Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Β.




Έρευνα: Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου


ΜΕΡΟΣ -Β
Η γένεση των «πρεσβειών Τιμής»

Στις κανονικές διατάξεις της α΄ χιλιετίας δεν συναντάται ο όρος «πρωτείο», αλλά μόνο «πρεσβεία» ή «πρεσβεία τιμής», τα οποία συνδεόνταν με την ιδιαίτερη τιμή που αποδιδόταν σε ορισμένες Εκκλησίες λόγω του σημαντικού κύρους που είχαν στις διεκκλησιαστικές σχέσεις. Κατά τον καθηγητή Β.Φειδά «η θεωρητική αυτή τιμή προς τας αξιολόγους αποστολικάς ή και μητέρας-εκκλησίας απεδόθη διά του κανονικού όρου ‘πρεσβεία τιμής’ και εισήλθε διά του συνοδικού συσήματος εις την ζωήν της εκκλησίας, διότι οι επίσκοποι των τιμωμένων θρόνων προϊσταντο κατά την χειροτονίαν επισκόπου και προήδρευον των συγκαλουμένων συνόδων. Η αναγνωριζομένη εις την τοπικήν εκκλησίαν τιμή απενέμετο εν ταις συνόδοις και εις τον επίσκοπον αυτής. Τα «πρεσβεία τιμής» είχον βεβαίως αναφοράν εις την ενότητα της Εκκλησίας, αλλ’ ήσαν απαλλαγμένα πάσης εννοίας διοικητικής δικαιοδοσίας». Προσεγγίζοντας ιστορικά την εξέλιξη της εκκλησιαστικής διοικήσεως από την απλή Επισκοπή, στη Μητρόπολη, την Εξαρχεία και το Πατριαρχείο (Πενταρχία) γίνεται σαφές ότι η ανάδειξη κάποιων Επισκόπων ως εχόντων τα «πρεσβεία» έναντι άλλων ομοταγών τους, δεν θεμελιώνεται σε κάποιους θεολογικούς ή εκκλησιολογικούς λόγους, αλλά μόνο σε εκκλησιαστικούς.

Τα »Πρεσβεία Τιμής» της Εκκλησίας της Ρώμης

H Eκκλησία της Ρώμης συνδύαζε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά για να αποκτήσει τα λεγόμενα « Πρεσβεία Τιμής» επειδή

1. Η Ρώμη ήταν το κυριώτερο κέντρο πολιτισμού και προόδου σε όλη σχεδόν την Αυτοκρατορία, όντας μάλιστα και πρωτεύουσά της. Στη Δύση, ιδιαίτερα , δεν υπήρχαν άλλες πόλεις που έστω να πλησίαζαν την αίγλη της.

2. Η Εκκλησία της υπήρξε απ’ αρχής σημαίνουσα, έχοντας δεχθεί το αποστολικό κήρυγμα. Η Παύλεια «προς Ρωμαίους» επιστολή δείχνει ακμάζουσα κοινότητα που διακρινόταν για τη φιλανθρωπία της, πλούσια και πρόθυμη σε βοήθεια άλλων εμπεριστάτων Εκκλησιών («προκαθημένη της αγάπης» κατά τον Ιγνάτιο).

3. Παράλληλα, η Εκκλησία της Ρώμης στους μεταποστολικούς χρόνους παρουσίασε έντονη ιεραποστολική δράση στη Δύση, παράλληλα με τις χιλιάδες των μαρτύρων που προσέφερε στην Εκκλησία του Χριστού.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που όχι μόνο μεμονωμένες Πατερικές φράσεις δείχνουν το μεγαλείο της, αλλά ακόμα και στα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων συχνά απονέμεται η τιμή στην «αποστολική καθέδρα»,στον «αποστολικό θρόνο», «του αγίου και κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου» στην Εκκλησία της «μεγίστης Ρώμης» και στον επίσκοπό της που κάθεται επί της «Πέτρου καθέδρας».

Οι Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου θεωρώντας δεδομένα τα «πρεσβεία τιμής» της Ρώμης θέλησαν να παραχωρήσουν και στο Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, διατηρώντας την πρωτοκαθεδρία της Ρώμης : «Τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην». Στην προκειμένη περίπτωση, οι Πατέρες αναφέρονται στην παραχώρηση των πρεσβείων στην Κωνσταντινούπολη λόγω της πολιτικής της σημασίας «διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην», χωρίς όμως να αναφέρονται στην αιτία χορηγήσεως της πρωτοκαθεδρίας στη Ρώμη.

Τα πρεσβεία της Ρώμης δεν αποδίδονται τώρα για πρώτη φορά. Είναι εξ «έθους» αναγνωρισμένα και τώρα «η εν λόγω τιμή λαμβάνει διά του κανόνος τούτου εν είδος νομικής επικυρώσεως».

Σύμφωνα με την απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου τα πρεσβεία τιμής παραχωρήθηκαν στην Εκκλησία της Ρώμης όχι από τον Κύριο, αλλά από τους «Πατέρες» . Δεν εδράζονται επί Κυριακής εντολής, ή αγιογραφικού χωρίου ή αποστολικής παραδόσεως, έστω και προφορικής, αλλά στην σπουδαιότητα της πόλεως ως πρωτευούσης και στο συνεπαγόμενο αυξημένο κύρος και την επιρροή της τοπικής Εκκλησίας στην Καθολική Εκκλησία. Συνεπώς, δεν είναι «θείω δικαίω», αλλά εκκλησιαστικώ !

Από τα πρεσβεία Τιμής στο αλάθητο και στο πρωτείο εξουσίας

Είναι αλήθεια, ότι η όλη προσπάθεια των παπών της Ρώμης να μετατρέψουν το πρωτείο τιμής (primus inter pares), σε πρωτείο εξουσίας (primus) δεν ευδοκίμησε τελικά μέσα στους κόλπους της καθόλου Εκκλησίας, αν και υπήρξαν κατά καιρούς «καλοθελητές» και άγιοι ακόμη, που με περισσή ευκολία και ίσως αγαθότητα ήταν πρόθυμοι να το αποδώσουν στον προκαθήμενο της ρωμαϊκής Εκκλησίας, χωρίς να πονηρευτούν, ότι και η παραμικρή νύξη θα προσλαμβάνονταν από τη Ρώμη, ως απόδειξη της υπεροχής της αυθεντίας της έναντι της καθόλου Εκκλησίας. Διάφορες κατά καιρούς προσπάθειες της Ρώμης να θεμελιώσουν την αξίωση του πρωτείου, συνάντησαν πολλές φορές χλιαρές μόνον αντιδράσεις από τους Πατέρες της Ανατολής, οι οποίοι έθεταν ως πρώτη προτεραιότητα το ασάλευτον της Πίστης και θεωρούσαν αυτό ως το «κινδυνευόμενον» και σε δεύτερο βαθμό το πρωτείο. Από την άλλη, τόσον ο σεβασμός των Πατέρων προς την πρώτη αποστολική καθέδρα, όσο και η «φασιστικώ τω τρόπω» αντιμετώπιση του θέματος από την καθέδρα αυτή «έθετο φυλακήν τοις στόμασι» των Πατέρων (άγιος Νεκτάριος).

Μετά το Σχίσμα του 1054, η Ρώμη κυριολεκτικά «ξεσάλωσε» και έφτασε στο σημείο το παπικό πρωτείο να καταστεί, μαζί με το αλάθητο, επίσημη θέση της ΡΚαθολικής «εκκλησίας» στην Α΄ Βατικανή σύνοδο της Ρώμης το 1870 υπό τον Πάπα Πίο Θ΄.

Με την ανακήρυξη του παπικού πρωτείου και αλαθήτου ως δόγματος πίστεως από την Α΄ Βατικανή «Οικουμενική» Σύνοδο έκλεισε ο κύκλος της αμφισβητήσεως στη Δύση της θεωρίας του παπικού πρωτείου [Σύνοδοι Πίζας (1409), Κωνσταντίας με τα περίφημα διατάγματα Sacrosancta και Frequens (1414-1418), Βασιλείας (1431-1439), Τριδέντω (1545-1563]. Η αναγωγή του πρωτείου, ενός θέματος εκκλησιαστικής και κανονικής τάξεως, ως δόγματος πίστεως, ως θεμελιώδους δογματικής διδασκαλίας, απαραίτητης για τη σωτηρία, ενίσχυσε ασφαλώς τον παπικό θεσμό, αλλά εν τούτοις τον οδήγησε σε μία «ακαμψία» και ουσιαστικά τον εγκλώβισε στην εσωτερική αυταρέσκεια της παπικής αυθεντίας και ουσιαστικά έπληξε το πραγματικό εκκλησιαστικό κύρος του.

Εκεί, ο Πάπας αναφέρεται ως ο τοποτηρητής του Χριστού και μοναδικός αντιπρόσωπός του πάνω στη γη. Είναι ο αρχηγός και η ορατή κεφαλή της Εκκλησίας, δηλ. στο πρόσωπό του συνοψίζεται ολόκληρη η Εκκλησία, η θέση όμως αυτή είναι καθαρά αιρετική, αφού η αλήθεια είναι, ότι μόνον ο Χριστός είναι κεφαλή και αρχηγός της Εκκλησίας. Αυτό το βρίσκουμε στην προς Εφεσίους επιστολή: «και πάντα υπέταξεν (ο Πατέρας) υπό τους πόδας αυτού, και αυτόν (τον Χριστό) έδωκεν κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (1. 22-23). Έτσι, ο Πατέρας καθιστά το Χριστό κεφαλή της Εκκλησίας του, που είναι το σώμα του και κανέναν άλλον.

Στη Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο (1962-1965) ο Παπισμός προσπάθησε να απεγκλωβιστεί από την απολυτοποίηση του πρωτείου-αλαθήτου, τονίζοντας ιδιαίτερα την καθολικότητα της τοπικής Εκκλησίας και τη διακονία του πρωτείου και αλαθήτου μέσα σε συνοδικά πλαίσια. Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι η Β΄ Βατικάνειος Οικουμενική Σύνοδος «καίτοι εδημιούργησεν νέον πνεύμα εις τας σχέσεις με τας άλλας εκκλησίας («αδελφές εκκλησίες», αναγνώριση της πνευματικότητος, της λατρείας κοκ), καίτοι εξ απόψεως διαθέσεως η ατμόσφαιρα άλλαξε δι’ αυτής, ουδέν το ουσιώδες εις το εκκλησιαστικό οικοδόμημα του Βατικανού τροποποίησε. Όπως άλλωστε είχε δηλωθεί επισήμως υπό του ανδρός, όστις συνεκάλεσεν την Β΄ Βατικάνειον Πάπα Ιωάννου 23ου «ουδέν νέον δόγμα θα διατυπωθεί και ουδέν παλαιόν θα επαναληφθή». Με τις Βατικάνειες λοιπόν Συνόδους δεν έχουμε στο εξής μια απλή ή σοβαρή, έντονη ή διακριτική διεκδίκηση, όπως στα χρόνια του ενωμένου Χριστιανισμού, αλλά δόγμα πίστεως, απαραίτητο πλέον για τη σωτηρία. Η τυχόν άρνησή του επισύρει τα τέσσερα «αναθέματα» της Α΄ Βατικανής «Οικουμενικής» Συνόδου.

Ακολούθως, στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως και του διμερούς Θεολογικού Διαλόγου με την Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται προσπάθεια για την αναζήτηση μιας άλλης ερμηνείας του παπικού πρωτείου, η οποία να διευκολύνει την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Ή για να χρησιμοποιήσω τα ίδια τα λόγια του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ «ακούω την έκκληση που μου απευθύνεται να εύρω μία μορφή ασκήσεως του πρωτείου ανοικτή στη νέα πραγματικότητα, αλλά χωρίς παραίτηση από τα ουσιώδη της αποστολής του.

Συνεχίζεται.....

Σχόλια