To Παπικό πρωτείο στους θεολογικούς διαλόγους Tο Παπικό πρωτείο (εκλαϊκευμένη εκκλησιολογική και ιστορική προσέγγιση)-Δ



πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου



Στους λεγόμενους θεολογικούς διαλόγους Ορθοδόξων- Παπικών συζητήθηκε και το θέμα του Παπικού πρωτείου και δημοσιεύτηκαν μέχρι τώρα δύο κείμενα

Α. Το κείμενο της Ραβέννας

Β. Το κείμενο του Κέϊτι 


Αναμένουμε το τελικό κείμενο του θεολογικού διαλόγου που έγινε πριν λίγες στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Στην συνέχεια θα δημοσιεύσουμε κριτικές για τα κείμενα της Ραβέννας και του Κέϊτι.

ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΒΕΝΑΣ (2007)
Εισαγωγικά


Η Ι΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής έλαβε χώρα μεταξύ 8 και 14 Οκτωβρίου 2007 στη Ραβέννα της Ιταλίας με θέμα τη συζήτηση του αναθεωρημένου κειμένου που προέκυψε επί τη βάσει των παρατηρήσεων και των σχολίων που έγιναν στο κείμενο της Μόσχας (1990) κατά τη διάρκεια της συζητήσεώς του στο Βελιγράδι.Από πλευράς της ορθοδόξου αντιπροσωπείας συμμετείχαν στη συνάντηση της Ραβέννας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας και Γεωργίας, καθώς και οι Εκκλησίες της Κύπρου, της Ελλάδος, της Πολωνίας, της Αλβανίας, της Τσεχίας και Σλοβακίας, της Φιλλανδίας και για πρώτη φορά η Αποστολική Εκκλησία της Εσθονίας. Στη συνάντηση αυτή δεν εκπροσωπήθηκε και πάλι το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας. Από πλευράς της ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας συμμετείχαν 27 από τα 30 μέλη της. Και στις δύο αντιπροσωπείες συμμετείχαν ως μέλη εκτός των κληρικών και λαϊκοί θεολόγοι. Συμπρόεδροι και γραμματείς ήταν οι ίδιοι που ορίστηκαν κατά τη συνάντηση του Βελιγραδίου.

Σύντομη κριτική του κειμένου -συμπεράσματα

Ο καθηγητής Γ. Μαρτζέλος σημείωσε τα εξής;

Όσον αφορά το πρωτείο στα διάφορα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής οι δύο πλευρές διαπιστώνουν ότι:

α) το πρωτείο σε όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτική που είναι σταθερά εδραιωμένη στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας, και β) καίτοι η έννοια του πρωτείου στο παγκόσμιο επίπεδο είναι αποδεκτή τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, εντούτοις υπάρχουν διαφορές κατανοήσεως ως προς τον τρόπο, με τον οποίο πρέπει αυτό να ασκείται, καθώς επίσης και ως προς τη βιβλική και θεολογική θεμελίωσή του (§ 43).


Όσον αφορά εις το πρωτείον επί των διαφόρων επιπέδων, επιθυμούμεν να βεβαιώσωμεν τα εξής σημεία:

1. Το πρωτείον εις όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτικήν σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.

2. Καίτοι το γεγονός του πρωτείου εις το παγκόσμιον επίπεδον είναι αποδεκτόν τόσον υπό της Ανατολής όσον και υπό της Δύσεως, υφίστανται διαφοραί κατανοήσεως ως προς τον τρόπον, κατά τον οποίον πρέπει αυτό να ασκήται, καθώς επίσης και ως προς την βιβλικήν και θεολογικήν θεμελίωσίν του.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τονίζεται ότι το θέμα σχετικά με το ρόλο του επισκόπου Ρώμης στα πλαίσια της κοινωνίας όλων των Εκκλησιών θα πρέπει να μελετηθεί βαθύτερα. Τα κρίσιμα ερωτήματα που συνδέονται με το θέμα αυτό είναι: α) πώς νοείται η ιδιαίτερη λειτουργία του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου» μέσα στα πλαίσια μιας Εκκλησιολογίας της κοινωνίας και σε συνάρτηση με όσα έχουν διατυπωθεί για τη συνοδικότητα και την αυθεντία στο παρόν κείμενο; και β) πώς θα πρέπει να κατανοηθεί και να περάσει στη ζωή της Εκκλησίας η διδασκαλία της πρώτης και της δεύτερης βατικανής συνόδου για το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης σε παγκόσμιο επίπεδο υπό το φως της εκκλησιαστικής πρακτικής της πρώτης χιλιετίας; Οι απαντήσεις που θα δοθούν στα ερωτήματα αυτά θα καθορίσουν, όπως τονίζεται στο κείμενο και όπως είναι, πιστεύουμε, κατανοητό, την περαιτέρω πορεία του διαλόγου (§ 45). Ωστόσο αποτελεί κοινή πεποίθηση της Μικτής Επιτροπής ότι ήδη το παρόν κείμενο συνιστά σημαντική πρόοδο στο Θεολογικό Διάλογο, δεδομένου ότι πέραν της συμφωνίας των δύο πλευρών για την εκκλησιαστική κοινωνία, τη συνοδικότητα και την αυθεντία μέσα στην Εκκλησία, παρέχει και τη σταθερή βάση για τη μελλοντική συζήτηση του θέματος του «πρωτείου» εντός της Εκκλησίας στο παγκόσμιο επίπεδο (§ 46).

Είναι αλήθεια ότι η ορθόδοξη εκκλησιολογία δεν αμφισβήτησε ποτέ τη θέση του επισκόπου της Ρώμης στο σύστημα της Πενταρχίας του Βυζαντινού κράτους, αλλά η εξήγηση που έδινε ο παπισμός μετά το σχίσμα επί Φωτίου και απροκάλυπτα μετά το 1054, ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που έδινε η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Οι παπικοί θεωρούσαν το πρωτείο της Ρώμης ως πρωτείο εξουσίας και κοσμοπνευματική επιβολή απέναντι σε όλη την εκκλησία, με το αυθαίρετο και ψευδές επιχείρημα ότι ο Πάπας είναι ο νομιμοποιημένος αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στη Γη (Vicarius Christi), ενώ η Ανατολή έβλεπε την Εκκλησία της Παλαιάς Ρώμης ως «προκαθημένη της αγάπης». Αυτές οι πρακτικές διαφορές δεν άλλαξαν ποτέ ούτε στη Β’ Βατικανή Σύνοδο ούτε δυστυχώς και σήμερα.

Είναι γνωστό ότι, η Β΄ Βατικανή Σύνοδος, μόνο κατ’ όνομα βέβαια είναι Σύνοδος, γιατί, όπως φαίνεται από τα πρακτικά της, υποστηρίζει ο Π. Τρεμπέλας, όχι μόνο δε μειώθηκε το πρωτείο εξουσίας του Πάπα, μέσα στην Παπική «Εκκλησία», αλλά και αυξήθηκε. Θεσμοθετήθηκε μάλιστα η σχέση του με τους λοιπούς επισκόπους σε νέα δεδομένα: Οι επίσκοποι είναι επίσκοποι στο βαθμό που δέχονται την αυθεντία του παπικού Πρωτείου και Αλαθήτου και στο βαθμό που πιστεύουν και θέλουν να εξαρτώνται πνευματικώς από τον Πάπα. Είναι εντελώς αντίθετη αυτή η «Εκκλησιολογία» από αυτήν της Ορθόδοξου Εκκλησίας.

Την ισότητα των επισκόπων μαρτυρεί το παράδειγμα της αρχαίας Εκκλησίας, η συγκρότηση των Οικουμενικών συνόδων και οι κανόνες αυτών.

Στα συγγράμματα των Αποστολικών και των μεταγενεστέρων Πατέρων Ανατολής και Δύσεως η ισότητα μαρτυρείται και κανένα στοιχείο περί πρωτείου απαντάται.

Την ισότητα σεβόμενοι και οι πάπες της αρχαίας Εκκλησίας, , προσηγόρευον τους άλλους επισκόπους Αδελφέ (Father) και ουδέποτε Υιέ (Fili). Οι πάπες Λέων Α΄ και Γρηγόριος Α΄ τον Χριστό κήρυτταν ως Κεφαλήν και Κέντρο ενότητος της Εκκλησίας και όχι τους εαυτούς.

Οι πιστοί δεν είναι πρόβατα, ούτε του Πέτρου ούτε των άλλων Αποστόλων αλλά του Ιησού Χριστού, ως αυτός ο Πέτρος ομολογεί: «ήτε γαρ ως πρόβατα πλανώμενα, αλλ’ επεστράφητε νυν επί τον ποιμένα και επίσκοπον των ψυχών ημών». (Α΄Πετρ. 2,25). Μόνος ο Χριστός είναι ο αληθής και αυτεξούσιος Ποιμήν, ο οποίος περί Εαυτού είπε: «εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός, ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». (Ιωάν. 10,11). Διά τούτο δεν είπε εις τον Πέτρον, ποίμαινε τα πρόβατά σου, αλλά «ποίμαινε τα πρόβατά μου». (Ιωάν. 21,16). Ο Πέτρος και οι λοιποί Απόστολοι είναι υπηρετικοί ποιμένες και συγχρόνως λογικά πρόβατα της του Χριστού ποίμνης. Τοιαύτην συνείδησιν είχον περί εαυτών οι Απόστολοι, οι διάδοχοι αυτών και οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Ο Ιησούς Χριστός, ο Θεμέλιος λίθος και η Κεφαλή της Εκκλησίας, είναι και το Κέντρον ενότητος της Εκκλησίας». (σελ 16,17)

Είναι διατεθειμένος ο σημερινός Πάπας να δεχθεί αυτήν την εκκλησιολογία, που δέχεται τη Συνοδικότητα ως εικόνα της Τριαδικότητας, ή θα πρέπει τα ορθόδοξα μέλη της Μικτής Επιτροπής να εκπαιδευτούν, και να μάθουν να εκπαιδεύσουν και εμάς στην περίεργη «Παπική Συνοδικότητα»; Χρησιμοποιούμε δηλαδή τις ίδιες λέξεις, τους ίδιους όρους, με διαφορετικό περιεχόμενο, πράγμα που κάνει η νέα τάξη πραγμάτων, η νέα Εποχή, όχι μόνο στο θεολογικό επίπεδο αλλά και σε όλα τα επίπεδα έκφρασης και ζωής, δημιουργώντας μεγάλη σύγχυση.

Ο μακαριστός π.Γεώργιος Καψάνης έγραψε τα εξής σχετικά:

Στο «Κείμενο της Ραβέννας» διαφαίνεται η τάσις να αντιμετωπισθή το ζήτημα του παπικού Πρωτείου ως «διακανονισμός» των παπικών προνομίων και όχι ως βαθύ θεολογικό πρόβλημα που αφορά αυτό τούτο το μυστήριο του Χριστού. Η παραδοχή πρωτείου δικαιοδοσίας επί της καθόλου Εκκλησίας, δηλαδή το να είναι ένας επίσκοπος κεφαλή και αρχή όλης της Εκκλησίας, έστω επιφορτισμένος με ένα ρόλο διακονίας, είναι βλασφημία κατά του Προσώπου του Χριστού ως μοναδικής Κεφαλής του σώματος της Εκκλησίας. Το πρωτείο δικαιοδοσίας συνιστά ανατροπή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία υπεράνω πάντων των επισκόπων είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Σε αυτήν προεκάθητο μεν εν αγάπη ο επίσκοπος Ρώμης ως ίσος των συνεπισκόπων του, εν τω μέσω όμως των επισκόπων ετοποθετείτο το ιερό Ευαγγέλιο ως σύμβολο της παρουσίας του Χριστού, της μοναδικής Κεφαλής της καθόλου Εκκλησίας. Το μοναδικό προνόμιο του επισκόπου Ρώμης (όταν σημειωτέον ήταν Ορθόδοξος), που είναι αποδεκτό από Ορθοδόξου απόψεως, είναι η εν συνόδοις πρωτοκαθεδρία (πρεσβεία τιμής) μεταξύ των πέντε Ορθοδόξων πατριαρχών και η συνεπεία αυτής μνημόνευσίς του πρώτου μεταξύ των λοιπών πατριαρχών στα Δίπτυχα. Αυτό βεβαιώνεται από το γράμμα και το πνεύμα του 28ου κανόνος της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου. Τα λοιπά προνόμια του επισκόπου Ρώμης και ο ρόλος τους δεν είναι αποδεκτά από την Εκκλησία. Χρειάζεται επομένως πολλή προσοχή στην νοηματοδότησι της φράσεως, που δεσπόζει στο «Κείμενο της Ραβέννας» και διατυμπανίσθηκε στην Εσπερία ως δήθεν αναγνώρισις για πρώτη φορά υπό των Ορθοδόξων του Πρωτείου του Πάπα15. Η περίφημη φράσις λέγει: «οι πρώτοι δέον όπως αναγνωρίζωσι τις εστιν ο πρώτος μεταξύ αυτών» (παράγρ. 10). Η αμφιλογία της εκφράσεως είναι προφανής. Η Εκκλησία πάντοτε ανεγνώριζε πρωτοκαθεδρία στον επίσκοπο Ρώμης, ενόσω βεβαίως αυτός ορθοδοξούσε, ουδέποτε όμως μέχρι σήμερα αποδέχθηκε κάποιο πρωτείο η αυθεντία του εφ' όλης της Εκκλησίας, πολλώ μάλλον εφ' όσον η Εκκλησία της Ρώμης επιμένει στα αιρετικά της δόγματα.


Ο Αποστολικός 34 κανόνας και το κείμενο της Ραβέννας

Επειδή ο ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 είναι η μοναδική ιεροκανονική διάταξη επί της οποίας είναι δομημένο το Κείμενο της Ραβέννας, ας επιτραπεί στο σημείο αυτό σύντομος σχολιασμός του Κειμένου εν σχέσει προς τον κανόνα αυτό.

1. Το Κείμενο της Ραβέννας, ενώ επικαλείται «την κανονική παράδοση της Εκκλησίας» (§ 43), εν τούτοις υπάρχει πλημμελέστατη αναφορά σ’ αυτή. Είναι απορίας άξιο πώς ένα τόσο σημαντικό Κείμενο που αφορά στην εκκλησιαστική πρακτική της α΄ χιλιετίας και αναφέρεται στο κρίσιμο θέμα των εκκλησιαστικών και κανονικών συνεπειών της φύσεως της Εκκλησίας παραπέμπει μόνο στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 χωρίς ούτε καν να αναφερθεί σε άλλους σχετικούς με αυτόν κανόνες ! Τι συνέβη με τίς λοιπές κανονικές διατάξεις ;

2. Στήν § 43 του Κειμένου της Ραβέννας αναφέρεται επί λέξει:


43. Το πρωτείον και η συνοδικότης αλληλεξαρτώνται αμοιβαίως. Διά τούτο το πρωτείον εις τα διάφορα επίπεδα της ζωής της Εκκλησίας, τοπικόν, επαρχιακόν και παγκόσμιον, πρέπει να θεωρήται πάντοτε εις το πλαίσιον της συνοδικότητος, καθώς επίσης και η συνοδικότης εις το πλαίσιον του πρωτείου.

Όσον αφορά εις το πρωτείον επί των διαφόρων επιπέδων, επιθυμούμεν να βεβαιώσωμεν τα εξής σημεία:

1. Το πρωτείον εις όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτικήν σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.

2. Καίτοι το γεγονός του πρωτείου εις το παγκόσμιον επίπεδον είναι αποδεκτόν τόσον υπό της Ανατολής όσον και υπό της Δύσεως, υφίστανται διαφοραί κατανοήσεως ως προς τον τρόπον, κατά τον οποίον πρέπει αυτό να ασκήται, καθώς επίσης και ως προς την βιβλικήν και θεολογικήν θεμελίωσίν του.


Επί πλέον, σε ολόκληρο το Κείμενο τίθεται παράλληλα το «πρωτείο» στο «τοπικό επίπεδο» με το «πρωτείο» στο «επαρχιακό επίπεδο» και το «πρωτείο» στο «παγκόσμιο επίπεδο».

H διατύπωση αυτή προκαλεί σύγχυση ως προς το περιεχόμενο του όρου «πρωτείον», αφού πρόκειται, κατά την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για εντελώς διαφορετικά πράγματα :

το «πρωτείο» του «τοπικού επιπέδου», προβλέπει πλήρη και άμεση επισκοπική, κανονική δικαιοδοσία εφ’ όλης της τοπικής Εκκλησίας, ενώ το «πρωτείο» του «επαρχιακού» και «παγκοσμίου επιπέδου», δεν έχει ούτε πλήρη, ούτε άμεση επισκοπική κανονική δικαιοδοσία εφ’ όλης της επαρχίας ή της «παγκοσμίου» Εκκλησίας. Με άλλα λόγια το «πρωτείο» «τοπικού επιπέδου» δεν είναι «πρωτείο τιμής», αλλά «πρωτείο δικαιοδοσίας», ενώ το «πρωτείο» του «επαρχιακού» και «παγκοσμίου επιπέδου», είναι «πρωτείο τιμής» και όχι «πρωτείο δικαιοδοσίας». Η σύγχυση ασφαλώς επιτείνεται από το γεγονός ότι «ο παπικός θεσμός διαμόρφωσε ίδιον τύπον πρώτου εν τη Εκκλησία επί τη βάσει της περί του παπικού πρωτείου διδασκαλίας».

3. Η αποδοχή στο Κείμενο της Ραβέννας του όρου «πρωτείο», αφ’ ενός μεν για να δηλωθεί η υπεροχή της Αρχιερωσύνης του Επισκοπικού λειτουργήματος έναντι της ιερωσύνης των υπ’ αυτόν πρεσβυτέρων στο «τοπικό επίπεδο» (§§ 18-21), και αφ’ ετέρου για να περιγραφεί η σχέση του «πρώτου» και των λοιπών «ομοταγών» του στο «παγκόσμιο επίπεδο», όπου δεν υφίσταται απολύτως καμία υπεροχή ιερατικού βαθμού μεταξύ τους, προκαλεί οπωσδήποτε σύγχιση και οδηγεί σταδιακά σε μία παπική προσέγγιση του λειτουργήματος του «πρώτου».

4. Η χρήση από Ορθοδόξους του όρου «πρωτείο» στο επίπεδο της τοπικής Εκκλησίας (Επισκοπής) είναι μάλλον αδόκιμη, διότι στην παράδοσή μας ο «πρώτος» νοείται πάντοτε σε αναφορά με άλλους «συνθρόνους», ή «ομοτίμους» του (primus inter pares). Και ασφαλώς στο «τοπικό επίπεδο» δεν έχουμε «πρώτον» εν αυτή τη εννοία, διότι δεν υπάρχουν άλλοι «ομότιμοι» αυτού. Η παράγραφος αυτή προφανώς υπονοεί παπική περί «πρωτείου» αντίληψη.

5. Στο Κείμενο της Ραβέννας δε δίδεται απάντηση από τη Ρωμαιοκαθολική πλευρά στο ερώτημα : πώς είναι δυνατόν να υφίσταται στο «επαρχιακό επίπεδο» «πρωτείο» όπως περιγράφεται στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34, και ταυτόχρονα να λειτουργεί και «πρωτείο εξουσίας» στο «παγκόσμιο επίπεδο». Πώς συμβιβάζονται και συνυπάρχουν τα δύο «πρωτεία» ; Πώς λειτουργούν σε περίπτωση κρίσεως ;

6. Η κανονική παράδοση της ενωμένης Εκκλησίας στο «επαρχιακό επίπεδο» απαιτεί από τους Επισκόπους κάθε επαρχίας να αναγνωρίζουν ένα Επίσκοπο ως «πρώτον» και οριοθετεί επακριβώς τα δικαιώματά του («Τοὺς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» (ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ-34 και άλλοι συναφείς κανόνες). Όμως η ίδια η κανονική παράδοση για το «παγκόσμιο επίπεδο» αρνήθηκε να προβεί όχι μόνο σε καθορισμό των δικαιωμάτων κάποιου «πρώτου» της παγκόσμιας Εκκλησίας, αλλά ούτε καν σε αναγνώριση της υπάρξεως ενός Επισκόπου ως «πρώτου της παγκοσμίου Εκκλησίας». Είναι εντελώς αδιανόητη για την Εκκλησία της α΄ χιλιετηρίδος διάταξη που να προβλέπει: «τους Επισκόπους της παγκοσμίου Εκκλησίας ειδέναι χρη τον εν αυτοίς πρῶτον της παγκοσμίου Εκκλησίας, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» ! Στην «παγκόσμια εκκλησία» τα δικαιώματα του «πρώτου» ουδέποτε καθορίστηκαν από κανονικές διατάξεις όπως έγινε για τον «πρώτο» του «επαρχιακού επιπέδου».

7. Το Κείμενο της Ραβέννας έρχεται να … «θεραπεύσει» την «έλλειψη» αυτή της εκκλησιαστικής παραδόσεως ! Στην § 10, μετά την αναφορά στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ κανόνα τίθεται η φράση «εις το επίπεδον τούτο (Σ.Σ. το παγκόσμιο), οι πρώτοι πρέπει να αναγνωρίζουν ποίος είναι ο πρώτος μεταξύ αυτών». Η χρήση της φράσεως αυτής, που ουσιαστικά αποτελεί παράφραση του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34 που αφορά σε επαρχιακές συνόδους («τους επισκόπους … εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον»), αφήνει να εννοηθεί ότι και στο «παγκόσμιο επίπεδο» έχει κανονική ισχύ ο κανόνας αυτός. Έτσι, η σκέψη οδηγείται συνειρμικά στην προσομοίωση των πλήρως καθορισμένων δικαιωμάτων του «πρώτου» της επαρχιακής συνόδου, βάσει του ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ-34, με τα μη καθορισμένα από κανονικές διατάξεις δικαιώματα του «πρώτου» της «παγκοσμίου Εκκλησίας». Δηλαδή με αυτόν τον τρόπο εμέσως πλην σαφώς ο «πρώτος» του «παγκοσμίου επιπέδου» αποκτά τα κανονικά δικαιώματα που προβλέπονται με τον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 !

8. Παραμένουμε στη φράση της §10 του Κειμένου της Ραβέννας «εις το επίπεδον τούτο (Σ.Σ. το παγκόσμιο), οι πρώτοι πρέπει να αναγνωρίζουν ποιος είναι ο πρώτος μεταξύ αυτών». Η πρόταση αυτή υποδηλώνει παπική προβληματική, αλλά πρωτίστως έχει βατικάνεια προοπτική ! Διερωτώμαι όμως γιατί «πρέπει» ; ποιος είναι αυτός που καθορίζει αυτό το «πρέπει» ; γιατί δεν καθορίστηκε αυτό το «πρέπει» από τη μέχρι τώρα κανονική παράδοση, όπως ορίστηκε το «ειδέναι χρή» στον ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ-34 για το «επαρχιακό επίπεδο» ;

Η Παπική νοοτροπία δίνει βαρύτητα στο ρόλο του Πρώτου επισκόπου χωρίς να τονίζεται επίσης η σημασία της συνεργασίας του με τους άλλους επισκόπους.
Η Ορθόδοξη νοοτροπία, δίνεται από τον Άγιο Νεκτάριο Ερωτά ο αγιος: «και εάν ο Πέτρος μεταξύ των Αποστόλων, και εάν κορυφαίος, και εάν θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας, και εάν κλειδούχος της βασιλείας των ουρανών, και εάν ποιμήν των προβάτων και των αρνίων του πνευματικού ποιμνίου του Σωτήρος, τι κοινόν μεταξύ των αξιωμάτων τούτων και των διαδόχων των υπ’ αυτού προχειρισθέντων επισκόπων; πως δε εκ των θείων αυτών χαρισμάτων το της ιεροκρατίας και κοσμοδεσποτείας ανεβλάστησε σύστημα; πως δε και αι κλείδες της των ουρανών βασιλείας ηνέωξαν τας θύρας της επιγείου βασιλείας; πως τα πνευματικά εις τα υλικά ήγαγον; πως ο ποιμήν εγένετο ηγεμών; πως αι κλείδες εις ξίφος μετεβλήθησαν; πως η πέτρα της πίστεως πέτρα εγένετο σκανδάλου; Αλλά διατί εις προνομιούχος διάδοχος και ουχί πάντες οι την διαδοχήν ομοιογενή έχοντες; μη ένα μόνον ο Πέτρος διά του Ευαγγελίου αυτού εγέννησε; μη μίαν Εκκλησίαν ίδρυσεν; μη ένα επίσκοπον εχειροτόνησεν; διατί εις αντιποιείται την του Πέτρου διαδοχήν;»

Για θέματα τόσο μεγάλα και σοβαρά και για θέματα πίστεως η Εκκλησία του Χριστού, μόνο των Οικουμενικών Συνόδων τις αποφάσεις δέχεται και επικυρώνει.

Εμείς βέβαια ως ορθόδοξοι χριστιανοί και ιερωμένοι λυπούμαστε αφάνταστα για τις εργασίες και τις αποφάσεις ή τα κοινά ανακοινωθέντα αυτών των Διαλόγων, γιατί η Εκκλησία του Χριστού γνωρίζει άλλα συγκεκριμένα θεσμικά διοικητικά όργανα, των οποίων τις αποφάσεις σέβεται, αναγνωρίζει και αποδέχεται ως θεόπνευστες. Για θέματα τόσο μεγάλα και σοβαρά, για θέματα πίστεως, μόνο των Οικουμενικών Συνόδων τις αποφάσεις δέχεται και επικυρώνει.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο εμπειρότατος και πλέον δόκιμος των νεότερων θεολόγων της Εκκλησίας μας, στο επιστημονικό, πρωτότυπο και θεόπνευστο έργο του, το ιερό Πηδάλιο, μας εξηγεί τα περί συστάσεως των Ιερών Συνόδων της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της Ορθόδοξου Εκκλησίας μας. Σ’ αυτές συμμετείχαν μόνο Ορθόδοξοι Ιεράρχες, πρεσβύτεροι και διάκονοι, εκπροσωπούντες τις τοπικές Εκκλησίες όλης της Οικουμένης.

Μολονότι τα μέσα μεταφοράς της εποχής εκείνης (4ου μ.Χ. αιώνος, χρονολογία της 1ης Οικουμενικής Συνόδου μέχρι και της 7ης , 8ου αιώνος μ.Χ.) ήταν δυσκολότερα των σημερινών, όμως όλοι οι επίσκοποι της απανταχού Αγίας Ορθοδοξίας μας, μετά ορισμένους πρεσβυτέρους και διακόνους συνήρχοντο πιστεύοντες ότι πρέπει να συναχθούν, γιατί μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο «πολλής συζητήσεως διεξαγομένης» δίδεται ο φωτισμός και η Θεία Χάρη για τη φανέρωση της εν Χριστώ αληθείας.

Συγκεκριμένα ο Άγιος Νικόδημος στα προλεγόμενα της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου πιστεύει ότι είναι τέσσερα τα συστατικά των Οικουμενικών Συνόδων:

Συναθροίζονται οι Επίσκοποι μετά των συνοδειών τους διά προσταγών όχι Παπικών ή Πατριαρχικών ,αλλά Βασιλικών.

Τα θέματα της Συνόδου πρέπει να είναι τα περί πίστεως. Να γίνεται συζήτηση ελεύθερη, να εκτίθεται απόφαση και όρος δογματικός. Να εξάγονται συγκεκριμένες αποφάσεις σε όλες τις Οικουμενικές με σαφή έκφραση των ιερών δογμάτων.

Οι αποφάσεις τους να είναι Ορθόδοξες, ευσεβείς, σύμφωνες με τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους. Πολυθρύλητο είναι το αξίωμα του Αγίου Μαξίμου «Τας γενομένας Συνόδους η ευσεβής πίστις κυροί» και πάλιν « η των δογμάτων ορθότης κρίνει τας Συνόδους».

Τα παρά των Οικουμενικών Συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα, άπαντες οι Ορθόδοξοι Πατριάρχαι και Αρχιερείς της Καθολικής Εκκλησίας, είτε δι’ αυτοπροσώπου παρουσίας αυτών, είτε διά των ιδίων τοποτηρητών ή και τούτων απόντων διά γραμμάτων αυτών αποδέχονται.

Εκ των τεσσάρων συστατικών στοιχείων των Οικουμενικών Συνόδων ο άγιος Νικόδημος εξάγει και τον ορισμό τους:

«Οικουμενική Σύνοδός εστιν η διά προσταγής Βασιλικής συναχθείσα, η περί πίστεως όρον δογματικόν εκθεμένη, η ευσεβή και ορθά και σύμφωνα ταίς αγίαις Γραφαίς, η ταίς προλαβούσαις Οικουμενικαίς διορίζουσα, ην η συμφωνία απάντων της Καθολικής Εκκλησίας Πατριαρχών και Αρχιερέων απεδέξατο είτε δι’ αυτοπροσώπου παρουσίας, είτε διά τοποτηρητών, ή και τούτων απόντων, διά γραμμάτων και υπογραφών αυτών». Αυτά για τις Οικουμενικές Συνόδους. 
 Μια επιτροπή σαν αυτή που διαχειρίζεται το σπουδαίο θέμα του διαλόγου με τους παπικούς, δεν θα πρέπει να διαθέτει κάποια από τα παραπάνω στοιχεία για να θεωρηθεί εκ των υστέρων «αείζωος, ανέκλειπτος, αλάνθαστος και αναμάρτητος» όπως υποστηρίζει ο Άγιος Νικόδημος; Η καθαρότητα των αποφάσεων των επιτροπών αυτών θα έχει τη δύναμη να διαλύει κάθε έριν και φιλονεικίαν των αποδεκτών.

Συμπεράσματα:

· Από το περιεχόμενο του «κειμένου » αποδεικνύεται η παπική μεροληψία. Έντεχνα, παπικώ τω τρόπω, καταβάλλεται η προσπάθεια να φανεί η ομοιότητα της διοίκησης και στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στην Παπική κατά την πρώτη χιλιετία.

· Πρέπει να γίνει σε όλους μας κατανοητή η βεβαιότητα που ιστορικά, επιστημονικά έχει αποδείξει ο άγιος Νεκτάριος και όχι μόνο, ότι ουδέποτε πήγε στη Ρώμη ο Απόστολος Πέτρος.

· Ποτέ η ενωμένη Εκκλησία του Χριστού της πρώτης χιλιετίας, ούτε μεταγενέστερα η Ανατολική Εκκλησία, δεν πίστεψε ότι διοικεί την Εκκλησία του Χριστού ένας πρώτος στην κορυφή κάποιας πυραμίδας.

· Ποτέ η έννοια του πρώτου, του Οικουμενικού στην Ανατολή δεν είχε την ίδια σημασία, όπως ιστορικά, θεσμικά και διοικητικά, διεκδικητικά η μοναρχική θέση του Πάπα στη Δύση. Κλήρος και λαός πολύ θα πρέπει να προσέχουμε για να μην εξισωθεί εκκοσμικευτικά ο παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης μας με την αντίστοιχη θέση, στάση, νοοτροπία του Ρωμαίου Ποντίφηκα, ανά την οικουμένη, μέσα στην οσημέραι παγκοσμιοποιούμενη νέα εποχή.

· Και στις τοπικές Συνόδους, αλλά κυρίως στις Οικουμενικές δεν διακρίνονταν τα τρία επίπεδα συνοδικότητας, το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο. Θεωρούσαν, όπως φαίνεται απαραίτητο ήδη από την 1η Οικουμενική Σύνοδο, οι κατά τόπους επίσκοποι να έχουν μαζί τους και πρεσβυτέρους και διακόνους για να νομιμοποιείται και να φανερώνεται υπό την ευρύτερη έννοια η καθολική Εκκλησία και να έχει τις προϋποθέσεις, πολλής συζητήσεως γιγνομένης, ελευθέρως του φωτισμού και της επιπνοίας του Αγίου Πνεύματος.

· Αντίθετα ο Παπισμός σκληρά και συστηματικά εργάστηκε για την αυστηρή οργάνωση των τριών επιπέδων διοίκησης της εκκλησίας, του τοπικού, του επαρχιακού και του παγκόσμιου για να δικαιολογεί στην κορυφή, τη συγκέντρωση της εξουσίας στο πρόσωπο του Πάπα. Αιώνες τώρα χαλκεύτηκε το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης.

· Η καθαρότητα και η ορθότητα του Τριαδικού δόγματος στην Αγία Ορθοδοξία μας δημιούργησε την αληθινή Συνοδικότητα, που δεν έχει καμιά σχέση με την ονόματι μόνο παπική Συνοδικότητα που είναι αποτέλεσμα του παπικού δόγματος του filioque. Το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ως τελείου Θεού και ως τελείου ανθρώπου ποτέ και πουθενά δεν επέβαλε το θέλημά Του. Σταυρώθηκε, μα δε σταύρωσε κανένα. Μόνο η Αγία Ορθοδοξία μας πολιτεύθηκε κατά το άγιο θέλημά Του.

Ο καθηγητής Σ.Ελευθεριάδης σημειώνει τα παρακάτω.

«Αν συνέβη όμως αυτό το απίθανο γεγονός, δηλαδή ο Πάπας παραιτείται από την εξουσιαστικότητά του πάνω σε όλες τις κατά τόπους εκκλησίες του Χριστού και υπάγεται στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στις οποίες μετέχει ως Πρώτος μεταξύ ίσων Επίσκοπος, θα πρόκειται σίγουρα περί εξαισίου θαύματος ή, πράγμα που δεν θα ήθελε κανείς καλόπιστος ορθόδοξος να πιστέψει, ότι η Ορθοδοξία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα, τουλάχιστον στα σημεία, στη Ραβέννα, αποδεχόμενη το Πρωτείο της Εξουσίας του Ποντίφικα. Οι σκέψεις μου αυτές και η επιφυλακτικότητα που δοκιμάζω θεμελιώνονται στα εξής δύο πρόσφατα γεγονότα: Πρώτον, η παραδοχή του Βατικανού και η νομοκανονική απόφανση του Προκαθημένου της Καθολικής Εκκλησίας, Βενεδίκτου 16ου, είναι ότι ο όρος «Πατριάρχης της Δύσεως» που αναφερόταν στο νομικό σύστημα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας στο παραδοσιακό θέσμιο της Πενταρχίας καταργείται. Έτσι, οι λεγόμενοι Πατριαρχικοί Ναοί της Ρώμης, όπως, για παράδειγμα, η Santa Maria Maggiore παύουν πια να ονομάζονται Chiese cathedrali patriarchali και σήμερα ονομάζονται «Καθεδρικοί παπικοί ναοί» (Chiese cathedrali papali). Και δεύτερον, νωπή είναι (29 Ιουνίου 2007) η «Οδηγία» του Βατικανού, με την οποία επαναλαμβάνεται η πάγια εκκλησιολογική θέση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι η Εκκλησία του Χριστού ταυτίζεται αποκλειστικά με την Καθολική Εκκλησία. Όταν ρωτήθηκε τότε ο Καρδινάλιος W. Levada «Πώς πρέπει να νοηθεί η διακήρυξη, κατά την οποία η Εκκλησία του Χριστού «υφίσταται» (subsistit) στην Καθολική Εκκλησία»; εκείνος, χωρίς περιστροφές, έδωσε την εξής απάντηση: «Ο Χριστός ίδρυσε πάνω στη γη μια και μόνη Εκκλησία ... Eίναι η μόνη Εκκλησία του Χριστού, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως: μια, αγία, καθολική και αποστολική ... Αυτή η Εκκλησία που ιδρύθηκε και οργανώθηκε μέσα στον κόσμο ως κοινωνία «υφίσταται» (subsistit) μέσα στην Καθολική Εκκλησία, την οποία κυβερνά ο Διάδοχος του Πέτρου και οι Επίσκοποι εν κοινωνία με αυτόν...Ο πάπας της Ρώμης δεν είναι απλώς ο κορυφαίος επίσκοπος της Ρωμαϊκής εκκλησίας, ο Πατριάρχης της Δύσης, αλλά ο αρχηγός της οικουμενικής εκκλησίας. Το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία αν δεν βρίσκεται σε ενότητα με τον Ρωμαίο Ποντίφικα, διάδοχο του Πέτρου, ο οποίος διατηρεί ακέραια την ισχύ του πρωτείου του επί πάντων είτε ποιμένων είτε πιστών.

Κατά την Kαθολική διδασκαλία, ενώ μπορεί ορθώς να λεχθεί ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι παρούσα και ενεργεί και στις άλλες Εκκλησίες και εκκλησιαστικές Κοινότητες, οι οποίες δεν είναι ακόμη σε πλήρη κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία, χάρη στα στοιχεία αγιασμού και αλήθειας που υπάρχουν σε αυτές».

Αραγε, άρθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν τον θεολογικό διάλογο Ορθοδόξων και Καθολικών σε παταγώδη αποτυχία στην τελευταία συνάντηση της Μικτής Επιτροπής στη Βαλτιμόρη (9-19 Ιουλίου 2000); Η συνάντηση αυτή απέδειξε με τον πιο απογοητευτικό τρόπο πόσο οι Ορθόδοξοι είχαν πλανηθεί ως προς τις πραγματικές προθέσεις του Βατικανού. Ενώ μέχρι τότε ο διάλογος είχε κάνει επιτυχή πορεία και οι αντιπροσωπείες είχαν φτάσει σε βαθμό αξιόλογης προσέγγισης, η Ρωμαϊκή Κούρια υπαναχώρησε από τις καίριες θεολογικές θέσεις στις οποίες είχε επέλθει συμφωνία. Όλοι είχαν δεχθεί να απορρίψουν από κοινού την «Ουνία» ως μεθόδο, σε αντιδιαστολή προς τους από αυτήν προκύψαντες ουνίτες, με την ελπίδα ότι η εν λόγω επιβαλλόμενη διάκριση θα διευκόλυνε τη λύση του ακανθώδους αυτού προβλήματος. Όλες οι πλευρές στο διάλογο πίστεψαν ότι με την επαρκή διευκρίνιση των ιστορικών και άλλων συνθηκών, από τις οποίες προέκυψαν οι ουνιτικές εκκλησιαστικές κοινότητες θα ήταν σήμερα ευχερέστερο να αποφασίσουν αυτές αν θα ενσωματωθούν στις Μητέρες εκκλησίες από τις οποίες αποσπάσθηκαν στην Ανατολή ή θα παραμείνουν στην λατινική εκκλησία. Και ενώ όλα πήγαιναν κατ΄ευχήν, λίγο πριν από τη συνάντηση της Βαλτιμόρης, ο πάπας Ιωάννης –Παύλος ο Β’ κυνικότατα έγραψε στον Συμπρόεδρο Καρδινάλιο Edward Cassidy: «πρέπει να δηλωθεί στους ορθοδόξους ότι οι Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες για την Εκκλησία της Ρώμης χαίρουν της αυτής εκτιμήσεως ως και κάθε άλλη Εκκλησία που βρίσκεται σε κοινωνία προς τη Ρώμη». Η στυγνή αυτή δήλωση του Πάπα όπως ήταν φυσικό δεν άφηνε πια κανένα περιθώριο στους Ορθοδόξους για τη συνέχιση ενός διαλόγου, ο οποίος μετά από είκοσι περίπου χρόνια ταλαιπωρίας ήταν πια αναγκαίο να περιοριστεί σε ένα μοναδικό θέμα, την Ουνία και τον συναφή προσηλυτισμό. Τώρα, ύστερα από έξι χρόνια, τι άλλαξε μεταξύ των ορθοδόξων και καθολικών θεολόγων στη συνάντηση της Ραβέννας; Δεν έπρεπε να συνεχίσουν τον πράγματι θεολογικό διάλογο που είχε σταματήσει το 2000; Ήταν άραγε προμελετημένο σχέδιο να νομιμοποιηθεί η παρουσία Ουνιτών Επισκόπων στον μελλοντικό διάλογο; Όλα είναι πιθανά. Η παπική διπλωματία είναι γνωστή σε μας τους Ορθοδόξους από την εποχή τουλάχιστον της Συνόδου Φεράρας- Φλωρεντίας.

Σχόλια