Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΡΑΣΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΡΑΣΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

«Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ».(ΜΕΡΟΣ-Β( Χωροεπισκόπου Χβοστάν και Μπαράγεβο) Ναούμ (Μίρκοβιτς)



ΜΕΡΟΣ -Β 

ΕΝΟΤΗΤΑ 5: Η ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ

Ασκητική και πνευματική καθοδήγηση:

  • Ο νους ως «μάτι ψυχής» που τυφλώνεται από τα πάθη
  • Η ανάγκη παραίτησης της ιδίας θελήσεως και παράδοσης σε γέροντα/πνευματικό πατέρα
  • Ο πνευματικός ως «ιατρός της ψυχής» και «μεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπου»
  • Η υπακοή ως «σχολείο υπακοής προς τον Θεό»
  • Η εσωτερική (καρδιακή) υπακοή έναντι της εξωτερικής («Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε...»)
  • Μόνη εξαίρεση: όταν ο πνευματικός πέσει σε αίρεση και αρνηθεί την Ορθόδοξη Πίστη
  • Παραπομπές σε Ιωάννη της Κλίμακος, Ιωάννη Κασσιανό, Αββά Ησαΐα, Αντώνιο Μέγα

ΕΝΟΤΗΤΑ 6: Η ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Αντιπαραβολή υπακοής-ανυπακοής:

  • Η ανυπακοή ως «πνευματικό σώμα του διαβόλου» (ψέμα και σκοτάδι — Ιω. 8:44)
  • Η υπακοή ως «ζωή της δικαιοσύνης του Χριστού» (φως και αλήθεια)
  • «Τίς μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; τίς κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β' Κορ. 6:14-15)
  • Ο ανυπάκουος κόπτει τον εαυτό του από την πνευματική ενότητα και ενώνεται με τον διάβολο
  • Ο ανυπάκουος ως «φουρνέλο» που καταστρέφει την αγάπη, ενότητα, συνοδικότητα και ειρήνη στην κοινότητα

ΕΝΟΤΗΤΑ 7: Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΡΕΤΩΝ

Θεανθρώπινη ενότητα:

  • Η ενότητα του ανθρώπου με τον Θεό εννοεί και την ενότητα με τους άλλους ανθρώπους και την κτίση
  • Η Εκκλησία ως εικόνα της Αγίας Τριάδος επί γης (Ιουστίνος Πόποβιτς)
  • Τα Ιερά Μυστήρια και οι Θείες Αρετές ενώνουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας
  • «Οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος... ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολ. 3:11)
  • Τα χαρίσματα του Πνεύματος: «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία...» (Γαλ. 5:22-23)
  • Η ενότητα των πρώτων Χριστιανών («ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία» — Πραξ. 4:32)

ΕΝΟΤΗΤΑ 8: Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ

Εκκλησιαστική θέση και κανονική πράξη:

  • Η αγάπη ως «δεσμός τελειότητας» που ενώνει σε «μία ψυχή, μία καρδιά, ἕν σῶμα»
  • Η υπακοή ως μητέρα των αρετών και δρόμος προς το «μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. 4:13)
  • Κριτική στην οικουμενιστική «Θεωρία των Κλάδων» ως ενότητα με τον σατανά
  • Εφαρμογή του ΙΕ' κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως
  • Αποτείχιση από το Πατριαρχείο Βελιγραδίου λόγω οικουμενιστικής αιρέσεως («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»)
  • Προστασία της Εκκλησίας από σχίσμα και αιώνιο θάνατο

ΕΝΟΤΗΤΑ 9: Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΚΑΙ ΠΗΓΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Σύνδεση ασκητικής και θεολογίας:

  • Από την υπακοή → προσευχή → θεολογία
  • Οι σημερινοί θεολόγοι: πολλοί σε αριθμό, αλλά «νεκρή» θεολογία λόγω έλλειψης πνεύματος υπακοής
  • «Ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» (Α' Κορ. 8:2)
  • Οι υπάκουοι Πατέρες: Βασίλειος Μέγας, Ιωάννης Χρυσόστομος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Αθανάσιος Μέγας, Φώτιος Μέγας, Μάξιμος Ομολογητής, Μάρκος Ευγενικός
  • Προειδοποίηση: «Τη στιγμή που εξαφανιστούν υπάκουοι μοναχοί και Χριστιανοί, θα έρθει το τέλος του κόσμου»

ΕΝΟΤΗΤΑ 10: ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Διττή εκλογή και πασχαλινή δοξολογία:

  • Δρόμος ζωής: Ιερά υπακοή → προσευχή → ενότητα με Θεό → ειρήνη, αγάπη, συμπόνια → ευλογία και πολλαπλασιασμός → νίκη κατά των οικουμενιστών
  • Δρόμος θανάτου: Ανυπακοή → απομάκρυνση Θεού → θάνατος της Επαρχίας και πληγή για την Ορθοδοξία στη Σερβία
  • «Μπορούμε να πάρουμε τους δύο δρόμους... Από την ελεύθερά μας θέληση εξαρτάται πού θα πάμε»
  • Επίκληση του Αναστημένου Κυρίου ως «ζωή μας, δρόμος μας, υπακοή μας, νους μας, φως μας, δύναμή μας»
  • Πασχαλινή δοξολογία: «Χριστῷ τῷ Θεῷ Αναστημένῳ βοήσωμεν»
«Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!»

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΕΝΟΤΗΤΑ 5: Η ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ

Ο νους είναι «μάτι ψυχής». Τα αγκάθια της αμαρτίας και τα καρφιά των παθών απολύτως τυφλώνουν το μάτι μας, τον νου μας. Με σκοτεινό νου, με φλογέρα αισθήματα και επιθυμίες, με τόση φιλαυτία – αμετανόητος άνθρωπος δεν μπορεί μόνος του να πορεύεται την οδόν της σωτηρίας, δεν μπορεί να γιατρευτεί μόνος του από τα πάθη, δεν μπορεί να φανταστεί το εύρος, το μήκος, το βάθος και το ύψος του Ιερού Ευαγγελίου (Εφ. 3:18), δηλαδή τον απεριόριστο Κύριο, ο Οποίος κρύβεται στις Εντολές του. Ο κεραυνός των παθών μας κουφαίνει την ταπεινή φωνή του Θεού που βρίσκεται στην καρδιά μας. Στην παθιασμένη, αμετανόητη κατάσταση, το ρεύμα των σκέψεων μας συνεχώς καταβρέχεται από την θάλασσα των δαιμονικών πλανεμένων σκέψεων. Ο διάβολος κυρίως μεταμορφώνεται στον άγγελο φωτός, με δήθεν καλές και ιερές σκέψεις. Τότε, δεν ξέρουμε πια τι ανήκει στον εαυτό μας και τι ανήκει στον εχθρό. Εδώ, μόνο ο παντογνώστης Θεός μπορεί να κάνει σωστή διάκριση. Γι' αυτό το λόγο, η αμαρτωλή μας θέληση είναι το διαιρετικό τείχος μεταξύ μας και του Θεού. Ο οποίος παρακολουθεί την δική του θέληση είναι εχθρός του Θεού, λέει ο Αββάς Ησαΐας ο Αναχωρητής.

Επομένως, δεν πρέπει να πιστεύουμε ούτε εις τον εαυτό μας και τον νου μας, ούτε σ'αυτό που νομίζουμε ότι είναι καλό. Με σκοπό να αποκτήσουμε το έλεος του Θεού, πρέπει να πεθάνουμε μέσα μας, να σταυρωθούμε με τον Κύριο, να σηκώσουμε τον Σταυρό άρνησης του δικού μας θελήματος και να παραδοθούμε στα χέρια γερόντων και πνευματικών πατέρων, τους οποίους έδειξε ο Θεός για εμάς ως απάντησή του στην ήσυχη μας προσευχή.

Ο οποίος αρνήθηκε την θέλησή του, ακόμη και για όλα αυτά που νομίζει ότι είναι πνευματικά καλά και θεάρεστα, τέτοιος έχει ήδη πετύχει τον στόχο του, ακόμα και πριν από την αρχή του ανδραγαθήματος. Επειδή, ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος μας διδάσκει – η υπακοή υπάρχει όταν δεν πιστεύουμε σ' αυτά που φαίνονται καλά κατά τη γνώμη μας, έως το τέλος της ζωής μας. Υπακούοντας στον γέροντα μας, υπακούουμε στον Ίδιο τον Θεό και Τον μιμούμεθα, διότι Αυτός ο Ίδιος είπε στους μαθητές του και στους ακόλουθούς τους: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με» (Λουκ. 10:16). Και στην Παλαιά Διαθήκη: «ἄνευ βουλῆς μηθὲν ποιήσῃς…» (Σοφ. Σειρ. 32:19). Και πάλι: «ἐπερώτησον τὸν πατέρα σου, καὶ ἀναγγελεῖ σοι, τοὺς πρεσβυτέρους σου, καὶ ἐροῦσί σοι» (Δευτ. 32,7), «ὁδοὶ ἀφρόνων ὀρθαὶ ἐνώπιον αὐτῶν, εἰσακούει δὲ συμβουλίας σοφός… Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσιν χάριν» (Παρ. 3:34, 12:15).

Ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακας λέει: «Διότι δεν είναι ο Θεός άδικος να κλείνη την πόρτα σε όσους κρούουν ταπεινά». Και επίσης: «Διότι δεν είναι άδικος ο Θεός να αφήση να πλανηθούν ψυχές πού με πίστι και ακακία εταπεινώθηκαν εμπρός στην συμβουλή και στην κρίσι του πλησίον. Ακόμη και ανίδεοι εάν είναι αυτοί που ερωτώνται, εκείνος που απαντά με το στόμα τους είναι ο άϋλος και αόρατος Θεός».

Ο πνευματικός είναι ιατρός της ψυχής μας. Ως εκ τούτου, οι Άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν – ο υπάκουος πρέπει να βλέπει τον γέροντα σαν να βλέπει τον Ίδιο τον Χριστό. Και πάλι – ο πνευματικός είναι μεσολαβητής μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου, ο οποίος (ενώπιον του Θεού) είναι ιερατικός λειτουργός της ανθρώπινης σωτηρίας. Με την προϋπόθεση ότι τόν υπακούμε και πλησιάζουμε με πίστη και ηρεμία. Με αυτόν τον τρόπο, γίνονται θεοί κατά χάριν.

Ο Ίδιος ο Κύριος ήταν υπάκουος προς τον ουράνιο του Πατέρα, έως τον θάνατο Του στον Σταυρό και είπε για Τον Εαυτό Του: «ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» (Ιω. 6:38). Αν και είναι πάνσοφος και τέλειος, χωρίς ανάγκη για χειραγώγηση και διδασκαλία από οποιονδήποτε, ωστόσο, υπάκουσε στην Υπεραγία Θεοτόκο και τον θετό πατέρα Ιωσήφ: «καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς». Αυτό ισχυρίζεται ο Απόστολος Λούκας (Λουκ. 2:51) και αυτό είναι ένα παράδειγμα ησυχίας και υπακοής για όλους εμάς.

Μεγάλη εμπειρία αποδεικνύει, λέει ο Όσιος Ιωάννης Κασσιανός, ότι ο μοναχός (ειδικά νεαρός), δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει τα πάθη του, εάν πριν δεν έμαθε μέσω υπακοής να χαλιναγωγήσει την θέλησή του. Η ρίζα όλων των παθών είναι η φιλαυτία, με την οποία ενώθηκε η αμαρτωλή και δήθεν γλυκή μας θέληση. Με κόψιμο της θέλησής μας, κόπτονται και ρίζες των παθών. Χάρη στο κόψιμο της θέλησής του, ο άνθρωπος μαθαίνει ένα μάθημα ηρεμίας. Η ηρεμία είναι ρίζα όλων των αρετών. Από την ρίζα αυτή προκύπτει απαλλαγή παθών. Κατά τη γνώμη του Αγίου Αντωνίου του Μέγα, μόνο η ηρεμία είναι πάνω από όλες τις παγίδες του διαβόλου.

Η υπακοή μας προς τον πνευματικό πατέρα δεν πρέπει να είναι μόνο εξωτερική, επιπόλαιη και με λόγια, αλλά και εσωτερική, καρδιακή και με έργα, επειδή ο Κύριος λέει: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ' ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 7:21).

Η μόνη δικαιολογημένη αιτία απομάκρυνσης και κοψίματος υπακοής προς τον πνευματικό πατέρα, γίνεται εάν αυτός πέσει στην αίρεση και αρνηθεί την Ορθόδοξη Πίστη. Δηλαδή, ο πνευματικός στον οποίο πρέπει να υπακούμε, όπως έχουμε πει παραπάνω, είναι μόνο αυτός που έχει καθαρή Πίστη και ομολογεί ακλόνητα την Ορθόδοξη Πίστη χωρίς υποκρισία.


ΕΝΟΤΗΤΑ 6: Η ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Δεν είναι δυνατόν ο ανυπάκουος άνθρωπος να ενωθεί με τον υπάκουο Κύριο Ιησού Χριστό. Εάν είμαστε ανυπάκουοι στον πνευματικό, τον οποίο βλέπουμε, πως μπορούμε να υπακούμε στον Θεό που είναι Αόρατος; Πως μπορούν να εκπληρωθούν οι στόχοι μας; Εάν ο άνθρωπος με βάση την ιερά υπακοή δεν ενώνεται με τον ορατό του πνευματικό, πως μπορεί να ενωθεί με τον Αόρατο Θεό; Η υπακοή προς τον πνευματικό παρουσιάζεται ως σχολείο υπακοής προς τον Θεό.

Η ζωή του ανυπάκουου ανθρώπου είναι ζωή σε σκοτάδι και ψέμα. Ο διάβολος πάντα έχει τέτοια ζωή, διότι αυτός είναι ψέμα και πατέρας του ψέματος (Ιω. 8:44). Αυτός επινόησε ανυπακοή. Οι ανυπάκουοι άνθρωποι μόνο τον ακολουθούν. Κατά συνέπεια, η ανυπακοή είναι πνευματικό σώμα του διαβόλου. Από την άλλη πλευρά, η ζωή του υπάκουου ανθρώπου είναι ζωή της δικαιοσύνης του Χριστού, ζωή του φωτός του Χριστού. Τέτοια ζωή είναι μίμηση της ζωής του υπάκουου Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού. Ας μην πάρουμε τον ίδιο ζυγό με τον ανυπάκουο διάβολο: «τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ;» (Β' Κορ. 6:14-15). Πράγματι, ο ανυπάκουος μοναχός ή οποιοσδήποτε Χριστιανός που δεν έχει τίποτα με τον υπάκουο Κύριο Χριστό, βρίσκεται μακριά από τον στόχο του.


ΕΝΟΤΗΤΑ 7: Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΡΕΤΩΝ

Η πραγματοποιημένη ενότητα του ανθρώπου με τον Θεό μέσω της υπακοής, εννοεί και την ενότητα του ανθρώπου με τους άλλους ανθρώπους και όλη την κτίση. Τέτοια ενότητα δίνει στον άνθρωπο το χαρακτηριστικό θεϊκής καθολικότητας. Η θεϊκή αυτή ενότητα είναι η πιο πραγματική, η πιό περιεκτική και η πιο αθάνατη ενότητα επί γης. Τέτοια ενότητα είναι εικόνα και παράδειγμα της ενότητας, η οποία υπάρχει μεταξύ των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία είναι εικόνα της Αγίας Τριάδος επί γης. Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς θεολογεί: «Ο Θεάνθρωπος Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός με Τον Εαυτό Του και εντός του Εαυτού Του, με τον πιο τέλειο και ακέραιο τρόπο συνάθροιζε και εκπλήρωσε την ενότητα του Θεού και του ανθρώπου, δηλαδή Αυτός έκανε την ενότητα αυτή καθολική. Και καθώς με τον άνθρωπο, ούτω έκανε με όλο το σύμπαν και όλη την κτίση. Η κατάσταση της κτίσης είναι ουσιαστικά ενωμένη με τον άνθρωπο» (συγκρ. Ρωμ. 8:19-24). Ο θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας περιέχει: «… τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι» (Κολ. 1:16). Τα πάντα βρίσκονται εντός του Θεανθρώπου, και Αυτός είναι Κεφαλή της Εκκλησίας (Преподобни Јустин Ћелијски, Догматика Православне Цркве III, Ваљево 2004, σελ. 213).

Τα Ιερά Μυστήρια και οι Θείες Αρετές μέσα στην Εκκλησία, ενώνουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας (όλων των λαών και όλων των εποχών) με τον Κύριο, διότι σ'Αυτήν: «… οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολ. 3:11). Στην Εκκλησία, είμαστε «πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3:28, συγκρ. Κολ. 3:11-15). Ο Κύριος προσευχήθηκε στον Θεό Πατέρα για την ενότητα αυτή: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν… ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν. ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν…» (Ιω. 17:21-23).

Με βάση το Σώμα του (Εκκλησία), ο Κύριος ένωσε σε ένα «υπέρ νούν και λόγον» οργανισμό τους αγγέλους, τους ανθρώπους και όλη την θεόκτιστη κτίση. Ως εκ τούτου, η Εκκλησία του Χριστού, σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, είναι «… τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (Εφ. 1:23). Οι Χριστιανοί προσκαλούνται να πραγματοποιηθούν στον Εαυτό Τους το αιώνιο προορισμό Τρισάγιας Θεότητας για την ανθρωπότητα (Εφ. 1:1-5, 1:10), επειδή οι Χριστιανοί είναι ναός «τοῦ Θεοῦ ζῶντος», καθώς είπε ο Θεός: «… ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός» (Β' Κορ. 6,16).

Οι Θείες Αρετές ενώνουν τον άνθρωπο με τον Θεό, αλλά Αυτές ενώνουν και όλους τους Χριστιανούς στην αγάπη. Τοιουτοτρόπως, στην αλληλεξάρτητη ενότητα και στην συνοδικότητα, τους Χριστιανούς χαρακτηρίζουν: «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5:22-23). Όταν εκπληρώνονται αυτά τα χαρακτηριστικά, τότε τηρούμε «… τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Εφ. 4:3). Με αλλά λόγια, η ενότητά μας και η συνοδικότητά μας στον Χριστό εξαρτώνται από τον κόπο μας, την προσπάθειά μας, την εκπλήρωσή μας των εντολών, την αγάπη μας προς τον Θεό και τους ανθρώπους και πάνω από όλα – την ιερά υπακοή που είναι μητέρα όλων των αρετών. Χάρη στην ιερά υπακοή, ο Χριστιανός αποκτάει αδιάλειπτη νοερά και καρδιακή προσευχή, με την οποία φονεύει τα πάθη και προστατεύεται από την αμαρτία. Έτσι, ο μοναχός, ο Χριστιανός ενώνεται με τον Θεό, με τους αγγέλους και όλους τους Αγίους. Και «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» στον Θεό προσευχόμαστε κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Τέτοια ένωση δεν έχει τίποτα κοινό με την ένωση που θέλουν να πραγματοποιήσουν οι οικουμενιστές σύμφωνα με την λεγόμενη και ψεύτικη «Θεωρία των Κλάδων». Με βοήθεια του ψέματος και του διαβόλου, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η ενότητα των ανθρώπων στον Θεό και στην αγάπη, έχοντας κατά νου ότι ο Κύριος είναι «… ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ιω. 14:6). Την οικουμενιστική «ένωση των πάντων» την εννοούμε ως ενότητα των ανθρώπων με τον σατανά, ο οποίος «… ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ» (Ιω. 8:44). Δεν θέλοντας να γίνουμε μέλη τέτοιας διαβολικής κοινότητας, έχουμε εφαρμόσει προς το οικουμενιστικό Πατριαρχείο στο Βελιγράδι τον σωτήριο ΙΕ' κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος λέει: «Οἱ γὰρ δι' αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ' ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οἱ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι» (Никодим Милаш, Правила Православне Цркве са тумачењима, књига 2, Нови Сад, 1896, σελ. 290).

Σύμφωνα με τον αναφερόμενο κανόνα, ήμασταν υποχρεωμένοι να κάνουμε αποτείχιση από το Πατριαρχείο στο Βελιγράδι, το οποίο «γυμνή τη κεφαλή» και «ἐν λόγοις καί ἔργοις» κηρύττει την οικουμενιστική αίρεση. Με αυτό τον τρόπο, προστατεύουμε την Εκκλησία από το σχίσμα, την καθολικότητά μας με όλους τους Αγίους και τον εαυτό μας από τον αιώνιο θάνατο.


ΕΝΟΤΗΤΑ 8: Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ

Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι μόνο ο υπάκουος μοναχός ή Χριστιανός αποκτά από τον Θεό το στεφάνι όλων των αρετών, δηλαδή την αγάπη. Μέσω της αγάπης ο Χριστιανός ενώνεται με τον Θεό και μετά, με τους ανθρώπους που βρίσκονται στον Θεό – τους Χριστιανούς. Η αγάπη είναι «δεσμός της ειρήνης». Η αγάπη με την ειρήνη ως δύναμη ενώσεως, ενώνει όλους τους ανθρώπους με τον Θεό. Αυτή η ειρήνη δεν είναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», αλλά είναι «υπέρ νούν και λόγον» ειρήνη του Θεού, της οποίας η δημιουργική δύναμη είναι θεϊκή αγάπη. Η θεϊκή όμως αγάπη – ο συμμέτοχός της ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς κηρύττει – «είναι δεσμός τελειότητας» που συναθροίζει όλα τέλεια των Χριστιανών, ενώνοντας τους με τέτοιο τρόπο σε μία ψυχή, μία καρδιά, ἕν σῶμα – το σώμα της Εκκλησίας (συγκρ. Κολ. 3:14-15). Η θεϊκή αυτή αγάπη του Αγίου Πνεύματος, καθώς οι άλλες αρετές μαζί της (με επικεφαλής την ιερά υπακοή), διατηρούν και τηρούν την ενότητα της Εκκλησίας, του σώματος της Εκκλησίας, του πνεύματος της Εκκλησίας, της ζωής της Εκκλησίας (συγκρ. Εφ. 4:15-16).

Η υπακοή στον πνευματικό πατέρα δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να προχωρήσει «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν» και «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. 4:13) προς την τέλεια ένωση με τον Κύριο και την τέλεια συνοδικότητα. Παράλληλα, ο μοναχός, ο Χριστιανός, δεν προχωράει μόνος του, αλλά πάντα συνοδικώς με Όλους τους Αγίους. Στην Εκκλησία, όλοι ζουν μια ζωή συνοδικώς, με ένα πνεύμα, με μια αλήθεια. Επομένως, μιλώντας για την συνοδικότητα των πρώτον Χριστιανών στην Ιερουσαλήμ, ο Άγιος Απόστολος Λούκας ισχυρίζεται: «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ' ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά» (Πραξ. 4,32). Η προσωπικότητα του Κυρίου Χριστού είναι ψυχή συνοδικότητας της Εκκλησίας και ψυχή υπακοής του ανθρώπου.

Ο ανυπάκουος μοναχός κόπτει τον εαυτό του από την πνευματική ενότητα που είχε με τον πνευματικό του πατέρα και ενώνεται με τον διάβολο. Ο διάβολος με αμαρτία, πρώτα, καταστρέφει την ενότητα των πνευματικών ρευμάτων που βρίσκονται εντός του ανθρώπου και προσανατολίζονται προς τον Θεό, και μετά, με την στα θρύψαλα κατεστραμμένη ψυχή του ανθρώπου (μέσω υπερηφάνειας και μίσους), καταστρέφει την αγάπη, την ενότητα, την συνοδικότητα και την ειρήνη στην κοινότητα, στην οποία ο άνθρωπος ζει. Γι' αυτό, ο ανυπάκουος άνθρωπος είναι περισσότερο ή λιγότερο σαν φουρνέλο για την αγάπη, την ενότητα, την συνοδικότητα και την ειρήνη στην κοινότητα, στην οποία βρίσκεται. Είτε η κοινότητα αυτή είναι πνευματική είτε βιολογική, δηλ. ασχέτως εάν γίνεται λόγος για μητρόπολη, ενορία, μοναστήρι, οικογένεια κτλ. Η καταστροφική δύναμη αυτού του φουρνέλου εξαρτάται από το επίπεδο ανυπακοής, υπερηφάνειας και μίσους. Όσο περισσότεροι ανυπάκουοι υπάρχουν σε μια κοινότητα, τόσο λιγότεροι θα έχουν την αγάπη, την ενότητα, την συνοδικότητα και την ειρήνη.

Η λυχνία της Εκκλησίας του Θεού, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, λέει: «Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο, το οποίο θα μπορούσε να καταστρέψει την Εκκλησία ή να το πούμε καλύτερα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο, το οποίο θα μπορούσε να το κάνει τόσο εύκολα, όσο όταν οι μαθητές με τους δασκάλους, τα τέκνα με τους πατέρες και οι κατώτεροι με τους ανώτερους δεν είναι στερεώς ενωμένοι». Με αλλά λόγια, ο Άγιος θέλει να πει ότι τίποτα δεν είναι τόσο επικίνδυνο για την εκκλησιαστική συνοδικότητα, όσο είναι η ανυπακοή των τέκνων προς τους πατέρες.

Στην κοινότητα, στην οποία δεν υπάρχει η υπακοή, δεν υπάρχει ούτε ο Θεός ούτε ο άγγελος. Και όπου υπάρχει η υπακοή, υπάρχουν και ο Θεός, ο άγγελος, η αρμονία, η συνοδικότητα, η σύμπνοια, η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, όλα τα αγαθά.

Πρέπει να ξέρουμε ότι η καθολικότητά μας διαλύεται (πάνω από όλα) από τα παράπονα για τον πλησίον και την χαλαρή συμπεριφορά, δηλαδή από την αυθάδεια και την καχυποψία.

Όλοι οι αιρεσιάρχες και οι μπροστάρηδες των σχισμάτων στην Εκκλησία είναι τέκνα της ανυπακοής. Αυτοί αποτελούν την αιτία των σχισμάτων, των αναταραχών, των διαιρέσεων στην Εκκλησία. Ο διάβολος, πρώτα, χρησιμοποιώντας την ανυπακοή, διαχωρίζει τον άνθρωπο από τον Χριστό και μετά από όλα, τα οποία ανήκουν στον Χριστό – τον καθολικό νου της Εκκλησίας, το καθολικό θέλημα της Εκκλησίας και την συνοδική ζωή της Εκκλησίας. Σήμερα, την αλήθεια αυτή μπορούμε το καλύτερο να δούμε στο παράδειγμα των οικουμενιστών στην Τοπική μας Εκκλησία. Οι οικουμενιστές, πρώτα, μέσω του μοχλού ανυπακοής έχουν εκδιώξει τους εαυτούς τους από την κοινότητα που είχαν με τους πνευματικούς τους και μετά, μέσω του μοχλού αιρέσεως, έχουν εκδιώξει τους εαυτούς τους από την εκκλησιαστική κοινωνία. «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, έξω από την Εκκλησία στέκεται αυτός που δεν τηρεί την Πίστη της Εκκλησίας», λέει ο Όσιος Ιωάννης Κασσιανός (De incarn. Domini, Contra Nestor., lib. III, σελ. 14.).


ΕΝΟΤΗΤΑ 9: Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΚΑΙ ΠΗΓΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Απο την σειρά των υπάκουων προέρχονται σεβαστοί γέροντες, επίσκοποι, φλογεροί αγωνιστές υπέρ της Πίστεως. Σήμερα, τέτοιοι γέροντες, επίσκοποι και αγωνιστές υπέρ της Πίστεως είναι πολύ μικρή μειοψηφία, επειδή ανυπάκουοι άνθρωποι είναι πολύ μεγάλη πλειοψηφία. Ποτέ δεν είχαμε τόσους θεολόγους και τόσες θεολογικές σχολές όπως σήμερα, αλλά ταυτόχρονα τόσους σπάνιους αγωνιστές υπέρ της Πίστεως. Γιατί; Διότι οι σημερινοί θεολόγοι δεν φύσηξαν το πνεύμα ιερής υπακοής στο σώμα θεολογικής γνώσεως. Δηλαδή, η θεολογική τους γνώση είναι νεκρή ή άνανδρη. Ξέρουμε ότι «ἡ γνῶσις φυσιοῖ» και «ἡ δὲ ἀγάπη», εάν βασίζεται στην υπακοή, «οἰκοδομεῖ» γέροντες, επισκόπους και αγωνιστές υπέρ της Πίστεως (Α' Κορ. 8,2).

Από την υπακοή προέρχεται η προσευχή και από την προσευχή προέρχεται η θεολογία. Μόνο εάν η υπακοή και η γνώση είναι ηνωμένες μέσα στον άνθρωπο, μπορεί να γίνει ο χριστοειδής γέροντας ή χριστοειδής επίσκοπος ή χριστοειδής αγωνιστής υπέρ της Πίστεως. Τέτοιοι ήταν οι μαχητές για την Ιερά Ορθοδοξία – ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο Θεολόγος, ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ο Άγιος Φώτιος ο Μέγας, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και πολλοί άλλοι. Το μέτωπο προστασίας της Πίστεως θα ήταν πολύ πιο δυνατό σήμερα άν υπήρχαν περισσότεροι υπάκουοι μοναχοί και Χριστιανοί. Δυστυχώς, το μέτωπο αυτό σήμερα βρίσκεται σε πιο χαμηλό επίπεδο στην εκκλησιαστική ιστορία. Τη στιγμή που εξαφανιστούν υπάκουοι μοναχοί και Χριστιανοί, θα έρθει το τέλος του κόσμου.


ΕΝΟΤΗΤΑ 10: ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όλα αυτά που έχουμε πει μπορούν να συνοψιστούν ως το εξής μήνυμα.

Εάν είμαστε υπάκουοι στον πνευματικό μας πατέρα και τον επίσκοπο, τους ηγούμενους και τους ανώτερους σχετικά με την υποτακτικότητά μας, δηλαδή εάν δεν ακολουθούμε την δική μας θέληση, ο Θεός θα μας δώσει το δώρο προσευχής. Αυτή η προσευχή θα μας ένωση μ'Αυτόν. Τότε, θα έχουμε την ειρήνη Του στην ψυχή, την αγάπη Του, την ταπείνωσή Του, το έλεος Του, την υπομονή Του, την ησυχία Του, την καθολικότητά Του. Μεταξύ μας θα κυριαρχήσουν η ιερά αγάπη, η ιερά ειρήνη και η ιερά συμπόνια, καθώς είχαν κυριαρχήσει μεταξύ των πρώτων Χριστιανών. Εάν έχουμε υπακοή προς τον Θεό, ο Θεός θα μας ευλογή ...και θα μας πολλαπλασιάζει, καθώς ευλόγησε και πολλαπλασίασε τους πρώτους Χριστιανούς. Και Αυτός θα νικήσει τους θεομάχους οικουμενιστές, όπως είχε νικήσει τους ειδωλολάτρες στην εποχή των πρώτον Χριστιανών.

Εάν είμαστε ανυπάκουοι, ο Θεός (μαζί με την ειρήνη, την αγάπη και την συμπόνια) θα απομακρυνθεί από εμάς. Αν γίνει κάτι τέτοιο, αυτό θα σήμαινε τον θάνατο για την Επαρχία μας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία και την μεγάλη πληγή για την Ορθοδοξία στην Σερβία.

Μπορούμε να πάρουμε τους δύο δρόμους. Είτε τον δρόμο ζωής, δηλαδή τον δρόμο ιεράς υπακοής, είτε τον δρόμο θανάτου, δηλαδή τον θεομισητό δρόμο ανυπακοής. Από την ελεύθερα μας θέληση εξαρτάται που θα πάμε.

Ας ο Αναστημένος Κύριος μας δώσει τον νου και την δύναμη για να βαδίζουμε πάντα στον δρόμοζωής και ιεράς υπακοής. Ο Αναστημένος Κύριος είναι ζωή μας, δρόμος μας, υπακοή μας, νους μας, φως μας, δύναμή μας, σωτηρία μας, Ανάστασή μας, κάθε αγαθό μας.

Και εμείς, Χριστῷ τῷ Θεῷ Αναστημένῳ βοήσωμεν – «πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Αμήν.

Χριστός Ανέστη!

Αληθώς Ανέστη!


«Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ». (Χωροεπισκόπου Χβοστάν και Μπαράγεβο Ναούμ)(ΜΕΡΟΣ-Α)


 


Δημοσιεύουμε σε δύο μέρη   την ομιλία του Χωροεπισκόπου Χβοστάν και Μπαράγεβο Ναούμ (Μίρκοβιτς) της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία με τίτλο «Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ».Η διάλεξη αυτή έγινε στις 21 Απριλίου 2017 στην  Θ Σύναξη των αρχιερέων της συγκεκριμένης Επαρχίας στο μοναστήρι του Αγίου Ιουστίνου του Πόποβιτς στο Μπαράγιεβο.

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τον  Μάρκο Πεϊκοβιτς. Η επιμέλεια του κειμένου έγινε από τον πρωτοπρεσβύτερο Δημήτριο Αθανασίου.

ΜΕΡΟΣ Α-


ΕΝΟΤΗΤΑ 1: ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Περιλαμβάνει την παρουσίαση της διάλεξης από τη Συντακτική Ομάδα, το ιστορικό πλαίσιο (αίτημα της προηγούμενης Σύναξης), την προσευχή του ομιλητή για φώτιση, και την ελπίδα ότι το άρθρο θα γίνει «καταλύτης συνοδικότητάς μας στον Θεό». Επίσης, την επίκληση του «δίδου σοφῷ ἀφορμήν, καὶ σοφώτερος ἔσται» (Παρ. 9,9) προς τους ακροατές.


ΕΝΟΤΗΤΑ 2: Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

Ανάπτυξη της τριαδολογικής βάσης της υπακοής:

  • Η τέλεια υπακοή του Υιού προς τον Πατέρα («τὸ ἔργον ἐτελείωσα», «γενηθήτω τὸ θέλημά σου», «οὐ τί ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ εἴ τι σύ»)
  • Η τέλεια υπακοή του Πατέρα προς τον Υιό («ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις», «ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω»)
  • Η τέλεια υπακοή του Αγίου Πνεύματος προς τον Υιό (η Υποσχεμένη έλευση του Παρακλήτου)
  • Η συνοδικότητα ως αποτέλεσμα της αμοιβαίας αγάπης και υπακοής στην Αγία Τριάδα

ΕΝΟΤΗΤΑ 3: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Δογματική θεμελίωση της εκκλησιολογίας:

  • Η Εκκλησία ως «ζωντανός θεανθρώπινος οργανισμός» και «θεανθρώπινη οργάνωση»
  • Οι τέσσερις ιδιότητες: ενότητα, αγιότητα, συνοδικότητα (καθολικότητα), αποστολικότητα
  • Το Σύμβολο της Πίστεως: «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν»
  • Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Καθολική — έναντι της ψευδούς «Θεωρίας των Κλάδων»

ΕΝΟΤΗΤΑ 4: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΥΠΑΚΟΗΣ

Ανθρωπολογία και σωτηριολογία:

  • Ο άνθρωπος ως «στέφανο της Θεϊκής Δημιουργίας»
  • Ο στόχος: θέωση μέσω ανάπτυξης «θεοπρεπών δυνάμεων»
  • Η αμαρτία ως ανυπακοή που κατέστρεψε την ενότητα με τον Θεό
  • Η ιερά υπακοή ως οδός επιστροφής στον παράδεισο
  • Η μίμηση του υπάκουου Χριστού («ὑπήκουος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» — Φιλιπ. 2:8)
  • Ο μοναχός ως άνθρωπος που θέλει να γίνει «τέλειος Χριστιανός. 
ΚΕΙΜΕΝΟ.

ΕΝΟΤΗΤΑ 1: ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εισαγωγή

Σεβασμιώτατε και Θεοφιλέστατοι, Σεβαστοί Πατέρες και Μητέρες – στην προηγούμενη Σύναξη των αρχιερέων και των ηγουμένων, με παρακαλέσατε να γράψω ένα άρθρο με τίτλο «Η διατήρηση της συνοδικότητας μέσω της υπακοής». Κινήθηκα από τον νόμο αγάπης και προσευχήθηκα στον Θεό Χριστό «ἐν ᾧ εἰσιν πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ γνώσεως ἀπόκρυφοι» (συγκρ. Α' Κορ. 1:24, Κολ. 2:3), ώστε να γίνει ο Βοηθός μου, με σκοπό να ικανοποιήσω την αίτησή σας και να είναι το άρθρο μου ωφέλιμο πνευματικά, καθώς για εσάς που μ' ακούτε, ούτω γι' εμένα που έγραψα αυτό. Εξετάζοντας αυτό το θέμα, δεν ήθελα απλώς να σας διδάξω με αυτόν τον τρόπο, επειδή όλα όσα έγραψα παρακάτω – δεν είναι κάτι άγνωστο για εσάς. Αλλά, ήθελα να προτρέψω τους σοφούς μου ακροατές για πιο μεγάλη σοφία, σύμφωνα με τα εξής λόγια: «δίδου σοφῷ ἀφορμήν, καὶ σοφώτερος ἔσται» (Παρ. 9,9).

Ευχαριστώντας τον Θεό για όλα, σας προσφέρω το άρθρο αυτό, με ελπίδα ότι αυτό θα γίνει καταλύτης συνοδικότητάς μας στον Θεό.


ΕΝΟΤΗΤΑ 2: Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

Ο Θεός μας είναι αγάπη. Αυτός είναι Ένας Τριαδικός. Τρία πρόσωπα (υποστάσεις) – ένας Θεός. Η Αγία Τριάδα στην Ενότητα. Ο Πατέρας, ο Υιός, το Άγιο Πνεύμα – ο Ένας Μοναδικός Θεός. Το Μεγάλο Όνομα – η Αγία, Ζωοδότρα και Αδιαίρετη Τριάδα. Ανάμεσα στις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος πραγματοποιήθηκαν η απόλυτη αγάπη, η απόλυτη υπακοή και η απόλυτη συνοδικότητα. Δεν υπάρχουν κάποια άλλη αγάπη ή κάποια άλλη υπακοή ή κάποια άλλη συνοδικότητα, οι οποίες θα μπορούσαν να εξισωθούν με αυτές, από τις οποίες αποτελείται η Αγία Τριάδα.

Ιδού! Η τέλεια υπακοή του Υιού προς τον Πατέρα: «… τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω… γενηθήτω τὸ θέλημά σου… ἀλλ' οὐ τί ἐγὼ θέλω, ἀλλ' εἴ τι σύ» (Ιω. 17:4, Ματθ. 6:10, Μαρκ. 14:36).

Ιδού! Η τέλεια υπακοή του Πατέρα προς τον Υιό: «ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις…» και άλλου: «πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω» (Ιω. 11:42, 12:28).

Ιδού! Η τέλεια υπακοή του Αγίου Πνεύματος προς τον Υιό: «πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς… ἵνα μένῃ μεθ' ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα. – ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος… τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Ιω. 16:7, 14:16, 15:26). Και πράγματι, πενήντα μέρες μετά από την Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο Παράκλητος υπάκουα ήλθε επ' αυτούς ως Υποσχεμένος.

Η συνοδικότητα, την οποία ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει στους Χριστιανούς σύμφωνα με τα λόγια «…τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι…» (Ρωμ. 12:10), απολύτως πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος.


ΕΝΟΤΗΤΑ 3: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Η Ιερά Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Πρώτον, Αυτή είναι ζωντανός θεανθρώπινος οργανισμός, και δεύτερον, Αυτή είναι θεανθρώπινη οργάνωση και κοινότητα του Θεού και των ανθρώπων. Στην Εκκλησία, στην θεόθεν χτισμένη θεανθρώπινη κοινότητα των ανθρώπων στον Χριστό, οι άνθρωποι ενώνονται χάρη στο Άγιο Πνεύμα, την Ορθόδοξη Πίστη, τον Νόμο του Θεού, τα Ιερά Μυστήρια και την εκκλησιαστική ιεραρχία. Η ιεραποστολή και ο στόχος της Εκκλησίας αποτελούνται από την σωτηρία και την ένωση όλων και του παντός στον Χριστό, καθώς και την θέωση του παντός στον Τρισυπόστατο Θεό. Για αυτήν την ένωση όλων των ανθρώπων στην αγάπη και την αλήθεια, προσευχήθηκε ο Κύριος στον Θεό Πατέρα: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν … ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν … ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν» (Ιω. 17:21-23).

Από την ίδια την φύση της Εκκλησίας προέρχονται οι ιδιότητες της Εκκλησίας: η ενότητα, η αγιότητα, η συνοδικότητα (η καθολικότητα) και η αποστολικότητα. Τηρώντας την από θεού αποκαλυπτόμενη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, ομολογούμε την Πίστη μας μέσω του ένατου άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως: «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Πιστεύουμε ότι η Ιερά Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Καθολική, επειδή περιέχει μέσα στον εαυτό της όλα τα θεϊκά δώρα για την σωτηρία, ενώνοντας στον εαυτό της τους Αγγέλους και τους ανθρώπους. Δηλαδή, η Εκκλησία δεν περιορίζεται ούτε με τόπο, ούτε με χρόνο, ούτε με λαό, αλλά δέχεται τους Χριστιανούς όλων των εποχών, όλων των τόπων και όλων των λαών. Μόνο η Ιερά Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Καθολική, διότι με βάση την καθαρότητά της και την ολότητα, διατηρεί την ευαγγελική και οικουμενική Πίστη, η οποία κηρυττόταν από τους Αγίους Αποστόλους και κατοχυρώθηκε από τις Σεπτές Οικουμενικές Συνόδους και τους Αγίους Πατέρες.


ΕΝΟΤΗΤΑ 4: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΥΠΑΚΟΗΣ

Ο άνθρωπος είναι στέφανο της Θεϊκής Δημιουργίας. Αυτός αποτελεί την μυστική ένωση της αθάνατης ψυχής και του σώματος, του αόρατου και του ορατού, του πνεύματος και της ύλης, του ουρανού και της γης, του διαστημικού και του απέραντου.

Ο Θεός όρισε τον στόχο για τον άνθρωπο – να ομοιάσει τον Δημιουργό, να θεωθεί μέσω της σωστής ανάπτυξης των δικών του θεοπρεπών δυνάμεων. Δηλαδή, ο άνθρωπος πρέπει ολόψυχα να ζει με τον Θεό και στον Θεό, χωρίς περισπασμούς και φαντασίες, σαν κάποιος άγγελος, στην δική του μακαριότητα – την αδιάκοπη, νοερά και καρδιακή προσευχή. Σαν το ον καθολικό και θεοπρεπές, το οποίο ζει στην κοινωνία μαζί με τους άλλους, ο άνθρωπος πρέπει να προσπαθεί να αποκτήσει τέτοια τέλεια αγάπη, υπακοή και συνοδικότητα, οι οποίες βρίσκονται στην Αγία Τριάδα. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν αυτός ζει με τον Θεό και στον Θεό, εάν είναι πιστό τέκνο της Ιεράς Ορθόδοξης Εκκλησίας. Γι' αυτό, ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνας κηρύττει: «όποιος δεν έχει την Εκκλησία μητέρα δεν μπορεί να έχει τον Θεό πατέρα».

Μετά από την αμαρτία στον παράδεισο, ο άνθρωπος κατέστρεψε την ενότητά του με τον Θεό. Εξαιτίας της ανυπακοής ο άνθρωπος διώχτηκε από τον παράδεισο, ενώ χάρη στην ιερά υπακοή επιστρέφει στον παράδεισο.

Την επανένωση με τον Θεό, ο άνθρωπος πραγματοποιεί μέσω του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία του Θεού (στο Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού), ζώντας μέσα σ'Αυτή με τα Ιερά Μυστήρια και τις Θείες Αρετές, πράττοντας όλα του τα έργα εις το όνομα και την δόξα του Θεού, ζώντας με την ιερά υπακοή προς τον πνευματικό πατέρα, δηλ. καθώς έζησε ο σαρκωθείς Θεός, ο Θεάνθρωπος Κύριος Χριστός. Αυτός ο Ίδιος ήταν υπάκουος προς τον Πατέρα έως τον θάνατο στον Σταυρό (Φιλιπ. 2:8). Ζώντας υπάκουα σαν Χριστός, ο άνθρωπος γίνεται ένα σύνολο με τον Κύριο Χριστό (τον Σωτήρα του), ενώνεται μ'Αυτόν και γίνεται θεός κατά Χάριν. Τον στόχο αυτό πρέπει να έχουν καθώς μοναχοί, ούτω και λαϊκοί, διότι ο Κύριος κήρυττε το Ευαγγέλιο σε όλους. Ο μοναχός είναι άνθρωπος, ο οποίος θέλει να γίνει τέλειος Χριστιανός.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Μία ιστορική επιστολή του Οσίου Ιουστίνου Ποποβιτς (Τσέλιε) περί της διακοπής της λειτουργικής κοινωνίας με τους πατριάρχες – οικουμενιστές


Χωρεπισκόπου Νοβο-Μπρτνο και Παννονίας Μαξίμου

Α. Εισαγωγή: Η αποκάλυψη των Συγγραμμάτων του Αγίου Ιουστίνου

Τα πρόσφατα δημοσιευμένα Συγγράμματα του Αγίου Ιουστίνου του Κελίου, σε δύο τόμους, έχουν αποκαλύψει περαιτέρω στο ορθόδοξο κοινό μας το βάθος, την ορθοδοξία, την ευαγγελικότητα και τη ζωντάνια του πνεύματος, της παράδοσης και των λόγων αυτού του αγίου πατέρα. Δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σε ένα σύντομο άρθρο όλα τα πνευματικά μαργαριτάρια από τα Συγγράμματα του Αγίου Ιουστίνου, ειδικά τα ομολογιακά, που στρέφονται κατά της εκκλησιαστικής και θεοαντιφατικής αίρεσης του οικουενισμού.

 

Β. Η ευλογία του Αγίου Ιουστίνου προς τον Επίσκοπο Αρτέμιο

Β1. Η προφορική παράδοση

Ο μακαριστός γέροντάς μας Αρτέμιος μας έχει μεταδώσει επανειλημμένα την προφορική παράδοση, την ευλογία του Αγίου Ιουστίνου, που του έχει απομείνει. Έχουμε ήδη μεταδώσει δημόσια αυτήν την ευλογία και τον όρκο του Πατέρα Ιουστίνου αρκετές φορές γραπτώς και προφορικώς, αλλά θα την επαναλάβουμε, ώστε να φανεί καθαρά η ακλόνητη σύμπτωση της θεολογικής θέσης του μακαριστού επισκόπου μας Αρτεμίου (και επομένως της Επισκοπής μας) με τη θεολογική θέση και στάση του Αγίου Ιουστίνου του Κελίου.

Β2. Η θεμελιώδης δήλωση του Αγίου Ιουστίνου

Συγκεκριμένα, στο ερώτημα του Επισκόπου Αρτεμίου για το αν θα αποδεχόταν τον επισκοπικό βαθμό, εάν του προσφερόταν, ο Πατέρας Ιουστίνος απάντησε:

«Ναι! Διότι εάν ολόκληρη η Σύνοδος στην Εκκλησία παρεκκλίνει από την οδό της πίστης, ο επίσκοπος έχει την εξουσία να χωρίσει την επισκοπή του και έτσι να σώσει και να διατηρήσει την Εκκλησία».

Β3. Η εφαρμογή από τον Επίσκοπο Αρτέμιο

Ο Επίσκοπος Αρτέμιος, ως καλός μαθητής, πιστός στον μεγάλο διδάσκαλο της πίστης του — τον Ιουστίνο, εφάρμοσε και εκτέλεσε αυτήν την ευλογία ευσυνείδητα και πατερικά, αναγνωρίζοντας την κατάλληλη στιγμή γι' αυτήν και βρίσκοντας κανονικά επαρκείς τρόπους.

 

Γ. Η 70ή Επιστολή: Η στάση απέναντι στους οικουμενιστές πατριάρχες

Γ1. Η πρότυπη στάση του Μητροπολίτη Αμβροσίου

Από την άλλη πλευρά, στις Επιστολές του Αγίου Ιουστίνου διαβάζουμε τις ακόλουθες γραμμές:

«Δεν με εκπλήσσει που ο ζηλωτής της Ορθοδοξίας, Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος [1], έπαψε να αναφέρει τον άτυχο Πατριάρχη Αθηναγόρα. ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ ΑΥΤΟ. [2] Φαίνεται ότι η πτώση και η παρακμή του είναι ανυπολόγιστες. Σήμερα, δύο άθλιοι Ορθόδοξοι πατριάρχες ανταγωνίζονται στη φρίκη και τον τρόμο του ουρανού και της γης στην εβραϊκή τους προδοσία: ο Αθηναγόρας της Κωνσταντινούπολης και ο Αλεξέι της Μόσχας. Και η μεγαλύτερη ευθύνη πέφτει στην Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία, η οποία είναι η μόνη στην ελευθερία, και είναι υποχρεωμένη να καλέσει όλες τις Τοπικές Εκκλησίες σε συνοδική και συνοδική αντίσταση στην εβραϊκή προδοσία αυτών των δύο ανόητων πατριαρχών. – Σε ευχαριστώ πολύ, αγαπητό μου παιδί, που μου έστειλες αποσπάσματα και πληροφορίες για την αποστασία αυτών των «δύο πατριαρχών». [3]

Γ2. Παραλήπτες και προορισμός της επιστολής

Αυτή η επιστολή, η 70ή κατά σειρά, απευθυνόταν στον τότε ιερομόναχο Αμφιλόχιο, μετέπειτα Μητροπολίτη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας. Ο Άγιος Ιουστίνος Τσέλιε έγραψε πολλά κατά του οικουμενισμού τόσο στον Μητροπολίτη Αμφιλόχιο όσο και στον Επίσκοπο Αθανάσιο Γέβτιτς, διαισθανόμενος ξεκάθαρα και ήδη συνειδητοποιώντας εκείνη την εποχή ότι και οι δύο έτειναν προς αυτή την αίρεση.

 

Δ. Η πτώση των μαθητών και η πιστότητα του Επισκόπου Αρτεμίου

Δ1. Η επιβεβαίωση των προφητειών του Αγίου Ιουστίνου

Δυστυχώς, η διαίσθηση του Αγίου Ιουστίνου δεν ήταν λανθασμένη, γιατί αργότερα και οι δύο σκόνταψαν βαθιά και βυθίστηκαν σε αυτή την επαίσχυντη αίρεση, παραδομένοι στα βρώμικα νερά του παγκοσμιοποιημένου φιλελευθερισμού, καθιστώντας τους κύριους φορείς και φορείς αυτού του αντιχριστιανικού πνεύματος στην αγία Σερβική Εκκλησία μας. Οι επιστολές του Αγίου Ιουστίνου που τους απευθύνονται αποτελούν ένα είδος αποκάλυψής τους, επειδή δείχνουν πόσο κωφεύσαν και αμάρτησαν, σχεδόν για όλα όσα τους έγραψε ο αββάς Ιουστίνος.

Δ2. Η μαρτυρική πορεία του Επισκόπου Αρτεμίου

Από την άλλη πλευρά, αυτή η επιστολική παράδοση του Αγίου Ιουστίνου, δηλαδή οι θεόπνευστες, θερμές πατρικές επιστολές του, δείχνουν πόσο πιστός ήταν ο μακαριστός μας Επίσκοπος Αρτέμιος σε κάθε λεπτομέρεια στον πνευματικό του πατέρα, τον παν-Σέρβο αββά Ιουστίνο του Κελίου, τον μεγάλο διδάσκαλο και ομολογητή της πίστης.

Ο Αμφιλόχιος και ο Αθανάσιος Γιέβτιτς (ο Επίσκοπος Ειρηναίος Μπούλοβιτς δεν είναι άξιος αναφοράς ως μαθητής του αββά Ιουστίνου, λόγω του οικουμενικού του εξτρεμισμού, ο οποίος πιθανότατα είναι μη αναστρέψιμος) περπάτησαν την ευρεία οδό της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης — οικουμενισμού και φιλελευθερισμού — καινοτομίας, ενώ ο μακαριστός Επίσκοπος Αρτέμιος περπάτησε ενάντια στην εγκόσμια πατρίδα, κολυμπώντας αντίθετα στο ρεύμα.

Επομένως, προφανώς, ο πατήρ Ιουστίνος, όταν τον αναφέρει στις επιστολές που απευθύνονται στους προαναφερθέντες δύο, δεν τον αποκαλεί τυχαία «πατέρα Μαρτύριο», που σημαίνει μάρτυρας στα ελληνικά. Κάθε ευσεβής ψυχή διαβάζει από αυτό την θεοφώτιστη προνοητικότητα του Αγίου Ιουστίνου, με την οποία προείδε τις οδούς των μαθητών του στο μέλλον, την οικουμενική πορεία αυτών των δύο και την μαρτυρική, δηλαδή εξομολογητική και παθολογική πορεία του αείμνηστου πρεσβυτέρου και επισκόπου μας Αρτεμίου.

 

Ε. Η ομολογιακή μαρτυρία κατά του οικουμενισμού (70ή Επιστολή)

Ε1. Η φύση της Εκκλησίας και η ουσία του οικουμενισμού

Με την ευκαιρία αυτή, θα επισημάνουμε μόνο στο κοινό μια ακόμη βαθιά και συγκινητική, ομολογιακή μαρτυρία του Αγίου Ιουστίνου κατά της παναίρεσης του οικουμενισμού. Έτσι, στην ίδια 70ή επιστολή, λέει:

«Η Εκκλησία: ο Θεανθρώπινος οργανισμός, το Θεανθρώπινο σώμα, το Θεάνθρωπο Πρόσωπο, επομένως πάντα αδιαίρετο ένα, ένα σε όλους τους κόσμους… [4] Σύγχρονος οικουμενισμός: «ψευδόχριστοι» = ψευδομεσσιές, «ψευδοπροφήτες». Εδώ: διάφορες θρησκείες, άλλες θρησκείες, ημιπίστη, ολιγόπιστη, απιστία.

Ε2. Τα κοσμικά χαρακτηριστικά του οικουμενισμού

Τα προβλήματα του σύγχρονου οικουμενισμού είναι καθαρά κοσμικά, πολιτικά· στην πραγματικότητα: κομμουνιστικό-παπικό, όλα ανάγονται σε «κοινωνικές» αξίες, γήινα, ανθρωπιστικά, παροδικά [5]. Δεν υπάρχει ούτε το Θεανθρώπινο κέντρο ούτε τα ευαγγελικά προβλήματα· Δεν είναι η Βασιλεία του Θεού και η δικαιοσύνη Του που ζητείται «πρώτα» (Ματθ. 6:33), αλλά η βασιλεία αυτού του κόσμου και όλα όσα είναι από Αυτόν και για Αυτόν.

Ε3. Η μόνη λύση: Η μετάνοια

Το πρόβλημα της ενοποίησης [6], από την οντολογική του ουσία, δεν μπορεί να λυθεί με κανέναν «διάλογο», αλλά μόνο με μετάνοια ενώπιον του Θεανθρώπου, που είναι η Εκκλησία. «Θυμήσου από πού έχεις πεσόντες, και μετανοήστε»... (Αποκ. 2:15-16).

Ε4. Η εισβολή του κοσμικού πνεύματος στην Εκκλησία

Μέσω του οικουμενισμού, μια καθαρά κοσμική, διεθνής αθεϊστική-κομμουνιστική, ανθρωπιστική και μισητή του Θεού ανθρωπιστική προβληματική έχει εισχωρήσει στην Εκκλησία και την έχει καταλάβει. Στις κομμουνιστικές χώρες, οι κομμουνιστές υπαγορεύουν στις Ορθόδοξες Εκκλησίες την οικουμενική προβληματική και την λύση στα προβλήματά της. Ούτε ίχνος της αποστολικής-πατριαρχικής καθολικότητας, της ελευθερίας στην έκφραση και την ομολογία της πίστης.

Ε5. Ο οικουμενισμός ως μηδενισμός

Δηλαδή: οικουμενισμός = ο μηδενισμός του Ιουδαίου Νικόδημου, Αλεξέι, Γερμανού... «Ρόδος»; – Φιλοκομμουνιστικές αντιλήψεις για την Ορθοδοξία και τα προβλήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Υπό την τυραννία του ρωσο-σερβικού κομμουνιστικού μηδενισμού και του ελληνικού ελευθεριακού-προτεσταντικού ορθολογισμού, του σχολαστικισμού, του αναρχισμού και του αθηναϊκού τυχοδιωκτισμού.» [7]

ΣΧΟΛΙΑ. Η θεολογική σκέψη του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς οικοδομείται πάνω στη ριζοσπαστική εξίσωση «Οικουμενισμός ίσον Μηδενισμός». Για τον Άγιο, ο οικουμενισμός δεν αποτελεί μια απλή διοικητική παρέκκλιση ή μια άστοχη διπλωματική κίνηση, αλλά μια πνευματική εισβολή που αποδομεί κάθε απόλυτη αλήθεια και δογματική βεβαιότητα. Ο μηδενισμός αυτός δεν εκφράζεται απαραίτητα ως αθεΐα, αλλά ως η άρνηση της δυνατότητας μιας καθολικής αλήθειας, μετατρέποντας την Εκκλησία από Σώμα Χριστού σε έναν θρησκευτικό οργανισμό που προσαρμόζεται στις ανάγκες της εκάστοτε εποχής.

Αυτή η «προδοσία» προσωποποιείται σε συγκεκριμένες εκκλησιαστικές μορφές της εποχής του.

Ο Μητροπολίτης Νικόδημος Ροτόφ χαρακτηρίζεται «Ιουδαίος», υποδηλώνοντας μια στείρα, τυπική θρησκευτικότητα που θυσιάζει την αποκαλυπτική αλήθεια στον βωμό των σχέσεων με τον Παπισμό.

 Αντίστοιχα, ο Πατριάρχης Αλέξιος Α΄ της Μόσχας και ο Γερμανός της Σερβίας κατηγορούνται ότι υπέταξαν την Εκκλησία σε γήινα πολιτικά σχέδια. Η συμμετοχή της Σερβικής Εκκλησίας στη Σύνοδο της Γενεύης (1965) και οι προπαρασκευαστικές διαδικασίες στη Ρόδο (1961) ερμηνεύονται ως κομβικά σημεία όπου η Ορθοδοξία άρχισε να διολισθαίνει προς τον οικουμενιστικό συγκρητισμό, προκαλώντας την ειρωνική και οδυνηρή απορία του Αγίου για το αν αυτό ήταν το πραγματικό αποτέλεσμα των προσπαθειών για την ενίσχυση της πίστης.

Η κριτική του Αγίου Ιουστίνου εμβαθύνει στην ανάλυση δύο «τυραννιών» που πολιορκούν την Ορθοδοξία από διαφορετικές κατευθύνσεις:

  1. Ο Ρωσο-σερβικός Κομμουνιστικός Μηδενισμός: Μια επιβολή από τα ανατολικά, όπου ο κρατικός αθεϊσμός χρησιμοποίησε τον οικουμενισμό ως πολιτικό εργαλείο ελέγχου.
  2. Ο ελλαδικός φιλελεύθερος ορθολογισμός.Μια δυτικογενής επίδραση που εισάγει τον προτεσταντικό τρόπο σκέψης, τον σχολαστικισμό και τον «αθηναϊκό τυχοδιωκτισμό», μετατρέποντας το βίωμα και τη μυσταγωγία σε αφηρημένο διανοητικό σύστημα και πολιτική σκοπιμότητα.

Παρά τις επιφανειακές τους διαφορές, και τα δύο συστήματα συμπίπτουν στον ανθρωποκεντρισμό. Είτε μέσω της κομμουνιστικής συλλογικότητας είτε μέσω του φιλελεύθερου ατομικισμού, ο Θεάνθρωπος αντικαθίσταται από τον άνθρωπο-δημιουργό της δικής του αλήθειας. Αυτή η σύγκλιση καθιστά την ανάλυση του Αγίου Ιουστίνου προφητική για τη σύγχρονη εκκλησιαστική κατάσταση, καθώς βλέπει τον οικουμενισμό ως μια συνεχή «εισβολή του κοσμικού πνεύματος».

Για τον Άγιο Ιουστίνο, η Ορθοδοξία δεν είναι ένας χώρος «διαλόγου» επί ίσοις όροις με την πλάνη, αλλά ο μοναδικός τόπος σωτηρίας. Η μόνη απάντηση απέναντι στην οικουμενιστική διάβρωση είναι η διαφύλαξη της εκκλησιαστικής ταυτότητας και, αν χρειαστεί, η διακοπή της κοινωνίας με όσους προδίδουν την παράδοση, ως μια πράξη πνευματικής θεραπείας και επιστροφής στην αλήθεια του Χριστού.

 

 

 

ΣΤ. Συμπεράσματα και σύγχρονη εφαρμογή

ΣΤ1. Το μέτρο της Ορθοδοξίας

Η παράδοση και η κληρονομιά του Αγίου Ιουστίνου που επισημαίνονται εδώ θα αποτελέσουν ένα επαρκές μάθημα για κάθε Ορθόδοξη συνείδηση, και ιδιαίτερα για τους επισκόπους που θεωρούν τους εαυτούς τους, ή θέλουν να είναι, «αληθινοί Ορθόδοξοι επίσκοποι». Εδώ παρουσιάζεται το μέτρο της δικαιοσύνης τους και της Ορθοδοξίας τους, σύμφωνα με το οποίο ο Άγιος Ιουστίνος θα μπορεί να μετρήσει τον εαυτό του σε αυτή την εποχή, μια εποχή μόνο προχωρημένης αποστασίας, επειδή σχεδόν όλοι οι σημερινοί πατριάρχες και πολλοί αιρετικοί έχουν ξεπεράσει τους οικουμενικούς προκατόχους τους από την εποχή του Πατέρα Ιουστίνου στον φιλελευθερισμό τους, την προδοσία της πίστης, δηλαδή τον μη Ορθοδοξία  τους.

ΣΤ2. Οι ονομαστικές καταγγελίες

Στις παραπάνω γραμμές, αναφέρει: Νικόδημο Ροτόφ (Μητροπολίτης Ρωσίας από το 1963 έως το 1972, κρυπτοκαθολικός, οικουμενιστής, πέθανε στα πόδια του Πάπα), Αλέξιο Α΄ (Πατριάρχης Μόσχας), Αθηναγόρα (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 1948 έως το 1972, παράφρονας οικουμενιστής), Γερμανό (Πατριάρχης Σερβίας από το 1958 έως το 1990, — δέχθηκε την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στην Οικουμενική Σύνοδο της Γενεύης το 1965), και αντί αυτών, πρόσφατα και σήμερα, έχουμε τον Αμφιλόχιο, τον Αθανάσιο Γέβτιτς, τον Πατριάρχη Ειρηναίο και τον Ειρηναίο Μπούλοβιτς και τον εκπρόσωπό του, Πατριάρχη Πορφύριο, να συνεχίζουν να λειτουργούν στη Σερβική Εκκλησία, μαζί με ολόκληρη την οικουμενική τους αδελφότητα. Αυτές οι απαριθμούμενες, νέες, οικουμενικές αιρέσεις είναι απλώς βελτιωμένες παραλλαγές των παλαιών αιρέσεων, που ονομάζονται οικουμενισμός, εκκοσμίκευση και αποστασία.

ΣΤ3. Η κριτική στον εκδότη Αθανάσιο Γέβτιτς

Αν και σε πολλές μεροληπτικές υποσημειώσεις, ο Αθανάσιος Γιέφτιτς , ως εκδότης των Επιστολών, επιδιώκει να αμβλύνει την αντι-οικουμενιστική χροιά του Αγίου Ιουστίνου, να θολώσει τα καθαρά νερά της πατερικής καθαρότητας της θρησκείας του, δεν το κατάφερε αυτό, αλλά κατάφερε να αποκαλύψει τον θεολογικό πλούτο του Αγίου Ιουστίνου του Κελίου, ειδικά όσον αφορά μια υγιή στάση απέναντι στην αίρεση του οικουμενισμού, οπότε είθε ο Κύριος τουλάχιστον να αποδώσει αυτή, μια ακούσια καλή πράξη, στον αείμνηστο Επίσκοπο Atanasije Jevtić, κατά την αμείλικτη κρίση Του.

 

Ζ. Επίλογος: Ο μόνος δρόμος της Εκκλησίας

Ο μόνος δρόμος της Σερβικής Εκκλησίας και της Εκκλησίας γενικότερα είναι ο δρόμος των Αγίων Πατέρων, ειδικά σε αυτή την εποχή ο μόνος αληθινός δρόμος είναι ο δρόμος του Αγίου Ιουστίνου του Κελίου. Δεν τίθεται καθόλου ζήτημα αν αυτός ο δρόμος θα θριαμβεύσει, είναι αναπόφευκτο, γιατί ούτε οι πύλες της κόλασης θα υπερισχύσουν της Εκκλησίας (Ματθ. 16:18), πόσο μάλλον μιας χούφτας οικουμενιστών και παγκοσμιοποιητών επισκόπων, το μόνο ερώτημα που παραμένει είναι ποιος θα παραμείνει στον δρόμο της Εκκλησίας, δηλαδή μέσα στην Εκκλησία; Εναπόκειται σε όλους μας να φυλάμε συνεχώς τους εαυτούς μας με αυτή την έννοια και να κρατάμε γερά τον δρόμο των Αγίων Πατέρων και του Αγίου Ιουστίνου, μέχρι να περάσει το οικουμενιστικό και παγκοσμιοποιητικό «νέφος», [8] και, αν θέλει ο Θεός, θα περάσει.


Υποσημειώσεις

[1] Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος (1917-1984) Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το κοσμικό όνομα: Ηλίας Νικολάου, γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1917. Σπούδασε θεολογία στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1940 από τον Μητροπολίτη Φθιώτιδος Αμβρόσιο και πρεσβύτερος το 1946 από τον ίδιο μητροπολίτη. Ήταν εφημέριος, στρατιωτικός ιερέας και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Στις 4 Μαρτίου 1956 χειροτονήθηκε Τιτουλάριος Επίσκοπος Χριστουπόλεως, Βοηθός Επίσκοπος της Επισκοπής Μυτιλήνης. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1958 εξελέγη Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως. Εκοιμήθη στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 1984 (+επ. Μάξιμος).

[2] Η υπογράμμισή μας (+hep. Maxim).

[3] Όσιος Ιουστίνος ο Νέος, Επιστολές, Βιβλίο 2, Βελιγράδι 2020, σελ. 185.

[4] Ο Άγιος Ιουστίνος το τονίζει αυτό σε αντίθεση με τους οικουμενιστές που, με την αίρεσή τους, βλασφημούν ακριβώς αυτή τη δογματική αλήθεια, αναγνωρίζοντας στους αιρετικούς ότι και αυτοί αποτελούν την Εκκλησία (με την «ιστορική» έννοια — ορισμός που υιοθετήθηκε στην αιρετική Σύνοδο της Κρήτης, το 2016), από όπου προκύπτει ότι η Εκκλησία δεν είναι μία, αλλά μάλλον υπάρχουν πολλές, κάτι που αποτελεί την ουσία της οικουμενικής πλάνης και αίρεσης (+Επ. Μάξιμος).

[5] Ειδικά σήμερα, στην εποχή που μας αναγκάζουν να αποδεχτούμε διάφορες παγκοσμιοποιητικές διαστροφές μέσω ψεύτικης αγάπης και ανοχής, ψεύτικης επειδή τέτοια αγάπη και ανοχή προορίζονται μόνο για όσους αποδέχονται τη φιλελεύθερη ιδεολογία ως τρόπο σκέψης και ζωής, όπως έκαναν οι οικουμενιστές, ο Πατριάρχης Πορφύριος και άλλοι (+επ. Μάξιμος).

[6] Ορθόδοξοι με μη Ορθόδοξους (+Επ. Μάξιμ).

[7] Όσιος Ιουστίνος ο Νέος, Επιστολές, Βιβλίο 2, Βελιγράδι 2020, σελ. 173-174.

[8] Όταν ο αυτοκράτορας Ιουλιανός αποστάτησε και άρχισε να σπέρνει τον όλεθρο στον Χριστιανισμό σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας είπε ήρεμα γι' αυτόν στους πιστούς: «Ένα μικρό σύννεφο — θα περάσει!» (Nubicula est, transibit) — Πρόλογος Οχρίδας, Συλλογισμός, για τις 29 Μαΐου, Άγιος Επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς.


Χωρεπίσκοπος Νοβ0-Μπρντο  και Παννονίας + Μάξιμος
Μονή της Αγίας, Ζωοδόχου Τριάδας, Κούλα-16 Αυγούστου 2021

Πηγή: https://www.eparhija-prizren.org.


Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟ-ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΝΟΒΑΚΟΒΙΤΣ



Εισαγωγικά

Δημοσιεύσαμε δύο κείμενα του Χωρο-επισκόπου Νοβο-Μπρντο και Πανονίας Μαξίμου (της επισκοπής Ράσκας-Πριζρένης στην εξορία)  με τους τίτλους.

1.      «Η Ομολογία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή και η μάχη υπέρ της Ορθοδοξίας του Επισκόπου Αρτεμίου (σε δύο μέρη)

2.      Συμβολή στην ορθή κατανόηση και εφαρμογή του 15ου κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου της Κωνσταντινούπολης. 

Στο παρακάτω κείμενο συνοψίζουμε τα βασικά σημεία της εκκλησιολογίας, που ανέπτυξε ο συγκεκριμένος Χωρο- επίσκοπος.

π.Δ.Α

-------------------------------------------------------------------------

Τα κεντρικά θεολογικά επιχειρήματα

1. Το θεμέλιο της εκκλησιολογίας του Μαξίμου Νοβάκοβιτς είναι η ταύτιση Εκκλησίας και Ορθόδοξης Ομολογίας. Παραθέτει τον Άγιο Μάξιμο: «Καθολικν κκλησίαν, τν ρθν κα σωτήριον τς ες ατν πίστεως μολογίαν» — η Εκκλησία είναι η ορθή ομολογία της πίστεως, όχι ένας θεσμικός οργανισμός. Η επιχειρηματική ακολουθία ορίζει ότι η Εκκλησία δεν προσδιορίζεται γεωγραφικά ή διοικητικά (Βυζάντιο, Ρώμη, Αντιόχεια κ.λπ.), ούτε από την κοινωνία με συγκεκριμένους θρόνους, αλλά αποκλειστικά από την ακριβή ομολογία της πίστεως. Αυτό επιτρέπει στον ομιλητή να απαντήσει στο ερώτημα «Ποιας Εκκλησίας είσαι;» με τη φράση «Της Ορθόδοξης Ομολογίας», αποκόπτοντας το ζήτημα από τη θεσμική νομιμότητα.

2. Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα είναι η απορριπτική στάση απέναντι στη «σιωπή» ή τον «οικονομικό» συμβιβασμό. Ο Μάξιμος Ομολογητής αρνείται τον «Τύπον» του Ηρακλείου που κατασίγαζε τη συζήτηση περί θελήσεων, τονίζοντας:

« σιγ τν λόγων, ναίρεσις τν λόγων στί». Η θεολογική υπόθεση εδώ είναι ότι η αλήθεια είναι ουσιωδώς ρητή  και δεν μπορεί να συρρικνωθεί σε μια εσωτερική «καρδιακή» πίστη χωρίς εξωτερική ομολογία. Καθώς ο Χριστός χρησιμοποίησε το ρήμα «μολογήσω» (Μτ. 10:32) και όχι το «πιστεύσω», η σιωπή σε καιρό αιρέσεως δεν θεωρείται ειρήνη, αλλά προδοσία.

3. Τα  κείμενα αναπτύσσουν  μια εκκλησιολογία της λειτουργικής κοινωνίας, όπου η ενότητα της Εκκλησίας δεν νοείται ως διοικητική υποταγή ή θεσμική ένταξη, αλλά ως ενότητα εν Χριστώ μέσω των αχράντων μυστηρίων, της κοινής μελέτης και της συμπροσευχής μεταξύ των πιστών και των θρόνων που φυλάσσουν ακέραιη την πίστη. Η διακοπή αυτής της κοινωνίας (συλλείτουργο, μνημόσυνο, διοικητική υποτακτικότητα) δεν αποτελεί σχίσμα, αλλά αναγκαία απόσταση από μια «μολυσμένη» από την αίρεση κοινωνία, σύμφωνα με τους κανόνες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861). Η κοινωνία δεν είναι εξωτερικός δεσμός αλλά έκφραση της εσχατολογικής ενότητας του σώματος του Χριστού· όταν η πίστη διαστρέφεται, η κοινωνία καθίσταται «κοινωνία ψεύδους» και η διακοπή της μετατρέπεται σε πράξη προστασίας του μυστηρίου της σωτηρίας. Το ερώτημα του Μαξίμου Ομολογητή είναι καταλυτικό: «Κα τίς νησις νομάτων, τν δογμάτων κβεβλημένων;» (Και ποιο το όφελος των λέξεων (των ονομάτων), όταν οι διδασκαλίες (τα δόγματα) έχουν απορριφθεί;)

 Η αποτείχιση, λοιπόν, προβάλλεται ως αυτοάμυνα της συνειδήσεως και όχι ως σχισματική ενέργεια.

4. Το επιχείρημα «Σ μόνος σζ, κα πάντες πόλλυνται;» αποδομείται μέσω της παραπομπής στους Τρεις Παίδες και τον Δανιήλ: στόχος δεν είναι η κρίση των άλλων, αλλά η φύλαξη της πίστης. Η εκκλησιολογία εδώ είναι ασκητική και προσωπική, απορρίπτοντας ρητά την «ανθρωπιστική, βουλευτική και προτεσταντική αντίληψη της Εκκλησίας», όπου η πλειοψηφία ή η διοικητική πελατειακή σχέση υπερισχύει της αλήθειας.

Η εκκλησιολογία που προτείνεται

Α. Καθιερώνεται μια σαφής ιεραρχία όπου η ουσία της Εκκλησίας είναι η Ορθόδοξη Ομολογία, ενώ η μορφή της είναι η διοικητική και γραφειοκρατική δομή. Η μορφή οφείλει να διατηρείται μόνο στο μέτρο που δεν θυσιάζεται η ουσία. Αυτή η στάση είναι ριζικά αντι-συγκρητιστική, απορρίπτοντας κάθε «οικονομία» που πλήττει το δόγμα για χάρη της ενότητας.

Β. Προτείνεται η ένταξη στη «Διαχρονική Εκκλησία» και την κοινότητα «μετά Πάντων των Αγίων». Αυτή η εκκλησιολογία χαρακτηρίζεται ως συγχρονικά διαχρονική (ζωντανή κοινωνία με τους αγίους όλων των αιώνων), ασυμβίβαστα κανονική (διακοπή κοινωνίας με αιρετικούς) και προσωπικά ομολογιακή (η σωτηρία συνδέεται με την προσωπική στάση και όχι απλώς με την ένταξη σε έναν θεσμό).

Γ. Το κείμενο ταυτίζει τον Σεργιανισμό (υποταγή στο κομμουνιστικό κράτος το 1927) με τον σύγχρονο Οικουμενισμό (υποταγή στην παγκοσμιοποίηση). Και τα δύο φαινόμενα ορίζονται ως αιρέσεις, επειδή διαχωρίζουν τη μορφή από την ουσία, προστατεύοντας τη θεσμική επιφάνεια εις βάρος της δογματικής αλήθειας.

Δ. Με την αναφορά στη φράση «γ δόγμα διον οκ χω, λλ τ κοινν τς κκλησίας», αντικρούεται η κατηγορία περί «καινοτομιών». Υποστηρίζεται ότι δεν εισάγονται νέα δόγματα, αλλά φυλάσσεται το κοινό δόγμα της Εκκλησίας έναντι των καινοτομιών που εισάγουν οι αιρετικοί.

ΠΗΓΗ.ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΡΑΣΚΑΣ-ΠΡΙΖΡΕΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ.