Έρευνα :πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Σύντομα ιστορικά στοιχεία
Η καθιέρωση της περιφοράς του Επιταφίου, αποτελεί το
προϊόν μιας μακράς και σύνθετης εξέλιξης, όπου η καθαρή λειτουργική τάξη του
Βυζαντίου συνάντησε τη λαϊκή ευσέβεια και, αργότερα, τις δυτικές επιδράσεις της
αστικής κοινωνίας. Η ρίζα του εθίμου δεν βρίσκεται σε μια προκαθορισμένη
«παρέλαση», αλλά στην ίδια τη δομή της Θείας Λειτουργίας. Κατά τους βυζαντινούς
χρόνους, η περιφορά ξεκίνησε από τη Μεγάλη Είσοδο, όταν οι ιερείς
μετέφεραν τα Τίμια Δώρα καλυμμένα με τον «Αέρα», ένα μεγάλο ύφασμα που
συμβόλιζε τη σινδόνη του Χριστού. Με την πάροδο του χρόνου, πάνω σε αυτό το
ύφασμα άρχισε να κεντιέται η παράσταση του Επιτάφιου Θρήνου, οδηγώντας στη
δημιουργία του ανεξάρτητου, κεντητού Επιταφίου που γνωρίζουμε.
Η έξοδος της πομπής από τον στενό χώρο του ναού προς
τους δρόμους της πόλης ή του χωριού παγιώθηκε κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Σε μια εποχή που η χριστιανική ταυτότητα δοκιμαζόταν, η δημόσια περιφορά
λειτουργούσε ως μια συλλογική ομολογία πίστης και ως μια πράξη καθαγιασμού του
δημόσιου χώρου. Η περιφορά της «κηδείας» του Θεανθρώπου στους δρόμους δεν ήταν
απλώς μια αναπαράσταση, αλλά μια συμβολική πορεία της κοινότητας που ζητούσε
την προστασία του θείου, μεταφέροντας την ευλογία από το ιερό θυσιαστήριο στα
σπίτια και τα σοκάκια των πιστών.
Η
Σημερινή Δυτικότροπη πραγματικότητα
Η σύγχρονη, ωστόσο, μεγαλειώδης μορφή του εθίμου —με
τα περίτεχνα ξύλινα κουβούκλια, τις φιλαρμονικές ορχήστρες και την επίσημη
ιεραρχία— φέρει έντονα τα σημάδια του 19ου αιώνα. Μετά την ίδρυση του
νεοελληνικού κράτους, και υπό την επίδραση των ευρωπαϊκών προτύπων (ιδιαίτερα
κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας και του Όθωνα), η περιφορά στην Αθήνα και τα
μεγάλα αστικά κέντρα απέκτησε χαρακτήρα κρατικής τελετής και δυτικότροπης λιτανείας.
Η ενσωμάτωση στρατιωτικών αγημάτων και πένθιμων εμβατηρίων προσέδωσε μια
επισημότητα που συχνά υπερβαίνει τη βυζαντινή λιτότητα. Έτσι, ο Επιτάφιος που
βλέπουμε σήμερα είναι ένα πολυεπίπεδο μωσαϊκό: ξεκινά από τη βυζαντινή
μυσταγωγία, περνά μέσα από τον λαϊκό θρήνο της Τουρκοκρατίας και καταλήγει στη
δυτική «παρασημοφόρηση» της αστικής τάξης, παραμένοντας, παρά τις αλλοιώσεις
του, η κορυφαία στιγμή της λαϊκής συμμετοχής στο Πασχαλινό δράμα.
Στην Ορθόδοξη Ανατολή, η περιφορά του Επιταφίου
είναι η κηδεία του Θεανθρώπου, μια πράξη εσωτερική, πένθιμη και
μυσταγωγική. Όμως η σύγχρονη πρακτική και ιδίως στα αστικά κέντρα συνιστά μια
βαθιά πολιτισμική και θεολογική αλλοίωση. Στην προσπάθειά της να
επιβιώσει μέσα στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, η ορθόδοξη πρακτική της Μεγάλης
Παρασκευής έχει διολισθήσει σε ένα μοντέλο που προσιδιάζει περισσότερο στον
δυτικό θρησκευτικό συναισθηματισμό και το θέαμα, παρά στην εσωτερική μυσταγωγία
της καθ’ ημάς Ανατολής.
Η σκληρή πραγματικότητα αποκαλύπτει μια μετατόπιση
από τη Μετοχή στο Θέαμα. Ενώ η Ορθόδοξη Ανατολή βιώνει την περιφορά ως
την κηδεία του Θεανθρώπου —μια πράξη πένθιμη, σιωπηλή και υπαρξιακή— η σύγχρονη
εκδοχή της θυμίζει συχνά δυτικότροπη παρέλαση ή τις καθολικές λιτανείες της Νότιας Ευρώπης. Ο πιστός παύει να είναι
«συνοδοιπόρος» στο Πάθος και μετατρέπεται σε απλό θεατή μιας επιδεικτικής
διαδικασίας, όπου ο πλούτος του ανθοστόλιστου κουβουκλίου και η ένταση των
φιλαρμονικών υποκαθιστούν τη συντετριμμένη καρδία.
Αυτός ο «θρίαμβος του συναισθηματισμού» έναντι του
δόγματος αποτελεί καθαρό δάνειο από τη δυτική χριστιανική παράδοση, η οποία
ιστορικά επένδυσε στον εντυπωσιασμό και την πρόκληση συγκίνησης μέσω της
εξωτερικής μορφής. Η μάχη των εντυπώσεων ανάμεσα στις ενορίες και η μετατροπή
της κατάνυξης σε ένα «ηχητικό κοκτέιλ» από μπάντες και ψαλμωδίες, υποδηλώνει
μια πνευματική ρηχότητα. Το ιερό γεγονός εκκοσμικεύεται πλήρως: το κερί
στο ένα χέρι και το κινητό τηλέφωνο στο άλλο, η μυρωδιά του λιβανιού που
ανακατεύεται με τις προετοιμασίες των εστιατορίων, και η βιασύνη για την
κοινωνική έξοδο αμέσως μετά την περιφορά, μαρτυρούν μια διακοσμητική και
φολκλορική σχέση με τη θρησκεία.
Τέλος, η μαζικοποίηση του γεγονότος διαλύει
την έννοια της χριστιανικής κοινότητας. Η ενορία, ως κύτταρο πνευματικής ζωής
όπου τα μέλη γνωρίζονται και συμπροσεύχονται, πνίγεται μέσα στην ανωνυμία της
μάζας που καταναλώνει «πνευματικότητα» όπως θα κατανάλωνε ένα κονσέρτο ή μια
τουριστική ατραξιόν. Αυτό που αντικρίζουμε, λοιπόν, δεν είναι η Ανατολή που
προσκυνά τον Τάφο, αλλά μια υβριδική Δύση που χρησιμοποιεί τα ορθόδοξα
σύμβολα ως σκηνικό για μια ανοιξιάτικη βόλτα, μετατρέποντας το Μυστήριο σε
καταναλωτικό προϊόν και τη Λατρεία σε κοσμικό γεγονός.
Η Ορθόδοξη πρακτική της περιφοράς του
Επιταφίου
Στην αυθεντική ορθόδοξη παράδοση και σύμφωνα με την
αυστηρή λειτουργική τάξη, η περιφορά του Επιταφίου αποτελεί το αποκορύφωμα του Όρθρου
του Μεγάλου Σαββάτου, ο οποίος τελείται το εσπέρας της Μεγάλης Παρασκευής. Η
γνήσια ορθόδοξη πρακτική εστιάζει στην εσωτερικότητα και τη «χαρμολύπη», μακριά
από τον θόρυβο και τον κοσμικό εντυπωσιασμό. Σε αντίθεση με τη δυτική «μαύρη»
απόγνωση, η Ορθοδοξία βλέπει τον θάνατο του Χριστού ως μια νίκη που έχει ήδη
ξεκινήσει, γεγονός που αποτυπώνεται στα Εγκώμια, τα οποία δεν είναι μοιρολόγια
αλλά ύμνοι λατρείας και έκπληξης μπροστά στο Μυστήριο.
Όσον αφορά το τυπικό, η αρχέγονη και αυστηρή
πρόβλεψη περιορίζει την περιφορά εντός του Ναού. Ιστορικά και λειτουργικά, η
πομπή συμβολίζει την κάθοδο του Χριστού στον Άδη και την προετοιμασία της
Ταφής, πράξεις που τελούνται μέσα στον ιερό χώρο. Ακόμη και σήμερα, στο Οικουμενικό
Πατριαρχείο, η περιφορά πραγματοποιείται αποκλειστικά εντός του Πατριαρχικού
Ναού του Αγίου Γεωργίου (ή στον πέριξ αυλόγυρο), διατηρώντας τον απόλυτα
μυσταγωγικό και προσευχητικό χαρακτήρα της τελετής. Η έξοδος της πομπής στους
δρόμους και η περιφορά στις ενορίες είναι μια μεταγενέστερη πρακτική που
παγιώθηκε κυρίως κατά την Τουρκοκρατία και την οθωνική περίοδο, εξυπηρετώντας
την ανάγκη για δημόσια ομολογία πίστης και αγιασμό της κτίσης.
Στην ορθόδοξη πρακτική, η δομή της πομπής είναι
ιεραρχική και συμμετοχική: προηγούνται τα Εξαπτέρυγα και ο Σταυρός ως σύμβολα
νίκης, ακολουθεί ο κλήρος με τον Επιτάφιο (το κεντημένο ύφασμα), ενώ ο λαός
έπεται ως «συνοδοιπόρος» στην ταφή και όχι ως θεατής από τα πεζοδρόμια. Η χρήση
χάλκινων πνευστών και φιλαρμονικών είναι ξένη προς τη βυζαντινή παράδοση, η
οποία επιτάσσει μόνο το πένθιμο σήμαντρο και τη βυζαντινή ψαλμωδία. Η τελετή
ολοκληρώνεται με την επιστροφή στο ναό, όπου οι πιστοί περνούν κάτω από τον
Επιτάφιο στην είσοδο, συμβολίζοντας την είσοδο της ανθρωπότητας στη ζωή και την
Ανάσταση μέσω του θανάτου του Κυρίου. Οποιαδήποτε στοιχεία υπερβολής, όπως
πυροτεχνήματα ή ανταγωνιστικοί στολισμοί, θεωρούνται αλλοίωση αυτού του
ταπεινού ήθους που ορίζει την Ανατολική Εκκλησία.
Επίλογος: Η Επιστροφή στην Ουσία της "Χαρμολύπης"
Η ιστορική διαδρομή της περιφοράς του Επιταφίου, από τη μυσταγωγική Μεγάλη Είσοδο του Βυζαντίου έως τις μεγαλειώδεις αστικές λιτανείες του σήμερα, αναδεικνύει την αέναη πάλη μεταξύ της ουσίας και του φαίνεσθαι. Αν η σύγχρονη πραγματικότητα τείνει να μετατρέψει το κορυφαίο γεγονός της χριστιανοσύνης σε ένα καλαίσθητο κοινωνικό δρώμενο ή μια "δυτικότροπη" παρέλαση, η ορθόδοξη παράδοση παραμένει εκεί για να μας υπενθυμίζει το αληθές: ότι ο Επιτάφιος δεν είναι θέαμα, αλλά βίωμα.
Η πρόκληση για τον σύγχρονο πιστό δεν έγκειται στην κατάργηση της παράδοσης, αλλά στην αποκάθαρσή της από τα στοιχεία της εκκοσμίκευσης και του εντυπωσιασμού. Η επιστροφή στο ταπεινό ήθος της Ανατολικής Εκκλησίας —εκεί όπου η σιωπή είναι πιο ηχηρή από τις φιλαρμονικές και η συντετριμμένη καρδία πιο πολύτιμη από τον πλούσιο ανθοστολισμό— είναι η μόνη οδός για να μετατραπεί η περιφορά από μια "ανοιξιάτικη βόλτα" σε μια πραγματική συνοδοιπορία προς την Ανάσταση.
Εν τέλει, ο Επιτάφιος καλεί τον άνθρωπο όχι να παρατηρήσει τον θάνατο του Θεανθρώπου από το πεζοδρόμιο της ανωνυμίας, αλλά να εισέλθει μέσα στον Τάφο, εκεί όπου η "χαρμολύπη" μεταμορφώνει το πένθος σε ελπίδα και την κηδεία σε απαρχή της αιώνιας ζωής.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου