Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Το απονενοημένο νόημα επετείων παρελάσεων και άλλων τινών


visit counter













Για άλλη μια φορά, η τυπολατρία,  η συνήθεια και η ταρίχευση, επικρατούν του νοήματος του χθες, της ουσίας του σήμερα και της φρέσκιας ενατένισης του αύριο.
 Δοξολογίες για τις νίκες του «έθνους των αστών», εκ των οποίων ποτέ κανένας  δεν πολέμησε πουθενά, αυτών που ακόμα και τις στρατιωτικές θητείες τους αν δεν τις εξαγοράζουν, τις πέρασαν και τις περνούν στο πεντάγωνο, δίπλα στο σπίτι τους. Αγώνες  όπου πάντα ο λαός πολεμάει και ματώνει, μα ενώ στην αρχή νικάει, προς το τέλος πάντα κάνει συμβαίνει, προδίδεται και χάνει, επιστρέφοντας σιδηροδέσμιος στις αλυσίδες του.
 Τις μέρες των επετείων αρκετοί ψάχνουν και αναρτούν στα μπαλκόνια τους σημαίες, με ανεπίγνωστο πατριωτικό οίστρο, οι περισσότεροι, όταν αυτό το ίδιο το σύμβολο της σημαίας έχει ακυρωθεί στο ίδιο το συλλογικό ασυνείδητο ενός κράτους, που τρώει σαν άλλος Κρόνος τα παιδιά του, ενός πολίτη, που ψάχνει την ευκαιρία να εξαπατήσει το κράτος και τον συμπολίτη του, ως αδήλωτος κοινωνικός λαθρεπιβάτης και ημι-παράνομος, διασφαλίζοντας τα συμφέροντά του σχεδόν πάντα, σε βάρος του γενικότερου καλού και της κοινωνικής ανοχής και αντοχής.
 Τις μέρες των  επετείων, κάποιοι μιλούν για νίκες και εποποιίες του έθνους, μιλούν για το φρόνημα των Ελλήνων που πολεμούν σαν ήρωες, μιλούν για την λεβεντιά και τον πατριωτισμό των Ελλήνων, για τα συγχαρητήρια που μας έδιναν εχθροί και φίλοι. Στους πανηγυρικούς της ημέρας, εκφωνούνται μισές αλήθειες, φουσκωμένες φαντασιώσεις και πολύ ανοησία.
 Οι παρελάσεις έχουν καταντήσει μια θλιβερή ανάμνηση, απολιθωμένης στο χρόνο, δίχως νόημα, με στρατιώτες να παρελαύνουν υποχρεωτικά, με οπλικά συστήματα ελαττωματικά και πιο ελαττωματικούς αυτούς που καλούνται να πάρουν πολιτικές και στρατιωτικές αποφάσεις όποτε αυτά χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν.
Μαθητές που σέρνονται… ασυγχρόνιστοι με άδεια βλέμματα γεμάτα απελπισία, με ενδυμασία παράταιρη για μια ώρα τιμής σε νεκρούς  και κάποιους «παλιάτσους», που επιμένουν να παριστάνουν τους επίσημους, επάνω σε κάποιες «μετέωρες» υπαρξιακά και κοινωνικά εξέδρες, στολισμένοι με τα πλουμιστά παράσημα και διάσημα τους, εμβλήματα του κάποτε, που έχουν χάσει από καιρό το περιεχόμενο και την επικαιρότητά  τους, για το λόγο ακριβώς πως οι φορείς τους, παραμένουν φορείς αναχρονισμού, συμβιβασμού, επιορκίας  και οπισθοδρόμησης.
 Η εμμονή σε τέτοια παρωχημένα και απο-νοητοδοτημένα σχήματα, αποτελεί κακόγουστη «παράσταση» όπου και όποτε λαμβάνει χώρα, που όχι μόνο δεν τιμά το χθες, αλλά το εξευτελίζει με τον χειρότερο τρόπο.
 Κάποτε σ’ ένα σχολείο, ένα παιδί ρώτησε, με περισσή παιδική αφέλεια: «μα καλά γιατί ενώ όλοι οι λαοί του κόσμου γιορτάζουν της απελευθέρωση, εμείς την 28η Οκτωβρίου επιμένουμε να γιορτάζουμε την έναρξη του πολέμου». Πραγματικά ένα αφελές παιδικό ερώτημα, το οποίο η συντεταγμένη πολιτεία με την επικουρική στήριξη της εκκλησίας έχει αφήσει αναπάντητο, αφού όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι, οι λιγότερο ή περισσότερο ηλικιωμένοι, θεωρούμε αυτονόητη την επέτειο, εφ’ όσον έτσι την βρήκαμε…
 Μα αν γιορτάζαμε την απελευθέρωση σίγουρα κάποιοι θα είχαν «ζήτημα», με πρώτη την αστική τάξη,  που «έπαιζε» τυφλόμυγα, αμπάριζα, κρυφτό και κυνηγητό στη Μέση Ανατολή, με προεξάρχοντα τον «άνακτα», και στη συνέχεια η διοικούσα εκκλησία, που εκτός μετρημένων φωτεινών εξαιρέσεων, δεν συνέτεινε και πολλά στη αντίσταση του ελληνικού λαού, για την απελευθέρωση της πατρίδας, αφού από κοινού με τη διορισμένη  κυβέρνηση του Καΐρου, αποδέχτηκαν να εναλλαχτεί η ιταλό-γερμανική κατοχή, με την αγγλική και αμερικανική στη συνέχεια και ως σήμερα.
 Μια εκκλησία, που αντί να αγκαλιάζει τα αλληλο-σπαρασσόμενα παιδιά της και να τα κρύψει στο κόρφο της σαν τροφός και στοργική μάνα, επέλεξε να είναι με την πλευρά των «νικητών» του Γράμμου και του Βίτσιου, επέλεξε να αποκλείσει ένα κομμάτι του ελληνικού λαού,  και στη καθημερινότητα να συνδράμει, ο «παπάς» τον «χωροφύλακα», για την ιδεολογική και βιολογική εξαφάνιση ενός μέρους βαπτισμένων χριστιανών, με λιγότερες ή περισσότερες θρησκευτικές ανησυχίες, σφραγίζοντας μια εποχή με την ταύτισή της με την άρχουσα αστική τάξη, τους συνεργάτες των εκάστοτε κατακτητών και  ως θεραπαινίδα  υλικών και ενδο-κοσμικών επιδιώξεων που την στοιχειώνουν έως και σήμερα.
-ΠΗΓΗ: http://www.amen.gr/article19582#sthash.hTJdbH2a.dpuf

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Το μενταγιόν - Μια ιστορία του 1940


visit counter












Σβησμένα βογγητά καναν τόν Κυριάκο νά κόψει τό γρήγορο περπάτημά του. Κατέβασε πότομα τό πλο του π τόν μο καί πρε θέση μάχης. Προχωροσε σάν τό λαγωνικό. Κάτω πό τίς βαριέςρβύλες του σακατεύονταν πουρναρόκλαδα καί τσαλιά[1]. Κατέβαινε προσεκτικά τήν πότομη πλαγιά νοίγοντας δρόμο μέ τήν ξιφολόγχη του. Τά βογγητά δυνάμωναν˙ σημάδι πώς πλησίαζε σνθρωπο. ριξε να γύρω τή ματιά ρευνητικά κι γρια. Τούτη τήν ρα το δειλινο δύσκολα ξεχώριζε τίς σκιές πό τά πράγματα. Προχωροσε περισσότερο μέ τήν κοή παρά μέ τήν ραση.

   — Aqua! Aqua! [2] ταλικό ναφιλητό κι κκληση γιά νερό τόν κανε νά σκύψει στή ρίζα νός θάμνου. νάσκελα πεσμένος στίς λάσπες σάλευε –μ σες δυνάμεις το εχαν πομείνει– νας ταλός τς μεραρχίας τν Κενταύρων.
   Ο δύο ντρες κοιτάχτηκαν στά μάτια. Δέν γνώριζε  νας τή γλώσσα το λλου. Δέν γνώριζε  νας τίς προθέσεις το λλου. Δέν γνώριζε  νας τίποτε γιά τόν λλο, κτός πό τό τι ταν χθροί.
   ρα δειλινο βασιλιάς λιος εχε στεφανώσει μέ πορφυρόχρυσα παχιά σύννεφα τίς κορυφές τς Πίνδου κι εχεπό ρα χαθε πέρα μακριά, μακριά, δυτικά, πρός τήν πατρίδα το πληγωμένου στρατιώτη.
    Κυριάκος στάθηκε μήχανος μπροστά στόν ταλό μέ τό διαπεραστικό γαλανό βλέμμα καί τή μεγάλη σχισμή στόν κρόταφο.
   στερα σκυψε μίλητος κι βγαλε π τό γυλιό του ναν πρόχειρο πίδεσμο καί λίγο ώδιο. Καθάρισε τήν πληγή κιδεσε τό κεφάλι το «χθρο». Ξέσφιξε πό τή ζώνη του μιά μικρή μποτίλια κι σταξε λίγο νερό στά φλογισμένα χείλη το ταλο.
   
ση ρα τόν περιποιόταν, κανένας πό τούς δυό δέν μιλοσε.  Κυριάκος μοιαζε νά ερουργε κάποιο μυστήριο κι ταλός προσπαθοσε νά ρπάξει δυό τρες μπουκιές ζως.
   
ποβαστάζοντας  νας τόν λλον κατηφόριζαν μέ δυσκολία στή γυμνή, γλιστερή, σκοτεινή βουνοπλαγιά. Κάπουμακριά κρότοι πολέμου τούς καναν νά γυρίζουν τά κεφάλια τους πότε πότε καί νά γναντεύουν τόν σκοτεινόρίζοντα.
   Κατέβαιναν, κατέβαιναν... καί, κάθε φορά πού τούς φώτιζε τό φεγγάρι 
νάμεσα πό τά σύννεφα, μοιαζαν γι δελφικό σύμπλεγμα.
   Κατέβαιναν καί 
ταν δυό σκέτοι νθρωποι.
   
φτασαν στόν πρτο σταθμό «Πρώτων Βοηθειν. δρωμένος  Κυριάκος καί ματωμένος ς τή φανέλα πτό γερμένο πάνω του κεφάλι το ταλο, εδοποίησε φωνάζοντας μιά νοσοκόμα.
   Λίγο πρίν φήσει τόν ταλό στό φορεο, νιωσε τσάλινο χέρι νά σφίγγει τό δικό του. πόρησε μέ τή δύναμη το ξαντλημένου κορμιοπόρησε περισσότερο, ταν  ταλός ψαχουλεύοντας στό μέρος τς καρδις τράβηξε κι βγαλε πό τό λαιμό να μενταγιόν κρεμασμένο πό χρυσή καδένα. Τό χούφτωσε μέ τά δυό του χέρια, τό φίλησε καί μέ δάκρυα τό πόθεσε στίς χοφτες το Κυριάκου. Ο κινήσεις του, πως καί τό γεμάτο εγνωμοσύνη γαλανό βλέμμα του, δέν σήκωναν ντιρρήσεις.
   — Μπαμπά, νά τό πουλήσουμε, γιά νά γοράσουμε ψωμί.
   — Ναί, μπαμπά, σέ παρακαλομε.
   
μέτρητες φορές εχε ξεκρεμάσει π τό λαιμό του  Κυριάκος τό παράξενο ταλικό μενταγιόν κι λλες τόσες τό ξαναφόραγε. Δέν ποφάσιζε νά τό πουλήσει. Τό  βγαζε πάνω στό δειανό τραπέζι τους καί τό κοίταζαν λοι στό φς τς γκαζόλαμπας. Μικρό βάλ πό κριβή πορσελάνη μέ χρυσό στεφάνωμα καί δυό κριβά πετράδια πάνω καί κάτω.μπηκτα στό κέντρο τς πορσελάνης δυό γράμματα σέ σύμπλεγμα πό λευκή πλατίνα.
   Πόσες 
στορίες δέν εχαν πλέξει μαζί μέ τή γυναίκα του καί τά παιδιά του γιά τά μυστικά πού σως θά κρύβοντανπό πίσω...
   — Νά τό πουλήσουμε, Κυριάκο, μίλησε τρυφερά κι 
 γυναίκα του. ξι μνες τώρα, μέσα στή μαύρη κατοχή, λειώνουμε πό τήν πείνα μέρα τή μέρα.
   — 
χει  Θεός, ψιθύρισε καί τό ξανάβαλε στό λαιμό του. χει  Θεός, επε ξανά. Καί τρίτωσε τό λόγοφωναχτά, χορταστικά: «χει  Θεός».
   Βγ
κε στό δρόμο, νηφόρισε τήν δό Κυδαθηναίων καί στριψε ριστερά στή Φιλελλήνων. πέναντί του, σταματημένο μπροστά στή ρώσικη κκλησία να καμιόνι ταλικό. Σάν πό κάποια ξελογιάστρα δύναμη διέσχισε τό δρόμο καί βρέθηκε πίσω πό τήν κλειστή καρότσα. Περπατοσε σάν πνωτισμένος. βαλε τό χέρι του στό μουσαμά πού φραξε τό νοιγμα. Μόνο σάν ξεπρόβαλαν τά ζεστά χνιστά καρβέλια ψωμί, κατάλαβε τήν ξελογιάστρα δύναμη πού τόν δήγησε σέ τέτοια ποκοτιά. Πόσον καιρό εχαν νά μυρίσουν ζε στό ψωμί! , νά μποροσε νά φωνάξει τά παιδιά του, νά φωνάξει λα τά παιδιά τς Κατοχς νά μυρίσουν λιγάκι...
   Δυό γεροδεμένοι 
ταλοί τόν τσάκισαν τήν ρα πού μέ κλειστά τά μάτια σφραινόταν καί νειρευόταν. Τόν σπρωξαν μέ βία τόν «κλέφτη», τόν ριξαν κάτω καί πρότειναν τά πλα τους. Πίσω πό τά κεφάλια τους πρόβαλε  ξιωματικός τους.  Κυριάκος μέ συγκλονισμό τένισε τά γαλανά μάτια. βαλε ργά τό χέρι στήν καρδιά καί τράβηξε ξω τό μενταγιόν.
   Στό νε
μα το ξιωματικο ο δύο στρατιτες νοιξαν δρόμο, καί  Κυριάκος διατάχθηκε νά  κολουθήσει τόν βλοσυρό βαθμοφόρο.
   Χίλιες 
πελπιστικές σκέψεις τόν ζωσαν. «Λές νά λάθεψε; Λές νά το στήσαν καμιά δουλειά; Λές νά τόν θεώρησαν δυό φορές κλέφτη; Λές...».
   Τριακόσια μέτρα 
ταν λα κι λα ς νά στρίψουν παρακάτω στήν θωνος κι  Κυριάκος νόμισε πώς ξαναπερπάτησελη τήν Πίνδο.  καρδιά του χτυποσε νά σπάσει καί  χρυσή καδένα μέ τό μενταγιόν χοροπηδοσε πάνω στό στθος του.
   Με
ναν μόνοι στήν πρώτη στοά τς θωνος.  ταλός κοίταζε στό σημεο τς καρδις το Κυριάκου. νοιξε λληνας τό σακάκι κι πιασε τό κόσμημα.
   Σύγκορμος τραντάχτηκε 
πό τούς λυγμούς  ταλός κι κλεισε στίς χοφτες του τά σκελετωμένα χέρια τοΚυριάκου, το σωτήρα του.
   βγαλε μέ ργές κινήσεις  Κυριάκος τό κριβό κόσμημα καί τό πέρασε στό λαιμό το ξιωματικοΧάιδεψε στερα τόν χρυσό σταυρό του κι επε «χει  Θεός».
   κανε νά φύγει, μά τά χέρια το ταλο δέν τόν φηναν... τά χέρια το Θεο δέν τόν φηναν.
   — Πόσο κόστιζε τό μενταγιόν, παππού;
   — 
σο  γάπη κι  εγνωμοσύνη, παιδιά μου.
   — Μά, 
ταν τόσο κριβό, σο λέει  γιαγιά;
   — Ναί, καί περισσότερο 
κόμη. φτασε νά μς θρέψει σ λη τή διάρκεια τς Κατοχς. ς τόν χει καλά  Θεός, ψιθύρισε  παππούς Κυριάκος τελειώνοντας τούτη τήν ληθινή στορία κι κανε τό σημεο το σταυρο.
Η. Ν.
1. τσαλί = ἱερό χόρτο πού χρησιμεύει γιά προσάναμμα / φρύγανο
2. ἰταλική λέξη πού σημαίνει νερό