Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Ήρωας ή Άγιος;



(Με αφορμή την επέτειο της Αλώσεως)


Δύο Αυτοκρατορίες, δύο Ηγέτες και δύο τελείως διαφορετικές ιστορίες.

Τόσο ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος -βασιλιάς της Κωνσταντινούπολης- όσο και ο Δαβίδ Μεγάλος Κομνηνός -βασιλιάς της Τραπεζούντας- βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Τούρκους και έναν άνθρωπο, τον Μωάμεθ τον Β' τον Πορθητή. Τους νίκησε και τους δύο, αλλά το τέλος τους ήταν εντελώς διαφορετικό.


22 Μαΐου 1453
Ο Μωάμεθ μέσω απεσταλμένου του μηνύει στον Κωνσταντίνο:
" ..Τί λέγεις; Βούλει καταλείπειν τήν πόλιν, καί ἀπελθεῖν ἔνθα καί βούλει μετά καί τῶν σῶν ἀρχόντων καί τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῖς, καταλιπών τόν δῆμον ἀζήμιον εἶναι καί παρ' ἡμῶν καί παρά σοῦ, ἤ ἀντιστῆναι, καί σύν τῇ ζωή καί τά ὑπάρχοντα ἀπολέσεις, σύ τε καί οἱ μετά σοῦ, ὁ δε δήμος αἰχμαλωτισθείς παρά τῶν Τούρκων διασπαρῶσιν ἐν πάσῃ τῇ γῇ..."
και ο Αυτοκράτωρ απαντά το ιστορικό:
"Το δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι οὔτ' ἐμόν ἐστί οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινή γάρ γνώμη πᾶντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν" [1]

("Το να σου παραδώσω την πόλη, δεν είναι δικαίωμα ούτε δικό μου ούτε άλλου από τους κατοικούντες σε αυτή. Γιατί απόφαση όλων μας είναι να πέσουμε, αμυνόμενοι, με τη θέλησή μας και δεν θα λυπηθούμε τη ζωή μας")


Επτά ημέρες αργότερα, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος πέφτει μαχόμενος στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Έχουν προηγηθεί οι απέλπιδες προσπάθειες να εξασφαλιστεί βοήθεια από τη Δύση, στο πλαίσιο των οποίων ο Αυτοκράτωρ επικύρωσε την απόφαση της Συνόδου της Φλωρεντίας (1439) για Ένωση των Εκκλησιών.
Αυτό αυτομάτως σημαίνει πως ο Κωνσταντίνος ήταν "αιρετικός" και "Ουνίτης" για την εκκλησία με σημερινούς όρους, ασχέτως αν το διοικόν ιερατείο της εποχής δεν τον αποκήρυξε ως τέτοιο.
Αν και πλέον οι περισσότεροι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος, μόνο εγκώμια έχουν να πλέξουν για τον αυτοκράτορα και ακόμη έχουν φιλοτεχνηθεί και κάποιες εικόνες που τον απεικονίζουν ως άγιο-μάρτυρα, ο Κωνσταντίνος δεν έχει ανακηρυχθεί άγιος.
Εκτός του αμαρτήματος της συνεννόησης με τον Πάπα, οι μάρτυρες του χριστιανισμού δεν πεθαίνουν στη μάχη, ακόμη κι όταν είναι στρατιώτες.

 Φορητή εικόνα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (20ος αι.)   -   Άγιος (Μέγας) Κωνσταντίνος.Τοιχογραφία από το Πρωτάτο, πρότυπο της προηγούμενης εικόνας


Αύγουστος 1461.
Ο Δαβίδ Μεγάλος Κομνηνός παραδίδει την Τραπεζούντα στον Μωάμεθ, μετά από πολυήμερη πολιορκία κι αφού ηττήθηκαν οι σύμμαχοί του και ναυάγησαν οι εκκλήσεις του για σταυροφορία από τη Δύση.
Το κράτος του Πόντου καταλύεται και υπογράφεται συνθήκη παράδοσης. Σύμφωνα με αυτήν, η πόλη και ο πληθυσμός δε θα πειραχτούν, ενώ ο -πρώην- αυτοκράτορας διατηρεί ακέραια την κινητή περιουσία του και επιπλέον του παραχωρούνται μεγάλες εκτάσης γης και του εξασφαλίζονται υψηλά εισοδήματα για αυτόν και την οικογένειά του. Η γη βρισκόταν στον κάμπο των Σερρών, μεταξύ του οποίου και της Αδριανούπολης μοιραζόταν πλέον το χρόνο του ο Δαβίδ.

Δύο χρόνια αργότερα όμως, στις 26 Μαρτίου του 1463, ο Δαβίδ Μέγας Κομνηνός και οι άρρενες απόγονοι του αυτοκρατορικού οίκου της Τραπεζούντας, συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη όπου περιορίστηκαν, στο Επταπύργιο. 
Εκτελέστηκαν την 1η Νοεμβρίου 1463, κατηγορούμενοι για συνωμοσία εναντίον του Σουλτάνου.
Τα σώματά τους, ύστερα από διαταγή του Μωάμεθ Β', πετάχτηκαν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Στη συνέχεια περισυνελέγησαν και ενταφιάστηκαν κρυφά από την Ελένη Καντακουζηνή Μεγάλη Κομνηνή, η οποία ήταν παρούσα στις εκτελέσεις του συζύγου της και των παιδιών της. Ο Γεώργιος Μέγας Κομνηνός, γιος του Δαβίδ, δεν εκτελέστηκε τη μέρα εκείνη λόγω του νεαρού της ηλικίας του, όμως ακολούθησε τη μοίρα των δικών του αργότερα.

Αφορμή για να προχωρήσει ο σουλτάνος στην εξόντωση του έκπτωτου Μεγάλου Κομνηνού στάθηκε η αλληλογραφία του με τη Θεοδώρα Μεγάλη Κομνηνή, στην οποία η Θεοδώρα εξέφραζε την επιθυμία της να σταλεί στη Μεσοποταμία κάποιος από τους γιους του Δαβίδ ή ο Αλέξιος Ε' Μέγας Κομνηνός. Οι επιστολές τέθηκαν υπόψιν του σουλτάνου, ενισχύοντας τις υπόνοιές του για μυστικές συνεννοήσεις ανάμεσα στον Δαβίδ και τη Θεοδώρα, με σκοπό την οργάνωση εκστρατείας εναντίον των Οθωμανών. [2]

Σύμφωνα με μία παράδοση όμως, ο Δαβίδ και οι γιοί του εκτελέστηκαν γιατί αρνήθηκαν να ασπασθούν το Ισλάμ. Σε αυτήν την παράδοση ακριβώς (μαζί με ενδεχομένως "εθνικούς" λόγους "δικαίωσης" του ποντιακού ελληνισμού για κάποιους..)  στηρίχθηκε και η πρόσφατη Αγιοποίηση του Δαβίδ Κομνηνού:
2 Αυγούστου 2013:
 "Μετά από σχετική εισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Δράμας κ. Παύλου προς τη Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και εν συνεχεία στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, πραγματοποιήθηκε η επίσημη Αγιοκατάταξη στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησία του τελευταίου Αυτοκράτορος της Τραπεζούντος Δαβίδ του Μεγάλου Κομνηνού."

Σύγχρονη εικόνα που απεικονίζει τον Δαβίδ Μεγάλο Κομνηνό, τους 3 γιους και το ανιψιό του, ως Αγίους


Η αμφιλεγόμενη αυτή παράδοση δεν υποστηρίζεται από τις σύγχρονες πηγές της Αλώσεως. Η μόνη σχετική αναφορά βρίσκεται σε σημειώσεις Ευαγγελισταρίου από τη Μονή Θεοτόκου της Χάλκης όπου αναφέρεται "Κατά τήν 26ην τοῦ μηνός Μαρτίου τῆς ΙΑ΄ Ἰνδικτιῶνος τοῦ 1463 ἔτους, ἡμέρα Σαββάτω, πικροτάτη, ὥρα γ΄ ἐκρατήθη ὁ Ἅγιος ἡμῶν Αὐθέντης καί Βασιλεύς Τραπεζοῦντος κύριος Δαβίδ ὁ Μέγας Κομνηνός ἐν Ἀνδριανουπόλει καθειρχθείς σύν ἁλύσεσι ἐν τῷ Πύργῳ . Ἐν δέ τῇ πρώτῃ Νοεμβρίου, ἡμέρα Κυριακή καί ὥρα τετάρτη τῆς νυκτός ἐτελειώθη τῷ ξίφει ὁ αὐτός σύν ἅμα τοῖς τρισίν αὐτοῦ υἱοῖς καί τῷ ἀνεψιῷ, τῷ 1463 ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ ἐν Κωνσταντινουπόλει" .
Η συναξαριακή σημείωση ίσως υπονοεί μαρτυρικό θάνατο, αλλά δεν υπάρχει σαφής αναφορά για άρνηση προσχώρησης στο Ισλαμ, η δε αξιοπιστία της ανώνυμης και μεταγενέστερης πηγής είναι περιορισμένη.
Ακόμη, το γεγονός πως επί 2 έτη δεν υπήρξε πίεση για εξισλαμισμό, αν και άλλα μέλη της οικογένειας είχαν προσχωρήσει στο Ισλάμ, μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι λόγοι της εκτέλεσης ήταν άλλοι.

Ήρωας ή Άγιος λοιπόν; Γενναίος ή δειλός; Πατριώτης ή προδότης; 
Τα μεγάλα γεγονότα οδηγούν σε μεγάλα διλήμματα κι αυτά με τη σειρά τους σε μεγάλες αποφάσεις. Διαχρονικά.


ΠΗΓΕΣ:
1. Δούκας, εκδ. Βόννης, σελ. 279-280. Παρά Ν. Β. Τωμαδάκη, Δούκα-Κριτοβούλου-Σφραντζή-Χαλκοκονδύλη, Περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, ’Αθηναι 1953, σελ. 60.
2.Βουγιουκλάκη Πηνελόπη, «Δαβίδ Μέγας Κομνηνός», 2003, Encyclopaedia of the Hellenic World, Asia Minor,  http://asiaminor.ehw.gr

 ΠΗΓΗ. https://protostrator.blogspot.com/2

«Η Πόλις Εάλω – Εάλω η Πόλις» (Λόγος Επιμνημόσυνος)-Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου



Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου

Λόγος Επιμνημόσυνος, που εκφωνήθηκε την 29η Μαΐου του 1916

 ---------------------------------------------

Η εορτή της Πεντηκοστής του έτους 1916 συνέπεσε να είναι την 29η Μαΐου, αποφράδα ημέρα της αλώσεως της των πόλεων Βασιλίδος, της «Θεοτοκουπόλεως και Αγιοτόκου» Κωνσταντινουπόλεως. Ο εκ Κομοτηνής καταγόμενος και ορμώμενος, αοίδιμος Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών) κατ’ εκείνη την μεγάλη Κυριακή της Πεντηκοστής λειτουργούσε στον Μητροπολιτικό ναό της Τραπεζούντος και εκφώνησε εμπνευσμένο  λόγο για την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εν είδει «ἐπιμνημοσύνου προσλαλιᾶς  ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν βιαίῳ καί μαρτυρικῷ τῷ τρόπῳ πεσόντων καὶ τελειωθέντων ὑπερασπιστῶν τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ τελευταίου μάρτυρος καὶ μεγαλομάρτυρος Αὐτοκράτορος αὐτῆς, τοῦ Κωνσταντίνου ΙΑ΄ τοῦ Παλαιολόγου».

Η ομιλία αυτή δημοσιεύτηκε  στο περιοδικό «Κομνηνοί» του έτους 1916, υπό τον τίτλο: «Λόγος Ἐπιμνημόσυνος, ῥηθεὶς τῇ 29ῃ Μαΐου». Ο μνημειώδης αυτός λόγος του Τραπεζούντος Χρυσάνθου άρχεται με το ρητό: «Ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος» (Θουκ. Βιβλ. Β΄. Κεφ. 43 εδαφ. 3). Ακολουθούν κάποια αποσπάσματά του.

«Ὅταν ὁ μέγας τῆς ἑλληνικῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος ρήτωρ καί πολιτικός Περικλῆς ἐξεφώνησε τόν λαμπρό ἐκεῖνο ἐπιτάφιο λόγο στούς πεσόντες ὑπέρ πατρίδος Ἀθηναίους κατά τόν Πελοποννησιακό πόλεμο εἶπε πλήν ἄλλων καί τούς ὑψηλούς τούτους λόγους: «Ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος», ὅτι δηλαδή τάφος τῶν ἡρώων εἶναι πᾶσα γῆ καί χώρα καί ὄχι κάτωθεν στηλῶν καί μαρμάρων φορτωμένων ἀπό μεγαλοπρεπεῖς καί πολυτελεῖς ἐπιγραφές.  Καί στά πέρατα τῆς οἰκουμένης ἡ ἀνάμνηση τῶν κατορθωμάτων τους χαράσσεται στόν νοῦ καί τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων βαθύτερα, παρά στούς τάφους καί στά μνημεῖα.

Ἄν ὑπάρχει περίσταση κατά τήν ὁποία ἐφαρμόζεται τό ρητό τοῦτο σέ ὅλη του τήν ἔννοια, εἶναι ἀκριβῶς ἡ παροῦσα σεμνή καί εὔσημη ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ὁποία συνήγαγε ὅλους ἐμᾶς ὑπό τόν ἱερό θόλο τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ, προκειμένου, ἀφοῦ δεηθοῦμε μέ κλίση αὐχένος καί γονάτων ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν Πατέρων καί ἀδελφῶν μας, νά ἀναπέμψουμε εὐχές καί διά μνημοσύνου νά τιμήσουμε τούς ἐπί τῶν ἐπάλξεων τῶν τειχῶν τοῦ Βυζαντίου κατά τήν ἀποφράδα ταύτη ἡμέρα τῆς 29ης Μαΐου ἐνδόξως πεσόντες προγόνους μας, ἡγουμένου τοῦ γενναίου αὐτοκράτορος τῆς Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου  Παλαιολόγου, τοῦ ὁποίου ἡ ἡρωικός θάνατος ἐπεσφράγισε τόν μακρόν βίον καί τήν ἱστορίαν τοῦ βυζαντινοῦ κράτους.

Ἀδελφοί, ὅσους ἡ μνήμη τῶν ἡρῴων τούτων καί μαρτύρων τοῦ καταρρέοντος κράτους ἐκάλεσε ἐδῶ, ἄς ἀνοίξουμε πρός στιγμήν τήν φωτεινή καί ἔνδοξη ταύτη σελίδα τῆς περιπετειώδους ἱστορίας τοῦ Βυζαντίου καί ἄς θαυμάσουμε τήν ἀπαράμιλλη ψυχική ρώμη καί τόν ἡρωισμό, ὁ ὁποῖος ἔθαλε κατά τίς τελευταῖες φθινοπωρινές ἡμέρες τοῦ φθίνοντος βυζαντινοῦ κράτους καθ’ ὅν χρόνο βαρύς ἐπήρχετο ὁ βαρύς καί παγερός χειμῶνας τῆς τουρκικῆς βαρβαρότητας καί τυραννίας, ὁ ὁποῖος ἐπάγωσε τό αἷμα τῆς ζωῆς καί τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων. Ἀφοῦ δέ ἐξετάσουμε τά πραγματικά αἴτια τῆς παρακμῆς καί πτώσεως τοῦ Βυζαντίου, θά πορισθοῦμε τά προσήκοντα μαθήματα γιά τό παρόν καί τό μέλλον.

Μετά ἀπό μακρά πολιορκία κι ἀντίσταση τῶν γενναίων ὑπερασπιστῶν τῆς Πόλεως, ἀνέτειλε ἡ 29η Μαΐου 1453 καί ἐκυμάτιζε ἀκόμη ἐπί τῆς πύλης τοῦ Ρωμανοῦ ἡ σημαία τοῦ δικεφάλου ἀετοῦ. Ὁ Βασιλεύς ἀκούραστος ἔτρεχε ἐνθαρρύνοντας τόν στρατό καί λέγοντας: ‘’ἡμῶν ἐστιν ἡ νίκη, ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν πολεμεῖ’’. Οἱ Τοῦρκοι πολεμοῦσαν λυσσαλέως, ἐνῶ οἱ ἡμέτεροι ἀνθίσταντο ἐρρωμένως (μέ ρώμη).  Ἕνα Ἀλλάχ! Ἀκουγόταν μέ ἄγρια φωνή καί οἱ ὁρμητικές ἐπιθέσεις στρατιωτῶν, σοφτάδων, γενιτσάρων, ἐπέρχονταν ὡς κύματα θαλάσσης, συντριβόμενα ἐπάνω στόν βράχο τοῦ ἡρωισμοῦ τῶν ἡμετέρων.

Παντοῦ ἀντηχεῖ βοή, κρότοι, ἀλληλοσπαραγμοί. Ὁ αὐτοκράτορας μέ πέδιλα χρυσά φέροντα τόν δικέφαλο ἀετό καί μέ τήν σπάθη στά χέρια, ἐμάχετο ἡρωϊκότατα στήν πύλη τοῦ Ρωμανοῦ. ‘’Συστρατιῶται ἀδελφοί’’, ἐφώνει, ‘’στῆτε ἀνδρείως διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ!’’… 

Ἐπί τέλους ἦλθε ἡ φοβερά καί φρικώδης στιγμή. Ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπί τέσσερις ἤδη ὧρες εἶχε ἀποκρούσει τέσσερις μεγάλες ἐφόδους καί ἔλπιζε ὅτι θά κατίσχυε τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Μωάμεθ τοῦ Β΄, εἶδε ἀπροσδοκήτως νά εἰσβάλλουν ἐντός τῶν τειχῶν οἱ πολέμιοι καί νά περικυκλώνεται πανταχόθεν καί ἄκουσε τήν ἀπαίσια κραυγή τοῦ πλήθους ‘’ἡ Πόλις ἑάλω, ἑάλω ἡ Πόλις’’.

Ἀπελπισμένος ἐκέντησε τόν ἵππο καί ὅρμησε στό πυκνότερο μέτωπο τοῦ ἐχθροῦ, ἀγωνιζόμενος ὡς ὁ ἔσχατος τῶν στρατιωτῶν ‘’καὶ τὸ αἷμα ποταμηδὸν ἐκ τῶν ποδῶν καί χειρῶν αὐτοῦ ἔῤῥεεν’’. Μαζί μέ τόν αὐτοκράτορα καί ἀξίως αὐτοῦ  μάχονταν οἱ λοιποί ἥρωες καθώς ἔπεφταν ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον. Πολλούς ἐν τῷ μεταξύ εἶχε θερίσει ἡ σπάθη τοῦ βασιλέως, ἕως ὅτου ἐθραύσθη καί κατέστη ἄχρηστη.  Βλέποντας δέ καί γιά τόν ἑαυτό του τόν κίνδυνο καί φοβούμενος μήν πέσει ζωντανός στά χέρια τοῦ ἐχθροῦ,  ἀνέκραξε: ‘’δέν ὑπάρχει Χριστιανός νά λάβει τήν κεφαλήν μου;’’ εἶπε καί θηριώδης ἄραψ ὁρμήσας ὄπισθεν ἀποκόπτει τήν κεφαλήν του.

Ἔτσι διά τοῦ μαρτυρικοῦ αὐτοῦ αἵματος ἐπισφραγίζει ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ὁ Δραγάτσης τήν ἱστορία τοῦ Βυζαντίου, τῆς ὁποίας καί ἡ τελευταία αὐτή σελίδα θά παραμείνει γιά τήν Ἑλληνική φυλή χρυσή καί ἀθάνατη ἰδιαιτέρως γιά τήν ἡρωική ἀντίσταση κάποιων χιλιάδων γενναίων ἀνδρῶν, πρό πάντων καί κατά τό πλεῖστον Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐπί δύο μῆνες διά μόχθων ἀτελευτήτων ἐπολεμοῦσαν ἐναντίον ἐχθροῦ εἴκοσι φορές ὑπερτέρου κατά τόν ἀριθμό, ἐναντίον τῶν πρώτων στρατευμάτων τοῦ κόσμου κατά τήν ἐποχή ἐκείνη, καί μέχρι τελευταίας πνοῆς ὑπεράσπισαν τά φρούρια τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, τοῦ θεοφρουρήτου βασιλείου, τῆς ἀκροπόλεως ταύτης τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ στήν Ἀνατολή. Καί τήν ἀθανασία τῆς τελευταίας ταύτης χρυσῆς σελίδος τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας ἐπιστέφει ὁ ἔνδοξος θάνατος τοῦ ἥρωος μάρτυρος αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, ἡρωϊκῶς ὑπέρ τῆς πατρίδος πεσόντος κοντά στήν πύλη τοῦ Ρωμανοῦ τήν πρωΐα τῆς 29 Μαΐου 1453, σέ ἡλικία 49 ἐτῶν, τριῶν μηνῶν καί εἴκοσι ἡμερῶν.

Ὁ τάφος τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου παραμένει ἄγνωστος,  ἀλλ’ ‘’ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος’’, τό δέ εὐκλεές αὐτοῦ ὄνομα περιφέρεται ἀπό γενεᾶς σέ γενεά στή διάνοια καί τήν καρδία πάντων καί παραμένει ἀθάνατο. Μέ τήν ζωή τοῦ Βασιλέως ἔσβησε καί ἡ ζωή τοῦ κράτους του καί ἔκτοτε ἀρχίζει ἡ μακρά καί ζοφερά καί ἀσέληνη νύκτα τῆς τουρκικῆς τυραννίας!...

…Ἄλλ΄ ‘’ἄν εἶμαι χάρος χαλαστής εἶμαι καί χάρος πλάστης’’, ψάλλει ἡ μοῦσα ἑνός ἐθνικοῦ μας ποιητοῦ καί ὅ,τι εἶναι θαυμαστό στή μακρά ἱστορία τοῦ ἡμετέρου ἔθνους εἶναι ὅτι ἐκ τῆς τέφρας τοῦ βυζαντινοῦ κράτους ἀνέστη ὡς ὁ φοῖνιξ τῆς μυθολογίας νέο καί ἀκμαῖο Βασίλειο, τό Βασίλειο τῆς Ἑλλάδος καί ὑπό τήν κραταιά σκέπη καί προστασία τῆς κραταιᾶς προστάτιδος τῶν πιεζομένων λαῶν Ρωσσίας[1] ἐλευθεροῦται καί ἀναγεννᾶται ὁ ὑπό τήν πτέρνα τοῦ τυράννου στενάζων ὑπόδουλος ἑλληνικός λαός.

Ἤδη σέ ἐμᾶς τούς νεωτέρους ἀπόκειται νά ἀναδειχθοῦμε ἄξιοι τῶν προγόνων καί τῶν προσδοκιῶν τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Καί ἀφήνοντας τήν ὕλη μέσα στήν ὁποία εἴμεθα βυθισμένοι, νά ἐξιδανικευθοῦμε, ἱπτάμενοι ὑψηλά στόν κόσμο τῶν ἰδεωδῶν καί γινόμενοι δημιουργοὶ νέου πολιτισμοῦ ἀνταξίου τῶν προγενεστέρων. Ἀνδριζόμενοι δέ καί κραταιούμενοι κατά πάντα καί στήν ἀρετή, θά δικαιούμεθα μέ θάρρος νά λέμε πρός τούς προγόνους τό: ‘’ἄμμες δέ γ’ ἐμές, ἤν δέ λῇς πεῖραν λαβέ’’… Καί ἀφοῦ παρασκευάσουμε τό ἔδαφος στίς ἐπερχόμενες γενεές καί δημιουργήσουμε ὑγιές περιβάλλον, ὁπότε οἱ παῖδες μας μόνον ὑγιεῖς ἀρχές καί ἁγνά φρονήματα θά προσλαμβάνουν, θά  ἀκούσουμε παρ’ αὐτῶν τό ‘’ἄμμες δέ γ’ ἐσόμεθα πολλῷ κάρρονες’’… Τότε θά σκιρτήσουν ἐκ χαρᾶς ἐν τάφῳ τά ὀστᾶ τῶν ἐνδόξων μας προγόνων, οἱ ὁποῖοι, κλεΐσαντες τήν ἱστορία, δικαίως τιμῶνται καί γεραίρονται περιφερόμενοι στή διάνοια καί τήν καρδιά πάντων:  ‘’Ἀνδρῶν ἀγαθῶν πάσα γῆ τάφος’’» .

 ΠΗΓΗ.π.Δ.Αθανασίου-ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΝΕΜΕΝΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ 



[1] Η ομιλία εκφωνήθηκε κατά την διάρκεια του Α΄ΠΠ, κατά την διάρκεια του οποίου η Ρωσία, ως αντίπαλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εθεωρείτο ως ο αναμενόμενος ελευθερωτής των χριστιανών της Μ. Ασίας.


Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο Εσταυρωμένος βασιλιάς του Γένους



Του πρωτοπρεσβύτερου Δημητρίου Αθανασίου


Το χρονόμετρο της ιστορίας έπαυσε να χρονομετρά το κλέος της Αγίας Ρωμαϊκής (όχι της λεγόμενης Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας κατά τις μεσημβρινές «Μεγάλες Ώρες» της αποφράδος ημέρας Τρίτης, της 29ης Μαΐου του 1453, όταν «απ’ άκρου εις άκρον ακούστηκε η σπαραξικάρδια ιαχή, «εάλω η Πόλις».
«Ο Μυρίπνοος μήνας Μάιος και το αυτοκρατορικό όνομα Κωνσταντίνος εσφράγισαν ανεξίτηλα στο διάβα των αιώνων την ιστορία της Παναγιοσκεπάστου Θεοτοκουπόλεως Κωνσταντινουπόλεως.
Ήταν 11 Μαΐου του 330 μ.Χ., ημέρα μνήμης του μαρτυρίου του Αγίου Μωκίου, ο οποίος ήταν ο πολιούχος του αρχαίου Βυζαντίου, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος εγκαινίασε την «Νέα Ρώμη», την Κωνσταντινούπολη, ως τη νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ήταν 29η και πάλι του μυρίπνοου μηνός Μαΐου του 1453 μ.Χ. και επί των ημερών της Βασιλείας του μεγαλομάρτυρος «Ελέω Θεού πιστού Σεβαστοκράτορος των Ρωμιών Κωνσταντίνου ΙΑ’ του Παλαιολόγου» όταν «εάλω η Πόλις και επάρθεν η Ρωμανία», κατά την ημέρα της εορτίου μνήμης της Αγίας Θεοδοσίας της οποίας ο ιερός ναός και η εφέστιος εικώνεφέραν τα ανοιξιάτικα ρόδα (Γκιουλ) της προσευχής και των δεήσεων των πολιορκημένων Ρωμιών που έκαμαν ολονυκτία ικετεύοντας για τη σωτηρία τους. Εκείνα τα «έσχατα ρόδα» πρωταντίκρισαν οι Οθωμανοί, όταν εισήλθαν στο ναό της και αφού τον μετέτρεψαν σε Τζαμί, έδωσαν την ονομασία «Γκιουλ Τζαμί», που σημαίνει «Τέμενος των Ρόδων».(Ι.Σιδηράς -ιστορικός).

Ανατριχιάζει κανείς θυμούμενος ότι μια μέρα πριν, στις 28 Μαΐου, έγινε η τελευταία ακολουθία στην Αγιά Σοφιά και λιτανεία, όπου ξαφνικά δακρύζει και πέφτει κάτω η εικόνα της Παναγίας και γίνεται τόσο βαριά που δεν σηκώνεται! Ξημερώματα της 29ηςΜαϊου 1453 γύρω στη 1:00 π.μ. ξεκίνησε η επέλαση των Οθωμανών στην Πόλη και κορυφώθηκε τραγικά στις 4:00 π.μ.
Έκτοτε, εκκλησίες γίνονται στάβλοι και άπειρες βυζαντινές αρχαιότητες καταστρέφονται! Από την Παναγία Περίβλεπτο, το Παλάτι των Βλαχερνών, το παλάτι του Θεόδωρου του Στουδίτη και τους Αγίους Αποστόλους δεν σώθηκε σχεδόν τίποτα! Δεν είναι τυχαίο που για χρόνια τώρα κάθε τέτοια μέρα οι τούρκοι εορτάζουν την νίκη τους με πανηγυρικές παρελάσεις και αναπαραστάσεις των γενίτσαρων. Διότι, τι ειρωνεία! Η πόλη έπεσε από τους γενίτσαρους, εξισλαμισμένους και τουρκεμένους, δηλαδή, Έλληνες, κυρίως θύματα του παιδομαζώματος! Ειδικά τώρα πλέον, σε μια εποχή νεο-οθωμανικού επεκτατισμού και ισλαμικού εξτρεμισμού στην Τουρκία, όπου η Αγιά Σοφιά από μουσείο ξαναγίνεται τζαμί, οι ανθελληνικές κορώνες δίνουν και παίρνουν και υπάρχει μια συνεχώς κλιμακούμενη ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Τραγικό πρόσωπο-πρωταγωνιστής εκείνη την αποφράδα μέρα του Μαΐου ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο τελευταίος των Βυζαντινών και ο πρώτος των Ελλήνων. Γράφει ο μακαριστός ιστορικός Σαράντης Καργάκος τα εξής: «Ο Κωνσταντίνος, εκείνη την αποφράδα Τρίτη σκοτώθηκε στην Πύλη του Ρωμανού. Αλλ’ αμέσως αναστήθηκε στην ψυχή του λαού. Δεν είναι τυχαίο ότι από τους 80 και πλέον Αυτοκράτορες, που κάθισαν στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, μόνον ο Κωνσταντίνος πέρασε στο θρύλο, έγινε τραγούδι και σύμβολο. Ούτε ο Βουλγαροκτόνος, ούτε ο Νικηφόρος Φωκάς πέρασαν στο δημοτικό τραγούδι. Σ’ αυτό πέρασε μόνον ο Κωνσταντίνος. Γιατί σ’αυτόν ο λαός είδε τη θέληση για αντίσταση, τη διάθεση για θυσία. Ο Κωνσταντίνος πέφτεικαι το Γένος … ανέστη! Διότι της Αναστάσεως προηγείται η Σταύρωση. Ο Κωνσταντίνος είναι ο Εσταυρωμένος βασιλιάς της ιστορίας μας.
Έπεσε μαχόμενος σαν Σπαρτιάτης• μέσα του είχε κάτι από το φρόνημα των Θερμοπυλομάχων. Ας μην ξεχνάμε ότι έζησε και έδρασε στα χώματα που γέννησαν τον Λεωνίδα. Στο Μυστρά, άλλωστε, στέφθηκε Αυτοκράτορας. Στην Πόλη δεν πήγε σαν Βυζαντινός, σαν Ρωμαίος• πήγε σαν Έλληνας και μάλιστα Σπαρτιάτης. Μαζί του πήρε τη ψυχή του Λεωνίδα. Μίλησε, έδρασε, πέθανε σαν Λεωνίδας. Ας θυμηθούμε την απάντηση που έδωσε στο Σουλτάνο, όταν έναντι πολλών ανταλλαγμάτων του ζητήθηκε παράδοση :«Το δε την Πόλιν σοι δούναι ουκ εμόνεστίν, ούτε άλλου των κατοικούντων. Κοινή γαρ γνώμη αποθανούμεν εν ταύτη και ου φεισόμεθα της ζωής ημών»
Η απόκριση αυτή είναι μια μακρινή απήχηση του «μολών λαβέ». Μια πρόδρομη μορφήτου νεώτερου «ΟΧΙ».
….Αγνόησε το άδοξο παρόν και ατένισε προς το παρελθόν. Έπρεπε να σταθεί ισάξιος των ενδόξων προκατόχων του. Αυτό που είχε δεν ήταν δικό του• ανήκε στο Γένος. Και το Γένος των νεκρών απαιτούσε θυσία• όχι παράδοση. Ο Κωνσταντίνος δεν πολέμησε για να νικήσει, πολέμησε για να μην ηττηθεί η τιμή του Γένους.

Ο Αυτοκράτορας πεθαίνει αλλά δεν παραδίδεται. Και αυτή η στάση ήταν μια εγγραφή ελευθερίας. ΤοΓένος δεν θα το έσωζε μια νίκη, θα το έσωζε μια θυσία. Ο Κωνσταντίνος και τα παλληκάρια του με το αίμα τους ξέπλυναν όλες τις προηγούμενες ντροπές της Αυτοκρατορίας. Η Πόλη πέφτοντας ηρωικά, ανυψώθηκε ηθικά.
Στη διάρκεια της πολιορκίας ο Κωνσταντίνος στάθηκε άγρυπνος, ακάματος, ακαταπόνητος. Ενέπνευσε με τα λόγια και το παράδειγμά του. Υπεράσπισε με πάθος την Πόλη, που ήταν όπως έλεγεν ο ίδιος, «η ελπίς και η χαρά πάντων των Ελλήνων». Είχε συνείδηση Έλληνα και όχι ψευδοσυνείδηση Ρωμαίου ο Κωνσταντίνος. Κι είχε επίγνωση της ιστορικής του αποστολής. Με την τελευταία ομιλία του της 28ης Μαΐου προς τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς του, καθόρισε με λακωνική επιγραμματικότητα την αποστολή, που έκτοτε αποτελεί ιερή παρακαταθήκη του Γένους:
«Παρακαλώ ημάς, ινα στήτε γενναίως. Καλώς ουν οίδατε, αδελφοί,
ότι δια τέσσερά τινα οφείλεται κοινώς εσμέν πάντες, ίνα προτιμήσω μεν αποθανείν μάλλον ή ζην, πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δέ υπέρ πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως, ως Χριστού Κυρίου, και τέταρτον ύπέρ συγγενών και φίλων. Άλλως… πατρίδα περίφημον τοιαύτην υστερούμεθα και την έλευθερίαν ημών, βασιλείαν την πάλαι μεν περιφανή, vυv δε τεταπεινωμένην και εξουθενωμένην απωλέσαμεν» (Λεονάρδος §37)
Η ώρα της τελικής αναμετρήσεως έρχεται. Ο Κωνσταντίνος αποχαιρετά στο παλάτι φίλους και συγγενείς και πηγαίνει να πάρει θέση ως πολεμιστής πάνω στις επάλξεις. Γράφει ο Σφραντζής που ήταν αυτόπτης:
«Εν τήδε ώρα, τις διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους εν τω παλατίω; Ει και από ξύλου ή εκ πέτρας ην, ουκ ηδύνατο μη θρηνήσαι»

Έχουν και οι ήρωες τις ανθρώπινες στιγμές τους!
Η μάχη πάνω στα τείχη άρχισε. Ο Κωνσταντίνος, όπως ο Αθανάσιος Διάκος, πολεμούσε με σπασμένο σπαθί. Γύρω του πολεμούσαν κάποιοι αφοσιωμένοι εκλεκτοί. Ένας από αυτούς, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, βλέποντας τον Αυτοκράτορα κυκλωμένο, όρμησε πάνω στους Τούρκους κραυγάζοντας: «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην». Και σκοτώθηκε. Όπως σκοτώθηκαν όλοι οι γενναίοι, «μη ανεχόμενοι επιδείν πατρίδα δεδουλωμένην», όπως λέει ο Σφραντζής. Ο Κωνσταντίνος κάποια στιγμή ένιωσε ότι πολεμούσε μόνος. Οι γενναίοι του είχαν πέσει. Κάποιοι άλλοι τον είχαν εγκαταλείψει. Και τότε με παράπονο ανέκραξε: «Ουκ εστί τις των Χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’εμού;». Ίσως η επίκληση αυτή του Κωνσταντίνου να δημιούργησε την κλεφταρματολική παράδοση να παίρνουν τα παλληκάρια την κεφαλή του καπετάνιου, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

Ένας Τούρκος, λέει ο Σφραντζής, τον κτύπησε κατά μέτωπο κι άλλος από τα νώτα. Ο Κωνσταντίνος έπεσε από το άλογο και ξεψύχησε ανάμεσα στους στρατιώτες του. Αργότερα, λένε, το πτώμα του αναγνωρίστηκε από τα πορφυρά σανδάλια. Το κεφάλι του κόπηκε και στήθηκε πάνω σε πορφυρή στήλη στην Πλατεία του Αυγουσταίου. Μέχρι το
1930 στην αυλή ενός ταπεινού τουρκικού σπιτιού μπορούσε ο επισκέπτης να δει μια μαρμάρινη πλάκα, που, κατά την παράδοση, σκέπαζε το σεμνό σκήνωμα του Αυτοκράτορα. Ο Αλέξανδρος Πασπάτης, που μας έδωσε το 1890 την καλύτερη περιγραφή της Άλωσης και ο οποίος γνώριζε όσο κανείς την τοπογραφία της Κωνσταντινουπόλεως,
γράφει: «Εν τω στενώ τούτω περιβόλω, μάνδρα τη σήμερον προβάτων ρυπαρά και κακόσμω, κατέπεσεν άκλαυστος και αμνημόνευτος ο βασιλεύς Παλαιολόγος υπό πάντων εγκαταλελειμμένος και μέχρι τέλους ανδρείως αγωνιζόμενος προς μυρίους στρατούς και ηγεμόνα οξύνουν και μεγαλουργόν».
Το πτώμα του Παλαιολόγου, γράφει ο Πασπάτης, ουδέποτε βρέθηκε. Αλλά κι αυτό που βρέθηκε, σκυλευμένο από τους Τούρκους, δεν θεωρήθηκε βασιλικό σκήνωμα. Ο λαός έθαψε τον βασιλιά στην ψυχή του. Και τον ανέστησε. Έτσι αναστήθηκε και το Γένος.
Ο Κωνσταντίνος έγινε το πτηνό φοίνικας που αναγεννάται από την τέφρα του. Η αναγέννηση του Κωνσταντίνου μέσα στη λαϊκή ψυχή δίνει σε κάθε κρίσιμη στιγμή νέα πνοή στο έθνος. Διότι, όπως λέει ο Σφραντζής, ο Κωνσταντίνος «εκομίσατο τον του μαρτυρίου στέφανον μη θελήσας προδούναι τοις ανόμοις το βασίλειο, μήτε
θελήσας τον κίνδυνον διαφυγείν, δυνατού όντος». Δηλαδή, φόρεσε το στεφάνι του μαρτυρίου, επειδή δεν το θέλησε να παραδώσει στους ανόμους τη βασιλική κληρονομιά, ούτε θέλησε να ξεφύγει από τον κίνδυνον, ενώ μπορούσε να ξεφύγει. Γι’ αυτό ο λαός θεώρησε τον Κωνσταντίνο όχι Ρωμαίο βασιλέα, όπως το απαιτούσε η αυτοκρατορική
παράδοση, αλλά Έλληνα. Λέει ένα ποντιακό τραγούδι: «Την Πόλιν όντας ώριζεν ο Έλλεν Κωνσταντίνος ». Κι ακόμη ο λαός ποτέ δεν πίστεψε στο θάνατό του… Όταν ένας άνθρωπος γίνεται με τη θυσία του ιδέα και σύμβολο, ασφαλώς δεν πεθαίνει. Ο άγνωστος στιχουργός του «Θρήνου της Πόλης» εκφράζει παραστατικά το λαϊκό αίσθημα:
«Ω Κωνσταντίνε βασιλεύ, Δραγάζη το πινόμιν,
ειπέ μας, που ευρίσκεσαι; Εχάθης; Εκρυβήθης;
ή ζης ή και απέθανες επάνω στο σπαθί σου;»

Ο Κωνσταντίνος πέθανε επάνω στο σπαθί του. Και αυτό ο λαός το ήξερε. Τα άλλα ερωτηματικά είναι ρητορικά για να προβληθεί το όποιος πεθαίνει πάνω στο σπαθί, πάντοτε θα ζει. Θα ζει, εφόσον, βέβαια το έθνος τον αναζητεί σε κάθε κρίσιμη στιγμή και θα ρωτά: «Είπε μου που ευρίσκεσαι;». Και ο Κωνσταντίνος θα απαντά: «Μες στη δική
σας την ψυχή». Αν βέβαια η ψυχή μας είναι καθαρή, απαλλαγμένη από τα μιάσματα της σύγχρονης πολύμορφης υποταγής. Μια τέτοια μορφή υποταγής βιώνουμε σήμερα. Και δεν εννοώ με αυτό την πολυπλασσαρισμένη υποταγή του μνημονίου, μια υποταγή που υπήρξε
απότοκος της υλοφροσύνης μας.
Εννοώ την υποταγή μας στο φόβο έναντι των προγόνων μας. Φοβόμαστε τη σύγκριση μαζί τους και επιτηδίως το ενδιαφέρον των νέων στρέφεται
προς ψεύτικα και αρρωστημένα ιδανικά.
Εδώ και μήνες έχω αρχίσει να φοβάμαι ότι κάποιες ανασκαφές σταμάτησαν, διότι κάποιοι φοβούνται αυτό που ενδέχεται να βρούμε. Αλλ’ αν αρχίσουμε να φοβόμαστε τους νεκρούς μας, που μας διδάσκουν την όρθια στάση, τότε μελλοντικά η 29η Μαΐου θα εορτάζεται, στην Πόλη και σε όλη την Τουρκία. Θα εορτάζεται ως νίκη του Ισλάμ επί του
Σταυρού, ως νίκη των Τούρκων επί του Ελληνισμού. Οι Τούρκοι έως τώρα αποφεύγουνέναν τέτοιο θορυβώδη εορτασμό. Για πολλούς λόγους. Κι ένας από αυτούς είναι ο δικόςτους φόβος• μήπως ξυπνήσει ξανά το φιλότιμο των Ελλήνων, μήπως ξυπνήσει μέσα μας ξανά ο Κωνσταντίνος και τότε, όπως λέει ο ποιητής «τα όνειρα θα λάβουνε εκδίκηση».

Δεν ξέρω, αγαπητοί μου, αν η υστεροφημία είναι ευτυχία. Ένα, όμως, ξέρω: πολλοίασφαλώς δεν θα ζήλευαν τη ζωή του Κωνσταντίνου. Κάποιοι, όμως, θα ζήλευαν το θάνατό του. Και επειδή στα πρότερα χρόνια οι «κάποιοι» ήσανπάμπολλοι, κατόρθωσε τοΓένος μας ν’ αναστηθεί και να μεγαλουργήσει. Ο Κωνσταντίνος αυτό που μας διδάσκει δενείναι το πώς να ζήσουμε. Μα διδάσκει το πώς να πεθαίνουμε, όταν το απαιτεί το χρέος.
Λαός που φοβάται να πεθάνει, όταν τον καλεί η φωνή της πατρίδος, έχει αρχίσει να μυρίζει πτωμαΐνη. Γι’ αυτό θεωρώ εκδηλώσεις μνήμης, όπως η σημερινή, σαν αντίδοτο στην πτωματοποίηση που μας απειλεί».
Το ελάχιστο τούτο «Εγκώμιον» προς τον τελευταίο μεγαλομάρτυρα «Ελέω Θεού» πιστό Βασιλέα και Σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ’ τον Παλαιολόγο κλείνουμε με την ανεπανάληπτη ιστορική γραφή του αοιδίμου Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου, ο οποίος γράφει: «ούτω δια του μαρτυρικού αίματος επισφραγίζει ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Δραγάτσης την ιστορία του Βυζαντίου, της οποίας και η τελευταία αύτη σελίς θα παραμείνη δια την ελληνικήν φυλήν χρυσή και αθάνατος ιδία δια την ηρωϊκήν αντίστασιν χιλιάδων τινών γενναίων ανδρών, προπάντων και κατά το πλείστον Ελλήνων, οι οποίοι επί δύο μήνας και δια μόχθων ατελευτήτων επολέμουν εναντίον εχθρού εικοσάκις υπερτέρου κατά τον αριθμόν, εναντίον των πρώτων στρατευμάτων του κόσμου κατά την εποχήν εκείνην, και μέχρι τελευταίας πνοής υπερήσπισαν τα φρούρια της βασιλίδος των πόλεων, του θεοφρουρήτου Βυζαντίου, της ακροπόλεως ταύτης του χριστιανικού πολιτισμού εν τη Ανατολή.

Και την αθανασίαν της τελευταίας ταύτης χρυσής σελίδος της βυζαντινής ιστορίας επιστέφει ο ένδοξος θάνατος του ήρωος μάρτυρος αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, ηρωϊκώς υπέρ της πατρίδος πεσόντος παρά την Πύλην του Ρωμανού την πρωΐαν της 29ης Μαΐου 1453, εν ηλικία 49 ετών, τριών μηνών και είκοσιν ημερών.
Μια ιστορική επέτειος είναι αυτοδικαίως ημέρα νεκρών. Δεν είναι, όμως, ημέρα νεκρή. Η αυτοκρατορική Βοσπορίτισσα νύμφη ουδέποτε απέθανε αλλά είναι «επέκεινα της αλώσεως», «αεί ζώσα» και εν «αλώσει ανάλωτος» Βασιλεύουσα προκαθεζομένη Πόλη των πόλεων. Είναι η μητρική ιερά και υψίστη καθέδρα του Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Κάθε λόγος και γραφή αποτελεί το «εγκώμιον Κωνσταντινουπολίτιδος ανακάλημα», όπως και ο θεόπνευστος της Εκκλησίας υμνογράφος εφάπαξ συνέθεσε το των σεπτών εγκαινίων αυτής απολυτίκιο, αναβοώντας: 

«Της Θεοτόκου η Πόλις, τη Θεοτόκω προσφόρως, της εαυτής ανατίθεται σύστασιν, εν αυτή γαρ εστήρικται διαμένειν, και δι’ αυτής περισώζεται και κραταιούται βοώσα προς αυτήν, Χαίρε η ελπίς πάντων των περάτων γης».

πηγή:π.Δ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ  ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΝΕΜΕΝΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ