Τρίτη 30 Μαΐου 2023

ΥΠΗΡΞΕ ΑΝΤΙΚΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΓΟΧ;


Έρευνα πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Ο όρος Οικουμενισμός προέρχεται από το αρχαίο Βυζάντιο. Σημαίνει «κατοικημένος κόσμος», από την ελληνική λέξη «οικουμένη», η οποία μπορεί να μεταφραστεί ως «κόσμος». Το γεγονός είναι ότι οι Βυζαντινοί θεωρούσαν ότι ο πολιτισμένος κόσμος είναι μόνο εκείνο το μέρος του πλανήτη που ήταν μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Εξ ου και ο ίδιος ο όρος. Λίγο αργότερα, άρχισε να χρησιμοποιείται και προς την Εκκλησία και όριζε εκείνες τις εδαφικές περιοχές που είχαν διαφωτιστεί από το Ευαγγέλιο. Από το 1937, οι θεολόγοι του Πανεπιστημίου του Πρίνστον στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προτείνει αυτόν τον όρο προκειμένου να ονομαστεί ένας διάλογος μεταξύ των χριστιανικών θρήσκευμάτων. Σήμερα, αυτή η λέξη αναφέρεται πιο συχνά με τρεις εντελώς διαφορετικές έννοιες:

α) διάλογος μεταξύ Ορθόδοξων Χριστιανών και μη Ορθόδοξων κοινοτήτων (και ακόμη και με εκπροσώπους άλλων θρησκειών), το κύριο καθήκον του οποίου είναι η κοινή εργασία για την ειρήνη ή τη φιλανθρωπία στον κόσμο (ένας τέτοιος διάλογος δεν συνεπάγεται δογματική ενότητα).

β) μια θεολογική τάση που θέτει το καθήκον να ενώσει διάφορα χριστιανικά θρησκεύματα σε μια ενιαία «εκκλησία» (για να επιτύχει την «ενότητα», πιο συχνά, είναι οι Ορθόδοξοι που πρέπει να εγκαταλείψουν τα δογματικά ή άλλα χαρακτηριστικά τους, επομένως, ένα τέτοιο όραμα του Οικουμενισμού έχει έναν αντι-ορθόδοξο χαρακτήρα).

γ) το δόγμα της πιθανής ενοποίησης όλων των θρησκειών σε μια νέα, κοινή θρησκεία για όλους (ένας τέτοιος οικουμενικός συγκρητισμός έχει σαφώς αντιχριστιανικό χαρακτήρα).

 

---------------------------------------------------------

Είδαμε σε προηγούμενη δημοσίευση ότι ο λεγόμενος εκ μέρους των ΓΟΧ ο  αγώνας και σε επίπεδο ηγεσίας και σε επίπεδο κλήρου και λαού ήταν ενάντια στην ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ  ΜΟΝΟ.

Η αλλαγή του Ημερολογίου ήταν ομολογουμένως ένα λάθος της τότε εκκλησιαστικής ηγεσίας. Λάθος που ευνοούσε τα κρυφά σχέδια των Παπικών, των Μασώνων και όσων υπογείως από τότε κινούνταν  υπό την καθοδήγηση πονηρών πνευμάτων προς άλωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η αντίδραση ήταν επιβεβλημένη, αλλά έγινε με λάθος τρόπο.

Στο 'Αποκηρυκτικό ῎Εγγραφό τους προς την Καινοτόμο 'Ιεραρχία, οι τρεις ' 'Ιεράρχες  επεκαλούντο τους εξής σοβαρούς λόγους για το διάβημά τους:

– Μονομερής και αντικανονική εισαγωγή στην 'Εκκλησία του Γρηγοριανού 'Ημερολογίου, παρά τα θέσμια των επτά Οικουμενικών Συνόδων και την αιωνόβιο πράξη της 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας·

– Διάσπαση  της ενότητος της 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας και διαίρεση  των Χριστιανών μέσω της εισαγωγής του Γρηγοριανού 'Ημερολογίου, άνευ της συναινέσως όλων των 'Ορθοδόξων 'Εκκλησιών·

– 'Αθέτηση  των θείων και ιερών Κανόνων, οι οποίοι διέπουν τα της Θείας Λατρείας και επίσης αθέτηση  της νηστείας των 'Αγίων 'Αποστόλων·

– Παραβίαση  εμμέσως του Πασχαλίου Κανόνος της Α´ Οικουμενικής Συνόδου διά της αλλοιώσεως του εορτολογίου και του ενιαυσίου κύκλου του Κυριακοδρομίου, μετά των οποίων συνδέεται αναπόσπαστα·

– Διάσπαση  της ενότητος της 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας στον εορτασμό των 'Εορτών και διαίρεσις των Χριστιανών, η οποία έθιξε εμμέσως το δόγμα της Μιάς 'Αγίας Καθολικής και 'Αποστολικής 'Εκκλησίας του Συμβόλου της Πίστεως·

– Πρόκληση  σκανδαλισμού, διαιρέσεως και αντεγκλήσεως των Χριστιανών και αποβολή της ομοφωνίας, αγάπης και αλληλεγγύης.

Για τους λόγους αυτούς, θεωρήθηκε ότι η Διοικούσα 'Ιεραρχία της 'Ελλάδος « απέσχισε εαυτήν κατά το πνεύμα των 'Ιερών Κανόνων του όλου κορμού της 'Ορθοδοξίας και εκήρυξε κατ' ουσίαν εαυτήν σχισματικήν, με την διευκρίνισι ότι ο αγώνας τους ήταν υπέρ επαναφοράς του Πατρίου 'Εκκλησιαστικού 'Ημερολογίου προς αναστήλωσιν της 'Ορθοδοξίας και ειρήνευσιν της 'Εκκλησίας και του ῎Εθνους».

Ο Χρυσόστομος  όμως γενικότερα δεν θεωρούσε την Εκκλησία του νέου ημερολογίου ως αιρετική, αλλά ως την νόμιμη και «ανεγνωρισμένην Αυτοκέφαλον Ελληνικήν Εκκλησίαν». Ο Χρυσόστομος επίσης δεν αποκαλούσε τους Γ.Ο.Χ. ως την μοναδική Εκκλησία του Χριστού, αλλά ως «θρησκευτική κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών», ως «μίαν φρουράν, ήτις φρουρεί τον θεσμόν του ορθοδόξου Εορτολογίου, ον ηθέτησεν ως μη ώφειλεν η πλειοψηφία της Ιεραρχίας» και ως «αποσχισθέντας από της Εκκλησίας Παλαιοημερολογίτας», τους οποίους η Εκκλησία της Ελλάδος ώφειλε «εις τους κόλπους αυτής να προσελκύση».

Αποτελεί αδιάψευστη αλήθεια, αποθησαυρισμένη στους τόμους των Απάντων του πρ.Φλωρίνης Χρυσοστόμου,, το γεγονός ότι, τις πρώτες δεκαετίες μετά την εισαγωγή του νέου Ημερολογίου οι Γ.Ο.Χ., έβλεπαν ως μόνο πρόβλημα και άρα δικαιολογία του αγώνα τους, το ημερολόγιο και την νηστεία! Στα κείμενα του πρ.Φλωρίνης   δεν υπήρξε ούτε μια φορά η λέξη Οικουμενισμός, η κάποια διαμαρτυρία για την αιρετική Εγκύκλιο του 1920, διά της οποίας οι Φαναριώτες Πατριάρχες, που διευκόλυναν την εισαγωγή του Οικουμενισμού στην Εκκλησία, αναβαθμίσουν τις αιρέσεις της Δύσεως σε «εκκλησίες». Αρκετά χρόνια αργότερα στο «Υπόμνημα Απολογητικόν του Πατρίου Εκκλησιαστικού Ημερολογίου», ο πρ. Φλωρίνης ομιλεί για τις πρόσφατες αιρέσεις που είχαν τότε εμφανισθεί. Σε αυτές δεν περιλαμβάνει τον Οικουμενισμό. Γράφει:

«Ούτω ίνα περιορισθώμεν εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Ελλάδος, τον τελευταίον αιώνα ενεφανίσθησαν δύο Αιρέσεις, η τού Θεοφίλου Καίρη… και του Αποστόλου Μακράκη… Ταύτας τας αιρέσεις κατεδίκασεν η Σύνοδος της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος» (Υπόμνημα Απολογητικόν του Πατρίου Εκκλησιαστικού Ημερολογίου).

Βλέπετε, μετά τόσα χρόνια ο πρ. Φλωρίνης δεν είχε ανακαλύψει ακόμα τον Οικουμενισμό. Το λέει ξεκάθαρα· μόνο δύο έως τότε αιρέσεις γνωρίζει!!! Άρα για το Ημερολόγιο συνεχώς και τις νηστείες μιλούσαν.

Μας κατηγορούν ότι η εισαγωγή του νέου ημερολογίου -που έφερε διαφορά στον εορτασμό και την νηστεία- διαλύει την ενότητα της πίστεως! Και διδάσκει ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, ότι επειδή αλλάξαμε το Ημερολόγιο, παύουμε να πιστεύουμε στο Σύμβολο της Πίστεως, παύουμε να έχουμε τον ίδιο Χριστό!!!

Γράφει: Ώστε, όταν η αυτή Θ. Λατρεία, δεν βιώνεται και δεν εκδηλώνεται από όλες τις τοπικές Εκκλησίες «εν τη πράξει ταυτοχρόνως και ομοιομόρφως», αλλά σε άλλο χρόνο τις γιορτάζει η μία Εκκλησία και σε άλλον η άλλη, τότε δεν «δύναται πλέον λογικώς να υποστηρίξη τις ότι το Δόγμα και η Θ. λατρεία»έχουν ενότητα (Άπαντα, πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου, τομ. 1ος, σελ. 90).

«Πως δύνανται -συνεχίζει- οι Χριστιανοί οίτινες έχουσι μίαν πίστιν, μίαν Θ. λατρείαν, εν βάπτισμα, ένα Κύριον, τα αυτά μυστήρια, να λέγωσιν εις το Σύμβολον της πίστεως ότι ανήκουσι εις μίαν… Εκκλησίαν, όταν οι μεν εκ τούτων βαπτίζουσι τον Χριστόν εις τον Ιορδάνην ποταμόν εορτάζοντες τα Θεοφάνεια, καθ’ ον χρόνον οι άλλοι… δεν εώρτασαν ακόμα ούτε τα Χριστούγεννα…;» (ΑΠΑΝΤΑ, τομ. 1ος, σελ. 90-91). «Ούτω δεν δύνανται να θεωρούνται ότι ομοδογματούσιν  οι χριστιανοί μιας και της αυτής Εκκλησίας, όταν οι μεν εκ τούτων εορτάζωσιν τας εορτάς των Χριστουγέννων…, καθ’ ον χρόνον οι δε διανύουσιν εισέτι το στάδιον της τεσσαρακοστής… Διότι αύτη, χωρίζουσα τους χριστιανούς εις τον εορτασμόν των μεγάλων εορτών αφαιρεί,  απ’ αυτών… και την ιδέαν, ότι πάντες, έχουσιν ένα και τον αυτόν Ουράνιον Πατέρα τον Θεόν, ένα και τον αυτόν Μεσίτην τον Χριστόν, εν και το αυτό Πνεύμα» (ΑΠΑΝΤΑ, τομ. 1ος, σελ. 57)

Ουδεμία Σύνοδος δογμάτισε ότι οι εορτάζοντες σε διαφορετική ημέρα, έχουν διαφορετική πίστη και διαφορετικό Χριστό!
Και επικαλούνται οι ΓΟΧ  για να δικαιολογήσουν την ανομία τους τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.. Αυτοί όμως δεν αποτειχίστηκαν, –όπως νομοθετεί ο ΙΕ΄ Κανών–όχι επειδή εμείς πέσαμε σε κάποια αίρεση και την διδάσκαμε «γυμνή τη κεφαλή» –όπως απαιτεί ο ΙΕ΄ Κανόνας για να κάνει κάποιος αποτείχιση– αλλά για την αλλαγή του Ημερολογίου, που έχει όχι άμεση, αλλά έμμεση σχέση με το Δόγμα (όπως οι ίδιοι ισχυρίστηκαν –Γράφει ο π.Φλωρίνης.

««Και εφ’ όσον το Δόγμα το κατά θεωρίαν και γνώσιν εν και το αυτό, βιούται κατά πράξιν και εκδηλούται εν τη Θεία λατρεία και ταίς ιεροτελεστίαις διαφοροχρόνως  και ανομοιομόρφως υπό των χριστιανών, δεν δύνανται πλέον ούτοι να πιστεύωσι, ότι ομοδογματούσι, και ότι συνεπώς ανήκουσιν εις μίαν Εκκλησίαν. Τούτου ούτως έχοντος, η κατά θεωρίαν και ξηράν γνώσιν ενότης και ταυτότης του Δόγματος της μίας Εκκλησίας, δεν διασώζεται πλέον, όταν η ενιαία αύτη πίστις του Δόγματος βιούται και εκδηλούται εν τη Θεία λατρεία ουχί κατά τον αυτόν χρόνον και τρόπον, αλλ’ ετεροχρόνως και ανομοιομόρφως. Διότι δεν δύνανται οι παλαιοημερολογίται και οι νεοημερολογίται, καίπερ έχοντες αμφότεροι τα αυτά Δόγματα και την αυτήν Θείαν λατρείαν, να ανήκωσιν εις μίαν και την αυτήν Εκκλησίαν, όταν οι μεν νηστεύωσι και εγκρατεύωνται, όπως εορτάσωσι τα Χριστούγεννα, καθ’ ον χρόνον οι άλλοι ευφραίνονται και πανηγυρίζουσιν, ου μόνον τα Χριστούγεννα, αλλά και τα Θεοφάνεια»(Χρυσόστομος Καβουρίδης, ΑΠΑΝΤΑ, τομ. 1ος, σελ. 114).

Ισχυρίζεται εδώ  ότι το δόγμα και η ενότητα  της πίστεως αποβαίνει «ξηρά γνώσις και θεωρία», εφ’ όσον «δεν βιούται και εκδηλούται εν τη Θεία λατρεία κατά τον αυτόν χρόνον και τρόπον»! Όμως, οι πληροφορίες της Ιεράς Παράδοσης μας λένε , ότι οι Χριστιανοί επί 7 περίπου αιώνες γιόρταζαν σε διαφορετικό χρόνο τις εορτές τους, καταρρίπτουν με πάταγο την αλλοπρόσαλλη και αμάρτυρη στην Παράδοση της Εκκλησίας κακοδοξία των Γ.Ο.Χ.! Αλλά και σήμερα, οι ανά την γην Ορθόδοξοι γιορτάζουν σε διαφορετικό χρόνο τις εορτές τους, κατά μία, δύο…, επτά ώρες, αφού ευρίσκονται σε διαφορετικό ημισφαίριο και γεωγραφικό παράλληλο, ώστε μετά επτά ώρες, έχει αλλάξει ακόμα και η ημερομηνία, π.χ. στην Αυστραλία! !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

«...Αξιοσημείωτον τυγχάνει το γεγονός ότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, θελήσασα να ορίση την ημέραν εορτασμού του Πάσχα, δεν ώρισε μήνας και ημέρας του Ιουλιανού Ημερολογίου, αλλ’ έθετο ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού την εαρινήν ισημερίαν, δηλ. ώρισε τα κατά τον εορτασμόν ουχί ημερομηνιακώς, αλλ’ αστρονομικώς, και τούτο διότι το κανονικώς ενδιαφέρον δεν είναι η ημερομηνία, αλλ’ η ισημερία».   Η «εαρινή ισημερία» δηλαδή, είναι σταθερή και σε όλα τα Ημερολόγια συμβαίνει την ίδια …ημέρα, μόνο που κάθε ημερολόγιο την ονομάζει με διαφορετικό όνομα.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

Σχόλια του π. Δημητρίου Αθανασίου (π.Δ.Α) σε γραπτή παρέμβαση του π.Ευθυμίου Τρικαμηνά (π.Ε.Τ) σχετικά με την ημερολογιακή διόρθωση τού Πασχαλίου

Τα σχετικά κείμενα βρίσκονται στις παρακάτω διευθύνσεις;

Α. ΤΟ ΠΑΣΧΑΛΙΟ ΤΗΣ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.- ΤΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟ (ΠΑΤΡΙΟ) ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ  και το ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ 2023. ( π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ_

Β. Παρέμβασις σέ κείμενο τοῦ π. Δημητρίου Ἀθανασίου σχετικά  μέ τήν διόρθωσι τοῦ Πασχαλίου.(π.Ευθυμίου Τρικαμηνά)

https://apotixisi.blogspot.com/2023/05/blog-post_39.html#more

 

 

----------------------------------------------

Σχόλια  του  π. Δημητρίου Αθανασίου (π.Δ.Α) σε γραπτή παρέμβαση  του π.Ευθυμίου Τρικαμηνά (π.Ε.Τ)   σχετικά  με την ημερολογιακή  διόρθωση τού Πασχαλίου.

π.Ευθύμιε ευλογείτε.

Σας ευχαριστώ για την γραπτή  παρέμβασή σας στο κείμενο μου, το  σχετικό με την διόρθωση  του  υπολογισμού της  ημερομηνίας  της εορτής του Πάσχα. Ομολογουμένως παραξενεύτηκα. Δεν φανταζόμουν ότι θα σχολιάζατε το άρθρο, γιατί αυτό βασικά απευθυνόταν στους λάτρεις και πιστούς του  «Αγίου Ιουλιανού» ημερολογίου και από αυτούς περίμενα σχόλια. Ήθελα να τους αποδείξω ότι με το Ιουλιανό ημερολόγιο παραβιάζονται πλέον, λόγω των συσσωρευμένων λαθών, οι όροι του Πασχαλίου της Α Οικουμενικής Συνόδου και θα πρέπει να αναθεωρήσουν πολλές από τις λανθασμένες απόψεις που φανατικά υποστηρίζουν. (Αυτό βέβαια πρέπει να προβληματίσει και τους ακολουθούντας το νέο ημερολόγιο).

Γι΄αυτό έκανα μια ΠΑΡΑΔΟΧΗ, που αστρονομικά είναι λάθος. Δηλ. θεώρησα ότι η εαρινή ισημερία είναι 21 Μαρτίου με το ΠΑΛΑΙΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ και παρουσίασα το σεληνιακό σφάλμα και τις συνέπειές του με ημερομηνίες του Παλαιού ημερολογίου. Αυτό το έκανα γιατί ορισμένοι ΓΟΧ επικαλούνται την ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη στον Ζ Αποστολικό κανόνα που γράφει  ότι  η Α Οικουμενική Σύνοδος διόρθωσε την εαρινή ισημερία στις 21 Μαρτίου.

( Η διόρθωση του  σεληνιακού σφάλματος μας δίνει την δυνατότητα να μην μηδενίζεται η νηστεία των Αγίων Αποστόλων, επιχείρημα  που χρησιμοποιούν ευρέως οι ΓΟΧ για την παραδοσιακότητα του Ιουλιανού ημερολογίου. Αυτό θα το αποδείξω σε άλλο άρθρο).

Όμως επειδή τα σχόλια σας  υπάρχουν κάποια σημεία που χρειάζονται επεξήγηση, αναγκάζομαι να σχολιάσω τις απόψεις σας.

Γράφετε ότι:

π.Ε.Τ: « Κατ’ἀρχάς δέν νοεῖται ἡ διόρθωσις τῆς ἡμερομηνίας τῆς μεγίστης τῶν ἑορτῶν τῶν Ὀρθοδόξων σέ συνεργασία μέ τούς αἱρετικούς. Οἱ ἱεροί Κανόνες ἀπαγορεύουν κάθε συνεργασία μέ τούς αἱρετικούς σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο».

                                                                                       --------------------

ΣΧΟΛΙΟ π.Δ.Α  . Δεν έγραψα πουθενά  για διόρθωση της ημερομηνίας του Πάσχα, αφού αυτή η εορτή είναι κινητή και ως εκ τούτου δεν έχει ΣΤΑΘΕΡΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ. Απλά έθεσα ένα προβληματισμό, γνωστό εδώ και χρόνια στον χώρο των θετικών επιστημών από όπου προέρχομαι, ότι υπολογίζεται ΛΑΘΟΣ Η ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ.

Έγραψα ότι απαιτείται ΔΙΟΡΘΩΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (για τον προσδιορισμό της  ακριβής  ημερομηνίας  του Πάσχα ) ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ. Επίσης πουθενά δεν είπα ότι θα πρέπει να συνεργαστούμε με αιρετικούς για την διόρθωση του λάθους.

Επειδή το λάθος είναι ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΟ (σεληνιακό και ημερολογιακό σφάλμα) γι΄αυτό συμμετέχουν στην διόρθωση μόνο σχετικοί επιστήμονες. Η μέθοδος είναι απλή. Πληροφορούμαστε από τους αστρονόμους τα εξής:

-Πότε είναι η εαρινή ισημερία.

-Πότε είναι η πρώτη πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία.

-Πότε είναι η πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας.

Η δημιουργία των ημερολογίων στην συνέχεια είναι εύκολη υπόθεση με την βοήθεια των υπολογιστών. Έτσι περνάμε στο πρώτο στάδιο της διόρθωσης. Αυτό είναι η ενημέρωση του χριστεπωνύμου πληρώματος ώστε να απαιτηθεί μελλοντικά η σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου γι΄αυτό.

Οι οικουμενιστές το 2025 με την επιστημονική κάλυψη  θα έλθουν για να αναγγείλουν τον κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους Παπικούς. Δεν γνωρίζω το μοντέλο που θα παρουσιάσουν. Οι υπάρχοντες επιστημονικές μελέτες ,απ΄όσες έχω υπόψη, δεν θα μπορούν  να εφαρμόσουν ΣΩΣΤΑ  και τους τέσσερις όρους του κανόνα του Πασχαλίου. Υπάρχει και η πρόταση για την δημιουργία ενός νέου Παγκόσμιου ημερολογίου, που πάλι δεν ορθοτομεί την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα και δημιουργεί άλλα προβλήματα.

Έτσι προκύπτει το  εύλογο ερώτημα. Αν δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος εφαρμογής των όρων εορτασμού του Πάσχα, τι θα κάνουμε; Θα τον δεχτούμε αδιαμαρτύρητα  ο,τι μας ανακοινώσουν ή  θα χωριστούμε  σε παλαιο-πασχίτες  και νέο-πασχίτες χωρίς επίγνωση;

                                               --------------------------

Γράφετε:

π.Ε.Τ: «Αὐτό νομίζω ὅτι εἶναι λάθος καί δέν χρειάζεται καμμία διόρθωσις νέα τοῦ ἡμερολογίου, ἀλλά χρειάζεται διόρθωσις τοῦ ἑορτολογίου στό θέμα τῶν κινητῶν ἑορτῶν. Αὐτή ἡ διόρθωσις ὅμως, ὅπως προανέφερα, ἀπαγορεύεται νά γίνη σέ συνεργασία μέ τούς αἱρετικούς καί μάλιστα μέ σκοπό νά συνεορτάσωμε μαζί των τίς κινητές ἑορτές.»

 

ΣΧΟΛΙΟ π.Δ.Α:. Αυτά που γράφετε θα ισχύσουν  μόνο όταν υπολογίσουμε το Πάσχα με βάση την ισημερία του νέου ημερολογίου (3 Απριλίου)  και όχι με την ημερομηνία 21 Μαρτίου με το παλαιό ημερολόγιο. Όμως ο τρόπος υπολογισμού του Πάσχα με βάση το ΙΟΥΛΙΑΝΟ ημερολόγιο, παρασέρνει και σε λάθη το νέο-διορθωμένο Ιουλιανό. Η δική μου η πρόταση είναι να καθοριστούν από την αρχή επιστημονικά και με ακρίβεια τα αστρονομικά δεδομένα (ισημερία -πανσέληνος μετά την  ισημερία -Νομικό Φάσκα-πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο ).

Αν ακολουθήσουμε ο,τι έγραψα παραπάνω αναγκαστικά οι εορτές που εξαρτώνται από το Πάσχα θα αλλάξουν ημερομηνία, αφού είναι κινητές. Το εορτολόγιο όμως δεν θα αλλάξει.Δηλ.40 μέρες μετά το Πάσχα θα είναι η εορτή της Αναλήψεως, πενήντα μέρες μετά η Πεντηκοστή ,57 μέρες μετά η εορτή των Αγίων Πάντων κ.λ.π.

Οι αλλαγές αυτές γίνονται ΑΥΤΟΜΑΤΑ και δεν χρειάζεται καμία συνεργασία με τους αιρετικούς.

--------------------------------------------------------------------------------------------

Έγραψα το εξής:

««Επίσης η Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ άλλαξε το Μακεδονικό ημερολόγιο με το Ιουλιανό, που ήταν ακριβέστερο επιστημονικά χωρίς ποτέ να το θεωρήσει ως το τέλειο ημερολόγιο και γι΄αυτό δεν το συμπεριέλαβε στους όρους εορτασμού του Πάσχα».

Και εσείς γράψατε  τα παρακάτω:

π.Ε.Τ: « Εἶναι γεγονός ὅτι, ἐπειδή δέν διεσώθησαν τά πρακτικά τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δύναται ἕκαστος νά ἰσχυρίζεται ὁ,τιδήποτε σχετικά μέ τίς ἀποφάσεις της. Τό ὅτι εἶναι λάθος αὐτό τό ὁποῖο ἰσχυρίζεται ὁ π. Δημήτριος φαίνεται ὁλοκάθαρα ἀπό τό ὅτι οἱ Πατέρες μετά τήν Α’Οἰκουμενική Σύνοδο ἀκολουθοῦσε ὀ καθένας τό ἡμερολόγιο τοῦ τόπου του, ἤ αὐτό τέλος πάντων τό ὁποῖο τόν ἐξυπηρετοῦσε.  Ἔτσι λοιπόν ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ἦτο παρών στήν Σύνοδο αὐτή, ἀνεκοίνωνε στίς λεγόμενες ἑορταστικές ἐπιστολές τήν ἡμερομηνία τοῦ ἑπομένου Πάσχα καί τίς σχετικές μέ αὐτό ἡμερομηνίες πάντοτε στό Αἰγυπτιακό ἡμερολόγιο.  Τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ ἅγιος Κύριλλος ἑκατό περίπου χρόνια μετά τήν Α΄Οἰκουμενική Σύνοδο.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει σέ ἐπιστολές του ἀπό τήν ἐξορία ἡμερομηνίες χρησιμοποιώντας τό Μακεδονικό ἡμερολόγιο.

Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τό Πασχάλιο χρονικό ἔργο ἀγνώστου συγγραφέως τοῦ Στ΄αἰῶνος, καθώς ἐπίσης καί μέ τό χρονικό τοῦ Θεοφάνους τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἔργο τοῦ Θ΄αἰῶνος.

Θά ἦταν ἀδιανόητο οἱ Πατέρες αὐτοί καί Οἰκουμενικοί διδάσκαλοι νά χρησιμοποιοῦν ἡμερολόγια ἀντίθετα μέ αὐτό τό ὁποῖο ἐθέσπισε ἤ ἔστω καθιέρωσε ἡ Α’Οἰκουμενική Σύνοδος.

Τό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο, ὅπως φαίνεται καθιερώθηκε σύν τῷ χρόνῳ ἐξ αἰτίας τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία πάντοτε τό χρησιμοποιοῦσε καί ἔτσι γιά νά ὑπάρχη συμφωνία ἔγινε ἀποδεκτό καί ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Γιά τό βασικό ζήτημα τῆς ἀκριβοῦς ἡμερομηνίας τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἡ ὁποία ὀφείλει νά εἶναι σύμφωνος μέ τούς ὅρους τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔχω νά ἀναφέρω ὅτι, ὄντως σήμερα οἱ ἡμερομηνίες κατά τίς ὁποῖες ἑορτάζεται τό Πάσχα δέν συμφωνοῦν μέ τούς ὅρους τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς».

 

ΣΧΟΛΙΟ π.Δ.Α

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος άρχισε στις 19 Ιουνίου 325 και έληξε στις 25 Αυγούστου: «Εν υπατεία Παυλίνου και Ιουλιανού των λαμπροτάτων, έτους από Αλεξάνδρου χλς΄, εν μηνί Δεσίω ιθ΄ τη προ ιγ΄ καλανδών Ιουλίων εν Νικαία τη Μητροπόλει Βιθυνίας» (Μήλια Σπ. Πρακτικά Οικουμενικών Συνόδων, Β’  πράξη της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου), έληξε δε «Εν μηνί Λώω, προ ζ΄ καλανδών Γορπιαίω».

Ο Αλεξανδρείας Κύριλλος στον Πασχάλιο Πρόλογό του, προσθέτει: «Η Οικουμενική Σύνοδος ομοφώνως εψηφίσατο ότι η Εκκλησία της Αλεξανδρείας ένθα ήσαν έμπειροι περί τας γνώσεις ταύτης θα ήγγελε τη Ρωμαίων Εκκλησία ετησίως την ημέραν του Πάσχα, ήτις θα ανεκοινούτο τούτο» (Σωκράτους, Εκκλ. Ιστ. Ε΄). Επίσης, ο Μεδιολάνων Αμβρόσιος μας πληροφορεί, ότι η εν Νικαία Σύνοδος επί τη βάσει γνωμοδοτήσεως πολλών μαθηματικών απεδέξατο τον Αλεξανδρινόν κύκλον των 19 ετών Μέτωνος, του Ηλίου (Αμβροσίου, Επιστολή προς τους Επισκόπους Εμιλίας).

Ο Μέτωνας (5ος π.Χ)  βρήκε την διάρκεια του αστρικού ηλιακού έτους ίσο με 365,26 ημέρες, αυτό δηλαδή που ο Σωσιγένης το 46 π.Χ. με εντολή του Ιουλίου Καίσαρα καθιέρωσε σαν Ιουλιανό ημερολόγιο.  Δηλ η αποδοχή του «κύκλου των 19 ετών Μέτωνος, του Ηλίου» από την Α Οικουμενική Σύνοδο ,ουσιαστικά είναι η ΕΜΜΕΣΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ, χωρίς η Σύνοδος  να απαγορεύσει κάθε άλλη μετατροπή ή διόρθωση.

Παρατηρείται εδώ, ότι η Εκκλησία μέχρι την Α΄ Σύνοδο ακολουθούσε το Μακεδονικό ημερολόγιο (των 354 ημερών) και εμμέσως πλην σαφώς αποδέχτηκε το Ιουλιανό ημερολόγιο (των 365.25 ημερών με βάση τον κύκλο του  Μέτωνα) ως πολύ ακριβέστερο, δηλ. έχουμε εδώ αλλαγή ημερολογίου. Την εισαγωγή του νέου ημερολογίου (Ιουλιανού) ενέκριναν οι Πατέρες της Συνόδου και ανέθεσαν στον Επίσκοπο Χωνών Αχιλλέα Τάτιο (του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας), που ήταν αστρονόμος και μετείχε της Συνόδου, να συνεννοηθεί με τους αστρονόμους της Αλεξάνδρειας, για την εισαγωγή του Ιουλιανού ημερολογίου και τη διόρθωση ισημεριών και πανσελήνων. 

Οι Πατέρες της Α΄ Συνόδου δέχτηκαν τη διόρθωση της ισημερίας κατά 3 ημέρες, που προτάθηκε από τους αλεξανδρινούς αστρονόμους, χωρίς να διατυπώσουν όρο μη μελλοντικής διόρθωσης. Η διόρθωση των τριών ημερών ήταν η διόρθωση του σφάλματος στην ισημερία, λόγω συσσωρευμένου λάθους του ιουλιανού ημερολογίου από το 45 π.Χ μέχρι το 325 μ.Χ.

Η αποδοχή του Ιουλιανού ημερολογίου  όπως είπαμε ήταν έμμεση και δεν συμπεριλαμβάνεται στον Κανόνα του Πασχαλίου. Αν ισχύουν αυτά που ισχυρίζεστε(δηλ.δεν αποδέχτηκε κάποιο ημερολόγιο η Α Οικουμενική) προκύπτουν τα εξής εύλογα ερωτήματα.

Σε ποιο ημερολόγιο αναφερόταν από τα τρία ισχύοντα (ιουλιανό-μακεδονικό-αιγυπτιακό)  η διόρθωση της ημερολογιακής  ισημερίας; (μπορεί να αποδειχθεί πολύ εύκολα με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς ότι αφορούσε το Ιουλιανό ημερολόγιο).

Εξ άλλου τα Πασχάλια γράμματα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας για την αναγγελία της ημερομηνίας του Πάσχα σε ποιο  ημερολόγιο βασίζονται και ημερομηνία τίνος μήνα και ποιου  ημερολογίου ανακοινώνουν;;  Μήπως στο ακριβέστερο που ήταν  το ΙΟΥΛΙΑΝΟ;

Οι Πατέρες της Α Οικουμενικής  Συνόδου με την απόφασή τους επέβαλαν την χρησιμοποίηση πραγματικών γεγονότων ισημερίας ή πανσελήνου και όχι πλασματικών και εμμέσως πλην σαφώς προσδιόρισαν την εποχή της ανοίξεως για τον εορτασμό του Πάσχα, την εποχή που ανθίζουν τα φυτά. Αυτό δηλώνεται σαφώς από τον ίδιο το Θεό (Έξ. 12, 1-2, 11, 18) και το ίδιο αναφέρει και ο άγιος Αναστάσιος Αντιοχείας (PG 89. 1381).

Το ότι οι Πατέρες δεν εφάρμοσαν στις περιοχές τους το Ιουλιανό, αλλά σεβάστηκαν το ισχύον ημερολόγιο σε κάθε περιοχή, είναι ηλίου φαεινότερο ότι το έκαναν για λόγους ποιμαντικής οικονομίας. Τους ενδιέφερε περισσότερο η εφαρμογή των όρων εορτασμού του Πάσχα  και όχι το ημερολόγιο. Δεν ήθελαν να δημιουργήσουν εστίες έντασης στις περιοχές τους  σε μια εποχή που ο Χριστιανισμός ήταν υπο διωγμό. Και ας μην ξεχνάμε ότι οι χριστιανοί ήταν μειονότητες στα μεγάλα κράτη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Πάντως χαίρομαι που συμφωνείτε μαζί μου όταν γράφετε «  ὄντως σήμερα οἱ ἡμερομηνίες κατά τίς ὁποῖες ἑορτάζεται τό Πάσχα δέν συμφωνοῦν μέ τούς ὅρους τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς».

---------------------------------------------------------------------------------

Τέλος γράφετε:

π.Ε.Τ: «Τό πῶς βέβαια θά ὑπάρξη διόρθωσις, σέ ὀρθόδοξα πλαίσια, μακριά ἀπό τήν συνεργασία μέ τούς αἱρετικούς, εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα, ὄντως δύσκολο καί δυσεπίλυτο, δεδομένου τοῦ ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες εὑρίσκονται μέσα στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Οἱ Γ.Ο.Χ. πάλι, οἱ ὁποῖοι δῆθεν ἐνδιαφέρονται γιά τίς Παραδόσεις ἀδυνατοῦν, ὅπως φαίνεται, ὄχι νά κατανοήσουν αὐτό τό ζήτημα, ἀλλά καί νά ἐπιλύσουν τά ἰδικά των προβλήματα, τῶν σχισμάτων δηλαδή, τῆς δογματοποιήσεως τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου κλπ.

Ἴσως τελικά καί αὐτό τό πρόβλημα θά ἀναχθῆ στά προβλήματα τῶν ἐσχάτων χρόνων, τά ὁποῖα θά πρέπει νά παραβλέψη ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, δεδομένου ὅτι ἀφ ἑνός μέν δέν τόν βλάπτουν στήν εὐσέβεια, τό ἄν δηλαδή ἑορτάση τό Πάσχα μία Κυριακή ἀργότερα ἀπό τήν κανονική, ἀφ’ἑτέρου δέ ἔχει νά ἀντιμετωπίση τά οὐσιωδέστερα προβλήματα τῶν ἐσχάτων χρόνων, τοῦ σφραγίσματος, τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἀντιχρίστου, τῆς πλάνης καί τῆς συγχύσεως ἡ ὁποία θά ὑπάρχη κλπ. ἀπό τά ὁποῖα ὄντως ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία του».

 ΣΧΟΛΙΟ π.Δ.Α

Θεωρείτε  δυσεπίλυτο πρόβλημα την διόρθωση του ημερολογίου σε ορθόδοξα πλαίσια, γιατί πρέπει να συνεργαστούμε λέτε με αιρετικούς. Αλλά  όπως  έγραψα προηγουμένως  σε πρώτη φάση  θα πρέπει να δημοσιοποιήσουμε το πρόβλημα και να προτείνουμε τρόπους επίλυσής του και ΟΧΙ ΝΑ ΤΟ ΑΓΝΟΟΥΜΕ. Τα αστρονομικά θέματα που πρέπει να λύσουμε είναι θέματα επιστημονικά και όχι δογματικά. Οι όροι του Πασχαλίου παραμένουν ΑΠΑΡΑΒΑΤΟΙ και διορθώνουμε τα αστρονομικά λάθη. Γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι οι  ΓΟΧ επειδή  έχουν εμμονές με το ημερολόγιο  θα αντιδράσουν. (Αυτοί εδώ και 100 χρόνια περίπου δεν αντιλήφθηκαν ότι το 1924 εισήχθη το ΔΙΟΡΘΩΜΕΝΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟ και ΟΧΙ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ ημερολόγιο)..

Εμείς οι υπόλοιποι όμως  θα πρέπει να συνεχίζουμε να παραβλέπουμε κάτι πολύ σημαντικό που θέσπισε η Α Οικουμενική Σύνοδος;

Συμπερασματικά αυτή είναι  και η ουσία του μηνύματος που ήθελα να περάσω με το άρθρο. Να μάθουμε τα σωστά για να αποδείξουμε τα ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ και να τα ΑΠΟΡΡΙΨΟΥΜΕ . Το συγκεκριμένο θέμα του εορτασμού του Πάσχα δεν είναι από τα λεγόμενα «θεολογούμενα» της Ορθοδοξίας (όπως π.χ.το σφράγισμα του Αντιχρίστου) επειδή υπάρχουν ως ασφαλιστικές δικλείδες οι τέσσερις (4) όροι που θέσπισε η Α Οικουμενική Σύνοδος.

Αν το παραβλέψουμε το θέμα και δεν ασχοληθούμε καθόλου, τότε δεν θα είμαστε υπόλογοι ενώπιον των Πατέρων της Α Οικουμενικής Συνόδου;;;;

 

Εύχεσθε υπερ. ημών


Παρασκευή 26 Μαΐου 2023

ΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΕΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ 1895 – 1902 και 1904


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου(χημικού-βιοχημικού).

Εισαγωγικά

Η  Ορθόδοξη Εκκλησία από τον 15ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα παρέμεινε αμετακίνητη στη στάση της απέναντι στον δυτικό χριστιανισμό, τον παπισμό και τον προτεσταντισμό (λουθηρανισμό, καλβινισμό, κ.λπ.) και τον αγγλικανισμό, που χαρακτηρίζονται σαφώς ως αιρετικές εκπτώσεις από τη Μία Εκκλησία.

Η αταλάντευτη αυτή στάση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ηγεσίας απέναντι στην ετερόδοξη Δύση άλλαξε επίσημα στις αρχές του 20ου αιώνα, επί πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ΄(+1912). Αυτό σημαίνει ότι με πνεύμα θετικό εγκαινιάζεται στο εθναρχικό κέντρο μία νέα στάση απέναντι στην αποκρουόμενη έως τότε Δύση, κατά το πνεύμα του φιλοδυτικισμού και των «οικουμενικών σχέσεων». Το κύριο σημείο αναφοράς δεν θα είναι πλέον η Ανατολή, αλλά η Δύση, με ο,τι αυτή εκφράζει. Η αλλαγή αυτή οριοθετείται από τρία σπουδαία κείμενα του Οικουμενικού Θρόνου, την Εγκύκλιο του πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ το 1902 , το Διάγγελμα του 1920  και την Εγκύκλιο του 1952 . Η πρώτη πραγματοποιεί το οικουμενιστικό άνοιγμα στη Δυτική Χριστιανοσύνη, ενώ τα άλλα έχουν καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα, εγκαινιάζοντας και προωθώντας την πορεία προς τον Οικουμενισμό με την «Οικουμενική Κίνηση». Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου σ’ αυτήν οδήγησε στις σημερινές ελεγχόμενες από την ορθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Αυτό όμως συνδέεται άμεσα με την προοδευτική εξίσωση των δυτικών ομολογιών με τη Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία.

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1895

Είναι χαρακτηριστικό ότι επτά μόλις χρόνια πριν την έκδοση της εγκυκλίου του 1902, εκδόθηκε η Πατριαρχική εγκύκλιος του 1895 η οποία αποτελούσε την απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Πάπα Λέοντα τον ΙΓ καί η οποία μας περιγράφει ανάγλυφα και αποκαλυπτικά το επίπεδο των σχέσων και το κλίμα που επικρατούσε μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών εκείνη την περίοδο, τις αιρετικές πλάνες του παπισμού και την ύπουλη διείσδυσή του στους κόλπους της Ορθοδοξίας μέσω της Ουνίας.

Συγκεκριμένα στις 20 Ιουνίου του 1894 ο Πάπας Λέων ο ΙΓ΄ απηύθηνε την εγκύκλιο «Praeclara gratulationis» «προς τους ηγεμόνας και τους λαούς της οικουμένης» με την οποία καλούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία σε μία ουνιτικού τύπου ένωση με το Βατικανό. Αναγνώριζε δηλαδή στους Ορθοδόξους το δικαίωμα να διατηρήσουν το λειτουργικό τυπικό και τις παραδόσεις τους, αρκεί να αναγνωρίσουν την εξουσία του Πάπα και μάλιστα ως αλάθητου, όπως πρόσφατα είχε θεσπισθεί και με την μορφή δόγματος από τους Ρωμαιοκαθολικούς στην Α΄ Βατικανή Σύνοδο το 1870. Ταυτόχρονα οργάνωσε με δυναμικώτερο τρόπο και μεγαλύτερη ένταση την δράση των Ουνιτών στην Ορθόδοξη Ανατολή και τον εις βάρος των ορθοδόξων πιστών προσηλυτισμό.

Μπροστά σ’ αυτή την απροκάλυπτη επίθεση των παπικών το Οικουμενικό Πατριαρχείο αμύνεται υπέρ της ακεραιότητος του ορθοδόξου ποιμνίου το οποίο επιχειρεί να ενημερώσει και να προστατεύσει με την εγκύκλιο του 1895, όπου γίνεται εκτενής ανάλυση των παπικών πλανών.

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1895 αποτυπώνει, επίσης, με χαρακτηριστικό τρόπο το κλίμα που επικρατούσε την περίοδο εκείνη στις σχέσεις Ορθοδόξων και Pωμαιοκαθολικών και τις βλέψεις του Βατικανού έναντι των Ορθοδόξων:

«Εν εσχάτοις δε χρόνοις ο πονηρός διέσπασεν από της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και έθνη ολόκληρα της Δύσεως, εμφυσήσας τοις επισκόποις της Ρώμης φρονήματα υπερφιάλου αλαζονείας, ποικίλας γεννησάσης καινοτομίας αθέσμους και αντευαγγελικάς. Και ου μόνον τούτο, αλλά δη και παντί τρόπω αγωνίζονται οι κατά καιρόν Πάπαι της Ρώμης, ίνα υποτάξωσιν εις τας εαυτών πλάνας την ακραδάντως ανά την Ανατολήν τη πατροπαραδότω της πίστεως ορθοδοξία στοιχούσαν Καθολικήν Εκκλησίαν του Χριστού, ενώσεις κατά την ιδίαν φαντασίαν επιδιώκοντες απλώς και αβασανίστως» (Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Εν Αθήναις 1953, σελ. 933).

Η Πατριαρχική εγκύκλιος του 1902

Αντίθετα, επτά μόλις χρόνια μετά και έχοντας να αντιμετωπίσει μία τέτοια πολεμική του Βατικανού εις βάρος της Ορθοδοξίας, ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ , παραβλέποντας όλα τα θεολογικά και ιστορικά δεδομένα, θεωρεί την στιγμή κατάλληλη για προσέγγιση με τους Ρωμαιοκαθολικούς και αναζητά τρόπους «πως αν είη δυνατόν προλεάναι την προς τοιούτο τέρμα άγουσαν ανώμαλον, το γε νυν, οδόν, εξευρείν τε σημεία συναντήσεως και επαφής, η και αμοιβαίων θεμιτών παροράσεων, μέχρι της δια του χρόνου του όλου έργου τελειώσεως, δι’ ης πληρωθήσεται προς κοινήν ευφροσύνην και ωφέλειαν η περί μιας ποίμνης και ενός ποιμένος ρήσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού».

Το ερώτημα αυτό απευθύνει με την εγκύκλιό του του 1902 προς όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες από τις οποίες ζητά να εκφέρουν την άποψή τους για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Η στροφή αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο ζήτημα των σχέσεων με τους ετεροδόξους είναι εμφανώς επηρεασμένη από ανάλογες ζυμώσεις που πραγματοποιούνται την ίδια περίοδο στον χώρο του Προτεσταντισμού, ο οποίος βιώνοντας τον συνεχή κατακερματισμό του αναζητά την πολυπόθητη «ενότητα» μέσω του Οικουμενισμού. Από τα τέλη, άλλωστε, του 19ου αιώνα η Οικουμενική Κίνηση εκδηλώνεται και βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση στην Δύση, όχι μόνο στον θεολογικό χώρο, αλλά και στον αντίστοιχο κοινωνικοπολιτικό, από τον οποίο και υποστηρίζεται.

Η στροφή προς την Δύση θεωρείται αναγκαία και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που αντιμετωπίζει την ίδια περίοδο (και από την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως ακόμη) την αυξανόμενη καχυποψία των τουρκικών αρχών και την σταδιακή περιστολή των προνομίων του. Το 1882 ξεσπά το γνωστό «προνομιακό ζήτημα» με τραγικές συνέπειες στα δικαιώματα και την λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

(Η περί των σχέσεων των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και περί άλλων γενικών ζητημάτων Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1902, αι εις αυτήν απαντήσεις των Αγίων Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και η ανταπάντησις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εν Κωνσταντινουπόλει, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, 1904, σελ. 9).

Περιεχόμενο εγκυκλίου 1902

Ο  Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ αποστέλλει εγκύκλιο γράμμα προς τις Ορθόδοξες Εκκλησίες με το οποίο τις καλεί να διατυπώσουν τη γνώμη τους σχετικά με τέσσερα σοβαρά ζητήματα.

-Το πρώτο αφορούσε την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

«Ἡ ἀπευθυνομένη πρὸς ἡμᾶς καὶ τὰς λοιπὰς Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας κλῆσις ὑμῶν πρὸς εἰρήνην καὶ ἀδελφικὴν ἀγάπην καὶ ἀμοιβαίαν κοινωνίαν ζωηρὰν εὑρήσει ἀπήχησιν καὶ συμπάθειαν ἐν ταῖς καρδίαις πάντων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, τῶν εἰλικρινῶς ἀφωσιωμένων τῇ μητρὶ αὐτῶν Ἐκκλησίᾳ. Κεχωρισμέναι διὰ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν γλωσσῶν καὶ τῶν ἐθνικοτήτων αἱ ἅγιαι τοῦ Θεοῦ τοπικαὶ Ἐκκλησίαι, εὑρίσκουσι τὴν ἑαυτῶν ἑνότητα ἐν τῇ ἀμαιβαίᾳ ἀγάπῃ, ἐν τῇ στενῇ δὲ πρὸς ἀλλήλας κοινωνίᾳ θάρρος καὶ δύναμιν ἀρύονται εἰς προκοπὴν ἐν τῇ πίστει καὶ τῇ θεογνωσίᾳ, ἀπόκρουσιν τῶν μεθοδειῶν τοῦ πολεμίου καὶ παγκόσμιον κήρυξιν τοῦ Εὐαγγελίου». Τὸ αὐτὸ δὲ τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς ἑνότητος πνεῦμα, ἀπὸ τῆς θεορρύτου πηγῆς τοῦ Εὐαγγελίου ἐκπηγάζον, ἐπιπνέει ζωηρῶς δι’ ὁμοίων καὶ λέξεων καὶ ἐννοιῶν ἐν τοῖς τιμίοις γράμμασι καὶ πασῶν τῶν ἄλλων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, θάρρος ὄντως καὶ δύναμιν ἡμῖν μεταδίδον, εὐλόγούς τε τὰς ἀφορμὰς παρέχον, ὅπως πρὸς τῷ καλῶς ἔκπαλαι κρατοῦντι ἐθίμῳ τῶν τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς ἀγάπης προσαγορεύσεων καὶ τὰς πεπνυμένας αὐτῶν γνώμας ἐκζητῶμεν ἑκάστοτε ἐπὶ ζητήμασιν, ἐφ’ ὧν ἡ ἀπὸ κοινοῦ μελέτη καὶ κρίσις ἠδύνατ’ ἂν θεωρηθῆναι ὑπὸ τῶν Ἐκκλησιῶν εὔκαιρος, ἅμα δὲ καὶ τελεσιουργὸς ἔργων ἀγαθῶν πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν τῶν τε ἀπὸ μέρους καὶ τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, ἧς κεφαλὴ ὁ Χριστός.

Ἀπὸ τοιαύτης τοίνυν ὄντως ἀδελφικῆς ἐνισχύσεως εὐλόγως ἐπιρρωνύμενοι καὶ ἐν νῷ ἔχοντες τὴν τοῦ ἀποστόλου Παύλου παραίνεσιν πρὸς τοὺς Κορινθίους καὶ πρὸς πάντας πάντων τῶν αἰώνων τοὺς εἰς Χριστὸν πιστεύοντας, «παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ᾖτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ τῇ αὐτῇ γνώμῃ», ἔγνωμεν προτεῖναι τῇ περὶ ἡμᾶς ἱερᾷ Συνόδῳ πρὸς διάσκεψιν, ὅπερ τὸ ἐφ’ ἡμῖν ἐκρίναμεν μελέτημα πρέπον καὶ ἅγιον, ἐμβριθοῦς τε ἐπιστάσεως ἄξιον, εἴ γε δηλονοῦν ἡ καθ’ ἡμᾶς ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία εὔκαιρον λογίζεται ἐπιζητῆσαι ἀνταλλαγὴν σκέψεων μετὰ τῶν ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν καὶ τῶν σεβασμιωτάτων Προέδρων τῶν Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν ἐπί τινων θεμάτων καθόλου μὲν εἰπεῖν θρησκευτικῆς οὐσίας καὶ ἰδιότητος, πολλῆς δὲ σημασίας καὶ σπουδαιότητος, ὧν διάγραμμα πρὸς σαφεστέραν διατύπωσιν καὶ εὐχερεστέραν μελέτην ἀνεκοινωσάμεθα τοῖς περὶ ἡμᾶς σεβασμίοις καὶ περισπουδάστοις ἐν Χριστῷ συνοδικοῖς ἀδελφοῖς.

Μετὰ τὴν ἐπιγενομένην τοίνυν ἐπισταμένην μελέτην καὶ δοκιμασίαν, συναινοῦσαν ἔχοντες τὴν ὁμόφωνον συνοδικὴν διαγνώμην τῶν περὶ ἡμᾶς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι λίαν ἡμῖν ἀγαπητῶν καὶ περισπουδάστων ἀδελφῶν ἁγίων ἀρχιερέων, ἀλλὰ μὴν καὶ τῷ ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κρατοῦντι ἔθει στοιχοῦντες, καθ’ ὃ οἱ τῶν Ἐκκλησιῶν θεοφιλῶς προστατοῦντες ἐπίσκοποι τὰς ἑαυτῶν ἀπορίας καὶ τὰς τούτων λύσεις διὰ γραμμάτων ἀλλήλοις ἀνεκοινοῦντο, ἐπιμελῶς καὶ φιλαδέλφως προσέχοντες ἐπιζητεῖν τὴν ἐν λόγοις καὶ ἔργοις ὁμοφροσύνην, προαγόμεθα εἰς ὑποτύπωσιν τῶν συνοδικῶς ἐγκριθέντων ἐρωτημάτων, οὐ καινά τινα ἀνακινοῦντες ζητήματα, ἀλλὰ τὰ ἀφ’ ἱκανοῦ χρόνου ὑφιστάμενα εἰς κοινὴν προβαλλόμενοι μελέτην, πρὸς ἀμοιβαίαν διαφώτισιν τῶν κατὰ τόπους ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἵπερ ὁμοίων πάντως ἐμφρούμεναι παγκοίνου ὠφελείας προθέσεων, ἡδέως, πεποίθαμεν, ἀποδέξονται καὶ ἐπίκαιρον κρινοῦσιν ἐπευρῦναι τὸν κύκλον τῆς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας εἰς ἐπισκόπησιν, οὐ μόνον ὑπὸ τῆς πορείας τῶν πραγμάτων ἐνδεικνυμένην, ἀλλὰ καὶ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς κλήσεως, ἧς ἐκλήθημεν ἐν Χριστῷ πάντες, ὅσοι, εὐδοκίᾳ καὶ χάριτι Θεοῦ, τεταγμένοι ἐσμὲν εἰς προστασίαν τῶν ἁγίων Αὐτοῦ Ἐκκλησιῶν ἐπὶ τῷ προσέχειν ἑαυταῖς καὶ ἐκ καθήκοντος μεριμνᾶν περὶ τῆς σωτηρίας πάντων. Χρεὼν γὰρ ὄντως τοῖς ἄνωθεν εἰς πνευματικὴν τῶν πιστῶν διακυβέρνησιν τεταγμένοις, καὶ τῷ χριστωνύμω πληρώματι μέγα ὄφελος τὸ ἐπιμέλεσθαι, ὅπως ἂν τὸ τιμιώτατον τῆς ἀγάπης κεφάλαιον πλείονας δυνηθείη καρποὺς φέρειν κατὰ τὸ ἅγιον τοῦ Κυρίου θέλημα. Διὸ ἐκ τῶν πρωτίστως ἐξερευνητέον ἐλογισάμεθα τί ποτε ἄρα δοκεῖ τοῖς γερασμίοις Προέδροις τῶν ἁγιωτάτων Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν ὅ,τι ὠφέλιμον ἦν γενέσθαι, οὐχ ἐγένετο δέ, τί δ’ ἀπὸ τοῦ νῦν τὸ προσῆκον καὶ δυνατὸν γενέσθαι, πρὸς τὴν τῶν ὀρθοδόξων λαῶν ἐν τῇ ἑνότητι τῆς πίστεως καὶ ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους ἀγάπῃ καὶ ὁμοφροσύνῃ συνάντησιν, καὶ τί τὸ μετὰ ταῦτα ποιητέον πρὸς τὴν ἐπὶ μᾶλλον στερέωσιν τῆς ἁγίας καὶ ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καὶ πρὸς κρείττονα ἄμυναν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν κατὰ τοῦ ἐπιφερομένου ἐναντίου πνεύματος τοῦ αἰῶνος τούτου.

 

- Το δεύτερο αφορούσε τις σχέσεις με τους ετεροδόξους, Καθολικούς και Προτεστάντες, που τις ονομάζει «δύο μεγάλες «αναδενδράδες»(=κλάδοι)  του Χριστιανισμού,

Θεοφιλὲς ἔτι καὶ εὐαγγελικόν ἐστιν ἐπιζητῆσαι τὰ δοκοῦντα ταῖς ἁγιωτάταις Αὐτοκεφάλοις Ἐκκλησίαις περὶ τῶν ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δύο μεγάλων τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδων, τῆς Δυτικῆς δηλονοῦν καὶ τῆς τῶν Διαμαρτυρομένων Ἐκκλησίας. Καὶ γνωστὸν μέν, ὅτι διηνεκοῦς εὐχῆς καὶ δεήσεως ὑποκείμενον διατελεῖ ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίᾳ καὶ παντὸς γνησίου χριστιανοῦ τῇ εὐαγγελικῇ τῆς ἑνότητος διδασκαλίᾳ στοιχοῦντος πόθος εὐσεβὴς καὶ ἐγκάρδιος ἡ ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει μεθ’ ἡμῶν ἕνωσις αὐτῶν καὶ πάντων τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων, ἀλλ’ οὐκ ἀγνοοῦμεν ἅμα, ὅτι προσκόπτει ὁ θεοφιλὴς πόθος οὗτος πρὸ τῆς ἀδιασαλεύτου τῶν Ἐκκληοιῶν τούτων ἐμμονῆς ἐν δοξασίαις, ἐφ’ ὧν, ὡς ἐπὶ βάθρου, συμπαγοῦς διὰ τοῦ χρόνου καταστάντος, ἐστηκυῖαι, ὅλως ἀπρόθυμοι φαίνονται προσχωρῆσαι εἰς ὁδὸν ἑνώσεως, οἵα ὑπὸ τῆς εὐαγγελικῆς καὶ τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας ἐνδείκνυται, ἢ ἐκδηλοῦσι μὲν προθυμίαν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅροις καὶ βάσεσιν, ἐφ’ οἷς ἡ ποθεινὴ δογματικὴ ὁμοφροσύνη καὶ κοινωνία τυγχάνει οὖσα ἡμῖν ἀπαράδεκτος. Περιττὸν δ’ ἐπίσης εἰπεῖν πρὸς εἰδότας, ὅτι ἡ ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων ἱδρυθεῖσα καὶ ὑπὸ θειοτάτων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἐν Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις στερεωθεῖσα, κεφαλὴν ἔχουσα αὐτὸν τὸν ἀρχιποίμενα Χριστόν, τὸν τῷ ἰδίῳ αἵματι περιποιησάμενον αὐτήν, οὖσα δέ, κατὰ τὸν θεόπνευοτον καὶ οὐρανοβάμονα Ἀπόστολον, «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» καὶ «σῶμα Χριστοῦ», ἡ ἁγία, λέγομεν, Ἐκκλησία μία ἐστὶ πράγματι ἐν ταυτότητι πίστεως καὶ ὁμοιότητι ἠθῶν καὶ ἐθίμων, συνῳδὰ ταῖς ἀποφάσεσι τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ μία ὀφείλει εἶναι, ἀλλ’ οὐ πολλαὶ καὶ διαφέρουσαι πρὸς ἀλλήλας κατά τε τὰ δόγματα καὶ τοὺς θεμελιώδεις θεσμοὺς τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακυβερνήσεως. Εἰ δέ, ὡς περὶ παντὸς πράγματος, ἀδυνάτου μὲν παρὰ ἀνθρώποις, δυνατοῦ δὲ παρὰ τῷ Θεῷ, οὕτω καὶ περὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως ἐλπίζειν ἔνεστιν ὡς δυνατῆς ποτε ἐσομένης, τῆς θείας μὲν χάριτος ἐπιφοιτώσης καὶ συναιρομένης, τῶν ἀνθρώπων δὲ εἰς τρίβους εὐαγγελικῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης κατευθυνομένων, ἄρα σκεπτέον καὶ φροντιστέον, κατὰ τὸ ἐνόν, πῶς ἂν εἴη δυνατὸν προλειᾶναι τὴν πρὸς τοιοῦτο τέρμα ἄγουσαν ἀνώμαλον, τό γε νῦν, ὁδόν, ἐξευρεῖν τε σημεῖα συναντήσεως καὶ ἐπαφῆς, ἢ καὶ ἀμοιβαίων θεμιτῶν παροράσεων, μέχρι τῆς διὰ τοῦ χρόνου τοῦ ὅλου ἔργου τελειώσεως, δι’ ἧς πληρωθήσεται πρὸς κοι¬νὴν εὐφροσύνην καὶ ὠφέλειαν ἡ περὶ μιᾶς ποίμνης καὶ ἑνὸς ποιμένος ῥῆσις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅθεν καὶ εὐπρόσδεκτον τοῖς ἁγιωτάτοις ἀδελφοῖς ἔσεσθαι ὑπολαμβάνοντες τὴν περὶ τοιαύτης σκέψεως πρότασιν, θαρρούντως καὶ τὸ ἀδελφικὸν τόδε προτιθέμεθα ἐρώτημα, εἴ γε δηλονοῦν ἐπίκαιρος τὰ νῦν κρίνεται προδιάσκεψίς τις περὶ τούτου ἐπὶ τῷ παρασκευάσαι πεδίον ὁμαλὸν φιλικῆς ἀμοιβαίας προσπελάσεως, καὶ καθορίσαι ἐν κοινῇ ὁμοφωνίᾳ τῶν μελῶν τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας τὰς βά¬σεις, τὰ μέτρα καὶ τὰ μέσα, τὰ ὡς ἄριστα κριθησόμενα.

 

-Το τρίτο την σχέση  με τους Παλαιοκαθολικούς και

Συναφῆ τῇ χριστιανικῇ ἑνότητι πρόκεινται καὶ τὰ περὶ τῶν ἀπὸ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας οὐ πρὸ πολλοῦ ἀποχωρησάντων δυτικῶν χριστιανῶν, οἱ τὴν προσωνυμίαν παλαιῶν καθολικῶν ἀναλαβόντες καὶ λέγοντες ἀποδέχεσθαι τὰ ὑπὸ τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας μέχρι τοῦ θ΄ περίπου αἰῶνος δεδογμένα, καὶ τὰς τῶν ἑπτὰ ἁγίων καὶ πανσέπτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων διατάξεις, ἑαυτοὺς ὡς ὄντας ἤδη ἐν τῇ καθόλου Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ διακηρύττουσι καὶ τὴν μετ’ αὐτῆς ἕνωσιν καὶ κοινωνίαν ὡσπερεὶ τυπικῆς διακανονίσεως ὑπολειπόμενον ἔργον ἐπιζητοῦσι. Καὶ ἐπαινετὸς μὲν πάντως τῶν φιλοθέων τούτων χριστιανῶν ὁ θερμουργὸς τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας καὶ τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης ζῆλος, οὗ περ ἐμπεψορημένοι φαίνονται ὄντες ἐν τῷ καλῷ αὐτῶν ἀγῶνι, γνωσταὶ δὲ τῷ χριστιανικῷ κόσμῳ αἱ τῶν συνεδρίων αὐτῶν διαγνῶμαι καὶ πράξεις, καὶ ἡ ἐν κατηχητικοῖς καὶ συμβολικοῖς βιβλίοις δογματικὴ καὶ τελετουργικὴ διδασκαλία.

Ἐπειδὴ δὲ περὶ τῆς ὑπ’ αὐτῶν ἐκφερομένης ὁμολογίας τῆς πίστεως οὕπω σαφής τις καὶ κοινὴ πρυτανεύει ἐν ἡμῖν γνώμη, ἀλλὰ διαφόρως τὰ περὶ ταύτης κρίνονται ὑπὸ τῶν εἴτε ἐγγύθεν τὰ κατ’ αὐτοὺς γνόντων εἴτε ἄπωθεν ἐκμελετησάντων ἡμετέρων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν, ὧν τινες μὲν περὶ τῆς ὁμολογίας ταύτης ὡς ἐν σημείοις δογματικοῖς τῆς τελείας ὀρθοδοξίας οὐσιωδῶς ἔτι ἀπεχούσης ἀποφαίνονται, τινὲς δὲ τουναντίον ταύτην κρίνουσιν ὡς μὴ περιέχουσαν διαφορὰς οὐσιώδεις, τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν κωλυούσης, ἀλλ’ ὡς μονονοὺ συμπεπληρωμένην τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀποχὴν τῆς ὅλης ὑγιαινούσης ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ περὶ παραδόσεως, καλὸν ἡγησάμεθα, ἵνα καὶ περὶ τούτου τοῦ σπουδαίου μελετήματος ἐπικαλεσώμεθα τὴν εὐσεβῆ καὶ φιλάδελφον γνώμην τῶν ἁγιωτάτων ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἴγε εὔκαιρον αὐταῖς δοκεῖ καὶ κατὰ τίνα τρόπον βουλεύσασθαί τι ἀγαθὸν καὶ εὐπρόσδεκτον ἐπὶ τῷ διευκολῦναι τὴν πραγμάτωσιν τοῦ πρὸς τὴν μεθ’ ἡμῶν τελείαν ἕνωσιν πόθου τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος χριστιανῶν, ὡς εὐοίωνον ἀπαρχὴν τῆς ἐλπιζομένης καὶ ποθητῆς παγκοσμίου χριστιανικῆς ἑνότητος

 

 

-το τέταρτο την δυνατότητα ή όχι της τροπο ποιήσεως του ισχύοντος ημερολογίου.

Οὐχ ἥττονος προσοχῆς ἄξια λογιζόμεθα καὶ τὰ περὶ κοινοῦ ἡμερολογίου ἀφ’ ἱκανοῦ ἤδη χρόνου λεγόμενά τε καὶ γραφόμενα, ἐν οἷς ἰδίᾳ τὰ προτεινόμενα συστήματα μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀπ’ αἰώνων κρατοῦντος ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, ἢ ἀποδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ, ἐκείνου μὲν ὡς ἐλλιπεστέρου ἐπιστημονικῶς, τούτου δ’ ὡς ἀκριβεστέρου, νομιζομένων καὶ περὶ τῆς κατ’ ἀναγκαίαν ἀκολουθίαν μεταστάσως τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικοῦ πασχαλίου.

Καὶ ἐν ταῖς τοῦ θέματος τούτου μελέταις διχαζομένας βλέπομεν τὰς παρὰ τοῖς εἰδικῶς ἐγκύψασιν ἡμετέροις ὀρθοδόξοις κρατοῦσας γνώμας. Τινὲς μὲν γὰρ τούτων τὸ ἐν ἡμῖν ἔκπαλαι παραδεδεγμένον ὡς μόνον ἁρμόζον τῇ Ἐκκλησίᾳ κρίνουσι διὰ τὸ εἶναι πατροπαράδοτον καὶ ἐκκλησιαστικῶς ἀνέκαθεν κεκυρωμένον, ἥκιστα δ’ ἀναγκαίαν τὴν τούτου μεταρρύθμισιν, ἀλλὰ καὶ φευκτέαν μᾶλλον, θεωροῦσι, διὰ λόγους οὓς ἀναπτύσσουσιν· ἔνιοι δ’ ἀκρίβειαν χρονομετρικὴν ὅσον ἔνεστι πληρεστέραν, ἢ καὶ τὴν τοῦ ὁμοιομόρφου καινὴν χρησιμότητα προβαλλόμενοι, ὑπέρμαχοι τοῦ τῶν δυτικῶν ἡμερολογίου καὶ τῆς παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγῆς αὐτοῦ ἀποφαίνονται, συνηγορούντων αὐτοῖς, ὡς εἰκός, καὶ τῶν ἐκ τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ προσδοκίᾳ ἴσως ἐνδεχομένων θρησκευτικῶν, κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν ἐπόψεις, ὠφελειῶν. Οὕτω δ’ ἐπιτεινομένης ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν τῆς συζητήσεως, καθ’ ἣν ἑκατέρωθεν ἐμμόνως προτάσσονται ποικίλοι καὶ σπουδῆς ἄξιοι ἰσχυρισμοί, πρός τε τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν θρησκείαν ταυτοχρόνως ἀναφερόμενοι, ἐνῷ συνάμα ἔν τισι τῶν ὀρθοδόξων χωρῶν ἔφεσίς τις ἐκδηλοῦται προσχωρήσεως εἰς τὴν γνώμην τῆς τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἡμερολογίου μεταλλαγῆς, ἢ τινος αὐτοῦ διαρρυθμίσεως, πρόσφορον ἐπίσης ἡμῖν δοκεῖ, ἅτε δὴ τοῦ ζητήματος τούτου σὺν τῇ ἐπιστημονικῇ μορφῇ προφανῆ ἔχοντος σημασίαν ἐκκλησιαστικήν, διαμείψασθαι πρὸς ἀλλήλας τὰς ἁγίας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας σχετικὰς ἀνακοινώσεις, ἵνα καὶ περὶ τούτου διαμορφωθῇ κοινὸν ἐν αὐταῖς φρόνημα, μία δὲ γνώμη καὶ ἀπόφασις τῆς κα¬θόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ᾗ μόνη ἀπόκειται ἡ περὶ τούτου κρίσις καὶ ἡ ἐξεύρεσις, ἐν ἀνάγκῃ, τρόπου συνδυάζοντος κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὴν ἐπιζητουμένην σχετικὴν ἐπιστημονικὴν ἀκρίβειαν πρὸς τὴν ποθουμένην τήρησιν καθιερωμένων ἐκκλησιαστικῶν ὁρισμῶν.

Ταύτην τοίνυν τὴν ἐπὶ τῶν προεκτεθέντων σημείων ἀνταλλαγὴν σκέψεων ὡς ἁπτὴν ἔνδειξιν πνευματικῆς καὶ πραγματικῆς ἐπικοινωνίας καὶ ὡς συνεκτι¬κὴν τῆς ἐν πᾶσι κοινοῖς ζητήμασι τηρητέας ἑνότητος ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία τὰ μάλιστα ἀνύσιμον τῇ Ὀρθοδοξίᾳ κρίνουσα, χρηστὰς τρέφει ἐλπίδας, ὅτι ἡ ἀδελφικὴ αὐτῆς ἥδε φροντὶς καὶ παράκληοις, πρὸς ὅσια καὶ εὐαγγελικὰ κατατείνουσα τέλη, συμπαθῆ ἔξει ἀπήχησιν ἐν τῇ καρδίᾳ τῶν γερασμίων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν καὶ συναινοῦσαν εὑρήσει τὴν φιλαδελφίαν αὐτῶν πρὸς ἀνακοίνωσιν τῆς περὶ ἑκάστου γνώμης τῶν ὧν θεοψιλῶς προΐστανται Ἐκκλησιῶν

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

1. . Ο Πατριάρχης Ιωακείμ υιοθέτησε «την θεωρία των κλάδων» του Οικουμενισμού, που φαίνεται ότι τότε είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στους σκοτεινούς θαλάμους της Μασονίας.Είναι ο πρώτος Ορθόδοξος, που το 1902 στην Εγκύκλιό του προς τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, για το θέμα του Ημερολογίου, χαρακτήρισε τους Παπικούς και Προτεστάντες, ως «αναδενδράδες», δηλ. κλάδους του δένδρου της Εκκλησίας!

Παράλληλα, ο Ιωακείμ άρχισε να χειροτονεί τους πρώτους μασόνους επισκόπους του Πατριαρχείου. Την περίοδο αυτή άρχισαν να μυούνται στη Μασονία οι Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου. Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί τόσο για την εξάπλωση στο Πατριαρχείο του Οικουμενισμού, όσο και την Μασονίας, είναι ότι ο Ιωακείμ, αλλά και οι άλλοι Ιεράρχες παρεκινούνταν από λόγους εθνικούς! Αυτό όμως δεν τους απαλλάσσει από τις ευθύνες τους, όπως δεν απαλλάγηκαν από τις δικές τους ευθύνες οι φιλενωτικοί αυτοκράτορες. Μεταξύ των επισκόπων που χειροτόνησε ο Ιωακείμ Γ΄το έτος 1902 ήταν και ο  Χρυσόστομος Σμύρνης. Ούτος, μετά από λίγα χρόνια έστρεψε τα βέλη εναντίον του Ιωακείμ, αποκαλώντας τον «ξόανον» και «κιβδηλότατον των Πατριαρχών», επειδή δεν συμφωνούσε με την καταστροφική εθνοφυλετική γραμμή του, χάριν της οποίας πρόδωσε την Ορθοδοξία του !

2.Η εγκύκλιος, η οποία απευθύνεται προς όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, καλεί, ως προς το τέταρτο θέμα, να προβληματιστούν οι Εκκλησίες για το αν  είναι εφικτή και ωφέλιμη μία τροποποίηση του ημερολογίου και του εξ αυτού  εξαρτημένου Πασχαλίου. Τονίζει ότι εδώ και καιρό γράφονται και λέγονται  πολλά σχετικά με την ακρίβεια των ημερολογίων και ότι δεν υπάρχει επιστημονική συμφωνία (την εποχή εκείνη), καθότι οι γνώμες διχάζονταν. Αναφέρει  επίσης ότι υπάρχουν δύο πλευρές σχετικά με το ζήτημα, με τη μία να είναι υπέρμαχος της αλλαγής και την άλλη να υποστηρίζει ότι αυτό αντίκειται στην παράδοση. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι παρατηρεί πως, πέραν του επιστημονικού χαρακτήρα, το θέμα έχει συνάμα και εκκλησιαστική διάσταση. Μάλιστα, κλείνοντας την εγκύκλιο, εύχεται να βρεθεί μία λύση η οποία να συνδυάζει, «τὴν ἐπιζητουμένην σχετικὴν ἐπιστημονικὴν ἀκρίβειαν πρὸς τὴν ποθουμένην τήρησιν καθιερωμένων ἐκκλησιαστικῶν ὁρισμῶν».

3. Το 1902 έγινε το πρώτο ρήγμα στο μέτωπο της Ορθοδοξίας για το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Ενώ ο Πατριάρχης Άνθιμος Ζ΄ είχε απαγορεύσει κάθε συζήτηση για το θέμα της αλλαγής του ημερολογίου, ο Ιωακείμ Γ΄ το κατέστησε αντικείμενο νέου διαλόγου. Μέχρι τότε, το θέμα αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ήταν λυμένο με αποφάσεις τόσων Συνόδων. Αυτό το ρήγμα, που επέφερε ο Ιωακείμ Γ΄ στη στάση της Ορθοδοξίας, ήταν η μεγάλη του προσφορά στις αντορθόδοξες αυτές δυνάμεις, που εξυπηρέτησε.

Με την ενέργειά του αυτή ο Ιωακείμ κατέστησε τα «αναντίρρητα», όπως είναι η απόρριψη του Γρηγοριανού ημερολογίου από τις Συνόδους, «αμφίβολα», όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος. Κατέστησε τα αδιαπραγμάτευτα ζητήματα της Εκκλησίας, συζητήσιμα. Το λάθος του, λοιπόν ήταν ότι ο Ιωακείμ Γ΄ ζήτησε από τους Προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών τη γνώμη τους, αν μπορεί η Εκκλησία ν’ αλλάξει το ημερολόγιο. Στο ερώτημα απάντησαν όλοι οι Προκαθήμενοι, πλην του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και Κύπρου. Οι περισσότεροι απάντησαν αρνητικά. Κι’ ο Ιωακείμ Γ΄ το 1904 με Εγκύκλιό του απέρριψε το Γρηγοριανό ημερολόγιο.

4. «Η Εγκύκλιος του 1902 άνοιξε τον δρόμο στη συμμετοχή μας στην Οικουμενική Κίνηση, το Διάγγελμα του 1920 προετοίμασε την είσοδό μας στο ΠΣΕ, ενώ η επί Πατριάρχου Αθηναγόρα Εγκύκλιος του 1952  λειτούργησε ως ολοκλήρωση και επισφράγιση της προγραμματισμένης αυτής πορείας. Γι’ αυτό μεγάλοι ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Ιωάννης Καρμίρης και ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρά την αφοσίωσή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν παρέλειψαν να εκφράσουν τον δισταγμό τους στα ανοίγματα αυτά και τις επιφυλάξεις τους για τις μέσω αυτών δρομολογημένες εξελίξεις».(π.Γεώργιος Μεταλληνός)

Οι απαντήσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών

Η απάντηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών υπήρξε ξεκάθαρη. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι Εκκλησίες δήλωσαν προς τον Πατριάρχη ότι η χρονική στιγμή ήταν η πλέον ακατάλληλη για μια προσέγγιση με τους ετεροδόξους (Παπικούς και Προτεστάντες).

 


Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην απάντησή του θεωρεί άκαιρη και ατελέσφορη μία προσπάθεια προσεγγίσεως εκείνη την χρονική περίοδο: «ειδικώς εν τω παρόντι επί του αντικειμένου τούτου κοινή συσκέψασθαι των ουκ αναγκαίων είναι νομίζομεν, μηδέν τι θετικόν αποτέλεσμα εκ της τοιαύτης προδιασκέψεως προσδοκήσαι δυνάμενοι» (ο.π., σελ. 17). Τονίζει ότι καμμία ανάλογη προσέγγιση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν εκλείψει το μεγάλο πρόβλημα του προσηλυτισμού εις βάρος των ορθοδόξων: «Αναγκαίον δ’ άρα προ πάσης περί προσεγγίσεως των διισταμένων Εκκλησιών διασκέψεως, καταργηθήναι και εντελώς εκ του μέσου αρθήναι το σκάνδαλον του προσηλυτισμού, το εξαναγκάζον την ορθόδοξον και τας λοιπάς εν Ανατολή αρχαίας Εκκλησίας εν καταστάσει εμπολέμω αεί διατελείν». Χρησιμοποιεί δε σκληρή γλώσσα περιγράφοντας τις ενέργειες αυτών που ασκούν τον προσηλυτισμό εις βάρος των ορθοδόξων αποκαλώντας τους «λύκους» και «όφεις» που κατασπαράσσουν το ορθόδοξο ποίμνιο: «Λυπηρόν γαρ δη και απαίσιον ... τό χριστιανούς χριστιανοίς δίκην λύκων επιπίπτειν η δίκην όφεων υπεισέρπειν και πάση δυνάμει και παντί τρόπω και μέσω αγωνίζεσθαι ποιήσαι ένα προσήλυτον» (ο.π., σελ.18).

 


Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η απάντηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία «κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι αι παρούσαι καιρικαί περιστάσεις όλως ακατάλληλοί εισι προς εξέτασιν και επίλυσιν του ζητήματος της ενώσεως των Εκκλησιών καθόλου» (ο.π., σελ. 39). Στην συνέχεια της απαντήσεώς της η Ιερά Σύνοδος τονίζει πως και άλλες ανάλογες προσπάθειες στο παρελθόν στάθηκαν ατελέσφορες λόγω διαφόρων αιτίων τα οποία «υφίστανται έτι και νυν, αλλά και εφ’ όσον εν τω μέλλοντι εξακολουθήσουσιν υφιστάμενα, πάσα σκέψις και απόπειρα εις πραγματοποίησιν της ενώσεως των Εκκλησιών αποβήσεται ματαία» (ο.π., σελ. 39).

 


 

Του αυτού πνεύματος είναι και η απάντηση της Εκκλησίας της Ρωσίας η οποία αναφέρεται με έμφαση στις επιβουλές των Παπικών και των Προτεσταντών εις βάρος των ορθοδόξων πιστών και την ανάγκη προστασίας του ορθοδόξου ποιμνίου: «εν τω παρόντι εσμέν ηναγκασμένοι ίνα σκεπτώμεθα ου τοσούτον περί της απαλύνσεως των ημετέρων σχέσεων προς τους χριστιανούς της Δύσεως και της φιλαδέλφου προσελκύσεως των κοινοτήτων αυτών εις την μεθ’ ημών ενότητα, όσον περί ακαταπαύστου και αγρύπνου υπερασπίσεως των πεπιστευμένων ημίν λογικών προβάτων από των αδιαλείπτων επιβουλών και πολυειδών δελεασμάτων των λατίνων και των προτεσταντών» (ο.π., σελ. 28).

 



Στην απάντηση της Ρωσικής Εκκλησίας γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην πρακτική και τους σκοπούς του Βατικανού για την άλωση της Ορθοδόξου Ανατολής. «Τοις αγαπητοίς ημών και σεβασμίοις πατράσι και αδελφοίς γνωστοί εισιν οι αιώνιοι της Ρώμης πόθοι, οίτινές ποτε και υπήρξαν η αιτία της αποστασίας αυτής· γνωσταί εν τη ιστορία εισί και αι διάφοροι αυτής μεθοδείαι, αι τε φανεραί και αι κρύφιαι, αι προς καθυπόταξιν της ορθοδόξου Ανατολής τείνουσαι... Δι­ό, οσονδήποτε και αν ώσι φιλειρηνικοί οι των λατίνων λόγοι, οσονδήποτε επιμελώς και αν επιδεικνύωσιν ούτοι και παντοιοτρόπως τονίζωσι την ιδιαιτέραν αυτών αγάπην και σεβασμόν προς την ορθόδοξον Εκκλησίαν και ιδιαιτέρως προς το ρωσσικόν έθνος και κράτος, οι λόγοι ούτοι ουδαμώς οφείλουσιν ουδέ δύνανται αποκρύψαι από της ημετέρας προσοχής τους πραγματικούς υπούλους σκοπούς της Ρώμης» (ο.π., σελ. 19-20).

 

Η ανταπάντηση του Πατριαρχείου με το εγκύκλιο γράμμα του 1904

Στις 12 Μαΐου 1904, μετά τις απαντητικές επιστολές των Εκκλησιών, ακολούθησε νέο Πατριαρχικό εγκύκλιο γράμμα προς τις Εκκλησίες . Στην ανταπάντησή του το Πατριαρχείο αναφέρει ότι η γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι πως το καθορισμένο και κυρωμένο με την διαρκή πράξη της Εκκλησίας Πασχάλιο δεν πρέπει να καινοτομηθεί. Δηλαδή το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Το να διατηρήσουμε δε το Ιουλιανό ημερολόγιο και το εορτολόγιο αμετάβλητα υπερπηδώντας μόνο 13 ημέρες ώστε να συμπίπτουν οι εορτές των δύο ημερολογίων θεωρείται άσκοπο, αφού δεν επιβάλλεται από κανένα λόγο ούτε επιστημονικό ούτε πρακτικό. Σημειώνεται επίσης ότι από το 2100 και μετά η διαφορά των δύο ημερολογίων θα αυξηθεί και θα γίνει 14 ημέρες.

Το Πατριαρχείο θεωρεί πρόωρη την όποια μεταρρύθμιση του ημερολογίου, αφού δεν είμαστε υποχρεωμένοι εκκλησιαστικά να το αλλάξουμε, καθότι, όπως ισχυρίζεται, ακόμα και η επιστήμη δεν αποφάνθηκε οριστικώς σχετικά με τον υπολογισμό του τροπικού έτους . Παρατηρούμε εδώ ότι υπάρχει μία διαφοροποίηση της αρχικής τοποθετήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αν και αφιστάμενη της αρχικής εγκυκλίου, η νέα εγκύκλιος μάλλον συγκεφαλαίωνε τις τοποθετήσεις των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, κάποιες από τις οποίες νόμιζαν ότι υποκρίπτετο προσηλυτιστικός κίνδυνος από την Καθολική Εκκλησία, ότι θα παραβιαζόταν ο κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και ότι ήταν μη αναγκαία η ημερολογιακή μεταρρύθμιση, κυρίως λόγω των διαφαινομένων ενδοεκκλησιαστικών ανωμαλιών τις οποίες πιθανότατα θα δημιουργούσε μία τέτοια αλλαγή. Πάντως είναι γεγονός ότι στην πρώτη πανορθόδοξη νηφάλια προσέγγιση του ημερολογιακού ζητήματος μετά από αιώνες διαπιστώνεται η διπλή προσέγγιση του ζητήματος. Από την μία υπάρχει η επιστημονική προσέγγισή του, για την οποία η Εκκλησία δηλώνει αναρμόδια, και από την άλλη η θρησκευτική-θεολογική προσέγγιση, η οποία απαιτεί μεγάλη προσοχή και διορθόδοξη συνεννόηση καθότι διακυβεύεται η ενότητα της κοινωνίας της Εκκλησίας.


Πέμπτη 25 Μαΐου 2023

Το σχίσμα μεταξύ Φλωρινιακών και Ματθαιικών και μερικά ερωτήματα.

IΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΓΟΧ-


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Το πρώτο σχίσμα που στην κυριολεξία συντάραξε τις τάξεις των Γ.Ο.Χ. και απέβη καθοριστικό για το μέλλον της ιστορικής τους πορείας είναι το ματθαιικό. Κατά την περίοδο 1924-1935 ποιμαίνονταν μόνο από ιερείς, καθώς κανείς αρχιερεύς δεν είχε συμφωνήσει με την απόσχισή τους από την Εκκλησία. Το 1935 τρεις μητροπολίτες  της Ελλαδικής Εκκλησίας, οι Δημητριάδος Γερμανός, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και Ζακύνθου Χρυσόστομος αποκήρυξαν την εκκλησιαστική τους αρχή και ανέλαβαν την ηγεσία του παλαιοημερολογιτικού λαού. Οι τρεις μητροπολίτες  προέβησαν αμέσως σε χειροτονίες τεσσάρων νέων αρχιερέων, οι δύο όμως από τους οποίους -μαζί με τον Ζακύνθου Χρυσόστομο- έκαναν πολύ σύντομα αίτησι επιστροφής στους κόλπους της Εκκλησίας.

Την παλαιοημερολογιτική ηγεσία αποτελούσαν λοιπόν κατά τα έτη 1935-1937 εκτός από τους Γερμανό και Χρυσόστομο οι Κυκλάδων Γερμανός και Βρεσθένης Ματθαίος.

Δύο έτη μετά την χειροτονία τους (1937) οι επίσκοποι Κυκλάδων και Βρεσθένης αποκήρυξαν με την σειρά τους τους επισκόπους που τους χειροτόνησαν με το εξής αιτιολογικό: Όταν οι επίσκοποι Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης ανέλαβαν την ηγεσία των Γ.Ο.Χ., διεκήρυξαν προς τον πιστό λαό, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος λόγω της αλλαγής του ημερολογίου κατέστη άμεσα σχισματική, οι δε «σχισματικοί λειτουργοί» της έχασαν την «χάριν του Παναγίου Πνεύματος».

Δυστυχώς οι επίσκοποι Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης προοδευτικά αθέτησαν την ανωτέρω ομολογία τους και «ήρχισαν να αποδέχωνται πάντα τα μυστήρια, τα τελούμενα υπό των ν/των κακοδόξων ως έγκυρα και μετέχοντα της θείας χάριτος». Είναι χαρακτηριστικοί οι όροι, που οι επίσκοποι Κυκλάδων και Βρεσθένης έθεταν προς επανένωση με τους Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης κατά το έτος 1942.

Οι τελευταίοι όφειλαν να ομολογήσουν:

«1) Ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δια της παραδοχής του Παπικού Εορτολογίου κατέστη Σχισματική.

2) τα Μυστήριά της είναι άκυρα.

3) το μύρο  της δεν έχει την αγιαστική  χάρη   και

4) τα παιδιά  των κακοδόξων ερχόμενα εις την Ορθόδοξη  Εκκλησία  πρέπει να αναμυρώνωνται».

 

Οι χειροτονίες των Φλωρινιακών Γ.Ο.Χ.

Το μεγάλο κενό που άφησε ο θάνατος του Χρυσοστόμου (1955) στην ηγεσία των Γ.Ο.Χ. έσπευσαν να καλύψουν άμεσα οι κληρικοί της παρατάξεώς του. Οι Φλωρινιακοί έως το 1960 διοικούντο και πάλι από επιτροπή ιερέων.

Έπειτα από επίμονες προσπάθειες οι Γ.Ο.Χ. απέκτησαν το 1960 τον πρώτο τους επίσκοπο. Ο αρχιμανδρίτης Ακάκιος Παπάς χειροτονήθηκε στην Αμερική ως επίσκοπος Ταλαντίου από τους επισκόπους Σικάγου Σεραφείμ και Ντητρόιτ Θεόφιλο, οι οποίοι ανήκαν στην λεγομένη Σύνοδο των Ρώσων της Διασποράς(ΡΟΕΔ).

1. Η χειροτονία πραγματοποιήθηκε παρά την ρητή απαγόρευση της Ρωσικής Συνόδου.

2. Στην χειροτονία συμμετείχαν μόνο δύο επίσκοποι.

3. Η χειροτονία τελέστηκε  υπερορίως με την πρόφαση, ότι όλοι οι νεοημερολογίτες  επίσκοποι της Ελλάδος ήταν σχισματικοί και στερημένοι της θείας Χάριτος.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η Σύνοδος των Ρώσων της Διασποράς:

α΄. Είχε επί δεκαετίες διακόψει κάθε σχέση με το πατριαρχείο της Μόσχας, το οποίο κατηγορούσε για σύμπραξη με τους Κομμουνιστές. Παρά ταύτα είχε πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία με όλες τις Εκκλησίες που ακολουθούσαν το νέο ημερολόγιο  και με όλες τις Εκκλησίες που συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνηση και ιδίως με τους Αθηναγόρα Κωνσταντινουπόλεως και Ιάκωβο Αμερικής , τους οποίους οι Γ.Ο.Χ. θεωρούν αιρεσιάρχες.

β΄. Είχε ενορίες και με το ιουλιανό και με το νέο ημερολόγιο.

γ΄. Δεν ήταν άμοιρη συμπροσευχών με αιρετικούς. Αναφέρουμε ενδεικτικά την παρουσία (1951) Αγγλικανού αρχιερέως με πλήρη αρχιερατική στολή στο ιερό Βήμα κατά την χειροτονία του επισκόπου Βιταλίου. Επίσης την συμμετοχή του επισκόπου Φιλαρέτου σε λιτανεία μαζί με παπικό επίσκοπο και την τέλεση παρακλήσεως σε παπικό ναό (δεκαετία του 1960)51. Οι Ρώσοι έστειλαν επίσης κατόπιν παπικών προσκλήσεων τρεις παρατηρητάς στην μεγάλη παπική Σύνοδο του Βατικανού.

δ. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Σεραφείμ ο «Θεόφιλος ακολουθούσε  το νέον ημερολόγιο... Ο εν Detroit Καθεδρικός ναός (στον οποίο έγινε η χειροτονία), λειτουργεί με το νέο  ημερολόγιο .

Βάσει των ανωτέρω στοιχείων οι Γ.Ο.Χ. καλούνται να απαντήσουν στο εξής ερώτημα.

 Η χειροτονία του Ακακίου από ένα νεοημερολογίτη επίσκοπο και από ένα παλαιοημερολογίτη, ο οποίος όμως κοινωνούσε πλήρως με τους Νεοημερολογίτας, δεν πρέπει να θεωρηθεί άκυρη, καθώς κατά την εποχή εκείνη (1960) οι Γ.Ο.Χ. και ιδίως ο Ακάκιος διεκήρυτταν, ότι τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών στερούνται της θείας Χάριτος;

Θα πρέπει άλλωστε να σημειωθεί, ότι ο Ακάκιος ήταν ένας από τους πλέον φανατικούς υποστηρικτές των ματθαιικών κακοδοξιών. Ο Ακάκιος υποστήριζε πάντοτε, ότι οι νεοημερολογίτες  επίσκοποι είναι σχισματικοί, ότι τα Μυστήριά τους είναι άμοιρα της θείας Χάριτος και ότι οι Νεοημερολογίται που προσχωρούν στους Γ.Ο.Χ. πρέπει οπωσδήποτε να αναμυρώνωνται, τακτική άλλωστε που ο ίδιος διαρκώς εφήρμοζε.

Ο Ακάκιος επίσης έως το 1945 αποκαλούσε τον υποστηρικτή των αντιθέτων, εκκλησιολογικών φρονημάτων πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο «ανισόρροπον, φρενοβλαβή, παλίμβουλον, ακατάρτιστον και αμαθέστατον θεολογικώς και εκκλησιαστικώς, πεπλανημένον, κακόδοξον, ψευδοδιδάσκαλον, ψευδαπόστολον, ψευδεπίσκοπον, ανατροπέα των εκκλησιαστικών παραδόσεων»!

Το 1962 ο Ακάκιος χειροτόνησε νέους επισκόπους με την σύμπραξη  του επισκόπου της Ρωσικής Διασποράς Λεοντίου Χιλής, ο οποίος ενήργησε και πάλι κρυφά από την προϊσταμένη του αρχή. Το κύρος των χειροτονιών του 1960 και 1962 αναγνώρισε η Σύνοδος των Ρώσων  της Διασποράς μόλις το 1969, η οποία δήλωσε ταυτόχρονα στον τότε αρχιεπίσκοπο των Γ.Ο.Χ. Αυξέντιο, ότι «θεωρεί την υμετέραν Ιεραρχίαν, ως αδελφούς εν Χριστώ, οι οποίοι θα είναι εν πλήρει επικοινωνία μεθ' ημών».

Οι Γ.Ο.Χ. δέχθηκαν με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση την ανωτέρω αναγνώριση  από τους Ρώσους, οι οποίοι μετά το 1965 διέκοπταν προοδευτικά την εκκλησιαστική κοινωνία με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες που συμμετείχαν στην Οικουμενική Κίνηση. Φυσικά οι Ρώσοι κατά το 1969 δεν είχαν διακόψει την κοινωνία με όλες τις Τοπικές Εκκλησίες, όπως π.χ. με την Εκκλησία της Σερβίας, με την οποία μάλιστα δεν διέκοψε ποτέ την εκκλησιαστική κοινωνία. Το γεγονός αυτό απεδείκνυε, ότι αν όχι άμεσα τουλάχιστον έμμεσα τόσο οι Ρώσοι όσο και οι Γ.Ο.Χ. κοινωνούσαν και με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες και ιδίως με τις Εκκλησίες του νέου ημερολογίου.

Αυτό βέβαια δεν απασχολούσε τους Γ.Ο.Χ., οι οποίοι ήδη από το 1960 είχαν αποδείξει ότι είναι τελείως ανειλικρινείς και ασυνεπείς προς την εκκλησιολογία τους, και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η πάση θυσία συντήρηση  του αντικανονικού σχίσματός τους. Η ανειλικρίνειά τους αυτή γινόταν περισσότερο εμφανής, όταν σε κάθε ευκαιρία διεκήρυτταν επίσημα το φρόνημά τους περί απουσίας θείας Χάριτος από τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών ( Περιοδικό Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων) -με τους οποίους φυσικά έμμεσα ή άμεσα κοινωνούσαν- αδιαφορώντας για την τελείως αντίθετη άποψη των Ρώσων(.Ιωάσαφ Ανάγνου, Βίγλα Ορθοδοξίας, σελ. 27)

(Απόσπασμα από σχετική εργασία μας για το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ)