Την 14η Σεπτεμβρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία
εορτάζει την Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.
Το Συναξάρι της ημέρας συνδέεται με τα εξής κορυφαία ιστορικά γεγονότα:
Η
ανεύρεση από την Αγία Ελένη (326 μ.Χ.): Όταν ο
Μέγας Κωνσταντίνος επικράτησε στη Ρώμη, η μητέρα του, Αγία Ελένη, μετέβη
στα Ιεροσόλυμα για να αναζητήσει τον Τίμιο Σταυρό. Στον Γολγοθά, οι
ειδωλολάτρες είχαν χτίσει ναό της Αφροδίτης και είχαν σωρεύσει χώματα. Η
Αγία Ελένη γκρέμισε το ναό και, έπειτα από έρευνες, βρήκε τρεις σταυρούς
(του Χριστού και των δύο ληστών) καθώς και τους Τίμιους Ήλους (τα καρφιά). Για να διαπιστώσουν
ποιος ήταν ο Σταυρός του Κυρίου, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος
ακούμπησε διαδοχικά τους σταυρούς πάνω σε μια νεκρή γυναίκα, η οποία
αναστήθηκε μόλις την άγγιξε ο Σταυρός του Χριστού.
Η
πρώτη Ύψωση (335 μ.Χ.): Στις 13
Σεπτεμβρίου έγινε τα εγκαίνια του μεγάλου ναού της Αναστάσεως (το λεγόμενο
Μαρτύριο) που έχτισε ο Μέγας Κωνσταντίνος στα Ιεροσόλυμα. Την επομένη, 14
Σεπτεμβρίου, ο Πατριάρχης Μακάριος ύψωσε ψηλά τον Τίμιο Σταυρό για να τον
προσκυνήσει το πλήθος των πιστών που είχε συρρεύσει.
Η
επανίδρυση από τον Ηράκλειο (628 μ.Χ.): Το δεύτερο
ιστορικό γεγονός που τιμάται συμπληρωματικά αφορά την αρπαγή του Σταυρού
από τους Πέρσες το 614 μ.Χ. και την ανάκτησή του από τον αυτοκράτορα
Ηράκλειο. Ο Ηράκλειος τον επανέφερε στα Ιεροσόλυμα στις 14 Σεπτεμβρίου του
628, όπου ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στον Ναό της Αναστάσεως.
Η Εκκλησία, όμως, δεν αρκείται να «διηγηθεί» τα
γεγονότα. Μέσα από τους ύμνους της ημέρας — τα στιχηρά του Μικρού και του
Μεγάλου Εσπερινού, το κανόνα του αγίου Κοσμά του Μαΐστορος, το κοντάκιο, τα
εξαποστειλάρια — μας μιλά για το τι είναι ο Σταυρός, ποιες δυνάμεις κρύβει και
τι σημαίνει για τη ζωή μας. Ας δούμε, λοιπόν, με απλά λόγια, τους
χαρακτηρισμούς και τη θεολογία του Σταυρού, όπως τους ψάλλει η Εκκλησία στις 14
Σεπτεμβρίου.
Οι
χαρακτηρισμοί του Σταυρού στους ύμνους της εορτής και η θεολογία τους.
1. Τρόπαιο νίκης.
Οι ύμνοι δεν βλέπουν ποτέ τον Σταυρό ως σύμβολο ήττας και ντροπής. Τον βλέπουν
ως το μεγαλύτερο σημείο νίκης στην ιστορία. Τον ονομάζουν «αήττητον τρόπαιον»,
«ακαταμάχητον όπλον», «θυρεόν απροσμάχητον» και «σκήπτρον ένθεον». Το κοντάκιο
της γιορτής τελειώνει με τα λόγια: «όπλον ειρήνης αήττητον τρόπαιον».
Δηλαδή: ο Σταυρός είναι το αήττητο έπαθλο της νίκης και το όπλο που φέρνει την
ειρήνη.
2. Σκέπη και προστασία.«Σύ μου σκέπη κραταιά υπάρχεις, ο τριμερής Σταυρός του Χριστού» ψάλλει η
Εκκλησία. Ο Σταυρός αποκαλείται «απροσμάχητον τείχος», «φυλακτήριον» των
πιστών, «περιτείχισμα της Εκκλησίας». Σε αυτόν στάθηκαν και οι αυτοκράτορες:
τον αποκαλούν «βασιλέων κραταίωμα», γιατί με το σημείο του Σταυρού — όπως ο
Κωνσταντίνος με το «Εν τούτω νίκα» — κέρδιζαν τις μάχες τους.
3. Ξύλο ζωής και πηγή θεραπείας.
Ο Σταυρός είναι το «ζωηφόρον ξύλον», το ξύλο που δίνει ζωή, και «των
ασθενούντων ιατρός», ο γιατρός των ασθενών. Η Παλαιά Διαθήκη μιλούσε για το
ξύλο της ζωής στον παράδεισο· τώρα οι ύμνοι βλέπουν το ξύλο του Σταυρού ως το
αληθινό Ξύλο της Ζωής, που γιατρεύει όχι μόνο το σώμα, αλλά κυρίως την ψυχή.
4. Φως που φωτίζει τον κόσμο.
«Σταυρός ο φωσφόρος», «φωτολαμπής» — ο Σταυρός είναι φως. Ο Ανδρέας
Ιεροσολυμίτης ψάλλει στη λιτή: «Σημειωθήτω εφ' ημάς το φως του προσώπου σου»,
και ο Ανατόλιος: «Φώτισον ημάς τη ελλάμψει σου, Σταυρέ ζωηφόρε». Στην
εποχή μας, όπου τόσα σκοτάδια περιβάλλουν τον άνθρωπο, ο Σταυρός μένει το φως
που δεν σβήνει.
5. Δρόμος προς τον ουρανό.
Ο Σταυρός είναι «θεία κλίμαξ», ουράνια σκάλα: «δι' ης ανατρέχομεν εις
ουρανούς». Είναι η «θύρα του Παραδείσου», που είχε κλείσει με την πτώση του
Αδάμ και τώρα ξανανοίγει. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, το «ύψωμα» του Σταυρού
είναι το ανέβασμα όλης της ανθρωπότητας: «υψώθημεν από γης προς ουράνια».
6. Η ελπίδα και η ομορφιά της Εκκλησίας.
Ίσως ο πιο συγκινητικός χαρακτηρισμός είναι το ιδιόμελο του Όρθρου: «Σταυρέ
του Χριστού, χριστιανών η ελπίς, πεπλανημένων οδηγέ, χειμαζομένων λιμήν, εν
πολέμοις νίκος, οικουμένης ασφάλεια, ασθενούντων ιατρέ, νεκρών η ανάστασις,
ελέησον ημάς». Και το εξαποστειλάριο τα συμπυκνώνει όλα: «Σταυρός, ο
φύλαξ πάσης της οικουμένης· Σταυρός, η ωραιότης της Εκκλησίας· Σταυρός,
βασιλέων το κραταίωμα· Σταυρός, πιστών το στήριγμα· Σταυρός, αγγέλων η δόξα,
και των δαιμόνων το τραύμα». Προσέξτε: ο Σταυρός είναι «ωραιότης» της
Εκκλησίας — όχι ντροπή, αλλά καύχημα, όπως έλεγε και ο απόστολος Παύλος.
Η θεολογία του Σταυρού στους ύμνους
1. Με ένα ξύλο νικάει το ξύλο.
Ο πυρήνας της θεολογίας της γιορτής βρίσκεται στο μεγάλο Δοξαστικό του
Εσπερινού: «Δεύτε άπαντα τα έθνη, το ευλογημένον ξύλον προσκυνήσωμεν».
Εκεί εξηγείται το μυστήριο με απλά λόγια: «Ξύλω γάρ έδει το ξύλον ιάσασθαι».
Ο διάβολος νίκησε τον Αδάμ με ένα ξύλο· ο Χριστός τον νικά με το ξύλο του
Σταυρού: «ο απατήσας εν ξύλω, τω Σταυρώ δελεάζεται». Η κατάρα λύεται και
η δικαίωση του ανθρώπου ολοκληρώνεται.
2. Οι τύποι της Παλαιάς Διαθήκης.
Τα τροπάρια του κανόνα του Κοσμά γεμίζουν από παλιές ιστορίες που
προαναγγέλλουν τον Σταυρό: ο Μωσής με τα χέρια απλωμένα σταυρωτά νικά τον
Αμαλήκ· το πικρό νερό της Μερράς γλυκαίνεται με ξύλο· το χάλκινο φίδι· ο
πατριάρχης Ιακώβ που ευλογεί με εναλλαγμένα χέρια· η ράβδος του Ααρών· ο Ιωνάς
μέσα στο κήτος. Η Εκκλησία βλέπει παντού τον τύπο του Σταυρού — σαν να λέει:
όλη η ιστορία του κόσμου έφτανε σ' αυτή τη στιγμή.
3. Νίκη κατά του θανάτου και του
διαβόλου. Στους ύμνους της 14ης Σεπτεμβρίου δεν κλαίμε τον
Χριστό — γιορτάζουμε τη νίκη Του. «Κατεπόθη του θανάτου η δύναμις». Ο Άδης, που
κατάπιε τον Χριστό με λαχτάρα, τον ξέρασε τρέμοντας: «ων γάρ κατέπιε πόθω
Άδης, απήμεσε τρόμω». Ο διάβολος καταβάλλεται ολοκληρωτικά: «βροτοί
εθεώθημεν, και διάβολος παντελώς καταβέβληται» — οι θνητοί θεοποιηθήκαμε,
κι ο διάβολος έπεσε για πάντα.
4. Ο Σταυρός φέρνει την Ανάσταση.
Η γιορτή δεν είναι μνημόσυνο του Πάθους, αλλά «εγκαίνια της Αναστάσεως». Γι'
αυτό ακούμε: «Σήμερον Σταυρός υψούται, και δαίμονες φυγαδεύονται· σήμερον η
κτίσις πάσα εκ της φθοράς ηλευθέρωται». Η ύψωση του Σταυρού μιμείται την
Ανάσταση και την Ανάληψη: «Σταυρός υψούται σήμερον, και κόσμος αγιάζεται».
5. Η λατρεία του Σταυρού είναι λατρεία
του Χριστού. Γιατί προσκυνάμε τον Σταυρό; Οι ύμνοι
δίνουν την απάντηση: δεν προσκυνούμε ένα ξύλο, αλλά Εκείνον που κρεμάστηκε πάνω
του. «Τον Σταυρόν σου προσκυνούμεν Δέσποτα, και την αγίαν σου Ανάστασιν
δοξάζομεν», ψάλλει η Εκκλησία αντί του Τρισαγίου. Ακριβώς γι' αυτό, στη
Θεία Λειτουργία της ημέρας, ο ιερέας υψώνει τον Σταυρό και ευλογεί σταυροειδώς
τον λαό προς τις τέσσερις κατευθύνσεις — το φως του Σταυρού φτάνει παντού.
Το μήνυμα για τη ζωή μας σήμερα
Τι μένει, λοιπόν, από όλα αυτά για εμάς; Τρία
πράγματα.
Πρώτον, ο Σταυρός δεν
είναι ντροπή αλλά καύχημα. Ό,τι ο κόσμος βλέπει ως αποτυχία, η Εκκλησία το
βλέπει ως «αήττητον τρόπαιον».
Δεύτερον,
ο Σταυρός είναι ζωντανή παρουσία, όχι παλιό αντικείμενο. Είναι «ισχύς» και
«βοήθεια» για όποιον τον επικαλείται με πίστη — «Σταυρός, πιστών το
στήριγμα».
Τρίτον, ο Σταυρός έχει
όνομα και πρόσωπο: τον Χριστό. Γι' αυτό και το απολυτίκιο της γιορτής είναι μια
ζεστή προσευχή: «Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου…
και το σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα».
Και μια τελευταία εικόνα από το Θεοτοκίο των Αίνων:
οι πιστοί προσκυνούν τον Σταυρό «χαρά και φόβω» — με χαρά, για τη σωτηρία που
χαρίζει, και με φόβο, γιατί ξέρουμε πόσο ανάξιοι είμαστε. Αυτό είναι όλο το
μυστικό της πίστης μας.
Χαίροις, Σταυρέ, του πεσόντος Αδάμ η
τελεία λύτρωσις!
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714–1779) είναι μια από
τις πλέον λαοφιλείς μορφές της νεότερης Ορθοδοξίας. Η διδασκαλία του, όπως
διασώζεται στις Διδαχές του, χαρακτηρίζεται από ποιμαντική μέριμνα,
ορθόδοξη ευσέβεια και πατριωτικό φρόνημα. Παράλληλα, όμως, κυκλοφορούν πλήθος
«προφητειών» που του αποδίδονται, οι οποίες —όπως επισημαίνει ο καθηγητής του
ΑΠΘ Στέργιος Σάκκος— χρήζουν διαχωρισμού από την αυθεντική διδασκαλία του.
Η ρήση «Τον Πάπα να καταράσθε» εντάσσεται σε αυτό το
πλαίσιο αμφισβήτησης. Αν και ευρέως διαδεδομένη σε λαϊκά αναγνώσματα και
διαδικτυακές πηγές, η ιστορική της τεκμηρίωση παραμένει ελλιπής.
Το παρόν άρθρο εξετάζει την ιστορική τεκμηρίωση και
τη φιλολογική γνησιότητα της ρήσης, αναλύοντας τα διαθέσιμα χειρόγραφα, την
παράδοση των εκδόσεων και τη στάση της σύγχρονης θεολογικής έρευνας.
Οι
Πηγές: Χειρόγραφα και Εκδόσεις
Η
έκδοση του Ιωάννη Μενούνου
Η κριτική έκδοση των Διδαχών του Αγίου Κοσμά
από τον Ιωάννη Μενούνο, η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς για τη φιλολογική
έρευνα, δεν περιλαμβάνει τις ομιλίες όπου εμφανίζεται η φράση περί Πάπα
και Αντιχρίστου. Αυτό από μόνο του δεν
αποδεικνύει τη νοθεία, αλλά εγείρει εύλογα ερωτήματα για την προέλευση των εν
λόγω αποσπασμάτων.
Τα
χειρόγραφα της Θεσσαλονίκης
Σύμφωνα με την έρευνα που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο
για τον Άγιο Κοσμά (Ιερά Μονή Βλατάδων, 2014) από τον π. Ειρηναίο Δεληδήμο,
υπάρχουν τουλάχιστον δύο σημαντικά χειρόγραφα:
Χειρόγραφο
1808: Αντιγραμμένο από τον Δημήτριο Χρήστο εξ
Αργυροκάστρου «εν τω δεσμωτηρίω». Σε αυτό, η ομιλία του Αγίου αναφέρει τον
Αντίχριστο ως «αυτόν που έχουμε στο κεφάλι μας», χωρίς να ονοματίζεται ο
Πάπας.
Χειρόγραφο
1824: Σε κώδικα περί Αγιογραφίας, προστίθεται η
φράση «Ο Αντίχριστος είναι οι εξής δύο», μεταξύ των οποίων και ο Πάπας.
Η
προσθήκη στο Πηδάλιο
Η σύνδεση του Πάπα με τον Αντίχριστο δεν προέρχεται
απευθείας από τον Άγιο Κοσμά, αλλά εισήχθη —σύμφωνα με την ίδια έρευνα— από τον
Θεοδώρητο τον εξ Ιωαννίνων, ο οποίος κατά την επιμέλεια της πρώτης έκδοσης του Πηδαλίου
του Αγίου Νικοδήμου (περί το 1800) πρόσθεσε τη θεωρία περί δύο Αντιχρίστων.
Η προσθήκη αυτή προκάλεσε την αντίδραση του
Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο ζήτησε τη διαγραφή της με έγκυκλιο.
Από
το βιβλίο «ΕΥΘΥΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ «ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΣΑ
ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ»
Στο βιβλίο της μοναχής Ευθυμίας ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (Εκδόσεις Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ
ΑΙΤΩΛΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ, 2004) αναφέρονται τρείς συλλογές τωνβ προφητειών του Αγίου Κοσμά
του Αιτωλού.
1.Συλλογή Αλβανικού χειρογράφου με 72 προφητείες (θα
γράφεται ως Αλ).Το αλβανικό χειρόγραφο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη α,β,γ,δ.
Ανακαλύφθηκε το 1941 στο Αλβανικό χωριό
Προγονάτι σε ένα σπίτι. Στο συγκεκριμένο χωριό είχε εγκατασταθεί ένα τηλεγραφικό
συνεργείο .Στο συνεργείο αυτό υπηρετούσαν ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Νίκος
Τσακαλώτος, δάσκαλος από το χωριό Μάσστρου Μεσολογγίου και Θωμάς Αναστασίου, δεκανέας, σπουδασμένος στο
άλλοτε εθνικό φυτώριο της Σχολής Βελλάς, βορειοηπειρωτικής καταγωγής, δάσκαλος και αυτός. Ο νοικοκύρης του σπιτιού
ήταν ένας μωαμεθανός Αλβανός από το Προγονάτι, που λεγόταν Φεράτ Ζώλης. Το
συνεργείο έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα στο σπίτι αυτό.
Ένα βράδυ στις 5 Φεβρουαρίου του 1941, μέσα στο
φτωχόσπιτο, τους τράβηξε την προσοχή κάποιος χοντρός βιβλιοδετημένος τόμος.
Επρόκειτο για το Κοράνιο. Είχε δίστηλες σελίδες — και όπως τους εξήγησε ο
Αλβανός κάτοχός του — στις αριστερές στήλες ήταν γραμμένο το Κοράνιο σε παλιά
τουρκική γλώσσα, και στις δεξιές η αντίστοιχη μετάφραση στην αλβανική γλώσσα.
Στα τελευταία παράφυλλα του τόμου ήταν γραμμένες με
μολύβι κάποιες σημειώσεις. Υπήρχε παλιά τέτοια συνήθεια. Το κείμενο αυτό ήταν
χωρισμένο σε εβδομήντα δύο αριθμημένες παραγράφους και, καθώς τους πληροφόρησε
ο κάτοχος του Κορανίου, ήταν προφητείες «του Τζιομπάν Μπαμπά-Κοσμά» (= του
Μεγάλου Αφέντη Κοσμά).
Ο Ανθυπολοχαγός Τσακαλώζος τράβηξε από το αρχείο του
μερικά έντυπα της υπηρεσίας του και στο λευκό χώρο τους κατέγραψε όλες εκείνες
τις προφητείες, όπως τις μετέφρασε, από υπαγόρευση του νοικοκύρη, ο αλβανομαθής
Δεκανέας Αναστασίου.
Ο Τσακαλώζος κράτησε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφό
του, ως το πιο συγκινητικό ενθύμιό του, από την συμμετοχή του στον
ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41. Αργότερα ανακοίνωσε την ιστορία του πολύτιμου
κειμένου του στον Κ. Σ. Κώνστα, φιλόλογο-συγγραφέα (1911-1987), ο οποίος δημοσίευσε
τις προφητείες αυτές στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων το 1956 (τεύχη
51-53), σελ. 678-682.
Ο Κώνστας, χωρίς να αλλάξει τίποτε από το χειρόγραφο
του Τσακαλώζου, άλλαξε μόνο την σειρά, διότι προτίμησε να κάνει κατά
περιεχόμενο την ταξινόμηση, σύμφωνα με την κρίση του, δίδοντας σε κάθε
ταξινομημένη ομάδα προφητειών, την αρίθμηση.
2.Συλλογή Καλυβόπουλου με 61 προφητείες (θα γράφεται
ως Καλ και ο αριθμός της προφητείας). Η συλλογή εκδόθηκε το 1936 στην Αθήνα στο περιοδικό «Η βόρεια Ήπειρος».
3.Συλλογή Καντιώτη με 122 προφητείες (θα γράφεται ως
Καντ και ο αριθμός της προφητείας).Η συλλογή είχε καταχωρηθεί στο βιβλίο του «Κοσμάς
ο Αιτωλός « όταν ήταν ακόμα Αρχιμανδρίτης.
Γράφονται τα εξής.
«Η προφητεία 41 Καντιώτη – 47 Καλ, της οποίας την επαλήθευση
είδαμε σε διάφορα ιστορικά γεγονότα φυσιολογικά, μας οδηγεί στην εξέταση μιας
άλλης προφητείας του αγίου Κοσμά: «Τον Πάπα να τον καταριέστε, γιατί αυτός
θα είναι αίτιος του χαλασμού του τόπου» [6(δ) Αλβ].
«Τον Πάπαν να καταράσθε, διότι αυτός θα είναι η
αιτία» (90 Καντ).
Εδώ βλέπομε πως πρόκειται για μια προφητεία με δύο
παραλλαγές.
Η 6(δ) Αλβ είναι ολοκληρωμένη προφητεία. Η 90 Καντ
έχει ανάγκη να συμπληρωθεί νοηματικά από την 6(δ) Αλβ.
Η 90 Καντ λέγει πως ο Πάπας θα είναι η αιτία, χωρίς
να αναφέρει ποιου πράγματος αιτία θα είναι.
Η λέξι «καταράσθε» φανερώνει ότι θα είναι αιτία
κακού.
Η προφητεία 6(δ) Αλβ προχωρεί περισσότερο: «αίτιος
του χαλασμού του τόπου».
Άρα συμπληρώνεται το κενό της 90 Καντ, με την 6(δ)
Αλβ. Το κακό είναι ο χαλασμός του τόπου.
Η προφητεία δεν κάνει συγκεκριμένο τον τόπο.
Οπωσδήποτε όμως πρόκειται για τον ελληνικό χώρο, στον οποίον απευθύνονται οι
περισσότερες προφητείες.
Λέγοντας «τόπο» δεν διευκρινίζει αν πρόκειται για
τόπο-χώρο εθνικό ή εκκλησιαστικό-θρησκευτικό.
Δεδομένου όμως ότι μέχρι σήμερα υπ0άρχει έστω
τυπική, εξωτερική ενότης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, νομίζω ότι
συμπεριλαμβάνει και τα δύο, διότι εάν γίνη «χαλασμός» στον εκκλησιαστικό χώρο,
θα ακολουθήση και ο εθνικός. Αυτό έχει αποδείξει η ιστορία της Ρωμιοσυνης.
Η πίστη συνέχει τον λαό μας και συγκρατεί την
εθνικότητά μας.
Αλλά γιατί ο άγιος Κοσμάς είναι τόσο ακάθεκτος
εναντίον του Πάπα, ώστε να μας δίδει εντολή να καταριώμαστε αυτόν;
Είναι πολύ χαρακτηριστική μια άλλη προφητεία του
αγίου Κοσμά για τον Πάπα, που είναι ενταγμένη μέσα στην Η’ Διδαχή του:
«Ο Αντίχριστος είναι· ο ένας είναι ο Πάπας και ο
έτερος είναι αυτός οπού είναι εις το κεφάλι μας, χωρίς να ειπώ το όνομά του το
καταλαβαίνετε40, μα λυπηρόν είναι να σας το ειπώ, διότι αυτοί οι
αντίχριστοι είναι εις την απώλειαν, καθώς το έχουν…».
Ο άγιος αποκαλεί τον Πάπα αντίχριστο, καθώς και τον
Μωάμεθ, όχι με την έννοια του Αντιχρίστου των εσχάτων χρόνων, αλλά ως ένα
«τύπο» του Αντιχρίστου.
Για τον Αντίχριστο υπάρχουν διάφορες προφητείες στην
Αγία Γραφή. Είναι πολύ γνωστή η προφητεία του αγίου Ευαγγελιστού Ιωάννου στην
Αποκάλυψι για την δράσι του Αντιχρίστου. Ο απόστολος Παύλος στην Β’ Θεσσ. β’,
προφητεύει για τον Αντίχριστο και την εποχή του.
Λέγει πως θα ωριμάσει η ανομία και ύστερα θα έρθη ο
Αντίχριστος. Γιατί η ανομία θα είναι το κλίμα μέσα στο οποίο θα ευδοκιμήση το
φυτό τούτο της ανομίας. Γι’ αυτό τον αποκαλεί άνομο (στ. 8). Θα προηγηθεί η
αποστασία (στ. 3) πολλών χριστιανών από την Ορθόδοξη πίστη τους και από τον
νόμο του Θεού. Θα ακολουθήσουν αντίθετα ρεύματα και συστήματα. Παγκοσμιοποίηση
ώστε να υπάρξει εύκρατο κλίμα για την δράσι του Αντιχρίστου.
Ο απόστολος Παύλος μας δίδει τα χαρακτηριστικά του:
αντικείμενος και υπεραιρόμενος εναντίον του Θεού, αλλά και κάθε θρησκείας (στ.
4).
Θα αυτοθεοποιηθή και θα ενθρονιστή στον ναό του
Σολομώντος, ώστε να αποδείξει ότι είναι ο Θεός (στ. 4), ο αναμενόμενος
«Μεσσίας» και να προσκυνηθή από τους ανθρώπους.
Για να κατανοήσωμε την προφητεία της Η’ Διδαχής του
αγίου Κοσμά, πρέπει να δούμε ποιες ομοιότητες παρουσιάζει ο Πάπας προς τα
χαρακτηριστικά του Αντιχρίστου, που μας δίδει ο απόστολος Παύλος.
Ο Πάπας κατώρθωσε με διαφόρους τρόπους, να αποδεχθή
ο παπισμός την αίρεσι (πλην των άλλων) του Πρωτείου και του αλαθήτου του και να
τα δογματίσουν οι Βατικάνιες Σύνοδοι (δύο), οι οποίες μεταξύ των άλλων
διετύπωσαν τα εξής:
«Ο Πάπας… είναι ανθρώπινος Θεός… η δε εξουσία του
είναι απεριόριστη… (η οποία), εκτείνεται στα ουράνια, τα γήινα και τα
καταχθόνια…
Ο Πάπας είναι αλάθητος όπως ο Θεός και
έχει τη δύναμη να κάνει καθετί που ο Θεός κάνει. Να πράξει καθετί που του είναι
αρεστό…
Τοποτηρητής του Θεού…
Να έχει αντιρρήσεις έναντι των αποστόλων
και των εντολών που οι απόστολοι μετέδωσαν. Έχει το δικαίωμα
και την εξουσία να διορθώνει καθετί, το οποίο θεωρεί αναγκαίο μέσα στην Καινή
Διαθήκη, δύναται να μεταβάλλει τα ίδια τα Μυστήρια που έχουν οριστεί και
θεσπιστεί από τον Ιησού Χριστό46. Ο Πάπας είναι πιο ψηλά απ’ όλους τους
νόμους47. Αν ο Πάπας αποφασίσει ενάντια στην κρίση του Θεού τότε η κρίση του
Θεού πρέπει να διορθωθή και να μεταβληθή48.
Ο Πάπας είναι το φως της αλήθειας και
ανταύγειά της.. Ο Πάπας είναι το παν επί πάντων και πάντα δύναται...».
Ρίχνοντας μια ματιά στο κείμενο της Β’ Θεσσ. β’ και
στο κείμενό του βλέπομε κοινά χαρακτηριστικά Αντιχρίστου-Πάπα:
Αυτοθεοποίησι: ενθρόνισι του αντιχρίστου στον ναό
του Σολομώντος, ενθρόνισι του Πάπα στο Βατικανό.
Αντί Χριστού (Μεσσίου) αποδοχή του Αντιχρίστου από
τους ανθρώπους και προσκύνησί του.
Αντί Χριστού αποδοχή του Πάπα από τους παπικούς.
Οικειοποίησι ιδιοτήτων του Θεού και της θεότητός Του
από τον Αντίχριστο. _ Το ίδιο κάνει ο ο Πάπας.
Αντικείμενος ο Αντίχριστος προς τον Χριστό.
Αντικείμενος ο Πάπας προς τον Χριστό: Διορθώνει Μυστήρια, Κ. Διαθήκη,
Αποστόλους.
Υπεραιρόμενος ο Αντίχριστος.
Υπεραιρόμενος ο Πάπας.
Αδιαφορεί για την κρίσι του Θεού ο Αντίχριστος _
Αδιαφορεί γαι την κρίσι του Θεού ο Πάπας. Πρέπει ο Θεός να διορθώση την κρίσι
Του, αν είναι αντίθετη, από την κρίσι του Πάπα!
Κι αν επιμείνωμε, θα δούμε πλείστες άλλες ομοιότητες
των δύο.
Ο άγιος Κοσμάς έζησε πριν από την Α’ Βατικανή
Σύνοδο, η οποία εψήφισε τις πιο μεγάλες πλάνες και αιρέσεις του παπισμού.
Πλην της ιστορίας του μέχρι τότε παπισμού, που
γνώριζε καλά ο Άγιος, το προφητικό του μάτι με πόνο ατένισε και τις χειρότερες
πλάνες. Τελειώνει την προφητεία του με την απώλεια του Πάπα, καθώς και ο
απόστολος Παύλος τελειώνει την του προφητεία για τον Αντίχριστο με την απώλεια
του Αντιχρίστου, «ον ο Κύριος αναλώσει τω πνεύματι του στόματος αυτού και
καταργήσει τη επιφανεία της παρουσίας αυτού» (Β’ Θεσσ. β’ 8).
Είναι χαρακτηριστική μία σχετική διδασκαλία του
αγίου Κοσμά, που βρίσκεται στη Γ’ διδαχή του:
«Ο Θεός… έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε [το
βασίλειον] δια το ιδικόν μας καλόν και το έχει ο Τούρκος τριακοσίους
είκοσι χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλον
γένος;… Διότι τα άλλα έθνη [εννοεί τα Δυτικά, τα κρατούμενα υπό την
αίρεσι του Πάπα] θα μας έβλαπταν εις την πίστιν».
Και συνεχίζει πως ο Τούρκος θέλει χρήματα, δόστα και
σε αφήνει ήσυχο.
Ο λόγος αυτός που είπε ο Κοσμάς είναι παράλληλος
προς τους λόγους που είπε ο μέγας δουξ Λουκάς Νοταράς προς τον αυτοκράτορα τις
παραμονές της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως:
«Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση πόλει
φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».
Τον λόγον τούτον ερμηνεύουν οι πιο πάνω λόγοι του
αγίου Κοσμά· «διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπταν στην πίστι».
Ο άγιος Κοσμάς γνωρίζει καλά την Ιστορία. Ξέρει πως
δια την καθυπόταξι της Ορθοδοξίας στις αιρέσεις του παπισμού, ο Πάπας έχει
κάνει πεισμώδη μάχη και δια διωγμών των Ορθοδόξων εις κρατούμενα από «λατίνους»
ελληνικά εδάφη. Τον μεγαλύτερο πόλεμο, τους χειρότερους διωγμούς είχαν τα
νησιά. Η Κρήτη εδεινοπάθησε στην αντίσταση εναντίον του εκκαθολικισμού. Τα
Επτάνησα δέχτηκαν πολλές πιέσεις. Αλλ’ όταν είδε ο Πάπας ότι δεν κερδίζει πολλά
δια των πιέσεων, χρησιμοποίησε δόλο. Ωργάνωσε ιεραποστολικά τάγματα μοναχών «προς
διάδοσιν της πίστεως» και εδημιούργησαν πολλά σχολεία. Αυτός ήταν ο πιο μεγάλος
κίνδυνος. Εκεί εδιδάσκοντο μαζί με τα άλλα μαθήματα και οι πλάνες των Λατίνων.
Έτσι ο Πάπας σ’ αυτόν τον τομέα είχε κέρδη. Μεγάλη πείρα επ’ αυτού είχε ο άγιος
Χρύσανθος, ο αδελφός του αγίου Κοσμά, ο οποίος ίδρυσε σχολείο στην Νάξο για να
προφυλάξη τα παιδιά από τον εκλατινισμό, για το οποίο μάλιστα αντέδρασαν οι
Λατίνοι. Στα φραγκοκρατούμενα μέρη προσπάθησε ο κατακτητής να καταβάλη και την
ελληνική γλώσσα, γιατί έφερνε σε άμεση επαφή τον Έλληνα με την πηγή της
θρησκείας του και του πολιτισμού του.
Η άλλη δολιότης είναι η φιλανθρωπία. Ίδρυσαν όχι
μόνο σχολεία στην χώρα μας, αλλά και νοσοκομεία…
Η Ουνία ήταν το άκρον άωτον της δολιότητος.
Ο άγιος Κοσμάς τα γνώριζε όλα αυτά· την ιστορία του
παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος: ότι ο Πάπας θα είναι η καταστροφή του
τόπου· μιλάει δηλ. για μέλλον… Τι τάχα θα αποτελέσει τον χαλασμό του τόπου;
Κι επανέρχομαι στο ερώτημα: ποιος είναι ο τόπος;
Θα γίνη χαλασμός στον χώρο της Εκκλησίας;
Βέβαια «πύλαι άδου ου καταισχύσουσιν αυτής»
(Ματθ. ις’ 18) Δεν έπεται όμως ότι ο διάβολος δεν θα προσπαθήση να κάνη την
Εκκλησία ποταμοφόρητον (Απ. ιβ’ 15), για να την πνίξη στα θολά νερά των
αιρέσεων και στα κοσμικά φρονήματα του αιώνος τούτου και στην παγκοσμιοποίησι
της Αντιχριστιανικής μονοκρατορίας και στο Νεοταξικό ρυθμό που ξερνά από το
στόμα του. Και μην ξεχνάμε πως θάρθη η ώρα μιας φαινομενικής υπερισχύσεως του
εχθρού και καταβολής των πιστών (Αποκ. ιγ’ 7). Σύμπτυξι δυνάμεων.
Κάνει μεγάλη εντύπωσι το πρώτο μέρος της προφητείας
«Τον Πάπα να τον καταριέστε...».
Ένας που καταριέται καλωσορίζει; Μήπως τον επαινεί;
Μήπως τον συναναστρέφεται; Του είναι ευχάριστος;
Ευχάριστοι μας είναι όσοι μας προξενούν καλό και
είναι φίλοι μας…
Όποιον καταριόμαστε, δεν είναι φίλος και αδελφός,
αλλά κάποιος που μας έβλαψε και τον αποστρεφόμαστε.
«Τον Πάπα να καταράσθε» έχει κι άλλη σημασία:
Πολλοί ενοχλούνται από τα αναθέματα της Εκκλησίας για τους αιρετικούς, παρά το
γεγονός ότι η κατευθυνσι των αποστολικών οδηγιών είναι αυτή53. Το «καταράρθε»
έχει ισοδύναμη έννοια με το «αναθεματίζετε». Δηλαδή μας λέγει ο άγιος Κοσμάς,
μη σκέπτεσθε να άρετε τις κατάρες αναθέματα εναντίον του Πάπα, γιατί δεν θα
αλλάξη ώστε αν τον δεχθήτε στην Εκκλησία ως Ορθόδοξο, γιατί δεν θέλει. Είναι
ψευδή όσα σας παρουσιάζει. Προσέχετε, γιατί αυτός θα είναι η αιτία «του
χαλασμού» σας.
Η τόσο σπουδαία αυτή προφητεία του αγίου Κοσμά, με
τις προειδοποιήσεις και τις νουθεσίες του Αγίου, ανήκει σ’ αυτές τις
προφητείες, που ακόμα δεν επαληθεύτηκαν μέσα στην ιστορία της χώρας μας, «του
τόπου»… Ειδικώς γι’ αυτήν την προφητεία χρειάζεται να είμαστε σε διαρκή
επιφυλακή. Γιατί μας προειδοποιεί πως θα γίνει «χαλασμός» του τόπου
(εκκλησία-έθνους), ο οποίος θα προέλθει από τον Πάπα.
---------------------------------
Στο βίντεο που ακολουθεί ο π.Θεόδωρος μας διαβάζει
ένα απόσπασμα από την εισήγησή του για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και έχει σχέση
με το θέμα με το οποίο ασχολείται στη συνέχεια, θέμα που ενδεχομένως να γίνει
και ένα μικρό βιβλίο με τίτλο: “Τον πάπα να καταράσθε”. Το είπε ο Άγιος
Κοσμάς;
Στην εισήγησή του επισημαίνει ότι η ρήση αυτή του
Αγίου ενοχλεί τους φιλοπαπικούς οικουμενιστές και έχουν προσπαθήσει να
αποδείξουν ότι δεν το είπε αυτό ο Άγιος Κοσμάς. Λόγω της μεγάλης αγάπης, της
τιμής και του σεβασμού που του έχει ο λαός, διστάζουν να αμφισβητήσουν τον Άγιο
συνολικά, φοβούμενοι την αντίδραση του λαού.
Αν οι ίδιοι τον σεβόταν, θα έπρεπε να αναθεματίσουν
το πάπα. Στην προσπάθειά τους να αποφύγουν αυτόν τον σκόπελο, θα τους
διευκόλυνε αν διέδιδαν ότι ο Πατροκοσμάς δεν είπε ποτέ αυτή τη φράση. Παλιά
τέχνη του παπισμού η νόθευση συγγραμμάτων. Αυτοί που επινόησαν τη νόθευση με
τον ψευδή ισχυρισμό τους, υπέστησαν συντριπτικό πλήγμα βεβαίως. Το πιο λυπηρό
είναι ότι στη Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης οι φοιτητές βομβαρδίζονται
μ’αυτή τη νοθεία ακόμα και τώρα.
Οι αντιπαπικές ρήσεις του Αγίου όμως υπάρχουν σε
διάφορα σημεία των διδαχών του. Από τις καλύτερες ερευνήτριες σχετικά με τις
προφητείες του Αγίου Κοσμά είναι η Γερόντισσα Ευθυμία, Ηγουμένη της Ι.Μονής του
Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στο Μ.Δένδρο, στο Αγρίνιο. Σε μια σπουδαία εργασία της,
αποδεικνύει (πριν δημιουργηθεί θέμα νοθείας) τη γνησιότητα της προφητείας αυτής
του Αγίου.
Με λύπη και αγανάκτηση ακούμε να μας διαβάζει ο
π.Θεόδωρος τα όσα έγραψε ο π.Ειρηναίος Δεληδήμος προς την διεύθυνση του
περιοδικού «Τα Νειάτα» που εκδίδεται στη Σύρο και στη συνέχεια την απάντηση του
κ. Ιωάννη Μενούνου, μια απαράδεκτη συμπαιγνία με σκοπό να βγάλουν οι δυό τους
το συμπέρασμα ότι αυτή η φράση δεν είναι του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Τους
ισχυρισμούς αυτούς συνέτριψε ο καθηγητής κ.Σιαμάκης. Και δυστυχώς βλέπουμε ότι
ο π.Ειρηναίος αντί να παραδεχτεί το λάθος του, συνεχίζει και επιμένει σ’αυτή
την πλάνη ότι η ρήση δεν είναι του Αγίου αλλά προσθήκη του Αγίου Γέροντα
Αυγουστίνου Καντιώτη, διδάσκοντας και υποστηρίζοντας αυτή την θέση του σε κάθε
ευκαιρία.
Μας μεταφέρει στη συνέχεια ο π.Θεόδωρος την
επιχειρηματολογία της Ηγουμένης Ευθυμίας η οποία αποδεικνύει ότι αυτές οι
ενστάσεις του π.Ειρηναίου δείχνουν φιλοπαπίζοντα φρονήματα μόνον.
Επίσης άλλη ερευνήτρια, φιλόλογος, χαρακτηρίζει την
αμφισβήτηση της γνησιότητας των σκληρών λόγων του Αγίου που έχουν σχέση με
τον πάπα, αθλιότητα στην οποία καταντούν όσοι συντάσσονται με τους
προδότες της πίστεως, τους οικουμενιστές. Όμως οι συκοφάντες ξεσκεπάζονται και
γελοιοποιούνται όταν εμφανίζεται μπροστά τους ένας αγνός ήρωας της πίστης και
της πατρίδας, ο Μακρυγιάννης. Είναι σχεδόν σύγχρονος με τον Άγιο Κοσμά και
επαναλαμβάνει τα λόγια του «τον πάπα να καταράσθε». Και στη συνέχεια αναφερόμενη
στον ήρωα Μακρυγιάννη μας μεταφέρει τα λόγια του που οφείλουμε να γνωρίζουμε
για να μην επιτρέπουμε οποιονδήποτε φιλοπαπικό να αμφισβητεί τα άγια λόγια του
Πατροκοσμά. Ένα απόσπασμα των λόγων του Μακρυγιάννη παραθέτουμε εδώ:
«…Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας
κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία
Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον.
Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους
μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον.
Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους
είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι
μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν
έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην
αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να
μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά
που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».
Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και
μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο
Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι
έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.
Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας
άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν
μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον
συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον
βλέπω».
Το χαρτί του πατέρα Κοσμά έβαλα και μου
το εκαθαρόγραψαν. Και το εκράτησα ως Άγιον Φυλαχτόν, που λέγει μεγάλην
αλήθειαν. Θα πω να μου γράψουν καλλιγραφικά και τον άλλον αθάνατον
λόγον του.
«τον Πάπαν να καταράσθε ως αίτιον».
Θέλω να το βλέπω κοντά στα’ κονίσματά
μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ανάξιοι λέγουν ότι αν τα φτιάξουμε με
τον δικέρατον Πάπαν, θα ολιγοστέψουν οι κίντυνοι, τα βάσανα και η φτώχεια μας.
Τρομάρα τους!!!
Και είπαν οι άθρησκοι που εβάλαμεν εις
τον σβέρκο μας να μη μανθάνουν τα παιδιά μας Χριστόν και Παναγίαν, διότι θα μας
παρεξηγήσουν οι ισχυροί.
Και βγήκαν ακόμη να’ ποτάξουν την
Εκκλησίαν, διότι έχει πολλήν δύναμη και την φοβούνται. Και είπαν λόγια άπρεπα
δια τους παπάδες…».
Μήπως κι ο Μακρυγιάννης λέει ψέματα;
Κλείνοντας ο π.Θεόδωρος μας αναφέρει ότι ο
π.Λαυρέντιος Γρατσίας πρώτος αντέδρασε σ’αυτή την πλαστογραφία εναντίον του
Αγίου Κοσμά με ένα θαυμάσιο πολυγράμμα που είχε δημοσιευθεί στη «Σπίθα».
Εκφράζει τέλος την επιθυμία του να συγκεντρώσει όλα αυτά τα στοιχεία σε ένα
βιβλίο ώστε να μη τολμούν να λεν οι φίλοι μας οι οικουμενιστές, στα παιδιά,
τους φοιτητές της Θεολογικής Σχολής, «δεν το είπε ρε παιδιά ο Άγιος Κοσμάς!»f
Βιβλιογραφία
Σάκκος,
Στέργιος. «Λίγα λόγια για τις προφητείες», στο: Άγιος Κοσμάς Αιτωλός –
Προφητείες, ΑΠΘ.
Μενούνος,
Ιωάννης. Κοσμάς ο Αιτωλός: Διδαχές, κριτική έκδοση.
Καντιώτης,
Αυγουστίνος. Κοσμάς ο Αιτωλός, εκδ. «Ο Σωτήρ».
Ειρηναίος.
«Έρευνα σε Διδαχές και Προφητείες του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού», ομιλία στο
Συνέδριο «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και οι θεολογικές αρχές του έργου του»
(Ι.Μ. Βλατάδων, 2014).
Βικιπαίδεια.
«Κοσμάς ο Αιτωλός».
μοναχής
Ευθυμίας ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (Εκδόσεις
Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ, 2004)
Παιδί μου, να ξέρεις ότι στις έσχατες ημέρες θα
έρθουν επικίνδυνοι καιροί, όπως λέει ο Απόστολος. Και ιδού, λόγω της έλλειψης
ευσέβειας, θα εμφανιστούν αιρέσεις και σχίσματα στις εκκλησίες, και όπως
προείπαν οι Άγιοι Πατέρες, τότε στους επισκοπικούς θρόνους και στα μοναστήρια
δεν θα υπάρχουν άνθρωποι έμπειροι και επιδέξιοι στην πνευματική ζωή. Γι' αυτόν
τον λόγο, οι αιρέσεις θα εξαπλωθούν παντού και θα πλανήσουν πολλούς. Ο εχθρός
του ανθρώπινου γένους θα ενεργήσει πονηρά για να παρασύρει, αν είναι δυνατόν, ακόμη
και τους εκλεκτούς στην αίρεση. Δεν θα απορρίψει αμέσως αγενώς τα δόγματα της
Αγίας Τριάδας, της θεότητας του Ιησού Χριστού και της Θεοτόκου, αλλά θα αρχίσει
να διαστρεβλώνει ανεπαίσθητα τις διδασκαλίες της Εκκλησίας, τις οποίες οι Άγιοι
Πατέρες μας παρέδωσαν μέσω του Αγίου Πνεύματος. Οι πανουργίες του εχθρού και η
πανουργία του θα γίνουν αντιληπτές από πολύ λίγους από αυτούς, αυτούς που είναι
πιο έμπειροι στην πνευματική ζωή.
Οι αιρετικοί θα κυβερνούν την Εκκλησία, θα τοποθετούν παντού τους υπηρέτες τους
και η ευσέβεια θα παραμελείται. Αλλά ο Κύριος δεν θα αφήσει τους υπηρέτες Του
χωρίς προστασία. Είπε: «Από τους καρπούς τους θα τους γνωρίσετε», γι' αυτό θα
πρέπει να προσπαθήσετε να τους διακρίνετε από τους αληθινούς ποιμένες από τους
καρπούς τους, δηλαδή από την κατανομή των αιρετικών. Αυτοί οι πνευματικοί
κλέφτες που λεηλατούν το πνευματικό ποίμνιο «δεν εισέρχονται από την πόρτα στη
μάντρα των προβάτων, αλλά από άλλο δρόμο πηγαίνουν», όπως είπε ο Κύριος, δηλαδή
θα εισέλθουν παράνομα, καταστρέφοντας τα διατάγματα του Θεού με τη βία. Γι'
αυτό ο Κύριος τους αποκαλεί ληστές (Ιωάννης 10:1).
Μάλιστα, το πρώτο τους καθήκον είναι να διώκουν τους αληθινούς ποιμένες, να
τους φυλακίζουν, γιατί χωρίς αυτό το ποίμνιο δεν μπορεί να λεηλατηθεί. Γι'
αυτό, γιε μου, όταν βλέπεις στην Εκκλησία μια χλεύη του θείου αξιώματος, της
πατερικής Παράδοσης και της τάξης που έχει θεσπίσει ο Θεός, να ξέρεις ότι οι
αιρετικοί έχουν ήδη εμφανιστεί, αν και ίσως κρύψουν την κακή τους πίστη για ένα
ορισμένο χρονικό διάστημα, ή θα διαστρεβλώσουν ανεπαίσθητα τη θεία πίστη, για
να πετύχουν καλύτερα, εξαπατώντας και εξαπατώντας τους άπειρους.
Θα διώξουν όχι μόνο τους ποιμένες, αλλά και τους δούλους του Θεού, γιατί ο
διάβολος που ηγείται της αίρεσης δεν ανέχεται την ευσέβεια (ευλάβεια). Θα
αναγνωρίσετε αυτούς τους λύκους με ένδυμα προβάτου από την υπερήφανη φύση τους,
την αγάπη για την εξουσία και την αγάπη για την ηδονή. Θα είναι συκοφάντες,
προδότες που σπέρνουν μίσος και κακία παντού, γι' αυτό και ο Κύριος είπε ότι θα
τους αναγνωρίσουμε από τους καρπούς τους. Οι αληθινοί δούλοι του Θεού είναι -
ταπεινοί, αδελφικοί και υπάκουοι στην Εκκλησία.
Οι μοναχοί θα υποστούν μεγάλη πίεση από τους αιρετικούς και η μοναστική ζωή θα
γελοιοποιηθεί τότε. Οι οικογένειες θα μαραθούν, ο αριθμός των μοναχών θα
μειωθεί και όσοι απομείνουν θα υποστούν βία. Αυτοί οι μισούντες τη μοναστική
ζωή, που έχουν μόνο την εμφάνιση ευσέβειας, θα προσπαθήσουν να προσελκύσουν
μοναχούς στο πλευρό τους, υποσχόμενοι τους προστασία και εγκόσμια αγαθά, και
απειλώντας όσους δεν υποτάσσονται με εξορία. Μεγάλη απελπισία θα καταληφθεί από
αυτές τις απειλές. Αν ζήσεις να δεις εκείνη την ώρα, γιε μου, χαίρε, γιατί τότε
οι πιστοί, που δεν θα έχουν άλλες αρετές, θα λάβουν στέφανα μόνο επειδή
παραμένουν στην αληθινή πίστη, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: «Πας
όποιος ομολογήσει με μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά
στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς» (Ματθ. 10:3).
Φοβήσου τον Κύριο, γιε μου!, για να μην χάσεις το στέμμα που σου ετοιμάστηκε,
για να μην σε απορρίψει ο Χριστός στο σκοτάδι του απόλυτου και αιώνιου
βασανιστηρίου. Στάσου θαρραλέα στην πίστη και, αν χρειαστεί, υπέμεινες με χαρά
διωγμούς και άλλες θλίψεις, γιατί ο Κύριος θα είναι μαζί σου... και οι άγιοι
Μάρτυρες και Ομολογητές θα δουν με χαρά το κατόρθωμά σου.
Αλλά αλίμονο εκείνες τις ημέρες στους μοναχούς που έχουν προσκολληθεί στην
περιουσία και τον πλούτο, και που, από αγάπη για την άνεση, θα είναι πρόθυμοι
να υποταχθούν στους αιρετικούς. Θα νανουρίσουν τη συνείδησή τους, λέγοντας: «Θα
διαφυλάξουμε και θα σώσουμε το μοναστήρι και ο Κύριος θα μας συγχωρέσει». Οι
άτυχοι και οι τυφλοί δεν σκέφτονται καν το γεγονός ότι μέσω της αίρεσης και των
αιρετικών, δαίμονες θα εισέλθουν στο μοναστήρι, και τότε δεν θα είναι πλέον
ιερό μοναστήρι, αλλά γυμνά τείχη, από τα οποία η χάρη θα αποχωρήσει για πάντα.
Αλλά ο Θεός είναι μεγαλύτερος από τον διάβολο και ποτέ δεν θα εγκαταλείψει τους
δούλους Του, και θα υπάρχουν αληθινοί Χριστιανοί μέχρι το τέλος του χρόνου,
αλλά θα επιλέξουν μοναχικούς και έρημους τόπους. Μη φοβάσαι τα δεινά, αλλά
φοβήσου την καταστροφική αίρεση, γιατί αυτή αφαιρεί τη χάρη και χωρίζει από τον
Χριστό. Γι' αυτό ο Χριστός πρόσταξε να θεωρούμε έναν αιρετικό ως ειδωλολάτρη
και τελώνη.
Έτσι, γιε μου, ενδυναμώσου στη χάρη του Χριστού Ιησού και με χαρά ορμή στον
αγώνα της εξομολόγησης και της υπομονής των παθημάτων, σαν καλός στρατιώτης του
Ιησού Χριστού (Β' Τιμ. 11:1-3), ο οποίος είπε: «Γίνε πιστός μέχρι
θανάτου, και θα σου δώσω το στέφανο της ζωής» (Αποκ. 2:10). Σε Αυτόν,
μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ας είναι η τιμή, η δόξα και η δύναμη
στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Υπήρξε μια εποχή που το να είσαι Χριστιανός σήμαινε
κίνδυνο. Η ομολογία του Χριστού ενείχε την πιθανότητα εξορίας, χλευασμού,
φτώχειας, φυλάκισης ή θανάτου. Οι πρώτοι Χριστιανοί εισέρχονταν στην Εκκλησία
γνωρίζοντας ότι μπορεί να έχαναν τα πάντα για χάρη του Ευαγγελίου. Οι μάρτυρες
έμπαιναν στην αρένα ψάλλοντας ύμνους. Οι ασκητές κατέφευγαν στις ερήμους. Οι
άγιοι έκλαιγαν για τις αμαρτίες τους. Οι πιστοί νήστευαν, προσεύχονταν,
αγωνίζονταν, μετανοούσαν και υπέμεναν.
Σήμερα, ωστόσο, σε μεγάλο μέρος του σύγχρονου κόσμου, ο
Χριστιανισμός έχει μετατραπεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Έχει γίνει άνετος.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η τραγωδία.
Ο σύγχρονος Χριστιανισμός συχνά δεν θέτει το ερώτημα: «Πώς
μπορώ να σταυρώσω τα πάθη μου;» αλλά μάλλον: «Πώς μπορώ να παραμείνω άνετος ενώ
εξακολουθώ να αποκαλώ τον εαυτό μου Χριστιανό;» Το πνεύμα της θυσίας έχει
αντικατασταθεί από το πνεύμα της ευκολίας. Το στενό μονοπάτι για το οποίο
μίλησε ο Χριστός έχει διευρυνθεί για να φιλοξενήσει τα πάθη της εποχής.
Υπάρχουν ακόμα προκλήσεις, ειδικά αν επιλέξουμε να είμαστε
αληθινοί Χριστιανοί. Το να μας χλευάζουν, να μας εξοστρακίζουν, να μας
αποφεύγουν και να μας κάνουν τη ζωή κάπως άβολη. Αλλά προσπαθούμε να αποφύγουμε
ακόμα και αυτό!
Ο Κύριός μας δεν είπε:
«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει,
ας μένει άνετα».
Είπε:
«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει,
ας απαρνηθεί τον εαυτό του, και ας σηκώσει τον σταυρό του, και ας με
ακολουθεί».
— Ματθαίος 16:24
Ωστόσο, η αυτοαπάρνηση έχει γίνει σχεδόν ξένη στη σύγχρονη
θρησκευτική κουλτούρα. Η νηστεία θεωρείται ακραία. Η σεμνότητα θεωρείται
ξεπερασμένη. Η επαγρύπνηση για την ψυχή θεωρείται ανθυγιεινή. Η μετάνοια
αντικαθίσταται από την αυτοεπιβεβαίωση. Ο πνευματικός πόλεμος απορρίπτεται ως
συμβολισμός. Ο φόβος του Θεού ανταλλάσσεται με θεραπευτική συναισθηματικότητα.
Πολλοί τώρα επιθυμούν έναν Χριστιανισμό χωρίς ασκητισμό,
χωρίς δάκρυα, χωρίς υπακοή, χωρίς αγώνα, χωρίς θυσία και, τελικά, χωρίς τον
Σταυρό. Αλλά ο Χριστιανισμός χωρίς τον Σταυρό δεν είναι καθόλου Χριστιανισμός.
Οι άγιοι Πατέρες δεν παρουσίασαν ποτέ την πνευματική ζωή
ως άνετη. Την περιέγραψαν ως πόλεμο. Μίλησαν για εγρήγορση, δάκρυα, μετάνοια,
νηστεία, μετάνοιες, σιωπή, ταπεινότητα και υπομονή. Κατάλαβαν ότι ο πεσμένος
άνθρωπος δεν παρασύρεται φυσικά προς την αγιότητα. Παρασύρεται προς την
ξεγνοιασιά. Και αυτή η πνευματική αδιαφορία είναι ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος
του άνετου Χριστιανισμού.
Ένας διωκόμενος Χριστιανός μπορεί να πέσει λόγω αδυναμίας.
Αλλά ένας Χριστιανός που νιώθει άνετα συχνά πέφτει στη λήθη. Η ψυχή του
νανουρίζεται σε πνευματική αυταρέσκεια. Δεν αγωνίζεται πλέον ενάντια στην
αμαρτία επειδή η αμαρτία δεν τον ενοχλεί πλέον. Η συνείδηση αναισθητοποιείται
σιγά σιγά, όχι μέσω δραματικής αποστασίας, αλλά μέσω σταδιακής προσαρμογής στον
κόσμο.
Ο διάβολος δεν καταστρέφει πάντα τους Χριστιανούς μέσω
διωγμών. Συχνά, τους καταστρέφει μέσω της άνεσης. Ένας «Χριστιανισμός» που δεν
μας ζητά τίποτα τελικά δεν αλλάζει τίποτα μέσα μας.
Γι' αυτό ο σύγχρονος κόσμος ανέχεται τόση «θρησκεία». Ένας
«Χριστιανισμός» απογυμνωμένος από ασκητισμό και αλήθεια δεν αποτελεί απειλή για
το βασίλειο του σκότους. Αλλά ο γνήσιος Ορθόδοξος Χριστιανισμός - ο
Χριστιανισμός των αγίων - παραμένει βαθιά προσβλητικός για το πνεύμα της
εποχής, επειδή καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια και μεταμόρφωση.
Οι άγιοι δεν αναζήτησαν παρηγοριά. Αναζήτησαν τον Χριστό.
Και επειδή αναζήτησαν τον Χριστό, δέχτηκαν πρόθυμα την ταλαιπωρία.
Οι μάρτυρες υπέμειναν βασανιστήρια αντί να κάψουν μια
πρέζα θυμίαμα στα είδωλα. Οι μοναχοί ασπάστηκαν τη φτώχεια και τη νηστεία για
να πολεμήσουν ενάντια στα πάθη. Οι άγιοι ιεράρχες υπέμειναν εξορία αντί να
συμβιβάσουν την Πίστη. Αμέτρητοι δίκαιοι Χριστιανοί επέλεξαν να υποφέρουν με
τον Χριστό παρά να αναζητήσουν παρηγοριά χωρίς Αυτόν.
Συγκρίνετε αυτό με τη σύγχρονη νοοτροπία που συχνά μετράει
την πνευματική ζωή σύμφωνα με τη συναισθηματική ικανοποίηση, την ευκολία ή την
προσωπική προτίμηση. Οι εκκλησίες εγκαταλείπονται αν τα κηρύγματα είναι «πολύ
αυστηρά». Οι κανόνες νηστείας αγνοούνται επειδή παρεμβαίνουν στον τρόπο ζωής. Η
αρχαία χριστιανική ηθική τροποποιείται έτσι ώστε η σύγχρονη κοινωνία να μην
προσβληθεί.
Αλλά η αλήθεια δεν αλλάζει επειδή η κοινωνία αλλάζει. Ο
Χριστός δεν μας υποσχέθηκε κοινωνική αποδοχή. Στην πραγματικότητα, υποσχέθηκε
το αντίθετο:
«Θα είστε μισητοί από όλους τους
ανθρώπους για χάρη του ονόματός μου».
— Ματθαίος 10:22
Η τραγωδία του άνετου Χριστιανισμού δεν είναι απλώς ότι
αποδυναμώνει τον κάθε πιστό. Αποδυναμώνει επίσης τη μαρτυρία της Εκκλησίας
ενώπιον του κόσμου. Όταν οι Χριστιανοί γίνονται δυσδιάκριτοι από την κοσμική
κουλτούρα γύρω τους, το φως σκοτεινιάζει. Το αλάτι που χάνει τη γεύση του δεν
μπορεί να διατηρήσει τίποτα.
Ο κόσμος δεν χρειάζεται μια Εκκλησία που μιμείται τη
σύγχυσή του. Χρειάζεται μια Εκκλησία που τον καλεί σε μετάνοια. Χρειάζεται
Χριστιανούς που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η αγιότητα είναι δυνατή.
Χρειάζεται άνδρες και γυναίκες που είναι πρόθυμοι να αγωνιστούν για την
αγνότητα, την αλήθεια, την ταπεινότητα και τη σωτηρία.
Η αληθινή Ορθόδοξη Χριστιανική ζωή δεν είναι μια ζωή
απελπισίας, αλλά ούτε είναι μια ζωή ευκολίας. Είναι μια ζωή χαράς που γεννιέται
μέσα από τον αγώνα. Η Ανάσταση έρχεται μόνο μετά τον Γολγοθά. Το στέμμα έρχεται
μόνο μετά τον Σταυρό. Ο άνετος «Χριστιανισμός» διδάσκει στους ανθρώπους να
αποφεύγουν τα βάσανα με κάθε κόστος. Η Ορθοδοξία μας διδάσκει πώς να υποφέρουμε
με νόημα.
Γι' αυτό οι άγιοι κατείχαν μια εσωτερική ειρήνη άγνωστη
στον σύγχρονο κόσμο. Η ειρήνη τους δεν προερχόταν από την άνεση, τον πλούτο,
την ψυχαγωγία ή την αυτοϊκανοποίηση. Προερχόταν από τη συμφιλίωση με τον Θεό
μέσω της μετάνοιας και του πνευματικού αγώνα.
Ένα δάκρυ γνήσιας μετάνοιας σίγουρα αξίζει περισσότερο από
χρόνια επιφανειακής θρησκευτικότητας.
Ο μεγάλος κίνδυνος σήμερα δεν είναι μόνο ο αθεϊσμός. Είναι
ο «Χριστιανισμός» που είναι άδειος από μετάνοια. Ένας «Χριστιανισμός» που
ευλογεί τα πάθη αντί να τα σταυρώνει. Ένας «Χριστιανισμός» που επιδιώκει την
επευφημία του κόσμου αντί για τη σωτηρία από τον Χριστό. Ένας «Χριστιανισμός»
που φέρει το όνομα του Χριστού ενώ φοβάται την ίδια τη ζωή στην οποία μας καλεί
ο Χριστός.
Ας μην γίνουμε Χριστιανοί μόνο φαινομενικά! Ας μην
ανταλλάξουμε το στενό μονοπάτι με τον πλατύ δρόμο της άνεσης! Και ας θυμόμαστε
ότι η Πίστη που μας παρέδωσαν οι μάρτυρες, οι ομολογητές, οι ασκητές και οι
άγιοι Πατέρες δεν είχε ποτέ σκοπό να μας κάνει να νιώθουμε άνετα σε αυτόν τον
πεσμένο κόσμο! Είχε σκοπό να μας κάνει αγίους.
Η εορτή των Τριών Ιεραρχών, όπως τη βιώνει και τη διατυπώνει η Εκκλησία μέσα από την υμνολογία και την πατερική της παράδοση, δεν αποτελεί απλώς μια τιμητική αναφορά σε τρεις εξέχουσες μορφές του χριστιανικού παρελθόντος. Αποτελεί, αντιθέτως, μια συνολική θεολογική πρόταση για την παιδεία, μια πρόταση η οποία διατηρεί ακέραιη την επικαιρότητά της και θέτει κρίσιμα ερωτήματα προς τη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα, ιδίως στο πανεπιστημιακό της επίπεδο.
Ο ύμνος που τους χαρακτηρίζει ως «τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος» δεν λειτουργεί απλώς ποιητικά ή συμβολικά. Εκφράζει μια βαθιά θεολογική θέση: ότι η γνώση και η παιδεία δεν έχουν αυτοτελή οντολογική βάση, αλλά αντλούν το φως και το νόημά τους από τη σχέση με την Αλήθεια, η οποία στην εκκλησιαστική εμπειρία είναι προσωπική, τριαδική και αποκαλυπτική. Το φως της παιδείας δεν είναι ουδέτερο· είτε φωτίζει είτε παραπλανά, ανάλογα με την πηγή και τον προσανατολισμό του.
Στην πατερική θεολογία των Τριών Ιεραρχών, η γνώση δεν ταυτίζεται με την πληροφορία ούτε με τη συσσώρευση δεδομένων. Η διάκριση ανάμεσα στη διάνοια και τον νου είναι εδώ καθοριστική. Ο νους, ως οφθαλμός της ψυχής, καλείται να θεραπευθεί, να καθαρθεί και να φωτισθεί, ώστε ο άνθρωπος να γνωρίζει όχι απλώς τα όντα, αλλά το νόημα των όντων. Η παιδεία, επομένως, δεν είναι απλώς γνωσιολογική διαδικασία, αλλά βαθύτατα οντολογικό γεγονός: αφορά το ποιος είναι ο άνθρωπος και προς ποια κατεύθυνση κινείται.
Η υμνολογική αναφορά στις «ἀκτῖνες δογμάτων θείων» εισάγει ένα κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση της παιδείας: τον ρόλο της αλήθειας. Για τους Τρεις Ιεράρχες, το δόγμα δεν αποτελεί θεωρητικό κατασκεύασμα ούτε ιδεολογική επιβολή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία διαφυλάσσει την εμπειρία της σωτηρίας. Η αλήθεια, επομένως, δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά τη θεμελιώνει. Αντίθετα, ο σύγχρονος γνωσιολογικός σχετικισμός, που συχνά προβάλλεται ως προϋπόθεση ακαδημαϊκής ουδετερότητας, οδηγεί τελικώς σε απώλεια προσανατολισμού και σε υπαρξιακή σύγχυση.
Σε αυτό το σημείο, η θεολογία των Τριών Ιεραρχών ασκεί ουσιαστική κριτική στη σύγχρονη πανεπιστημιακή παιδεία, όχι απορρίπτοντάς την, αλλά αποκαλύπτοντας τα όριά της. Όταν η γνώση αποσυνδέεται από το ερώτημα της αλήθειας και του νοήματος, μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος, ανταγωνισμού ή απλής επαγγελματικής χρησιμότητας. Η παιδεία, όμως, κατά το πατερικό πρότυπο, δεν έχει ως τελικό σκοπό την επιτυχία, αλλά τη μεταμόρφωση του προσώπου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εικόνα των «μελιρρύτων ποταμών σοφίας». Η σοφία, στους Τρεις Ιεράρχες, δεν είναι προϊόν διανοητικής ευφυΐας, αλλά καρπός ασκητικής ζωής και εκκλησιαστικής εμπειρίας. Η γνώση που δεν συνοδεύεται από ταπείνωση και ήθος οδηγεί στην αλαζονεία και τελικώς στην αποξένωση του ανθρώπου από τον άλλον άνθρωπο. Το πανεπιστήμιο, ως χώρος γνώσης, καλείται εδώ να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνει όχι μόνο ειδικούς, αλλά ανθρώπους με ευθύνη, κρίση και κοινωνική συνείδηση.
Η πατερική παιδεία είναι κατ’ εξοχήν σχέση. Η σοφία ρέει ως ποταμός, δεν αποθηκεύεται ως ιδιωτικό κεφάλαιο. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εκπαιδευτική διαδικασία: όχι ως ανταγωνιστικό πεδίο αξιολόγησης, αλλά ως κοινότητα αναζήτησης της αλήθειας. Στην εποχή της εμπορευματοποίησης της γνώσης και της ακαδημαϊκής αποδοτικότητας, το πατερικό πρότυπο λειτουργεί ως προφητική υπενθύμιση ότι η σοφία δεν μετριέται με δείκτες, αλλά με καρπούς ζωής.
Η φράση «τὴν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας» ανοίγει μια ακόμη βαθύτερη διάσταση: την κοσμολογική και οικολογική διάσταση της παιδείας. Για τους Τρεις Ιεράρχες, η θεογνωσία δεν αποξενώνει τον άνθρωπο από τον κόσμο, αλλά τον καθιστά ιερέα της κτίσεως. Η γνώση δεν είναι πράξη κυριαρχίας, αλλά πράξη ευχαριστίας. Ο κόσμος δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά δώρο προς προσφορά.
Η σύγχρονη οικολογική κρίση αποκαλύπτει με δραματικό τρόπο την αποτυχία μιας παιδείας που αποσυνδέθηκε από τη θεολογία και τη λειτουργική θέαση του κόσμου. Η πατερική θεώρηση των Τριών Ιεραρχών προσφέρει ένα εναλλακτικό παιδευτικό όραμα, στο οποίο η επιστήμη και η τεχνολογία δεν απορρίπτονται, αλλά εντάσσονται σε ένα ευχαριστιακό και υπεύθυνο πλαίσιο σχέσης με την κτίση.
Τέλος, η αναφορά στην αδιάλειπτη πρεσβεία των Τριών Ιεραρχών προς την Αγία Τριάδα φανερώνει τον βαθύτατα εκκλησιολογικό προσανατολισμό της παιδείας. Η γνώση, κατά την πατερική θεολογία, δεν ολοκληρώνεται στην ατομική κατοχή, αλλά στη λειτουργική κοινωνία. Εκεί, ο λόγος μεταμορφώνεται σε δοξολογία και η θεωρία σε ζωή. Η παιδεία βρίσκει την πληρότητά της όχι στην αυτάρκεια του ανθρώπου, αλλά στη σχέση και την κοινωνία.
Η θεολογία των Τριών Ιεραρχών δεν μας καλεί σε μια νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν, αλλά σε έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό του παρόντος. Μας καλεί να ξανασκεφτούμε την παιδεία όχι ως μηχανισμό παραγωγής γνώσης, αλλά ως χώρο καλλιέργειας σοφίας· όχι ως ατομικό επίτευγμα, αλλά ως εκκλησιαστικό και κοινωνικό γεγονός· όχι ως εργαλείο ισχύος, αλλά ως δρόμο ελευθερίας και αγάπης.
Σε μια εποχή κρίσης νοήματος, οι Τρεις Ιεράρχες παραμένουν όχι απλώς προστάτες της παιδείας, αλλά κριτήριο παιδείας. Και αυτό το κριτήριο δεν είναι άλλο από το ερώτημα: οδηγεί η γνώση που προσφέρουμε τον άνθρωπο προς την αλήθεια, την κοινωνία και τη ζωή ή τον εγκλωβίζει στην αυτάρκεια και τη χρησιμότητα;
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρησιμοποιείται Θεία Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, διότι δεν υπάρχει ιστορικά τεκμηριωμένη Θεία Λειτουργία που να έχει συνταχθεί από τον ίδιο ή να έχει καθιερωθεί στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας. Στην πράξη, η Εκκλησία έχει παραλάβει και χρησιμοποιεί τρεις Θείες Λειτουργίες με συνεχή και αδιάκοπη παράδοση από τους πρώτους αιώνες: τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που τελείται τις περισσότερες ημέρες του έτους, τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, η οποία τελείται δέκα φορές ετησίως, και τη Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, που τελείται κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κατέχει κορυφαία θέση στην ιστορία της Εκκλησίας ως μέγας θεολόγος, ρήτορας και υμνογράφος. Τα έργα του περιλαμβάνουν βαθύτατα δογματικά κείμενα και θεολογικούς λόγους, οι οποίοι επηρέασαν καθοριστικά τη διαμόρφωση της ορθόδοξης θεολογίας και, έμμεσα, τη γλώσσα και το πνεύμα της λατρείας. Ωστόσο, δεν συνέταξε πλήρη Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον καμία που να διασώθηκε, να χρησιμοποιήθηκε συστηματικά ή να καθιερώθηκε λειτουργικά. Υπάρχουν επιμέρους προσευχές και θεολογικές διατυπώσεις του που πέρασαν στη λατρευτική παράδοση, αλλά όχι ολοκληρωμένη ευχαριστιακή αναφορά αντίστοιχη με εκείνες του Αγίου Βασιλείου ή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Η Εκκλησία δεν «κατασκευάζει» εκ των υστέρων νέες Θείες Λειτουργίες στο όνομα μεγάλων αγίων. Αντιθέτως, διαφυλάσσει ό,τι παραδόθηκε, βιώθηκε και χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, δίνοντας προτεραιότητα στη συνοδική και καθολική αποδοχή και όχι μόνο στο προσωπικό κύρος ενός αγίου. Γι’ αυτό και τιμά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο με εορτές, ύμνους, αναγνώσματα και με τη συνεχή παρουσία της θεολογίας του στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά όχι με ξεχωριστή Θεία Λειτουργία.
Στους πρώτους και μεσαιωνικούς αιώνες εμφανίζονται σε ορισμένα χειρόγραφα αποδόσεις ευχαριστιακών ευχών ή λειτουργικών αποσπασμάτων στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Πρόκειται όμως για μεμονωμένα κείμενα και όχι για πλήρη Θεία Λειτουργία· οι αποδόσεις αυτές είναι κυρίως φιλολογικές ή τιμητικές και δεν θεωρούνται ιστορικά βέβαιες, ενώ συχνά πρόκειται για μεταγενέστερες συνθέσεις εμπνευσμένες από το ύφος και τη θεολογία του. Για τον λόγο αυτό, οι λειτουργιολόγοι τις χαρακτηρίζουν ψευδεπίγραφες, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην κακόβουλη πρόθεση, αλλά μάλλον μια συνηθισμένη πρακτική της εποχής.
Η πιο γνωστή «υποψήφια» περίπτωση είναι μια ευχαριστιακή αναφορά που απαντά σε ορισμένα βυζαντινά χειρόγραφα και φέρει το όνομα του Αγίου Γρηγορίου, με έντονο θεολογικό και ποιητικό χαρακτήρα, που θυμίζει θεματικά τους Θεολογικούς Λόγους του. Ωστόσο, δεν μαρτυρείται ποτέ ότι τελέστηκε κανονικά σε κάποια τοπική Εκκλησία, ούτε εντάχθηκε σε λειτουργικό Τυπικό.
Η σύγκριση με άλλες περιπτώσεις είναι ενδεικτική: η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου είχε πραγματική, έστω τοπική, χρήση στα Ιεροσόλυμα, εκείνη του Αγίου Μάρκου στην Αλεξάνδρεια και του Αγίου Βασιλείου στην Καππαδοκία και την Κωνσταντινούπολη. Αντίθετα, η αποδιδόμενη στον Άγιο Γρηγόριο Λειτουργία δεν είχε τοπική ενοριακή χρήση, δεν έλαβε επισκοπική ή συνοδική αποδοχή και δεν εντάχθηκε ποτέ στο εκκλησιαστικό βίωμα.
Όλα αυτά αναδεικνύουν μια βασική αρχή της Ορθοδοξίας: στη λατρεία προηγείται το βίωμα της Εκκλησίας και έπεται το κείμενο. Πρώτα η Εκκλησία ζει κάτι και κατόπιν το καταγράφει. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έζησε και διακρίθηκε κυρίως ως θεολόγος του λόγου και της δογματικής διατύπωσης, όχι ως λειτουργικός «νομοθέτης». Η θεολογία του διαπότισε βαθιά τη Θεία Λειτουργία, χωρίς να εκφραστεί ως ξεχωριστή, αυτόνομη Λειτουργία. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στη Δύση, στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, υπάρχει Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου, Πάπα Ρώμης, πρόκειται όμως για διαφορετικό πρόσωπο, γεγονός που συχνά προκαλεί σύγχυση.
Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Ιωάννης Φουντούλης, Λειτουργικά Θέματα, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη
→ Αναφορές σε ψευδεπίγραφες λειτουργίες και αποδόσεις σε πατέρες.
Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Πατερική Θεολογία, Θεσσαλονίκη
→ Ο ρόλος του Αγ. Γρηγορίου στη θεολογία και όχι στη νομοθέτηση λατρείας.
Βασίλειος Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία
→ Πλαίσιο για τη λειτουργική παράδοση του 4ου αιώνα.
Από το βιβλίο του ιερομονάχου Ευγενίου -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ
ΜΟΛΥΣΜΟΥ δημοσιεύουμε από τις σελίδες549-555 κείμενο με τον παραπάνω τίτλο. Το κείμενο είναι διαμορφωμένο σε
απλή κατανοητή γλώσσα. Στο τέλος του κειμένου υπάρχουν συνοπτικά συμπεράσματα.
Τα βασικά σημεία του κειμένου είναι τα εξής:
« Η Εκκλησία είναι μία, αλλά σε κρίσιμες περιόδους
εμφανίζεται διαιρεμένη σε δύο ποίμνια λόγω αιρέσεων ή πλάνης:
Το
«υγιές» ποίμνιο αποτελείται από όσους διατηρούν την ορθή πίστη.
Το
«άρρωστο» ποίμνιο περιλαμβάνει όσους έχουν παρασυρθεί από
ψευδοδιδασκαλίες, χωρίς να έχουν καταδικαστεί επισήμως.
Παρά τη διάσταση, και τα δύο ποίμνια τελούν μυστήρια, ενώ
η Εκκλησία παραμένει μία. Ο στόχος των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων
ήταν η ενότητα της Εκκλησίας, η αποκατάσταση των διαιρεμένων ποίμνιων και η
απομάκρυνση της πλάνης. Η «αρρώστια» του δεύτερου ποίμνιου αναφέρεται στην
πνευματική ζημιά που προκαλεί η αίρεση, και η απομάκρυνσή της προστατεύει το
υγιές ποίμνιο και επιτρέπει την πνευματική του ανάπτυξη.
Συνολικά, η διάκριση σε «υγιές» και «άρρωστο» ποίμνιο
είναι προσωρινή και θεραπευτική, με σκοπό την επιστροφή όλων στην ενότητα της
Μίας Εκκλησίας».
Στις ομάδες των ΓΟΧ αυτό λέγεται ΚΥΠΡΙΑΝΙΣΜΟΣ και μάλιστα
από πολλούς θεωρείται ΑΙΡΕΣΗ.
Άποψη του γράφοντος
Ο όρος δεν αντιστοιχεί σε ιστορικά αναγνωρισμένη αίρεση,
ούτε περιγράφει συγκροτημένο δογματικό σύστημα που να εισάγει καινοτομία
πίστεως ή να αλλοιώνει το εκκλησιολογικό φρόνημα της Ορθοδοξίας.
Οι θέσεις που αποδίδονται στον λεγόμενο «Κυπριανισμό» –
ιδίως ότι ο αιρετικός αποκόπτεται μυστικώς από το Σώμα του Χριστού πριν από
συνοδική καταδίκη, ενώ παραμένει κανονικά εντός της ορατής εκκλησιαστικής δομής
έως ότου κριθεί συνοδικά – δεν αποτελούν αίρεση, αλλά πατερική διάκριση
σαφώς μαρτυρημένη στη Γραμματεία των Αγίων Πατέρων. Η διάκριση μεταξύ μυστικού
και φανερού σώματος της Εκκλησίας είναι καθιερωμένη στην Ορθόδοξη
εκκλησιολογία και προϋποτίθεται τόσο από τους Ιερούς Κανόνες όσο και από τη
συνοδική πράξη της Εκκλησίας.
Η κατηγορία ότι η θέση αυτή αναιρεί την αρμοδιότητα των
Τοπικών Συνόδων αποτελεί στρεβλωτική γενίκευση. Η Παράδοση αναγνωρίζει
πλήρως τη δυνατότητα επισκόπων και τοπικών συνόδων να καταδικάζουν αιρέσεις και
αιρετίζοντες· ταυτόχρονα όμως διδάσκει ότι όταν μια αίρεση αποκτά καθολική ή
πανορθόδοξη διάσταση, τότε απαιτείται αντίστοιχη συνοδική κρίση. Η
διαβάθμιση αυτή δεν είναι «εκκλησιολογικός σχετικισμός», αλλά έκφραση κανονικής
ακρίβειας.
Το επιχείρημα περί «αδυναμίας της Εκκλησίας να εκβάλει
αιρετικούς ελλείψει Οικουμενικής Συνόδου» βασίζεται σε υποθετικό συλλογισμό και
όχι σε πατερική εκκλησιολογία. Η Εκκλησία γνωρίζει και δεύτερο τρόπο αποκοπής
από αυτήν: την αποστασία και αυτοαποκοπή, όταν κάποιος αποδέχεται ή
κηρύσσει αίρεση δημοσίως και επίμονα.
Το επιχείρημα ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να αποβάλει αιρετικούς χωρίς τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου έρχεται σε σύγκρουση με τη μακρά παράδοση των Πατέρων και το Κανονικό Δίκαιο. Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία αναγνωρίζει δύο κύριους τρόπους με τους οποίους ένα μέλος παύει να ανήκει στο Σώμα του Χριστού:
1. Η Συνοδική Καταδίκη Αυτή αποτελεί τη δικαστική οδό, όπου η επίσημη Εκκλησία, μέσω Τοπικών ή Οικουμενικών Συνόδων, διαπιστώνει την πλάνη και εκφέρει την ποινή του αφορισμού ή της καθαιρέσεως. Ωστόσο, η Σύνοδος δεν «κατασκευάζει» την αίρεση, αλλάδιαπιστώνεικαιεπικυρώνειμια ήδη υπάρχουσα πνευματική κατάσταση.
2. Η Αυτοαποκοπή (Αποστασία). Σύμφωνα με την πατερική θεολογία, η αίρεση δεν είναι απλώς ένα νομικό παράπτωμα, αλλά μια πνευματική κατάσταση που αποκόπτει τον άνθρωπο από τη Ζωή της Εκκλησίας.Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής υποστηριξε ότι οι αιρετικοί, ακόμη και πριν τη συνοδική καταδίκη, έχουν αποξενωθεί από την Εκκλησία λόγω της αλλοίωσης της πίστης. Ο ίδιος διέκοψε κοινωνία με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως όταν αυτό περιέπεσε στον Μονοθελητισμό, πριν καν συγκληθεί η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου αναγνωρίζει την υποχρέωση των πιστών να διακόπτουν το μνημόσυνο επισκόπου που κηρύσσει «γυμνή τή κεφαλή» (δημοσίως και ξεκάθαρα) αίρεση που έχει ήδη καταδικαστεί από Συνόδους, πριν ακόμα υπάρξει ειδική συνοδική κρίση για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Η Εκκλησία υφίσταται εκεί που ορθοτομείται ο λόγος της αληθείας. Όπως επισημαίνει οΆγιος Γρηγόριος Παλαμάς, εκείνοι που ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού είναι εκείνοι που ανήκουν στην Αλήθεια. Όσοι αρνούνται την Αλήθεια, αυτοαποκλείονται από τη μυστηριακή και πνευματική κοινωνία, ανεξάρτητα από το αν έχει προλάβει να συνεδριάσει ένα θεσμικό όργανο. Συνεπώς, η αναμονή μιας Οικουμενικής Συνόδου ως αποκλειστικής προϋπόθεσης για τον προσδιορισμό του αιρετικού αποτελεί συχνάπρόσχημα για την αποφυγή της ομολογίας, καθώς μετατρέπει την Εκκλησία από «στύλο και εδραίωμα της αληθείας» σε έναν γραφειοκρατικό οργανισμό που αδρανεί μπροστά στη διαστρέβλωση του Δόγματος.
Η
εφαρμογή των εννοιών του «Κυπριανισμού» αφορά πρωτίστως τους εντός της
ορατής Εκκλησίας αιρετικούς (τους "Οικουμενιστές") που
παραμένουν «ασθενή μέλη» μέχρι συνοδικής καταδίκης ή απόσχισης .Οι Παπικοί, από την άλλη πλευρά,
θεωρούνται γενικά ότι βρίσκονται εκτός των ορατών ορίων της Ορθόδοξης
Εκκλησίας, καθώς το ΣΧΙΣΜΑ του 1054 και
οι μετέπειτα Σύνοδοι (όπως οι Ησυχαστικές Σύνοδοι του 14ου αιώνα) τους έχουν
καταδικάσει και αναθεματίσει . Ως εκ τούτου, η διδασκαλία περί «ασθενών μελών»
εφαρμόζεται στους Ορθοδόξους που συμπλέουν με τον Οικουμενισμό και όχι στους
Ρωμαιοκαθολικούς οι οποίοι έχουν ήδη αποσχιστεί.
Μαρτυρίες από
Συνόδους και Πατέρες για τον διαχωρισμό της μίας Εκκλησίας σε δύο ποίμνια
(«υγιές» και «ασθενές») λόγω αίρεσης και μη καταδικασμένου αιρετικού:
Μαρτυρία του Μεγάλου Βασιλείου (για τους Αρειανούς):
«Σε μια τέτοια κρίσιμη εποχή, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και πολλή φροντίδα
για να βοηθηθούν οι Εκκλησίες. Και η μεγαλύτερη ευεργεσία είναι να ενωθούν όσα
μέρη ήταν μέχρι τώρα διασπασμένα». Σε άλλη επιστολή του (την 92η): «Γι' αυτόν τον σκοπό χρειαζόμαστε
κυρίως τη δική σας βοήθεια (των Δυτικών): ώστε εκείνοι που ομολογούν την
αποστολική πίστη, αφού διαλύσουν τα σχίσματα που επινόησαν, να υποταχθούν από
εδώ και στο εξής στην αυθεντία της Εκκλησίας. Έτσι, το σώμα του Χριστού θα
γίνει πάλι άρτιο και όλα τα μέλη του θα επιστρέψουν στην πληρότητα...» Σημείωση: Στην επιστολή αυτή, ο Μέγας Βασίλειος παρακαλεί τους
επισκόπους της Δύσης να βοηθήσουν συνοδικά ώστε να ενωθούν οι Εκκλησίες της
Ανατολής.
Μαρτυρία του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας (προς τον Ιωάννη
Αντιοχείας μετά τη συμφιλίωσή τους):
«...και (εύχομαι ο Θεός) να ενώσει τα διαιρεμένα μέρη και, αφού απομακρύνει τα
σκάνδαλα που μπήκαν ανάμεσά μας, να στεφανώσει με ομόνοια και ειρήνη τόσο τις
δικές μας Εκκλησίες όσο και τις δικές σας».
Μαρτυρία του ίδιου Αγίου (προς τον Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Μαξιμιανό):
«Να, κοίταξε! Τα διασπασμένα μέλη του σώματος της Εκκλησίας ενώθηκαν και πάλι
μεταξύ τους»
Προσφωνητικός λόγος ΣΤ Συνόδου
«Ποια άλλη προσφορά δώρων προς τον Θεό θα μπορούσε να είναι
πιο πολύτιμη από εσάς, παρά η θερμή απόδειξη της αγάπης και της πίστης σας προς
Αυτόν, και η ειρηνική κατάσταση των αγίων εκκλησιών που επιτύχατε; Γι' αυτόν
τον σκοπό καταβάλατε πάρα πολλές προσπάθειες, πέρα από τα υπόλοιπα καθήκοντά
σας, επιδιώκοντας την ομόνοια ανάμεσα σε όσους είχαν διχαστεί. Διότι εσείς
βασιλεύετε δίκαια με τη βοήθεια του Χριστού, και ο Χριστός μέσω εσάς επιθυμεί
να χαρίζει την ειρήνη στις εκκλησίες Του.
Ο ίδιος ο Θεός παρακίνησε και τώρα τη γαλήνια εξουσία σας
και σας κινητοποίησε με ζήλο για την Ορθοδοξία, ώστε να συγκαλέσετε αυτή την
Οικουμενική Σύνοδο. Σκοπός ήταν να ανατραπεί το κακούργημα της αίρεσης που
εμφανίστηκε πρόσφατα και να επικυρωθεί το κήρυγμα της αλήθειας· έτσι ώστε,
προχωρώντας αυτό, η δομή της Εκκλησίας να είναι σταθερή και χωρίς διχασμούς.
Διότι δεν θεωρήσατε ανεκτό, σοφότατε βασιλιά, να συμφωνούμε
μεταξύ μας και να τα βρίσκουμε στα άλλα ζητήματα, αλλά να αποκοβόμαστε και να
χωριζόμαστε στο ίδιο το κεφάλαιο της ζωής μας (την πίστη)· και μάλιστα ενώ
είμαστε μέλη ο ένας του άλλου και αποτελούμε το ένα σώμα του Χριστού, μέσω της
κοινής πίστης προς Αυτόν και μεταξύ μας.
[...] Επειδή, λοιπόν, έτσι είχαν τα πράγματα, ήταν αναγκαίο
η φιλόχριστη καλοσύνη σας να συγκεντρώσει αυτή την πάνσεπτη και πολυπληθή
ομήγυρη, θεωρώντας σωστό να πετύχει και τα δύο: και να απομακρύνει την αιτία
του διχασμού των εκκλησιών, και να επαναφέρει στην ενότητα όσα είχαν χωριστεί.
Διότι δεν ανεχόσασταν, θεοτίμητε δέσποτα, να βλέπετε για πολύ ακόμη την
επινόηση της ψευδοδιδασκαλίας που υφάνθηκε πρόσφατα να σχίζει τον χιτώνα της
Ορθοδοξίας. Αλλά, σαν όργανο του Αγίου Πνεύματος —αν τολμούμε να πούμε— μαζί με
εμάς και μέσω εμάς, ξαναΰφανατε το σχισμένο μέρος και το αποκαταστήσατε στην
ολότητά του».
Μαρτυρία του Αγίου Ταρασίου (από τα πρακτικά της Ζ'
Οικουμενικής Συνόδου):
«Διότι παρατηρώ και βλέπω ότι η Εκκλησία του Χριστού και Θεού μας, η οποία
είναι θεμελιωμένη πάνω στην πέτρα (της πίστης), είναι τώρα διαιρεμένη και
κομματιασμένη...»
Μαρτυρία της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (από επιστολή προς
τους βασιλείς Κωνσταντίνο και Ειρήνη):
«...ώστε, αφού αποδιώξουμε τον διχασμό των εκκλησιών, να επαναφέρουμε στην
ενότητα όσα μέρη έχουν αποκοπεί...»
Μαρτυρία από την εορτή της Κυριακής της Ορθοδοξίας
(αναφέρεται στη λήξη της Εικονομαχίας):
«Βλέποντας αυτή τη μέγιστη ευεργεσία, ας χειροκροτήσουμε με χαρά που τα
χωρισμένα μέλη του Χριστού (οι πιστοί και οι εκκλησίες) συγκεντρώθηκαν πάλι σε
ενότητα, και ας υμνήσουμε τον Θεό που μας χάρισε την ειρήνη». (Γ' τροπάριο της
Α' ωδής του Κανόνα).
«Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως συνέβη κατά τις
περιόδους πριν από τη σύγκληση της Γ’, της ΣΤ’ και της Ζ’ Οικουμενικής
Συνόδου, αλλά και την εποχή του Μεγάλου Βασιλείου, έτσι και σε
άλλες ιστορικές στιγμές η Εκκλησία εμφανίζεται χωρισμένη στα δύο (δηλαδή σε δύο
ποίμνια). Αυτό συνέβη εξαιτίας των αιρέσεων και της δράσης αιρετικών που δεν
είχαν ακόμη καταδικαστεί επίσημα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στις
περιόδους πριν από τη Δ’ Οικουμενική, την Η’ Οικουμενική (λόγω
σχίσματος) και την Θ’ Οικουμενική Σύνοδο.
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η Εκκλησία διχάζεται σε δύο
ποίμνια: το ένα είναι το "υγιές" (αυτοί που κρατούν
την ορθή πίστη) και το άλλο είναι το "ασθενές" (αυτοί
που έχουν παρασυρθεί από την πλάνη ή την αίρεση).»
«Όπως τα αποκαλεί ο Μέγας Βασίλειος (η τεκμηρίωση βρίσκεται
στο τέλος αυτής της ενότητας), στο δεύτερο ποίμνιο έχει εισχωρήσει η αρρώστια
και το μίασμα της ασέβειας, με αποτέλεσμα από υγιές τμήμα να μεταβληθεί σε
ασθενές. Αντίθετα, το πρώτο τμήμα παρέμεινε υγιές ακριβώς επειδή κράτησε
αποστάσεις από το δεύτερο. Προσοχή όμως σε αυτό: δεν δημιουργούνται δύο
Εκκλησίες· η Εκκλησία είναι μία. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι το ποίμνιο
χωρίζεται στα δύο ή οι κατά τόπους Εκκλησίες βρίσκονται σε διάσταση μεταξύ τους.
Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ας δούμε την Αγία Γραφή. Ο
Κύριος λέει: "Και εγώ σου λέω ότι εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σε
αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου" (Ματθ. 16, 18). Ο
Απόστολος Παύλος αναφέρει: "Προσέχετε, λοιπόν, τους εαυτούς σας
και όλο το ποίμνιο, στο οποίο το Άγιο Πνεύμα σάς έβαλε επισκόπους, για να
ποιμαίνετε την Εκκλησία του Κυρίου και Θεού, την οποία απέκτησε με το ίδιο Του
το αίμα" (Πράξ. 20, 28). Αυτά τα δύο χωρία αναφέρονται στη Μία
Εκκλησία που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως.
Σε άλλα σημεία, ο Απόστολος Παύλος λέει: "Οι
μεν Εκκλησίες σε όλη την Ιουδαία, τη Γαλιλαία και τη Σαμάρεια είχαν
ειρήνη" (Πράξ. 9, 31), και αλλού: "Χαιρετήστε ο ένας
τον άλλον με άγιο φίλημα· σας χαιρετούν οι Εκκλησίες του Χριστού" (Ρωμ.
16, 16). Εδώ, η αναφορά γίνεται στις κατά τόπους Εκκλησίες, οι οποίες όλες μαζί
αποτελούν τη Μία Καθολική Εκκλησία του Χριστού, αλλά και η καθεμία από αυτές
είναι η Καθολική Εκκλησία. Τελικά αυτό αποτελεί μυστήριο, όμως η φράση "οι
Εκκλησίες" σημαίνει τις επιμέρους τοπικές χριστιανικές κοινότητες.
Ερχόμενοι τώρα στα αποσπάσματα που εξετάζουμε: Ο Μέγας
Βασίλειος μιλά για το να "ενωθούν οι Εκκλησίες που μέχρι τώρα ήταν
διαιρεμένες". Ο Άγιος Κύριλλος αναφέρεται στις "Εκκλησίες
τις δικές μας και τις δικές σας". Η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος
επιδιώκει "να απομακρύνει τη διάσταση των Εκκλησιών και να
επαναφέρει στην ενότητα όσα μέρη έχουν χωριστεί". Τέλος, η Ζ'
Οικουμενική Σύνοδος λέει "για να [αποσείσουμε τη διάσταση των
Εκκλησιών]..."..διώχνοντας τη διαφωνία μεταξύ των εκκλησιών, ας επαναφέρουμε στην
ενότητα όσα μέρη έχουν χωριστεί» (από τη Ζ' Οικουμενική). Και από την Κυριακή
της Ορθοδοξίας: «τα χωρισμένα μέλη του Χριστού συγκεντρώθηκαν ξανά σε ενότητα».
Σε αυτά τα κείμενα, η έννοια είναι ότι οι κατά τόπους Εκκλησίες πρέπει να
ενωθούν ή ενώθηκαν· δηλαδή τα ποίμνιά τους να γίνουν πάλι ένα, παύοντας να
βρίσκονται σε διάσταση και να μην έχουν εκκλησιαστική κοινωνία. Η φράση του
Αγίου Ταρασίου («βλέπω την εκκλησία... σχισμένη και κομματιασμένη») σημαίνει
ότι η Εκκλησία του Θεού εμφανίζεται χωρισμένη σε δύο ποίμνια ή σε δύο τοπικές
Εκκλησίες που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους.
Και τα δύο αυτά τμήματα τελούν μυστήρια ως μέλη της
Εκκλησίας. Ο Μέγας Βασίλειος και όλοι οι Ορθόδοξοι θεώρησαν ότι οι Αρειανοί
είχαν έγκυρη (ενυπόστατη) ιεροσύνη. Το ίδιο αποδέχθηκε η Γ' Οικουμενική για το
«Συνέδριο της Αποστασίας», η ΣΤ' Οικουμενική για τον Μακάριο και άλλους, η Ζ'
Οικουμενική για τους Εικονομάχους, καθώς και η Σύνοδος του 843 για τους
Εικονομάχους μετά τη Ζ' Οικουμενική. Το ίδιο συνέβη με την Ε' Οικουμενική για
τους Νεστοριανούς της Δύσης, την Η' Οικουμενική για τους σχισματικούς Ιγνατιανούς
και τη Θ' Οικουμενική για τους οπαδούς του Βαρλαάμ και του Ακίνδυνου (βλέπε
σχετικά και για τον Όσιο Μάξιμο τον Ομολογητή και τον Άγιο Γρηγόριο τον
Παλαμά).
Το ερώτημα είναι: τι σημαίνει η «αρρώστια» (νοσηρότητα) του
ενός τμήματος και γιατί πρέπει να απομακρυνθούμε από αυτό, παρόλο που τελεί
μυστήρια; Η απάντηση σε αυτό το πολύ λεπτό ζήτημα δίνεται σε όλο το βιβλίο,
αλλά συνοπτικά στο Κεφάλαιο Ζ' «Τελικά Συμπεράσματα».
Η ονομασία των δύο ποιμνίων της Εκκλησίας ως «υγιές» και
«άρρωστο» (νοσούν) σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο, στηρίζεται στα εξής:
«Αυτά περιγράφουν την εικόνα εκείνων που παραποιούν τα
διδάγματα του Κυρίου και δεν μαθητεύουν γνήσια στον λόγο Του, αλλά έχουν
διαφθαρεί από τη διδασκαλία του πονηρού. Αυτοί ανακατεύονται με το υγιές
σώμα της Εκκλησίας (δηλαδή τους Ορθοδόξους), με σκοπό να μεταδώσουν κρυφά
τη δική τους πνευματική ζημιά στους πιο καλόπιστους και απλούς πιστούς».
«Διότι το υγιές μέρος εδώ (η μερίδα των
Ορθοδόξων), που υπερασπίζεται την ευσέβεια των Πατέρων, έχει κουραστεί πολύ,
καθώς ο διάβολος προσπαθεί με πολλές και ποικίλες μεθόδους να το κλονίσει.
Μακάρι όμως, με τις δικές σας προσευχές, να σβήσει η πονηρή αίρεση του Αρείου
που πλανά τον λαό, και να λάμψει ξανά η καλή διδασκαλία των Πατέρων μας που
συγκεντρώθηκαν στη Νίκαια, ώστε η δοξολογία προς την Αγία Τριάδα να συμφωνεί με
το σωτήριο βάπτισμα».
«Το πιο ελεεινό από όλα είναι ότι ακόμα και το τμήμα
που φαίνεται να υγιαίνει (οι Ορθόδοξοι) έχει διχαστεί εσωτερικά... Σε
εμάς, εκτός από τον φανερό πόλεμο των αιρετικών, προστέθηκε και η σύγκρουση με
εκείνους που φαίνεται να πιστεύουν το ίδιο με εμάς, γεγονός που οδήγησε τις
Εκκλησίες σε κατάσταση έσχατης αδυναμίας».
«Εμείς παραμένουμε σταθεροί στην ίδια θέση, ενώ άλλοι είναι
εκείνοι που αλλάζουν συνεχώς (αναφέρεται στον Ευστάθιο Σεβαστείας), και τώρα
πλέον προσχωρούν φανερά στο στρατόπεδο των αντιπάλων. Εσύ ο ίδιος γνωρίζεις
πόσο πολύτιμη θεωρούσαμε την επικοινωνία μαζί τους, όσο εκείνοι ανήκαν ακόμη
στην υγιή μερίδα (στους Ορθοδόξους)».
«Αλλά εσείς, αγαπητοί και πολυπόθητοι αδελφοί μας, γίνετε
γιατροί για τους τραυματίες και προπονητές για τους υγιείς. Θεραπεύστε
το άρρωστο (νενοσηκός) μέρος (τους Αρειανούς) και προετοιμάστε
το υγιές μέρος (τους Ορθοδόξους) για την άσκηση της ευσέβειας».
«Μείνετε σταθεροί στην πίστη· κοιτάξτε γύρω σας σε ολόκληρη
την οικουμένη και δείτε ότι αυτό το άρρωστο μέρος (αναφέρεται
στους Πνευματομάχους) είναι μικρό. Όλη η υπόλοιπη Εκκλησία, από τη μία άκρη του
κόσμου έως την άλλη, η οποία δέχθηκε το Ευαγγέλιο, παραμένει πιστή σε αυτή την
υγιή και ορθή διδασκαλία».
ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ -ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1. Η ενότητα της Εκκλησίας και ο διαχωρισμός των ποίμνιων
Το κείμενο αναδεικνύει ότι η Εκκλησία παραμένει μία, αλλά σε
κρίσιμες περιόδους εμφανίζεται διασπασμένη σε δύο ποίμνια:
Το «υγιές»
ποίμνιο: οι πιστοί που διατηρούν την ορθή πίστη και ακολουθούν τα
διδάγματα των Πατέρων.
Το «άρρωστο»
ποίμνιο: οι πιστοί που έχουν παρασυρθεί από αιρέσεις ή
ψευδοδιδασκαλίες, χωρίς να έχουν ακόμη καταδικαστεί επισήμως.
Αυτός ο διαχωρισμός δεν δημιουργεί δύο Εκκλησίες· η Εκκλησία
παραμένει μία, ενώ οι κατά τόπους Εκκλησίες μπορεί να βρίσκονται σε διάσταση ή
να έχουν διακοπεί οι εκκλησιαστικές σχέσεις μεταξύ τους. Ο Μέγας Βασίλειος
χρησιμοποιεί τη μεταφορά της «αρρώστιας» για να περιγράψει την πνευματική ζημιά
που προκαλεί η αίρεση και η πλάνη.
2. Στόχος των Πατέρων και των Συνόδων
Όλα τα παρατιθέμενα κείμενα τονίζουν ότι ο στόχος των
Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων ήταν η ενότητα της Εκκλησίας:
Μέγας
Βασίλειος: επιδιώκει την ένωση των Εκκλησιών που είχαν διασπαστεί λόγω
Αρειανών.
Άγιος
Κύριλλος Αλεξανδρείας: προσεύχεται για την ένωση των διαιρεμένων μερών
και την απομάκρυνση των σκανδάλων.
ΣΤ
και Ζ’ Οικουμενικές Σύνοδοι: αναφέρουν ρητά ότι ο σκοπός είναι η
απομάκρυνση του διχασμού και η επαναφορά των ποίμνιων στην ενότητα.
Κυριακή
της Ορθοδοξίας: πανηγυρίζει την επανένωση των «χωρισμένων μελών του
Χριστού».
Συνολικά, η γραμμή αυτή δείχνει ότι η πίστη και η ενότητα
είναι αλληλένδετες, και ότι η διόρθωση των αιρετικών δεν σημαίνει διάλυση
της Εκκλησίας, αλλά αποκατάσταση της ενότητας.
3. Η έννοια της «αρρώστιας»
Η «αρρώστια» ή «νοσηρότητα» του δεύτερου ποίμνιου δεν
αναφέρεται σε αδυναμία τελέσεως μυστηρίων· τα μυστήρια γίνονται κανονικά και
παραμένουν έγκυρα, ακόμα και σε ποίμνιο που έχει παρεκκλίνει στη διδασκαλία.
Αντιθέτως, η «αρρώστια» είναι πνευματική:
Είναι
η παραμόρφωση της αλήθειας του Ευαγγελίου και η διάδοση πλάνης.
Απειλεί
να μεταδοθεί στους ορθόδοξους πιστούς.
Η
απομάκρυνση από το «άρρωστο» τμήμα προφυλάσσει το υγιές ποίμνιο και
επιτρέπει την πνευματική του ανάπτυξη.
Ο Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει το έργο των Πατέρων με γιατρούς
που φροντίζουν τους ασθενείς, με σκοπό την αποκατάσταση και του «άρρωστου»
και τη διατήρηση του «υγιούς».
4. Η εκκλησιολογική θεώρηση
Το κείμενο τονίζει την ενότητα της Μίας Εκκλησίας και
τη διαφορά ανάμεσα στις τοπικές Εκκλησίες και το σώμα της Εκκλησίας:
Η
Μία Εκκλησία υπάρχει παγκοσμίως, ενώ οι κατά τόπους Εκκλησίες είναι
μέρη της Μίας Εκκλησίας.
Οι
Πατέρες και οι Σύνοδοι παρατηρούν ότι μπορεί να υπάρξει διχασμός στα
τοπικά ποίμνια, χωρίς να χάνεται η ενότητα της Εκκλησίας.
Οι
εκκλησιαστικές διαιρέσεις είναι προσωρινές και θεραπεύσιμες μέσω
των συνόδων και της συνοδικής προσπάθειας για ένωση.
5. Συμπέρασμα
Το κύριο μήνυμα του κειμένου είναι:
Η
Εκκλησία είναι μία, αλλά μπορεί να εμφανίζεται διαιρεμένη λόγω αιρέσεων ή
πλάνης.
Τα
διαιρεμένα ποίμνια ονομάζονται «υγιές» και «άρρωστο», ανάλογα με την
προσήλωσή τους στην αλήθεια της πίστης.
Παρά
τη διάσταση, και τα δύο ποίμνια τελούν μυστήρια, αλλά η πνευματική
καθοδήγηση απαιτεί απομάκρυνση από την αρρώστια για προστασία και
θεραπεία.
Οι
Οικουμενικές Σύνοδοι και οι Πατέρες επιδίωξαν πάντα την ενότητα και την
αποκατάσταση των διαιρεμένων Εκκλησιών.
Με άλλα λόγια, ο διαχωρισμός σε δύο ποίμνια είναι μια προσωρινή
και θεραπευτική διάκριση, όχι σχίσμα· στόχος είναι η επιστροφή όλων στο
ενιαίο σώμα της Εκκλησίας.