Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Το πυρηνικό ατύχημα στο Τσέρνομπιλ



visit counter

Τα μεσάνυχτα της 25ης Απριλίου 1986, τεχνικοί του πυρηνικού σταθμού «Βλαντίμιρ Ίλιτς Λένιν», στο Τσερνόμπιλ της Ουκρανίας, αποπειράθηκαν να κάνουν ένα πείραμα για να ελέγξουν τα συστήματα ασφαλείας.
Στη 1.20 το πρωί της 26ης Απριλίου αλυσιδωτή αντίδραση στον αντιδραστήρα της τέταρτης μονάδας προκάλεσε διαδοχικές εκρήξεις, οι οποίες τίναξαν στον αέρα το κάλυμμα του αντιδραστήρα. Τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού εκλύθηκαν στην ατμόσφαιρα.
Το ραδιενεργό νέφος κινήθηκε δυτικά και σε δυο μέρες έφτασε στη Γερμανία, τη Σουηδία και την Πολωνία, ενώ 4 μέρες αργότερα βρισκόταν στη Γαλλία και τη Βρετανία, φέρνοντας ραδιενεργό βροχή. Έδαφος, νερό, τρόφιμα, φυτά και ζώα μολύνθηκαν.
Λίγες μέρες αργότερα ένα τρίτο σύννεφο μετέφερε τη ραδιενέργεια στα Βαλκάνια και τη Βόρειο Ελλάδα. Στη χώρα μας έκπληκτοι οι πολίτες, μόλις στις 29 Απριλίου, παρακολουθούσαν από τα – δύο εκείνη την εποχή – κανάλια της τηλεόρασης την είδηση για το πυρηνικό ατύχημα.
Ήταν Μεγάλη Τετάρτη και ετοιμάζονταν για τον εορτασμό του Πάσχα. Οι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές. Κάποιοι κατηγορούσαν τον «Δημόκριτο» για ολιγωρία αφού «άφησε τους καταναλωτές να αγοράζουν λαχανικά για το Πάσχα παρά το γεγονός ότι μπορεί να είχαν προσβληθεί από ραδιενέργεια». Αρκετοί σταμάτησαν να τρώνε λαχανικά, ενώ η υστερία είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας μετανάστευσαν προσωρινά στην Αθήνα.
Πως κινήθηκε το ραδιενεργό νέφος
Το ραδιενεργό καίσιο – από το οποίο μολύνθηκε κυρίως η ελληνική επικράτεια, αμέσως μετά το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ – έχει διάρκεια ζωής τα 35 έτη. Έχουν περάσει μόλις τα 26…Οι τιμές του σε πολλές περιοχές της Θεσσαλίας ξεπερνούν ακόμη και κατά 13 φορές τα επιτρεπτά όρια.
Σημειώνεται ότι άλλοι επιστήμονες μιλούν για διάρκεια ζωής του καισίου πάνω από 80 χρόνια. Το καίσιο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο ραδιενεργό στοιχείο. Προσλαμβάνεται μέσω της τροφής – τόσο από λαχανικά όσο και από κρέατα ζώων που κατανάλωσαν ραδιενεργά χόρτα.
Όπως λένε οι επιστήμονες, τα φαινόμενα της επίδρασης της ακτινοβολίας μικρών δόσεων καισίου στον άνθρωπο χαρακτηρίζονται «στοχαστικά». Δηλαδή οι «χαμηλές» δόσεις δεν έχουν άμεσα διακριτές επιπτώσεις και αυτό ακριβώς είναι ένα από τα ύπουλα χαρακτηριστικά στοιχεία του.
Όσο οι απορροφώμενες ραδιενεργές δόσεις μικραίνουν τόσο η ασάφεια για τις επιπτώσεις τους μεγαλώνει – και αντίστροφα. Πάντως το καίσιο μπορεί να προκαλέσει καρκίνο στο γαστρεντερικό σύστημα, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί ακόμα και 30 χρόνια μετά την έκθεση του ανθρώπου στη ραδιενέργεια.
H «σκιά» του δυστυχήματος στο Τσερνόμπιλ πέφτει ακόμα – εικοσιέξι χρόνια μετά – πάνω από την Ελλάδα όπως δείχνουν οι μετρήσεις των επιστημόνων. Τα ραδιενεργά στοιχεία – και ιδιαίτερα του καισίου – στο έδαφος, στα υπόγεια νερά, στο χώμα, στα φυτά, στα ζώα παραμένουν, σε ορισμένες περιοχές της χώρας, στα ίδια επίπεδα με εκείνα του 1986.
Από το Καρπενήσι έως την Καρδίτσα, την Κατερίνη, το Κιλκίς και από τη Θεσσαλονίκη έως τη Χαλκιδική και τη Φλώρινα οι συγκεντρώσεις του – ραδιενεργού – καισίου φτάνουν ακόμα τα 65 Κιλομπεκερέλ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, όταν το όριο επικινδυνότητας, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν ξεπερνά τα 5 Κιλομπεκερέλ.
Βεβαίως, ακόμα και σε τέτοια επίπεδα, οι τιμές αυτές δεν συγκρίνονται με τις αντίστοιχες που καταγράφηκαν τα προηγούμενα χρόνια στη Βόρεια Ρωσία και τη Βόρεια Ευρώπη. Το 1986, λίγες ημέρες ύστερα από το πυρηνικό δυστύχημα στο Τσερνόμπιλ, οι επιστήμονες είχαν μετρήσει και στη χώρα μας υψηλές συγκεντρώσεις αντιμονίου, ζιρκονίου, δημητρίου και μαγγανίου – πρόκειται για πολύ επικίνδυνα στοιχεία. Ωστόσο, στις μετρήσεις που έγιναν το ’96, η Ελλάδα βρέθηκε σχεδόν «καθαρή» σε όλα – με την εξαίρεση του καισίου…
Οι μεγαλύτερες ποσότητες καισίου εντοπίζονται στη Δυτική Μακεδονία και τη Βόρεια Θεσσαλία ενώ «λευκές» είναι οι Κυκλάδες, η Κρήτη, η Αττική και το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου. Υψηλές συγκεντρώσεις ραδιενεργών στοιχείων εντοπίστηκαν και στη θάλασσα. Οι πλέον πρόσφατες μετρήσεις έδειξαν ότι στα νερά των Δαρδανελλίων η συγκέντρωση καισίου είναι 6 φορές υψηλότερη από αυτήν του Αιγαίου, η οποία με τη σειρά της είναι 7 φορές υψηλότερη από αυτή του Ιονίου Πελάγους.
Οι μετρήσεις
H ερευνητική ομάδα που τον επιμελήθηκε, με επικεφαλής τον καθηγητή κ. Σίμο Σιμόπουλο, διευθυντή του τομέα Πυρηνικής Τεχνολογίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, εδώ και είκοσι χρόνια ασχολείται συνεχώς με τις επιπτώσεις του Τσερνόμπιλ στην Ελλάδα. «Λίγες μόνο εβδομάδες μετά το δυστύχημα, ένα απόγευμα, πήρα μόνος μου το αυτοκίνητο και γύρισα όλη την Ελλάδα», θυμάται ο ίδιος. «Ανά 10 χιλιόμετρα σταματούσα. Έσκαβα λίγο και μάζευα χώμα. Το Τμήμα μας στο Πολυτεχνείο, είναι το μοναδικό στην Ευρώπη που διαθέτει τόσο μεγάλο αριθμό δειγμάτων από χώματα. Μετρήσαμε τη ραδιενέργεια σε όλο το μήκος και το πλάτος της ελληνικής επικράτειας. Συνολικά 1.246 δείγματα εδάφους από εκείνη την εποχή εξακολουθούν μέχρι σήμερα να βρίσκονται ταξινομημένα στο υπόγειο του εργαστηρίου του Τομέα Πυρηνικής Τεχνολογίας». Οι ερευνητές συνέκριναν τις αρχικές καταγραφές με νεώτερες – έως και σήμερα άλλωστε γίνονται συνεχώς μετρήσεις. Το συμπέρασμα είναι ότι ελάχιστα έχει αλλάξει η κατάσταση τα τελευταία 20 χρόνια.
Άλλα 15 χρόνια αγωνίας
«Κανείς δεν γνωρίζει για πόσα χρόνια ακόμα θα μας βασανίζει η ραδιενέργεια. Δεν έχουμε εμπειρία. Τώρα την μαθαίνουμε. Ένα από τα άγνωστα σε μας στοιχεία είναι η χρονική διάρκεια των επιπτώσεων», λέει ο κ. Σιμόπουλος. «Τα ραδιενεργά κατάλοιπα έχουν συγκεκριμένο χρόνο ζωής», αναφέρει από τη δική του πλευρά ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών κ. Στέφανος Τσιτομενέας. «Το ραδιενεργό καίσιο – από το οποίο μολύνθηκε κυρίως η ελληνική επικράτεια, αμέσως μετά το δυστύχημα του Τσερνόμπιλ – έχει διάρκεια ζωής τα 35 έτη. Έχουν περάσει μόλις τα 25…». Σημειώνεται ότι άλλοι επιστήμονες μιλούν για διάρκεια ζωής του καισίου πάνω από 80 χρόνια. Επικίνδυνο και ύπουλο το καίσιο Το καίσιο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο ραδιενεργό στοιχείο. Προσλαμβάνεται μέσω της τροφής – τόσο από λαχανικά όσο και από κρέατα ζώων που κατανάλωσαν ραδιενεργά χόρτα. Όπως λένε οι επιστήμονες, τα φαινόμενα της επίδρασης της ακτινοβολίας μικρών δόσεων καισίου στον άνθρωπο χαρακτηρίζονται «στοχαστικά». Δηλαδή οι «χαμηλές» δόσεις δεν έχουν άμεσα διακριτές επιπτώσεις και αυτό ακριβώς είναι ένα από τα ύπουλα χαρακτηριστικά στοιχεία του. Όσο οι απορροφώμενες ραδιενεργές δόσεις μικραίνουν τόσο η ασάφεια για τις επιπτώσεις τους μεγαλώνει – και αντίστροφα. Πάντως το καίσιο μπορεί να προκαλέσει καρκίνο στο γαστρεντερικό σύστημα, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί ακόμα και 30 χρόνια μετά την έκθεση του ανθρώπου στη ραδιενέργεια.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ: Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ. ΤΟΝ ΕΧΟΥΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙ ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΡΦΑΝΟΙ



visit counter



Στην σημερινή ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και στον Νίκο Παπαχρήστου ο παπα – Φιλόθεος Φάροςμιλάει κυριολεκτικά έξω απ’ τα δόντια, όπως βέβαια κάνει πάντοτε. Αναδημοσιεύω εδώ τις νεανικές, εννοώ επαναστατικές, απόψεις ενός 78χρονου!

«Η Πολιτεία ορθώς πράττει και προωθεί το Σύμφωνο. Το ερώτημα όμως είναι αν η Ελλάδα είναι μια κοινοβουλευτική δημοκρατία ή μια θεοκρατία τύπου «Χομεϊνί». Φαίνεται πως σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό η Ελλάδα είναι θεοκρατία. Είναι χαρακτηριστικό πως υποψήφιοι βουλευτές, δήμαρχοι και άλλοι πολιτευόμενοι πριν ξεκινήσουν την προεκλογική τους εκστρατεία πρέπει να περάσουν να φιλήσουν το χέρι του Δεσπότη. Και θα φροντίσουν οι κάμερες να το απαθανατίσουν αυτό, για να τους δουν οι ψηφοφόροι τους γιατί αλλιώς δεν έχουν ελπίδες...»


Χωρίς περιστροφές δηλώνει στην «Κ» αντίθετος με το πνεύμα της πρόσφατης αυστηρής απόφασης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου που χαρακτήριζε «πορνεία» κάθε συζυγική σχέση εκτός του ορθοδόξου γάμου. «Δείχνει την ουσιαστική απομάκρυνση από το πνεύμα του Ευαγγελίου. Κατά την γνώμη μου διαστρέφεται το πνεύμα της διδασκαλίας του Ιησού Χριστού. Οι κανόνες, σύμφωνα με την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, είναι φάρμακα και παιδαγωγικά μέτρα που χρησιμοποιούνται κατά την κρίση του πνευματικού. Δεν είναι νόμοι. Ο Χριστός άλλωστε ήρθε για να αλλάξει το καθεστώς της ιουδαϊκής παράδοσης και ιδιαίτερα της φαρισαϊκής. Και ζητάει την επιδίωξη της εσωτερικής αναπτύξεως. Οχι την αντιμετώπιση του κακού με μια νομική και αστυνομική αντίληψη. Όμως μέσα στη ζωή της Εκκλησίας το ιουδαϊκό φαρισαϊκό πνεύμα έχει εισχωρήσει από πολύ νωρίς» σημειώνει και προσθέτει: «Ο Χριστός λέει ότι πορνεία και άλλα κακά πράγματα έρχονται από την καρδιά του ανθρώπου. Δεν καταδικάζει κανέναν αμαρτωλό. Μόνο τον υποκριτή. Το πνεύμα του Χριστού δεν είναι νομικό, αλλά προσπαθεί να δείξει ποια είναι η ουσία της αμαρτίας. Δεν είναι μια εξωτερική συμπεριφορά. Για παράδειγμα φόνος για τον Χριστό είναι η απόρριψη του άλλου. Συνεπώς στη διδασκαλία του δεν χωράει η “αυτοδικαίωση”. Κανείς δεν μπορεί να λέει εγώ είμαι ενάρετος και να κατηγορεί κάποιον άλλο σαν αμαρτωλό»...


Υποκριτές και Φαρισαίοι

«Ο Χριστός ήταν σαφής όταν είπε πως δεν ήρθε να κρίνει αλλά να σώσει τον κόσμο. Μην κρίνετε ίνα μην κριθείτε. Αντιθέτως, καταδικάζει ξεκάθαρα συγκεκριμένες συμπεριφορές όπως την υποκρισία. Μιλώντας στους Φαρισαίους, οι οποίοι έκαναν όσα κάνουμε εμείς οι κληρικοί σήμερα, στηλίτευσε το ενδιαφέρον τους για τα περίτεχνα κοσμήματα, τα περίλαμπρα άμφια, την επιδίωξή τους να κάθονται στις πρώτες θέσεις των δείπνων αλλά και την εκμετάλλευση φτωχών ανθρώπων. Ο Χριστός συνεχώς καταδικάζει την υποδούλωση στα υλικά αγαθά, τη χλιδή και την πολυτέλεια. Ολα αυτά αφορούν εμάς τους παπάδες. Ζούμε ζωή πριγκιπική, μετακινούμεθα με τις κράισλερ και τις μερσεντές, μας υπηρετεί ένα σωρό κόσμος, φορτωνόμαστε όλα αυτά τα χρυσά και έχουμε και την απόλυτη εξουσία στην ψυχή των ανθρώπων. Είναι ανατριχιαστικά πράγματα αν σκεφτείτε ότι γίνονται στο όνομα του Χριστού που περπατούσε ξυπόλητος και δεν είχε πού την κεφαλήν κλίναι. Ε, λοιπόν, είμαστε ανακόλουθοι με όσα δίδαξε ο Χριστός. Και επομένως το λιγότερο που θα περίμενε κάποιος από εμάς είναι να μην πετάμε πέτρες στους άλλους. Οι δικές μας αμαρτίες είναι εκείνες που κυρίως καταδίκασε ο Ιησούς Χριστός. Πώς να το κάνουμε· δεν μίλησε για τις προγαμιαίες σχέσεις, αλλά είπε ξεκάθαρα πως δεν γίνεται να υπηρετεί κάποιος δύο Κυρίους, τον Θεό και τον Μαμωνά. Είπε επίσης πως όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον ένα».


«Εμείς οι παπάδες έχουμε πολλές νευρώσεις σχετικά με τον ερωτισμό. Και πολλά από αυτά που λέμε μπορεί να είναι συνέπεια των νευρώσεών μας», υποστηρίζει μιλώντας στην «Κ» ο π. Φιλόθεος. «Πιστεύω ότι οι αυστηρότεροι από εμάς τους κληρικούς στα θέματα της σεξουαλικής ηθικής είναι είτε πιο νευρωτικοί σε σχέση με τον ερωτισμό είτε κρύβουν τα περισσότερα και θέλουν να έχουν ένα άλλοθι. Εμφανίζονται δηλαδή αυστηροί για να μην επιτρέψουν στον απλό άνθρωπο να σκεφθεί πως αυτοί μπορεί να έχουν μια έντονη προσωπική ζωή, σχετική με αυτό που εξίσου έντονα καταδικάζουν. Αναμφισβήτητα, πάντως, όταν κάποιος ελέγχει τον ανθρώπινο ερωτισμό έχει στα χέρια του αλυσοδεμένους τους ανθρώπους».

Το χάσμα

Τη στιγμή που η Ιεραρχία υποστηρίζει πως το «Σύμφωνο» στρέφεται εναντίον του θεσμού της οικογένειας, ο π. Φιλόθεος κάνει λόγο για πλήρες χάσμα με την κοινωνία. «Ακούω κάποιους μητροπολίτες να λένε ότι ενδιαφέρονται για την ελληνική οικογένεια. Μακάρι να ενδιαφέρονταν, αλλά αδιαφορούν πλήρως και είναι και ανίκανοι να κάνουν κάτι για να αντιμετωπίσουν την κρίση στην οικογένεια. Οι περισσότεροι δεσποτάδες και παπάδες είναι ποιμαντικά ανύπαρκτοι και δεν έχουν σταθεί ποτέ στο πλευρό ενός ανθρώπου που έχει ανάγκη. Όχι να του δώσουμε ρετσέτες, αλλά απλά να σταθούμε πλάι του. Γιατί πολλές φορές αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος που έχει μια δυσκολία δεν είναι να του δώσουμε μια λύση, αλλά να δει ότι νοιαζόμαστε γι’ αυτόν.

Αυτήν τη στιγμή η ελληνική οικογένεια βρίσκεται σε τρομερή κρίση. Σήμερα, ένα τεράστιο ποσοστό νέων είναι παροπλισμένοι με ψυχικές διαταραχές· πολλές από τις οποίες οφείλονται σε κάποιους παπάδες που είναι λαύροι κατά των σαρκικών αμαρτημάτων. Εμείς οι παπάδες οδηγούμε τα παιδιά στους ψυχιάτρους. Όταν ακούω ψυχίατρο παπά να λέει ότι έχει θεραπεύσει ομοφυλοφίλους ξέρω ότι έχει αποπειραθεί να τους κάνει ψυχολογική λοβοτομή. Και τους έχει παραδώσει σε τρομερά βασανιστήρια και ενοχικά σύνδρομα. Ο διεθνούς κύρους κατάλογος της ψυχοπαθολογίας που εκδίδει η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία εδώ και 50 χρόνια δεν θεωρεί την ομοφυλοφιλία αρρώστια. Υπάρχουν όμως Έλληνες παπάδες που τη θεωρούν αρρώστια. Και πιστεύω πως εκείνος που προσπαθεί να θεραπεύσει έναν ομοφυλόφιλο είναι ο ίδιος άρρωστος που χρησιμοποιεί ταλαίπωρους ανθρώπους για να δώσει τη δική του νευρωτική μάχη».

Με έντονη αυτοκριτική διάθεση, ο π. Φιλόθεος καταδικάζει την εξουσιαστική συμπεριφορά ορισμένων κληρικών. «Κοιτάξτε, εμείς οι κληρικοί στο μεγάλο μας ποσοστό εσωτερικά είμαστε τενεκέδες ξεγάνωτοι. Και προσπαθούμε να καλύψουμε την αίσθηση της εσωτερικής μας ανεπάρκειας. Γιατί πολλοί από εμάς, αν μας βγάλετε τα γένια και τα ράσα, δεν είμαστε τίποτα. Θα ήμασταν σκέτα μηδενικά. Όμως με αυτά τα συμπράγκαλα που φοράμε αποκτάμε κύρος, μπορούμε να καθορίζουμε τις ζωές των άλλων, κρέμονται οι άλλοι από το στόμα μας, αποκτάμε εξουσία. Και έτσι νομίζουμε ότι θα αυξήσουμε την αυτοεκτίμησή μας. Κούνια που μας κούναγε. Δεν αφορά βέβαια τους πολλούς ότι δεν αυξάνουμε την αυτοεκτίμησή μας. Τους αφορά όμως ότι τους βασανίζουμε και τους οδηγούμε στον Καιάδα των ψυχοφαρμάκων που είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Επίσης, πολλοί κληρικοί θέλουμε να βρούμε κάποιον άλλο τρόπο να δείξουμε ότι έχουμε λόγο υπάρξεως. Ασχολούμαστε με το Σκοπιανό ή με άλλα παρεμφερή πράγματα – άσχετα με την αποστολή μας – για να δείχνουμε ότι κάτι έχουμε κάνει. έχουν καμία σχέση αυτά με όσα δίδαξε ο Χριστός;».

Για τον π. Φιλόθεο η απάντηση της Εκκλησίας στο «Σύμφωνο» δεν πρέπει να είναι η τιμωρία όσων το επιλέξουν, αλλά η πρόταση ζωής που κάνει ο Χριστός. «Οι βασικές αρχές του Χριστού είναι η αγάπη του ανθρώπου για τον Θεό και η αγάπη για τον συνάνθρωπο. Η σχέση με τον άλλο είναι βασική πηγή ζωής για τον άνθρωπο. Αλλά οι σχέσεις είναι περίπλοκες και χρειάζεται αγώνας για να είναι όσο γίνεται περισσότερο υγιείς. Η ερωτική πλευρά τους είναι η πιο καίρια. Και εκεί εύκολα γίνονται πολλές εκτροπές. Οσες περισσότερες τόσο λιγότερη πληρότητα ζωής υπάρχει. Και η πληρότητα στη ζωή έρχεται μέσα σε σχέσεις ουσιαστικές, που παίρνουν χρόνο, κόπο, θέλουν αγώνα. Αν ζητούν οι νέοι κάποιο συγχωροχάρτι δεν είναι πολύ διαφορετικοί από τους παπάδες που τους το αρνούνται», επισημαίνει. «Στις μέρες μας ο Θεός είναι νεκρός. Τον έχουμε σκοτώσει και είμαστε ορφανοί. Τα λόγια που λέμε, τα μεγάλα, τα επουράνια, τα πνευματικά όχι μόνο δεν ακτινοβολούν πίστη, αλλά φανερώνουν την αγωνία μας να καλύψουμε την έλλειψη της πίστεώς μας. Γιατί η πίστη δεν μεταδίδεται με μπλα μπλα, αλλά ακτινοβολεί. Δεν λες εγώ πιστεύω, αλλά ο τρόπος που ζεις δείχνει ότι πιστεύεις. Σήμερα ο τρόπος ζωής όλων μας δείχνει ότι δεν πιστεύουμε. Προσεγγίζουμε την πίστη σαν ένα καταναλωτικό αγαθό. Έχουμε από αυτό, από εκείνο, τα έχουμε όλα και λέμε άντε τώρα να εξασφαλίσουμε και ένα οικοπεδάκι στον παράδεισο».
ΠΗΓΗ.ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Eνας Διάλογος περί Αναστάσεως



visit counter




Ερωτά ο π.Θεόφιλος Ζησόπουλος,

απαντά ο π.Δανιήλ Αεράκης.




Ερώτησις (π.Θεόφιλος):
Κοντά μας σήμερα, έχομε τον σεβαστό πατέρα Δανιήλ Αεράκη, ιεροκήρυκα των Αθηνών, για να μην πω και πάσης Ελλάδος, γιατί ως γνωστόν, ο πατήρ Δανιήλ επισκέπτεται και πόλεις και χωριά σχεδόν ολοκλήρου της Ελλάδος, όπου ασχολείται με το κήρυγμα και την κατήχησι. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και επιτελεί ένα θαυμάσιο κοινωνικό και κατηχητικό έργο μέσα στο χώρο της Εκκλησίας μας. Πάτερ Δανιήλ, Χριστός Ανέστη.

π.Δανιήλ: Αληθώς Ανέστη.
 

Ερώτησις (π.Θεόφιλος):
 
Σας καλοσωρίζομε στο στούντιο για μια ακόμη φορά, και για άλλες πολλές φορές ακόμη, και θα ήθελα πριν να προχωρήσωμε να αποσπάσω και μία υπόσχεσή σας ότι θα σας έχομε και σε άλλες εκπομπές, για να ικανοποιήσωμε και τις απαιτήσεις των τηλεθεατών μας.

Απάντησις ( π.Δανιήλ): Θεού θέλοντος.
 

Ερώτησις (π.Θεόφιλος): Θεού θέλοντος, ευχαριστούμε πολύ για τη δέσμευσι. Το θέμα, πάτερ Δανιήλ με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα, είναι η Ανάστασις του Χριστού. Είναι βέβαια ένα κορυφαίον γεγονός, στο οποίο η λογική του ανθρώπου σκοντάφτει. Πολλοί, έγιναν πολέμιοι της Αναστάσεως του Χριστού γιατί κινήθηκαν στο χώρο της λογικής, και δεν μπορούσαν με τη σκέψι τους και με τη λογική τους να ερμηνεύσουν και να εξηγήσουν πῶς Εκείνος ο κρεμασμένος νεκρός επάνω στο Σταυρό, που θάφτηκε μέσα στο μνήμα, αναστήθηκε! Προσκρούει στη λογική. Θα θέλαμε, γιατί είναι ένα βασικό και θεμελιώδες δόγμα η Ανάστασι του Χριστού στο χώρο της πίστεώς μας, θα θέλαμε να μας πείτε πρώτα γενικά περί της Αναστάσεως του Κυρίου μας.
 

Απάντησις (π.Δανιήλ): Χαίρομαι βεβαίως γιατί βρίσκομαι εδώ, χαίρομαι γιατί βρίσκομαι σε περίοδο Αναστάσιμη, σε περίοδο που δεσπόζει το «Χριστός Ανέστη», σε περίοδο που οι χριστιανοί χαιρετιώνται, υποτίθεται ότι χαιρετιώνται με το «Χριστός Ανέστη» και η απάντησις πάντοτε είναι το «Αληθώς Ανέστη». Θα ήθελα να αρχίσω με κάτι που είπατε, και με το οποίον, τρόπον τινα, διαφωνώ. Τρόπον τινα: Ότι είναι πέρα απ’ τη λογική η Ανάστασις του Χριστού. Κι ότι σκοντάφτει η λογική. Μάλλον θα έλεγα, ότι μεταξύ των δύο γεγονότων, της Σαρκώσεως του Θεού Λόγου και της Αναστάσεως του Χριστού, εκείνο το γεγονός το οποίο συνάδει περισσότερο με τη λογική του ανθρώπου, είναι η Ανάστασις. Η Σάρκωσις είναι Μυστήριο μυστηρίων, και γι’αυτό είναι και ανεπανάληπτο το γεγονός της Σαρκώσεως.
 


Η Ανάστασις, πέρα του ότι δεν είναι ανεπανάληπτη, είναι η «απαρχή των κεκοιμημένων», έγιναν, γίνονται και θα γίνονται εις τους αιώνας πολλές αναστάσεις, είναι το γεγονός το οποίον συνάδει, όπως είπα, με τη λογική. Γιατί; Διότι ο άνθρωπος έχει μπροστά του τόσες αναστάσεις, που δεν δικαιολογείται να μην πιστεύει εις την Ανάστασι Εκείνου, ο οποίος κάνει όλες αυτές τις αναστάσεις. Γι’αυτό βλέπετε, ο Απόστολος Παύλος στο περίφημο κεφάλαιο της Αναστάσεως, που είναι το δέκατο πέμπτο της πρώτης προς Κορινθίους, μεταξύ των άλλων χρησιμοποιεί και όλα αυτά τα επιχειρήματα, τα ντοκουμέντα, εκ των φυσικών αναστάσεων, για να πει ότι δεν υπάρχει πιο λογικό γεγονός από την ανάστασι. Σύ λέγει, να πω ένα παράδειγμα, εσύ άνθρωπε που δεν πιστεύεις στην ανάστασι, είσαι ανόητος, γιατί;



Τον σπόρο, τον οποίο παίρνεις, τον σπέρνεις στη γη, και όταν τον σπέρνεις στη γη χάνεται, σαπίζει, λιώνει, και ξαφνικά αυτός ο σπόρος που εσύ νομίζεις ότι χάθηκε, ξαφνικά έρχεται η άνοιξις και ανθίζει, και λουλουδίζει, και καρπίζει, και ενώ έσπειρες ένα σπόρο, θερίζεις μυριάδες σπόρους. Εάν λοιπόν ο σπόρος έχει αυτή την αναστάσιμη δύναμι, ώστε να κάνη την έκρηξι που λέγεται ανάστασις και που λέγεται άνοιξις, Εκείνος ο οποίος δημιούργησε την φύσι, δημιούργησε την πλάσι και δημιούργησε τόσες αναστάσεις, δεν θα ανίστατο εκ των νεκρών;



Ένα αυτό. Δεύτερον: όταν η φύσις ανασταίνεται, όταν τα λουλούδια ανθίζουν, είναι σαν να φωνάζουν: «Χριστός Ανέστη», η φύσις ανέστη. Ο ήλιος όταν το βράδυ δύει, νομίζεις πάει χάθηκε γιατί πήγε να φωτίσει σε άλλο ημισφαίριο, και το πρωϊ με την ανατολή του φωνάζει «Χριστός Ανέστη», το φως ανέστη!



Ο Χριστός, χρησιμοποιεί, και αυτό το παράδειγμα: της γεννήσεως του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γεννιέται τρεις φορές. ανασταίνεται τρεις φορές. Τα λέει ο Χριστός αυτά. Τη μία όταν από τον τάφο της ανυπαρξίας ανασταίνεται σαν ύπαρξη και μπαίνει σαν ζωή εν τάφω μέσα στην κυοφορία της μητέρας. Και εκεί ζῆ, και νομίζεις ότι… πού είναι το παιδί; Ζῆ! Και ξαφνικά, γίνεται η δεύτερη ανάστασις, από τον τάφο της κυήσεως έρχεται στο φως της υπάρξεως. Και μετά έχουμε μια άλλη ανάστασι πάλι αυτού του παιδιού, και βλέπεις, κάθε αλλαγή της ηλικίας είναι μία ανάστασις.



Αυτές όλες και πλήθος άλλων φυσικών αναστάσεων που αναφέρει ο Κύριος, αναφέρει η Παλαιά, αναφέρει η Καινή Διαθήκη, αναφέρει το σύμπαν που είναι γεμάτο από αναστάσεις, φανερώνουν αυτό που ήθελα να πω απ’την αρχή, ότι δεν προσκρούει στη λογική η Ανάστασις του Χριστού αλλά αποτελεί την φυσική συνέπεια της ζωής. Επομένως η Ανάστασις του Χριστού ήταν αναμενόμενο γεγονός, είναι η δυναμική της Παντοδυναμίας του Χριστού. Και θα έλεγε κανείς, εάν επάνω στο Σταυρό βλέπει κανείς το κορύφωμα της Αγάπης, στην Ανάστασι βλέπει κανείς το αποκορύφωμα της Παντοδυναμίας του Θεού.


Επομένως εκείνοι που δεν μπορούσαν να φανταστούν την Ανάστασι είναι οι μαθητές. Και οι μαθήτριες του Χριστού. Και εδώ είναι ένα μυστήριον, γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν την Ανάστασι του Χριστού καίτοι ο Χριστός τους είχε μιλήσει για την Ανάστασι καθαρά. Τους είπε ότι «αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και δει ο Υιός του ανθρώπου αποκτανθῆναι και τη Τρίτη ημέρα εγερθῆναι».
Έχουμε τη μια κατηγορία λοιπόν των ανθρώπων όπως ήταν οι μαθητές και οι μαθήτριες που ήταν ανυποψίαστοι ή δεν φαντάζονταν την Ανάστασι.
Και απ’ την άλλη, είναι η κατηγορία που είπατε σεις προηγουμένως, εκείνοι οι οποίοι για λόγους σκοπιμότητος και συμφέροντος δεν ήθελαν επ’ουδενί λόγω να γίνη η Ανάστασις, εκείνοι οι οποίοι θέλησαν να εμποδίσουν την Ανάστασι, κι’εκείνοι οι οποίοι όταν έγινε η Ανάστασι την πολέμησαν την Ανάστασι. Αυτό δεν έγινε διότι δεν είχαν λογικά επιχειρήματα να πιστέψουν την Ανάστασι. Αυτό δεν έγινε διότι, δεν εγνώριζαν ότι έγινε! Δεν τους συνέφερε η Ανάστασις! Γι’ αυτό βλέπετε, αφού ο Κύριος μπαίνει μέσα στον τάφο, ως «η Ζωή εν τάφω», οι Αρχιερείς και οι ιερείς και οι γραμματείς και οι φαρισαίοι οι οποίοι ήξεραν ότι καίτοι τον εσταύρωσαν, ο «φάκελλος» που λέγεται Ιησούς δεν έκλεισε, τρέχουν στον Πιλάτο και λένε: κύριε, αυτός ο πλάνος, ο πλάνος, είπε έτι ζων ότι μετά τρεις ημέρας εγείρομαι, το ήξεραν αυτό, όχι απλώς το ήξεραν, ήσαν βέβαιοι ότι θα αναστηθή.


Θα σας πω μετά γιατί ήσαν βέβαιοι. Στείλε, λέει, κουστωδία, να φυλάξουν τον τάφο! Και στέλνει ο Πιλάτος, με το μυαλό που είχε και αυτός, να φυλάξουν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, με τις λόγχες και με τις ασπίδες! Αν είναι δυνατόν ποτέ, μια μεραρχία ν’ανεβή στην κορυφή του βουνού για να εμποδίση με τις λόγχες και με τα πολυβόλα την ανατολή του ήλιου, άλλο τόσο θα ήταν δυνατόν ορισμένοι Ρωμαίοι στρατιώτες να εμποδίσουν την Ανατολή του Ήλιου μέσα από τον τάφο του Κυρίου! Και όταν ο Κύριος ανασταίνεται, εσφραγισμένου του μνήματος ανασταίνεται, οι στρατιώτες βλέπουν τα τεκμήρια της Αναστάσεως. Οι στρατιώτες «απενεκρώθησαν», δηλαδή φοβήθηκαν και ταράχτηκαν, πότε; Όταν ο άγγελος κατέβηκε από τον ουρανό και απεκύλισε τον λίθον και εγένετο σεισμός μέγας, τότε, από του φόβου απενεκρώθησαν και εγένοντο ωσεί νεκροί, λέει ο ευαγγελιστής. Αυτό σημαίνει, ότι οι στρατιώτες οι Ρωμαίοι είδαν μαζί με τις μυροφόρες τα τεκμήρια, τα ντοκουμέντα, τις αποδείξεις του κενού (με ε) και καινού (με αι) τάφου, του άδειου τάφου και του καινούργιου τάφου. Είδαν τα οθόνια, είδαν και το σουδάριο.


Και όταν επήγαν στα αφεντικά τους, τους είπαν; «Ηγέρθη»! Ηγέρθη! Ανέστη! Τότε, τους είπαν: Κλείστε το στόμα! Σφραγίστε το, δεν μας συμφέρει να το μάθη κανείς, ούτε ένας, πάρτε λεφτά, όσα λεφτά θέλετε, αρκεί να παραπληροφορήσετε τον κόσμο ότι δεν ανέστη εκ νεκρών, κι’ότι δήθεν κοιμόσασταν εσείς και ήρθαν οι μαθηταί κι’έκλεψαν το σώμα του Ιησού. Πάρτε όσα χρήματα θέλετε! Δεν τους συνέφερε η ανάστασις! Η Ανάστασις λοιπόν, για να καταλήξω σ’αυτό το σημείο που ερωτήσατε, είναι το πλέον φυσικό, το πλέον λογικό, το πλέον δυνατό, αλλά και το πλέον καθολικό γεγονός. Θα έλεγα με μία λέξη που χρησιμοποιούν και οι πατέρες, ότι, η Ανάστασις είναι η πλέον πολύτεκνος γυναίκα.


Ο Χριστός, ο σαρκωμένος Υιός του Θεού, είναι μονογενής Υιός της Μητρός, της Θεοτόκου. Ως εγερθείς όμως εκ νεκρών, είναι ο πρωτότοκος εκ των νεκρών, όχι με την έννοιαν του πρωτοτόκου εκ της Παρθένου, αλλά με την έννοια ότι είναι ο πρόδρομος, ο πρώτος που βγαίνει μπροστά, ο μπροστάρης της Αναστάσεως και πίσω από τον πρωτότοκο της Αναστάσεως προχωρούν πλέον όλοι οι αναστημένοι, αφού όλοι οι άνθρωποι, είτε πιστεύουν στην Ανάστασι του Χριστού, είτε δεν πιστεύουν στην Ανάστασι του Χριστού, θα γίνουν οπωσδήποτε παιδιά της αναστάσεως∙ όπως δεν μας ρώτησε κανείς για να ζήσουμε την πρώτη ανάστασι που σημαίνει η γέννησις, γιατί η γέννησις είναι η ανάστασις και η ανάστασις είναι γέννησις, έτσι δεν θα μας ρωτήσει κανείς αν θέλουμε να αναστηθούμε εκ νεκρών, εφόσον όταν χτυπήσει το καμπανάκι της αναστάσεως κατά την Δευτέρα του Χριστού Παρουσία, «πάντες οι εν της μνημείοις ακούσωνται της φωνής Αυτού και αναστήσωνται εκ των νεκρών». Αυτό, το γεγονός της Αναστάσεως λοιπόν, είναι φυσικό, λογικό, δυναμικό, συγκλονιστικό.


Ερώτησις: Μάλιστα. Εδώ που φθάσαμε, εύλογα γεννάται το ερώτημα, ότι, οι πρώτοι πολέμιοι του θαύματος της Αναστάσεως είναι οι άρχοντες των Ιουδαίων και έχουμε εκεί και μια ιδιαιτέρα τάξι από το λαό των Ιουδαίων, τους Σαδδουκαίους, οι οποίοι αντιμάχονται την ανάστασι και σε καμμιά περίπτωσι δεν δέχονται το γεγονός της Αναστάσεως. Μήπως θα μπορούσατε να μας πῆτε κάτι γι’αυτό για να μπούμε μετά στους αποστόλους, στους μαθητάς και στους οικείους του Κυρίου μας οι οποίοι αμφισβητούν την Ανάστασι, και αυτοί, από άλλους λόγους και εξ άλλης αφορμής κινούμενοι;
 

Απάντησις: Οι μεν Σαδδουκαίοι, η μία από τις τρεις θρησκευτικές τάξεις, τα θρησκευτικά κόμματα της εποχής (Εσσαίοι, Φαρισαίοι, και Σαδδουκαίοι), οι μεν Σαδδουκαίοι ήσαν εκείνοι οι λέγοντες «μη είναι ανάστασιν», και ενώ θέλησαν να πειράξουν τον Κύριο με εκείνο το παράδοξο και ανόητο και σεξουαλικό παράδειγμα που του ανέφεραν για να τον πειράξουν, ο Κύριος όχι μόνον δεν πειράχτηκε, αλλά πήρε αφορμή για να τους μιλήση πῶς θα είναι η ζωή μετά την ανάστασι. Εδώ θέλω να κάνω μία σημείωσι και να πω, όταν μιλάμε για ανάστασι, ότι η ανάστασις είναι άλλο πράγμα από την αθανασία της ψυχής.


Για την αθανασία της ψυχής μιλούσαν και οι αρχαίοι, μιλούσαν και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, για την αθανασία της ψυχής μιλούν και οι θρησκείες, άλλο είναι η αθανασία της ψυχής και άλλο είναι η ανάστασις. Η αθανασία δεν είναι ανάστασις, η ανάστασις είναι και αθανασία, τι εννοώ; Αθανασία έχει και το κακό, αθανασία έχει και ο Διάβολος, αθανασία θα’χουν και οι κολασμένοι, αθάνατοι θα’ναι μέσα στην κόλασι. Η ανάστασις είναι η αθανασία του φωτός. Είναι η αθανασία της αιωνίου ζωής. Είναι η αθανασία της Βασιλείας των Ουρανών.


Η ανάστασις έχει δύο πλευρές, η μία πλευρά είναι η ανάστασις η πνευματική για την οποία μιλάει ο Χριστός στο διάλογό του με τον Νικόδημο, ότι αν δεν ξαναγεννηθή κάποιος δεν θα μπορέσει να ζήση μαζί με το Θεό αιώνια, και του λέει ο Νικόδημος: δηλαδή πώς θα ξαναμπώ εγώ, γέρος ων στην κοιλία της μητέρας μου; δεν καταλάβαινε! κι ο Χριστός του μιλούσε για την αναγέννησι, είναι αυτό που λέμε ανάστασι πνευματική. Όταν δηλαδή ανασταίνεται ένας αμαρτωλός από τον τάφο της αμαρτίας, αυτή είναι η μεγάλη ανάστασις, αυτή είναι η «δύσκολη ανάστασι»!


Και έχουμε και την ανάστασι των σωμάτων όλων των νεκρών που είναι η «εύκολη» ανάστασι. Και θα πώ γιατί η μία είναι δύσκολη, η άλλη είναι εύκολη. Το να αναστηθῆ ένας αμαρτωλός από τον τάφο της αμαρτίας, το να γίνη, ένας σαρκολάτρης, να γίνη εγκρατής, το να γίνη ένας θυμώδης πράος, το να γίνη ένας διώκτης του Ευαγελίου του Χριστού, απόστολος, όπως έγινε ο απόστολος Παύλος, το να γίνη ένας άγριος, άγιος, προπαντός το να γίνη ένας φιλάργυρος ελεήμων, κι αυτό είναι απ’ τα πολύ δύσκολα, αυτές είναι αναστάσεις, οι οποίες αναστάσεις είναι δύσκολες, απείρως δυσκολώτερες από όλες τις αναστάσεις που θα γίνουν την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας.


Γιατί; Διότι με την ανάστασι των νεκρών, η οποία είναι πίστις μας: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών», και θέλω να το τονίσω πολύ αυτό το πράγμα, διότι δεν πιστεύουν πολλοί ότι ο άνθρωπός τους που μπήκε στο μνήμα, μπήκε μόνο για να φυτευτῆ και ν’ανθίση λουλούδι καινούργιο με την ανάστασι∙ διότι θ’αναστηθῆ ο δικός τους άνθρωπος∙ κι’ ότι μέσα στον τάφο μπήκε μόνο για να αλλάξη στολή, λέει ο Παύλος στον ύμνο της Αναστάσεως: δει το φθαρτόν ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν ενδύσασθαι αθανασίαν και όταν το φθαρτόν ενδύσεται αφθαρσίαν και το θνητόν αθανασίαν τότε θα γίνη ο μεγάλος θρίαμβος και θ’ ακουστῆ: πού σου θάνατε το κέντρον, πού σου Άδη το νίκος;


Λοιπόν, η ανάστασις των νεκρών, την οποίαν αμφισβητούν δυστυχώς και οι περισσότεροι ορθόδοξοι, είναι πανεύκολο για το Χριστό. Το δύσκολο είναι η πνευματική ανάστασις των αμαρτωλών και εξηγούμαι γιατί: Διότι, το σώμα που θα αναστηθῆ, το νεκρό, τα κόκκαλα, εκεί που βρίσκονται… δεν πρέπει να νοιαζόμαστε που θα πάη το σώμα μας, όπου θέλουν ας μας θάψουν, η ανάστασις θα μας ανακαλύψη όπου κι αν βρισκόμαστε! Γι’ αυτό οι χριστιανοί δεν πολυπραγμονούν, δεν πολυπραγμονούν που θα τους θάψουν.
Το ν’αναστηθῆ το σώμα, είναι εύκολο, γιατί; Διότι, μεταξύ της παντοδυναμίας του Θεού και του υλικού σώματος, δεν μεσολαβεί καμία αντίστασις. Το να αναστηθῆ όμως ένας ζωντανός άνθρωπος από το πτώμα της αμαρτίας και να γίνη νέος άνθρωπος, αυτό είναι πολύ δύσκολο ακόμα και στην παντοδυναμία του Θεού, διότι μεταξύ της παντοδυναμίας και του ανθρώπου μεσολαβεί εκείνη η δύσκολη αντίστασις που λέγεται ελευθέρα βούλησις, το πείσμα του ανθρώπου που ρέπει προς την αμαρτία, ο άνθρωπος ο οποίος αγαπά πιο πολύ το σκοτάδι και όχι το φως, και επομένως, για να γίνη η ανάστασις η πνευματική, συνεργάζεται η παντοδυναμία του Θεού, με τη (βούληση) του ανθρώπου.


Ποιο είναι το συμπέρασμά μου; Εφόσον λοιπόν, έχουμε χειροπιαστές δύσκολες αναστάσεις, που έγιναν, γίνονται και θα γίνονται, οι άγιοι, ο κάθε χριστιανός άγιος, ο κάθε αναγεννημένος κι έχουμε πλήθος μαρτυριών! Γιατί αμφιβάλλεις, αφού έγινε το δύσκολο, ότι θα γίνη το πανεύκολο πράγμα, ένα πράγμα το οποίον έχει επαναληφθεί; Λέει ο Παύλος, όταν έχει γίνει το άλλο δύσκολο: εκ του μηδενός να εγείρεται άνθρωπος, εγείρεται στον τόπο, εκ της ανυπαρξίας, τι είναι πιο εύκολο, απ’το μηδέν ανασταίνεται άνθρωπος, ή, μερικά οστά, όπως προφητεύει στην περίφημη προφητεία ο Ιεζεκιήλ ο προφήτης, και ακούμε τη Μεγάλη Παρασκευή μετά τον επιτάφιο, μερικά οστά που ήσαν ανθρώπινα οστά, να ξαναγίνουν και να ξαναστηθῆ ο άνθρωπος; Ποιο είναι πιο εύκολο; Ασφαλώς το δεύτερο! Αφού λοιπόν έγινε το πρώτο, εκ της ανυπαρξίας ανίσταται άνθρωπος, γιατί τότε να αμφιβάλης για το εύκολο, και αφού είναι ακόμα πιο δύσκολο απ’την αμαρτία να γίνεται άγιος, γιατί αφιβάλλεις;
 

Ερώτησις: Πάτερ Δανιήλ, ο Κύριος είχε ομιλήσει πολλές φορές για την Ανάστασί Του, οι ίδιοι οι μαθηταί, είδαν με τα μάτια τους νεκρούς να τους ανασταίνη ο Χριστός…
 

Απάντησις: Και οι ίδιοι ανέστησαν!
 

Ερώτησις: Και οι ίδιοι; εκ των υστέρων, μετέπειτα… πότε ;
 

Απάντησις: Όχι, όταν τους έστειλε στην αποστολή, και ήρθαν κι έκαναν απολογισμό, και λέει: Στο όνομά Σου νεκροί ηγέρθησαν, και ο Ιούδας ανέστησε νεκρούς, εδώ είναι το φοβερό πράμα αυτό που είπατε, ενώ είχαν δει τη Χάρι, τη Δύναμι του Θεού, την είχαν λάβει, είχαν γίνει όργανα λειτουργίας της Αναστάσεως, ενώ σαφέστατα ο Χριστός τους είπε : ουκ αφήσω υμάς ορφανούς, έρχομαι πάλιν προς υμάς, ενώ τους είχε πάλι πει, η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται, ενώ πάλι τους είχε χρησιμοποιήσει το παράδειγμα της γυναίκας, της κυήσεως, και τους λέει: η γυνή όταν τίκτει θλίψιν έχει, πόνον έχει, αλλά όταν γεννηθεί τότε χαίρεται, διότι άνθρωπος ήλθεν εις τον κόσμο, ενώ λοιπόν τόσες φορές τους είχε αναφέρει το παράδειγμα του Ιωνά, τόσες φορές τους είχε μιλήσει περί Αναστάσεως… εδώ είναι το μυστήριο της οικονομίας, εγώ το θεωρώ οικονομία αυτό, πώς;


Κλείστηκαν τα μάτια των μαθητών για ένα διάστημα, να μην μπορούν να δουν την Ανάστασί Του. Κλείστηκε η φαντασία και ο ορίζοντάς τους τόσο πολύ, ώστε κλειδαμπαρώθηκαν διά τον φόβον των Ιουδαίων, εγκατέλειψαν τον Διδάσκαλο, απεδείχθησαν ανθρωπάκια αδύνατα, που το’βαλαν στα πόδια, και όλα αυτά είναι πειστήρια, ακριβώς για να φανή ότι η Ανάστασις δεν μπορούσε να είναι ούτε καρπός της φαντασιοπληξίας μερικών γυναικών, ούτε φαντασία ή ανακάλυψις των μαθητών, αλλά αυτοί οι μαθητές που φάνηκαν τόσο δειλοί, αυτοί οι μαθητές οι οποίοι ξέχασαν ότι θα αναστηθῆ ο Χριστός, αυτοί οι μαθητές που όταν πηγαίνουν οι μυροφόρες και τους λένε «Ανέστη», εφάνησαν, λέει «ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών και ηπίστουν», τι είναι αυτά που λέτε, φλυαρίες, και απιστούσαν, αυτοί οι μαθητές βαδίζουν μελαγχολικά, στο πρόσωπο των δύο πορευομένων προς Εμμαούς, ξαφνικά να μεταβάλλονται και η μεταβολή των αποστόλων, όπως γνωρίζουμε αποτελεί «την ανάστασι μετά την Ανάστασι», το πιο τρανταχτό ντοκουμέντο της Αναστάσεως!


Οι δειλοί γίνονται «λέοντες πυρ πνέοντες», οι αγράμματοι γίνονται πάνσοφοι, οι άλαλοι γίνονται θαρραλέοι ομολογητές. Τους ραβδίζουν μετά και τους φραγελλώνουν και τους λένε, επιτέλους πάψτε να μιλάτε διά το όνομα του Ιησού, κι αυτός ο Πέτρος που μπροστά σ’ένα κοριτσάκι δεν μπορούσε να ομολογήση τον Ιησούν Χριστόν, και Τον αρνήθηκε, τον ακούς μετά να λέη: «ου δυνάμεθα α είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν», αυτή η μεταβολή των αποστόλων, που αγράμματοι, άσημοι, άοπλοι, χωρίς υλικά εφόδια, χωρίς τίποτε, γίνονται οι αναμορφωτές της οικουμένης, αποτελούν την μεγαλύτερη απόδειξη της αλλαγής και μεταβολής που κάνει η Ανάστασις. Το ίδιο και οι μαθήτριες, οι μυροφόρες. Πηγαίνουν προς το μνήμα, ανυποψίαστες για το θαύμα της Αναστάσεως. Όχι απλώς ανυποψίαστες, προβληματισμένες, «τις αποκυλίση ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου»; Όχι απλώς δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι ο παντοδύναμος σείει τα πάντα και θ’αναστηθῆ, αλλά δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι μια πέτρα, που δυο άνθρωποι τη βάλανε, δεν μπορούσε να αποκυλιστῆ. Τόσο, η οικονομία του Θεού είχε παρουσιάσει τη μικρότητα των μυροφόρων και των μαθητών, ώστε να φανή μετά η βεβαιότητα του γεγονότος της Αναστάσεως. Και βλέπετε τις μυροφόρες, ενώ βλέπουν τον άγγελο, να συναντούν μετά τον Πέτρο και τον Ιωάννη και να τους λένε: «Ήραν τον Κύριον εκ του μνημείου, και οικ οίδαμεν, δεν ξέρουμε, πού έθηκαν Αυτόν»!
 


Αυτό όντως σημαίνει ότι τα επιτρέπει ο Θεός όλα αυτά, ώστε να μην είναι δυνατόν η Ανάστασις ούτε φαντασιοπληξία να είναι, ούτε αποκύημα φαντασίας, ούτε φτιαχτό παραμύθι, αστείο πράγμα αν ένα παραμύθι θα μπορούσε να εμπνεύση και να ενθουσιάση τους δώδεκα αποστόλους να μεταμορφώσουν τον κόσμο∙ αυτό το παραμύθι, (αν ήταν η ανάστασις, αν ήταν δυνατόν ποτέ), να ενθουσιάση εκατομμύρια ανθρώπους και να θυσιαστούν για ένα παραμύθι∙ και προ παντός αυτό το παραμύθι να στηρίξει μια εκκλησία στους είκοσι αιώνες που συνεχώς σταυρώνεται και συνεχώς ανασταίνεται! Άρα λοιπόν επέτρεψε ο Κύριος την αδυναμία, για να φανή μετά η καταπληκτική μεταβολή της παντοδυναμίας του Χριστού που λέγεται Ανάστασις, και να αποτελούν οι απόστολοι το ντοκουμέντο της Αναστάσεως.


Το ίδιο, και σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό θα μπορούσε να πή κανείς για τη μεταστροφή του αποστόλου Παύλου, ο οποίος Παύλος είναι η μεγαλύτερη «ανάστασις» μετά την Ανάστασι του Χριστού, η μεταστροφή του. Δεν ήταν τυχαίο ότι ήταν ένας φανατικός φονταμενταλιστής ο Παύλος, ένας τι να πω δηλαδή, ένας Ταλιμπάν, πώς να το πω σήμερα, ένας καμικάζι θα λέγαμε σήμερα, φανατικός, του οποίου τα χέρια ήταν βουτηγμένα μεσ’ στο αίμα, αίμα, χριστιανικό αίμα, τους έσερνε μεσ’ στη φυλακή και νόμιζε ότι δοξάζει το Θεό μ’ αυτό τον τρόπο, και ξαφνικά αυτός ο Παύλος, ο Σαύλος, να γίνεται ο πρώτος κήρυκας των αποστόλων, του Ευαγγελίου, και όχι μόνον αυτό, αλλά να είναι ο κήρυκας του Σταυρού και της Αναστάσεως ώστε να λέγη: μη μιλάτε για άλλα πράγματα στον κόσμο, δύο πράγματα, «ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν ει μη Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον» και να λέγη μετά «κηρύσσομεν την δύναμιν της Αναστάσεως Αυτού» και να φτάνη μετά στο περίφημο, λέω, κεφάλαιο, το 15 (Α΄Κορ.) της αναστάσεως, όπου με αλλεπάλληλα επιχειρήματα, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, δεκαπέντε, είκοσι επιχειρήματα, να θέλη να πη ότι, αν δεν πιστεύετε ότι θα αναστηθούν οι νεκροί, ουδέ Χριστός εγήγερται, ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, άρα ματαία η Πίστις ημών και το κήρυγμα!


Αν δεν πιστεύεις κυρία μου που πας στον τάφο και κλαις απαρηγόρητα, αν δεν πιστεύεις ότι ο άνθρωπός σου θα αναστηθή, αν δεν πιστεύης ότι το παιδί σου που πέθανε είναι μεταφυτεμένο στον ουρανό, δεν πιστεύεις ότι αναστήθηκε ο Χριστός! Και αν δεν αναστήθηκε ο Χριστός, να γκρεμίσουμε τις εκκλησίες! Δεν είναι καμιά θρησκεία για να περνάνε καλά κάποιοι άνθρωποι, η Εκκλησία μας, πάτερ Θεόφιλε, όπως το γνωρίζετε πολύ καλύτερα, είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως! Την Ανάστασι συνεχώς προβάλλει! Γι’ αυτό βλέπετε, την Κυριακή ημέρα, απολαμβάνουμε την Ανάστασι!


Ερώτησις: Μάλιστα, γίνεται αντιληπτό, ότι, το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού κατ’αρχήν γίνεται αποδεκτό ύστερα από έρευνα που κάνουν όλοι οι μαθηταί. Δεν το αποδέχονται, αμφισβητούν, το θεωρούν φλυαρία (ωσεί λήρον) αυτό που ακούνε ότι όντως ανέστη ο Κύριος, και μετά οι ίδιοι, αφού ο Κύριος κατά την μεγάλην Αυτού οικονομίαν εμφανίζεται ενώπιον τόσων ανθρώπων, στις ένδεκα εμφανίσεις του Κυρίου του Αναστάντος, και στις μυροφόρους και στους μαθητάς και στους ένδεκα και στη συνέχεια και στους πεντακοσίους κ.λπ. ένα γεγονός ιστορικό, που τεκμηριώνεται με ιστορικά ντοκουμέντα και γίνεται αποδεκτό, και εμείς στηριζόμενοι, δηλαδή η Εκκλησία στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. Διότι εάν δεν ήτανε ο Χριστός αναστημένος, τότε, θα ήτανε όλο το σύστημα της Εκκλησίας ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, μία από τις υπάρχουσες θρησκείες του κόσμου, η οποία θα ξεκινούσε από τη γέννησι και θα κατέληγε στον τάφο. Δεν θα είχε τις διαστάσεις και αυτό το μεγαλείο που έχουμε εμείς σήμερα, διότι ο Χριστός δεν ήταν ένας κοινός θνητός, ότι δεν έμεινε μέσα στο μνήμα, ότι το μνήμα του Χριστού δεν είναι γεμάτο από κόκκαλα όπως είναι όλων των άλλων αρχηγών των θρησκειών, αλλά είναι κενό, διότι ο Χριστός δεν ήταν ένας απλός θνητός αλλά ο Θεάνθωπος, επάνω στο οποίον στηρίχθηκε η Εκκλησία και υπάρχει διά μέσου των αιώνων ακατάλυτος και αιώνιος. Και το άλλο που μας λέτε ότι η Ανάστασις του Χριστού ενεψύχωσε και τους μαθητάς αλλά και όλους όσους επίστεψαν στον Χριστό, ώστε να αγωνίζονται, να παλεύουν, να μάχονται, να μαρτυρούν, να θυσιάζουν τη ζωή των, γι’ αυτό το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού, διότι εάν όλοι αυτοί οι χριστιανοί δεν πίστευαν στην Ανάστασι του Χριστού, οπωσδήποτε δεν θα ελάβαιναν αυτό το θάρρος και αυτή την δύναμι κι αυτήν την αγωνιστικότητα και τη μαχητικότητα ώστε και τη ζωή των ακόμα να θυσιάσουν γι αυτό το πιστεύω στην Ανάστασι του Χριστού. Αλλά αν είχατε την καλοσύνη, πάτερ Δανιήλ, να μας πείτε αν έχουμε στην Παλαιά Διαθήκη προεικονίσεις της Αναστάσεως του Χριστού.
 

Απάντησις: Προτού να πούμε αυτό, διότι ο ίδιος ο Κύριος, ο ίδιος ο Χριστός παρουσίασε προεικονίσεις και προτυπώσεις και συμβολισμούς της Αναστάσεως, θα ήθελα να πω δύο σκέψεις πάνω σ’αυτό που είπατε προηγουμένως. Γιατί ο Κύριος θεώρησε επάναγκες, δι ημερών τεσσαράκοντα όπως λέει η αρχή των Πράξεων των Αποστόλων, να εμφανίζεται, και το «θέατρο» της Αναστάσεως να λειτουργεί σαράντα μέρες και να εμφανίζεται ο Χριστός πολλές φορές Αναστημένος, σε πολλούς τόπους, με πολλούς τρόπους, σε πολλά πρόσωπα και πολλές μέρες;


Για να είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός της Αναστάσεως σ’εκείνους οι οποίοι δεν είναι προκατειλημμένοι, διότι όταν ο άνθρωπος είναι προκατειλημμένος, όσα θαύματα και αν δη και όσες κι αναστάσεις να δη, δεν τον συμφέρει να πιστέψει. Για ‘κείνους όμως οι οποίοι δεν είναι προκατειλημμένοι, ο Κύριος συγκαταβαίνει, που είπατε τη λέξι οικονομία, ήταν οικονομία του Ιησού να εμφανίζεται μετά την Ανάστασι, διότι το σώμα το οποίον είχε ο Ιησούς μετά την Ανάστασι δεν είναι ούτε το σώμα το χοϊκόν για το οποίο μιλάει ο Παύλος ούτε το σώμα το ψυχικόν, είναι το σώμα το πνευματικόν, είναι το σώμα που θα λάβουν και οι άνθρωποι μετά την ανάστασι και επομένως αυτό το σώμα το οποίον έχει ο Ιησούς μετά την Ανάστασι, δεν ήτανε υλικό σώμα, ώστε να ψηλαφάται, ώστε να έχει ανάγκη τροφής, παρ’ όλα ταύτα οικονομεί ο Θεός και εμφανίζεται, όχι απλώς εμφανίζεται αλλά προκαλεί την έρευνα, ο Ίδιος προκαλεί την έρευνα!


Ο Θωμάς δεν ζήτησε τίποτε άλλο από εκείνο που ζητούσαν όλοι οι μαθηταί. Και δεν εζήτησε τίποτ’ άλλο παρά το δικαίωμα το οποίον ο ίδιος ο Χριστός προκάλεσε να το ζητάνε οι άνθρωποι. Γιατί το «πίστευε και μη ερεύνα» είναι τελείως σατανικό δόγμα, και δεν έχει καθόλου σχέση με την Εκκλησία και με το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός, μόλις ανασταίνεται, και εμφανίζεται στους μαθητάς, η πρώτη λέξη ποια είναι; Πρόκλησις! Ψηλαφήσατέ με, βεβαίως πολλές φορές εμφανίστηκε «εν ετέρα μορφῆ», αυτό είναι άλλο θέμα, το εν ετέρα μορφῆ για να φανούν πολλές οι εμφανίσεις του Κυρίου, και να φανούν ότι ο Κύριος οικονομεί τα πράγματα, αλλά, το «εν ετέρα μορφῆ», εκλαμβάνεται η Σάρκωσις: «εν μορφῆ Θεού υπάρχων έλαβε δούλου μορφήν», και «εν ετέρα μορφῆ», ώστε να δοκιμάζεται η πίστις και κατόπιν να αποκαλύπτεται ο αναστάς Ιησούς.


Και προκαλεί την έρευνα, και λέει «ψηλαφήσετέ με και ίδετε», ελάτε, η Εκκλησία ουδέποτε αρνήθηκε την έρευνα στους «τύπους των ήλων», μόνο να μην παραμείνουμε στους «τύπους» και να μην παραμείνουμε στους «ήλους»! Και τους «τύπους» θα δούμε. Και τους «ήλους» θα δούμε. Αλλά θα προχωρήσουμε στην «από.καθ.ήλωση», εις την Ανάστασι, στη Νέα Ζωή, η μια παρατήρησις αυτή.


Η δεύτερη παρατήρησις είναι σε κάτι που είπατε προηγουμένως, ότι εάν δεν ήταν η Ανάστασις, ο Χριστιανισμός, είπατε προηγουμένως, και κατά κάποιο τρόπο μπορεί να το δεχθούμε, θα ήταν μια θρησκεία όπως όλες οι άλλες. Εγώ θα πω κάτι άλλο. Ότι εάν δεν ήταν η Ανάστασις, ο Χριστός δεν θα ήταν ο αληθινός Θεός, και αν δεν ήταν η Ανάστασις δεν θα υπήρχε Χριστιανισμός, δεν θα υπήρχε Εκκλησία! Διότι υπάρχουν θρησκείες που είναι κατασκευάσματα των ανθρώπων, απλούστατα διότι έχουν δημαγωγικά συνθήματα και διότι έχουν υποσχέσεις υλικών και υλιστικών απολαβῶν.


Πῶς θα ήταν δυνατόν ποτέ να ξαπλωθεί το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, με αντιδημαγωγικά συνθήματα, σαν το σύνθημα: όποιος θέλει να με ακολουθήση θα πάρει σταυρό και θα σταυρωθή, πώς θα ήταν δυνατόν ποτέ να επικρατήση μια τέτοια θρησκεία η οποία ζητάει θυσίες, προσφορά, σταυρό; Δεν θα υπήρχε καν. Και σ’αυτό που σας λέω έρχεται συνεπίκουρο εκείνο το καταπληκτικό επιχείρημα που ακούμε στις πράξεις των αποστόλων, από τον Γαμαλιήλ. Θα το ξαναθυμίσω, είναι απ’ τα συγκλονιστικά επιχειρήματα, ότι η Εκκλησία είναι ακατανίκητος διότι είναι το Θεανθρώπινο αναστημένο σώμα του Χριστού.
 
Θα πω και για τις προτυπώσεις, δεν το’χω ξεχάσει, αλλά θέλω αυτό να το πώ γιατί είναι πολύ συγκλονιστικό.
Όταν οι μαθητές μετά την Ανάστασι και μετά την Πεντηκοστή, συλλαμβάνονται, ραβδίζονται, και τελικά συνέρχεται το Συνέδριο των Ιουδαίων για να τους καταδικάσει, κι’ είναι όλοι αποφασισμένοι να τους κόψουν το κεφάλι, -ενός πρόλαβαν και έκοψαν το κεφάλι, του Ιακώβου του αδελφού του Ιωάννου, είναι ο πρώτος ο οποίος εμαρτύρησε και για να γίνη η προφητεία που είπε ο Χριστός «το ποτήριον ό εγώ πίνω πίεσθε», και ο πρώτος που ήπιε το ποτήρι…(ήταν ο Ιάκωβος)-, αλλά μόλις λοιπόν συνέρχεται το συνέδριο των Ιουδαίων και έλεγαν - έλεγαν ωρυόμενοι, σηκώνεται ο Γαμαλιήλ, ο οποίος λέγει, είχε και κύρος, με μεγαλοψυχία: -Να βγουν έξω οι δώδεκα κατηγορούμενοι. Τους έβγαλαν έξω τους δώδεκα. - Ακούσατέ με! Προτού να εμφανιστή αυτός τον οποίον κηρύττουν, ο Ιησούς Χριστός, είχε εμφανιστή, όπως γνωρίζετε, άλλος ο οποίος απαιτούσε και έλεγε ότι είναι ο μεσσίας, κι’ αυτός λεγόταν Θευδάς. Και τον ακολούθησαν όχι δώδεκα μαθητές, αλλά χίλιοι μαθητές. Όταν όμως, λέει, αποκεφαλίστηκε ο Θευδάς, όλοι σκορπίστηκαν και χάθηκε το κίνημά του αμέσως.


Μετά το Θευδά, εμφανίζεται δεύτερος, άλλος, που έλεγε: εγώ είμαι ο μεσσίας, ο Ιούδας, όχι ο Ισκαριώτης φυσικά, και πλήθος μαθητών γύρω από αυτόν. Και όταν, λέγει, εξοντώθηκε ο Ιούδας απ’ τη Ρωμαϊκή εξουσία διά των Αρχιερέων πάλι, εξοντώθηκε ο Ιούδας ο επαναστάτης όχι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, τότε εξαφανίστηκε το κίνημά του. Τώρα, λέγει ο Γαμαλιήλ -και εδώ είναι το επιχείρημα το φοβερό της ιστορίας-, τώρα έχουμε ένα τρίτο φαινόμενο. Κάποιος Ιησούς, τον οποίον αυτοί κηρύττουν, ισχυρίζεται ότι είναι ο υιός του Θεού κι’ ότι εσταυρώθη κι’ ότι ανέστη! Ένα απ’ τα δυο συμβαίνει, λέει ο Γαμαλιήλ! Εάν μεν αυτό το οποίο κηρύττουν αυτοί οι δώδεκα άνθρωποι, είναι ψέματα, αφήστε τους, μετά από δυο τρεις μέρες θα σβήσει το κίνημά τους. Εάν όμως αυτός τον οποίον κηρύττουν είναι Ο Μεσσίας, Ο Υιός του Θεού επί της γης, ο σταυρωμένος και Αναστημένος, τότε, τους λέγει, ούτε σείς, ούτε καμία δύναμις στον κόσμο θα μπορέσει να καταλύση το κίνημά του και τότε, προσέξετε, μήπως και Θεομάχοι ευρεθῆτε!


Αυτό το επιχείρημα του Γαμαλιήλ, πού ‘ναι το συγκλονιστικότερο: Εάν ο Ιησούς δεν ήταν ο Θεός επί της γης, εκείνος ο οποίος εκουσίως σταυρώθηκε, και με την παντοδυναμία Του Ανέστη και θα αναστήση τους πάντες, ο εγείρας εαυτόν εκ νεκρών και ο εγείρας τους νεκρούς και εκείνος ο οποίος συνήγειρεν ημάς, τότε, το κίνημά Του θα είχε σβήση τελείως! Το ότι λοιπόν έζησε η Εκκλησία και ζη, είναι διότι εδραιώνεται πάνω στο θεμέλιο που λέγεται Ανάστασις. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, επειδή η Ανάστασις και ο Σταυρός είναι οι δύο πόλοι του κηρύγματος της Εκκλησίας, όλη η Παλαιά Διαθήκη είναι προτυπώσεις και συμβολισμοί του Σταυρού και της Αναστάσεως. Εάν πάρουμε όλους τους Προφήτες, για δύο πράγματα μιλούν: Για το Σταυρό και την Ανάστασι!




Ο ίδιος ο Χριστός χρησιμοποίησε απ’την Παλαιά Διαθήκη τρία παραδείγματα:

Πρώτον, χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Ιωνά του προφήτου. Και όταν του είπαν οι Ιουδαίοι, τι ειν’αυτά που κάνεις, του λέει, και παίρνεις το φραγέλλιο και μας πετάς έξω από δω, τι είσαι συ, του λένε, «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς», μπρός, κάνε μας σημείο να πιστέψουμε! Ο Κύριος τους κοίταξε με την πραότητα και τους λέει: Σημείον δε θα σας κάνω, δεν κάνει από περιέργεια και κατά παραγγελία θαύματα ο Χριστός, άπειρα θαύματα κάνει όταν πρέπει, όταν θέλει και όταν είναι απόλυτη ανάγκη. Και τους λέει: Σημείον δεν θα σας δοθῆ, παρά μόνον ένα, το σημείον Ιωνά του προφήτου! Και λέει ο ευαγγελιστής παρακάτω: δεν κατάλαβαν τότε περί τίνος έλεγε, όταν όμως ανέστη εκ νεκρών, τότε κατάλαβαν τι σήμαινε το σημείον Ιωνά του προφήτου ο οποίος Ιωνάς είναι σύμβολο της ταφής του Χριστού και της Αναστάσεως. Ετάφη μέσα στην κοιλία του κήτους, έμεινε άθικτος στην κοιλία του κήτους και βγήκε από την κοιλία του κήτους, θα έλεγα μια απλή λέξη, τι λένε τα τροπάρια του Μεγάλου Σαββάτου; Τον ξέρασε! «Σήμερον ο Άδης στένων (στενάζοντας) βοά:συνέφερέ με, ει τον εκ Μαρίας γεννηθέντα μη επεδεξάμην, ελθών γαρ επ’εμέ το κράτος μου έλυσε» δε λέμε το Μ.Σάββατο; Τον ξέρασε, μη ανεχόμενος να έχει τον Ιωνά στο κήτος και τον έβγαλε ζωντανό. Έτσι, και ο Κύριος μόνος Του μπαίνει, για να σταματήση η τρικυμία της αμαρτίας, μόνος Του μπαίνει στο κήτος του θανάτου, του Άδου, μένει άθικτος, με τη Θεότητά Του ρίπτει βόμβα και καταστρέφει το Κράτος και τη μονοκρατορία του θανάτου, του Άδη, και ο Άδης Τον απέδωσε ζωντανό διότι, ουκ ήν δυνατόν Αυτόν κρατείσθαι υπό της φθοράς, ουκ ήν δυνατόν κρατείσθαι υπό του θανάτου τον αρχηγόν της ζωής.
Άλλη φορά πάλι ο Κύριος, όταν Τον προκάλεσαν οι Ιουδαίοι, -Θέλετε σημείο; τους λέει; Ωραία. Θα σας δώσω άλλο σημείο. Λέει: Καταλύσατε τον ναόν τούτον, μπρος! Γκρεμίστε τον ναό. Και εγώ, εν τρισίν ημέραις οικοδομώ! Κι εκείνοι γέλασαν ειρωνικά! Ε, τι ειν’αυτά που λες. Εμείς, τεσσαράκοντα και τρία έτη, οι πατέρες ημών , χρειάστηκαν να χτίσουμε τον ναό, κι΄εσύ τώρα λες, σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσεις; Και σημειώνει πάλι ο Ευαγελιστής Ιωάννης: Δεν κατάλαβαν ότι περί του Ναού του Σώματος μιλούσε. Ο Κύριος, θέλησε, θέλησε, να γκρεμιστῆ ο Ναός της σαρκικής μορφής Του διά του εκουσίου θανάτου, για να ξαναχτίση, εδώ είναι το περίεργο, προσέξτε, το θεολογικώς και ανθρωπολογικώς θαυμαστόν και το φιλάνθρωπον του Θεού! Ξαναχτίζει τον ναό, με την Ανάστασή Του. Εμείς πότε χτίζουμε ένα καινούργιο ναό; Όταν ο άλλος είναι παλιός και δεν μας χωράει. Εδώ, ο Ιησούς είναι τέλειος άνθρωπος, τέλειος Θεός. Και όμως ενώ είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος γκρεμίζει αυτό το τέλειο που έχει, τη μορφή αυτή, για να ξανακτίση το σώμα Του Αναστημένο! Γιατί; Διότι απλούστατα, θέλει, μεσ’στον ναό τον καινούργιο που κτίζει και λέγεται Ανάστασις, να χωράνε όλοι οι άνθρωποι! Διότι, όταν λέμε για Ανάστασι του Χριστού, ομιλούμε για την ανάστασι του ανθρώπου, ο Θεός δεν πεθαίνει, δεν αναστήθηκε ο Θεός Ιησούς διότι δεν πεθαίνει ούτε παθαίνει ο Θεός, ποιος αναστήθηκε; η ανθρωπίνη φύσις του Κυρίου η ενωμένη με τη θεία, η οποία ανθρωπίνη φύσις έχει προσλάβει όλο το ανθρώπινο γένος, το πρόσλημμα, και επομένως αναστήθηκε το ανθρώπινο γένος, και επομένως η ανάστασις ουσιαστικά είναι συνανάστασις, γι αυτό λέει στην προς Εφεσίους επιστολή «συνήγειρεν ημάς» και «συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις».

Τα δύο καταπληκτικά, φιλάνθρωπα, γεγονότα της ζωής του Κυρίου μας, Θεοφανικά, είναι η Ανάστασις και η Ανάληψις. Μας ανασταίνει όλους και επομένως δεν είναι δυνατό να είναι αναστημένο το κεφάλι και θαμμένο το σώμα. Άρα, όλοι, ως μέλη του σώματος του Χριστού είμαστε αναστημένοι, εν δυνάμει, κι αν πιστέψουμε και μετανοήσουμε γινόμαστε αναστημένοι εν ενεργεία, και με την Ανάληψη, ανεβαίνει όλο το ανθρώπινο γένος στην Θέωσι, στα δεξιά του Πατέρα, και εκεί έχει τη θέσι μας ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος είναι στον Ουρανό, εξ ου και μεσιτεύει και εξακολουθεί να είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων δηλαδή Σωτήρας, και επομένως είμαστε θεωμένοι εν Χριστῶ Ιησοῦ εφόσον παραμείνουμε ενωμένοι στο Σώμα του Κυρίου. Εάν αποκοπούμε από το Σώμα, με μια αμαρτία βαρειά που δεν μετανοούμε και δεν εξομολογούμαστε, τότε φυσικά φοβόμαστε και το θάνατο. Εάν όμως μετανοούμε συνεχώς και ζούμε τη μετάνοια που λέγεται πνευματική ανάστασις, τότε δεν φοβόμαστε τον θάνατο. Διότι με το «φέρρυ μπόουτ» που λέγεται Ανάστασις, μας έχει περάσει απ’ το τούνελ του θανάτου, απ’το σκοτεινό ποτάμι του θανάτου (εκ γαρ θανάτου προς Ζωήν και εκ γης προς Ουρανόν ημάς διεβίβασεν).
Ο Κύριος λοιπόν χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Ιωνά. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα του ναού. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα του προφήτου Ησαϊα: Ο προφήτης Ησαϊας στο περίφημο 53ο κεφάλαιο, το οποίο το ακούμε επανειλημμένα τη Μ.Παρασκευή, όχι απλώς ζωγραφίζει τα Πάθη του Κυρίου, «ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και παρί ημών οδυνάται κ.λπ.» και «τετραυμάτισται» κ.λπ. , όχι μόνο παρουσιάζει τη μορφή του Κυρίου την τόσο ωραία μορφή, να είναι άσχημη, κατάστικτος τοις μώλωψι από τα φραγελλώματα, τα φτυσίματα, τις ροχάλες που του έριχναν, από τα αίματα, και λέει: και είδον το πρόσωπον αυτού και ουκ είχεν είδος ουδέ κάλλος, αλλά μετά προχωρεί στην Ανάστασι, και λέει: «την δε γενεάν Αυτού τις διηγήσεται»;


Αυτό το χωρίον του Ησαϊου μ’ένα πλήθος άλλων χωρίων, φανερώνουν πως οι Προφήτες πίστευαν ακράδαντα ότι αυτός ο Μεσσίας που θα πάθη, θα Αναστηθή, ώστε η Γενεά της Αναστάσεως, η Εκκλησία, είναι πλέον αναρίθμητη γενεά. Δεν πρόκειται να καταλυθῆ η Εκκλησία! Αυτό, το ίδιο πράγμα, το λέει προτυπωτικά και ο Δαυϊδ: Όταν λέγει ο Δαυίδ «Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου κάθου εκ δεξιών μου έως αν θῶ τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδῶν σου», και , Του λέει λοιπόν, «Υιός μου εί Σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά Σε». Πού αναφέρεται αυτό το «γεγέννηκά σε»; Αφού υπάρχει η προαιώνιος γέννησις του Χριστού! Αφού ο Χριστός ως προαιώνιος Υιός και Λόγος είναι άχρονος, μάλλον αϊδιος, δεν υπάρχει χρόνος που δεν υπάρχει Χριστός, που δεν υπάρχει Θεός Λόγος, δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος! «Εγώ σήμερον γεγέννηκά Σε», είναι η νέα γέννησις, είναι η Ανάστασις. Και κάθε φορά που ο άνθρωπος μετανοεί και εξομολογείται «σήμερον γεγέννηκά σε», σήμερα γεννήθηκες, σήμερα αναγεννήθηκες, και κάθε φορά που ο άνθρωπος φεύγει απ’ αυτήν τη ζωή, ακούγεται το ίδιο, «σήμερον γεγέννηκά σε», γι’ αυτό βλέπετε και οι Μάρτυρες, όταν πεθαίνουν, γιορτάζουμε τα γενέθλια του μάρτυρα!


Γι΄ αυτό μεσ’στην Εκκλησία δεν υπάρχει η σκιά του πένθους, ούτε η μούχλα του θανάτου, ούτε η ταφόπετρα υπάρχει! Υπάρχει η ελπίδα και η βεβαιότητα της αναστάσεως. Γι’ αυτό βλέπετε, όταν στέλνουμε έναν άνθρωπό μας, φεύγει και τον χαιρετάμε, στην ανάσταση, λέει ο Κύριος, το Ευαγγέλιο, «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν», εδώ είναι παράδοξα! Αντιστρέφει ο Κύριος αυτά που λέμε! Εμείς λέμε: Πώ πω πω πω πω, έφυγε, έφυγε απ’ τη ζωή στο θάνατο, κι’ ο Χριστός λέει: Ντροπή σας, έφυγε απ’ το θάνατο στη ζωή, «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν», γι’ αυτό και όλα τα τροπάρια της εξοδίου ακολουθίας του Ιωάννου του Δαμασκηνού είναι όλα αναστάσιμα. Η Εκκλησία ζῆ την Ανάστασι! Η Εκκλησία είτε ως προτύπωσις στην Παλαιά Διαθήκη είτε στο πρόσωπο του ζωντανού Ιησού της Παρουσίας της Πρώτης, είτε μεσ’στην ιστορία της Καινής Διαθήκης, είτε εσχατολογικά στην Αποκάλυψι, ζῆ ως Ανάστασις, η Εκκλησία!


Ερώτησις: Μάλιστα, θαυμάσια και υπέροχα μέχρις εδώ, πάτερ Δανιήλ, αλλά θα ήθελα επιγραμματικά με δυο λόγια να μας πείτε, επειδή εσχάτως γίνεται πολύς λόγος και πολλές συζητήσεις εάν και κατά πόσον μπορεί να παραμείνη η Παλαιά Διαθήκη μέσα στο χώρο της Πίστεώς μας, μέσα στην Εκκλησία, γιατί είναι ένα βιβλίο, που δεν είναι Ελληνικό αλλά είναι Εβραϊκό, και ίσως από εθνικιστικά ελατήρια κινούμενοι, θέλουν να το απομακρύνουμε, να το αποβάλουμε, να το περιφρονήσουμε και με κίνδυνο πάντοτε, εφόσον έχει τέτοια συνάφεια και τέτοια, ας πω, σύνδεση η Παλιά Διαθήκη με τη Νέα Διαθήκη, θα είναι ολέθριο για την Πίστη μας και για την Εκκλησία μας.
 

Απάντησις: Ολέθριο φυσικά δεν είναι γιατί δεν πρόκειται ποτέ η Εκκλησία να σταματήση να είναι το Θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, το οποίο Θεανθρώπινο σώμα του Χριστού προφητεύεται, προτυπώνεται στην Παλαιά Διαθήκη και βιώνεται μέσα στην Καινή Διαθήκη. Απλώς θα πω, ότι δεν είναι Εβραϊκό βιβλίο η Παλαιά Διαθήκη, είναι το Βιβλίο του Θεού. Πρώτον. Δεύτερον θα πω ότι δεν υπάρχει γέννησις χωρίς κυοφορία, ότι το μυστήριον της εν Χριστῶ Ιησοῦ Σωτηρίας κυοφορήθηκε μέσα στους Προφήτες και μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Ὀ,τι στην Παλαιά Διαθήκη ήταν καθαρά τυπωτικό, συμβολικό, η Καινή Διαθήκη το έχει πληρώσει (εκπληρώσει), συμπληρώσει, με το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Όπως ξέρετε, η Παλαιά Διαθήκη για εμάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς είναι τρία πράγματα, είναι εκείνα τα οποία παραμένουν διότι είναι καταπληκτικά, διδακτικά βιβλία, (ας διαβάσουν οι βλάκες που τα λένε αυτά, διότι δεν διαβάζουν), εις την Παλαιά Διαθήκη παραμένουν μεν τα βιβλία εκείνα τα οποία διδάσκουν, μέχρι σήμερα, καταργούνται οι τύποι που δεν χρειάζονται, και συμπληρώνεται ό,τι προφητικό υπάρχει, εκπληρώνεται, και συμπληρώνεται ο Μωσαϊκός Νόμος, γι’ αυτό ο Χριστός είπε «ερρέθη τοις αρχαίοις, εγώ δε λέγω υμίν» κι έχουμε το πλήρωμα του Νόμου.
 
Δηλαδή, ασθενές φως η συνείδησις, την έβαλε ο Θεός, ισχυρότερο φως, ηθικό, ο Μωσαϊκός Νόμος, Προβολέας του Ουρανού η Καινή Διαθήκη.
Ούτε τη συνείδησι καταργώ, ούτε το φως του Μωσαϊκού νόμου, πολύ περισσότερον το Ευαγγέλιον.

Ερώτησις: Νομίζω ότι καλύπτεται η ερώτησις, κάτι έχετε να προσθέσετε;
 

Απάντησις: Για την πολεμική της Αναστάσεως. Σήμερα πολεμείται η Ανάστασις πρακτικά, έμπρακτα. Ότι: Πρώτον, δεν πιστεύουν οι άνθρωποι στην ανάστασι των νεκρών. Όταν πας και τους πεις, μην κλαίτε τους νεκρούς, μη φοράτε μαύρα, λέει ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός «δεν πέθανε, ζη», σε κοροϊδεύουν, δεν το πιστεύουν, ένα αυτό. Το δεύτερο και το σπουδαιότερο, για μένα, λέμε «Χριστός Ανέστη», καθ’ήν στιγμήν πολεμήσαμε χιλιάδες φορές την Ανάστασι, και στο χρόνο αυτό που πέρασε. Αυτό το βρέφος που κυοφορείται, δεν ζητάει τίποτε άλλο παρά να το αφήσουμε να αναστηθῆ, να ‘ρθῆ στο φώς του ήλιου. Και έρχεται η πολεμική και λέει, πάρτε όσα λεφτά θέλετε, όπως είπαν στους στρατιώτες, πάρτε λεφτά, μόνο μην πείτε ότι αναστήθηκε ο Χριστός. Και λέει: πάρε γιατρέ λεφτά όσα θέλεις, μόνο να εμποδίσεις την ανάσταση. Και σκοτώνουμε 400 χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο με τις εκτρώσεις, και κάθε φόνος με την έκτρωσι, είναι πολεμική κατά της Αναστάσεως. Έχω φτάσει στο σημείο, πάτερ Θεόφιλε, να λέω, ότι, μήπως θα πρέπει οι εκκλησίες να κτυπάνε πένθιμα τη μέρα της Αναστάσεως, διότι πολεμάνε καθημερινώς την Ανάστασι. Και την πολεμάνε όταν δεν της επιτρέπουν να λειτουργῆ, όταν τη σκοτώνουν την ανάστασι. Κάθε μικρό παιδί που θέλει να γεννηθή και το πολτοποιούμε, είναι σαν να σκοτώνουμε την ανάστασι. Κάθε παιδί, και κάθε γέννησι είναι ανάστασι. Αν πιστεύεις στην Ανάστασι, θα είναι ο καθένας από ‘μας λειτουργός της Αναστάσεως. Θα είναι λειτουργός της Αναστάσεως, να φύγουν τα μνημόσυνα την Κυριακή, που καλύπτουν την Ανάστασι, δεν έχουν καμιά δουλειά, το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, να δεσπόζη η Ανάστασις, να πιστέψουν τα αντρόγυνα ότι η παντοδυναμία του Αναστημένου Ιησού δεν θα τους αφήση, αν αναστήσουν καινούργια παιδιά, να ξανααναστηθεί η Ελλάδα που κοντεύει να πεθάνη και να νεκρώσει, και θα γίνει τόπος Ελληνοποιήσεως των αλλοδαπών, και τότε θα μπορούμε να λέμε το «Χριστός Ανέστη», και τότε ο ουρανός θα λέη «Αληθώς Ανέστη».
 


Π.Θεόφιλος: Ωραία, να ευχαριστήσουμε αγαπητοί μας φίλοι τον αγαπητό και σεβαστό πατέρα Δανιήλ Αεράκη, ο οποίος στην παρούσα εκπομπή προσεπάθησε να μας δώσει μια ζωντανή εικόνα του Αναστημένου Χριστού, του δυναμικού Χριστού, του ζωντανού Χριστού, και όλοι μας να τοποθετηθούμε έναντι αυτού του μεγάλου και συγκλονιστικού γεγονότος το οποίο αποτελεί την απαρχή της Νέας Ζωής, της Καινής Ζωής. Και θα ήθελα, δυο λόγια τελειώνοντας, επιγραμματικά, να πω πως η μεγαλυτέρα Ανάστασις είναι η δική μας ανακαίνισις, η δική μας ανάστασι από το μνημούρι της αμαρτίας μας. Αναστημένοι και όρθιοι ας φωνάζομε όχι μόνο με τη γλώσσα, και με την καρδιά μας, και με τη ζωή μας, ότι όντως ο Χριστός Ανέστη.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

ΤΟ ΑΓΙΟ ΜΥΡΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ



visit counter



Ἰ­ω­άν­νη Ἐλ. Σι­δη­ρᾶ
Θε­ο­λό­γου – Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ – Νο­μι­κοῦ
Ὁ Οἰ­κου­με­νι­κός Πα­τρι­άρ­χης Βαρ­θο­λο­μαῖ­ος Α΄ κα­θα­γι­ά­ζει γιά τρί­τη φο­ρά στήν Πα­τρι­αρ­χεῖ­α του Ἅ­γι­ο Μύρο κα­τά τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα τοῦ 2012.

Ὁ Οἰ­κου­με­νι­κός Πα­τρι­άρ­χης Βαρ­θο­λο­μαῖ­ος Α΄ κα­τά τόν ἐν­θρο­νι­στή­ρι­ο λό­γο του (2 Νο­εμ­βρί­ου 1991) εἶ­χε δη­λώ­σει τόν κα­θα­γι­α­σμό νέ­ας πο­σό­τη­τος Ἁ­γί­ου Μύρου κα­τά τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα τοῦ 1992 καί μέ δι­κή του πρω­το­βου­λί­α ἐ­ξε­δό­θη καί κυ­κλο­φό­ρη­σε κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς τοῦ 1992 ἕ­να πο­λύ ἀ­ξι­ό­λο­γο ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κό τευ­χί­δι­ο, στό ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γρά­φε­ται ἕ­να σύν­το­μο ἱ­στο­ρι­κό ση­με­ί­ω­μα πού ἀ­φο­ρᾶ τό Ἅ­γι­ο Μύρο κα­θώς καί ἡ Ἱ­ε­ρά Ἀ­κο­λου­θί­α Κα­θα­γι­α­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου, ἡ ὁ­πο­ί­α ἄρ­χε­ται τήν Κυ­ρι­α­κή τῶν Βα­ΐ­ων καί πε­ρα­τοῦ­ται τήν Ἁ­γί­α καί Μέγάλη Πέμπτη στό πάν­σε­πτο Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο.
Ἐ­κεῖ­νο τό σύν­το­μο ἱ­στο­ρι­κό ση­με­ί­ω­μα πε­ρί τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­παυ­ξη­μέ­νο καί μέ πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεῖ­α ἀ­πό τόν γρά­φον­τα, ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη κατ᾿ Ἀ­να­το­λάς Ἐκ­κλη­σί­α, τό Ἅ­γι­ο Μύρο κα­θα­γι­ά­ζε­ται γιά νά χρη­σι­με­ύ­σει κα­τά τήν τέ­λε­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τοῦ Χρί­σμα­τος ὡς ὁ­ρα­τό ση­μεῖ­ο τῆς με­τα­δό­σε­ως τῶν χα­ρι­σμά­των τοῦ Ἁ­γί­ου καί τε­λε­ταρ­χι­κοῦ Πνε­ύ­μα­τος πρός το­ύς Βα­πτι­ζο­μέ­νους.
Κα­τά το­ύς πρώ­τους χρό­νους τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, ἡ με­τά­δο­ση τῶν χα­ρι­σμά­των τοῦ Πα­να­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος πρός το­ύς βα­πτι­ζο­μέ­νους γι­νό­ταν ὑ­πό τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων διά τῆς «ἐ­πι­θέ­σε­ως τῶν χει­ρῶν», ὅ­πως πε­ρι­γρά­φε­ται μέ σα­φή­νει­α στό σχε­τι­κό χω­ρί­ο τῶν «Πρά­ξε­ων τῶν Ἀ­πο­στό­λων», ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται: «Ἀ­κο­ύ­σαν­τες δέ οἱ ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις Ἀ­πό­στο­λοι ὅ­τι δέ­δε­κται ἡ Σα­μά­ρει­α τόν λό­γον τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πέ­στει­λαν πρός αὐ­το­ύς τόν Πέτρον καί Ἰ­ω­άν­νην∙ οἵ­τι­νες κα­τα­βάν­τες προ­ση­ύ­ξαν­το πε­ρί αὐ­τῶν ὅ­πως λά­βω­σι Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ον∙ οὕ­πω γάρ ἥν ἐπ᾿ οὐ­δε­νί αὐ­τῶν ἐ­πι­πε­πτω­κός, μό­νον δέ βε­βα­πτι­σμέ­νοι ὑ­πῆρ­χον εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ. Τότε ἐ­πε­τί­θουν τάς χεῖ­ρας ἐπ᾿ αὐ­το­ύς, καί ἐ­λάμ­βα­νον Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ον». (Πράξ. 8, 14-17).
Ὅ­ταν ὅ­μως οἱ ἀ­νά τήν Οἰ­κου­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­ες ἐ­πλη­θύν­θη­σαν καί ὁ ἀ­ριθ­μός τῶν βα­πτι­ζο­μέ­νων αὐ­ξή­θη­κε σο­βα­ρῶς, ὥ­στε νά κα­θί­στα­ται ἀ­δύ­να­τη ἡ «δι᾿ ἐ­πι­θέ­σε­ως τῶν χει­ρῶν» τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων με­τά­δο­ση τῶν χα­ρι­σμά­των σέ τό­σους πο­λυ­α­ρίθ­μους Βα­πτι­ζο­μέ­νους, εἰ­σή­χθη στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἡ «δι᾿ ἁ­γί­ου Μύρου χρί­σις» (χρί­σμα), ἡ ὁ­πο­ί­α ὡς ἱ­ε­ρο­τε­λε­στι­κή πρα­κτι­κή ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε πλή­ρως τήν «δι᾿ ἐ­πι­θέ­σε­ως τῶν χει­ρῶν» με­τά­δο­ση τῶν χα­ρι­σμά­των τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος. Πάντως, τό πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι ὁ­τι ἡ ἀν­τι­κα­τά­στα­ση αὐ­τή ἔ­λα­βε χώ­ρα κα­τά τήν λε­γο­μέ­νη πε­ρί­ο­δο τῶν Ἀ­πο­στο­λι­κῶν χρό­νων, ὅ­πως συγ­κε­κρι­μέ­να κα­τα­γρά­φει ὁ Ἅ­γι­ος Συ­με­ών Θεσ­σα­λο­νί­κης: «Ἀντί γάρ τῆς ἐ­πι­θέ­σε­ως τῶν χει­ρῶν τοῦ­το δέ­δο­ται ὑ­πό τῶν Ἀ­πο­στό­λων τοῖς ἐν Χρι­στῷ Βα­πτι­ζο­μέ­νοις».
Ἡ χρή­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου στήν Ἐκ­κλη­σί­α εἰ­σή­χθη κα­τά μί­μη­ση σχε­τι­κῆς πρά­ξε­ως στήν Πα­λαιά Δι­α­θή­κη: «Καί ἐ­λά­λη­σε Κύριος πρός Μω­ϋ­σῆν λέ­γων∙ καί σύ λά­βε ἡ­δύ­σμα­τα τό ἄν­θος σμύρ­νης ἐ­κλε­κτῆς πεν­τα­κο­σί­ους σί­κλους καί κιν­να­μώ­μου εὐ­ώ­δους τό ἥ­μι­συ το­ύ­του δι­α­κο­σί­ους πεν­τή­κον­τα καί κα­λά­μου εὐ­ώ­δους δι­α­κο­σί­ους πεν­τή­κον­τα καί ἵ­ρε­ως πεν­τα­κο­σί­ους σί­κλους τοῦ ἁ­γί­ου καί ἔ­λαι­ον ἐξ ἐ­λαι­ῶν εἶν καί ποι­ή­σεις αὐ­τό ἔ­λαι­ον χρί­σμα ἅ­γι­ον, μύ­ρον μυ­ρε­ψι­κόν τέ­χνη μυ­ρε­ψοῦ. Ἔ­λαι­ον χρί­σμα ἅ­γι­ον ἔ­σται». (Ἐξ. 30, 22-25).
Στό δι­ά­βα τῶν αἰ­ώ­νων, πε­ρί τοῦ ἁ­γί­ου Μύ­ρου ἀ­παν­τῶν­ται καί οἱ ἑ­ξῆς ὀ­νο­μα­σί­ες: «ἔ­λαι­ον εὐ­χα­ρι­στί­ας», «ἔ­λαι­ον χρί­σε­ως», «χρί­σμα», «χρί­σμα εὐ­χα­ρι­στί­ας», «χρί­σμα ἐ­που­ρά­νι­ον», «μυ­στι­κόν χρί­σμα», «μύ­ρον», «Θεῖ­ον μύ­ρον», «μύ­ρον μυ­στι­κόν», «μέ­γα μύ­ρον», «ἅ­γι­ον καί μέ­γα μύ­ρον». Σήμερα, γε­νι­κῶς χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ ὅ­ρος «Ἅ­γι­ον Μύρον».
Τό Ἅ­γι­ο Μύρο ἑ­τοι­μά­ζε­ται ἐξ ἐ­λα­ί­ου, οἴ­νου καί ἄλ­λων εὐ­ω­δῶν οὐ­σι­ῶν, τά ὁ­ποῖ­α συμ­βο­λί­ζουν τά ποι­κί­λα χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος τῶν ὁ­πο­ί­ων δέ­κτης κα­θί­στα­ται ὁ χρι­ό­με­νος Χρι­στι­α­νός. Ἡ πα­λαι­ο­τέ­ρα ἱ­στο­ρι­κή πη­γή «πε­ρί τῆς ὕ­λης τοῦ μύ­ρου» καί ὁ ἀρ­χαι­ό­τε­ρος κα­τά­λο­γος τῶν πρός πα­ρα­σκευή καί ἔ­ψη­ση αὐ­τοῦ χρη­σι­μο­ποι­ου­μέ­νων συ­στα­τι­κῶν, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­α­σώ­ζε­ται μέ­χρι καί σή­με­ρα, ἀ­νά­γε­ται στό Η΄ αἰ­ῶ­να. Βέβαια, στό δι­ά­βα τῶν αἰ­ώ­νων ὁ ἀ­ριθ­μός τῶν συ­στα­τι­κῶν εἰ­δῶν ποι­κίλ­λει ἀ­πό ἐ­πο­χή σέ ἐ­πο­χή. Στό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο ὑ­φί­στα­ται ἐ­πί­ση­μος «Κα­τά­λο­γος τῶν εἰ­δῶν τῶν ἀ­ρω­μά­των μέ τά ὁ­ποῖ­α συν­τί­θε­ται τό Ἅ­γι­ο Μύρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­ριθ­μεῖ 57 εἴ­δη.
Πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τόν τρό­πο ἐ­ψή­σε­ως ἤ κα­θα­γι­α­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου κα­τά το­ύς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ ἐλ­λε­ί­πουν παν­τε­λῶς. Ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη σχε­τι­κή πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν Ἀ­πο­στο­λι­κή Πα­ρά­δο­ση τοῦ Ἱπ­πο­λύ­του. Νε­ώ­τε­ρες δι­α­τά­ξεις πε­ρί κα­θα­γι­α­σμοῦ τοῦ Ἁγί­ου Μύρου πε­ρι­ε­λή­φθη­σαν στό ἐν χρή­σει ἔν­τυ­πο Με­γά­λο Εὐ­χο­λό­γι­ο καί στό Εὐ­χο­λό­γι­ο τοῦ Γκό­αρ. Στό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο κα­τά τόν ΙΘ΄ αἰ­ῶ­να καί στίς ἀρ­χές τοῦ πα­ρόν­τος αἰ­ῶ­νος κα­τε­βλή­θη­σαν ἰ­δι­α­ί­τε­ρες προ­σπά­θει­ες πρός ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τῆς μέ­χρι τό­τε ἐν χρή­σει δι­α­τά­ξε­ως καί ἀ­κο­λου­θί­ας κα­θα­γι­α­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου κα­θώς καί ἀ­να­συν­τά­ξε­ως νέ­ας ἀ­κο­λου­θί­ας κα­θα­γι­α­σμοῦ. Σχε­τι­κές ἀ­κο­λου­θί­ες ἐ­ξε­δό­θη­σαν ἐν­τύ­πως κα­τά τά ἔ­τη 1890, 1912 καί 1960.
Σύμφωνα πρός τήν ἀ­κο­λου­θο­ύ­με­νη στό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο τυ­πι­κή δι­ά­τα­ξη πα­ρα­σκευ­ῆς καί κα­θα­γι­α­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου, κα­τά τήν Κυ­ρι­α­κή τῶν Βα­ΐ­ων, ὁ Πα­τρι­άρ­χης, με­τά τήν Δο­ξο­λο­γί­α, εὐ­λο­γεῖ τόν Ἄρ­χον­τα Μυ­ρε­ψό (ἐ­πι­κε­φα­λής τοῦ Σώματος τῶν λα­ϊ­κῶν μυ­ρε­ψῶν) καί αὐ­το­ύς πού θά συ­νερ­γή­σουν στήν ἔ­ψη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου καί ὡς μυ­ρε­ψοί φέ­ρουν λευ­κο­ύς πο­δή­ρεις χι­τῶ­νας, καί ἐ­πι­θέ­τει στόν Ἄρ­χον­τα Μυ­ρε­ψό τό ἐκ λευ­κῆς με­τά­ξης λέν­τι­ο.
Τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα, με­τά τήν Θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α τῶν Προ­η­γι­α­σμέ­νων, ὁ Πα­τρι­άρ­χης, ὁ­δευ­ό­με­νος ἀ­πό το­ύς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί τά μέ­λη τῆς Πα­τρι­αρ­χι­κῆς αὐ­λῆς, προ­σέρ­χε­ται στό ρεπισμένο Κου­βο­ύ­κλι­ο (Μυ­ρο­φυ­λά­κι­ο), τό ὁ­ποῖ­ο εὑ­ρί­σκε­ται πλη­σί­ον τοῦ παν­σέ­πτου Πα­τρι­αρ­χι­κοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Τρο­παι­ο­φό­ρου, ὅ­που εὑ­ρί­σκον­ται οἱ πρός ἔ­ψη­ση τοῦ Ἁγί­ου Μύρου λέ­βη­τες, καί εὐ­λο­γεῖ τήν ἔ­ναρ­ξη τοῦ κύ­κλου τῶν ἱε­ρῶν τε­λε­τῶν γιά τόν κα­θα­γι­α­σμό τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου διά τῆς τε­λέ­σε­ως ἁ­γι­α­σμοῦ. Ἀ­κο­λο­ύ­θως ραν­τί­ζει μέ τό ἁ­γι­α­σμέ­νο ὕ­δωρ (ἁ­γι­α­σμό) τά πα­ρα­σκευ­α­σθέν­τα ὑ­λι­κά καί τά πρός χρή­ση σκε­ύ­η καί το­ύς λέ­βη­τες. Τό ἴ­δι­ο πράτ­τει καί μέ τό δο­χεῖ­ο τοῦ οἴ­νου. Ἔ­πει­τα λαμ­βά­νει τό κά­νι­στρο τῶν ἀ­ρω­μά­των καί τῶν ἀν­θέ­ων καί ρί­πτει ἐξ αὐ­τῶν ἐν­τός τῶν λε­βή­των, εὐ­λο­γόν­τας τό κα­θέ­να ἀ­πό τά συγ­κε­κρι­μέ­να συ­στα­τι­κά εἴ­δη «Εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος». Ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ, κρα­τών­τας ἀ­ναμ­μέ­νη λαμ­πά­δα ἅ­πτει σέ κα­θέ­να λέ­βη­τα τά τε­θει­μέ­να τε­μά­χι­α πα­λαι­ῶν ἱε­ρῶν εἰ­κό­νων, πού εἶ­ναι με­μιγ­μέ­να με­τά φρυ­γά­νων. Ἀ­κο­λο­ύ­θως, ὁ Πα­τρι­άρ­χης ἀ­να­γι­νώ­σκει κά­ποι­α κε­φά­λαι­α ἐκ τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Τό ἴ­δι­ο πράτ­τουν οἱ Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, οἱ Ἱ­ε­ρεῖς καί οἱ Δι­ά­κο­νοι. Ἡ τά­ξη αὐ­τή τῶν ἀ­να­γνω­σμά­των ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ καθ᾿ ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Μ. Δευ­τέ­ρας, Μ. Τρί­της καί Μ. Τε­τάρ­της. Στό με­τα­ξύ, ὁ Ἄρ­χων Μυ­ρε­ψός καί οἱ τε­ταγ­μέ­νοι «Κο­σμή­το­ρες Μυ­ρε­ψοί» ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νά ἀ­να­δε­ύ­ουν μέ εὐ­λά­βει­α καί προ­σο­χή τό ἔ­λαι­ο, τόν οἶ­νο, τά ἄν­θη καί τά ἀ­ρώ­μα­τα πού εὑ­ρί­σκον­ται μέ­σα στούς­ λέ­βη­τες.
Τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Τρί­τη, με­τά τήν Θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α τῶν Προ­η­γι­α­σμέ­νων, ὁ Πα­τρι­άρ­χης προ­σέρ­χε­ται καί πά­λι στό Μυ­ρο­φυ­λά­κι­ο, ὅ­που ψάλ­λε­ται ὁ Μι­κρός Πα­ρα­κλη­τι­κός Κα­νό­νας τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου καί μνη­μο­νε­ύ­ει τά ὀ­νό­μα­τα ὅ­λων ἐ­κε­ί­νων οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­σφέ­ρουν τά συ­στα­τι­κά εἴ­δη, τά χρή­μα­τα καί τήν προ­σω­πι­κή τους ἐρ­γα­σί­α γιά τήν πα­ρα­σκευή τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου. Με­τά τό πέ­ρας τῆς Μι­κρᾶς Πα­ρα­κλή­σε­ως καί τῆς Μνη­μο­νεύ­σε­ως τῶν ὀ­νο­μά­των, ὁ Πα­τρι­άρ­χης ἐμ­βάλ­λει στο­ύς λέ­βη­τες καί τόν ὑ­πό­λοι­πο οἶ­νο, τό ἔ­λαι­ο, τά ἀ­ρώ­μα­τα καί τά ἄν­θη. Ἔ­πει­τα δέ ἀρ­χί­ζει ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῶν Ἱ­ε­ρῶν Εὐ­αγ­γε­λί­ων, ὅ­πως καί κα­τά τήν προ­η­γο­ύ­με­νη ἡ­μέ­ρα.
Τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Τε­τάρ­τη, με­τά τήν Θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α τῶν Προ­η­γι­α­σμέ­νων, ὁ Πα­τρι­άρ­χης προ­σέρ­χε­ται καί πά­λι στό Μυ­ρο­φυ­λά­κι­ο καί με­τά ἀ­πό σύν­το­μη Ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α, ἐμ­βάλ­λει στο­ύς λέ­βη­τες τό ρο­δέ­λαι­ο καί τόν μό­σχο καί τά ὑ­πό­λοι­πα εὐ­ώ­δη ἔ­λαι­α. Ἐν­τός τῆς ἡ­μέ­ρας συν­τε­λεῖ­ται ἡ «ἔ­ψη­σις» τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου καί προ­πα­ρα­σκευή πάν­των τῶν σχε­τι­κῶν. Ὑ­πό τῶν Κο­σμη­τό­ρων Μυ­ρε­ψῶν ἐκ­κε­νοῦ­ται ἀ­πό το­ύς λέ­βη­τες τό ἐ­ψη­μέ­νο Μύρο στά προ­ε­τοι­μα­σμέ­να δο­χεῖ­α, ἀ­φοῦ ἔ­χει ἀ­πο­στα­χθεῖ καί κα­θαρ­θεῖ, καί στή συ­νέ­χει­α τί­θε­ται καί πά­λι στο­ύς κε­κα­θαρ­μέ­νους ἐ­πι­με­λῶς λέ­βη­τες, «τῆς ὑ­πο­στάθ­μης φυ­λασ­σο­μέ­νης χά­ριν τῶν εὐ­λα­βῶν Χρι­στι­α­νῶν». Ἔ­πει­τα ὁ Πα­τρι­άρ­χης εἰ­σέρ­χε­ται καί πά­λι στό Μυ­ρο­φυ­λά­κι­ο καί ἐγ­χέ­ει τά εὐ­ώ­δη ἔ­λαι­α. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῶν Ἱ­ε­ρῶν Εὐ­αγ­γε­λί­ων μέ­χρι καί τήν ὥ­ρα τοῦ Με­γά­λου Εὐ­χε­λα­ί­ου.
Τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Πέμπτη, τήν πρω­ΐ­α, με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ Ὄρ­θρου στό Πα­τρι­αρ­χι­κό Πα­ρεκ­κλή­σι­ο τοῦ Ἁ­γίου Ἀν­δρέ­ου, στό ὁ­ποῖ­ο ἀ­πό τήν προ­η­γου­μέ­νη ἡ­μέ­ρα με­τα­φερ­θέν­τα πα­ρα­μέ­νουν τά δο­χεῖ­α τοῦ ἐ­ψη­μέ­νου Μύρου, καί ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ ἀμ­φί­ε­ση τοῦ Πα­τρι­άρ­χου καί τῶν Ἁ­γί­ων Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, ἄρ­χε­ται, ἐν λι­τα­νε­ί­ᾳ, ἠ­χο­ύν­των τῶν Πα­τρι­αρ­χι­κῶν κω­δώ­νων, ἡ πρός τόν πάν­σε­πτο Πα­τρι­αρ­χι­κό ναό κά­θο­δος ἐκ τοῦ Πα­τρι­αρ­χι­κοῦ Οἴ­κου. Κα­τά τήν κά­θο­δο ὁ Πα­τρι­άρ­χης κρα­τεῖ μι­κρά μυ­ρο­θή­κη, ὁ Α΄ τῇ τά­ξει Ἀρ­χι­ε­ρε­ύς ἀ­λά­βα­στρο, τό ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­έ­χει Προ­η­γι­α­σμέ­νο Ἅ­γι­ο Μύρο (Ἅ­γι­ο Μύρο ἀ­πό προ­γε­νέ­στε­ρο κα­θα­γι­α­σμό), ὁ Β΄ τῇ τά­ξει Ἀρ­χι­ε­ρεύς­ ἀ­λά­βα­στρο, στό ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­έ­χε­ται Μύρο, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­κό­μη δέν κα­θα­γι­ά­σθει. Οἱ λοι­ποί Ἀρ­χι­ε­ρεῖς κρα­τοῦν μι­κρά ἀρ­γυ­ρά δο­χεῖ­α, τά ὁ­ποῖ­α πε­ρι­έ­χουν Μύρο ἐκ τοῦ πρός κα­θα­γι­α­σμό πα­ρα­σκευ­α­σθέν­τος. Εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις Ἀρ­χι­μαν­δρί­τες κρα­τοῦν, ἔν­θεν καί ἔν­θεν, τά δώ­δε­κα με­γά­λα ἀρ­γυ­ρά δο­χεῖ­α, τά ὁ­ποῖ­α πε­ρι­έ­χουν τό πρός κα­θα­γι­α­σμό Μύρο. Το­πο­θε­τοῦν­ται πέ­ριξ τῆς Ἁ­γί­ας Τρα­πέ­ζης. Τά μι­κρά ἀρ­γυ­ρά δο­χεῖ­α το­πο­θε­τοῦν­ται ἐ­πί εὐ­πρε­πι­σμέ­νης τρα­πέ­ζης ὄ­πι­σθεν τῆς Ἁγί­ας Τρα­πέ­ζης, ἐ­νῶ τά δύ­ο ἀ­λά­βα­στρα τί­θεν­ται ἐ­πί τῆς Ἁ­γί­ας Προ­θέ­σε­ως, καί με­τά τήν Με­γά­λη Εἴ­σο­δο ὁ Πα­τρι­άρ­χης θέ­τει τά δύ­ο ἀ­λά­βα­στρα ἐ­πί τῆς Ἁ­γί­ας Τρα­πέ­ζης.
Πε­ρί τό πέ­ρας τῆς Θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας καί με­τά τήν ἐκ­φώ­νη­ση «Καί ἔ­σται τά ἐ­λέ­η τοῦ Με­γά­λου Θε­οῦ», σέ γο­νυ­κλι­σί­α τοῦ συμ­προ­σευ­χο­μέ­νου λα­οῦ, ὁ Πα­τρι­άρ­χης κα­θα­γι­ά­ζει τό Ἅ­γι­ο Μύρο ἀ­να­γι­νώ­σκον­τας τίς εἰ­δι­κές εὐ­χές πού προ­βλέ­πον­ται στήν τυ­πι­κή δι­ά­τα­ξη. Με­τά τό πέ­ρας τῆς Θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας, κα­τά τήν ἰ­δί­α τά­ξη καί ἐν λι­τα­νε­ί­ᾳ με­τα­φέ­ρε­ται τό κα­θα­γι­α­σμέ­νο Ἅ­γι­ο Μύρο ἀ­πό τόν Πα­τρι­αρ­χι­κό ναό στό Πα­τρι­αρ­χι­κό Μυ­ρο­φυ­λά­κι­ο, ὅ­που ὁ Πα­τρι­άρ­χης πρῶ­τος ἐγ­χέ­ει «ἐν τοῖς πί­θοις» τό Ἅ­γι­ο Μύρο πού πε­ρι­έ­χε­ται στά μι­κρά ἀρ­γυ­ρά δο­χεῖ­α καί ἔ­πει­τα οἱ Πρε­σβύ­τε­ροι τό κα­θα­γι­α­σμέ­νο Μύρο ἀ­πό τά με­γά­λα ἀρ­γυ­ρά δο­χεῖ­α. Γίνεται ἡ ἀ­πό­λυ­ση καί ἡ ὅ­λη τε­λε­τή ἐ­πι­σφρα­γί­ζε­ται μέ τό πο­λυ­χρό­νι­ο τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­άρ­χου.
Ὁ Κα­θα­γι­α­σμός τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου τε­λεῖ­ται μό­νον ὑ­πό τῶν Ἐ­πι­σκό­πων καί πο­τέ ἀ­πό το­ύς Πρε­σβυ­τέ­ρους. Ἡ ἐν προ­κει­μέ­νῳ πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι στα­θε­ρά καί ὁ­μό­φω­νη. Προ­ϊ­όν­τος ὅ­μως τοῦ χρό­νου, ἐ­νῶ ἡ πα­ρά­δο­ση αὐ­τή ὡς πρός το­ύς Πρε­σβυ­τέ­ρους πα­ρα­μέ­νει ἀ­με­τα­κί­νη­τη, με­τα­βάλ­λε­ται ὡς πρός το­ύς Ἐ­πι­σκό­πους, κα­θώς τό κοι­νό δι­κα­ί­ω­μα πάν­των τῶν Ἐ­πι­σκό­πων πε­ρι­έρ­χε­ται στα­δι­α­κά στο­ύς Ἐ­πι­σκό­πους ἐ­πι­ση­μο­τέ­ρων Ἐκ­κλη­σι­ῶν, δη­λα­δή στο­ύς Πα­τρι­άρ­χες, τέ­λος δέ μό­νο στόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­άρ­χη. Ἐ­νῶ δη­λα­δή ἕ­κα­στος Ἐ­πί­σκο­πος δι­και­οῦ­ται νά κα­θα­γι­ά­ζει τό Ἅ­γι­ο Μύρο «ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῷ δι­κα­ί­ῳ», δέν δι­και­οῦ­ται νά πράτ­τει τοῦ­το «ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῷ δι­κα­ί­ῳ».
Φα­ί­νε­ται ὅ­τι τρί­α εἶ­ναι τά κυ­ρι­ώ­τε­ρα αἴ­τι­α, τά ὁ­ποῖ­α συ­νε­τέ­λε­σαν στόν πε­ρι­ο­ρι­σμό τοῦ δι­και­ώ­μα­τος γιά τόν κα­θα­γι­α­σμό τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου κατ᾿ ἀρ­χάς μέν στο­ύς «Πρώ­τους» ἑ­κά­στης Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Πε­ρι­φέ­ρει­ας, ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ δέ στόν ἑ­κά­στο­τε Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­άρ­χη: α) Ἡ σπα­νι­ό­τη­τα τῶν εἰ­δῶν καί ἡ δυ­σχέ­ρει­α στήν πα­ρα­σκευή τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου ὑφ᾿ ἑ­κά­στου Ἐ­πι­σκό­που, β) Ἡ ὁ­λο­έ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρο αὔ­ξου­σα ἔ­ξαρ­ση τοῦ «Πρώ­του» ἤ προ­κα­θη­μέ­νου ἑ­κά­στης εὑ­ρυ­τέ­ρας Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Πε­ρι­φέ­ρει­ας, καί γ) Ἡ ἰ­δι­ά­ζου­σα θέ­ση, τήν ὁ­πο­ί­α κα­τά τήν πά­ρο­δο τῶν αἰ­ώ­νων τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο ἐ­λάμ­βα­νε ἔ­ναν­τι τῶν Πα­τρι­αρ­χε­ί­ων τῆς Ἀ­να­το­λῆς καί ὁ μη­τρι­κός δε­σμός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως πρός τίς ἐ­πί μέ­ρους Ἐκ­κλη­σί­ες τῶν λα­ῶν ἐ­κε­ί­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­δέ­χθη­σαν τήν χρι­στι­α­νι­κή πί­στη ἀ­πό το­ύς Ἱ­ε­ρα­πο­στό­λους αὐ­τῆς.
Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ συγ­κέν­τρω­ση αὐ­τή τοῦ δι­και­ώ­μα­τος γιά τόν κα­θα­γι­α­σμό τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου στό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο δέ ἔ­χει τήν ἔν­νοι­α ἐ­ξαρ­τή­σε­ως καί ὑ­πο­τα­γῆς τῶν ἐ­πι­μέ­ρους Ἐκ­κλη­σι­ῶν, ἀλ­λά ἀ­πο­τε­λεῖ ἁ­πτό καί ὁ­ρα­τό ση­μεῖ­ο ἑ­νό­τη­τος καί δε­σμοῦ τῶν κα­τά τό­πους Πα­τρι­αρ­χε­ί­ων καί Αὐ­το­κε­φά­λων Ἐκ­κλη­σι­ῶν πρός τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, ση­μεῖ­ο τό ὁ­ποῖ­ο τυγ­χά­νει ἀ­πα­ρα­ί­τη­το, ὄ­χι πρός ἔ­ξαρ­ση τῆς θέ­σε­ως τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χε­ί­ου στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, ἀλ­λά πρός ὕ­παρ­ξη κά­ποι­ου αἰ­σθη­τοῦ ση­με­ί­ου ἑ­νό­τη­τος τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος τῶν κα­τά τό­πους Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Πάντως, στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, Ἅ­γι­ο Μύρο, κα­θα­γι­ά­ζουν σή­με­ρα, πλήν τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χε­ί­ου, καί τά Πα­τρι­αρ­χεῖ­α Μόσχας, Βε­λι­γρα­δί­ου καί Βου­κου­ρε­στί­ου.
Ὅ­πως ἐ­λέ­χθη καί στήν ἀρχή, τό Ἅ­γι­ο Μύρο χρη­σι­με­ύ­ει πρω­τί­στως καί κυ­ρί­ως στήν τέ­λε­ση τοῦ μυ­στη­ρί­ου τοῦ Χρί­σμα­τος, τό ὁ­ποῖ­ο πα­ρέ­χε­ται εὐ­θύς με­τά τό μυ­στή­ρι­ο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, ἀ­πο­τε­λεῖ ὅ­μως ἰ­δι­α­ί­τε­ρο καί δι­α­κε­κρι­μέ­νο Μυ­στή­ρι­ο σέ σχέ­ση μέ ἐ­κεῖ­νο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος. Διά τοῦ μυ­στη­ρί­ου τοῦ Χρί­σμα­τος, κα­τά τήν δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, με­τα­δί­δον­ται στο­ύς Βα­πτι­ζο­μέ­νους οἱ δω­ρε­ές καί τά χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος.
Τό Ἅ­γι­ο Μύρο χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἐ­πί­σης γιά τήν χρί­ση τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων καί «πε­πτω­κό­των», οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­σέρ­χον­ται με­τα­νο­οῦν­τες στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, στά ἐγ­κα­ί­νι­α τῶν ἱ­ε­ρῶν Να­ῶν, γιά τήν κα­θι­έ­ρω­ση τῶν Ἁ­γί­ων Τρα­πε­ζῶν, τήν κα­θι­έ­ρω­ση Ἱ­ε­ρῶν ἀν­τι­μην­σί­ων, κα­θώς καί γιά τήν χρί­ση εἰ­κό­νων, κω­δώ­νων καί ἄλ­λων Ἱ­ε­ρῶν σκευ­ῶν, τά ὁ­ποῖ­α προ­ο­ρί­ζον­ται γιά τήν τέ­λε­ση τῆς Θε­ί­ας λα­τρε­ί­ας. Ἄλ­λο­τε ἐ­χρη­σι­μο­ποι­εῖ­το καί γιά τήν χρί­ση τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Βα­σι­λέ­ων καί Αὐ­το­κρα­τό­ρων κα­τά τήν στέ­ψη τους ἀ­πό τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­άρ­χου Φω­τί­ου τοῦ Α΄ τοῦ Με­γά­λου.
Ἄ­ξι­ο μνε­ί­ας εἶ­ναι τό γε­γο­νός ὅ­τι κα­τά τόν πα­ρελ­θόν­τα αἰ­ῶ­να, Ἅγι­ο Μύρο κα­θα­γι­ά­στη­κε στό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, κα­τά τά ἔ­τη:
1) 1903, Πα­τρι­αρ­χοῦν­τος Ἰ­ω­α­κε­ίμ τοῦ Γ΄,  
2) 1912, Πα­τρι­αρ­χοῦν­τος Ἰ­ω­α­κε­ίμ τοῦ Γ΄,
3) 1928, Πα­τρι­αρ­χοῦν­τος Βα­σι­λε­ί­ου τοῦ Γ΄,
4) 1939, Πα­τρι­αρ­χοῦν­τος Βε­νι­α­μίν τοῦ Α΄,
5) 1951, Πα­τρι­αρ­χοῦν­τος Ἀ­θη­να­γό­ρου τοῦ Α΄,
6) 1960, Πα­τρι­αρ­χοῦν­τος Ἀ­θη­να­γό­ρου τοῦ Α΄,
7) 1973, Πα­τρι­αρ­χοῦν­τος Δη­μη­τρί­ου τοῦ Α΄,
8 ) 1983, Πα­τρι­αρ­χοῦν­τος Δη­μη­τρί­ου τοῦ Α΄.

Ὁ Κα­θα­γι­α­σμός τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου θε­ω­ρεῖ­ται ὡς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό καί Πνευ­μα­τι­κό γε­γο­νός ση­μει­ώ­σε­ως καί μνε­ί­ας ἄ­ξι­ο. Οἱ Πα­τρι­άρ­χες, οἱ ἀ­ξι­ω­θέν­τες νά κα­θα­γι­ά­σουν Ἅ­γι­ο Μύρο, θεωροῦ­σαν αὐ­τό τό γε­γο­νός ὡς ἰ­δι­αι­τέ­ρα πρός αὐ­το­ύς εὔ­νοι­α τῆς Θε­ί­ας Πρό­νοι­ας, δῶ­ρο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος, εὐ­λο­γί­α Κυ­ρί­ου. Στό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, κα­τά το­ύς με­τά τήν ἅ­λω­ση χρό­νους, κα­θό­σον εἶ­ναι γνω­στό καί με­μαρ­τυ­ρη­μέ­νο, δύ­ο φο­ρές ἀ­ξι­ώ­θη­καν νά κα­θα­γι­ά­σουν Ἅ­γι­ο Μύρο οἱ ἀ­ο­ί­δη­μοι Πα­τρι­άρ­χες Ἀ­θη­να­γό­ρας ὁ Α΄ (1951, 1960) καί Δη­μή­τρι­ος ὁ Α΄ (1973, 1983), ἐ­νῶ τρεῖς φο­ρές μό­νον Ἰ­ω­α­κε­ίμ ὁ Γ΄ (1879, 1903, 1912). Ἐ­φέ­τος καί ὁ Οἰ­κου­με­νι­κός Πα­τρι­άρ­χης Βαρ­θο­λο­μαῖ­ος ὁ Α΄ θά τε­λέ­σει, κατ᾿ εὐ­δο­κί­α Θε­οῦ, γιά τρί­τη φο­ρά τόν κα­θα­γι­α­σμό τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου (1992, 2002, 2012).
Ἐ­φέ­τος ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Προ­ύσ­σης κ. Ἐλ­πι­δο­φό­ρος ὡς ὁ νέ­ος Ἡ­γο­ύ­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­τρι­αρ­χι­κῆς καί Σταυ­ρο­πη­γι­α­κῆς Μο­νῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος Χάλκης ἀ­φι­έ­ρω­σε τήν ἔκ­δο­ση τοῦ πρώ­του «Ἐγ­κολ­πί­ου Ἡ­με­ρο­λο­γί­ου» τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος Χάλκης στό Ἅ­γι­ο Μύρο, γρά­φον­τας θε­ο­πνε­ύ­στως καί ποι­η­τι­κῶς: «Μύρον σοι Χρι­στέ ἐκ­κε­νω­θέν ὑ­πάρ­χεις. Μύρον τό σε­πτόν Σοι καί κα­θα­γι­ά­ζεις. Τῷ Πνε­ύ­μα­τι Σου τῷ Πα­να­γί­ῳ Λόγε. Καί πάν­τας ἡ­μᾶς τῇ με­το­χῇ τῇ το­ύ­του… Δε­ό­με­νοι οὖν πα­θῶν τῶν ἀ­κα­θάρ­των τήν δυ­σο­σμί­αν ἡ­μῶν ἔ­λα­σον πᾶ­σαν». 
Κα­τα­κλε­ί­ον­τες αὐ­τή τήν εὐ­λα­βι­κή ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κη γρα­φή πε­ρί τῆς πα­ρα­σκευ­ῆς καί ἐ­ψή­σε­ως τῆς νέ­ας πο­σό­τη­τος τοῦ ἐν τοῖς Πα­τρι­αρ­χε­ί­οις Ἁ­γί­ου Μύρου, δη­μο­σι­ε­ύ­ου­με μί­α τῶν πλέ­ον γλα­φυ­ρῶν Θε­ο­πνε­ύ­στων εὐ­χῶν, πού ἀ­να­γι­νώ­σκε­ται κα­τά τόν κα­θα­γι­α­σμό τοῦ Ἁ­γί­ου Μύρου ὑ­πό τοῦ ἑ­κά­στο­τε Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­άρ­χου, ἡ ὁ­πο­ί­α ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «Ὁ Θε­ός, ὁ Μέγας καί Χρι­στός, ὁ ὑ­πό πά­σης τῆς κτί­σε­ως προ­σκυ­νο­ύ­με­νος, ἡ τῆς σο­φί­ας πη­γή καί τῆς ἀ­γα­θό­τη­τος ἄ­βυσ­σος, τό τῆς εὐ­σπλα­χνί­ας ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στον πέ­λα­γος. Αὐ­τός, Φι­λάν­θρω­πε Δέσποτα, ὁ τῶν αἰ­ω­νί­ων καί θαυ­μα­σί­ων Θε­ός, ὄν οὐ­δε­ίς ἐν­νο­ῶν ἰ­σχύ­ει κα­τα­λα­βέ­σθαι. Ἐ­πί­βλε­πον καί εἰ­σά­κου­σον ἡ­μῶν, τῶν δο­ύ­λων Σου. Σέ ἱ­κε­τε­ύ­ο­μεν καί Σέ πα­ρα­κα­λοῦ­μεν καί δε­ό­με­θα. Κα­τά­πεμ­ψον τό Ἅ­γι­όν Σου Πνεῦ­μα καί ἁ­γί­α­σον τόν Μύρον τοῦ­το. Καί πο­ί­η­σον αὐ­τό Μύρον ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως Πνε­ύ­μα­τος Ἁ­γί­ου, Μύρον ἀ­να­γεν­νή­σε­ως, ἁ­γι­α­σμοῦ χρί­σμα. Βα­σι­λι­κόν ἔν­δυ­μα, θώ­ρα­κα δυ­νά­με­ως, εἰς ἀ­πο­τρο­πήν πά­σης δι­α­βο­λι­κῆς ἐ­νερ­γε­ί­ας, σφρα­γί­δα ἀ­νε­πι­βο­ύ­λευ­τον, ἀ­γαλ­λί­α­μα καρ­δί­ας, εὐ­φρο­σύ­νην αἰ­ώ­νι­ον. Ἵ­να οἱ ἐκ το­ύ­του χρι­ό­με­νοι ἐ­κλάμ­πον­τες, ὡς οἱ φω­στῆ­ρες τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ τῇ φαι­δρό­τη­τι, μή ἔ­χον­τες σπί­λον ἤ ρυ­τί­δα, κα­τα­δε­χθῶ­σιν εἰς τάς αἰ­ω­νί­ους ἀ­να­πα­ύ­σεις, καί δέ­ξων­ται τό βρα­βεῖ­ον τῆς ἄ­νω­θεν κλή­σε­ως. Χάριτι καί οἰ­κτιρ­μοῖς καί φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Μο­νο­γε­νοῦς Σου Υἱ­οῦ, μεθ᾿ οὗ εὐ­λο­γη­τός εἶ, σύν τῷ Πα­να­γί­ῳ καί Ἀ­γα­θῷ καί Ζω­ο­ποι­ῷ Σου Πνε­ύ­μα­τι, νῦν καί ἀ­εί καί εἰς το­ύς αἰ­ῶ­νας τῶν Αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν».

Βι­βλι­ο­γρα­φί­α:
– Πα­να­γι­ώ­του Ν. Τρεμ­πέ­λα, Δογ­μα­τι­κή, Τόμ. Γ΄, Ἀ­θῆ­ναι 1979, σσ. 117-142.
– Οἰ­κου­με­νι­κόν Πα­τρι­αρ­χεῖ­ον, Τό Ἅ­γι­ον Μύρον ἐν τῇ Ὀρ­θο­δό­ξῳ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ, Ἔκ­δο­ση: «Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Δι­α­κο­νί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος», Ἀ­θή­να 1992.
– Ἐγ­κόλ­πι­ον Ἡ­με­ρο­λό­γι­ον 2012 τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος Χάλκης (Ἐ­πι­μέ­λει­α: Μη­τρο­πο­λί­της Προ­ύσ­σης κ. Ἐλ­πι­δο­φό­ρος, Ἡ­γο­ύ­με­νος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­τρι­αρ­χι­κῆς καί Σταυ­ρο­πη­γι­α­κῆς Μο­νῆς Ἁγί­ας Τρι­ά­δος Χάλκης).