Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἑνότητα χωρὶς τὴν Ἀλήθεια; (Λέων Μπράνγκ, Δρ. Θεολογίας)



ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ
Η εισήγηση  πραγματεύεται ένα από τα πιο θεμελιώδη και διαχρονικά ερωτήματα της χριστιανικής εκκλησιολογίας και δογματικής: Μπορεί να υπάρξει αληθινή ενότητα όταν θυσιάζεται η δογματική αλήθεια;
Ακολουθεί μια δομημένη σύνοψη και ανάλυση των κυριότερων σημείων της εισήγησης, με βάση τις θεολογικές πηγές και τους σύγχρονους προβληματισμούς που θέτει ο εισηγητής:
________________________________________
1. Η Φύση της Αλήθειας και ο Χριστός
Η στάση του Πιλάτου έναντι του Χριστού: Ο εισηγητής ξεκινά με την ιστορική ερώτηση του Πιλάτου «τί ἐστιν ἀλήθεια;», εξηγώντας ότι δεν επρόκειτο για αναζήτηση, αλλά για την κυνική πεποίθηση ενός άθεου κοσμοειδώλου ότι η αλήθεια δεν υφίσταται.
Η Αλήθεια ως Πρόσωπο: Στην Ορθόδοξη θεολογία, η Αλήθεια δεν είναι μια αφηρημένη ιδεολογία ή ένα αποστεωμένο φιλοσοφικό σύστημα, αλλά το ίδιο το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, άρρηκτα συνδεδεμένο με την Αγάπη.
2. Τι είναι Εκκλησία και ποια τα Ιδιώματά της
Η εισήγηση βασίζεται στην εκκλησιολογία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ο οποίος ορίζει την Εκκλησία ως το «Παν-μυστήριο του Χριστού» και ως «Αδιάλειπτη Πεντηκοστή». Με βάση το Σύμβολο της Πίστεως, αναλύονται τα τέσσερα ιδιώματα:
Μία: Ο Χριστός είναι η μοναδική κεφαλή και η μοναδική πηγή σωτηρίας. Οι αιρέσεις και τα σχίσματα δεν κομματιάζουν την Εκκλησία, αλλά αποτελούν μέλη που αποκόπτονται από το ενιαίο Σώμα.
Αγία: Η Εκκλησία είναι οντολογικά αγία και αναμάρτητη ως Σώμα Χριστού, ανεξάρτητα από την ηθική κατάσταση των μελών της. Λειτουργεί ως «πνευματικό ιατρείο» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος).
Καθολική: Εκφράζει την πληρότητα και την ακεραιότητα της αλήθειας σε όλο τον κόσμο. Η καθολικότητα βιώνεται και τοπικά, καθώς σε κάθε Αγία Τράπεζα προσφέρεται ολόκληρος ο Χριστός.
Αποστολική: Βασίζεται στην αδιάσπαστη διαδοχή της πίστης, της χάριτος και της διδασκαλίας των Αποστόλων. Ο εισηγητής τονίζει ότι η αποστολική πίστη δεν επιδέχεται προσθήκες ή αφαιρέσεις (όπως το Filioque ή το παπικό αλάθητο).
________________________________________
3. Η Συστημική Κριτική στον Οικουμενισμό και την «Ένωση των Εκκλησιών»
Ο Δρ. Μπράνγκ διαχωρίζει σαφώς τη λειτουργική αναφορά «υπέρ της των πάντων ενώσεως» από τη σύγχρονη οικουμενιστική κίνηση:

«Των Πάντων Ένωσις»: Η επιστροφή όλων των ανθρώπων στο θέλημα του Θεού (θεάνθρωπος κατά χάριν), η κάθαρση από τα πάθη και η ένταξη στο ένα Σώμα του Χριστού.
Θεωρία των Κλάδων (Branch Theory).Η Εκκλησία δεν είναι ένα δέντρο με «σπασμένα» κλαδιά που το καθένα κατέχει ένα κομμάτι της αλήθειας. Θεωρεί ότι όλες οι ομολογίες μαζί αποτελούν την «αόρατη εκκλησία», λειτουργώντας συμπληρωματικά.
________________________________________
4. Σύγχρονα Γεγονότα και Εκκλησιολογική Κριτική (2025–2026)
Το κείμενο αποκτά ιδιαίτερη αιχμή καθώς αναφέρεται σε πολύ πρόσφατα ιστορικά και εκκλησιαστικά γεγονότα, ασκώντας έντονη κριτική στους χειρισμούς της ηγεσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου:
Η Ενθρόνιση στην Αγγλικανική Κοινωνία (Μάρτιος 2026): Η αναφορά στην ενθρόνιση της Sarah Mullally ως «Αρχιεπισκόπου» του Καντέρμπουρι χρησιμοποιείται για να αναδειχθεί η αυξανόμενη δογματική και παραδοσιακή απόσταση των προτεσταντικών ομολογιών από την Ορθόδοξη παράδοση.
Τα Γεγονότα της Νίκαιας (Νοέμβριος 2025): Ο εισηγητής καταγγέλλει τη διπλή στάση του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ (απαγγελία του Συμβόλου χωρίς το Filioque παρουσία ετεροδόξων, αλλά χρήση του στη ρωμαιοκαθολική λειτουργία την επόμενη ημέρα).
Κριτική στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο: Ασκείται αυστηρή κριτική για την παραχώρηση λειτουργικής συμμετοχής στον Πάπα (απαγγελία της Κυριακικής Προσευχής) κατά τη Θρονική Εορτή του Φαναρίου, πράξη που ο εισηγητής θεωρεί ευθεία παραβίαση του 45ου Αποστολικού Κανόνα περί συμπροσευχής με αιρετικούς.
________________________________________
Συμπέρασμα της Εισήγησης
Η βασική θέση του Λέοντος Μπράνγκ είναι κατηγορηματική: Ενότητα χωρίς την Αλήθεια δεν μπορεί να υπάρξει. Η αγάπη αποκομμένη από την ορθόδοξη δογματική ακρίβεια μετατρέπεται σε συναισθηματισμό («αγάπη άνευ όρων και ορίων») και σε μια «φανταχτερή απάτη» που τελικά δικαιολογεί, συντηρεί και θεσμοποιεί την πολυδιάσπαση, αντί να οδηγεί στην αληθινή εν Χριστώ θεραπεία του ανθρώπου.
Σημείωση: Το κείμενο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής/αντιοικουμενιστικής ορθόδοξης θεολογικής σχολής σκέψης, η οποία θέτει την αυστηρή τήρηση των Δογμάτων και των Ιερών Κανόνων ως απαράβατη προϋπόθεση για οποιονδήποτε εκκλησιαστικό διάλογο.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ.
 https://aktines.blogspot.com/2026/05/blog-post_765.html

Τό «μοναρχιανικό» πνεῦμα τῆς «Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου ὡς κατ’ἐξοχήν διασπαστικό στοιχεῖο στήν ἑνότητα τῆς Όρθοδόξου Ἐκκλησίας


 

ωάννης Μαρκάς
Μ.Δ.Ε. Δογματικ
ς Θεολογίας Α.Π.Θ

 

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ

1. Η Θεολογική «Εκτροπή» και η Θεωρία του Πρωτείου

  • Κείμενο της Ραβέννας (2007): Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας χρησιμοποίησε το κείμενο αυτό για να κατοχυρώσει τη θεωρία της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» και να νομιμοποιήσει το παπικό «πρωτείο εξουσίας».
  • Παρερμηνεία Κανόνων: Κατηγορείται ο Περγάμου ότι επέκτεινε αυθαίρετα τον 34ο Αποστολικό Κανόνα (που αφορά τον «πρώτο» σε τοπικό/επαρχιακό επίπεδο) σε παγκόσμιο διοικητικό επίπεδο.
  • Η «Μοναρχία του Πατρός» ως Αίρεση: Ο Ζηζιούλας επικρίνεται ότι ερμήνευσε τη μοναρχία του Πατρός στην Αγία Τριάδα όχι ως πηγή θεότητας, αλλά ως «δεσποτεία» έναντι του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, προκειμένου να δικαιολογήσει τη θέση ενός «πρώτου» (ενός «Πάπα της Ανατολής») στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

2. Η Εξέλιξη της Θεωρίας και η Αντίδραση των Μητροπολιτών

  • Συνάντηση στο Αμμάν (2014): Αναφέρεται ότι τέθηκε έντονα το ζήτημα ενός παπικού τύπου πρωτείου για τον Ορθόδοξο Πατριάρχη, προκαλώντας μάλιστα την έκπληξη της παπικής αντιπροσωπείας για τα θεολογικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν.
  • "Primus sine paribus" (Πρώτος άνευ ίσων): Ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος επικρίνεται για το σχετικό του κείμενο, με το οποίο μετακίνησε τη θέση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως από το παραδοσιακό «πρώτος μεταξύ ίσων» στο «πρώτος άνευ ίσων».
  • Η Αντίδραση των 5 Μητροπολιτών (2014): Οι Μητροπολίτες Κυθήρων, Κονίτσης, Γόρτυνος, Αιτωλοακαρνανίας και Γλυφάδας αντέδρασαν τονίζοντας ότι:
    • Η Εκκλησία έχει χριστολογική θεμελίωση (κεφαλή είναι ο Χριστός και όχι ο Πατέρας).
    • Στην Ορθόδοξη Σύνοδο, ο «Πρώτος» αναδεικνύεται και καθαιρείται από τη Σύνοδο, άρα η Σύνοδος είναι η πηγή του Πρώτου και όχι το αντίθετο.

3. Η «Σύνοδος» του Κολυμπαρίου (2016) ως «Συλλογικός Παπισμός»

Ο εισηγητής απορρίπτει τον όρο «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» για το Κολυμπάρι της Κρήτης, χαρακτηρίζοντάς το ως «Σύναξη Προκαθημένων» ή «Ληστρική Σύνοδο» για τους εξής λόγους:

  • Δεν υπήρξε «Αγία»: Επειδή δεν επικύρωσε καταδικαστικές αποφάσεις προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων και δεν καταδίκασε τον Οικουμενισμό, αλλά αντιθέτως τον «νομιμοποίησε».
  • Δεν υπήρξε «Μεγάλη»: Απουσίαζαν τέσσερα Πατριαρχεία (Αντιοχείας, Ρωσίας, Γεωργίας, Βουλγαρίας) και οι συνοδοί Αρχιερείς δεν είχαν δικαίωμα ψήφου.
  • Κατάργηση της Ομοφωνίας (Consensus): Η αρχή «εις ανήρ – μία ψήφος» αντικαταστάθηκε από το «μία αυτοκέφαλος Εκκλησία – μία ψήφος», δίνοντας δικαίωμα απόφασης μόνο στους Προκαθημένους, γεγονός που χαρακτηρίστηκε από τον Μητροπολίτη Μπάτσκας Ειρηναίο και τον καθηγητή Δ. Τσελεγγίδη ως μορφή «συλλογικού Παπισμού».
  • Δογματική Αλλοίωση στο «Κείμενο Στ΄»: Κατηγορείται ότι αποδέχθηκε προτεσταντικές θεωρίες («περί αοράτου εκκλησίας», «βαπτισματική θεολογία», «θεωρία των κλάδων») μέσω της νομιμοποίησης κειμένων του Π.Σ.Ε.
    • 1. Η Αλλοίωση της Συνοδικότητας (Το «Μοναρχικό» Πνεύμα)
    • Η Ορθόδοξη Εκκλησία ιστορικά διοικείται με βάση το συνοδικό σύστημα, όπου όλοι οι επίσκοποι είναι ίσοι και οι αποφάσεις λαμβάνονται με ισοτιμία. Η κριτική προς το Κολυμπάρι εστιάζει στα εξής:
    • Σύνοδος Αρχηγών και όχι Επισκόπων: Στο Κολυμπάρι δεν συμμετείχαν όλοι οι επίσκοποι της Ορθοδοξίας με δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνο αντιπροσωπείες. Το δικαίωμα ψήφου ανήκε αποκλειστικά στους Προκαθημένους (Αρχιεπισκόπους/Πατριάρχες).
    • Υπερσυγκεντρωτισμός: Αυτή η δομή θεωρήθηκε ότι εισάγει ένα «μοναρχικό» ή «ολιγαρχικό» πρότυπο διοίκησης, ξένο προς την ορθόδοξη παράδοση, το οποίο προσεγγίζει περισσότερο το παπικό πρωτείο παρά την ορθόδοξη συνοδικότητα.
    • 2. Η Απουσία Τεσσάρων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών
    • Το γεγονός ότι τέσσερις Πατριαρχεία και Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν προσήλθαν στη Σύνοδο έπληξε καίρια το επιχείρημα της «Πανορθόδοξης» ενότητας:
    • Οι αποσκιρτήσαντες: Τα Πατριαρχεία Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, επικαλούμενα διαφωνίες επί των κειμένων και των διαδικασιών.
    • Το αποτέλεσμα: Η επιμονή στη διεξαγωγή της Συνόδου παρά την απουσία αυτών των Εκκλησιών (που αντιπροσωπεύουν ένα τεράστιο μέρος του ορθόδοξου πληθυσμού) ερμηνεύτηκε ως μονομερής και επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία αντί να ενώσει, βάθυνε το χάσμα μεταξύ των Εκκλησιών.
    • 3. Ασάφειες στα Θεολογικά Κείμενα (Το Οικουμενιστικό Πνεύμα)
    • Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» βρέθηκε στο επίκεντρο της έντονης κριτικής:
    • Ορολογία: Η χρήση του όρου «Εκκλησία» για τις ετερόδοξες χριστιανικές ομολογίες (π.χ. Ρωμαιοκαθολικοί, Προτεστάντες) θεωρήθηκε από τους παραδοσιακούς θεολόγους ως υποχώρηση από την αποκλειστικότητα της Ορθοδοξίας ως της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
    • Διασπαστικό στοιχείο: Αυτή η θεολογική ασάφεια προκάλεσε εσωτερικές διαιρέσεις και αναστάτωση στο πλήρωμα της Εκκλησίας (μοναχούς, κληρικούς και λαϊκούς), με ορισμένους να φτάνουν μέχρι και τη «διακοπή μνημοσύνου» των επισκόπων τους (αποτείχιση).
    • 4. Η Επιβολή της «Συναίνεσης» (Consensus)
    • Η διαδικασία λήψης αποφάσεων απαιτούσε ομοφωνία μεταξύ των Εκκλησιών, αλλά όχι μεταξύ των individual επισκόπων.
    • Αν μια τοπική Εκκλησία (διά του Προκαθημένου της) συμφωνούσε, οι εσωτερικές διαφωνίες των επισκόπων της ίδιας της αντιπροσωπείας αποσιωπούνταν. Αυτή η «τεχνητή» συναίνεση θεωρήθηκε καταπίεση της ελεύθερης θεολογικής γνώμης.

4. Οι Επιπτώσεις στην Ενότητα της Εκκλησίας

  • Το Ουκρανικό Σχίσμα: Το «μοναρχιανικό» πνεύμα του Κολυμπαρίου θεωρείται η κύρια αιτία για το σχίσμα στην Ουκρανία (2 χρόνια μετά), το οποίο προκλήθηκε από την «αντικανονική εισπήδηση» του Φαναρίου εις βάρος της κανονικής Εκκλησίας του Μητροπολίτη Ονουφρίου.
  • Έξαρση «Επισκοποκεντρισμού»: Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι η θεωρία αυτή οδήγησε σε δεσποτική απολυταρχία και αυθαιρεσία Μητροπολιτών στην Ελλάδα και την Κύπρο (αναφέροντας ως παραδείγματα την καθαίρεση του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού και ενέργειες του Μητροπολίτη Περιστερίου Γρηγορίου).

5. Συμπέρασμα: Η Αυθεντική Ορθόδοξη Ενότητα

  • Ο Λαός ως Θεματοφύλακας: Η ενότητα της Εκκλησίας δεν εξαρτάται από διοικητικές επιβολές «πρώτων», αλλά από την ενότητα της πίστεως.
  • Με βάση την Εγκύκλιο των Πατριαρχών της Ανατολής (1848), ο πιστός λαός παραμένει ο θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας, ακόμη κι αν η διοίκηση εκτραπεί.
  • Η αληθινή ενότητα είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και υφίσταται μόνο όταν τηρείται η ορθή δογματική συνείδηση και οι εντολές του Χριστού.

ΟΚΟΚΛΗΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ. 

https://aktines.blogspot.com/2026/05/blog-post_556.html



Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

«Ο Οικουμενισμός ως εργαλείο γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων - Η αλλοίωση των δογμάτων της Ορθοδοξίας»(μ.Παϊσιου Καρεώτη)

Eισαγωγικά

Δημοσιεύουμε τα βασικά σημεία της  αποκαλυπτικής εισήγησης του Αγιορείτη Μοναχού Παϊσίου Καρεώτη που δόθηκε στο Πολεμικό Μουσείο με θέμα

«Ο Οικουμενισμός ως εργαλείο γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων - Η αλλοίωση των δογμάτων της Ορθοδοξίας»

Ολόκληρη την εισήγηση του Αγιορείτη Μοναχού μπορείτε να την βρείτε στο link.

https://eeod.gr/news/87503-i-apokalyptik-eisgisi-tou-monacho-pasou-kareti-gia-ton-oikoumenism

 

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ

1. Εισαγωγή: Η Φύση και οι Απαρχές του Οικουμενισμού

Ο όρος «Οικουμενισμός» έχει γίνει ευρύτερα γνωστός τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο υπάρχει μια ποικιλία κατανοήσεων και αξιολογήσεων γύρω από αυτόν. Παρότι πολλοί θεωρούν ως απαρχή της κινήσεως την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) το 1948, είναι αναγκαίο να εξετάσουμε το ιστορικό περιβάλλον στο οποίο κυοφορήθηκε. Η παρούσα εισήγηση αποδεικνύει ότι ο Οικουμενισμός δεν ξεκίνησε ως γνήσια εκκλησιαστική πρωτοβουλία, αλλά ως ένα κοινωνικοπολιτικό εργαλείο ελέγχου, προωθούμενο από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, με στόχο την εξασθένηση της δογματικής ακρίβειας προς όφελος της καταναλωτικής κοινωνίας.

2. Το Ιστορικό Πλαίσιο: Φιλελευθερισμός και Εκκοσμίκευση

Κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, ο «φιλελευθερισμός» λειτούργησε ως έννοια-κλειδί που επέφερε την κατάρρευση των παραδοσιακών αξιών. Η εκκοσμίκευση που έφερε ο Διαφωτισμός διείσδυσε στις κοινωνικές σχέσεις, ενώ ο οικονομικός φιλελευθερισμός άλλαξε το κοινωνικό μοντέλο. Στις ΗΠΑ, η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση και η συρροή μεταναστών δημιούργησαν ένα μωσαϊκό δογμάτων. Για τη διασφάλιση της «κοινωνικής ειρήνης» και της απρόσκοπτης λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, οι προτεσταντικές εκκλησίες έπρεπε να μετατραπούν από κλειστές ομολογίες σε «ανοικτές» αστικές δυνάμεις, ικανές να διαχειριστούν την εργατική αστάθεια.

3. Η Χρηματοδότηση των Ολιγαρχών και το "Κοινωνικό Ευαγγέλιο"

Κεντρικό ρόλο στην αναδιάρθρωση των εκκλησιών έπαιξε η «φιλανθρωπία» των μεγάλων Αμερικανών ολιγαρχών, με κύριο το Ίδρυμα Rockefeller (1913). Η χρηματοδότηση αυτή στόχευε στη διαμόρφωση μιας ενιαίας προτεσταντικής συνείδησης, απαλλαγμένης από δογματικές τριβές. Εμφανίστηκε έτσι το «Κοινωνικό Ευαγγέλιο» (Social Gospel), το οποίο μετέτρεψε τη θρησκεία σε ηθική συμπεριφορά και ιδιωτική πνευματικότητα, καθιστώντας την μη ενοχλητική για την αγορά. Ο ασκητικός χριστιανικός βίος παραμερίστηκε, καθώς εμπόδιζε το καταναλωτικό πρότυπο.

4. Η Θεολογική Διαμάχη και ο Ρόλος του YMCA

Μεταξύ 1890 και 1930 ξέσπασε σύγκρουση μεταξύ «Παραδοσιακών» και «Φιλελεύθερων Νεωτεριστών». Οι τελευταίοι επιδίωκαν έναν δογματικό μινιμαλισμό, προσαρμοσμένο στις επιστημονικές ανακαλύψεις. Κινητήριος μοχλός των Νεωτεριστών ήταν η Χριστιανική Ένωση Νέων (YMCA/ΧΕΝ), υπό την καθοδήγηση του John Mott, του «πατέρα της Οικουμενικής Κίνησης». Ο Mott, στενός συνεργάτης της οικογένειας Rockefeller, χρησιμοποίησε το YMCA για να απομονώσει ριζοσπαστικά στοιχεία και να προωθήσει τον Οικουμενισμό ως έναν «μηχανισμό» συνεργασίας που θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα των επενδύσεων και της κυβέρνησης.

5. Η Δράση στη Ρωσία και το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου

Η δράση του YMCA επεκτάθηκε και στη Ρωσία. Μετά την επανάσταση του 1917, με τη φροντίδα της οργάνωσης και την αποκλειστική χρηματοδότηση του Rockefeller, ιδρύθηκε στο Παρίσι το Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου. Εκεί αναπτύχθηκαν ο θεολογικός Περσοναλισμός και η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία, που αποτέλεσαν το θεολογικό όχημα για τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στον Οικουμενισμό. Στόχος ήταν η διαμόρφωση μιας φιλελεύθερης ρωσικής συνείδησης, προσδοκώντας την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος.

6. Η Ίδρυση του ΠΣΕ και η Γεωπολιτική των ΗΠΑ

Το 1948 ιδρύθηκε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ), με τις αμερικανικές φιλελεύθερες εκκλησίες να αποτελούν την κυρίαρχη δύναμη. Ο οργανισμός εργαλειοποιήθηκε από την αμερικανική διπλωματία (π.χ. John Foster Dulles) για την επανεκπαίδευση της Ευρώπης στις φιλελεύθερες αξίες. Ο Οικουμενισμός συνδέθηκε με το Σχέδιο Μάρσαλ και την ευρωπαϊκή ενοποίηση, προωθώντας έναν «κοσμοπολίτικο διεθνισμό» που αντιτίθεται στην εθνική κυριαρχία και τις παραδοσιακές αξίες, επιδιώκοντας την απορρόφηση της Ορθόδοξης ταυτότητας σε μια δυτική, φιλελεύθερη οντότητα.

7. Θεολογικές Συνέπειες: Ο Δογματικός Μινιμαλισμός

Θεολογικά, ο Οικουμενισμός εισάγει τον «δογματικό μινιμαλισμό» και τη σχετικοποίηση της Αλήθειας. Ακυρώνεται η πίστη στην «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» και εξισώνονται οι αιρέσεις με την Ορθοδοξία. Πρακτικά, αυτό μεταφράζεται στην αποδοχή των μυστηρίων των αιρετικών, στις συμπροσευχές, στην αλλαγή λειτουργικών κειμένων και στον εκμοντερνισμό της Εκκλησίας (π.χ. γάμος κλήρου, γυναικεία ιερωσύνη). Έγγραφα όπως αυτό του Πόρτο Αλέγκρε (2006) προωθούν την προτεσταντική ιδέα της «αδιαίρετης εκκλησίας» με δογματική πολυμορφία.

8. Η Ορθόδοξη Απάντηση: Η Σύνοδος της Μόσχας (1948)

Η σημαντικότερη αντίσταση σημειώθηκε στη Σύνοδο της Μόσχας τον Ιούλιο του 1948, έναν μήνα πριν την ίδρυση του ΠΣΕ. Εκεί, η συντριπτική πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών καταδίκασε τον Οικουμενισμό ως επικίνδυνη ετεροδιδασκαλία. Στη Σύνοδο αυτή δεν συμμετείχαν μόνο οι Εκκλησίες που εξαρτώνταν από τον Δυτικό παράγοντα: το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (υπό την επιρροή του Αθηναγόρα), η Εκκλησία της Ελλάδος (υπό αμερικανική επιρροή λόγω Εμφυλίου) και η Εκκλησία της Κύπρου (υπό βρετανική κατοχή).

9. Συμπέρασμα: Ο Οικουμενισμός ως Δυτικό "Project"

Ο Οικουμενισμός αποτελεί ένα καθαρά δυτικό εγχείρημα με σκοπό τη διάχυση της αμερικανικής πολιτισμικής επιρροής. Η θρησκεία χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικός μοχλός για την αμερικανοποίηση της Ευρώπης και την υπονόμευση της Ορθόδοξης Παράδοσης. Η Ορθόδοξη απάντηση οφείλει να διακρίνει τη γραμμή μεταξύ πλάνης και αληθείας, απορρίπτοντας τη σχετικοποίηση που επιβάλλει η νέα παγκόσμια τάξη.


Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Προσφώνηση του Οικουμενικού Πατρ. Βαρθολομαίου προς τον Πάπα και Πατριάρχη των Κοπτών Tawadros II (Απόψεις και σχόλια)




ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί ελευθερη μετάφραση του πρωτοτύπου, που δημοσιεύτηκε στο link   https://fosfanariou.gr/index.php/2026/04/26/porsfonisi-tou-oikoumenikou-patriarchou-pros-ton-patriarchi-tis-koptikis-ekklisias/

στην αγγλική γλώσσα κατά την επίσημη επίσκεψη της Αυτού Μακαριότητος Tawadros II, Πάπα των Κοπτών  στο Φανάρι το Σάββατο, 25 Απριλίου 2026.

Ακολουθεί σύντομη κριτική των απόψεων.

-------------------------------------------------------------------

Χαιρετισμός της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά την επίσημη επίσκεψη της Α.Μ. Ταουάνδρου Β΄, Πάπα και Πατριάρχη της Κοπτικής Ορθοδόξου Εκκλησίας (Σάββατο, 25 Απριλίου 2026)

Μακαριώτατε και Αγιώτατε Ταουάνδρε Β΄, Πάπα και Πατριάρχα της Κοπτικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ,
Σεβασμιώτατοι, Εξοχώτατοι και Θεοφιλέστατοι,
Σεβαστοί Πατέρες,
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και αδελφές,

Χριστός Ανέστη!

Με πολλή χαρά εν τω Αναστάντι Κυρίω, υποδεχόμαστε την Μακαριότητά Σας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η παρουσία Σας ανάμεσά μας αποτελεί ευλογία και σημείο ελπίδας — ελπίδας που δεν στηρίζεται μόνο στην ανθρώπινη προσπάθεια, αλλά στη χάρη του Αγίου Πνεύματος, το οποίο, διά της αγάπης του Χριστού, μας οδηγεί προς την ενότητα (πρβλ. Β΄ Κορ. 5:14). Μέσα στο ίδιο αυτό πνεύμα, ο άγιος Απόστολος μας προτρέπει: «λλήλων τ βάρη βαστάζετε, κα οτως ναπληρώσατε τν νόμον το Χριστο» (Γαλ. 6:2).

Η σημερινή σας επίσκεψη υπερβαίνει μια απλή τελετουργική συνάντηση· φέρει βαθιά ιστορική σημασία, καθώς αποτελεί την πρώτη σας επίσκεψη στο Φανάρι. Η συνάντηση αυτή αποτελεί άμεσο καρπό της αδελφικής συνάξεως που φιλοξενήσατε τον Σεπτέμβριο του 2024 στην σεπτή Μονή του Αγίου Βησσαρίου στην Αίγυπτο, η οποία υπήρξε ισχυρό σημείο αρμονίας και ομονοίας. Εκεί, εν προσευχή και αμοιβαία αγάπη, εκπρόσωποι των Ανατολικών Ορθοδόξων και των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών επιβεβαίωσαν την κοινή τους κλήση: να εμβαθύνουν την κατανόηση, να ενισχύσουν τους δεσμούς της αγάπης, να επιδιώξουν την αποκατάσταση της ενότητας εν κοινωνία και να προσφέρουν κοινή και αξιόπιστη μαρτυρία στον σύγχρονο κόσμο. Έτσι, η πορεία που ανοίγεται μπροστά μας δεν είναι μια αφηρημένη θεολογική επιδίωξη, αλλά μια ζώσα εκκλησιαστική πραγματικότητα.

Για αιώνες, οι Εκκλησίες μας πορεύθηκαν παράλληλα, μερικές φορές χωρισμένες από το βάρος ιστορικών συνθηκών και δογματικών παρεξηγήσεων. Ωστόσο, μέσω ειλικρινούς και υπομονετικού διαλόγου, έχουμε πλέον αναγνωρίσει εκ νέου ότι αυτά που μας ενώνουν υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνα που κάποτε μας χώριζαν. Οι χριστολογικές συμφωνίες των τελευταίων δεκαετιών κατέδειξαν την κοινή μας πίστη στο μυστήριο του Ενανθρωπήσαντος Λόγου, εκφρασμένη με διαφορετικούς θεολογικούς τρόπους, αλλά βαθιά ριζωμένη στην αποστολική και αδιαίρετη Παράδοση της Εκκλησίας.

Ήλθε, λοιπόν, ο καιρός να προχωρήσουμε από τη συμφωνία στη συνάντηση, από τη θεολογική σύγκλιση στην πνευματική ενότητα. Αυτή είναι η συλλογική μας ευθύνη. Καλούμαστε να μετατρέψουμε τους καρπούς του διαλόγου σε απτές ποιμαντικές πραγματικότητες: να καλλιεργήσουμε την αμοιβαία αναγνώριση και γνωριμία μεταξύ των πιστών μας· να ενθαρρύνουμε τη συνεργασία στη μαρτυρία της πίστεως, ιδίως σε περιοχές όπου οι Χριστιανοί υφίστανται διωγμούς και περιθωριοποίηση· και να υψώσουμε κοινή φωνή για ζητήματα που αφορούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ιερότητα της δημιουργίας, τον θεσμό της οικογένειας και την επείγουσα ανάγκη για ειρήνη.

Όπως τονίσθηκε εύγλωττα κατά τη συνάντηση του 2024, καλούμαστε να εμβαθύνουμε την εν Χριστώ κοινωνία μας, να εμπλουτίσουμε την κατανόησή μας και να επιμείνουμε στην προσευχή, ώστε να οδηγηθούμε πλησιέστερα στη μετοχή στο Μυστικό Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Μακαριώτατε,

Οι δεσμοί μεταξύ των Ανατολικών Ορθοδόξων και των Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών, γενικώς, και μεταξύ της Κοπτικής Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ειδικότερα, είναι αρχαίοι και ιεροί. Ριζώνουν στη μαρτυρία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, τρέφονται από τον σεβασμό προς την πατερική παράδοση, αγιάζονται από το αίμα των μαρτύρων και εμψυχώνονται από κοινό λειτουργικό και ασκητικό ήθος. Σήμερα, οι ιεροί αυτοί δεσμοί ανανεώνονται και θεραπεύονται — όχι με τη διαγραφή της ιστορίας, αλλά με την υπέρβαση των διαφορών και ακόμη και των παλαιών διαφωνιών, μέσα στο φωτεινό φως της αλήθειας και της αγάπης του Χριστού.

Υποδεχόμενοι τη Μακαριότητά Σας και τη σεπτή συνοδεία Σας στην ιστορική αυτή Καθέδρα της Κωνσταντινουπόλεως, προσευχόμαστε θερμά η παρούσα περίσταση να συμβάλει στην περαιτέρω ενίσχυση των αδελφικών σχέσεων μεταξύ των Εκκλησιών μας και να εμπνεύσει νέα βήματα προς την πλήρη φανέρωση της ενότητάς μας.

Είθε ο Αναστάς Κύριος να ευλογεί τα βήματά Σας, να καθοδηγεί τις Εκκλησίες μας και να μας αξιώσει, εν τω καλώ Του καιρώ, να Τον δοξάσουμε με μία καρδιά και μία φωνή, συγκεντρωμένοι γύρω από το ένα Άγιο Ποτήριο, εις δόξαν αιώνιαν.

Χριστός Ανέστη!

---------------------------------------------------------------------------------

Κριτική των απόψεων

Α. Ο Πατριάρχης αναφέρεται επανειλημμένα σε «Εκκλησίες» στον πληθυντικό, εξισώνοντας την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία με τις μη χαλκηδόνειες κοινότητες. Εκκλησιολογικά, αυτό συνιστά κατάλυση της εκκλησιολογίας των Οικουμενικών Συνόδων. Η Εκκλησία είναι μία, όχι πολλές. Η χρήση του πληθυντικού «Εκκλησίες» για ομάδες που δεν βρίσκονται σε ευχαριστιακή κοινωνία μεταξύ τους και δεν ομολογούν την ίδια πίστη, δεν είναι απλώς ατόπημα· είναι εκκλησιολογική αυτοαναιρέση. Αν η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, δεν μπορεί να διασπάται σε «παράλληλους δρόμους» που οδηγούν στο ίδιο τέρμα.

Β. Το κείμενο αναφέρεται σε «Χριστολογικές συμφωνίες» και «διαφορετικά θεολογικά ιδιώματα», παρουσιάζοντας τη διαφορά ως θέμα «ιδιωμάτων» ή «παρεξηγήσεων». Αυτό είναι εκκλησιολογικά ανεπίτρεπτο. Οι Μονοφυσίτες  δεν απλώς «εξέφρασαν διαφορετικά» την ίδια πίστη· αρνήθηκαν τον ορισμό της Χαλκηδόνειας Συνόδου περί των δύο φύσεων του Χριστού «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Η παρουσίαση αυτής της άρνησης ως «διαφορετικού ιδιώματος» ισοδυναμεί με εκκλησιολογικό ρελατιβισμό. Οι Σύνοδοι δεν καταδίκασαν «ιδιώματα»· καταδίκασαν αίρεση.

Γ.Η προοπτική για ένα κοινό Άγιο Ποτήριο (Intercommunio) χωρίς να έχει επιτευχθεί προηγουμένως πλήρης ταύτιση στην πίστη θεωρείται κατάλυση της ευχαριστιακής ενότητας. Για την ορθόδοξη παράδοση, η κοινή κοινωνία των μυστηρίων δεν είναι το μέσο για την ένωση, αλλά το επιστέγασμα και το αποτέλεσμα μιας ήδη υπάρχουσας δογματικής ενότητας.

Δ.Υπάρχει έντονη ένσταση για την αποδυνάμωση του κύρους των Οικουμενικών Συνόδων. Όταν οι Σύνοδοι αντιμετωπίζονται ως απλές «ιστορικές συγκυρίες», η αντικειμενική αλήθεια της Εκκλησίας κινδυνεύει να αντικατασταθεί από μια υποκειμενική συναισθηματική προσέγγιση της πίστης.

Ε. Η αυθαίρετη χρήση αποσπασμάτων από την Αγία Γραφή, όπως αυτά προς Γαλάτας και προς Κορινθίους και η απομόνωση των χωρίων αυτών από το ερμηνευτικό πλαίσιο των Πατέρων της Εκκλησίας θεωρείται ότι αλλοιώνει το νόημά τους, προκειμένου να στηριχθούν προκατασκευασμένα συμπεράσματα για μια ασαφή ενότητα.

ΣΤ. Το κείμενο αυτό δεν αποτελεί απλώς μια «προσφώνηση αγάπης». Εκφράζει μια εκκλησιολογία που:

  • Υποκαθιστά τη δογματική ενότητα με συναισθηματική συγγένεια.
  • Υποβαθμίζει τις Οικουμενικές Συνόδους σε «ιστορικές συγκυρίες».
  • Προοιωνίζει ευχαριστιακή κοινωνία χωρίς κοινή πίστη.
  • Μετατρέπει την Ορθόδοξη Εκκλησία από Σώμα Χριστού σε «μέλος μιας ευρύτερης χριστιανικής οικογένειας».

 


Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Η Οικουμενιστική Αλλοίωση της Εκκλησιολογίας του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη. (Η Ερμηνευτική Αλλοίωση στη Μονή Bose)



Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η πνευματική κληρονομιά του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη, του συγγραφέα της Κλίμακος, αποτελεί διαχρονικό θεμέλιο της Ορθόδοξης ασκητικής. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, θεσμοί όπως η Μονή Bose στην Ιταλία —ένα κέντρο διεθνών οικουμενιστικών συναντήσεων— επιδίδονται σε μια συστηματική επανανάγνωση του Αγίου, η οποία, υπό το πρόσχημα του «διαλόγου της αγάπης», τείνει να αλλοιώσει την αυθεντική εκκλησιολογική του ταυτότητα. Ενώ το Bose προβάλλει τον Σιναΐτη ως «κοινό Άγιο» και σύμβολο μιας αόριστης οικουμενικής συμπερίληψης, η προσεκτική μελέτη των πηγών αποκαλύπτει έναν Πατέρα που υπήρξε αμετακίνητος φύλακας της Ορθοδοξίας και της διάκρισης μεταξύ αλήθειας και πλάνης.

Α. Ο Άγιος Ιωάννης  Σιναΐτης ως Φύλακας της Πίστεως

Στην Κλίμακα του Παραδείσου, ο Άγιος Ιωάννης ορίζει με απόλυτη σαφήνεια τα όρια της εκκλησιαστικής ζωής. Στον 1ο Λόγο, καταδικάζει ως παραβάτη όποιον κατέχει «αιρετική πίστη ενάντια στον Θεό», χαρακτηρίζοντας την αίρεση ως «διεστραμμένο τρόπο» ύπαρξης. Για τον Σιναΐτη, η αίρεση δεν είναι μια απλή διαφωνία, αλλά μια ολοκληρωτική  διαστροφή που καθιστά τον άνθρωπο εχθρό του Θεού. Αυτή η αυστηρότητα κορυφώνεται στον 15ο Λόγο, όπου η πτώση στην αίρεση ταξινομείται ως η σοβαρότερη αμαρτία μετά τον φόνο και την άρνηση του Θεού, αναδεικνύοντας ότι η θεραπεία της απαιτεί την «χειρουργική» ακρίβεια της Εκκλησίας και όχι μια επιφανειακή συνύπαρξη.

Η περίφημη Διάκριση (26ος Λόγος), την οποία ο οικουμενιστικός διάλογος συχνά παρουσιάζει ως εργαλείο «ανοίγματος», στον Σιναΐτη λειτουργεί ως διαχωριστικό όργανο. Ο Άγιος διδάσκει την αποκοπή από τους αιρετικούς μετά από δύο ελέγχους, επιφυλάσσοντας την μακροθυμία και τη διδασκαλία μόνο για εκείνους που είναι πρόθυμοι να μάθουν την αλήθεια. Μάλιστα, στον 25ο Λόγο, καταρρίπτει κάθε έννοια «κοινής πνευματικότητας», δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι η ταπεινοφροσύνη —η μήτηρ των αρετών— είναι αδύνατον να κατοικήσει σε αιρετικό, καθώς αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των ευσεβών και πιστών που έχουν καθαρθεί εντός της Ορθόδοξης παράδοσης.

 

Β. Η Οικουμενιστική Παρουσίαση του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη στη Μονή Bose: Μια Κριτική Ανασκόπηση

Η Μονή Bose στην Ιταλία έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην επαναφορά του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη στο προσκήνιο του σύγχρονου διαχριστιανικού διαλόγου, διοργανώνοντας διεθνή συνέδρια το 2001 και το 2018. Μέσα από αυτές τις πρωτοβουλίες, ο Άγιος Ιωάννης ο  Σιναΐτης παρουσιάστηκε με έναν συγκεκριμένο τρόπο που αποσκοπεί στην ανάδειξη μιας «οικουμενικής πνευματικότητας», η οποία όμως συχνά έρχεται σε σύγκρουση με την ιστορική και εκκλησιολογική πραγματικότητα του Αγίου.

Στη στρατηγική της Μονής Bose, ο Άγιος Ιωάννης τοποθετήθηκε ως ένας απαραίτητος συνδετικός κρίκος που ενώνει τη βυζαντινή παράδοση με τη ρωσική μοναστική πνευματικότητα, αλλά και την Ανατολή με τη Δύση. Η προβολή του ως «κοινού Πατέρα» βασίστηκε στο γεγονός ότι η Κλίμαξ μεταφράστηκε στα λατινικά ήδη από τον 16ο αιώνα, γεγονός που χρησιμοποιήθηκε για να θεμελιωθεί μια διαχρονική οικουμενική απήχηση. Στο Οικουμενικό Μαρτυρολόγιο της Μονής, ο Σιναΐτης καταχωρείται ως άγιος που ανήκει σε όλες τις χριστιανικές παραδόσεις, με την έμφαση να δίνεται στην «καθολικότητα» της μαρτυρίας του και στην πρακτική του διδασκαλία περί εσωτερικής ησυχίας, η οποία θεωρείται εφαρμόσιμη από κάθε χριστιανό, ανεξαρτήτως δόγματος.

Η  Κλίμαξ δεν εκλαμβάνεται ως ένα αυστηρό κανονικό κείμενο, αλλά ως ένα «εγχειρίδιο πνευματικής ιατρικής». Η προσέγγιση αυτή μετατρέπει τη Διάκριση  από όργανο περιφρούρησης της αλήθειας σε ένα «οικουμενιστικό εργαλείο». Στο πλαίσιο των συνεδρίων, η Διάκριση παρουσιάστηκε ως η ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς την αλήθεια όπου κι αν υπάρχει και να προστατεύεται από την πλάνη χωρίς όμως να αποκλείει τον «άλλον». Η εσχατολογική προοπτική του 30ού βαθμού περί Αγάπης προβλήθηκε ως το κοινό όραμα που υπερβαίνει τις δογματικές διαφορές, μετατρέποντας την αγάπη σε ένα «αιώνιο πράγμα» που καθιστά τις ομολογιακές περιχαρακώσεις δευτερεύουσες.

Η Ερμηνευτική Αλλοίωση στη Μονή Bose

Η προσέγγιση της Μονής Bose  αποτελεί  μια άκρως επιλεκτική ανάγνωση της Κλίμακος. Προβάλλεται η «καθολικότητα» και η «πρακτική ασκητική» του Αγίου, ενώ αποσιωπώνται εσκεμμένα οι αυστηρές προειδοποιήσεις του για τους αιρετικούς. Στο πλαίσιο αυτό, η Οικονομία —που για τον Σιναΐτη είναι μια ιεραποστολική στρατηγική «κένωσης» με σκοπό την επιστροφή του πλανεμένου στην αλήθεια— μετατρέπεται σε μια  «συγκρητιστική πρακτική » που συγχωρεί την πλάνη στο όνομα μιας συναισθηματικής αγάπης.

Αυτή η μετατροπή της Αγάπης (30ος Βαθμός) σε αυτοσκοπό, αποκομμένο από την Αλήθεια, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη διδασκαλία του Αγίου. Η αγάπη του Σιναΐτη είναι το πλήρωμα του νόμου και η κορυφή μιας σκάλας που πατά γερά στο έδαφος της Ορθόδοξης ομολογίας. Η προσπάθεια του Bose να χρησιμοποιήσει τη Διάκριση ως «εργαλείο συμπερίληψης» αγνοεί ότι για την πατερική παράδοση —όπως εκφράζεται και από τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή— η υποστήριξη του σφάλματος δεν είναι αγάπη, αλλά μίσος προς τον άνθρωπο, καθώς τον κρατά μακριά από τη σωτήρια αλήθεια.

Γ. Η Κλίμαξ ως Σκάλα Ορθοδοξίας

Η παρουσίαση του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη ως «γέφυρας» μεταξύ Ανατολής και Δύσης από οικουμενιστικούς κύκλους αποτελεί εσχατολογική απάτη. Η μέθοδος αυτής της αλλοίωσης βασίζεται στην αποκοπή του Αγίου από το ιστορικό του πλαίσιο και τη μετατροπή της ιεραποστολικής Οικονομίας σε συγκριτιστική πρακτική.

Η αυθεντική διδασκαλία του Σιναΐτη παραμένει ένας ενιαίος, οργανικός κώδικας όπου:

  • Η Κλίμαξ είναι το μέσο θεραπείας της ψυχής αποκλειστικά εντός της ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ  Εκκλησίας.
  • Η Διάκριση είναι το όργανο που ξεχωρίζει το φως από το σκότος.
  • Η Αγάπη είναι το αποτέλεσμα της καθάρσεως και όχι μια δικαιολογία για την πλάνη.

Η επαναφορά της αυθεντικής ερμηνείας του Σιναΐτη είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη της Ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας. Το κάλεσμα του Αγίου «Ἀνάβατε, ἀδελφοί» δεν είναι μια πρόσκληση σε μια ασαφή θρησκευτική συνύπαρξη, αλλά μια προτροπή για ανάβαση από το σκότος της πλάνης στο φως της Αλήθειας.

Η σύγκριση μεταξύ του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου και του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού αποκαλύπτει μια βαθιά, οργανική ενότητα στην ορθόδοξη παράδοση, η οποία συχνά παραχαράσσεται από σύγχρονες οικουμενιστικές αναγνώσεις. Για τους δύο αυτούς Πατέρες, η αγάπη και η αλήθεια δεν είναι δύο αντιμαχόμενες έννοιες, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της σωτηρίας του ανθρώπου.

Στη θεολογία του Αγίου Μαξίμου, η αγάπη αποτελεί το επιστέγασμα της απαλλαγής από τα πάθη (απάθεια). Ωστόσο, ο Άγιος ξεκαθαρίζει ότι η αληθινή φιλανθρωπία δεν ταυτίζεται με την αποδοχή του λάθους. Στην 12η Επιστολή του, προειδοποιεί χαρακτηριστικά: «Δεν ονομάζω αγάπη, αλλά μισανθρωπία... το να βοηθά κανείς την πλάνη». Αυτή η θέση συμπλέει απόλυτα με το πνεύμα του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη, ο οποίος στον 26ο Λόγο της Κλίμακος ορίζει τη «διάκριση» ως το όργανο που επιβάλλει τον έλεγχο και, αν χρειαστεί, την αποκοπή από τον αμετανόητο αιρετικό. Και για τους δύο, ο αιρετικός αντιμετωπίζεται ως πνευματικά ασθενής. Το να επιβεβαιώνεις στον ασθενή ότι η αρρώστια του είναι υγεία θεωρείται το μέγιστο πνευματικό έγκλημα, καθώς του στερείς τη μόνη οδό ίασης: την επιστροφή στην Ορθόδοξη Αλήθεια.

Η έννοια της Οικονομίας (συγκατάβασης) αναγνωρίζεται και από τους δύο Αγίους, αλλά πάντα υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Ο Άγιος Μάξιμος διδάσκει μια λεπτή ισορροπία: να είμαστε «πράοι και ευγενείς» προς τα πρόσωπα, αλλά «πολεμικοί και ασυμβίβαστοι» προς τα δόγματα. Η αγάπη οφείλει να στρέφεται στον άνθρωπο ως εικόνα Θεού και όχι στην κακοδοξία που τον αλλοιώνει. Παρομοίως, ο Σιναΐτης θέτει ως απαράβατο όρο για κάθε οικονομία τη «στερεότητα στην πίστη» του ίδιου του πιστού. Προειδοποιεί ότι αν ο Ορθόδοξος δεν είναι πνευματικά θωρακισμένος, η επαφή με την πλάνη δεν θα βοηθήσει τον άλλον, αλλά θα αλλοιώσει τον ίδιο, μετατρέποντας την οικονομία σε πνευματική παγίδα.

Για τον Μάξιμο τον Ομολογητό, η αίρεση ορίζεται ως «απουσία του Λόγου». Χωρίς το ορθό δόγμα, η ζωή (το ήθος) αποσυντίθεται, καθώς δεν υπάρχει το θεμέλιο της αλήθειας. Ο Σιναΐτης επιβεβαιώνει αυτή την οντολογική πραγματικότητα πρακτικά: δηλώνει ότι στην ψυχή ενός αιρετικού είναι αδύνατον να κατοικήσει η ταπεινοφροσύνη. Εφόσον η ταπεινοφροσύνη είναι η «στολή της Θεότητας», προϋποθέτει την ένωση με την Αλήθεια. Ο αιρετικός, εμμένοντας στον «διεστραμμένο τρόπο» του (1ος βαθμός), εγκλωβίζεται σε έναν πνευματικό εγωισμό που αποκλείει τη θεία χάρη.

Η σύγκλιση των δύο Πατέρων αποδομεί το σύγχρονο αφήγημα (τύπου Μονής Bose) που θέλει την αγάπη να «υπερβαίνει» ή να σχετικοποιεί τα δόγματα. Η πατερική στάση συνοψίζεται στα εξής:

  • Η Ακρίβεια είναι η περιφρούρηση των «φαρμάκων» (δογμάτων) μέσα στο νοσοκομείο της Εκκλησίας.
  • Η Οικονομία είναι η σοφή χορήγηση αυτών των φαρμάκων, προσαρμοσμένη στις αντοχές του ασθενούς.
  • Η Αλλοίωση είναι η νόθευση της δραστικής ουσίας των φαρμάκων για να γίνουν «ευχάριστα» στο ευρύ κοινό, μια πράξη που τα καθιστά ανενεργά και τελικά επικίνδυνα για τη σωτηρία.

Σε αυτή τη θεολογική προοπτική, η αυστηρότητα δεν πηγάζει από μίσος, αλλά από μια βαθιά αγωνία για την αληθινή ζωή του άλλου, καθιστώντας τον Σιναΐτη και τον Μάξιμο διαχρονικούς οδοδείκτες αυθεντικής εκκλησιολογίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α΄. Πηγές του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη

  • Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου, Κλίμαξ: Η βασική πηγή. Ιδιαίτερη έμφαση στους Λόγους:

    • Λόγος Α΄: Περί αποταγής (Ορισμός του πιστού και του παραβάτη/αιρετικού).

    • Λόγος ΚΕ΄: Περί ταπεινοφροσύνης (Η αδυναμία ύπαρξης αρετής στον αιρετικό).

    • Λόγος ΚΣΤ΄: Περί διακρίσεως (Η μέθοδος ελέγχου και αποκοπής).

    • Λόγος Λ΄: Περί αγάπης (Η αγάπη ως πλήρωμα της αλήθειας).

  • Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου, Λόγος προς τον Ποιμένα: Για τις προϋποθέσεις της Οικονομίας και τη θεραπευτική ευθύνη του πνευματικού οδηγού.

Β΄. Συγκριτική Πατερική Γραμματεία

  • Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Επιστολή 12: Η περίφημη θέση περί «μισανθρωπίας» στην υποστήριξη της πλάνης.

  • Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Περί Αγάπης Κεφάλαια: Η σύνδεση της αγάπης με την ορθή πίστη και την απάθεια.

  • Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί: Για την ακρίβεια των δογμάτων και τα όρια της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Γ΄. Σύγχρονες Μελέτες και Κριτική

  • Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: Για τη διάκριση μεταξύ της αγάπης προς τον εχθρό και της ομολογίας της αλήθειας.

  • Πρωτοπρ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Εκκλησιολογίας: Για τα όρια της Εκκλησίας και την έννοια της «οικουμενικότητας» στην πατερική παράδοση.

  • Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου, Κόσμος και Έρημος (Άγιον Όρος, 2002): Συλλογικός τόμος με αναφορές στη σιναϊτική πνευματικότητα και την κριτική στις σύγχρονες αλλοιώσεις.

  • Πρωτοπρ. Ιωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία: Για τη θεραπευτική μέθοδο των Πατέρων και τη διαφορά της από τη δυτική θρησκευτικότητα.

Δ΄. Οικουμενιστικές Πηγές (Για μελέτη της αλλοίωσης)

  • Monastero di Bose, International Ecumenical Conferences on Orthodox Spirituality (Πρακτικά συνεδρίων 2001 και 2018): Για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο προβάλλεται ο Σιναΐτης στον οικουμενικό διάλογο.

  • Enzo Bianchi, The Ladder of John Climacus: A Spiritual Reading: Το πρίσμα μέσα από το οποίο η Μονή Bose ερμηνεύει την Κλίμακα.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Παπισμός-Οἰκουμενισμὸς καὶ τὸ χρέος τοῦ Ὀρθοδόξου χριστιανοῦ



Γράφει ὁ Ἀριστείδης Δασκαλάκης

«ἡ ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν... οὕτω κηρύσσομεν» (Συνοδικὸν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου)

 

Λόγοι, ποὺ δὲν βρίσκουν πλέον εὐρεῖα ἐφαρμογή, στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῶν ἐκπτώσεων, τῶν ἀποκλίσεων, τῆς ὕβρεως πρὸς τὰ Θεῖα, τῆς νομιμοποίησης τῆς ἁμαρτίας, «νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω·» (Ἰω. 12,31). Θὰ κρημνισθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν του, ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ ἀντίδικος ὅμως, μέχρι τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας, χρησιμοποιεῖ τὰ ὄργανά του, κυβερνῆτες καὶ ποιμένες, γιὰ νὰ ζημιώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα.

Ἡ πολιτεία νομοθετεῖ. Ἐναντίον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ἡ διοικοῦσα ἐκκλησία πολλάκις ἐπικυρώνει ἢ τηρεῖ σιγὴ ἰχθύος. Ὁ λαὸς ἀγνοεῖ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν Ἁγία Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπ’ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ ἕνας παρασέρνει τὸν ἄλλο σὲ μιὰ ἐλεύθερη πτώση πρὸς τὴν ἄβυσσο τῆς ἀπώλειας.

Πρωτεργάτες τὰ διάφορα κέντρα ἐξουσίας, πολιτικῆς ἢ θρησκευτικῆς. Τὸ μεγάλο κέντρο θρησκευτικῆς ἐξουσίας, ἡ «Ἁγία ἕδρα (Sancta Sedes)» ἀντιλαλεῖ καὶ ἐπιταχύνει τὸ σχέδιο τοῦ Σιωνισμοῦ, ἐναντίον τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ Βατικανό, τὸ συνώνυμο τῆς αἵρεσης, πλέον ὁμοιάζει ὡς προϊστάμενη ἀρχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Διοικούσας Ἐκκλησίας. Τὴν ἔχει ἤδη ἐντάξει μὲ τὸ σκοτεινὸ κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σὲ ἕνα στροβιλισμὸ ἀπείθειας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία βάλλεται. Βάλλεται ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις, ξένα κέντρα συμφερόντων ποὺ κινοῦν τὰ νήματα τῆς ἀνθρωπότητας.

Ἡ δαιμονικὴ αὐτὴ ἐξουσία καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα δεινά της, παραχωρεῖται ἀπ᾿ τὸν Θεό, ὡς ἀντίκτυπος τῆς πτώσης καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπὸ διωγμό. Ἁμάρτησε καὶ πληρώνει. Εἰκόνα τοῦ ἐκπεσόντος Ἑλληνορθόδοξου λαοῦ, ἀποτελεῖ ἡ ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας.

Γίναμε ἀκροατὲς μιᾶς νέας ρητορικῆς, περὶ κοινωνικῆς εὐθύνης, ἀγάπης στὸν πλησίον, ὑπακοῆς ἀδιάκριτης, οἰκονομίας. Μιὰ «οἰκονομία» ποὺ κατάντησε παρανομία. Μιᾶς πλανεμένης ἐπισκοπολατρείας καὶ μιᾶς ἀπολύτου ὑποταγῆς στὰ κελεύσματα τῆς ἐξουσίας.

Εἴδαμε νὰ ἀναγνωρίζονται μυστήρια σὲ αἱρετικούς. Παρατηρήσαμε ἐπισκόπους νὰ δωρίζουν Κοράνι ὡς ἱερὸ βιβλίο. Προκαθημένους νὰ κρύβουν ἐγκόλπια μπροστὰ σὲ λαθρομετανάστες, γιὰ νὰ μὴν στενοχωρήσουν. Μείναμε ἐμβρόντητοι μπροστὰ σὲ συμπροσευχές, συνευχὲς καὶ συλλείτουργα ἐπισκόπων τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, μὲ αἱρετικούς, μουσουλμάνους καὶ σχισματικούς.

Οἱ ἄμβωνες σιώπησαν. Σταμάτησαν νὰ ἀντηχοῦν τὸ λόγο τῆς Ἀληθείας. Δὲν ἀποτελοῦν πλέον ὁρμητήρια ὀρθοδόξου ἀγῶνα.

Ἀντ᾿ αὐτοῦ κατάντησαν ἀντηχεῖα κυβερνητικῶν ἀποφάσεων καὶ ἰατρικῶν τελεσιγράφων.

Καὶ ἀπαιτεῖται ὑπακοὴ στὴν ἐκκλησία. Τί εἶναι ἡ ἐκκλησία; Ἡ ἱεραρχία καὶ οἱ κληρικοί; Ὄχι ὁ λαός; Τί μᾶς διδάσκει ἡ Παράδοση; Ποιός ἦταν ἐκκλησία;

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἢ ὁ Ἰωάννης Καλέκας ὁ λατινόφρων; O ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἢ ὁ Μητροφάνης καὶ ἡ ὑπόλοιπη ἱεραρχία; Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητὴς ἢ ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα τῆς ἐποχῆς του; O ἅγιος Κύριλλος ἢ ὁ Νεστόριος; Δὲν εἶναι οἱ ἅγιοι πρότυπα συμπεριφορᾶς καὶ μίμησης; Ἐκκλησία δὲν εἶναι καὶ ἡ θριαμβεύουσα; Οἱ ἅγιοι καὶ Πατέρες ποὺ δογμάτισαν;

Τί γίνεται ἐὰν ἡ «ἐκκλησία» (ἡ διοικοῦσα), γίνει Χριστομάχος; Τί γίνεται ὅταν συνεργεῖ, ἐπικροτεῖ καὶ προωθεῖ ἀντιορθόδοξους νόμους καὶ πρακτικές;

Ἡ διοίκηση τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἐκκοσμικευμένη οὖσα, ὑπακούει πολλὲς φορὲς ἀδιακρίτως στὰ κελεύσματα τῆς Δύσης. Μὲ λαμπρὲς ἐξαιρέσεις βέβαια.

Παρατηροῦμε συναθροίσεις, συνέδρια, συνευχές, συμπροσευχὲς στὸ τέλος συλλείτουργα.

Ὁ παπισμός, ἀπότοκο τοῦ σχίσματος, ἀποτέλεσε τὴ ρίζα τῆς Εὐρώπης τοῦ διαφωτισμοῦ, οἱ ἀρχὲς τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦν τὴν ἀναίρεση τοῦ Βυζαντινοῦ πολτισμοῦ. Τῆς Ἀνατολῆς. Στηριγμένος σὲ μυθεύματα καὶ ἀφελεῖς πλαστογραφίες, καινοτομίες μὲ προέλευση τὶς παιδαριώδεις φιλοδοξίες τῶν Βαρβαρικῶν φυλῶν τῆς Δύσης, νὰ ἡγεμονεύσουν στὸν χριστιανικὸ κόσμο. Ἕνα ἀλισβερίσι μεταξὺ ἐξουσίας καὶ ἐκκλησίας τῆς Δύσης. Μεταξὺ Καρλομάγνου καὶ πάπα Λέοντα τοῦ 3ου. Ὁ πάπας στέφει αἰφνιδιαστικὰ καὶ παρανόμως αὐτοκράτορα τὸν Καρλομάγνο καὶ ὁ δεύτερος ἐνισχύει τὸν πρῶτο ἐξυπηρετῶντας τον, σὲ φιλοδοξίες ἐξουσιαστικῶν προνομίων ἔναντι τῆς Νέας Ρώμης. Τῆς Κωνσταντινούπολης. Αὐτὸς ὁ πάπας ἦταν ποὺ εἶχε ἀρχικὰ ἀρνηθεῖ τῆς ἐφεύρεση τοῦ Filioque , προερχόμενου ἀπ᾿ τὸ Τολέδο τῆς Ἱσπανίας. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ διαφοροποίηση εἶχε ἤδη ξεκινήσει, καθότι μιὰ νέα αὐτοκτατορία στὴ Δύση, χρειαζόταν ἰσχυρὸ θρησκευτικὸ ἔρεισμα γιὰ νὰ ἑδραιωθῇ. Κι αὐτὸ ἦταν ἕνας διαφοροποιημένος χριστιανισμός, μιὰ αἵρεση ποὺ βασίστηκε σὲ ἕνα σωρὸ πλαστογραφίες. Ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις, τὸ Ἀλάθητο, διαφορετικὸ σημεῖο σταυροῦ, Εὐχαριστία μὲ ἄζυμο ἄρτο, διαφοροποίηση Βαπτίσματος καὶ Χρίσματος καὶ πολλὲς ἄλλες καινοτομίες. Παραποίηση καὶ παρανόηση τῶν διατυπώσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, πλαστογραφήσεις τῆς Ἱστορίας, εὔληπτα ὅλα γιὰ τὸν ἀγράμματο λαὸ τῆς Δύσης, ὥστε νὰ ἐμπεδωθῇ καθολικὰ ἡ συνείδηση μιᾶς διαφοροποιημένης θρησκείας, ποὺ θὰ στήριζε μιὰ νέα αὐτοκρατορία. Τὸ ἀντίπαλο δέος τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.

Ὁ στόχος τότε ἦταν νὰ ἐξυπηρετηθοῦν σκοπιμότητες πολιτικὲς καὶ φιλοδοξίες θρησκευτικές. Ὁ στόχος σήμερα εἶναι ὁ ἴδιος σὲ μεγαλύτερη κλίμακα. Ἡ αὐτοκρατορία τῆς Δύσης, δίνει τὴ θέση της στὴν κοσμοκρατορία κέντρων ἐξουσίας, μὲ δούρειο ἵππο τὴν ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη. Ὁ πάπας, ὁ ἄρχων τῆς αἵρεσης, τοποθετεῖται ὡς ἄρχων ἑνὸς συνονθυλεύματος θρησκειῶν μέσα στὸ ὁποῖο θέλουν νὰ ρίξουν καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ ὁποία δὲν εἶναι θρησκεία, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τῆς Ἀληθείας, ἀπ᾿ τὸν Δημιουργὸ τῶν πάντων.

Ὁ καταλύτης εἶναι τὸ κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μιὰ ἄλλη ἐφεύρεση τοῦ Παπισμοῦ, μέσα στὸ ὁποῖο εἶναι ἐνταγμένο καὶ μεγάλος μέρος τῆς Διοικούσας Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.

Πῶς μποροῦμε νὰ συνομιλοῦμε καὶ νὰ διαπραγματευόμαστε μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Κυρίου; Πῶς ἀνεχόμαστε τὸν πάπα νὰ ἐμφανίζεται σὲ ἀκολουθίες στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο;

Πῶς ἀνεχόμαστε παπικοὺς κληρικοὺς νὰ τριγυρνοῦν σὲ Ἱεροὺς Ναοὺς τῆς χώρας μᾶς, καλεσμένοι, μητροπόλεων καὶ ἐνοριῶν;

Τί μᾶς δίδαξαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας; Ποιά παρακαταθήκη μᾶς ἄφησαν;

Μέγας ὑπερασπιστὴς τῆς πίστεως καὶ τοῦ δόγματος. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ ἐπίσκοπος Μύρων της Λυκίας.

Ὁ ἅγιος Νικόλαος ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (στὴ Νίκαια τὸ 325 μ.Χ.), ὅπου ξεχώρισε γιὰ τὴ σοφία καὶ τὴν ἠθική του τελειότητα. Ξεχώρισε στὴν Α` Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐναντίον τοῦ Ἀρείου ποὺ πρέσβευε καὶ διαλαλοῦσε περίτρανα ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ κτίσμα καὶ ποίημα τοῦ Θεοῦ. Βλέποντας σὲ κάποιο χρονικὸ σημεῖο ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὅτι ὁ Ἄρειος προσπαθεῖ νὰ ἀποστομώσῃ τοὺς Ἀρχιερεῖς, κινούμενος ἀπὸ Ἱερὴ ἀγανάκτηση σηκώθηκε καὶ κατάφερε δυνατὸ ράπισμα στὸν Ἄρειο. Ὁ λόγος ποὺ ὁ ἅγιος Νικόλαος χαστούκισε τὸν αἱρετικὸ δὲν ἦταν τὸ μῖσος καὶ ἡ ἀποβολὴ τῆς ἀγάπης κατὰ ἑνὸς φυσικοῦ προσώπου (Ἄρειος), ἀλλὰ ἡ ἐμμονὴ στὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό. «Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον..» ξεκινᾶ τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου.

Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἐμπαθὴς χειρονομία, ἀλλὰ γιὰ ἀποτέλεσμα τῆς θεολογικῆς ἀκρίβειας, συνοδευόμενης ὅμως ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ βίωμα, ἀντίστοιχο τοῦ ὁποίου μποροῦμε νὰ βροῦμε μόνο στὴν ἁγιογραφικὴ διήγηση τῆς ἀπομάκρυνσης τῶν ἐμπόρων ἀπὸ τὸν ναό, ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς στὰ ἑκατὸ πρακτικὰ κεφάλαια μᾶς τονίζει: «Ὁ θυμός, περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη, ταράζει καὶ συγχύζει τὴν ψυχή, κάποτε ὅμως καὶ τὴν ὠφελεῖ πολύ. Γιατί ὅταν τὸν μεταχειριζόμαστε χωρὶς ταραχὴ κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἢ ἀσελγῶν , γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ νὰ ντραποῦν, τότε προσθέτουμε πραότητα στὴν ψυχή μας, γιατί συμβαδίζουμε μὲ τὸν σκοπὸ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος τονίζει ὅτι: «Λέγοντας ὁ Πάπας πὼς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξώρισε ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν Δεσπότη πάντων Χριστόν, καὶ ἔτσι ἔμεινε ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία χήρα ἀπὸ τὸν Χριστό».

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης συνεχίζει: «Εἰ Μοναχοὶ εἰσὶν τινὲς ἐν τοῖς νῦν καιροῖς, δειξάτωσαν ἐπὶ τοῖς ἔργοις. Ἔργον δὲ Μοναχοῦ ἐστὶν μηδὲν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τὸ Εὐαγγέλιον».

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Αἱρετικοὶ δὲ ὀνομάζονται ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ διαφορὰ παρευθὺς καὶ ἀμέσως εἶναι περὶ τῆς εἰς Θεὸν πίστεως, ἤτοι οἱ κατὰ τὴν πίστιν καὶ τὰ δόγματα χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους καὶ παντελῶς ἀπομεμακρυσμένοι».

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: «Φεύγετε τοὺς Παπικοὺς ὡς φεύγει τις ἀπὸ ὄφεως καὶ ἀπὸ προσώπου πυρός».

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Οὐδὲν ὠφελεῖ βίος ὀρθὸς δογμάτων διεστραμμένων». (ΕΠΕ 23, 492 - 494)

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης: «Οὐδεμία ἄλλη Χριστιανικὴ Ὁμολογία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία».

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Φιλοθεΐτης: «Ὁ μὴ πιστεύων κατὰ τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἄπιστος ἐστιν».

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης: «Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει πνεῦμα πονηρίας καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα».

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Οἰκουμενισμός, καὶ κοινὴ ἀγορά, ἕνα κράτος μεγάλο, μιὰ θρησκεία στὰ μέτρα τους. Αὐτὰ εἶναι σχέδια διαβόλων. Οἱ Σιωνιστὲς ἑτοιμάζουν κάποιον γιὰ Μεσσία. Εἶναι καὶ μερικοὶ ποὺ ξεκινοῦν μὲ καλὴ διάθεση. Ἀλλά, ὅταν μαζεύονται τί μάγοι, τί πυρολάτρες, τί Προτεστάντες, ἕνα σωρό - ἄκρη δὲν βρίσκεις - γιὰ νὰ φέρουν τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο, πῶς νὰ βοηθήσουν; Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρέσει, αὐτὰ εἶναι κουρελοῦδες τοῦ διαβόλου».

Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ὁμολογοῦν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας γιὰ πάπα καὶ οἰκουμενισμό.

Τὰ τελευταῖα χρόνια εἴμαστε δέκτες ἢ ἀκροατὲς νέων ὁρολογιῶν, ὅρων καὶ νεολογισμῶν. Νέες λέξεις ἢ λέξεις μὲ ἀλλαγμένο νόημα ἢ νέα ἑρμηνεία. Τὸ περίφημο λεξικὸ τοῦ οἰκουμενισμοῦ.

Τοῦ κινήματος ποὺ εἶναι ὁ δούρειος ἵππος, ποὺ θὰ ἐπιτρέψῃ στὴ στρατιὰ τῶν αἱρετικῶν καὶ πλανεμένων, νὰ ἡγεμονεύσουν στὸ παγκόσμιο θρησκευτικὸ στερέωμα. Εἶναι μιὰ πτυχή, μιὰ διάσταση τῆς παγκοσμιοποίησης.

Αὐτὸς ὁ δούρειος ἵππος κατασκευάστηκε κυρίως γιὰ τὸ ἀπόρθητο κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Φύλακές του, οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ Ὁμολογητές, οἱ ἐξόριστοι Ἐπίσκοποι ποὺ δεινοπάθησαν στὴν ἐξορία, οἱ Μάρτυρες, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τῆς πίστεως, οἱ Ἀπόστολοι, ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ἔχει γύρω του τάφρο πλατιὰ καὶ βαθιά. Γεμάτη αἷμα. Τὸ αἷμα τῶν Ἁγίων ὁμολογητῶν ποὺ μέσα του πνίγονται ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως, ποὺ προσπαθοῦν νὰ γκρεμίσουν τὸ κάστρο αὐτό.

Κατὰ τὸν γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο ὁ οἰκουμενισμὸς εἶναι ὁ τελευταῖος πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου. Εἶναι ἡ αἵρεση ἐκείνη ποὺ ἀναγνωρίζει τὴν ἀλήθεια σὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις. Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγεται «παναίρεση» (Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς).

Τί εἶναι ὅμως αἵρεση; Σημαίνει ἐπιλογὴ καὶ προτίμηση ἑνὸς μέρους τῆς ἀλήθειας εἰς βάρος ὁλόκληρης τῆς ἀλήθειας. Τῆς καθολικῆς ἀλήθειας. Εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς καθολικότητας. Ἀπολυτοποιεῖ μιὰ πτυχὴ τῆς βιωματικῆς βεβαιότητας τῆς Ἐκκλησίας κι ἔτσι σχετικοποιεῖ ἀναπόφευκτα ὅλες τὶς ἄλλες.

Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε στὶς αἱρέσεις ἐπισημαίνοντας τὰ ὅρια τῆς ἀλήθειας της, δηλαδὴ τὴ βιωματικὴ ἐμπειρία τῶν πρωτοχριστιανικῶν χρόνων. Ἀρχικὰ αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε δόγμα τότε ὀνομαζόταν ὅρος, δηλαδὴ ὅριο, σύνορο τῆς ἀλήθειας.

Τὰ σημερινὰ δόγματα, εἶναι οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ θεωρητικὲς ἐκεῖνες ἀποφάσεις ποὺ διατυπώνουν τὴ σωτηριολογικὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, βάζοντας ἔτσι ἕνα ὅριο ἀνάμεσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια καὶ στὴν παραφθορά της ἀπὸ τὴν αἵρεση.

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ὀνομάζουμε σήμερα δόγμα ἐμφανίζεται ὅταν ἡ ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας ἔρχεται νὰ ἀπειλήσῃ ἡ αἵρεση.

Γι᾿ αὐτὰ τὰ ὅρια μᾶς μιλάει ὁ Μέγας Βασίλειος: «πᾶν μὲν ὅριον Πατέρων κεκίνηται, πᾶς δὲ θεμέλιος καὶ εἰ τί ὀχύρωμα δογμάτων διασαλεύεται. Κλονεῖται δὲ πάντα καὶ κατασείεται σαθρὰ τὴ βάσει ἐπαιωρούμενα» (Μ. Βασιλείου, PG. 32, 212-213).

Καὶ οἱ Πατέρες δογμάτισαν. Μίλησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ κατανίκησαν τὶς αἱρέσεις.

Σήμερα βέβαια κυριαρχεῖ ἡ πνευματικὴ σήψη κι ἔχουν πέσει οἱ ἄμυνες καὶ οἱ πόρτες τοῦ κάστρου εἶναι διάπλατα ἀνοιχτές. Καὶ δυστυχῶς οἱ φύλακες ἐκλείπουν. Ἢ εἶναι λιγοστοί.

Ὁ οἰκουμενισμὸς χρησιμοποιεῖ λεκτικὰ ὅπλα γιὰ νὰ ἀγγίξῃ τὸ συναίσθημα τῶν πιστῶν:

1) Μᾶς λέει ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας. Στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς ἀγάπης λοιπὸν κι ἐπειδὴ στοχεύουμε στὴ σωτηρία τοῦ αἱρετικοῦ, πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε ὅ,τι νέο πρεσβεύει καὶ νὰ τὸ ἀσπασθοῦμε. Τοὺς ἁμαρτωλοὺς τοὺς ἀγαπᾶμε. Ὄχι τὴν ἁμαρτία. Οὔτε ἐπίσημους φορεῖς ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν ποὺ νομιμοποιοῦν τὴν ἁμαρτία (σωματεῖα ὁμοφυλοφίλων, κόμματα παιδεραστῶν, αἱρετικὲς ὀργανώσεις κ.α.) Τὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστὰ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἀγαπᾶμε διότι εἶναι εἰκόνα Θεοῦ. Ὄχι ὅμως καὶ ὁμάδες ἁμαρτωλῶν, αἱρετικῶν, πλανεμένων ἀνθρώπων. Δὲν θὰ νομιμοποιήσουμε τὴν ἁμαρτία χάριν μιᾶς τέτοιας ἐπίπλαστης ἀγάπης. Μιᾶς ἀγάπης ἀλλότριας ἀπ’ αὐτὴν ποὺ κήρυξε ὁ Χριστός. Ἀγάπη ἀπ’ τὴν ὁποία ἀπουσιάζει ὁ Χριστός.

Στὸ εὐαγγέλιο ὁ Κύριος μᾶς λέει:

«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστιν μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστιν μου ἄξιος» (Ματθαῖος, ι΄:37-39) καὶ «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεὸν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολὴ» (Μάρκ. 12,30)

2) Κατηγορεῖ ὅσους ἀγωνίζονται κατὰ τῶν λυμεώνων τῆς πατρόας πίστης, ὅτι κατακρίνουν καὶ ἱεροκατακρίνουν. Μᾶς λέει ὅτι τὸν ἁμαρτωλὸ πρέπει νὰ τὸν καλύπτουμε. Ὅμως οἱ Πατέρες διαφορετικὰ ἀντιμετώπισαν τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ διαφορετικὰ τὸν αἱρετικό. Σὲ ὅλους αὐτοὺς ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τό, Μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε, περὶ βίου ἐστίν, οὐ περὶ πίστεως» (P.G. 63, 231-232).

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἶναι κατηγορηματικός: «Εἶναι ἐντολὴ Κυρίου νὰ μὴ σιωπᾷ κάποιος σὲ περίσταση ποὺ κινδυνεύει ἡ Πίστη. Διότι λέγει “Λάλει καὶ μὴ σιωπήσης” [Πράξ. 18, 9]. καὶ “Ἐὰν ὑποχωρήση δὲν εὐδοκεῖ ἡ ψυχὴ μου σ᾿ αὐτόν’‘ [Ἑβρ. 10,38]. Kαὶ «Ἂν αὐτοὶ σιωπήσουν, οἱ λίθοι θὰ κράξουν» [Λουκ. 19, 40]. Ὥστε ὅταν πρόκειται περὶ πίστεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πῇ κανεὶς “Ἐγὼ ποιός εἶμαι;”».

3) Μᾶς λέει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τρέφουμε μῖσος γιὰ τοὺς αἱρετικούς, καθ᾿ ὅτι ὁ ἀντιαιρετικὸς ἀγῶνας ἀποπνέει μῖσος καὶ φθόνο.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπαντᾶ: «τῷ λόγῳ διώκω οὐ τὸν αἱρετικόν, ἀλλὰ τὴν αἵρεσιν, οὐ τὸν ἄνθρωπο ἀποστρέφομαι ἀλλὰ τὴν πλάνην μισῶ, καὶ ἐπισπάσασθαι βούλομαι» (PG 50, 701).

Εἶχε μῖσος πρὸς τὸν ἄνθρωπο ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὅταν χαστούκισε τὸν Ἄρειο; Μῖσος διακατεῖχε τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ ὅταν σὲ ἐπιστολὴ του πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Θεοφάνη χαρακτηρίζει τοὺς αἱρετικοὺς ὡς «ἀλιτήριους» καὶ «καθάρματα»;

Ἦταν ἄνθρωπος τοῦ μίσους ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὅταν καταριόταν τὸν πάπα;

Μᾶλλον ἀγάπησαν πολὺ τὸν Χριστό, περισσότερο ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν ἄντεξαν τὴν προσβολὴ πρὸς τὸ Πρόσωπό του.

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς λέει ὅτι «Γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦμε μὲ κάποιον, πρέπει νὰ συμφωνοῦμε στὴν πίστη».

Κι ἂν δὲν συμφωνοῦμε, τότε σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση καὶ τοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας αὐτὸ ἐπισύρει ποινή:

Κανὼν ΞΕ’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:

“Εἴ τις Κληρικός, ἢ Λαϊκὸς εἰσέλθοι εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω“.

Κανὼν ΟΑ΄ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:

“Εἴ τις Χριστιανὸς ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερὸν ἐθνῶν, ἢ εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἢ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω“.

Κανὼν ΛΒ’ τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:

“ὅτι οὐ δεῖ αἵρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσὶν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι“.

Κανὼν ΛΖ΄ τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:

“ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζει αὐτοῖς“.

Κανὼν ΛΓ’ τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:

“ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι“.

Ἀπ’ ὅ,τι καταλαβαίνουμε δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ οὔτε ἡ συνευχή, οὔτε ἡ συμπροσευχή , οὔτε βέβαια τὸ συλλείτουργο .

4) Ἐπιμένει ὅτι πρέπει νὰ ὑπακοῦμε στὴν ἐπισκοπικὴ ἀρχή, στὸν πνευματικό μας, στὴ Σύνοδο κ.ο.κ. Ἀκόμα κι ἂν αὐτὸ ἀφορᾶ ἀνήθικη ἁμαρτία ἢ αἵρεση; Ἡ ἀδιάκριτη καὶ τυφλὴ ὑπακοὴ εἶναι ἴδιον τῆς Ὀρθοδοξίας;

Δὲν εἶπε ὁ Ἀπ. Παῦλος «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»; (Γαλ. 1, 8)

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν εἶπε ὅτι «Ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ μετ αὐτῶν ἐμβληθῆναι ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός»;

Ὁ ἅγιος γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος τονίζει : «τὸ σέβας στοὺς ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καὶ μεγαλυτέρους ἀναφέρεται στὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Ἐὰν ὅμως εἶναι αἱρετικοὶ τότε πειθαρχοῦμε μόνο στὸ Θεό».

5) Ὑποστηρίζει ὅτι δὲν κατέχουμε μόνο ἐμεῖς τὴν ἀλήθεια. Θὰ ἦταν μεγάλη ἔπαρση νὰ νομίζουμε κάτι τέτοιο. Τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ψέξουμε τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ ποὺ μόνος κι ἔρημος (χωρὶς νὰ εἶναι κἂν ἐπίσκοπος) ἀπέναντι σὲ ὅλη τὴ Ἐκκλησιαστικὴ δύναμη τῆς ἐποχῆς (ποὺ τότε ἐπηρέαζε ἀρκετὰ καὶ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία) ὕψωσε τὸ λάβαρο τοῦ ἀγῶνα καὶ τῆς ἀκοινωνησίας χωρὶς νὰ πτοηθῇ. Ἦταν ἐγωιστὴς ὁ Ἅγιος; Ἦταν ἐγωιστὲς ὅλοι οἱ μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν ἐξ αἰτίας αἱρέσεων ποὺ σήμερα ἀναγνωρίζονται ὡς ἐκκλησίες;

6) Ἀρχίζουν καὶ ἀναφύονται ἐκκλησιαστικὲς ἀκαδημίες ἢ ὀργανωμένα σεμινάρια ποὺ διδάσκουν τὸν οἰκουμενισμὸ (ὡς ὠφέλιμο).

Στὸ δεύτερο κεφάλαιο τοῦ διατάγματος περὶ οἰκουμενισμοῦ τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου στὴν παράγραφο 10 μᾶς λέει:

«Τὰ θεολογικὰ μαθήματα, ὡς καὶ τὰ ἄλλα, ἰδίως τὰ ἱστορικά, ἐπιβάλλεται νὰ διδάσκονται ὑπὸ οἰκουμενικὸν πνεῦμα, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνονται καλύτερον εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Εἶναι ὄντως λίαν σημαντικὸν ποιμένες καὶ ἱερεῖς νὰ κατέχουν τὴν θεολογίαν ἐπεξειργασμένην κατ᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπον καὶ οὐχὶ ἀντιρρητικῶς, πρωτίστως εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σχέσεις τῶν διϊσταμένων πρὸς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν ἀδελφῶν. Διότι ἐκ τῆς καταρτίσεως τῶν ἱερέων ἐξαρτᾶται τὰ μέγιστα ἡ ἀναγκαία ἀγωγὴ καὶ ἡ πνευματικὴ μόρφωσις τῶν πιστῶν καὶ τῶν μοναχῶν.»

Βιώνουμε τὴν μετάλλαξη τῆς θεολογίας. Ἐπιστρατεύεται νέα θεολογία. Ἡ λεγόμενη μεταπατερική.

Ἀκαδημαϊκοὶ ἐπιστρατεύονται σὲ ἕνα ξέφρενο ἀγῶνα καριέρας καὶ διακρίσεων καὶ κηρύττουν ἀπροκάλυπτα τὴν αἵρεση πλανεύοντας κλῆρο καὶ λαό, «Καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας» (Ἀπ. Πέτρος – Β΄ Πέτρ. β΄ 1)

7) Μᾶς προτρέπει γιὰ οἰκονομία. Ποιά οἰκονομία ποὺ ἐπιτρέπει σὲ παπικοὺς νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ ὀρθόδοξους ναούς, σὲ ἱερεῖς νὰ ὑπερασπίζονται τὴν αἵρεση, σὲ ἀρχιερεῖς νὰ συνεύχονται, νὰ συνπροσεύχονται, νὰ ἀνακοινώνουν τὸ ἐπερχόμενο “κοινὸ ποτήριο“, νὰ ἐπιτρέπουν σὲ αἱρετικοὺς νὰ εἰσβάλουν στὴν Ἁγία Τράπεζα, ἔχει κάποια ὠφέλεια γιὰ τὰ μέλη ἢ τὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας;

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἐν προκειμένῳ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνέβη ἐπὶ Πατριαρχίας τοῦ Κ/πόλεως Γερμανοῦ Β΄ (1222-1240), ὅταν ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος θέλησε νὰ φανῇ πρὸς στιγμὴν ἐπιεικὴς καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ στὴ Κυπριακὴ Ἱεραρχία «κατ’ οἰκονομίαν» νὰ συμμορφωθῇ μὲ ὁρισμένους ὅρους ποὺ ἔθεσαν οἱ Λατῖνοι κατακτητές. Μόλις ἔγινε γνωστὴ ἡ ἀπόφαση ἐξοργισμένα πλήθη κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν εἰσόρμησαν στὴν αἴθουσα τῆς συνεδριαζούσης Συνόδου καὶ ἀφοῦ δήλωσαν ὅτι τὴ συμμόρφωση αὐτὴ τὴ θεωροῦν ἄρνηση τῆς πίστεως ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη τὴν ἀνάκληση τῆς ἀποφάσεως. Ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος σεβομένη τὴν συνείδηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἀνακάλεσε τὴν κατ᾿ οἰκονομία ληφθεῖσα ἀπόφασή της.

Σήμερα ἐγχειρίσαμε τὴν ἀγάπη μὲ τὸ νυστέρι τῆς λογικῆς. Ὅ,τι ἐντελώμεθα ἀπ᾿ τὸν Θεὸ περνάει ἀπ᾿ τὸ κόσκινο τῆς λογικῆς. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀγάπη.

Καὶ τὸ μεγάλο κακὸ ἔρχεται ὅταν καταξιωμένοι στὴ συνείδηση τοῦ ποιμνίου, κληρικοί , εὐαγγελίζονται μιὰ ἄλλη «ἀγάπη», ποὺ δὲν χωρᾶ Θεό. Ποὺ ὑπόκειται σὲ κρίση, σὲ διάλογο, σὲ συζήτηση. Ποὺ δὲν δρᾶ μὲς στὸν κόσμο ἀλλὰ δρᾶ μὲ τὸν κόσμο. Ποὺ παραδίδεται στὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν, στὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου. Ποὺ ὑπόκειται στὸν ἔλεγχο ὄχι τῆς συνείδησης, ἀλλὰ τῆς λογικῆς.

Σήμερα λείπει ὁ λόγος ὁ προφητικός. Ἡ κραυγὴ ἀγωνίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Τοῦ μακαριστοῦ Αὐγουστίνου Καντιώτη.

Δὲν ὑπάρχει χρόνος γιὰ πίστη στὸν Θεό. Γιὰ ἀγάπη στὸν Κύριο. Προέχει ἡ «ἀγάπη» στὸν πλησίον. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ πλησίον εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Στὸ πρόσωπο τῶν ἄλλων δικαιώνουμε τὰ δικά μας πάθη. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κάλπικη «ἀγάπη» ποὺ δίνει ἄφεση ἁμαρτιῶν στὸν ἀμετανόητο πλησίον καὶ σ’ ἐμᾶς, μᾶς ὁδηγεῖ στὸν γκρεμὸ καὶ στὴν ἀπώλεια κατὰ τὸ «τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. 15,14).

Αὐτὴ τὴν «ἀγάπη» ποὺ δέχεται τὴν ἁμαρτία (καὶ ὄχι τὸν ἁμαρτωλὸ ἐν μετανοίᾳ) ἀντὶ νὰ τὴν ξορκίζῃ ἡ νέα τάξη πραγμάτων στὴν ἐκκλησία μας, μὲ τοὺς δημοφιλεῖς καὶ περισπούδαστους κληρικούς, τὴν συντηρεῖ καὶ τὴν ἐπαυξάνει.

Μεγάλο μέρος τῆς ἱεραρχίας καθεύδει πλέον. Μᾶς προετοίμασαν οἱ ἅγιοί μας.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μαξίμοβιτς μᾶς λέει: «Στὰ ἔσχατα χρόνια τὸ κακὸ καὶ ἡ αἵρεση θὰ ἔχει τόσο ἐξαπλωθεῖ ποὺ οἱ πιστοὶ δὲν θὰ βρίσκουν ἱερέα καὶ ποιμένα νὰ τοὺς προστατέψῃ ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ νὰ τοὺς συμβουλέψῃ στὴ σωτηρία. Τότε οἱ πιστοί, δὲν θὰ μποροῦν νὰ δεχτοῦν ἀσφαλεῖς ὁδηγίες ἀπὸ ἀνθρώπους ἄλλα ὁδηγός τους θὰ εἶναι τα κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἰδίως σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ὁ κάθε πιστὸς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας».

Ὁ γέρων Γαβριὴλ Διονυσιάτης: «Ὀφείλουμε ὑπακοὴ στοὺς Δεσποτᾶδες μας, στοὺς πνευματικούς μας, ὅταν ὀρθοτομοῦν τὸν λόγο τῆς ἀληθείας. Ὅταν ὅμως δὲν ὀρθοτομοῦν τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας καὶ λένε αἱρετικὰ πράγματα, ὄχι μόνο σὲ αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ὑπακοή, ἀλλὰ καὶ σὲ ἕνα Ἄγγελο ἀπὸ τὸν οὐρανό ἂν κατέβει καὶ μᾶς πεῖ ἀντίθετα μὲ αὐτὰ ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ὑπακοή.»

Καταλήγω μὲ μιὰ φράση τοῦ ἁγίου, μακαριστοῦ γέροντος, πατρὸς Ἀθανασίου Μυτιλιναίου:

«Νὰ ᾿μαστε ξυπνητοὶ ἄνθρωποι, νὰ μελετοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ προστατέψουμε τὸν ἑαυτό μας. Διότι σήμερα, δὲν σᾶς προστατεύουν ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι τεταγμένοι γιὰ νὰ σᾶς προστατέψουν».

Ποιό εἶναι τὸ χρέος μας, ὡς λαϊκοί, ἐνταγμένοι στὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας; Μήπως ὅλοι ἔχουμε τὸ χρέος τοῦ ἐλέγχου ὅπως μᾶς προτρέπει τὸ Εὐαγγέλιο; Βοοῦν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς ὀρθοδοξίας πώς, καὶ ὁ τελευταῖος τροχὸς τῆς ἁμάξης ἔχει εὐθύνη.

Ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί; Μήπως αὐτὸς ὁ ἔλεγχος εἶναι χρέος ποὺ συμπληρώνει τὸ ἔργο μετανοίας μας;

Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μᾶς μιλάει γιὰ ἔλεγχο. Ποιόν ἔλεγχο; Ὄχι τὴν κατάκριση ποὺ εἶναι ἁμαρτία: «καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε·» (Ἐφ. 5,11)

Γιὰ ποιῶν τὰ ἔργα μιλάει; Μὰ βέβαια τῶν σκανδαλιζόντων. Ἐὰν αὐτὸς ποὺ πράττει σκοτεινὰ ἔργα, ἀποτελεῖ ἐπίσημο ἢ ἀναγνωρισμένο δημόσιο πρόσωπο τότε ὀφείλουμε νὰ τὸν ἐλέγχουμε δημοσίως, γιὰ προκλητικὰ ἔργα ποὺ βλάπτουν καὶ παρασύρουν τὸ ποίμνιο σὲ ἐπικίνδυνες ἀτραπούς, χωρὶς βεβαίως νὰ τὸν διαπομπεύουμε. Στηλιτεύουμε πράξεις καὶ καταστάσεις. Καὶ μάλιστα ὅταν οἱ πράξεις ἢ ἐνέργειες χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἕνα ἀντιορθόδοξο ἄρωμα αἵρεσης. Ἕνα ἄρωμα οἰκουμενισμοῦ καὶ πανθρησκείας. Ἡ σιωπὴ εἶναι προδοσία. Εἰδικὰ ὅταν ἔργα καὶ λόγια διαστρέφουν τὶς Θεῖες ἐντολές, τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἂς ἀκολουθοῦμε τὶς συμβουλὲς τοῦ Θείου Παύλου ποὺ μᾶς λέει :

`διὸ λέγει· ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστὸς· (Ἐφ. 5,14) (Ὁ ἔλεγχος εἰς φανέρωσιν τοῦ κακοῦ καὶ διόρθωσιν τοῦ ἁμαρτάνοντος πρέπει νὰ γίνεται· δι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐλέγχει καὶ φωνάζει πρὸς κάθε ἁμαρτωλὸν· Σήκω, σὺ ποὺ κοιμᾶσαι τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας, καὶ πετάξου ὀρθὸς ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τῆς ἁμαρτίας καὶ θὰ σὲ φωτίσῃ ὁ Χριστός.)

Κι ἂν δὲν θέλουν κάποιοι νὰ ἀκούσουν τότε «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τιτ. γ’, 10).

Παρατηρῶντας τὴν ἀντίδραση πολλῶν ταγῶν τῆς ἐκκλησίας θυμόμαστε τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 12,43)

Ὀφείλουμε νὰ ἀντιδράσουμε. Κι ἂν δὲν εἴμαστε ἐμεῖς, θὰ βρεθοῦν ἄλλοι, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19,40).

Ἂς μὴν μᾶς ἐπηρεάζει τὸ ρεῦμα τῆς ἐποχῆς. Ἂς μὴν παρασυρθοῦμε ἀπ’ τὴν ποσότητα, ἀλλὰ ἀπ’ τὴν ποιότητα. Ἂς χαρακτεῖ στὴν ψυχή μας ὁ λόγος τοῦ μεγάλου Ντοστογιέφσκυ:

«Ἂν ὅλος ὁ κόσμος βαδίσει πρὸς μιὰ κατεύθυνση, κι ὁ Χριστὸς πρὸς τὴν ἄλλη, ἐγὼ θὰ πάω πίσω ἀπὸ τὸν Χριστό.»