πς πρέπει, μέ ποιό πνεμα πρέπει νά γίνεται Διάλογος:

 «Χρή μετά γάπης τούς λόγους ποιεσθαι, πεί καί περί ερήνης στίν λόγος καί ταύτην κατέλιπεν Κύριος μν σπερ τινά κλρον… Χρή ον μς ταύτην εί πραγματεύεσθαι καί μάλιστα ν τ παρούσ τν λόγων λ, καί π’ ρχς χρι τέλους τν λόγων τήν γάπην τηρεν.»(Μτφ: «Πρέπει να διατυπώνουμε τους λόγους μας με αγάπη, αφού και το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος είναι η ειρήνη, την οποία ο Κύριος μάς άφησε σαν κάποιο κληροδότημα. Πρέπει λοιπόν να επιδιώκουμε πάντοτε αυτή την ειρήνη, και μάλιστα στο παρόν αντικείμενο των συζητήσεων, και από την αρχή έως το τέλος των λόγων μας να τηρούμε την αγάπη.»

-------------------------------------------------

 

 Επε καί στόν Πάπα: «Χρή ον καί μς εδέναι λέγομεν μες, καί μς μαθεν, περ μες βούλεσθαι.» (Μτφ: «Χρή ον καί μς εδέναι λέγομεν μες, καί μς μαθεν, περ μες βούλεσθαι.»

 

Καί γνώριζεν βέβαια γιος Μρκος τι γιά νά ποκατασταθε νότης πρέπει πρτα νά λυθον τά πάρχοντα προβλήματα:

 «δύνατόν στιν νακαλέσασθαι τήν ερήνην, άν μή λυθ τό το σχίσματος ατιον.» «Ε κατά τάς διανοίας διαφερόμεθα περί τήν πίστιν, οδέ νωθναι δυνησόμεθα.»

(Μτφ:   «Είναι αδύνατο να επανέλθει η ειρήνη, αν δεν λυθεί η αιτία του σχίσματος.»

.. «Αν διαφέρουμε στις αντιλήψεις μας ως προς την πίστη, δεν θα μπορέσουμε ούτε να ενωθούμε.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.Η Ενότητα 5 παρουσιάζει τον Θεολογικό Διάλογο ως γενικό εργαλείο ειρηνικής συνεννόησης, αποδίδοντας στον Άγιο Μάρκο μια φιλελεύθερη αντίληψη «διαλόγου αγάπης». Η προσέγγιση αυτή παραμορφώνει τη θεολογική του στάση, καθώς αγνοεί ότι ο διάλογος δεν ήταν ουδέτερος, αλλά μέσο υπεράσπισης της πίστεως και ελέγχου των δογματικών αποκλίσεων.

Ο Άγιος Μάρκος δεν αντιλαμβανόταν τον διάλογο ως αυτοσκοπό ή ευγενική ανταλλαγή απόψεων. Οι πατερικές φράσεις που επικαλείται η Ενότητα 5 απογυμνώνονται από το συγκρουσιακό και δογματικό τους πλαίσιο, ενώ η ιστορική πραγματικότητα της Συνόδου χαρακτηριζόταν από πίεση, εξαναγκασμό και την αντικανονική επιμονή της Δύσης στο filioque. Η ιδέα ότι οι διαφορές ήταν «ολίγες» και επιλύσιμες με διάλογο αγάπης είναι θεολογικά εσφαλμένη.

Επιπλέον, υποβαθμίζεται το θεμελιώδες σημείο ότι η ένωση ήταν αδύνατη χωρίς άρση της αιτίας του σχίσματος. Η φράση «δύνατόν στιν νακαλέσασθαι τήν ερήνην…» δεν αποτελεί πρακτική παρατήρηση, αλλά δογματικό κανόνα: ενότητα χωρίς αλήθεια δεν υπάρχει.

Συμπέρασμα: Η Ενότητα 5 μετατρέπει μια πατερική πράξη αυστηρής υπεράσπισης της πίστεως σε γενικό μήνυμα διαλλακτικότητας, αποδυναμώνοντας τη θεολογική ακρίβεια, την αντίσταση στο filioque και την ιστορική αλήθεια της στάσης του Αγίου Μάρκου.

 


Ενότητα 6: Η στάση απέναντι στη Δυτική Εκκλησία


Περιεχόμενο: Δείχνει πώς ο Άγιος αναγνωρίζει τη Δυτική Εκκλησία ως «δελφή», διατηρεί αγάπη, αλλά ταυτόχρονα δεν υποχωρεί στα δογματικά ζητήματα.

Γιά τόν λόγο ατό πγε καί λαβε μέρος στήν Σύνοδο κείνην, γιά νά συζητήσουν, μεταξύ λλων καί γιά τό σοβαρόν πρόβλημα το filioque, μέ ποιόν; γιος Μρκος εναι σαφής καί ελικρινής: μέ τήν δελφήν κκλησίαν. τσι χαρακτηρίζει γιος Μρκος τήν Δυτικήν κκλησίαν χωρίς δισταγμό, χωρίς πολεμική, λλά μέ γάπη: χι μόνον κκλησίαν, λλά «δελφήν κκλησίαν»: «πειδή τοίνυν διά τς κφωνήσεως ταύτης (τοι το filioque) γάπη λυθεσα συνδιέλυσε τήν ερήνην καί πό τούτου τό σχίσμα παρηκολούθησε, νν δέ εδοκί Θεο βουληθεσα ρωμαϊκή κκλησία τήν ερήνην νακαλέσασθαι διά τς γάπης ρξατο τοτο ποιεν, καί αθις μετέρα κκλησία μετά τς ατς γάπης προσέδραμε πρός τήν δελφήν ατς, μλλον δέ πρός τάς δελφάς. λπίς στίν χρι τέλους, το Θεο συνεργοντος, πακολουθήσειν καί τήν ερήνην καί τά σκάνδαλα κ μέσου γενήσεσθαι, καί καθάπερ πί τν νοσημάτων, πενεχθήσεσθαι τήν διόρθωσιν.»

Η Ενότητα 6 παρουσιάζει τη στάση του Αγίου Μάρκου απέναντι στη Δυτική Εκκλησία ως φιλική και διαλλακτική, με έμφαση στην «αδελφική αγάπη». Η προσέγγιση αυτή, όμως, παραμορφώνει τη θεολογική ουσία της στάσης του, αποσιωπώντας ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθεί δογματικές αλλοιώσεις.

Η αναφορά στη Δύση ως «δελφή κκλησία» δημιουργεί την εντύπωση ισότητας και ενότητας, ενώ παραβλέπει ότι το filioque συνιστούσε αντικανονική και δογματική παρέκκλιση. Η αγάπη, στην Ορθόδοξη Παράδοση, δεν ταυτίζεται με αποδοχή της αίρεσης ούτε με υποχώρηση στην αλήθεια της πίστεως.

Η υποβάθμιση του filioque ως απλού «προβλήματος» θολώνει τον πυρήνα του σχίσματος, που ήταν η αλλοίωση της τριαδικής διδασκαλίας και καθιστούσε αδύνατη κάθε ένωση χωρίς διόρθωση. Έτσι καλλιεργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι η ένωση θα μπορούσε να επιτευχθεί με καλή διάθεση και αμοιβαία κατανόηση.

Συμπέρασμα: Η Ενότητα 6 μετατρέπει την ακλόνητη πατερική υπεράσπιση της αλήθειας του Αγίου Μάρκου σε ρητορική «αγάπης» και «αδελφοσύνης», υποβαθμίζοντας τη δογματική κρίση της Συνόδου και συγκαλύπτοντας τη θεολογική σημασία της αντίστασής του στο filioque.


Ενότητα 7: Η αμετακίνητη ομολογία πίστεως και ο σκοπός του διαλόγου


Περιεχόμενο: Τονίζεται ότι η ομολογία πίστεως δεν επιτρέπεται να θυσιαστεί, και εξηγείται η μέθοδος και ο σκοπός του θεολογικού διαλόγου.

κπτωση βεβαίως στά τς πίστεως δέν πιτρέπεται, διότι τονίζει ρθς γιος Μρκος: « ν μετά ληθείας λέγηται δεχόμεθά τε καί σμένως περιπτυσσόμεθα δ’ ν μή οτως χον μν δοκ, κατά πόδας καί προφανς λέγχομεν καί ποβαλλόμεθα.» Καί τόν σκοπόν το Διαλόγου περιγράφει μέ καλήν διάθεση καί σαφήνεια: «μες, φίλοι πατέρες, οκ ντιλέγειν λλήλοις πλς οδέ τά παρ’ λλήλων λεγόμενα νατρέπειν συνεληλύθαμεν. Τοτο γάρ φιλοτιμίας χεται μλλον τς πρός λήθειαν φερούσης δο. λλ’ να, κοιν συζητοντες καστον τν νακυπτόντων ες μέσον καί μετά πάσης κριβείας ερηνικς τε καί πλς καί φιλικς ατό ξετάσαντες, οτω τά «ξς περαίνομεν, χρις ν πί τό κοιν ζητούμενον μφότεροι τέλος καταντήσωμεν, περ στίν τς ληθείας ερεσις.»

Η Ενότητα 7 παρουσιάζει τη στάση του Αγίου Μάρκου ως συνδυασμό αμετακίνητης πίστεως και θετικής διάθεσης στον διάλογο, αλλά έτσι αλλοιώνει τη θεολογική βαρύτητα της στάσης του. Αν και ορθά αναγνωρίζεται ότι «κπτωση στ τς πίστεως δν πιτρέπεται», ο διάλογος αποδίδεται με όρους ήπιας και σχεδόν διπλωματικής προσέγγισης, υποβαθμίζοντας τον χαρακτήρα του ως ενεργού και συγκρουσιακής υπεράσπισης της αλήθειας.

 Ο Άγιος Μάρκος δεν συμμετείχε σε διάλογο αναζήτησης συμβιβασμών, αλλά σε θεολογική αντιπαράθεση με σαφή γνώση ότι η ένωση με το filioque ήταν αδύνατη. Η «εύρεση της αλήθειας» δεν σήμαινε διαπραγμάτευση της πίστεως, αλλά επιβεβαίωση της πατερικής και τριαδικής διδασκαλίας.

Η έμφαση σε ειρηνική και φιλική εξέταση των διαφορών αποσιωπά τη δραματική και συγκρουσιακή πραγματικότητα της Συνόδου και μετατρέπει μια κρίσιμη ομολογιακή στάση σε ιδεαλιστικό διάλογο.

Συμπέρασμα: Η Ενότητα 7 υποβαθμίζει τον ομολογιακό χαρακτήρα της στάσης του Αγίου Μάρκου, παρουσιάζοντας τον διάλογο ως ουδέτερη διαδικασία, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πράξη ακλόνητης υπεράσπισης της ορθόδοξης Πίστεως και της αλήθειας της Εκκλησίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

Σχόλια