------------------------------------------------------------------------------------
Επιμέλεια
και επιλογή κειμένων :πρωτοπρεσβύτερος
Δημ.Αθανασίου
-----------------------------------------------------------------
«Άνωθεν γαρ η του Θεού
Ορθόδοξος Εκκλησία την επί των αδύτων αναφοράν του ονόματος του αρχιερέως
συγκοινωνίαν τελείαν εδέξατο τούτο· γέγραπται γαρ εν τη εξηγήσει της θείας
λειτουργίας, ότι αναφέρει ο ιερουργών το του αρχιερέως όνομα, “δεικνύων και την
προς το υπερέχον υποταγήν, και ότι κοινωνός εστίν αυτού, της πίστεως και των
θείων μυστηρίων διάδοχος”».(Αγιου Νικοδημου Αγιορειτου, Ερμηνεία εις τον Ε´
Αποστολικό Κανόνα, υποσημ. 2, Πηδάλιον, , σ. 399)
Η ερμηνεία του Θεοδώρου
Ανδίδων είναι η εξής: «Εν πρώτοις μνήσθητι Κύριε του αρχιεπισκόπου ημών· αφ' ης
δείκνυται υποταγή η προς το υπερέχον· και ότι τούτου μνημονευομένου αρχιερέως κοινωνός
εστι και ο προσφέρων της πίστεως και της παραδόσεως· των μυστηρίων διάδοχος.
Αλλ' ουχί καινός τις μύστης ή ευρετής των παρ᾽ αυτού προσφερομένων συμβόλων».
Κατ' αρχάς η μνημόνευση
του ονόματος του Αρχιερέως, δεν συνιστά μία τυπική σχέση, αλλά αποτελεί μία
ουσιαστική - πνευματική σχέση ιερέως και Αρχιερέως. Η μνημόνευση του ονόματος
του αρχιερέως υπό του ιερέως φανερώνει:
α) Την υποταγή, τον
σεβασμό προς τον υπερέχοντα κατά την ιερωσύνη Αρχιερέα.
β) Ο λειτουργών ιερεύς
μνημονεύοντας μέσα στα άδυτα, στο ιερό βήμα το όνομα του αρχιερέως, δι' αυτού
του τρόπου δεικνύει ότι έχει την ίδια πίστη με τον αρχιερέα του, γίνεται δηλαδή
συγκοινωνός στην πίστη του Αρχιερέως, «ότι κοινωνός εστίν αυτού, της πίστεως».
Τα δόγματα είναι το
θεμέλιο επάνω στο οποίον οικοδομείται η Εκκλησία και η σχέση ιερέως και
αρχιερέως.
Ως εκ τούτου, ο ιερέας
μνημονεύων το όνομα του αιρετίζοντος αρχιερέως, γίνεται συγκοινωνός και στην
αιρετική πίστη του αρχιερέως, άσχετα αν αυτός ο ιερέας έχει “ορθόδοξον
φρόνημα’’ και δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με τα αιρετικά φρονήματα του επισκόπου.
Αυτό όμως δεν ισχύει μόνον διά τον ιερέα αλλά για όλους τους πιστούς που
συμμετέχουν στα μυστήρια..(ΜΟΛΥΣΜΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ)
Όταν μνημονεύουμε το
όνομα ενός οικουμενιστού επισκόπου και διά της μνημονεύσεως μόνον αποκτούμε
τέλεια συγκοινωνία με την αίρεσή του, και γινόμαστε κοινωνοί της αιρέσεώς του
πως μπορούμε τότε να τον μνημονεύουμε ως τον «ορθοτομούντα τον λόγον της σης αληθείας»,
κάτι το οποίον αναδεικνύει τους ιερείς ως ψευδομένους και υποκριτές ;
«…το συνάπτειν αυτόν ως
ορθόδοξον Πατριάρχην μετά των λοιπών ορθοδόξων πατριαρχών. Εν καιρώ φρικτών
μυστηρίων σκηνικώς παίξομεν και το μη ον υποκρινώμεθα; Και πως ταύτα ανέξεται
ορθόδοξος ψυχή, και ουκ αποστήσεται της κοινωνίας των μνημονευσάντων αυτίκα και
καπηλεύσαντας τα θεία τούτους ηγήσεται»;.( Θεοδωρου Ανδιδων, Προθεωρία
κεφαλαιώδης περὶ τῶν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ γινομένων συμβόλων καὶ μυστηρίων, PG
140, 460-461.
«Και ο μέγας πατήρ ημών
και ομολογητής Θεόδωρος ο Στουδίτης ταύτα λέγει προς τινα, διά της τιμίας αυτού
επιστολής “έφης δε μοι ότι δέδοικας ειπείν τω πρεσβυτέρω σου, μη αναφέρειν τον
αιρεσιάρχην· και τοι περί τούτου ειπείν σοι το παρόν, ου καταθαρρώ, πλην ότι
μολυσμόν έχει η κοινωνία εκ μόνου του αναφέρειν αυτόν, ουκ αν ορθόδοξος είη ο
αναφέρων”
Η εκκλησιαστική
κοινωνία ιερέως και αιρετίζοντος επισκόπου, όπως εκφράζεται διά του επισκοπικού
μνημοσύνου, αποτελεί μολυσμό και άρνηση της Ορθοδοξίας. Πολλοί ιερείς, σήμερα
πιστεύουν ότι η Ορθοδοξία είναι μία εσωτερική προσωπικὴ ὑπόθεσή λέγοντας, ότι
«εγώ δεν συμφωνώ με τον Πατριάρχη-επίσκοπο σε αυτά που κηρύττει και πράττει,
αλλά τι να κάνω, τον μνημονεύω». Αυτό, μας λέγει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,
δεν απαλλάσσει τον ιερέα της ευθύνης του, διότι διά της μνημονεύσεως έχει μολυσμό,
«πλην ότι μολυσμόν έχει η κοινωνία εκ μόνου του αναφέρειν αυτόν». Και μόνον εκ
της μνημονεύσεως του αιρετικού επισκόπου γίνεται κοινωνός της αιρετικής πίστεώς
του και οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο ιερέας, παύει πλέον να είναι ορθόδοξος,
δεν μπορεί να είναι ορθόδοξος «ουκ αν ορθόδοξος είη ο αναφέρων».
Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Κατά αδιαμφισβήτητον
εκκλησ. αρχήν η ενότης της Εκκλησίας δεν είναι διοικητικής-θεσμικής μορφής. Η
Εκκλησία είναι εν Πνεύματι μία· είναι ενωμένη εν τω ονόματι του Χριστού. “Εις
Κύριος· μία Πίστις· εν Βάπτισμα· εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο επί πάντων και
διά πάντων και εν πάσιν ημίν”. Η ενότης αυτή παρασαλεύεται μόνον από τας
ετεροδοξίας. Ο ετέρως, παρ’ ο παρέλαβε, φρονών, παύει να έχη την ενότητα της
πίστεως και την κοινωνίαν του αγίου Πνεύματος. Διά τούτο κατά την Ε΄ Σύνοδον
(Πραξ. Α΄ §3, 17) υπέρτατο χρέος των ιερέων, φυλάκων της Εκκλησίας, είναι η
περιφρούρησις της πίστεως.
Η έκπτωσις ιερέων από
την ενότητα της πίστεως μιαίνει τα υπ’ αυτών τελούμενα μυστήρια και αίρει από
αυτούς το χάρισμα της πνευματικής πατρότητος. Αντί ποιμένων αποβαίνουν λύκοι,
κατατρώγοντες το ποίμνιόν τους (βλ. Πραξ. ΣΤ΄ §15, 10 και Πραξ. Α΄ 3, 14). Διά
τούτο ο Ιουστινιανός δηλοί (και η Σύνοδος επικυρώνει την ”θέσιν” αυτήν (εν
Πράξει Ζ΄ §16, 1-2), ότι ουδέποτε θα ανεχθή να λάβη την θείαν κοινωνίαν από
ιερείς υπόπτους επί αιρέσει. Και οι ορθόδοξοι καθ’ όλον το διάστημα του
ακακιανού σχίσματος ηρνήθηκαν να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων από χειρών
απλώς υπόπτων. “Ακοινώνητοι διά τι μένομεν επί τοσαύτα (35) έτη; Διά τι ου
κοινωνούμεν; (Α.C.O. 3, σελ. 72). Ιερείς και πατέρες είναι μόνον οι τηρούντες
την πίστιν ανόθευτον (Πραξ. A΄ §3, 14).
Κάθε ιερεύς τελεί τα
άχραντα μυστήρια αξίως και επί αγιασμώ, μόνον εφ΄ όσον είναι ηνωμένος με την
πίστιν της Εκκλησίας. Προς δήλωσιν και παραφυλακήν αυτής της ενότητος γίνεται η
μνημόνευσις των ιερών διπτύχων. Εις μεν τα δίπτυχα των ζώντων αναγράφονται και
εκφωνούνται τα ονόματα των “κοινωνικών” ορθοδόξων αρχιερέων και πατριαρχών. Διά
τούτο δε και η Σύνοδός μας, προς περιφρούρησιν της καθαρότητος των αγίων
μυστηρίων διαγράφει από τα ιερά δίπτυχα το όνομα του τότε αρχιερατεύοντος πάπα
Βιγιλίου (βλ. Πραξ. Ζ΄ §16-17). Εις τα δίπτυχα των κεκοιμημένων μνημονεύονται
μόνον οι ορθόδοξοι πατέρες και διδάσκαλοι. Διά τούτο και, όταν διεπιστώθη ότι ο
Θεόδωρος εκήρυττεν ετεροδιδασκαλίας, διεγράφη το όνομά του από τα δίπτυχα της
εν Μοψουεστία Εκκλησίας. Είναι “αλλότριον των χριστιανών να δέχωνται την
ασέβειαν (=αίρεσιν) εξ ίσου με την ορθόδοξον πίστιν” (Πραξ. Α΄ §3, 13). Όλοι οι
ιερείς πρέπει να έχουν μία και μόνον γνώμην (Πραξ. Β΄ § 5, 7).
(«Η Πέμπτη Οικουμενική
Σύνοδος» του Μελετίου (Καλαμαρά), μητροπ. Νικοπόλεως, Αθήναι 1985, σελ.
104-17).
-----------------------------------------------------------------------------------
Απόσπασμα από σχετικό
άρθρο του π.Ευθυμίου Τρικαμηνά.
«…Τί γίνεται, τώρα, ὅταν
ὑπάρχει ἡ αἵρεσις, ἡ ὁποία καλλιεργεῖται καί διαδίδεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας;
Τά μυστήρια, διδάσκουν
οἱ Ἅγιοι, πρέπει νά τά παίρνωμε ἀπό Ὀρθόδοξες πηγές. Ὑπάρχει ἐπί τοῦ θέματος
τούτου μία θαυμασία ἐπιστολή τοῦ Ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου πρός κάποια
Σπαθαρία πού ὠνομάζετο Μαχαρᾶ. Αὐτή ἐπί ἔτη μετελάμβανε σπάνια καί ὁ ὅσιος τήν
συμβουλεύει ἐπί τοῦ θέματος ὡς ἑξῆς: «Τίνι λόγῳ ἐπιζητείη σου ἡ τιμιότης
φάναι με περί τῆς θείας κοινωνίας, καί τίνος χάριν τοσαῦτα ἔτη σπανίως
μετέχεις· τοῦτο γάρ λόγον ὀφείλει τινά ἔχειν. Οὐ γάρ τό σπανίως, ἤ τό
καθεκάστην ἁπλῶς, ἀλλά τό μετά καθαρᾶς συνειδήσεως μεταλαμβάνειν δέον· Ὁ
γάρ ἀναξίως, φησίν, ἐσθίων καί πίνων, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή
διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου. Εἰ οὖν τοιούτῳ τρόπῳ σκοποῦσα τά ἑαυτῆς καί εὐλαβουμένη
ἀναμένεις τόν καιρόν, εὖ ἄν ἔχοι, εἴτε συντομώτερον, εἴτε χρονικώτερον· καί
ὅρος ἐν τούτῳ ἄλλος οὐκ ἔστιν, ἤ ἡ ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ καθόσον δυνατόν τῷ ἀνθρώπῳ
προσέλευσις· ἄν δέ διάπταισμά τις ἔχῃ τό ἀκοινώνητον, δηλονότι τότε ἐκεῖνος
κοινωνήσῃ, ὁπότ’ ἄν πληρωθῇ αὐτῷ τό ἐπιτίμιον. Εἰ δέ διακρίνηται αὖ
πάλιν δι’ αἵρεσιν, τοῦτο ἀναγκαῖον. Τό γάρ κοινωνεῖν παρά αἱρετικοῦ ἤ προφανοῦς
διαβεβλημένου κατά τόν βίον, ἀλλοτριοῖ Θεοῦ, καί προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ.
Σκέψαι οὖν, ὦ μακαρία, ᾧτινι
τρόπῳ τῶν εἰρημένων εἴη σου ὁ σκοπός, καί κατ’ αὐτό πρόσιθι τοῖς μυστηρίοις»
(P.G. 1668, Φατ. 553, 846, 16).
Ἐδῶ, μέ ὑπέροχο τρόπο ὁ
ὅσιος, διδάσκει τόν χρόνο καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά προσερχώμεθα στή
Θ. Κοινωνία. Ὁ τρόπος λοιπόν συνοψίζεται εἰς τό «μετά καθαρᾶς
συνειδήσεως μεταλαμβάνειν». Ὁ χρόνος ἔγκειται εἰς τήν προαίρεσι τοῦ
καθενός «εἴ τι συντομώτερον, εἴτε χρονιώτερον καί ὅρος ἄλλος ἐν τούτῳ
οὐκ ἔστι ἤ ἡ ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ καθ’ ὅσον δυνατόν τῷ ἀνθρώπῳ προσέλευσις». Ἄν
ὑπάρχη κανόνας τοῦ πνευματικοῦ, πρέπει νά ἐκπληρωθῆ, καί μετά νά προσέλθωμε στή
Θ. Κοινωνία. Ἄν, τονίζει ἐπίσης ὁ ὅσιος, ὑπάρχη αἵρεσις, τότε, εἶναι ἀναγκαῖο
νά μείνωμε ἀκοινώνητοι. Διότι αὐτή ἡ μετάληψις μᾶς ἀποξενώνσει ἀπό τόν Θεό καί
μᾶς κάνει ὁμοίους μέ τόν διάβολο: «Τό γάρ κοινωνεῖν παρά αἱρετικοῦ ἤ
προφανοῦς διαβεβλημένου κατά τόν βίον, ἀλλοτριοῖ Θεοῦ, καί προσοικειοῖ τῷ
διαβόλῳ». Σ’ αὐτήν τήν κατηγορία ἀνήκουν καί οἱ δημοσίως διαβεβλημένοι,
γιά τούς ὁποίους ὁ ἀπ. Παῦλος διδάσκει ὅτι δέν πρέπει οὔτε νά συντρώγωμε (Α΄
Κοριν. 5,11).
Στήν προκειμένη
περίπτωσι ὁ ὅσιος ἀναφέρεται εἰς τούς αἱρετικούς οἱ ὁποῖοι ἐκινοῦντο μέσα στήν Ἐκκλησία,
εἶχαν αἱρετικά φρονήματα καί δέν εἶχαν καταδικασθεῖ ἀπό Σύνοδο οὔτε αὐτοί οὔτε ἡ
αἵρεσίς των, ἡ δέ ἐπιστολή αὐτή ἔχει ἀναφορά στή μοιχειανική αἵρεσι.
Εἰς τό σημεῖο αὐτό ἐμπλέκεται
καί τό θέμα τῆς μνημονεύσεως. Δηλαδή δέν ἀπαγορεύουν οἱ Πατέρες μόνο νά κοινωνοῦμε
ἀπό αἱρετικούς, ἀλλά ἀπαγορεύουν νά κοινωνοῦμε καί στή Θ. λειτουργία πού
μνημονεύεται αἱρετικός Ἐπίσκοπος, ἔστω καί ἄν ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος τελεῖ τήν Θ.
λειτουργία, εἶναι Ὀρθόδοξος. Αὐτό τό ἀναφέρει ὁ ὅσιος ἐν συνεχείᾳ στήν ἴδια ἐπιστολή:
«Γνωστόν δέ πᾶσιν ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίᾳ κατακρατοῦσα τῶν
Μοιχιανῶν ἐστι. Φεῖσαι τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετά τῶν ἀδελφῶν καί τῆς
κεφαλῆς. Ἔφης δέ μοι, ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου, μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην.
Καί τί περί τοῦτου εἰπεῖν σοι τό παρόν, οὐ καθορῶ. Πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει
ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (P.G. 99, 1668 C, Φατ. 553, 847, 31).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος ξεκαθαρίζει
τό θέμα τῆς μνημονεύσεως καί ἀναφέρει ὅτι μέ τήν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου
μολύνεται ἡ Κοινωνία ἔστω κι ἄν εἶναι Ὀρθόδοξος ὁ προσφέρων τήν θυσία ἱερεύς: «μολυσμόν
ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων». Ὁ
ὅσιος δηλώνει ξεκάθαρα ὅτι ὁ μολυσμός γίνεται μέ τήν ἀναφορά (μνημόνευσι) τοῦ αἱρετικοῦ
Ἐπισκόπου· εἶναι δηλαδή σά νά βάζωμε μέσα στό ἅγιο ποτήριο μέ τήν μερίδα τοῦ Ἐπισκόπου
μία βρωμιά ἤ ἀκαθαρσία.
Ὁ Χριστός βεβαίως εἶναι
ἀπαθής καί δέν μολύνεται, οὔτε ὅταν τόν βλασφημοῦμε, οὔτε ὅταν τόν κοινωνοῦμε ἀναξίως,
οὔτε ὅταν μνημονεύομε στή Θ. Λειτουργία αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Ἡ μόλυνσις λοιπόν αὐτή ἔχει
δύο ἔννοιες. Πρῶτον ὅτι διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου
ἀσεβοῦμε εἰς τό μυστήριο διότι, ὅπως ἀναφέραμε βάζομε μέσα στό ἅγ. Δισκοπότηρο
μία ἀκαθαρσία ὡς πρός τήν πίστι, καί δεύτερον μολυνόμεθα ἐμεῖς
πού μετέχουμε (ἐν γνώσει μας) διότι ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι τῆς ὁρατῆς
κεφαλῆς, δηλαδή τοῦ Ἐπισκόπου.
Ἐδῶ ἐπιπροσθέτως ἀναφέρομε
ὅτι, ἀνέκαθεν ἐδιδαχθήκαμε, πώς στή Θ. Λειτουργία δέν μνημονεύομε αἱρετικούς,
διότι τό ἅγιο δισκάριο εἶναι ὁ τύπος τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ αἱρετικοί εἶναι ἐκτός
Ἐκκλησίας. Ἄν λοιπόν δέν ἐπιτρέπεται νά μνημονεύωμε τόν οἱονδήποτε αἱρετικό,
πολύ περισσότερο δέν μνημονεύομε τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, μέ τήν μνημόνευσι τοῦ ὁποίου,
ἐπαναλαμβάνω, δείχνουμε ὅτι ταυτιζόμεθα εἰς τήν πίστι
Αὐτή ἡ μικρή ἐπιστολή
τοῦ ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου τήν ὁποία καταγράψαμε ἐδῶ σέ δύο τμήματα, νομίζω
ὅτι ἀποτελεῖ τόν καταστατικό χάρτη εἰς τό θέμα τῶν μυστηρίων, γιά τήν ἐν καιρῷ
αἱρέσεως καί διωγμοῦ τῆς πίστεως περίοδο τῆς Ἐκκλησίας. Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν
λόγο τήν ἐπικαλοῦνται καί τήν καταγράφουν αὐτολεξί οἱ ἐπί Βέκκου Ἁγιορεῖτες
Πατέρες στήν ὁμολογιακή των ἐπιστολή πρός τόν λατινόφρονα αὐτοκράτορα Μιχαήλ
τόν Η΄ τόν Παλαιολόγο, γιά τήν ἐπί Βέκκου ἐν καιρῷ αἱρέσεως περίοδο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπό αὐτήν τήν ὁμολογιακή
ἐπιστολή εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου καί τῆς μολύνσεως πού
προέρχεται ἀπό αὐτήν, ἀναφέρουν ἀρκετά σημαντικά καί θεολογικά ἐπιχειρήματα, τά
ὁποῖα ἄν καί τά ἔχουμε ἐπικαλεσθῆ πολλές φορές, ὅμως θεωρεῖται πάντοτε ἀναγκαῖο
νά τά τονίζωμε διά νά τοποθετοῦνται πνευματικά οἱ ἔχοντες ἀγαθή προαίρεσι Ὀρθόδοξοι
σήμερα. Γιά τούς ἄλλους, εἴπαμε ὅτι ἰσχύει ἡ λαϊκή σοφία: «ὅποιος δέν θέλει νά
ζυμώση δέκα μέρες κοσκινίζει».
Ἀναφέρουν λοιπόν οἱ Ἁγιορεῖτες
Πατέρες τά ἑξῆς στήν ὁμολογιακή αὐτή ἐπιστολή γιά τό θέμα τῆς μνημονεύσεως: «Ὁ
μέγας του Κυρίου ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης λέγει· “εἴ τις ἔρχεται πρὸς
ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει μεθ᾿ ἑαυτοῦ, χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε, καὶ εἰς
οἰκίαν μὴ λαμβάνετε· ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς
πονηροῖς”. Εἰ δὲ ἁπλῶς ἐν ὁδῷ χαίρειν αὐτῷ κωλυόμεθα λέγειν, εἰ τὸ εἰσάγειν εἰς
οἰκίαν κοινὴν εἰργόμεθα, πῶς οὐκ ἐν οἰκίᾳ, ἀλλ᾿ ἐν ναῷ Θεοῦ ἀλλ᾿ ἐν αὐτοῖς
τοῖς ἀδύτοις ἐπὶ τῆς μυστικῆς καὶ φρικτῆς τραπέζης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀθύτως
σφαγιαζομένου».
Ἐδῶ, σάν σέ καθρέπτη, οἱ
Ἁγιορεῖτες ἐπί Βέκκου Πατέρες μᾶς δείχνουν τήν πνευματική φτώχεια μας. Δηλαδή μᾶς
ἀναφέρουν ὅτι δέν θά ἔπρεπε κἄν νά προβληματισθοῦμε σήμερα γιά τήν διακοπή τῆς
μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἁγία Γραφή
διακελεύει ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ Ὀρθόδοξος νά χαιρετήση ἁπλῶς στόν δρόμο αὐτόν τόν
Οἰκουμενιστή αἱρετικό καί νά τόν βάλη στό σπίτι του, ἐννοεῖται ὄχι γιά κάποια ἐργασία,
ἀλλά γιά λόγους ἐκκλησιαστικούς. Μέ τήν μνημόνευσι λοιπόν εἰσάγουμε τόν αἱρετικό,
ὄχι ἁπλῶς στήν Ἐκκλησία, ἀλλά στά ἄδυτα τῶν ἀδύτων, δηλαδή τόν ἐνσωματώνομε διά
τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Λειτουργίας μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό.
Ἐν συνεχείᾳ οἱ Πατέρες ἀναφέρουν
τά ἑξῆς: «Ποῖος ᾅδης ἐξερεύξεται τὸ μνημόσυνον τοῦ παρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκκοπέντος
ἀξίως, ὡς κατὰ Θεοῦ καὶ τῶν θείων τραχηλιάσαντος, καὶ διὰ τοῦτο ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ
γενήσεται». Ἐδῶ δηλώνουν οἱ Πατέρες ὅτι οἱ αἱρετικοί ἐκκόπτονται
ἀπό τήν Ἐκκλησία διά τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καί ὄχι διά τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία Σύνοδος
συμβαίνει πολλάκις νά τούς ἀθωώνη, νά τούς καλύπτη ὡς ὁμόφρονες ἤ καί νά
καταδικάζη καί νά ἀποκόπτη τούς Ὀρθοδόξους. Εἶναι, ἐπίσης, οἱ αἱρετικοί ἐχθροί
τοῦ Θεοῦ, διότι διά τῆς αἱρέσεως αὐθαδίασαν ἐναντίον τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Τήν
μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ, ὡς πρᾶξι, θά τήν οἰκειοποιηθῆ ὁ Ἅδης. Ἐμεῖς σήμερα ἔχομε
πάρει τόσο ἐπιπόλαια τό θέμα τῆς μνημονεύσεως, ὥστε νά θεωροῦμε ὅτι ἁπλῶς εὐχόμεθα
ὑπέρ ὑγείας καί μακροημερεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου.
Κατωτέρω οἱ Πατέρες ἀναφέρουν
τά ἑξῆς: «Εἰ γὰρ τὸ ἁπλῶς χαίρειν εἰπεῖν, κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς
πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καὶ ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων
μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων». Ἐδῶ διδάσκουν οἱ Πατέρες, ἑδρασμένοι
στερεῶς ἐπί τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι διά τῆς μνημονεύσεως ἔχουμε κοινωνία μέ τήν αἵρεσι
καί εἶναι σά νά τήν ἀποδεχώμεθα κι ἐμεῖς πού μνημονεύουμε τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Αὐτό συμβαίνει, διότι ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι μυστήριο ἑνότητος μέ τόν Χριστό ἀοράτως
καί μέ τήν ὁρατή κεφαλή πού εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος. Μέ τόν Χριστό ἑνωνόμεθα κατά τήν
προαίρεσι καί τόν προσωπικό μας ἀγῶνα, ὅπως ἀνωτέρω ἀναφέραμε, ἐνῶ μέ τήν ὁρατή
κεφαλή ἑνωνόμεθα καί ἐνσωματούμεθα ἀναγκαίως, διότι ἡ μνημόνευσις τοῦ Ἐπισκόπου
σημαίνει ὅτι τόν ἀποδεχόμεθα ὡς ὁρατή κεφαλή καί ὡς ὁμόπιστο μέ ἐμᾶς. Δι’ αὐτό
οἱ Πατέρες μᾶς δίδουν νά κατανοήσωμε τό θέμα τοῦ μολυσμοῦ τοῦ μυστηρίου καί τῆς
συμμετοχῆς μας εἰς αὐτόν τόν μολυσμό. Διότι μέσα στό ἅγ. Ποτήριο εἶναι σάν νά
βάζωμε μία ἀκαθαρσία (ἡ αἵρεσις εἶναι χειρότερη ἀπό ἀκαθαρσία), τήν ὁποία
μάλιστα ψευδόμενοι ὄχι σέ ἀνθρώπους ἀλλά στόν ἴδιο τόν Χριστό τήν παρουσιάζομε
σάν διαμάντι Ὀρθοδόξου πίστεως.
Ἐμεῖς πάλι μολυνόμεθα
κατά δύο τρόπους, ἀφ’ ἑνός μέν διότι ὁμολογοῦμε στήν ἱερώτερη στιγμή τῶν φρικτῶν
μυστηρίων, ὅτι ἔχομε ἐνσωματωθῆ σάν ὀργανικό μέλος μιᾶς αἱρετικῆς κεφαλῆς καί ἀφ’
ἑτέρου, κοινωνώντας ἀπό τό μυστήριο, τό ὁποῖο τό ἐβεβηλώσαμε ἐν γνώσει καί τό
κατεβάσαμε στόν Ἅδη. Ἐδῶ ὑπάρχουν (γιά τούς ἐν γνώσει μνημονεύοντας τούς αἱρετικούς
Οἰκουμενιστές καί κοινωνοῦντες ἀπό αὐτά τά μυστήρια) καί ἄλλες βαρύτατες ἁμαρτίες,
ὅπως ἡ δειλία καί ὁ συμβιβασμός, ἡ συμμετοχή μας στόν εὐτελισμό τοῦ μυστηρίου,
τό βόλεμα καί ἡ ἀσφάλεια πού νοιώθουμε, ὅταν συμπορευόμεθα μέ τούς πολλούς καί ἐξουσιαστές,
ἡ διαιώνισις τῆς αἱρέσεως κλπ.
Ἐν συνεχείᾳ οἱ Ἁγιορεῖτες
Πατέρες, προκειμένου νά μᾶς δώσουν νά καταλάβωμε τό τί γίνεται στή Θ.
Λειτουργία πού μνημονεύεται ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος, ἀναφέρουν τά ἑξῆς: «Εἰ δὲ
ὁ προκείμενος αὐτός ἐστιν ἡ αὐτοαλήθεια, πῶς ἂν τὸ μέγα τοῦτο ψεῦδος δέχηται εἰκάζειν
εἰκός, τὸ συντάττειν αὐτὸν ὡς ὀρθόδοξον πατριάρχην μεταξὺ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων
Πατριαρχῶν, ἐν καιρῷ φρικτῶν μυστηρίων, σκηνικῶς παίξομεν;».
Ἐδῶ οἱ Πατέρες μᾶς
δίδουν νά κατανοήσωμε καί μέ ἄλλο τρόπο τόν μολυσμό τοῦ μυστηρίου, διότι μέσα
στή Θ. Λειτουργία ἀνακατεύουμε τήν Αὐτοαλήθεια (ὁ Χριστός) μέ τό ψεῦδος στήν
χειρότερη δογματική του μορφή (ἡ αἵρεσις). Διά τῆς μνημονεύσεως ἐπίσης,
συντάσσομε τόν Οἰκουμενιστή Ἐπίσκοπο μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων καί, τελικῶς,
ἀναφέρουν οἱ Πατέρες, ὅτι τήν Θ. Λειτουργία τήν καταντοῦμε σάν θέατρο «σκηνικῶς
παίξομεν» ἤ, καλύτερα, θά ἐλέγαμε, ὅτι τήν Θ. Λειτουργία τήν
κατακρημνίζομε στό ἐπίπεδο τοῦ θεάτρου σκιῶν (κοινῶς Καραγκιόζη).
Ἀλοίμονο ὅμως στό
κατάντημα τῶν Ὀρθοδόξων τῶν ἐσχάτων καιρῶν, πού ὄχι μόνο δέν κατανοοῦμε τό τί
κάνουμε ἐν καιρῷ τῶν φρικτῶν μυστηρίων, ἀλλά προβληματιζόμεθα γιά τήν ἀποτείχισι,
γιά τό ἄν ὑπάρχη μολυσμός, γιά τό ὅτι πρέπει νά κοινωνοῦμε, εἰδάλλως δέν
σωζόμεθα, λές καί παίρνομε τά μυστήρια ἀπό ὁπουδήποτε, ἀπό τόν μανάβη κλπ.
Κατωτέρω οἱ Πατέρες
στήν ἐπιστολή των μᾶς ὁδηγοῦν στόν Ὀρθόδοξο δρόμο ἐν καιρῷ αἱρέσεως πού εἶναι ἡ
ἀποτείχισις: «καὶ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή, καὶ οὐκ ἀποστήσεται τῆς
κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα, καὶ ὡς καπηλεύοντας τὰ θεῖα, τούτοις ἡγήσεται».
Ἡ διακοπή λοιπόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς
κοινωνίας, ὅπως ἀναφέρουν οἱ Πατέρες, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό μία ἐσωτερική ἀγανάκτησι
γιά τήν βεβήλωσι τῆς πίστεως καί τῶν μυστηρίων, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν
διακοπή «τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων». Οἱ αἱρετικοί,
καί αὐτοί πού τούς μνημονεύουν, εἶναι κάπηλοι, δηλαδή ἔμποροι πού ἐμπορεύονται,
καί μάλιστα μέ τόν πιό αἰσχρό τρόπο τῆς νοθείας (αὐτό σημαίνει κάπηλος) τά Θεῖα
μυστήρια. Τό παράδοξο εἶναι ὅτι πολλοί ἀντιοικουμενιστές χαρακτηρίζουν τόν Οἰκουμενισμό
σάν τήν χειρότερη τῶν αἱρέσεων (διότι προφανῶς ἀμνηστεύει ὅλες τίς αἱρέσεις καί
συνυπάρχει μέ αὐτές) καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἀποδέχονται τόν μολυσμό καί τό θέατρο
ἐν ὥρᾳ Θ. Λειτουργίας, ἀνακατεύοντας τήν Αὐτοαλήθεια μέ τό δογματικό ψεῦδος καί
τήν πλάνη.
Ἐν συνεχείᾳ οἱ Ἁγιορεῖτες
Πατέρες καταγράφουν τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι στό θέμα τῆς μνημονεύσεως καί τίς ἐκκλησιαστικές
διαστάσεις της. «Ἄνωθεν γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν
ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως, συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο.
Γέγραπται γὰρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας, ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τὸ
τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, δεικνύων καὶ τὴν πρὸς τὸ ὑπερέχον ὑποταγήν, καὶ ὅτι
κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ, καὶ πίστεως καὶ τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος».
Ἀναφέρουν λοιπόν ὅτι ἡ
μνημόνευσις κατά τή Θ. Λειτουργία σημαίνει κατά τόν πλέον ἐπίσημο καί ἱερό
τρόπο τήν «τελείαν συγκοινωνία» (ταυτοποίησι, ἀφομοίωσι) τοῦ
μνημονευομένου καί τοῦ μνημονεύοντος καί προσέτι τῶν ἀποδεχομένων αὐτῶν κληρικῶν
καί λαϊκῶν. Κατά τήν μνημόνευσι δέ, λέγουν ἐν τέλει ὅτι δηλώνει ὁ ἱερεύς
τήν «πρός τό ὑπερέχον ὑποταγήν», ὅτι ἐπίσης ταυτίζεται μέ τήν
πίστι του καί ὅτι εἶναι ἐντεταλμένος του νά τελῆ τά μυστήρια. Ἡ ταύτησις στήν
πίστι σημαίνει ὅτι καί ὁ ἱερεύς γίνεται αὐτομάτως Οἰκουμενιστής, ὡς ἐνσωματωμένος
μέ τήν αἱρετική Οἰκουμενιστική κεφαλή.
Ἐν συνεχείᾳ οἱ Πατέρες ἀναφέρουν,
σάν ἀπόδειξι καί στήριξι τῶν λεγομένων, τήν ἐπιστολή πού προαναφέραμε τοῦ ὁσίου
Θεοδώρου Στουδίτου. Δηλαδή αὐτά πού ἀνέφεραν εἶναι σύμφωνα καί μέ τήν Ἁγ. Γραφή
καί τούς τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας καί ἄρα αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος διδασκαλία ἐπί
τοῦ θέματος τῆς μνημονεύσεως.
Ἄν τώρα κάποιος ἀπό
τούς συγχρόνους Ὀρθοδόξους ἔχει ἀντίρρησι ἐπί τοῦ θέματος, ἄς ψάξη τήν Ἁγ.
Γραφή καί τούς Ἁγίους καί ἄς καταθέσει τήν ἐπί τοῦ θέματος διδασκαλία, ὥστε νά ἀποδείξη
ὅτι οἱ Πατέρες αὐτοί ψεύδονται καί ἄρα μᾶς ὁδηγοῦν σέ λάθος δρόμο.
Περιττό νά ἀναφέρωμε ὅτι
τήν ἄμεσο ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες τήν διδάσκουν ὁ
Μ. Ἀθανάσιος ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Μ. Φώτιος, ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ ὁμολογητής,
ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ὅλη ἡ Ὀρθόδοξος
Παράδοσις, χωρίς νά γνωρίζουν τήν νεοποχίτικη θεωρία κατά τήν ὁποία παραμένομε
στό στόμα τοῦ λύκου μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου (δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος
τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου κλπ).
Εἶναι ἀνάγκη ἐδῶ νά
προσθέσωμε ὅτι κοινωνία πίστεως δέν ἔχομε μόνο μέ τούς αἱρετικούς κατά τήν
μνημόνευσι στή Θ. Λειτουργία, ἀλλά καί κατά τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Αὐτό
τό ἀναφέρουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στίς Ἀποστολικές διαταγές ὡς ἑξῆς: «Ὡς γάρ εἷς
ὁ Θεός καί εἷς ὁ Χριστός καί εἷς ὁ Παράκλητος, εἷς δέ καί ὁ τοῦ Κυρίου ἐν
σώματι θάνατος, οὗτος ἕν ἔσθω καί τό εἰς αὐτόν διδόμενον βάπτισμα∙ οἱ
δέ παρά ἀσεβῶν δεχόμενοι μόλυσμα κοινωνοί τῆς γνώμης αὐτῶν γενήσονται» (Ἀποστολικοί
Πατέρες ΕΠΕ 1, 298, 28).
Ἐδῶ πάλι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι
τό βάπτισμα τό θεωροῦν μολυσμένο μυστήριο, διότι τελεῖται ἀπό αἱρετικούς (δέν ὑπῆρχαν
τότε οἱ καταδικασμένοι ὑπό Συνόδου καί οἱ μή καταδικασθέντες, ἀλλά οἱ ἔχοντες αἱρετικά
φρονήματα) καί ἐπίσης τονίζουν ὅτι, οἱ βαπτισθέντες ὑπ’ αὐτῶν, μολύνονται καί ὡς
πρός τήν πίστι διότι «κοινωνοί τῆς γνώμης αὐτῶν γενήσονται».
Τόν ἴδιο μολυσμό
δέχεται καί κάποιος, ὁ ὁποῖος χειροτονεῖται ἀπό αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Αὐτό τό ἀναφέρει
ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁμιλώντας μάλιστα γιά Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος εἶχε ὑποπέσει
στήν μοιχειανική αἵρεσι, καί ἔκανε χειροτονίες σέ κάποιο μοναστήρι. Ἡ θεραπεία
αὐτῆς τῆς καταστάσεως συντελεῖται μέ τήν ἀποτείχισι τοῦ Ἐπισκόπου ἀπό τήν
μοιχειανική αἵρεσι, ὁπότε, διδάσκει ὁ ὅσιος, γίνονται ἀμέσως ἀποδεκτές καί οἱ
χειροτονίες του.
«Τῷ πρεσβυτέρῳ καί ἡγουμένῳ
καλῶς ἀπεκρίθης, εἰρχθῆναι τῆς λειτουργίας τούς νυνί χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ εὑρεθέντος
ἀρτίως ἀρχιερέως ἐν ἐκκλησίᾳ, λέγοντος δέ ὅμως ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος,
καί, ἀπολώλαμεν. διατί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλειαν, διαστέλλων ἑαυτόν
τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ
χειροτονίαι αὐτίκα. ἤ διατί προκειμένης τῆς αἱρέσεως εἰς
χειροτονίαν ὁ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν; ἄν οὖν ὁ χειροτονήσας
ὤρθωσεν, ἦν αὐτοῖς εὐθύς ἱερουργεῖν, ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν
αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές,οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ
ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς θεοῦ. εἰ δέ πνεῦμα ζήλου θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ
καθηγουμένῳ καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι, μηδέ
λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον.
καί μακάριος οὗτος, πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γινόμενος. τεθέντος δέ
θυσιαστηρίου ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ οὐδέν τό κωλύον λειτουργεῖν ἐκεῖσε» (ΡG 99,1056, Φατ. 40, 119,129).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος συμβουλεύει
αὐτόν τόν ἡγούμενο νά μήν λειτουργῆ στό ναό ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάστηκε ἀπό αὐτόν
τόν μοιχειανό Ἐπίσκοπο καί θά εἶναι μακάριος διά τῆς ὁμολογίας, ἐμπράκτως, τῆς
πίστεως. Ἐδῶ ὁ μολυσμός, σύμφωνα μέ τόν ὅσιο, ἔγκειται στήν ἐγκυρότητα καί στή
νοθεία τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας «οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ
εἶναι λειτουργούς θεοῦ».
Εἶναι ἀνάγκη νά ἀναφέρωμε
καί κάποιες σκέψεις γιά τήν σημερινή κατάστασι στήν Ἐκκλησία ἐν σχέσει μέ τή Θ.
Κοινωνία. Ὅταν δηλαδή κοινωνοῦμε ἀπό τούς Οἰκουμενιστές καί ἀπό αὐτούς πού τούς
μνημονεύουν, μέ ὅλα τά ἐπακόλουθα πού ἀναφέραμε ἀνωτέρω, τί γίνεται, ἁγιαζόμεθα,
βοηθούμεθα πνευματικά καί, κυρίως, συντελοῦμε στήν καταστολή τῆς αἱρέσεως; Ἐπί
τοῦ θέματος τούτου ἔχομε νά ἀναφέρωμε τά ἑξῆς:
Κατ’ ἀρχάς οἱ Οἰκουμενιστές
Ἐπίσκοποι, Μητροπολίτες καί Πατριάρχες, ἐπιθυμοῦν διακαῶς καί ἐπιδιώκουν
δυναστικῶς νά ἔχουν στήν ἐξουσία των πρόβατα ἄβουλα, πειθαρχικά καί ἀμέριμνα
καί ἀδιάφορα διά τά θέματα τῆς πίστεως, τά ὁποῖα θά τούς ἀναγνωρίζουν τήν ἐξουσία,
τήν αὐθεντία, τόν δεσποτισμό, τήν εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ θέσι των καί
κοντολογίς θά τούς ἀποδέχονται ὡς μοναδικούς φορεῖς τῆς Θ. Χάριτος. Αὐτοί εἶναι
οἱ βολεμένοι Ὀρθόδοξοι κληρικοί καί λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μέ τά βιοτικά
καί χρησιμοποιοῦν τήν Ἐκκλησία ὅταν χρειάζονται κάτι (π.χ. Θ. Κοινωνία,
βάπτισι, γάμο, κηδεία κλπ), ὅπως ἀκριβῶς πηγαίνουν σέ κάποιο κατάστημα γιά νά
πάρουν αὐτό πού χρειάζονται. Αὐτοί νομίζω εἶναι ἀκατάλληλοι νά προσφέρουν τήν
παραμικρή βοήθεια στήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως περίοδο, δηλαδή νά συνεισφέρουν, ὥστε
νά κατασβεσθῆ ἡ αἱρετική πυρκαϊά. Αὐτοί βεβαίως εἶναι καί οἱ περισσότεροι.
Ὑπάρχουν καί οἱ
λιγότεροι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται γιά τήν πνευματική ζωή, συμμετέχουν στά
μυστήρια καί ἐπιδεικνύουν ἕνα ἐνδιαφέρον γιά τά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη
καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως. Δυστυχῶς ὅμως, οἱ πλεῖστοι ἀπό αὐτούς τούς ὀλίγους,
κατευθύνονται λανθασμένα ἀπό τούς πνευματικούς, εἰς τό νά στρέψουν τήν
προσπάθειά των καί τόν ἀγῶνα των μόνον στήν προσωπική των πνευματική ζωή,
διδάσκονται καί γαλουχοῦνται ἀπό τούς πνευματικούς ὅτι θά βοηθήσουν στά θέματα
τῆς πίστεως μόνο διά τῆς προσευχῆς, ὅτι ὁ Θεός θά δώση τή λύσι, ὅτι δέν εἶναι
σωστό οἱ λαϊκοί νά τά βάζουν μέ τούς Ἐπισκόπους καί νά τούς ἐλέγχουν, νά τούς
κρίνουν κλπ. Εἶναι δηλαδή ὅπως τό πειθαρχημένο πλήρωμα καί οἱ ἐπιβάτες τοῦ
πλοίου, οἱ ὁποῖοι κάνουν ἄψογα ὅλα των τά πνευματικά καθήκοντα, πλήν ὅμως τό
πλοῖο κατευθύνεται ἐν γνώσει των ὁλοταχῶς πρός Δυσμάς, ἤ ἀκόμη ὅπως τό σπίτι
των πού καίγεται καί αὐτοί διδάσκονται ἀπό τούς πνευματικούς νά κάνουν προσευχή
καί ὁ Θεός θά δώση τή λύσι. Πάντως καί αὐτοί οἱ ὀλίγοι ἀχρηστεύονται ὡς πρός
τήν προσφορά των εἰς τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῆς Ἐκκλησίας.
Ποία ὅμως εἶναι ἡ ὠφέλεια
ἀπό τόν προσωπικό των ἀγῶνα καί εἰδικά ἀπό τήν συμμετοχή των στή Θ. Κοινωνία; Ὅταν
κάποιος κοινωνεῖ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ πρέπει κανονικά νά ἀλλοιώνεται,
νά μεταβάλλεται σέ σημεῖο πού νά θέλη νά θυσιασθῆ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Πρέπει δηλαδή ὁ Χριστός νά κυριαρχῆ μέσα του, ὁ Ὁποῖος, πέραν τῶν ἄλλων θά τόν
φωτίση καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς αἱρέσεως, τά ὁποῖα κατατρώγουν τήν
Ἐκκλησία καί ἀλλοιώνουν τόν χαρακτῆρα της. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν κοινωνοῦμε καί ἡ
διάθεσίς μας δέν μεταβάλλεται, οὔτε φωτιζόμεθα γιά τό δέον γενέσθαι στά θέματα
τῆς πίστεως, νομίζω ὅτι, πέραν τοῦ μολυσμοῦ γιά τόν ὁποῖο ὡμίλησαν οἱ Ἅγιοι, ἔχουμε
καί κατάκρισι, διότι χρησιμοποιοῦμε τή Θ. Κοινωνία ὡς μέσον γιά νά
καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας καί νά πείσωμε τόν ἑαυτόν μας ὅτι εἴμεθα καλοί
κι εὐσεβεῖς Χριστιανοί.
Οἱ Ἅγιοι καί οἱ Ὀρθόδοξοι
ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἤθελαν τήν Θ. Κοινωνία γιά νά ἐνισχυθοῦν στόν ἀγῶνα, νά
φθάσουν στό μαρτύριο καί νά μήν προδώσουν, οὔτε νά ὀλιγωρίσουν στό ἐλάχιστο.
Δι’ αὐτό καί ὅταν δέν ἠδύναντο νά συμμετέχουν στό μυστήριο γιά οἱονδήποτε λόγο,
εἶχαν τή Χάρι τοῦ Θεοῦ λόγῳ τῆς ἀγαθῆς (μαρτυρικῆς ἐν προκειμένῳ) προαιρέσεως
καί ἐπιτελοῦσαν τό χρέος των, τό ὁποῖο ἐν καιρῷ αἱρέσεως εἶναι πρωτίστως νά μήν
ὑποστείλωμε τή σημαία τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως. Οἱ Ὀρθόδοξοι σήμερα κοινωνοῦν
καί ἀρκοῦνται σ’ αὐτό, λές καί ἡ Θ. Μετάληψις (ἐν καιρῷ αἱρέσεως πάντοτε) εἶναι
ὁ δείκτης τῆς νομιμότητος καί τό ὅριο εἰς τό ὁποῖο, ὅταν φθάσουν ἐξετέλεσαν ὅλα
τά καθήκοντά των.
Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν
λόγο καί οἱ νεόκοπες καί νεοεποχίτικες θεωρίες τοῦ Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα
θέλουν τόν Ἐπίσκοπο κατ’ ἐξοχήν λειτουργό, μέ μόνο καί κύριο σκοπό καί στόχο
τήν λειτουργική σύναξι καί τούς Χριστιανούς νά λειτουργοῦνται καί νά
μεταλαμβάνουν τά μυστήρια. Ὅλα δηλαδή ἀρχίζουν καί τελειώνουν ἐκεῖ, διότι
προφανῶς αὐτό δέν τούς ἐνοχλεῖ στήν προαγωγή καί ἐπικράτησι τῆς αἱρέσεως, οὔτε
βεβαίως καί τούς αἱρετικούς μέ τούς ὁποίους ἐρωτοτροποῦν οἱ Ἐπίσκοποι τούς ἐνοχλεῖ,
ἄν ἐμεῖς ἀσχολούμεθα μέ τά λειτουργικά μας καθήκοντα, ἀλλά ἀπεναντίας τούς
βολεύει. Δι’ αὐτό μέ τήν παρουσία των (οἱ Παπικοί, οἱ Προτεστάντες καί οἱ
Παπαδίνες) βεβηλώνουν καί μολύνουν κατ’ ἄλλον τρόπο τά μυστήρια τῶν Ὀρθοδόξων,
εἰς πεῖσμα τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν διακέλευσι «τάς θύρας τάς θύρας, ἐν
σοφίᾳ πρόσχωμεν» ἀπαιτοῦν τήν ἀπομάκρυνσι κάθε αἱρετικοῦ τήν ὥρα τῆς Θ.
Λειτουργίας.
Ἴσως ἄν εἴμαστε
τουλάχιστον εἰλικρινεῖς μέ τούς ἑαυτούς μας, νά ἦταν προτιμώτερο, οὕτως ἐχόντων
τῶν πραγμάτων, νά μή συμμετείχαμε εἰδικά στό μυστήριο τῆς Θ. Κοινωνίας, ὡς δεῖγμα
τῆς ἀναξιότητός μας νά σταθοῦμε στό ὕψος τῶν περιστάσεων, ἔχοντας μέσα μας διά
τῆς Θ. Κ. τόν Χριστό. Διότι ὅταν κοινωνοῦμε καί συγχρόνως προδίδομε ἤ
συμβιβαζόμεθα καί ὁπωσδήποτε βολευόμεθα εἰς τά θέματα τῆς πίστεως, θεωρῶ ὅτι ἐμπαίζομε
καί ἀτιμάζομε τόν Χριστό πού κοινωνήσαμε. Ὅπως δηλαδή ἐκοινώνησε στόν Μυστικό
Δεῖπνο ὁ Ἰούδας καί ἐν συνεχείᾳ ἀπεχώρησε γιά νά προδώση, ἔτσι κατά κάποιον
τρόπο καί ἐμεῖς κοινωνοῦμε καί ἐν συνεχείᾳ συμμετέχουμε στό παιχνίδι τῶν Οἰκουμενιστῶν καί,
μέ τόν τρόπο μας, βοηθοῦμε στήν προαγωγή τῆς αἱρέσεως. Μάλιστα ὁ Ἰούδας εἶχε
καί τύψεις συνειδήσεως, ἐνῶ ἐμεῖς κοινωνώντας ἔχουμε ἀναπαυμένη τή συνείδησί
μας, ὅτι ἐκτελοῦμε στήν ἐντέλεια τά καθήκοντά μας. Τά καθήκοντά μας ὅμως ἐν
καιρῷ αἱρέσεως εἶναι πρωτίστως νά θυσιαστοῦμε διά τήν πίστι, νά βάλωμε ὅλες τίς
ἄλλες ἀσχολίες στήν ἄκρη καί σέ δεύτερη μοίρα, καί νά χρησιμοποιήσωμε τά
μυστήρια πρός ἐνίσχυσί μας διά νά ἐπιτελέσωμε αὐτόν τόν σκοπό.
Εἶναι, ἐν κατακλεῖδι,
φοβερή ἡ εὐθύνη μας νά κοινωνοῦμε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί συγχρόνως
ἡ αἵρεσις νά προάγεται, οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές νά βασίζωνται στούς ὑποτακτικούς
των κληρικούς καί λαϊκούς καί στούς ἀκολουθοῦντες ἐνσωματωμένους ἀντιδρῶντες, οἱ
δέ ἀντιοικουμενιστές νά περιγράφουν τήν κατάστασι, τήν ἐξέλιξι τῆς αἱρέσεως, τό
ποῦ ἀκριβῶς αὐτή τή στιγμή εὑρισκόμεθα καί τόν τελικό σκοπό της (ἴσως μόνο σ’ αὐτό
φωτίζονται ἀπό τήν Θ. Κοινωνία).
Ἄν ἐπί τῶν θεμάτων πού ἐθίγησαν
ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις ἀπό ἀδελφούς εἶναι σωστό νά κατατεθοῦν, ὥστε νά ἰδοῦμε
μήπως κάπου σφάλλομε, παραποιοῦντες τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἄν ὅμως
κατατεθοῦν γνῶμες ἔωλες ἀπό ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς πλευρᾶς ἤ στηριζόμενες
στόν ὀρθολογισμό ἤ σέ σύγχρονες θεωρίες καί θεολογίες τῆς ἐποχῆς μας, δέν θά ἀσχοληθῶ
μέ τό νά εἰσέλθω στό πέλαγος αὐτό τῶν συζητήσεων, οἱ ὁποῖες, ἐπειδή εἶναι ἀστήρικτες
ἁγιογραφικῶς ἤ ἁγιοπατερικῶς, μόνο σύγχυσι δημιουργοῦν καί τίποτε ἄλλο. Τέτοιες
εἶναι δυστυχῶς καί οἱ θέσεις καί ἀπόψεις τοῦ κ. Νούση, ὁ ὁποῖος κινεῖται
γράφοντας μεταξύ ὀρθολογισμοῦ καί φαντασίας καθώς καί μεταξύ τοῦ ἑαυτοῦ του καί
τοῦ Περγάμου Ζηζιούλα.
Ἱερομόναχος
Εὐθύμιος
Τρικαμηνᾶς
ΜΟΛΥΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ Η ΑΙΡΕΤΙΖΟΝΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
Ο ΜΟΛΥΣΜΟΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ
ΚΑΚΟΔΟΞΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ
Ο μολυσμός, διά της
κοινωνίας με αιρετικούς ή κακοδόξους επισκόπου
Τοῦ Ἰωάννου
Ρίζου
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου