Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΛΥΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΛΥΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Οι συνέπειες της εκκλησιαστικής κοινωνίας με ακαθαίρετους αιρετικούς

Η εκκλησιαστική κοινωνία με μη καταδικασμένους αιρετικούς είναι ζήτημα εξαιρετικά λεπτό. Οι Άγιοι Πατέρες υπογραμμίζουν ότι η συμμετοχή σε κοινωνία με ακαθαίρετους αιρετικούς μπορεί να μολύνει τους Ορθοδόξους και να οδηγήσει σε απώλεια της χάρης, απομάκρυνση από τον Θεό και απώλεια βεβαιότητας σωτηρίας. Γι’ αυτό, η εκτίμηση και η προσοχή πρέπει να είναι μεγάλη.


2. Μαρτυρίες Αγίων Πατέρων για τη μολυσματική κοινωνία

  • Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι η κοινωνία με ακαθαίρετους αιρετικούς συνιστά υποκρισία και οδηγεί στην αφαίρεση της παρρησίας από τον Κύριο, στην απώλεια της σωτηρίας και στον χωρισμό από τον Θεό.
  • Ο Ιερός Χρυσόστομος, σύμφωνα με τον Θεόδωρο Στουδίτη, θεωρεί εχθρό του Θεού όχι μόνο τον αιρετικό, αλλά και αυτόν που κοινωνεί μαζί του.
  • Η οσία Μελάνη η Ρωμαία επισημαίνει ότι η μνημόνευση ακατάκριτων αιρετικών αποτελεί παράβαση της πίστης, ενεργοποιώντας την αρχή των «συγκοινωνούντων δοχείων»: η κακοδοξία του αιρετικού μεταδίδεται μέσω της κοινωνίας.

3. Η θεία μετάληψη ως κοινωνία και ένωση

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εξηγεί ότι η θεία μετάληψη δεν είναι μόνο λήψη της Θεότητας του Χριστού, αλλά και κοινωνία μεταξύ των μελών της Εκκλησίας. Όλοι γίνονται ένα σώμα Χριστού και ένα αίμα. Για αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει να λαμβάνουν μετάληψη από αιρετικούς ούτε να τη δίνουν σε αυτούς, ώστε να μην συμμετέχουν στην κακοδοξία και την καταδίκη τους.


4. Ποιούς  αφορά η απαγόρευση

Η προτροπή «μη λαμβάνετε ούτε να δίνετε μετάληψη σε αιρετικούς» απευθύνεται:

  • Στους Ορθοδόξους που λαμβάνουν μετάληψη από κληρικούς (μοναχούς ή λαϊκούς), ώστε να μη λαμβάνουν από ακαθαίρετους αιρετικούς κληρικούς.
  • Στους Ορθοδόξους κληρικούς, ώστε να μη δίνουν μετάληψη σε ακατάκριτους αιρετικούς μη κληρικούς.

Η αιτία είναι ότι μέσω της κοινωνίας μεταδίδεται η κακοδοξία και η καταδίκη του αιρετικού, χωρίς να απαιτείται η αποδοχή της από τον Ορθόδοξο.


5. Η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων

Ο Θεόδωρος Στουδίτης εξηγεί ότι όπως η μετάληψη του αγίου Άρτου ενώνει τους Ορθοδόξους σε ένα σώμα, έτσι και η κοινωνία με τον αιρετικό ενώνει όσους συμμετέχουν σε ένα σώμα αντίθετο προς τον Χριστό.
Η μολυσματική επίδραση προέρχεται από την ίδια την εκκλησιαστική κοινωνία, χωρίς να χρειάζεται η αποδοχή της αιρετικής διδασκαλίας.


6. Η μνημόνευση του Αρχιερέως

«Οι Αγιορείτες Πατέρες, στην επιστολή τους προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής:
«Διότι από παλαιά η ορθόδοξη Εκκλησία του Θεού θεωρούσε τη μνημόνευση του ονόματος του αρχιερέως κατά την αναφορά στο άγιο βήμα ως πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία. Διότι έχει γραφεί στην ερμηνεία της θείας λειτουργίας ότι ο λειτουργός μνημονεύει το όνομα του αρχιερέως, “δηλώνοντας τόσο την υποταγή του προς τον ανώτερο, όσο και ότι είναι κοινωνός της πίστεώς του και διάδοχος των θείων μυστηρίων του”.

Και ο μέγας πατέρας μας και ομολογητής Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει τα εξής προς κάποιον σε τιμητική επιστολή του:
“Μου είπες ότι φοβάσαι να πεις στον πρεσβύτερό σου να μη μνημονεύει τον αιρεσιάρχη· και δεν τολμώ προς το παρόν να σου πω περισσότερα επ’ αυτού, παρά μόνο ότι η κοινωνία έχει μολυσμό ακόμη και μόνο από τη μνημόνευσή του· και όποιος τον μνημονεύει δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος”.

Αυτά μεν λέγει ο Πατέρας· πριν όμως από αυτό, και ο ίδιος ο Θεός το έχει επισημάνει, λέγοντας:
“Οι ιερείς καταφρόνησαν τον νόμο μου και βεβήλωσαν τα άγιά μου – πώς; – διότι δεν ξεχώριζαν τα βέβηλα από τα άγια, αλλά για αυτούς όλα ήταν κοινά”.

Τι από αυτά είναι πιο φωτεινό και πιο αληθινό;
Αλλά θα το πράξουμε αυτό ως οικονομία; Και πώς μπορεί να γίνει δεκτή ως οικονομία κάτι που βεβηλώνει τα θεία, σύμφωνα με τον λόγο του Θεού, και απομακρύνει από αυτά το Πνεύμα του Θεού, και καθιστά τους πιστούς μετόχους ούτε της άφεσης των αμαρτιών ούτε της υιοθεσίας που απορρέουν από αυτά;»

Παραθέσαμε μεγάλο απόσπασμα αυτής της μαρτυρίας, για να καταδειχθεί στον αναγνώστη ότι οι Αγιορείτες Πατέρες, ερμηνεύοντας τη διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας ως προς τη μνημόνευση του ονόματος του Αρχιερέως, έχουν αποδεχθεί ότι αυτή συνιστά «πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία». Αυτό σημαίνει ότι εκείνος που μνημονεύει βρίσκεται σε πλήρη κοινωνία με εκείνον που μνημονεύεται. Το ότι αυτή η κοινωνία επιτελείται στο πεδίο της πίστεως προκύπτει από ολόκληρο το απόσπασμα των Αγιορειτών που παραθέσαμε.

Κατ’ αρχάς, επικαλούνται την ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας του Θεοδώρου, επισκόπου Ανδίδων, η οποία προφανώς αποτελεί την επίσημη και γενικώς αποδεκτή ερμηνεία μέσα στην Εκκλησία. Και επειδή το απόσπασμα που παρουσιάζουν οι Αγιορείτες είναι σύντομο, παραθέτουμε ολόκληρο το συμφραζόμενό του, για πληρέστερη κατανόηση, από την Patrologia Graeca του Migne και πάντοτε σε συνάφεια με το επιχείρημα των Αγιορειτών:
«Έπειτα η εκφώνηση: “Πρώτα απ’ όλα, μνήσθητι, Κύριε, του αρχιεπισκόπου μας”, με την οποία δηλώνεται η υποταγή προς τον ανώτερο· και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός της πίστεώς του είναι και εκείνος που προσφέρει [τη θυσία], καθώς και διάδοχος της παραδόσεως των μυστηρίων, και όχι κάποιος νεοφανής μύστης ή εφευρέτης των συμβόλων που προσφέρει».

Η φράση του Θεοδώρου: «και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός είναι και εκείνος που προσφέρει της πίστεως», έχει την έννοια ότι η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει πως εκείνος που μνημονεύει (δηλαδή «ο προσφέρων» τη θυσία) κοινωνεί, δηλαδή μετέχει, στην πίστη εκείνου που μνημονεύεται. Το να κοινωνεί στην πίστη του σημαίνει ότι προηγουμένως έχει διαφορετική πίστη από εκείνη του μνημονευομένου και ότι η μνημόνευση τον καθιστά κοινωνό της. Διότι, αν η πίστη του μνημονευομένου και του μνημονεύοντος ήταν η ίδια, τότε η μνημόνευση δεν θα τον καθιστούσε κοινωνό, αφού ήδη θα είχε την ίδια πίστη.

Αν ο Θεόδωρος Ανδίδων ήθελε να μιλήσει για μια μνημόνευση με την έννοια της φανέρωσης της ταυτότητας της πίστεως του μνημονευομένου και του μνημονεύοντος, δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «κοινωνός», αλλά όρους όπως «ομόφρων», «ομόδοξος» ή «σύμφωνος». Δηλαδή, θα έπρεπε να πει: «…και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, είναι ομόφρων ή ομόδοξος ή σύμφωνος και εκείνος που προσφέρει» Οι λέξεις «κοινωνός είναι» σημαίνουν ότι μετέχει στην πίστη.
Και κάτι ακόμη: οι λέξεις «της πίστεως» ανήκουν συντακτικά και νοηματικά στην πρόταση του κειμένου του Θεοδώρου Ανδίδων: «και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός είναι και εκείνος που προσφέρει της πίστεως», και δεν ανήκουν νοηματικά στην επόμενη φράση του κειμένου: «και διάδοχος της παραδόσεως των μυστηρίων». Δηλαδή, δεν είναι σωστό να πούμε ότι η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει πως εκείνος που μνημονεύει είναι κοινωνός γενικώς του Αρχιερέως — ενώ εδώ δηλώνεται ρητά ότι είναι κοινωνός της πίστεως.

Και (όσον αφορά τη δεύτερη πρόταση) ότι έχει δεχθεί μέσω αυτού (του Αρχιερέως) τόσο τη χάρη των Μυστηρίων όσο και την πίστη.
Το ορθό είναι το εξής: η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει ότι εκείνος που μνημονεύει κοινωνεί, δηλαδή μετέχει, στην πίστη του μνημονευομένου. Αυτήν ακριβώς την ερμηνεία αποδίδουν και οι Αγιορείτες Πατέρες στο σχετικό χωρίο του Θεοδώρου Ανδίδων για την εξήγηση της μνημόνευσης του ονόματος του Αρχιερέως: «και ότι είναι κοινωνός της πίστεώς του και διάδοχος των θείων μυστηρίων». Ο όρος «διάδοχος» αναφέρεται μόνο στα θεία Μυστήρια και όχι στην πίστη, σύμφωνα με το νόημα των κειμένων.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από το παράθεμα του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτη, το οποίο παρατίθεται από τους Αγιορείτες Πατέρες σε άμεση συνάφεια με τη δική τους ερμηνεία και μάλιστα στην ίδια παράγραφο: «παρά μόνο ότι η κοινωνία έχει μολυσμό ακόμη και μόνο από τη μνημόνευσή του· όποιος τον μνημονεύει δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος». Μολύνεται ο ορθόφρων που μνημονεύει τον αιρεσιάρχη και μόνο από αυτήν καθαυτή τη μνημόνευση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να είναι —δηλαδή να παραμείνει— ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει.

Το ότι η φράση «δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει» έχει την έννοια του «να παραμείνει ορθόδοξος» —και όχι την έννοια της εσωτερικής πεποιθήσεως ή του φρονήματος— προκύπτει και από το γεγονός ότι σε άλλα χειρόγραφα απαντά η διατύπωση: «…και αν ακόμη είναι ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει»», όπως αυτό αναφέρεται και στην κριτική έκδοση του Φατούρου· βλ. την υποσημείωση 387 στο τέλος, ως προς την παραπομπή)· υπάρχουν πολλά αποσπάσματα από τα οποία προκύπτει το ίδιο συμπέρασμα, πάντοτε με την ερμηνευτική αρχή ότι το μέρος ερμηνεύεται από το όλο και όχι το αντίστροφο.

Ενδεικτικά: «Άλλοι ναυάγησαν πλήρως ως προς την πίστη· άλλοι, παρότι δεν βυθίστηκαν στους λογισμούς τους, ωστόσο καταστρέφονται μέσω της κοινωνίας με την αίρεση».
«Εφόσον πάσχουμε μαζί· ακόμη κι αν όχι με στρεβλό φρόνημα, πάντως μολυνόμαστε μέσω της κοινωνίας με την αίρεση».

Εδώ, με τη λέξη «αίρεση» πρέπει να νοηθούν οι αιρετικοί, όπως αυτό προκύπτει από άλλο χωρίο:
«Για να γνωρίζεις ότι πρόκειται για αίρεση, να αποφεύγεις την αίρεση, δηλαδή τους αιρετικούς· να μη βρίσκεσαι σε κοινωνία μαζί τους…».

Επιπλέον, και η παράθεση από τους Αγιορείτες Πατέρες του χωρίου του προφήτη Ιεζεκιήλ προς ενίσχυση των λεγομένων τους συμφωνεί στο ίδιο νόημα. Επαναλαμβάνουμε το χωρίο:
«Οι ιερείς περιφρόνησαν τον νόμο μου και βεβήλωσαν τα άγιά μου – πώς; – επειδή δεν ξεχώριζαν τα βέβηλα από τα άγια, αλλά για αυτούς όλα ήταν κοινά».

Το χωρίο αυτό το εφαρμόζει –και κατά κάποιον τρόπο το ερμηνεύει– ο άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αναφερόμενος στην υπογραφή και στην εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς Εικονομάχους. Και εκεί, στο ίδιο πλαίσιο, ο Άγιος δηλώνει με απόλυτη σαφήνεια ότι η κοινωνία με αυτούς τους αιρετικούς μολύνει τον Ορθόδοξο. Το ίδιο ακριβώς λέγει και ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

Είναι, λοιπόν, απολύτως φανερό ότι αυτό που λένε οι Αγιορείτες:
«…η μνημόνευση του ονόματος του αρχιερέως στο ιερό βήμα θεωρήθηκε πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία»
η φράση «πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία» σημαίνει την τέλεια και ολοκληρωμένη συμμετοχή του μνημονεύοντος στην πίστη του μνημονευομένου. Αυτό συμφωνεί απολύτως με όσα διακηρύσσονται από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο:
«…θεωρήσαμε ότι είναι “ξένο προς τους χριστιανούς” να μνημονεύεται το όνομά του (του πλέον αιρετικού Πάπα Βιγίλιου) στα ιερά δίπτυχα, ώστε να μη συμβεί να βρεθούμε έτσι να συμμετέχουμε στην ασέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου (την οποία υποστήριζε ο Πάπας)».

Το ίδιο συμπέρασμα συμφωνεί και με όσα λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όπως είδαμε: «για να μη γίνουμε μέτοχοι…» «…να μη γίνουμε μέτοχοι της κακοδοξίας τους και της καταδίκης τους», με τη μόνη διαφορά ότι στο συγκεκριμένο απόσπασμα η συμμετοχή αυτή επέρχεται μέσω της κοινωνίας της θείας Μετάληψης.

Έτσι εξηγείται και το γιατί οι Αγιορείτες Πατέρες αποδίδουν σε αυτόν τον μολυσμό που προέρχεται από τη μνημόνευση αιρετικού —τον οποίο αναφέρουν τόσο ο όσιος Θεόδωρος όσο και ο προφήτης Ιεζεκιήλ και ο άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως— την (όχι αυθαίρετη) συνέπεια της απώλειας της άφεσης των αμαρτιών και της υιοθεσίας μας, εφόσον απωθείται το Πνεύμα του Κυρίου· δηλαδή, πρόκειται για κατάκριση. Συνεπώς, η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων βρίσκεται εδώ σε ισχύ, ακριβώς όπως και στα πρακτικά της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου, όχι ως συμμετοχή στην απώλεια της ιερωσύνης, αλλά ως συμμετοχή στην ασέβεια του αιρετικού και, ως εκ τούτου, και στην καταδίκη του.»

 


7. Επιβεβαίωση από Οικουμενικές Συνόδους και Πατέρες

  • Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδεικνύει ότι η κοινωνία με αιρετικούς δεν είναι αποδεκτή.
  • Οι Αγιορείτες Πατέρες, μαζί με τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό και άλλους Πατέρες, υπογραμμίζουν ότι ο μολυσμός προέρχεται από τη μνημόνευση ή τη θεία μετάληψη.
  • Αυτός ο μολυσμός μεταδίδει την κακοδοξία και την καταδίκη των αιρετικών, χωρίς να σημαίνει απώλεια ιερωσύνης, αλλά συμμετοχή στην ασέβεια.

Με άλλα λόγια, η Εκκλησία διατηρεί την αρχή ότι η κοινωνία με αιρετικούς ενεργεί ως μετάδοση πνευματικής μολύνσεως, επιβεβαιώνοντας πλήρως τη θέση των Αγιορειτών Πατέρων.

Πρέπει όμως να διευκρινισθεί, ότι ναι μεν οι Αγιορείτες Πατέρες ομιλούν για μόλυνση από τη διαμνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών, αλλά το εφαρμόζουν ως προς τον Πάπα με την εξής έννοια: εάν η  μόλυνση ισχύει από τη διαμνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών, πόσο περισσότερο από τη διαμνημόνευση του Πάπα. Και τους είμαστε ευγνώμονες διότι με την ευκαιρία αυτή, ως προς τη διαμνημόνευση του Πάπα (που βρίσκεται εκτός Εκκλησίας), συνειρμικά και συνεκδοχικά, μας διελεύκαναν το ζήτημα αυτό (ως προς ακαθαιρέτους). Άλλωστε ήταν επόμενο να επικαλεσθούν επιχειρήματα από την εκκλησιαστική παράδοση, τους ιερούς Κανόνες και τους Αγίους Πατέρες.

Ο όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης λέει ότι όποιος κοινωνεί με αιρετικούς, ακόμη κι αν δεν είναι καθαιρεμένοι, μοιάζει με αυτούς στην αιρετική τους διδασκαλία και στην κακοδοξία τους. Δηλαδή, συμμετέχει πνευματικά στα ίδια λάθη και την πλάνη τους, σαν να τις αποδέχεται.

Με άλλα λόγια, η κοινωνία με αιρετικούς μολύνει πνευματικά τον πιστό και τον φέρνει σε πνευματική ομοιότητα με την αίρεση που αυτοί ακολουθούν .Και αλλού από τον Όσιο λέγονται:

«Μην υπακούτε σε μοναχούς ή πρεσβυτέρους που λένε πράγματα παράνομα ή κακώς, γιατί κακοπαρακινούν. Μην υπακούτε ούτε σε επισκόπους όταν σας προτρέπουν να πράττετε ή να σκέφτεστε με δόλιο τρόπο.

Η σιωπή μπροστά σε κακοδοξίες σημαίνει συγκατάθεση. Το δείχνει καθαρά και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και οι Μακκαβαίοι, που κινδύνεψαν μέχρι θανάτου και δεν παραβίασαν ούτε τον πιο μικρό νόμο.

Ο αγώνας κατά της αδικίας είναι επαινετός, ενώ η ψυχική βλάβη της ειρήνης με τους κακοφρονούντες δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι να συμφωνούμε με τους πλανεμένους, ενωμένοι μαζί τους, ενώ χωριζόμαστε από τον Θεό».

Από τις μαρτυρίες του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου και του Μεγάλου Βασιλείου, όπως τις παραθέτει ο όσιος Μελέτιος, φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει πνευματικός μολυσμός που μεταδίδεται στον Ορθόδοξο από την εκκλησιαστική κοινωνία με ακατάκριτους αιρετικούς.

Ο Άγιος λέει ότι είναι αδύνατο να βρίσκεται κανείς με τους ευσεβείς – δηλαδή με όσους έχουν ορθόδοξη πίστη – όποιος δεν έχει αποστασιοποιηθεί από τους κακοδόξους. Μόνος όποιος έχει σωστή πίστη και έχει απομακρυνθεί από την αίρεση μπορεί να θεωρείται πραγματικός Χριστιανός και ενωμένος με τον Θεό.

Με άλλα λόγια, η απομάκρυνση από τους αιρετικούς είναι προϋπόθεση για να μετέχει κανείς πλήρως στην κοινότητα των Ορθοδόξων και στην πνευματική ένωση με τον Θεό.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει: «Επομένως, όπως συμβαίνει συχνά με όλο το πλήρωμα των Ορθοδόξων, είναι αδύνατο να βρίσκεται κανείς με τους ευσεβείς όποιος δεν έχει αποστασιοποιηθεί από τους αιρετικούς. Μόνος όποιος έχει απομακρυνθεί από αυτούς μπορεί να θεωρείται πραγματικός Χριστιανός και ενωμένος με τον Θεό μέσα στην ευσεβή πίστη».

Είναι αδύνατο να ζει κανείς με τους ευσεβείς – εδώ εννοείται αυτός που έχει ορθόδοξη πίστη, γιατί ο κακόδοξος από μόνος του δεν μένει με τους ευσεβείς. Το κείμενο αναφέρεται σε πρόσωπο που δεν είχε αποχωριστεί τον Ιωάννη Καλέκα πριν την καταδίκη του από τη σύνοδο (προ του 1347).

Και να θεωρείται Χριστιανός και να είναι ενωμένος με τον Θεό όποιος δεν έχει απομακρυνθεί από αυτούς, δείχνει την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων. Εδώ πρόκειται για πνευματικό μολυσμό που προέρχεται μόνο από την εκκλησιαστική κοινωνία με υποδίκους αιρετικούς.

 π.Δ.Α

 


8. Συμπέρασμα

  • Η μνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών σημαίνει πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία και μπορεί να μολύνει τον Ορθόδοξο.
  • Η κοινωνία με αυτούς μέσω της Θείας Μετάληψης ή της μνημόνευσης μεταδίδει την κακοδοξία τους.
  • Η θέση αυτή δεν ανήκει μόνο στους Αγιορείτες, αλλά αποτελεί αυθεντική θέση της Εκκλησίας, επιβεβαιωμένη από παράδοση, Πατέρες και Οικουμενικές Συνόδους.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Η Επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες και η Ζ Οικουμενικη Σύνοδος


Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες αποτελεί ένα σημαντικό θεολογικό και ποιμαντικό κείμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μέσα από αυτήν, αναδεικνύεται η στάση της Εκκλησίας απέναντι σε όσους χειροτονούνται από αιρετικούς, με σαφή διάκριση μεταξύ των ηγετών των αιρέσεων και εκείνων που παρασύρθηκαν χωρίς δική τους ευθύνη. Η επιστολή συνδυάζει αυστηρότητα και δικαιοσύνη, επιβεβαιώνοντας τη θεία ενέργεια των μυστηρίων και ταυτόχρονα διαφυλάσσοντας την καθαρότητα της πίστης και την πνευματική προστασία των πιστών. Πρόκειται για ένα κείμενο που φωτίζει τη σοφία της Εκκλησίας στην αντιμετώπιση των αιρέσεων, την εφαρμογή της ποιμαντικής διάκρισης και τη σημασία της προσωπικής ευθύνης στην πίστη.

π.Δ.Α

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον μηδὲ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεῦσι Χριστοῦ τὸν παρὰ τῶν βεβήλων χειρῶν ἐπὶ καταλύσει τῆς πίστεως εἰς προστασίαν προβεβλημένον. Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐμὴ κρίσις.

Ὑμεῖς δὲ, εἴ τινα ἔχετε μεθ' ἡμῶν μερίδα, ταυτὰ ἡμῖν φρονήσετε δηλονότι· εἰ δὲ ἐφ' ἑαυτῶν βουλεύεσθε, τῆς ἰδίας γνώμης ἕκαστός ἐστι κύριος· ἡμεῖς ἀθῷοι ἀπὸ τοῦ αἵματος τούτου.

Ταῦτα δὲ ἔγραψα οὐχ ὑμῖν ἀπιστῶν, ἀλλὰ τό τινων ἀμφίβολον στηρίζων ἐκ τοῦ γνωρίσαι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην, ὡς μὴ προσληφθῆναί τινας εἰς κοινωνίαν μηδὲ τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐπιβολὴν δεξαμένους μετὰ ταῦτα εἰρήνης γενομένης βιάζεσθαι ἑαυτοὺς ἐναριθμεῖν τῷ ἱερατικῷ πληρώματι.

Οὐκ ἔστιν οὕτως, καθὼς νοεῖτε. Ὁ μὲν πατὴρ τοὺς μὴ αὐθεντήσαντας τῆς αἱρέσεως, ἀλλ' ὑποσυρέντας καὶ βίαν παθόντας ἀποδέχεται εἰς ἱερωσύνην, μόνους δὲ τοὺς προϊσταμένους ἢ γεννήτορας τῶν αἱρέσεων [αὐτοῖς] εἰς ἱερωσύνην οὐ προσεδέξατο, εὖ γε καὶ καλῶς καὶ δικαίως τοῦτο ἀποφαινόμενος.

Και πάλιν οἶδε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ὡς διωχθέντα εἰς Ῥώμην διαφόρως καὶ ἀτίμῳ φυγῇ, ὑπὸ τῶν προϊσταμένων τῆς Ἀρειανικῆς αἱρέσεως. Ὅτε δὲ παρρησίαν ἐλάμβανον ἐκείνου ἀναχωροῦντος, εἰς τὴν προτέραν αἵρεσιν ἐπανήρχοντο καὶ διωγμὸν κατὰ τῶν εὐσεβῶν ἐκίνουν.

Ἀποδέδεικται ἱκανῶς, τιμιώτατοι ἀδελφοί, ὅτι οἱ ἐξ αἱρετικῶν προσερχόμενοι δεκτοί εἰσιν· ἐὰν δέ τις ἐπίτηδες πρὸς αἱρετικὸν πορευθῇ καὶ λάβῃ χειροτονίαν, ἄδεκτος ἔστω.

 

 

Μετάφραση σε απλή γλώσσα

Ο Μέγας Βασίλειος γράφει στους πιστούς της Νικοπόλεως τα εξής:

  1. Δεν μπορώ να θεωρήσω έγκυρο ιερέα ή επίσκοπο κάποιον που χειροτονήθηκε από βέβηλους (δηλαδή αιρετικούς) που έχουν καταλύσει την πίστη. Αυτό είναι η κρίση μου.
  2. Αν κάποιοι από εσάς έχουν συμμετοχή μαζί μας και θέλετε να δώσετε γνώμη, να το κάνετε, αλλά αν αποφασίσετε μόνοι σας, ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του· εμείς δεν φέρουμε καμία ευθύνη.
  3. Δεν λέω ότι οι χειροτονημένοι από αιρετικούς είναι εντελώς άκυροι· λέω ότι πρέπει να προσέχουμε να μην αναμιχθούν με το σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσοι επιμένουν στην αίρεση, ακόμα και αν μετά υπάρξει ειρήνη.
  4. Όσους δεν ήταν ηγέτες της αίρεσης αλλά αναγκάστηκαν ή παρασύρθηκαν, τους δέχεται η Εκκλησία στην ιερωσύνη.
  5. Μόνο όσους ήταν ηγέτες ή δημιουργοί της αίρεσης, δεν τους δέχεται. Αυτό είναι δίκαιο και σωστό.
  6. Το παράδειγμα του Αγίου Αθανασίου δείχνει ότι οι αντίπαλοι της πίστης προσπαθούσαν να επαναφέρουν τους πιστούς στην αίρεση, αλλά η Εκκλησία κράτησε τη σωστή στάση.
  7. Συμπερασματικά, όσοι χειροτονούνται από αιρετικούς χωρίς δική τους επιλογή ή επίγνωση της αίρεσης γίνονται δεκτοί, ενώ όποιος επιλέγει επίτηδες να χειροτονηθεί από αιρετικό δεν γίνεται δεκτός.

Θεολογικός σχολιασμός

1. Θεολογική βάση της ιερωσύνης και της χειροτονίας

Η επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου βασίζεται στην ορθόδοξη κατανόηση ότι η ιερωσύνη προέρχεται από τον Θεό. Η φράση του Ταράσιου «η χειροτονία είναι εκ Θεού» συμφωνεί με τον Άγιο Χρυσόστομο («πάντας μεν ο Θεός ου χειροτονεῖ, διά πάντων δε αυτός ενεργεί»), δηλαδή:

  • Η ιεροσύνη έχει θεία προέλευση και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπικότητα ή την ακεραιότητα του χειροτονητή.
  • Ο Θεός ενεργεί μέσα από τα μυστήρια και τα μυστήρια της Εκκλησίας, ακόμα κι αν ο χειροτονητής ή ο χειροτονούμενος δεν είναι τέλειος.

Αυτό σημαίνει ότι η εκκλησιαστική χειροτονία έχει αντικειμενική ισχύ ακόμη και όταν γίνεται από ανθρώπους που έχουν παρασυρθεί στην αίρεση.


2. Διαχωρισμός μεταξύ ηγετών και παρασυρμένων

Ο Μέγας Βασίλειος και η Σύνοδος διακρίνουν δύο κατηγορίες:

  1. Οι ηγέτες ή «γεννήτορες» της αίρεσης: Είναι αυτοί είχαν ενεργό ρόλο στη διάδοση της αίρεσης. Οι απόψεις και οι πράξεις τους έχουν «βαθιές ρίζες» κακόδοξης σκέψης, που δεν μπορούν εύκολα να μεταβληθούν. Δεν γίνονται δεκτοί στην ιερωσύνη, γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να παραβλέψει τη θεολογική τους διαστροφή και την ηγετική τους ευθύνη στην αίρεση.
  2. Οι παρασυρμένοι ή υποχρεωτικά χειροτονηθέντες  είναι οι εξής:
    • Δεν είχαν πρωτοβουλία ούτε δική τους ηγετική θέση στην αίρεση.
    • Μπορούν να δεχθούν ιερωσύνη, γιατί η αίρεση δεν έχει βαθιά επηρεάσει τη συνείδησή τους.
    • Η αποδοχή τους γίνεται με ποιμαντική διάκριση, δηλαδή με μέριμνα για την πνευματική τους κατάσταση και την πρόθεσή τους, αφού δείξουν μετάνοια και αποδοχή της ορθόδοξης πίστης.

Αυτός ο διαχωρισμός δείχνει τη σοφία και τη δικαιοσύνη της Εκκλησίας: δεν απορρίπτει αθώους που παρασύρθηκαν, αλλά προστατεύει την πίστη από τους επικίνδυνους ηγέτες της αίρεσης.


3. Ποιμαντική διάκριση και εκκλησιαστική πρακτική

Η επιστολή εφαρμόζει την αρχή της ποιμαντικής διάκρισης (οἰκονομίας):

  • Η Εκκλησία εξετάζει την κατάσταση και την πρόθεση του χειροτονηθέντος, όχι μόνο την τυπική χειροτονία.
  • Σκοπός: προστασία της πίστης και διαφύλαξη της εκκλησιαστικής κοινότητας, χωρίς να απορρίπτονται όσοι παρασύρθηκαν άδικα.
  • Οι πιστοί καλούνται να επιλέγουν υπεύθυνα, γιατί η προσωπική επιλογή να χειροτονηθεί κάποιος από αιρετικό φέρνει προσωπική ευθύνη και αποκλεισμό από την Εκκλησία.

4. Θεολογική και εκκλησιολογική σημασία

  • Η θεία ενέργεια των μυστηρίων: η χειροτονία παραμένει θεϊκά ενεργή ακόμα και όταν γίνεται υπό ατελείς ανθρώπινες συνθήκες.
  • Η διατήρηση της καθαρότητας της πίστης: η Εκκλησία δεν επιτρέπει την αποδοχή ηγετών της αίρεσης, ώστε να μην εκτεθεί η θεία χάρη σε διαστροφές διδασκαλίας.
  • Η επανένταξη των αθώων: όσοι παρασύρθηκαν χωρίς δική τους ευθύνη μπορούν να ενσωματωθούν στην Εκκλησία, ως πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας, χωρίς παραβίαση της αλήθειας.

Η σχετική συζήτηση της επιστολής στην Ζ Οικουμενική Σύνοδο.

1. Το πλαίσιο της συζήτησης

  • Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε για να καταδικάσει την Εικονομαχία και να αποκαταστήσει τη λατρεία των εικόνων, αλλά συζητήθηκαν και θέματα σχετικά με χειροτονίες από αιρετικούς.
  • Οι μοναχοί υπέβαλαν την επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους Νικοπολίτες, ζητώντας να διαβαστεί και να ληφθεί υπόψη στην εκκλησιαστική πρακτική.

2. Η παρέμβαση του Πατριάρχη Ταράσιου

  • Ο Πατριάρχης Ταράσιος υποστήριξε την αποτροπή χειροτονίας από αιρετικούς.
  • Τόνισε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός στην ιερωσύνη όποιος χειροτονηθεί σκοπίμως από αιρετικό («αὐθεντήσαντες»), δηλαδή οι ηγέτες της αίρεσης.
  • Αντίθετα, όσοι παρασύρθηκαν ή χειροτονήθηκαν υπό πίεση, χωρίς δική τους ευθύνη, γίνονται δεκτοί.
  • Η πρακτική του Ταράσιου δείχνει σοφία και ποιμαντική διάκριση, καθώς συνδυάζει την προστασία της πίστης με τη φροντίδα για τους αθώους.

3. Η θέση των μοναχών

  • Οι μοναχοί υπογράμμισαν την απόρριψη χειροτονηθέντων από αιρετικούς, όπως είχε γραφεί στην επιστολή του Βασιλείου:

«μηδὲ αριθμήσαιμι εν ιερεῦσι Χριστοῦ τον παρα των βεβήλων χειρών επί κατάλυσιν της πίστεως εις προστασίαν προβεβλημένον»

  • Διαφώνησαν με οποιαδήποτε αποδοχή ηγετών της αίρεσης, αλλά συμφώνησαν με την αποδοχή όσων χειροτονούνταν αναγκαστικά ή παρασυρόμενοι.

4. Συμφωνία και εφαρμογή

  • Η Σύνοδος επικύρωσε τη διάκριση του Μεγάλου Βασιλείου και του Πατριάρχη Ταράσιου:
    • Δεν γίνονται δεκτοί οι ηγέτες της αίρεσης.
    • Γίνονται δεκτοί οι παρασυρμένοι ή εκείνοι που υπέφεραν βία, αφού δείξουν μετάνοια και αποδοχή της ορθόδοξης πίστης.
  • Η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε ως κανόνας ποιμαντικής διαχείρισης για τις μελλοντικές χειροτονίες και για την προστασία της πίστης.


Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΟΛΥΣΜΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

1. Η έννοια του μολυσμού κατά τον Μέγα Βασίλειο

  • Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί ότι η συμμετοχή στην κοινωνία με αιρετικούς μπορεί να προκαλέσει πνευματικό μολυσμό στους Ορθοδόξους.
  • Ο μολυσμός αυτός δεν αφορά μόνο την απώλεια της ατομικής πίστης, αλλά κυρίως τον κίνδυνο για την ιερωσύνη και την ακεραιότητα της Εκκλησίας συνολικά

.

  • Ειδικά για κληρικούς, η κοινωνία με αιρετικούς που δεν έχουν καταδικασθεί μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της ιερωσύνης, αν δεν ληφθούν μέτρα προστασίας.

2. Η αρχή «ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα…»

  • Ο Μέγας Βασίλειος θέτει την αρχή ότι όσοι έχουν αλλοιωμένη πίστη ή φρόνημα αντίθετο προς την Ορθοδοξία πρέπει να απομακρύνονται από την εκκλησιαστική κοινωνία:

«ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν»

.

  • Η αρχή αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο για ακραίους αιρετικούς, αλλά και για μη καταδικασμένους, εφόσον η στάση τους απειλεί τη συλλογική πνευματική υγεία της Εκκλησίας.
  • Το ζήτημα δεν είναι τι πιστεύει ο αιρετικός ατομικά, αλλά η επιρροή του στην κοινωνία των πιστών και η συμμετοχή τους στην πνευματική κοινότητα.

3. Σχέση μολυσμού και ιερωσύνης

  • Ο Μέγας Βασίλειος συνδέει τον μολυσμό με το «ενυπόστατο της ιερωσύνης» των αιρετικών.
  • Αν κάποιος κληρικός κοινωνεί με μη καταδικασθέντες αιρετικούς χωρίς την κατάλληλη διάκριση, κινδυνεύει να χάσει την ιερωσύνη του.
  • Η στάση αυτή επιβάλλει την διακοπή κοινωνίας ως προληπτικό μέτρο, ακόμα και όταν δεν υπάρχει επίσημη καταδίκη του αιρετικού

.


4. Η έννοια του μολυσμού μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας

  • Ο μολυσμός αφορά και τους λαϊκούς και τους μοναχούς που κοινωνούν με μη καταδικασθέντες αιρετικούς.
  • Η διδασκαλία του Μέγα Βασιλείου υπογραμμίζει ότι η συμμετοχή στην κοινωνία ενός αιρετικού μεταδίδει την επίδραση της αίρεσης στους πιστούς, χωρίς να απαιτείται η αποδοχή της διδασκαλίας του αιρετικού ως προσωπική πεποίθηση.

1. Αποφυγή αποδοχής αιρετικών φρονημάτων

  • Το βιβλίο τονίζει την έννοια του «μολυσμού των Ορθοδόξων» μέσω της κοινωνίας με μη καταδικασμένους αιρετικούς. Δηλαδή, ακόμα κι αν μια αίρεση δεν έχει επίσημα καταδικαστεί από την Εκκλησία, η κοινωνία με όσους τη διδάσκουν ή την ακολουθούν μπορεί να μολύνει την πίστη των Ορθοδόξων.
  • Η αρχή αυτή βασίζεται στο «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτἀκοινώνητος ἔστω» (consensus Patrum), που σημαίνει ότι όποιος κοινωνεί με τον ακαθαιρέτο αιρετικό θεωρείται ότι συμμετέχει στη λανθασμένη διδασκαλία και πρέπει να απέχει.
  • Ο σκοπός δεν είναι μόνο θεολογικός, αλλά και πρακτικός: να προστατευθεί η καθαρότητα της πίστης και η σωστή μετάδοση των μυστηρίων της Εκκλησίας.
  • Η αποδοχή αιρέσεων θεωρείται πνευματικά επικίνδυνη, διότι αλλοιώνει την ορθόδοξη διδασκαλία και παραπλανά το ποίμνιο.

2. Αποξένωση από τον Θεό λόγω αμαρτίας και αποδοχής αίρεσης

  • Η κοινωνία με αιρετικούς ή η αποδοχή αιρετικών φρονημάτων οδηγεί σε πνευματικό κίνδυνο: η Χάρη των μυστηρίων μπορεί να χαθεί και οι πιστοί απομακρύνονται από τον Θεό.
  • Αυτό δεν αφορά μόνο τους αιρετικούς, αλλά και όσους κοινωνούν μαζί τους: οι κληρικοί, αν συμμετάσχουν στην κοινωνία με αιρετικούς χωρίς αποχή, χάνουν το «ενυπόστατο» της ιερωσύνης τους.
  • Οι Άγιοι Πατέρες, μέσω των Οικουμενικών Συνόδων και των έργων τους, δείχνουν ότι η συμμετοχή στην αίρεση δεν είναι αμελητέα, αλλά σοβαρή αμαρτία που οδηγεί σε αποξένωση από την Εκκλησία και από τον Θεό

818031b7-6350-4d62-828f-075b141…

.


3. Σημασία της τήρησης όλων των εντολών για παρρησία την ημέρα της Κρίσεως

  • Η τήρηση των εντολών και η διατήρηση της καθαρής πίστης εξασφαλίζει πνευματική παρρησία την ημέρα της Κρίσεως. Δηλαδή, οι πιστοί που αποφεύγουν τις αιρέσεις και τηρούν τις εντολές θα έχουν θάρρος και σιγουριά μπροστά στον Θεό.
  • Η αποχή από την κοινωνία με αιρετικούς δεν είναι μόνο προληπτική, αλλά και σωτηριολογική: διαφυλάσσει την ψυχή από πνευματική ζημία.
  • Η έννοια της παρρησίας συνδέεται με την πλήρη τήρηση των εντολών και τη συμμόρφωση με την Εκκλησία, όπως δείχνουν τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων: η πίστη πρέπει να είναι καθαρή, χωρίς μολύνσεις από αιρετικές διδασκαλίες.

💡 Συνοπτικά:

  • Η αποφυγή αιρέσεων προστατεύει την πίστη και τη Χάρη των μυστηρίων.
  • Η συμμετοχή σε αίρεση ή η αποδοχή αιρετικών φρονημάτων οδηγεί σε αποξένωση από τον Θεό και ενδέχεται σε πνευματική απώλεια.
  • Η τήρηση των εντολών και η καθαρή πίστη εξασφαλίζουν θάρρος και παρρησία μπροστά στον Θεό την ημέρα της Κρίσεως

 


Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Η διδασκαλία για τα άκυρα και ανυπόστατα μυστήρια, είτε από το υγιές είτε από το άρρωστο τμήμα της Εκκλησίας


Εισαγωγικά

Στην ενότητα αυτή εξετάζεται η άποψη ότι τα μυστήρια (όπως η Θεία Κοινωνία ή το Βάπτισμα) μπορεί να στερούνται τη θεία χάρη και να θεωρούνται άκυρα.

Η ανάλυση επικεντρώνεται στο πώς αυτή η διδασκαλία επηρεάζει τις δύο πλευρές:

Το "νοσούν" τμήμα: Δηλαδή όσοι πιστοί και κληρικοί παραμένουν σε κοινωνία με επισκόπους που θεωρούνται ότι κηρύττουν πλάνες.

Το "υγιές" τμήμα: Δηλαδή όσοι διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία (αποτειχίστηκαν) για λόγους καθαρότητας της πίστης.

Το κείμενο υποστηρίζει ότι αν οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές αρχίσει να θεωρεί τα μυστήρια της άλλης πλευράς ως "άκυρα" πριν από μια επίσημη συνοδική απόφαση, οδηγείται σε σοβαρά θεολογικά και εκκλησιολογικά σφάλματα.

π.Δ.Α

Η διδασκαλία για τα άκυρα μυστήρια και οι συνέπειές της

Στην ενότητα αυτή εξετάζονται δύο περιπτώσεις σχετικά με την άποψη ότι τα μυστήρια μπορεί να είναι άκυρα ή ανύπαρκτα.

Η Πρώτη Περίπτωση:
Εξετάζουμε τι συμβαίνει όταν το «νοσούν» τμήμα της Εκκλησίας (δηλαδή όσοι πιστοί δεν έχουν διακόψει την κοινωνία με αιρετικούς επισκόπους) υποστηρίζει ότι το «υγιές» τμήμα (όσοι αποτειχίστηκαν) βρίσκεται εκτός Εκκλησίας. Αν το «νοσούν» τμήμα θεωρεί ότι οι αποτειχισμένοι δεν σώζονται και ότι τα μυστήριά τους είναι άκυρα, τότε προκύπτουν τα εξής προβλήματα:

  1. Ακυρώνεται ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου: Αυτός ο κανόνας επαινεί όσους διακόπτουν την κοινωνία με έναν επίσκοπο που κηρύττει αίρεση, ακόμη και πριν αυτός καταδικαστεί επίσημα από Σύνοδο. Αν θεωρήσουμε ότι όσοι εφαρμόζουν αυτόν τον κανόνα βγαίνουν «εκτός Εκκλησίας», τότε ο κανόνας αυτός είναι άχρηστος και η Εκκλησία έκανε λάθος που τον συμπεριέλαβε στους ιερούς κανόνες της.
  2. Επιβάλλεται ένας ακραίος «Επισκοποκεντρισμός»: Με αυτή τη λογική, ο πιστός υποχρεώνεται να μνημονεύει τον επίσκοπό του ακόμη και αν αυτός είναι αιρετικός, προκειμένου να μη χάσει τη σωτηρία του.
  3. Ομοιότητα με τον Παπισμό:  Αν ένας επίσκοπος κηρύττει φανερά μια αίρεση (π.χ. το Filioque) και το ποίμνιο είναι αναγκασμένο να τον ακολουθεί και να τον μνημονεύει για να θεωρούνται έγκυρα τα μυστήριά του, τότε η εγκυρότητα της Θείας Ευχαριστίας εξαρτάται αποκλειστικά από το όνομα του επισκόπου και όχι από την αλήθεια της πίστης.

Το συμπέρασμα
Αν ισχύουν τα παραπάνω, τότε όποιος σταματήσει να μνημονεύει το όνομα του επισκόπου (ακόμη και για λόγους προστασίας της πίστης), θεωρείται αυτόματα ότι χάνει τη χάρη των μυστηρίων.
Αν επικρατήσει η άποψη ότι όποιος δεν μνημονεύει τον επίσκοπο χάνει τη σωτηρία του, τότε οδηγούμαστε σε ακραίες θέσεις, όπως αυτές του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα. Εκείνος υποστηρίζει ότι:

  • Όποιος δεν μνημονεύει τον επίσκοπό του στη Θεία Ευχαριστία, διαγράφει τον εαυτό του από τους ζωντανούς πιστούς.
  • Η Θεία Ευχαριστία δεν έχει σωτήρια αξία αν δεν τελείται στο όνομα του τοπικού επισκόπου.
  • Δεν μπορούμε να προσευχόμαστε απευθείας στον Χριστό, αλλά πρέπει πάντα να μεσολαβεί ο επίσκοπος ως «εικόνα» Του.

Αυτές οι θέσεις ταυτίζονται με τον Παπισμό, όπου όλα εξαρτώνται από την κοινωνία με τον Πάπα. Επίσης, αν δεχτούμε αυτή τη λογική, καταργείται η έννοια του «συμμολυσμού» (δηλαδή ότι οι Ορθόδοξοι μολύνονται όταν κοινωνούν με ακαθαίρετους αιρετικούς), κάτι που διδάσκει η Ε' Οικουμενική Σύνοδος και η πατερική παράδοση.


Η Δεύτερη Περίπτωση (Β):
Τι συμβαίνει όταν το «υγιές» τμήμα (οι αποτειχισμένοι) υιοθετεί τη διδασκαλία ότι τα μυστήρια του «νοσούντος» τμήματος (όσων δεν αποτειχίστηκαν) είναι άκυρα; Οι συνέπειες είναι οι εξής:

Μεγαλώνει το σχίσμα: Αντί αυτή η διδασκαλία να βοηθήσει στην ένωση των δύο πλευρών, βαθαίνει το χάσμα και κάνει τη θεραπεία της Εκκλησίας αδύνατη.

Αυθαίρετη άσκηση εξουσίας: Το «υγιές» τμήμα συμπεριφέρεται σαν να είναι ολόκληρη η Εκκλησία και αποφασίζει μόνο του ότι κάποιος άλλος στερήθηκε τη Θεία Χάρη.

Παράκαμψη της Συνοδικής διαδικασίας. Για να κηρυχθεί ένας κληρικός (και πολύ περισσότερο ένας Επίσκοπος ή μια ολόκληρη τοπική Εκκλησία) ως αμετανόητος αιρετικός, είναι απαραίτητο να γίνει επίσημο εκκλησιαστικό δικαστήριο. Πρέπει να κληθεί τρεις φορές σε απολογία και, αν επιμείνει στην πλάνη του, τότε μόνο καθαιρείται και αποκόπτεται από το σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Όταν μια ομάδα πιστών προχωρά μόνη της σε μια τέτοια τολμηρή ενέργεια χωρίς να έχει την αρμοδιότητα, τότε κλέβει εξουσίες και δικαιώματα που ανήκουν μόνο στην επίσημη Εκκλησία. Αυτή η ομάδα έχει το καθήκον να διακόψει την κοινωνία με τον αιρετικό (να αποτειχιστεί), αλλά δεν επιτρέπεται να ξεπεράσει τα όρια που ορίζουν οι ιεροί Κανόνες. Αν το κάνει, καταπατά τους Κανόνες και το Εκκλησιαστικό Δίκαιο.

Επιπλέον, ένας από τους βασικούς στόχους όσων αποτειχίζονται είναι να πιέσουν για τη σύγκληση μιας Οικουμενικής Συνόδου. Σκοπός της Συνόδου είναι να αποκαταστήσει την Ορθοδοξία, διώχνοντας τους αμετανόητους αιρετικούς Επισκόπους και τοποθετώντας στη θέση τους Ορθοδόξους.

Όταν όμως μια ομάδα κληρικών και λαϊκών έχει ήδη βγάλει μόνη της την καταδικαστική απόφαση πριν από τη Σύνοδο, τότε αλλάζει εντελώς το νόημα και ο στόχος του αγώνα της. Με αυτή τη λογική δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για Σύνοδο, αφού η ομάδα θεωρεί ότι η κρίση έχει ήδη γίνει από την ίδια. Θεωρεί ότι οι θέσεις των Επισκόπων είναι ήδη άδειες, παρόλο που οι Επίσκοποι παραμένουν εκεί χωρίς να έχουν δικαστεί ή απολογηθεί.Η ομάδα αυτή βιάζεται να βρει και να τοποθετήσει δικούς της Επισκόπους με κάθε μέσο.

Τελικά, με αυτόν τον τρόπο, μια ομάδα που ξεκίνησε ως ένα απλό κομμάτι της Εκκλησίας, μετατρέπεται αυθαίρετα σε μια ξεχωριστή «Εκκλησία» από μόνη της.

Επιπλέον, το ακόμα χειρότερο είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζει το άλλο τμήμα. Αντί να δείξει αγάπη και να βοηθήσει τους αδελφούς του «άρρωστου» τμήματος (αυτούς που δεν αποτειχίστηκαν) ώστε να επιστρέψουν στην αλήθεια, αδιαφορεί και τους εγκαταλείπει, με το σκεπτικό ότι δεν αποτελούν πλέον Εκκλησία. Έτσι, οι πιστοί αυτοί αφήνονται απροστάτευτοι στους αιρετικούς που εμφανίζονται σαν πρόβατα αλλά είναι λύκοι, οι οποίοι πλέον τους εκμεταλλεύονται ανενόχλητοι και τους οδηγούν στην πνευματική καταστροφή.

Για παράδειγμα, ποιος ορθόδοξος ενδιαφέρθηκε ποτέ πραγματικά για το τι κάνουν οι Προτεστάντες ή για την τύχη των πιστών τους; Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, κανείς. Ποια όμως θα ήταν η αντιμετώπιση αυτής της κοινότητας, αν θεωρούνταν πραγματικά Εκκλησία και αποτελούσε τμήμα Της, έστω και «άρρωστο»;

Αν γίνει αποδεκτή αυτή η διδασκαλία (περί ακύρων μυστηρίων), οδηγούμαστε και σε ένα άλλο άτοπο: αφήνει μετέωρο το τμήμα που διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία. Διότι, όσο κι αν φαίνεται ότι λειτουργεί ως ξεχωριστή Εκκλησία στήνοντας δικό του θυσιαστήριο.

Στην πραγματικότητα, το τμήμα που αποτειχίστηκε εξακολουθεί να είναι μέρος εκείνης της Εκκλησίας από την οποία αποσπάστηκε, και από εκεί αντλεί την κανονική του υπόσταση. Όταν όμως στην συνείδησή του η Εκκλησία αυτή παύει πλέον να υπάρχει (επειδή τη θεωρεί άκυρη), τότε από πού θα αντλήσει την εγκυρότητά του; Αναγκάζεται, λοιπόν, να αυτοπροσδιοριστεί ως «Εκκλησία» με τρόπο που θυμίζει τους Προτεστάντες, γεγονός που αποτελεί ολοφάνερη παρανομία και παραβίαση των κανόνων.

Κατά συνέπεια, αν το «υγιές» τμήμα της Εκκλησίας αποδεχτεί τη διδασκαλία ότι τα μυστήρια του «άρρωστου» τμήματος είναι άκυρα και ανύπαρκτα, οδηγείται σε πολλά λάθη. Τότε παύει και το ίδιο να είναι το υγιές τμήμα της Εκκλησίας και μετατρέπεται επίσης σε «άρρωστο».

Συμπερασματικά, η διδασκαλία ότι τα μυστήρια είναι άκυρα ή ανυπόστατα, από όπου κι αν προέρχεται —είτε από το ένα τμήμα της Εκκλησίας είτε από το άλλο— είναι κατακριτέα και δημιουργεί τεράστιες ευθύνες.

(ΠΗΓΗ. ΠΗΓΗ. Το βιβλίο του ιερομονάχου Ευγενίου0Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ,(Το κείμενο είναι γλωσσικά διαμορφωμένο)

 

 

Συνοπτικά συμπεράσματα

Τα βασικά σημεία του κειμένου που παραθέσατε, συνοψισμένα σε απλή γλώσσα, είναι τα εξής:

  1. Η ακυρότητα των Μυστηρίων είναι επικίνδυνη θεωρία: Το κείμενο υποστηρίζει ότι η άποψη πως τα μυστήρια είναι "άκυρα" (δηλαδή χωρίς θεία χάρη) προκαλεί σοβαρά προβλήματα, είτε την υιοθετεί η επίσημη Εκκλησία είτε οι αποτειχισμένοι.
  2. Κριτική στην επίσημη Εκκλησία (το "νοσούν" τμήμα):
    • Αν η επίσημη Εκκλησία θεωρεί άκυρα τα μυστήρια όσων αποτειχίστηκαν, τότε ακυρώνει τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ο οποίος επαινεί τη διακοπή κοινωνίας με αιρετικούς.
    • Αυτή η στάση οδηγεί σε έναν "Παπισμό", όπου η σωτηρία εξαρτάται τυφλά από τη μνημόνευση του επισκόπου, ακόμη κι αν αυτός διδάσκει πλάνες.
  1. Κριτική στους αποτειχισμένους (το "υγιές" τμήμα):
    • Αν οι αποτειχισμένοι θεωρούν άκυρα τα μυστήρια της επίσημης Εκκλησίας, τότε σφετερίζονται την εξουσία μιας Συνόδου. Μόνο ένα επίσημο εκκλησιαστικό δικαστήριο μπορεί να καθαιρέσει κάποιον και να κηρύξει τα μυστήριά του άκυρα.
    • Αν θεωρούν τους άλλους "άκυρους", τότε δεν έχει νόημα να ζητούν Σύνοδο (αφού έχουν ήδη βγάλει απόφαση μόνοι τους) και καταλήγουν να συμπεριφέρονται σαν αυτόνομη "προτεσταντική" ομάδα.
  1. Η εγκατάλειψη των πιστών: Η θεωρία περί "ακυρότητας" οδηγεί τους αποτειχισμένους να αδιαφορούν για τους πιστούς που έμειναν πίσω, αφήνοντάς τους απροστάτευτους στους αιρετικούς, αντί να προσπαθούν με αγάπη να τους επαναφέρουν στην αλήθεια.

Συμπέρασμα: Η διδασκαλία ότι τα μυστήρια είναι άκυρα πριν από μια συνοδική απόφαση είναι λάθος και για τις δύο πλευρές. Το "υγιές" τμήμα παύει να είναι υγιές αν υιοθετήσει τέτοιες ακραίες και αντικανονικές απόψεις.

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 


Μαρτυρίες από Συνόδους και Πατέρες για τον διαχωρισμό της μίας Εκκλησίας σε δύο ποίμνια («υγιές» και «ασθενές») λόγω αίρεσης και μη καταδικασμένου αιρετικού.



Εισαγωγικά

Από το βιβλίο του ιερομονάχου Ευγενίου -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ δημοσιεύουμε από τις σελίδες  549-555 κείμενο με τον παραπάνω τίτλο. Το κείμενο είναι διαμορφωμένο σε απλή κατανοητή γλώσσα. Στο τέλος του κειμένου υπάρχουν συνοπτικά συμπεράσματα.

Τα βασικά σημεία του κειμένου είναι τα εξής:

« Η Εκκλησία είναι μία, αλλά σε κρίσιμες περιόδους εμφανίζεται διαιρεμένη σε δύο ποίμνια λόγω αιρέσεων ή πλάνης:

  • Το «υγιές» ποίμνιο αποτελείται από όσους διατηρούν την ορθή πίστη.
  • Το «άρρωστο» ποίμνιο περιλαμβάνει όσους έχουν παρασυρθεί από ψευδοδιδασκαλίες, χωρίς να έχουν καταδικαστεί επισήμως.

Παρά τη διάσταση, και τα δύο ποίμνια τελούν μυστήρια, ενώ η Εκκλησία παραμένει μία. Ο στόχος των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων ήταν η ενότητα της Εκκλησίας, η αποκατάσταση των διαιρεμένων ποίμνιων και η απομάκρυνση της πλάνης. Η «αρρώστια» του δεύτερου ποίμνιου αναφέρεται στην πνευματική ζημιά που προκαλεί η αίρεση, και η απομάκρυνσή της προστατεύει το υγιές ποίμνιο και επιτρέπει την πνευματική του ανάπτυξη.

Συνολικά, η διάκριση σε «υγιές» και «άρρωστο» ποίμνιο είναι προσωρινή και θεραπευτική, με σκοπό την επιστροφή όλων στην ενότητα της Μίας Εκκλησίας».

Στις ομάδες των ΓΟΧ αυτό λέγεται ΚΥΠΡΙΑΝΙΣΜΟΣ και μάλιστα από πολλούς θεωρείται ΑΙΡΕΣΗ.

Άποψη του γράφοντος

Ο όρος δεν αντιστοιχεί σε ιστορικά αναγνωρισμένη αίρεση, ούτε περιγράφει συγκροτημένο δογματικό σύστημα που να εισάγει καινοτομία πίστεως ή να αλλοιώνει το εκκλησιολογικό φρόνημα της Ορθοδοξίας.

Οι θέσεις που αποδίδονται στον λεγόμενο «Κυπριανισμό» – ιδίως ότι ο αιρετικός αποκόπτεται μυστικώς από το Σώμα του Χριστού πριν από συνοδική καταδίκη, ενώ παραμένει κανονικά εντός της ορατής εκκλησιαστικής δομής έως ότου κριθεί συνοδικά – δεν αποτελούν αίρεση, αλλά πατερική διάκριση σαφώς μαρτυρημένη στη Γραμματεία των Αγίων Πατέρων. Η διάκριση μεταξύ μυστικού και φανερού σώματος της Εκκλησίας είναι καθιερωμένη στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία και προϋποτίθεται τόσο από τους Ιερούς Κανόνες όσο και από τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας.

Η κατηγορία ότι η θέση αυτή αναιρεί την αρμοδιότητα των Τοπικών Συνόδων αποτελεί στρεβλωτική γενίκευση. Η Παράδοση αναγνωρίζει πλήρως τη δυνατότητα επισκόπων και τοπικών συνόδων να καταδικάζουν αιρέσεις και αιρετίζοντες· ταυτόχρονα όμως διδάσκει ότι όταν μια αίρεση αποκτά καθολική ή πανορθόδοξη διάσταση, τότε απαιτείται αντίστοιχη συνοδική κρίση. Η διαβάθμιση αυτή δεν είναι «εκκλησιολογικός σχετικισμός», αλλά έκφραση κανονικής ακρίβειας.

Το επιχείρημα περί «αδυναμίας της Εκκλησίας να εκβάλει αιρετικούς ελλείψει Οικουμενικής Συνόδου» βασίζεται σε υποθετικό συλλογισμό και όχι σε πατερική εκκλησιολογία. Η Εκκλησία γνωρίζει και δεύτερο τρόπο αποκοπής από αυτήν: την αποστασία και αυτοαποκοπή, όταν κάποιος αποδέχεται ή κηρύσσει αίρεση δημοσίως και επίμονα.

Το επιχείρημα ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να αποβάλει αιρετικούς χωρίς τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου έρχεται σε σύγκρουση με τη μακρά παράδοση των Πατέρων και το Κανονικό Δίκαιο. Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία αναγνωρίζει δύο κύριους τρόπους με τους οποίους ένα μέλος παύει να ανήκει στο Σώμα του Χριστού:

1. Η Συνοδική Καταδίκη  Αυτή αποτελεί τη δικαστική οδό, όπου η επίσημη Εκκλησία, μέσω Τοπικών ή Οικουμενικών Συνόδων, διαπιστώνει την πλάνη και εκφέρει την ποινή του αφορισμού ή της καθαιρέσεως. Ωστόσο, η Σύνοδος δεν «κατασκευάζει» την αίρεση, αλλά διαπιστώνει και επικυρώνει μια ήδη υπάρχουσα πνευματική κατάσταση.

2. Η Αυτοαποκοπή (Αποστασία). Σύμφωνα με την πατερική θεολογία, η αίρεση δεν είναι απλώς ένα νομικό παράπτωμα, αλλά μια πνευματική κατάσταση που αποκόπτει τον άνθρωπο από τη Ζωή της Εκκλησίας.Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής υποστηριξε  ότι οι αιρετικοί, ακόμη και πριν τη συνοδική καταδίκη, έχουν αποξενωθεί από την Εκκλησία λόγω της αλλοίωσης της πίστης. Ο ίδιος διέκοψε κοινωνία με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως όταν αυτό περιέπεσε στον Μονοθελητισμό, πριν καν συγκληθεί η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου αναγνωρίζει  την υποχρέωση  των πιστών να διακόπτουν το μνημόσυνο επισκόπου που κηρύσσει «γυμνή τή κεφαλή» (δημοσίως και ξεκάθαρα) αίρεση που έχει ήδη καταδικαστεί από Συνόδους, πριν ακόμα υπάρξει ειδική συνοδική κρίση για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Η Εκκλησία υφίσταται εκεί που ορθοτομείται ο λόγος της αληθείας. Όπως επισημαίνει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, εκείνοι που ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού είναι εκείνοι που ανήκουν στην Αλήθεια. Όσοι αρνούνται την Αλήθεια, αυτοαποκλείονται από τη μυστηριακή και πνευματική κοινωνία, ανεξάρτητα από το αν έχει προλάβει να συνεδριάσει ένα θεσμικό όργανο. Συνεπώς, η αναμονή μιας Οικουμενικής Συνόδου ως αποκλειστικής προϋπόθεσης για τον προσδιορισμό του αιρετικού αποτελεί συχνά πρόσχημα για την αποφυγή της ομολογίας, καθώς μετατρέπει την Εκκλησία από «στύλο και εδραίωμα της αληθείας» σε έναν γραφειοκρατικό οργανισμό που αδρανεί μπροστά στη διαστρέβλωση του Δόγματος.

 Η εφαρμογή των εννοιών του «Κυπριανισμού» αφορά πρωτίστως τους εντός της ορατής Εκκλησίας αιρετικούς (τους "Οικουμενιστές") που παραμένουν «ασθενή μέλη» μέχρι συνοδικής καταδίκης ή απόσχισης .Οι Παπικοί, από την άλλη πλευρά, θεωρούνται γενικά ότι βρίσκονται εκτός των ορατών ορίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς το ΣΧΙΣΜΑ  του 1054 και οι μετέπειτα Σύνοδοι (όπως οι Ησυχαστικές Σύνοδοι του 14ου αιώνα) τους έχουν καταδικάσει και αναθεματίσει . Ως εκ τούτου, η διδασκαλία περί «ασθενών μελών» εφαρμόζεται στους Ορθοδόξους που συμπλέουν με τον Οικουμενισμό και όχι στους Ρωμαιοκαθολικούς  οι οποίοι έχουν ήδη αποσχιστεί. 

 

π.Δ.Α

----------------------------------------------------------------------------------------------

 

Μαρτυρίες από Συνόδους και Πατέρες για τον διαχωρισμό της μίας Εκκλησίας σε δύο ποίμνια («υγιές» και «ασθενές») λόγω αίρεσης και μη καταδικασμένου αιρετικού:

 

Μαρτυρία του Μεγάλου Βασιλείου (για τους Αρειανούς):
«Σε μια τέτοια κρίσιμη εποχή, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και πολλή φροντίδα για να βοηθηθούν οι Εκκλησίες. Και η μεγαλύτερη ευεργεσία είναι να ενωθούν όσα μέρη ήταν μέχρι τώρα διασπασμένα».
Σε άλλη επιστολή του (την 92η): «Γι' αυτόν τον σκοπό χρειαζόμαστε κυρίως τη δική σας βοήθεια (των Δυτικών): ώστε εκείνοι που ομολογούν την αποστολική πίστη, αφού διαλύσουν τα σχίσματα που επινόησαν, να υποταχθούν από εδώ και στο εξής στην αυθεντία της Εκκλησίας. Έτσι, το σώμα του Χριστού θα γίνει πάλι άρτιο και όλα τα μέλη του θα επιστρέψουν στην πληρότητα...»
Σημείωση: Στην επιστολή αυτή, ο Μέγας Βασίλειος παρακαλεί τους επισκόπους της Δύσης να βοηθήσουν συνοδικά ώστε να ενωθούν οι Εκκλησίες της Ανατολής.

Μαρτυρία του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας (προς τον Ιωάννη Αντιοχείας μετά τη συμφιλίωσή τους):
«...και (εύχομαι ο Θεός) να ενώσει τα διαιρεμένα μέρη και, αφού απομακρύνει τα σκάνδαλα που μπήκαν ανάμεσά μας, να στεφανώσει με ομόνοια και ειρήνη τόσο τις δικές μας Εκκλησίες όσο και τις δικές σας».

Μαρτυρία του ίδιου Αγίου (προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μαξιμιανό):
«Να, κοίταξε! Τα διασπασμένα μέλη του σώματος της Εκκλησίας ενώθηκαν και πάλι μεταξύ τους»

Προσφωνητικός λόγος ΣΤ Συνόδου

«Ποια άλλη προσφορά δώρων προς τον Θεό θα μπορούσε να είναι πιο πολύτιμη από εσάς, παρά η θερμή απόδειξη της αγάπης και της πίστης σας προς Αυτόν, και η ειρηνική κατάσταση των αγίων εκκλησιών που επιτύχατε; Γι' αυτόν τον σκοπό καταβάλατε πάρα πολλές προσπάθειες, πέρα από τα υπόλοιπα καθήκοντά σας, επιδιώκοντας την ομόνοια ανάμεσα σε όσους είχαν διχαστεί. Διότι εσείς βασιλεύετε δίκαια με τη βοήθεια του Χριστού, και ο Χριστός μέσω εσάς επιθυμεί να χαρίζει την ειρήνη στις εκκλησίες Του.

Ο ίδιος ο Θεός παρακίνησε και τώρα τη γαλήνια εξουσία σας και σας κινητοποίησε με ζήλο για την Ορθοδοξία, ώστε να συγκαλέσετε αυτή την Οικουμενική Σύνοδο. Σκοπός ήταν να ανατραπεί το κακούργημα της αίρεσης που εμφανίστηκε πρόσφατα και να επικυρωθεί το κήρυγμα της αλήθειας· έτσι ώστε, προχωρώντας αυτό, η δομή της Εκκλησίας να είναι σταθερή και χωρίς διχασμούς.

Διότι δεν θεωρήσατε ανεκτό, σοφότατε βασιλιά, να συμφωνούμε μεταξύ μας και να τα βρίσκουμε στα άλλα ζητήματα, αλλά να αποκοβόμαστε και να χωριζόμαστε στο ίδιο το κεφάλαιο της ζωής μας (την πίστη)· και μάλιστα ενώ είμαστε μέλη ο ένας του άλλου και αποτελούμε το ένα σώμα του Χριστού, μέσω της κοινής πίστης προς Αυτόν και μεταξύ μας.

[...] Επειδή, λοιπόν, έτσι είχαν τα πράγματα, ήταν αναγκαίο η φιλόχριστη καλοσύνη σας να συγκεντρώσει αυτή την πάνσεπτη και πολυπληθή ομήγυρη, θεωρώντας σωστό να πετύχει και τα δύο: και να απομακρύνει την αιτία του διχασμού των εκκλησιών, και να επαναφέρει στην ενότητα όσα είχαν χωριστεί. Διότι δεν ανεχόσασταν, θεοτίμητε δέσποτα, να βλέπετε για πολύ ακόμη την επινόηση της ψευδοδιδασκαλίας που υφάνθηκε πρόσφατα να σχίζει τον χιτώνα της Ορθοδοξίας. Αλλά, σαν όργανο του Αγίου Πνεύματος —αν τολμούμε να πούμε— μαζί με εμάς και μέσω εμάς, ξαναΰφανατε το σχισμένο μέρος και το αποκαταστήσατε στην ολότητά του».

Μαρτυρία του Αγίου Ταρασίου (από τα πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου):
«Διότι παρατηρώ και βλέπω ότι η Εκκλησία του Χριστού και Θεού μας, η οποία είναι θεμελιωμένη πάνω στην πέτρα (της πίστης), είναι τώρα διαιρεμένη και κομματιασμένη...»

Μαρτυρία της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (από επιστολή προς τους βασιλείς Κωνσταντίνο και Ειρήνη):
«...ώστε, αφού αποδιώξουμε τον διχασμό των εκκλησιών, να επαναφέρουμε στην ενότητα όσα μέρη έχουν αποκοπεί...»

Μαρτυρία από την εορτή της Κυριακής της Ορθοδοξίας (αναφέρεται στη λήξη της Εικονομαχίας):
«Βλέποντας αυτή τη μέγιστη ευεργεσία, ας χειροκροτήσουμε με χαρά που τα χωρισμένα μέλη του Χριστού (οι πιστοί και οι εκκλησίες) συγκεντρώθηκαν πάλι σε ενότητα, και ας υμνήσουμε τον Θεό που μας χάρισε την ειρήνη». (Γ' τροπάριο της Α' ωδής του Κανόνα).

«Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως συνέβη κατά τις περιόδους πριν από τη σύγκληση της Γ’, της ΣΤ’ και της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά και την εποχή του Μεγάλου Βασιλείου, έτσι και σε άλλες ιστορικές στιγμές η Εκκλησία εμφανίζεται χωρισμένη στα δύο (δηλαδή σε δύο ποίμνια). Αυτό συνέβη εξαιτίας των αιρέσεων και της δράσης αιρετικών που δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί επίσημα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στις περιόδους πριν από τη Δ’ Οικουμενική, την Η’ Οικουμενική (λόγω σχίσματος) και την Θ’ Οικουμενική Σύνοδο.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η Εκκλησία διχάζεται σε δύο ποίμνια: το ένα είναι το "υγιές" (αυτοί που κρατούν την ορθή πίστη) και το άλλο είναι το "ασθενές" (αυτοί που έχουν παρασυρθεί από την πλάνη ή την αίρεση).»

«Όπως τα αποκαλεί ο Μέγας Βασίλειος (η τεκμηρίωση βρίσκεται στο τέλος αυτής της ενότητας), στο δεύτερο ποίμνιο έχει εισχωρήσει η αρρώστια και το μίασμα της ασέβειας, με αποτέλεσμα από υγιές τμήμα να μεταβληθεί σε ασθενές. Αντίθετα, το πρώτο τμήμα παρέμεινε υγιές ακριβώς επειδή κράτησε αποστάσεις από το δεύτερο. Προσοχή όμως σε αυτό: δεν δημιουργούνται δύο Εκκλησίες· η Εκκλησία είναι μία. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι το ποίμνιο χωρίζεται στα δύο ή οι κατά τόπους Εκκλησίες βρίσκονται σε διάσταση μεταξύ τους.

Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ας δούμε την Αγία Γραφή. Ο Κύριος λέει: "Και εγώ σου λέω ότι εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σε αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου" (Ματθ. 16, 18). Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει: "Προσέχετε, λοιπόν, τους εαυτούς σας και όλο το ποίμνιο, στο οποίο το Άγιο Πνεύμα σάς έβαλε επισκόπους, για να ποιμαίνετε την Εκκλησία του Κυρίου και Θεού, την οποία απέκτησε με το ίδιο Του το αίμα" (Πράξ. 20, 28). Αυτά τα δύο χωρία αναφέρονται στη Μία Εκκλησία που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως.

Σε άλλα σημεία, ο Απόστολος Παύλος λέει: "Οι μεν Εκκλησίες σε όλη την Ιουδαία, τη Γαλιλαία και τη Σαμάρεια είχαν ειρήνη" (Πράξ. 9, 31), και αλλού: "Χαιρετήστε ο ένας τον άλλον με άγιο φίλημα· σας χαιρετούν οι Εκκλησίες του Χριστού" (Ρωμ. 16, 16). Εδώ, η αναφορά γίνεται στις κατά τόπους Εκκλησίες, οι οποίες όλες μαζί αποτελούν τη Μία Καθολική Εκκλησία του Χριστού, αλλά και η καθεμία από αυτές είναι η Καθολική Εκκλησία. Τελικά αυτό αποτελεί μυστήριο, όμως η φράση "οι Εκκλησίες" σημαίνει τις επιμέρους τοπικές χριστιανικές κοινότητες.

Ερχόμενοι τώρα στα αποσπάσματα που εξετάζουμε: Ο Μέγας Βασίλειος μιλά για το να "ενωθούν οι Εκκλησίες που μέχρι τώρα ήταν διαιρεμένες". Ο Άγιος Κύριλλος αναφέρεται στις "Εκκλησίες τις δικές μας και τις δικές σας". Η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος επιδιώκει "να απομακρύνει τη διάσταση των Εκκλησιών και να επαναφέρει στην ενότητα όσα μέρη έχουν χωριστεί". Τέλος, η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος λέει "για να [αποσείσουμε τη διάσταση των Εκκλησιών]...". .διώχνοντας τη διαφωνία μεταξύ των εκκλησιών, ας επαναφέρουμε στην ενότητα όσα μέρη έχουν χωριστεί» (από τη Ζ' Οικουμενική). Και από την Κυριακή της Ορθοδοξίας: «τα χωρισμένα μέλη του Χριστού συγκεντρώθηκαν ξανά σε ενότητα». Σε αυτά τα κείμενα, η έννοια είναι ότι οι κατά τόπους Εκκλησίες πρέπει να ενωθούν ή ενώθηκαν· δηλαδή τα ποίμνιά τους να γίνουν πάλι ένα, παύοντας να βρίσκονται σε διάσταση και να μην έχουν εκκλησιαστική κοινωνία. Η φράση του Αγίου Ταρασίου («βλέπω την εκκλησία... σχισμένη και κομματιασμένη») σημαίνει ότι η Εκκλησία του Θεού εμφανίζεται χωρισμένη σε δύο ποίμνια ή σε δύο τοπικές Εκκλησίες που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους.

Και τα δύο αυτά τμήματα τελούν μυστήρια ως μέλη της Εκκλησίας. Ο Μέγας Βασίλειος και όλοι οι Ορθόδοξοι θεώρησαν ότι οι Αρειανοί είχαν έγκυρη (ενυπόστατη) ιεροσύνη. Το ίδιο αποδέχθηκε η Γ' Οικουμενική για το «Συνέδριο της Αποστασίας», η ΣΤ' Οικουμενική για τον Μακάριο και άλλους, η Ζ' Οικουμενική για τους Εικονομάχους, καθώς και η Σύνοδος του 843 για τους Εικονομάχους μετά τη Ζ' Οικουμενική. Το ίδιο συνέβη με την Ε' Οικουμενική για τους Νεστοριανούς της Δύσης, την Η' Οικουμενική για τους σχισματικούς Ιγνατιανούς και τη Θ' Οικουμενική για τους οπαδούς του Βαρλαάμ και του Ακίνδυνου (βλέπε σχετικά και για τον Όσιο Μάξιμο τον Ομολογητή και τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά).

Το ερώτημα είναι: τι σημαίνει η «αρρώστια» (νοσηρότητα) του ενός τμήματος και γιατί πρέπει να απομακρυνθούμε από αυτό, παρόλο που τελεί μυστήρια; Η απάντηση σε αυτό το πολύ λεπτό ζήτημα δίνεται σε όλο το βιβλίο, αλλά συνοπτικά στο Κεφάλαιο Ζ' «Τελικά Συμπεράσματα».

Η ονομασία των δύο ποιμνίων της Εκκλησίας ως «υγιές» και «άρρωστο» (νοσούν) σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο, στηρίζεται στα εξής:

«Αυτά περιγράφουν την εικόνα εκείνων που παραποιούν τα διδάγματα του Κυρίου και δεν μαθητεύουν γνήσια στον λόγο Του, αλλά έχουν διαφθαρεί από τη διδασκαλία του πονηρού. Αυτοί ανακατεύονται με το υγιές σώμα της Εκκλησίας (δηλαδή τους Ορθοδόξους), με σκοπό να μεταδώσουν κρυφά τη δική τους πνευματική ζημιά στους πιο καλόπιστους και απλούς πιστούς».

«Διότι το υγιές μέρος εδώ (η μερίδα των Ορθοδόξων), που υπερασπίζεται την ευσέβεια των Πατέρων, έχει κουραστεί πολύ, καθώς ο διάβολος προσπαθεί με πολλές και ποικίλες μεθόδους να το κλονίσει. Μακάρι όμως, με τις δικές σας προσευχές, να σβήσει η πονηρή αίρεση του Αρείου που πλανά τον λαό, και να λάμψει ξανά η καλή διδασκαλία των Πατέρων μας που συγκεντρώθηκαν στη Νίκαια, ώστε η δοξολογία προς την Αγία Τριάδα να συμφωνεί με το σωτήριο βάπτισμα».

«Το πιο ελεεινό από όλα είναι ότι ακόμα και το τμήμα που φαίνεται να υγιαίνει (οι Ορθόδοξοι) έχει διχαστεί εσωτερικά... Σε εμάς, εκτός από τον φανερό πόλεμο των αιρετικών, προστέθηκε και η σύγκρουση με εκείνους που φαίνεται να πιστεύουν το ίδιο με εμάς, γεγονός που οδήγησε τις Εκκλησίες σε κατάσταση έσχατης αδυναμίας».

«Εμείς παραμένουμε σταθεροί στην ίδια θέση, ενώ άλλοι είναι εκείνοι που αλλάζουν συνεχώς (αναφέρεται στον Ευστάθιο Σεβαστείας), και τώρα πλέον προσχωρούν φανερά στο στρατόπεδο των αντιπάλων. Εσύ ο ίδιος γνωρίζεις πόσο πολύτιμη θεωρούσαμε την επικοινωνία μαζί τους, όσο εκείνοι ανήκαν ακόμη στην υγιή μερίδα (στους Ορθοδόξους)».

«Αλλά εσείς, αγαπητοί και πολυπόθητοι αδελφοί μας, γίνετε γιατροί για τους τραυματίες και προπονητές για τους υγιείς. Θεραπεύστε το άρρωστο (νενοσηκός) μέρος (τους Αρειανούς) και προετοιμάστε το υγιές μέρος (τους Ορθοδόξους) για την άσκηση της ευσέβειας».

«Μείνετε σταθεροί στην πίστη· κοιτάξτε γύρω σας σε ολόκληρη την οικουμένη και δείτε ότι αυτό το άρρωστο μέρος (αναφέρεται στους Πνευματομάχους) είναι μικρό. Όλη η υπόλοιπη Εκκλησία, από τη μία άκρη του κόσμου έως την άλλη, η οποία δέχθηκε το Ευαγγέλιο, παραμένει πιστή σε αυτή την υγιή και ορθή διδασκαλία».

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ -ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1. Η ενότητα της Εκκλησίας και ο διαχωρισμός των ποίμνιων

Το κείμενο αναδεικνύει ότι η Εκκλησία παραμένει μία, αλλά σε κρίσιμες περιόδους εμφανίζεται διασπασμένη σε δύο ποίμνια:

  • Το «υγιές» ποίμνιο: οι πιστοί που διατηρούν την ορθή πίστη και ακολουθούν τα διδάγματα των Πατέρων.
  • Το «άρρωστο» ποίμνιο: οι πιστοί που έχουν παρασυρθεί από αιρέσεις ή ψευδοδιδασκαλίες, χωρίς να έχουν ακόμη καταδικαστεί επισήμως.

Αυτός ο διαχωρισμός δεν δημιουργεί δύο Εκκλησίες· η Εκκλησία παραμένει μία, ενώ οι κατά τόπους Εκκλησίες μπορεί να βρίσκονται σε διάσταση ή να έχουν διακοπεί οι εκκλησιαστικές σχέσεις μεταξύ τους. Ο Μέγας Βασίλειος χρησιμοποιεί τη μεταφορά της «αρρώστιας» για να περιγράψει την πνευματική ζημιά που προκαλεί η αίρεση και η πλάνη.


2. Στόχος των Πατέρων και των Συνόδων

Όλα τα παρατιθέμενα κείμενα τονίζουν ότι ο στόχος των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων ήταν η ενότητα της Εκκλησίας:

  • Μέγας Βασίλειος: επιδιώκει την ένωση των Εκκλησιών που είχαν διασπαστεί λόγω Αρειανών.
  • Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: προσεύχεται για την ένωση των διαιρεμένων μερών και την απομάκρυνση των σκανδάλων.
  • ΣΤ και Ζ’ Οικουμενικές Σύνοδοι: αναφέρουν ρητά ότι ο σκοπός είναι η απομάκρυνση του διχασμού και η επαναφορά των ποίμνιων στην ενότητα.
  • Κυριακή της Ορθοδοξίας: πανηγυρίζει την επανένωση των «χωρισμένων μελών του Χριστού».

Συνολικά, η γραμμή αυτή δείχνει ότι η πίστη και η ενότητα είναι αλληλένδετες, και ότι η διόρθωση των αιρετικών δεν σημαίνει διάλυση της Εκκλησίας, αλλά αποκατάσταση της ενότητας.


3. Η έννοια της «αρρώστιας»

Η «αρρώστια» ή «νοσηρότητα» του δεύτερου ποίμνιου δεν αναφέρεται σε αδυναμία τελέσεως μυστηρίων· τα μυστήρια γίνονται κανονικά και παραμένουν έγκυρα, ακόμα και σε ποίμνιο που έχει παρεκκλίνει στη διδασκαλία. Αντιθέτως, η «αρρώστια» είναι πνευματική:

  • Είναι η παραμόρφωση της αλήθειας του Ευαγγελίου και η διάδοση πλάνης.
  • Απειλεί να μεταδοθεί στους ορθόδοξους πιστούς.
  • Η απομάκρυνση από το «άρρωστο» τμήμα προφυλάσσει το υγιές ποίμνιο και επιτρέπει την πνευματική του ανάπτυξη.

Ο Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει το έργο των Πατέρων με γιατρούς που φροντίζουν τους ασθενείς, με σκοπό την αποκατάσταση και του «άρρωστου» και τη διατήρηση του «υγιούς».


4. Η εκκλησιολογική θεώρηση

Το κείμενο τονίζει την ενότητα της Μίας Εκκλησίας και τη διαφορά ανάμεσα στις τοπικές Εκκλησίες και το σώμα της Εκκλησίας:

  • Η Μία Εκκλησία υπάρχει παγκοσμίως, ενώ οι κατά τόπους Εκκλησίες είναι μέρη της Μίας Εκκλησίας.
  • Οι Πατέρες και οι Σύνοδοι παρατηρούν ότι μπορεί να υπάρξει διχασμός στα τοπικά ποίμνια, χωρίς να χάνεται η ενότητα της Εκκλησίας.
  • Οι εκκλησιαστικές διαιρέσεις είναι προσωρινές και θεραπεύσιμες μέσω των συνόδων και της συνοδικής προσπάθειας για ένωση.

5. Συμπέρασμα

Το κύριο μήνυμα του κειμένου είναι:

  1. Η Εκκλησία είναι μία, αλλά μπορεί να εμφανίζεται διαιρεμένη λόγω αιρέσεων ή πλάνης.
  2. Τα διαιρεμένα ποίμνια ονομάζονται «υγιές» και «άρρωστο», ανάλογα με την προσήλωσή τους στην αλήθεια της πίστης.
  3. Παρά τη διάσταση, και τα δύο ποίμνια τελούν μυστήρια, αλλά η πνευματική καθοδήγηση απαιτεί απομάκρυνση από την αρρώστια για προστασία και θεραπεία.
  4. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι Πατέρες επιδίωξαν πάντα την ενότητα και την αποκατάσταση των διαιρεμένων Εκκλησιών.

Με άλλα λόγια, ο διαχωρισμός σε δύο ποίμνια είναι μια προσωρινή και θεραπευτική διάκριση, όχι σχίσμα· στόχος είναι η επιστροφή όλων στο ενιαίο σώμα της Εκκλησίας.

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου