Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Eνα προφητικό κείμενο του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς για την Σύνοδο της Κρήτης.

ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ : ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ”ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ” ΤΟ 1977

Πανιερώτατε,

Προσφάτως ἐπραγματοποιήθη ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» (21-28 Νοεμβρίου 1976). Λαβὼν εἰς χεῖρας καὶ μελετήσας τὰ Πρακτικὰ καὶ τὰς Ἀποφάσεις τῆς Διασκέψεως ταύτης, αἰσθάνομαι τὴν εὐαγγελικὴν ἀνάγκην, ὅπως, κατὰ τὴν συνείδησίν μου, ὡς μέλος τῆς Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καίτοι ὁ ἐλάχιστος ἐκ τῶν λειτουργῶν Αὐτῆς, ἀπευθυνθῶ διὰ τοῦ παρόντος ἱκετευτικοῦ ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ δι' Ὑμῶν πρὸς τὴν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ὀρθοδόξου Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρων τὰς διαπιστώσεις καὶ παρατηρήσεις μου ὡς πρὸς τὴν προετοιμασίαν τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου. Παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ τοὺς λοιποὺς Πανιερωτάτους Ἀρχιερεῖς, ὅπως μετ' εὐαγγελικῆς ἀγάπης καὶ προσοχῆς ἀκούσητε τὴν φωνὴν ταύτην μιᾶς ὀρθοδόξου συνειδήσεως, τοσούτω μᾶλλον, καθ' ὅσον ἡ φωνὴ αὕτη, δόξα τῷ Θεῷ, σήμερον οὐδόλως εἶναι μία, οὔτε ἀπομονωμένη εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον, προκειμένου περὶ τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου.

Ἐκ τῶν Πρακτικῶν καὶ τῶν Ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς νῦν ὀνομαζομένης «Πρώτης Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως», λαβούσης χώραν, – ἀγνοῶ διὰ ποιὸν λόγον – ἐν Γενεύῃ, ὅπου μόλις ὀλίγαι ἑκατοντάδες ὀρθοδόξων ὑπάρχουν, φαίνεται ὅτι αὕτη ἔχει ἀποφασίσει καὶ ἑτοιμάσει ἕνα καινούργιο κατάλογον τῶν θεμάτων διὰ τὴν μέλλουσαν «Μεγάλην Σύνοδον» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν λόγῳ πρόσφατος Διάσκεψις δὲν ὑπῆρξε πλέον μία ἐκ τῶν λεγομένων «Πανορθοδόξων Διασκέψεων», ὅπως ἦσαν αἱ Διασκέψεις τῆς Ρόδου καὶ αἱ μετ' αὐτάς, οὔτε πάλιν ὑπῆρξεν ἡ οὕτω καλουμένη «Προσύνοδος», διὰ τὴν ὁποίαν μέχρι πρὸ τινὸς εἰργάζοντο, ἀλλ' ἦτο ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις», εἰσερχομένη πλέον εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀμέσου προετοιμασίας τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ Διάσκεψις αὕτη δὲν εἰργάσθη πλέον βάσει τοῦ προτέρου “Καταλόγου θεμάτων”, ὁρισθέντος εἰς τὴν Α΄ Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Ρόδου τὸ 1961, καὶ παραμείναντος ὑπὸ ὑπεξεργασίαν μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1971, ἀλλά προέβη εἰς «ἀναθεώρησιν» ἐκείνου καὶ καθώρισε νέον, ἰδικόν της, «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Σύνοδον. Ἐν τούτοις, φαίνεται ὅτι οὔτε αὐτός εἶναι ὁ τελικὸς κατάλογος, ἀλλ' ἐνδέχεται μάλλον νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτός ἀλλαγὴν τινα ἢ νὰ συμπληρωθῇ.

Ἡ Διάσκεψις ἔχει περαιτέρω ἀναθεωρήσει καὶ τὴν ἕως προσφάτως τηρουμένην «μεθοδολογίαν» ἐπεξεργασίας καὶ τελικῆς προετοιμασίας θεμάτων διὰ τὴν Σύνοδον, συντομεύσασα τὴν ὅλην «διαδικασίαν», λόγῳ τῆς καταφανοῦς σπουδῆς καὶ βίας ὡρισμένων πρὸς σύγκλησιν τῆς Συνόδου ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Διότι, κατὰ τὴν κατηγορηματικὴν τοῦ προεδρεύοντος εἰς τὴν Διάσκεψιν ταύτην μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουυπόλεως καὶ ἄλλοι ἐπείγονται, ἵνα «τὸ ταχύτερον συγκληθῇ» καὶ πραγματοποιηθῇ ἡ μέλλουσα Σύνοδος.

Ἡ Σύνοδος, λέγεται, πρέπει νὰ εἶναι «βραχείας διαρκείας», νὰ ἀπασχοληθῇ «μὲ περιορισμένον ἀριθμὸν θεμάτων», καὶ ἀκόμη, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Μελίτωνος, «ἡ Σύνοδος πρέπει νὰ ἐγκύψῃ εἰς φλέγοντα προβλήματα παρακωλύοντα τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν συνειρμοῦ τοῦ συστήματος τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς μιᾶς ἑνιαίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας…» (Πρακτικά, σ. 55).

Ταῦτα πάντα θέτουν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἐρώτημα : Τί πρέπει νὰ σημαίνουν ὅλα αὐτά; Πρὸς τί δὲ αἱ ἐσπευσμέναι αὗται ἐνέργειαι; Καὶ ποῦ ὁδηγοῦν αὐταί;

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς συγκροτήσεως νέας «Οἰκουμενικῆς Συνόδου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὔτε νέον οὔτε πρόσφατον εἶναι κατὰ τὸν παρόντα ἡμέτερον αἰῶνα τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα ἀνεκινήθη ἤδη ἐπὶ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου Μεταξάκη – γνωστοῦ ὡς ὑψηλόφρονος “μοντερνιστοῦ” καὶ μεταρρυθμιστοῦ, ἐξ οὗ καὶ σχισματοποιοῦ ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ – καὶ δὴ εἰς τὸ ὑπ' αὐτοῦ συγκληθὲν ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1923 οὕτω καλούμενον “Πανορθόδοξον Συνέδριον”…

Μετὰ τὸν Β' Παγκόσμιον πόλεμον ἦλθεν εἷς τὸ προσκήνιον ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας καὶ συνεκάλεσε τὰς ἐν Ρόδῳ «Πανορθοδόξους Διασκέψεις». Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, ἡ ὁποία ἔγινε τῷ 1961, ἀνεκίνησε καὶ πάλιν τὸ θέμα τῆς προετοιμασίας τῆς «Πανορθοδόξου Συνόδου», ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ γίνη προηγουμένως μία «Προσύνοδος», καὶ ἐνέκρινε τὸν ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑποβληθέντα τότε ἕτοιμον «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Προσύνοδον.

Εἶναι ὁ γνωστὸς «Κατάλογος θεμάτων τῆς Ρόδου» : ὀκτὼ μεγάλα κεφάλαια, περιέχοντα τεσσαράκοντα περίπου κύρια θέματα καὶ διπλάσιον ἀριθμὸν παραγράφων καὶ ὑποπαραγράφων. Μετὰ τὰς ἐφεξῆς Διασκέψεις τῆς Ρόδου, τὴν Β' (1963) καὶ τὴν Γ' (1964), ἠκολούθησεν ἡ «Διάσκεψις τοῦ Βελιγραδίου» τῷ 1966.

Αὕτη κατ' ἀρχὰς μὲν ἐπωνομάσθη «Τετάρτη Πανορθόδοξος Διάσκεψις», ὕστερον δὲ ὑπεβιβάσθη ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸ ἐπίπεδον «Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς», διὰ νὰ καταλάβῃ ἀντ' αὐτῆς τὴν θέσιν καὶ τὴν ὀνομασίαν τῆς «Τετάρτης Πανορθοδόξου Διασκέψεως» ἡ ἑπομένη διάσκεψις, λαβοῦσα χώραν ἐπὶ τοῦ «ἐδάφους» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (εἰς τὸ «ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης) τὸ ἔτος 1968. Εἰς αὐτὴν τὴν Δ' Διάσκεψιν τῆς Γενεύης ἔσπευσαν οἱ ὀργανωταὶ αὐτῆς, μᾶλλον ὡς ἐξ ἀνυπομονησίας, ὅπως συντομεύσουν τὴν πρὸς Οἰκουμενικὴν Σύνοδον πορείαν των, διὸ καὶ λαβόντες εἰς χεῖρας τὸν ὑπέρογκον καὶ ἀσυνάρτητον Κατάλογον τῆς Ρόδου (κατασκεύασμα, σημειωθήτω πάλιν, αὐτῶν τῶν ἰδίων, οὐχὶ ἑτέρου τινός), ἐπέλεξαν καὶ ἐχώρισαν ἐξ αὐτοῦ «τὰ πρῶτα ἕξ θέματα» πρὸς συντομωτέραν ἐπεξεργασίαν, ὥρισαν δὲ ἐν ταύτῷ καὶ νέαν «διαδικασίαν» ἐργασίας καὶ προετοιμασίας.

Εὐκαιρίας δοθείσης, ἐσχηματίσθη τότε καὶ ἕν νέον σῶμα, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἡ Διορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή». Αὕτη θὰ ἐφρόντιζε περὶ τοῦ «συντονισμοῦ» τῆς ἐπεξεργασίας τῶν θεμάτων.

Ταυτοχρόνως συνεστήθη καὶ ἡ «Γραμματεία ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου», δηλαδὴ διωρίσθη εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἷς ἐπίσκοπος τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὡς γραμματεύς, ἔχων ἕδραν τὸ εἰρημένον Κέντρον ἐν Σαμπεζύ Γενεύης, ἐνῶ ἀπερρίφθησαν αἱ προτάσεις περὶ ἐντάξεως καὶ συμμετοχῆς καὶ ἄλλων ὀρθοδόξων μελῶν, προερχομένων ἐκ τῶν ὑπολοίπων ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἰς τὴν ἐν λόγῳ «Γραμματείαν». Ἡ «Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ» καὶ ἡ Γραμματεία ἐπραγμάτωσαν τὴν συνεδρίαν των, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τὸ αὐτὸ κέντρον τῆς Γενεύης, κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1971.

Εἰς τὴν συνεδρίαν αὐτὴν ἐθεωρήθησαν ἀπὸ κοινοῦ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἕτοιμαι εἰσηγήσεις ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ἕξ θεμάτων, «ἐνηρμονίσθησαν» καὶ «ἐνεκρίθησαν» πρὸς ἐπικύρωσιν ὑπὸ τῆς «Προσυνόδου».

Ἐὰν, Πανιερώτατε, ἐξετάσωμεν προσεκτικῶς ὅλα ταῦτα, ἐκ τῆς ἀρχῆς μέχρι τοῦ νῦν, θὰ διαπιστώσωμεν μὲ κατάπληξιν καὶ φόβον Θεοῦ, ὅτι ἡ ὅλη «προετοιμασία» τῆς μελλούσης Συνόδου ἔχει λάβει ἕναν χαρακτῆρα ὄχι πλέον «ἐκκλησιαστικόν», ἀλλὰ «κοσμικόν», «διπλωματικόν», «γραφειοκρατικόν», θὰ ἔλεγον, κατὰ τὰ πρότυπα τῶν σημερινῶν διεθνῶν ὀργανισμῶν.

Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχουν «Γραμματεῖαι» αἱ ὁποῖαι «σχεδιάζουν» τὴν Θείαν Ἀλήθειαν, οὐδὲ «Διορθόδοξοι Ἐπιτροπαὶ» αἱ ὁποῖαι «ἐναρμονίζουν» τὰ Δόγματα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ Σύνοδος αὐτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν τῇ ὁποίᾳ συμμετέχουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἐν μετανοίᾳ, ἐν προσευχῇ, ἐν ταπεινώσει, ἀποκαλύπτοντες τὴν Αἰώνιον Ἀλήθειαν τοῦ Θεανθρώπου.

Ἡ σπουδὴ καὶ ἡ βία τῶν διοργανωτῶν τῆς μελλούσης Συνόδου, ἡ ἀπομόνωσις τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν παράδοσιν, ἡ ἐνσωμάτωσις ξένων πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν “μεθοδολογιῶν”, ὅλα ταῦτα μαρτυροῦν ὅτι ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν πνευματικὴν ἀτμόσφαιραν τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Διὰ τοῦ παρόντος, Πανιερώτατε, ἐκφράζω τὴν βαθειάν μου ἀνησυχίαν ὅτι, ἐὰν συνεχισθῇ ἡ αὐτὴ πορεία, ὁδηγούμεθα εἰς μίαν Σύνοδον ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι Ἁγία καὶ Οἰκουμενική, ἀλλὰ ἕνα συνέδριον τὸ ὁποῖο θὰ ἐπικυρώσῃ ἁπλῶς τὰς ὑπαρχούσας αιρέσεις, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητος. Ἡ ἑνότης ἄνευ τῆς Ἀληθείας εἶναι ἡ ἑνότης τοῦ ψεύδους, καὶ ἡ ἀγάπη ἄνευ τῆς Πίστεως εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου τούτου, ἡ ὁποία χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεόν.

Παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα, ὅπως μετὰ παρρησίας ἐγείρητε τὸ θέμα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἵνα μὴ γένωμεν ὑπεύθυνοι τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς Αἰωνίου Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

Ἐν ταπεινότητι,

Ἰουστῖνος Πόποβιτς


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894-1979): Θεολογία των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου

 


1. Η Ενότητα της Εκκλησίας: Χριστοκεντρική και όχι Ανθρωποκεντρική

Ο Ιουστίνος Πόποβιτς θεμελιώνει την ενότητα της Εκκλησίας αποκλειστικά στον Θεάνθρωπο Χριστό και όχι σε οποιονδήποτε ανθρώπινο θεσμό. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι προϊόν οργανωτικής ή διοικητικής δομής, αλλά χαρισματική πραγματικότητα που πηγάζει από την κοινωνία με τον Θεάνθρωπο.

Στο έργο του «Na Bogocovecanskom putu» (Στο Θεανθρώπινο Δρόμο), ο Πόποβιτς γράφει: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία = Οικουμενικότητα δια της Καθολικότητας (sobornost)». Η καθολικότητα (sobornost) δεν είναι απλώς γεωγραφική ή αριθμητική έννοια, αλλά πνευματική κοινότητα που συγκεντρώνεται γύρω από τον Θεάνθρωπο Χριστό. Όπου υπάρχει ο Χριστός, εκεί υπάρχει η πλήρης καθολικότητα, η πλήρης οικουμενικότητα, η πλήρης ενότητα. «Όλα από Αυτόν και όλα σε Αυτόν! Όλα προς Αυτόν».

Αυτή η θεολογία της ενότητας έχει άμεσες συνέπειες για την κατανόηση του ρόλου των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Οι Απόστολοι δεν είναι θεμελιωτές της Εκκλησίας με ανθρώπινη εξουσία, αλλά μάρτυρες της Αναστάσεως και διακόνοι της ενότητας που υπάρχει ήδη εν Χριστώ.

2. Ο Ρόλος του Πέτρου: Πρωτείο Τιμής και Πίστεως, όχι Εξουσίας

Ο Πόποβιτς απορρίπτει κατηγορηματικά το πρωτείο εξουσίας (primacy of jurisdiction) που αποδίδει ο παπισμός στον Πέτρο και τους διαδόχους του. Για τον Πόποβιτς, ο Πέτρος είναι «πρωτόθρονος» λόγω της πίστης του, όχι λόγω κοσμικής ή διοικητικής εξουσίας.

Η ερμηνεία του Ματθ. 16:16-19 από τον Πόποβιτς είναι χριστοκεντρική: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος» — αυτή η ομολογία της πίστεως είναι η πέτρα πάνω στην οποία οικοδομείται η Εκκλησία, όχι το πρόσωπο του Πέτρου ως τέτοιο. Ο Πόποβιτς ακολουθεί την πατερική παράδοση (Χρυσόστομος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ιωάννης της Δαμασκού) που ερμηνεύει το «πέτρα» ως την ομολογία της πίστεως του Πέτρου, όχι ως το πρόσωπό του.

Ο Πόποβιτς δεν αρνείται το πρωτείο τιμής  του Πέτρου μεταξύ των Αποστόλων. Ο Πέτρος είναι πρώτος μεταξύ ίσων , όχι κυρίαρχος επί των άλλων. Αυτό το πρωτείο τιμής είναι χαρισματικό, όχι δικαιοδοτικό. Ο Πέτρος ομιλεί «εν ονόματι των άλλων» (όπως σημειώνει ο Χρυσόστομος), αλλά ποτέ υπέρ των άλλων με εξουσιαστικό τρόπο.

Η σχέση Πέτρου-Παύλου στην ερμηνεία του Πόποβιτς είναι συμπληρωματική και όχι ιεραρχική. Ο Παύλος δεν υποτάσσεται στον Πέτρο, αλλά συνεργάζεται με αυτόν «εν ομοψυχία». Η σύγκρουση στην Αντιόχεια (Γαλ. 2:11-14) δεν επιλύεται με απόφαση του Πέτρου, αλλά με θεολογικό διάλογο — ο Παύλος «αντέστη αυτώ κατά πρόσωπον», δείχνοντας ότι η αλήθεια υπερτερεί της προσωπικής εξουσίας.

3. Ο Παύλος ως Απόστολος των Εθνών: Η Καθολικότητα της Εκκλησίας

Ο Παύλος, ως Απόστολος των Εθνών, συμπληρώνει το έργο του Πέτρου και επεκτείνει την Εκκλησία πέρα από τα όρια του Ισραήλ. Αυτή η διπλή αποστολή (Πέτρος προς τα έθνη της διασποράς, Παύλος προς τα έθνη γενικά) απεικονίζει την καθολικότητα της Εκκλησίας.

Ο Πόποβιτς τονίζει ότι ο Παύλος δεν λαμβάνει την αποστολή του από τον Πέτρο, αλλά απευθείας από τον Χριστό (Γαλ. 1:1, 1:11-12). Αυτό είναι κρίσιμο για την Ορθόδοξη εκκλησιολογία: η αποστολική εξουσία δεν μεταβιβάζεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά από τον Θεάνθρωπο Χριστό σε κάθε Απόστολο ξεχωριστά.

Η σχέση Πέτρου-Παύλου στον Πόποβιτς είναι συμβολική της ενότητας εν ποικιλία:

  • Ο Πέτρος εκπροσωπεί την συνέχεια με το Ισραήλ και την εκκλησιαστική παράδοση
  • Ο Παύλος εκπροσωπεί την καινότητα του Ευαγγελίου και την επέκταση στα έθνη
  • Μαζί απεικονίζουν ότι η Εκκλησία είναι μία και καθολική, ταυτόχρονα ρίζα και κλάδος, παράδοση και καινοτομία

 

4. Η Αποστολική Διαδοχή: Εκκλησιαστική και όχι Προσωπική

Για τον Πόποβιτς, η αποστολική διαδοχή είναι θέμα της ολόκληρης Εκκλησίας, όχι μόνο ενός ατόμου ή θρόνου. Αυτή η θέση είναι θεμελιωδώς αντίθετη στον παπισμό, που θεωρεί τον Πάπα ως μοναδικό διάδοχο του Πέτρου.

Ο Πόποβιτς, ακολουθώντας τον Άγιο Μάρκο τον Εφέσου, θεωρεί ότι κάθε επίσκοπος είναι διάδοχος του Πέτρου και όλων των Αποστόλων, όχι μόνο ο επίσκοπος Ρώμης. Η διαδοχή δεν είναι γενεαλογική (από Πέτρο σε Πάπα), αλλά χαρισματική και ευχαριστιακή: κάθε επίσκοπος συνεχίζει το έργο όλων των Αποστόλων εν τη Εκκλησία.

Στο έργο του «Na Bogocovecanskom putu» ((Στο Θεανθρώπινο Δρόμο σ. 393), ο Πόποβιτς επικαλείται τον Άγιο Μάρκο τον Εφέσο: «Όποιος αποχωρεί έστω και λίγο από την Γνήσια Πίστη, θεωρείται αιρετικός και υπόκειται στους νόμους κατά των αιρετικών... Οι Λατίνοι [Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία] είναι συνεπώς αιρετικοί και τους έχουμε αποκόψει ως αιρετικούς». Αυτή η σκληρή θέση δεν αφορά το πρόσωπο του Πάπα ως ανθρώπου, αλλά την ιδεολογία του παπισμού που θέτει τον άνθρωπο (τον Πάπα) στο κέντρο αντί για τον Θεάνθρωπο.

5. Η Κριτική του Πόποβιτς στον Παπισμό: Οι Τρεις Μεγάλες Πτώσεις

Ο Πόποβιτς είναι ιδιαίτερα σκληρός στην κριτική του για τον παπισμό, τον οποίο θεωρεί μία από τις τρεις μεγαλύτερες πτώσεις της ανθρωπότητας, μαζί με την πτώση του Αδάμ και του Ιούδα. Στο «Na Bogocovecanskom putu» (σ. 376, 387, 403), αναπτύσσει αυτή τη θέση:

α) Ο Πάπας ως «Υπεράνθρωπος» (Übermensch): Ο Πόποβιτς βλέπει τον Πάπα ως το μοντέλο της αντιχριστιανικής θεωρίας του «υπεράνθρωπου». Η παπική αλάθητη είναι για τον Πόποβιτς «δαιμονική» και το «Άδης του Ρωμαιοκαθολικισμού». Ο Πάπας δεν είναι απλώς ένας επίσκοπος με πρωτείο τιμής, αλλά ένας άνθρωπος που τοποθετείται στη θέση του Θεανθρώπου.

β) Ο Παπισμός ως Παν-Αίρεση: Ο Πόποβιτς αποκαλεί τον παπισμό «παν-αίρεση»  του ανθρωπισμού. Ο παπισμός είναι η τοποθέτηση του ανθρώπου πριν από τον Θεάνθρωπο, η μετατροπή του ανθρώπου σε μέτρο όλων των πραγμάτων αντί για τον Θεό. Αυτή η «ανθρωπολατρία»  και «ανθρωποθεΐα» είναι η ρίζα όλων των δυτικών αιρέσεων.

γ) Ο Παπισμός ως Πατέρας του Προτεσταντισμού: Ο Πόποβιτς βλέπει τον Προτεσταντισμό ως τελικό στάδιο του παπισμού: «κάθε [Προτεστάντης] πιστός — ένας αυτοδιορισμένος και ξεχωριστός πάπας» . Αν ο Πάπας είναι αλάθητος στην ερμηνεία της πίστεως, τότε κάθε Προτεστάντης είναι αλάθητος στην ερμηνεία της Βίβλου. Και τα δύο είναι «ανθρωπολατρία».

 

6. Η Θεραπεία: Συνοδικότητα και Μετάνοια

Η θεραπεία για την «αλάθητη» και τον «Άδη του Ρωμαιοκαθολικισμού» είναι, σύμφωνα με τον Πόποβιτς, η συνοδικότητα . Αυτή είναι η «ταπείνωση του ανθρώπου ενώπιον του Θεανθρώπου, ενώπιον της Θεοτόκου και όλων των αγίων» — μια μετάνοια «που οδηγεί σε πλήρη γνώση της αλήθειας» (2 Τιμ. 2:25).

Η συνοδικότητα είναι το μέσο που βρίσκεται εν τω Θεανθρώπω και ο μόνος τρόπος να σωθεί ο οικουμενισμός από τον «δεύτερο θάνατό» του. Ο πρώτος θάνατος ήταν μέσω του «παπισμού» και άλλων ανθρωπισμών.

Σημαντικό είναι ότι ο Πόποβιτς δεν αρνείται το ιστορικό πρωτείο του επισκόπου Ρώμης (ως primus inter pares, «πρώτος μεταξύ ίσων»), αλλά απορρίπτει το παπικό πρωτείο ως ιδεολογία και πρακτική μετά το Σχίσμα, που περιλαμβάνει Σταυροφορίες, Μεταρρύθμιση, Αντιμεταρρύθμιση, Διαφωτισμό και τις δύο Βατικάνιες  Συνόδους.

 

7. Οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος ως Μάρτυρες της Ενότητας

Στην Ορθόδοξη παράδοση που υπηρετεί ο Πόποβιτς, οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος εορτάζονται μαζί στις 29 Ιουνίου. Αυτή η κοινή εορτή έχει βαθύτατη θεολογική σημασία:

  • Η ενότητα εν ποικιλία: Ο Πέτρος (ο «αποχωρών») και ο Παύλος (ο «εισερχόμενος») απεικονίζουν ότι η Εκκλησία είναι μία παρά τις διαφορές
  • Η μαρτυρία ως κορύφωση: Και οι δύο μαρτύρησαν στη Ρώμη, ο Πέτρος σταυρωμένος ανάποδα, ο Παύλος αποκεφαλισμένος — η μαρτυρία είναι η τελική επιβεβαίωση της αποστολής
  • Η Ρώμη ως τόπος μαρτυρίου, όχι εξουσίας: Η Ρώμη είναι ιερή ως τόπος αίματος των Αποστόλων, όχι ως έδρα εξουσίας

Ο Πόποβιτς, ακολουθώντας την πατερική παράδοση, βλέπει τους Αποστόλους όχι ως ιδρυτές εξουσίας, αλλά ως θεμέλιο της Εκκλησίας με την έννοια ότι είναι οι πρώτοι μάρτυρες που ενσωματώνουν την Εκκλησία στον Χριστό. Το θεμέλιο δεν είναι ανθρώπινο, αλλά Θεανθρώπινο.

 

Συμπέρασμα

Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ως αυθεντικός εκφραστής της Ορθόδοξης πατερικής παραδόσεως, προσεγγίζει τους Πρωτοκορυφαίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο μέσα από την θεανθρώπινη εκκλησιολογία του. Για τον Πόποβιτς:

  • Η ενότητα της Εκκλησίας είναι χριστοκεντρική, όχι ανθρωποκεντρική
  • Ο Πέτρος έχει πρωτείο τιμής και πίστεως, όχι εξουσίας
  • Ο Παύλος συμπληρώνει τον Πέτρο, αποκαλύπτοντας την καθολικότητα της Εκκλησίας
  • Η αποστολική διαδοχή είναι εκκλησιαστική, όχι προσωπική
  • Ο παπισμός είναι η αντίθεση της αληθινής εκκλησιολογίας, η τοποθέτηση του ανθρώπου αντί του Θεανθρώπου

Η θεολογία του Πόποβιτς για τους Πρωτοκορυφαίους Αποστόλους είναι, τελικά, θεολογία της αγάπης εν αληθεία — η αλήθεια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αγάπη, και η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αλήθεια. Ο Χριστός είναι και τα δύο, και όλα εν ενί.

 


Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ."ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ. ΑΚΡΙΒΕΙΑ!"


 

Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

 

Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].

«Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ν τ ληθεί και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος κα Πολιτεία το σίου πατρς μν κα μολογητο Θεοδώρου το τν Στουδίων γουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]

 

ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οκ στι κατ νθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.

Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «κα καυχώμεθα π’ λπίδι τς δόξης το Θεο»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι κα λόκληροι, ν μηδεν λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «κα ερήνη το Θεο περέχουσα πάντα νον φρουρήσει τς καρδίας μν κα τ νοήματα μν ν Χριστ ησο»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρ Κατήχησις 97, ργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].

«Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].

«Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, φες ατος· ο γρ οδασι τί ποιοσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 155 (Θεοφίλ τς φέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 155 (Θεοφίλ τς φέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολή 94 (Λέοντι ρωματοπράτ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, κδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].

«Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 197 (Δωροθέ τέκν), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολή 338 (Κωνσταντίν), στ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].

 

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

 

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

ΠΗΓΗ: Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.-ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ


Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ : ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (ΕΝΑ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)

Βασικά Σημεία του Υπομνήματος του Οσίου Ιουστίνου Ποπόβιτς

Το υπόμνημα γράφτηκε τον Απρίλιο του 1977, μετά τη «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψη» στη Γενεύη (21-28 Νοεμβρίου 1976).   που ξεκίνησε την προετοιμασία για μια «Οικουμενική» Σύνοδο. Η Σύνοδος της Κρήτης (2016) ήταν η τελική πραγματοποίηση αυτού του εγχειρήματος, μετά από 40 χρόνια προετοιμασιών.

Ο όσιος Ιουστίνος απευθύνεται στην Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκφράζοντας τις ανησυχίες του ως μέλος της Εκκλησίας.

2. Κριτική στη Μεθοδολογία της Προετοιμασίας

 Η Διάσκεψη της Γενεύης απέρριψε τον παλαιό «Κατάλογο της Ρόδου» (1961) και δημιούργησε νέο, συντομεύοντας τη διαδικασία.Ο μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτωνας και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επέμεναν στη γρήγορη σύγκληση μιας «βραχείας» Συνόδου με «περιορισμένα θέματα».

3. Ιστορική Αναδρομή

  • 1923: Ο πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης συγκάλεσε το «Πανορθόδοξο Συνέδριο» στην Κωνσταντινούπολη — ο Ποπόβιτς τον χαρακτηρίζει «υψήφρονα μοντερνιστή και σχισματοποιό».
  • 1961-1976: Οι Διασκέψεις της Ρόδου, του Βελιγραδίου και της Γενεύης συνέχισαν την προετοιμασία, με συνεχείς αλλαγές θεμάτων και μεθοδολογίας.

4. Θεολογική Κριτική

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι της παράδοσης δεν «επενόησαν» τεχνητά θέματα — αντιμετώπισαν συγκεκριμένα δογματικά προβλήματα που έθεταν αιρέσεις και σχίσματα.

Οι Αγίες Σύνοδοι είχαν πάντα χριστολογικό, σωτηριολογικό και εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Το κεντρικό τους θέμα ήταν πάντα «ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός και η εν Αυτώ σωτηρία μας».

 Οι σύγχρονοι «κατάλογοι θεμάτων» είναι «σχολαστικο-προτεσταντικοί» και «αναιμικά ουμανιστικά θεωρήματα», ξένα προς την ορθόδοξη πατερική εμπειρία.

5. Κριτική της «Αντιπροσώπευσης»

 Οι αντιπροσωπείες της Κων/πολης  αποτελούνται κυρίως από «τιτουλάριους μητροπολίτες» χωρίς ποίμνιο — όχι από πραγματικούς ποιμένες.Οι αντιπρόσωποί της από τη Σοβιετική Ένωση δεν εκφράζουν το πνεύμα των εκατομμυρίων μαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας, αλλά προτιμούν «τα του Καίσαρος έναντι των του Θεού».

Η   Ορθόδοξη Εκκλησία είναι επισκοπική — ο επίσκοπος με το πλήρωμα των πιστών εκφράζει την Εκκλησία. Η σημερινή «αντιπροσώπευση» παραβιάζει αυτή την παράδοση.

6. Το Ζήτημα της Ελευθερίας

Οι Εκκλησίες υπό αθεϊστικά καθεστώτα (Σοβιετική Ένωση κ.ά.) δεν μπορούν να συμμετάσχουν ελεύθερα. Η φωνή των νεομαρτύρων και του πιστού λαού αποκλείεται — όπως αποκλείστηκε και ο Σολζενίτσιν από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στο Ναϊρόμπι.

7. Η Σύγχρονη Κρίση

Ο Ποπόβιτς επισημαίνει ότι δεν υπάρχει σοβαρό, πραγματικό και ανεπίδεκτο αναβολής θέμα που να δικαιολογεί Οικουμενική Σύνοδο. Σε εποχή που «ο Σατανάς ζητεί ουχί μόνον το σώμα, αλλά και την ψυχήν του ανθρώπου», οι μαθητές του Χριστού ασχολούνται με τα ίδια προβλήματα που θέτουν «οι σύγχρονοι αντιχριστιανικές ιδεολογίες».

Κριτική στον οικουμενισμό

Ο Όσιος Ιουστίνος θεωρούσε ότι το κεντρικό θέμα που έπρεπε να συζητηθεί σε μια αληθινή Οικουμενική Σύνοδο ήταν το ζήτημα του οικουμενισμού, τον οποίο χαρακτήριζε ως αίρεση. Έγραφε:

«Η ερώτηση η οποία πρέπει και μπορεί να συζητηθεί σήμερα σε μια όντως Οικουμενική Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι η ερώτηση του οικουμενισμού. Η ερώτηση αυτή θα ήταν, στην πραγματικότητα, το εκκλησιολογικό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα της Εκκλησίας ως ενός και μοναδικού θεανθρώπινου οργανισμού, ο οποίος μέσω του σύγχρονου οικουμενιστικού συγκρητισμού βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.»

Κατήγγειλε τον «γυμνό ηθικό μινιμαλισμό και τον ανθρωπιστικό ειρηνισμό του σύγχρονου οικουμενισμού».

 

8. Η Συγκεκριμένη Αίτηση

Ο Όσιος  ζητά από την Εκκλησία της Σερβίας: «Ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἀπόσχῃ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν προπαρασκευὴν μιᾶς κατ’ ὄνομα «Οἰκουμενικῆς» Συνόδου, ὅλως δὲ ἰδιαιτέρως τῆς ἐν αὐτῇ συμμετοχῆς, ἐὰν τελικῶς συνέλθη αὕτη».

9. Προβλεπόμενα Αποτελέσματα

Αν συγκληθεί μια τέτοια Σύνοδος με τον περιγραφόμενο τρόπο, το μόνο αποτέλεσμα θα είναι: Σχίσματα, αιρέσεις, απώλεια πολλών ψυχών Αντί για θεραπεία, θα ανοίξει νέες πληγές στο σώμα της Εκκλησίας.

10. Τα μεγάλα σχίσματα  της Σερβικής Εκκλησίας

Ο Ποπόβιτς αναφέρεται στα δύο μεγάλα σχίσματα που ταλανίζουν την Εκκλησία της Σερβίας:

  • Το μακεδονικό σχίσμα στη Νότια Σερβία
  • Το σχίσμα στην Αμερική μεταξύ των Σέρβων της Διασποράς
-----------------------------------------------------
  • Το μακεδονικό σχίσμα στη Νότια Σερβία

·         Το Μακεδονικό Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό Ζήτημα ξεκίνησε το 1967, όταν η Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία (MOC) αποσχίστηκε μονομερώς από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία (SOC), αυτοανακηρύσσοντας τον εαυτό της αυτοκέφαλη. Η Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας το 1967 χαρακτήρισε την ιεραρχία της MOC ότι «αυθαιρέτως και ακανονίστως απεσπάσθη εκ της Μητρός Εκκλησίας προς ίδρυσιν σχισματικής οργανώσεως» και διέκοψε την κανονική κοινωνία μαζί της.  Το σχίσμα αυτό διατηρήθηκε για πάνω από 50 χρόνια και θεραπεύτηκε μόλις το 2022, όταν η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της Μακεδονικής Εκκλησίας-Αρχιεπισκοπής Οχρίδας (MOC-OA).

 2. Το σχίσμα στην Αμερική μεταξύ των Σέρβων της Διασποράς

·         Αυτό το σχίσμα προκλήθηκε από την αναδιοργάνωση της Σερβικής Εκκλησίας στη διασπορά το 1963. Η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι αποφάσισε να διαιρέσει την ενιαία Επισκοπή ΗΠΑ-Καναδά σε τρεις ξεχωριστές επισκοπές.  Ο τότε επίσκοπος Διονύσιος (Μιλιβόγιεβιτς), επικεφαλής της Αμερικανο-Καναδικής Επισκοπής, διαφώνησε και απείθησε σε αυτή την απόφαση. Αυτό οδήγησε σε μια τραγική διάσπαση που κράτησε σχεδόν 30 χρόνια.  Οι υποστηρικτές του Διονυσίου υποστήριζαν ότι η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι είχε πιεστεί από την Κομμουνιστική κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας (μέσω της Επιτροπής Θρησκευτικών Υποθέσεων) και ότι η Εκκλησία στη Γιουγκοσλαβία δεν λειτουργούσε ελεύθερα.  Η διχασμένη κοινότητα δημιούργησε την «Ελεύθερη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία» (Free Serbian Orthodox Church). Η ρήξη άρχισε να θεραπεύεται το 1991-1992 και ολοκληρώθηκε με πλήρη διοικητική επανένωση το 2009, με τη δημιουργία της Μητρόπολης της Νέας Γκράκανιτσας στο πλαίσιο της ενιαίας Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

·         Ο όσιος  τα παραθέτει για να δείξει ότι η Σερβική Εκκλησία ήδη αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ενότητας το 1977. Η συμμετοχή σε μια προβληματική «Οικουμενική» Σύνοδο, κατά την άποψή του, δεν θα βοηθούσε στην επίλυση αυτών των σχισμάτων, αλλά θα δημιουργούσε νέες πληγές σε ένα ήδη τραυματισμένο εκκλησιαστικό σώμα.

Οι προφητικές προειδοποιήσεις του Οσίου Ιουστίνου Ποπόβιτς

Ο Όσιος  προέβλεπε με ακρίβεια τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η Σύνοδος. Το 1977 είχε προειδοποιήσει για σχίσματα, αιρέσεις, απώλεια ψυχών και νέες πληγές. Το 2016 στην Κρήτη, η Σύνοδος δεν ήταν πραγματικά πανορθόδοξη, καθώς απουσίαζαν τέσσερις Εκκλησίες: η Αντιόχεια, η Γεωργία, η Βουλγαρία και η Ρωσία. Η Σύνοδος δεν αντιμετώπισε το ζήτημα του οικουμενισμού. Προκλήθηκε βαθύτατος διχασμός στο πλήρωμα της Εκκλησίας και αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της Συνόδου. Το σχίσμα Μόσχας-Κωνσταντινουπόλεως ενισχύθηκε, οδηγώντας στο μεγάλο σχίσμα του 2018.

Ο Όσιος  κατηγορούσε τη διαδικασία προετοιμασίας ως τεχνητή δημιουργία θεμάτων αντί για αντιμετώπιση αιρέσεων, δανεισμένη από το Βατικανό, αφού η μεθοδολογία του Βατικανού Β' αποτέλεσε πρότυπο, και ως ανθρωπιστικό θεματολόγιο ξένο προς την πατερική παράδοση. Η Σύνοδος της Κρήτης επιβεβαίωσε αυτές τις κριτικές, καθώς τα θέματα ήταν κυρίως κοινωνικά και διοικητικά, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση δογματικών προκλήσεων.

Είχε επισημάνει ότι οι αντιπροσωπείες δεν εκφράζουν το πλήρωμα της Εκκλησίας. Στην Κρήτη, η απουσία τεσσάρων Εκκλησιών, που αντιστοιχούσαν σχεδόν στο ένα τρίτο του ορθόδοξου κόσμου, και η παρουσία «παρατηρητών» αιρετικών ομολογιών επιβεβαίωσαν αυτή την κριτική.

Το υπόμνημα του Ποπόβιτς δεν είναι απλώς ένα ιστορικό κείμενο του 1977. Είναι μια προφητική καταγγελία του εγχειρήματος που κατέληξε στη Σύνοδο της Κρήτης.

 

 

 ---------------------------------------------------------

 

ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ : ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ

Πανιερώτατε [1],

Προσφάτως ἐπραγματοποιήθη ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» (21-28 Νοεμβρίου 1976). Λαβὼν εἰς χεῖρας καὶ μελετήσας τὰ Πρακτικὰ καὶ τὰς Ἀποφάσεις τῆς Διασκέψεως ταύτης, αἰσθάνομαι τὴν εὐαγγελικὴν ἀνάγκην, ὅπως, κατὰ τὴν συνείδησίν μου, ὡς μέλος τῆς Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καίτοι ὁ ἐλάχιστος ἐκ τῶν λειτουργῶν Αὐτῆς, ἀπευθυνθῶ διὰ τοῦ παρόντος ἱκετευτικοῦ ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ δι’ Ὑμῶν πρὸς τὴν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ὀρθοδόξου Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρων τὰς διαπιστώσεις καὶ παρατηρήσεις μου ὡς πρὸς τὴν προετοιμασίαν τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου. Παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ τοὺς λοιποὺς Πανιερωτάτους Ἀρχιερεῖς, ὅπως μετ’ εὐαγγελικῆς ἀγάπης καὶ προσοχῆς ἀκούσητε τὴν φωνὴν ταύτην μιᾶς ὀρθοδόξου συνειδήσεως, τοσούτω μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ φωνὴ αὕτη, δόξα τῷ Θεῷ, σήμερον οὐδόλως εἶναι μία, οὔτε ἀπομονωμένη εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον, προκειμένου περὶ τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου.

Ἐκ τῶν Πρακτικῶν καὶ τῶν Ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς νῦν ὀνομαζομένης «Πρώτης Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως», λαβούσης χώραν, – ἀγνοῶ διὰ ποιὸν λόγον – ἐν Γενεύῃ, ὅπου μόλις ὀλίγαι ἑκατοντάδες ὀρθοδόξων ὑπάρχουν, φαίνεται ὅτι αὕτη ἔχει ἀποφασίσει καὶ ἑτοιμάσει ἕνα καινούργιο κατάλογον τῶν θεμάτων διὰ τὴν μέλλουσαν «Μεγάλην Σύνοδον» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν λόγῳ πρόσφατος Διάσκεψις δὲν ὑπῆρξε πλέον μία ἐκ τῶν λεγομένων «Πανορθοδόξων Διασκέψεων», ὅπως ἦσαν αἱ Διασκέψεις τῆς Ρόδου καὶ αἱ μετ’ αὐτάς, οὔτε πάλιν ὑπῆρξεν ἡ οὕτω καλουμένη «Προσύνοδος», διὰ τὴν ὁποίαν μέχρι πρὸ τινὸς εἰργάζοντο, ἀλλ’ ἦτο ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις», εἰσερχομένη πλέον εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀμέσου προετοιμασίας τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ Διάσκεψις αὕτη δὲν εἰργάσθη πλέον βάσει τοῦ προτέρου “Καταλόγου θεμάτων”, ὁρισθέντος εἰς τὴν Α΄ Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Ρόδου τὸ 1961, καὶ παραμείναντος ὑπὑπεξεργασίαν μέχρι καὶ τοἔτους 1971, ἀλλά προέβη εἰς «ἀναθεώρησιν» ἐκείνου καὶ καθώρισε νέον, ἰδικόν της, «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Σύνοδον. Ἐν τούτοις, φαίνεται ὅτι οὔτε αὐτός εἶναι ὁ τελικὸς κατάλογος, ἀλλ’ ἐνδέχεται μάλλον νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτός ἀλλαγὴν τινα ἢ νὰ συμπληρωθῇ.

Ἡ Διάσκεψις ἔχει περαιτέρω ἀναθεωρήσει καὶ τὴν ἕως προσφάτως τηρουμένην «μεθοδολογίαν» ἐπεξεργασίας καὶ τελικῆς προετοιμασίας θεμάτων διὰ τὴν Σύνοδον, συντομεύσασα τὴν ὅλην «διαδικασίαν», λόγῳ τῆς καταφανοῦς σπουδῆς καὶ βίας ὡρισμένων πρὸς σύγκλησιν τῆς Συνόδου ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Διότι, κατὰ τὴν κατηγορηματικὴν τοῦ προεδρεύοντος εἰς τὴν Διάσκεψιν ταύτην μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουυπόλεως καἄλλοι ἐπείγονται, ἵνα «τὸ ταχύτερον συγκληθῇ» καὶ πραγματοποιηθἡ μέλλουσα Σύνοδος.

Ἡ Σύνοδος, λέγεται, πρέπει νὰ εἶναι «βραχείας διαρκείας», νὰ ἀπασχοληθῇ «μὲ περιορισμένον ἀριθμὸν θεμάτων», καὶ ἀκόμη, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Μελίτωνος, «ἡ Σύνοδος πρέπει νἐγκύψῃ εἰς φλέγοντα προβλήματα παρακωλύοντα τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν συνειρμοῦ τοῦ συστήματος τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς μιᾶς ἑνιαίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας…» (Πρακτικά, σ. 55).

Ταῦτα πάντα θέτουν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἐρώτημα : Τί πρέπει νὰ σημαίνουν ὅλα αὐτά; Πρὸς τί δὲ αἐσπευσμέναι αὗται ἐνέργειαι; Καὶ ποὁδηγοῦν αὐταί;

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς συγκροτήσεως νέας «Οἰκουμενικῆς Συνόδου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὔτε νέον οὔτε πρόσφατον εἶναι κατὰ τὸν παρόντα ἡμέτερον αἰῶνα τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα ἀνεκινήθη ἤδη ἐπὶ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου Μεταξάκη – γνωστοῦ ὡς ὑψηλόφρονος “μοντερνιστοῦ” καὶ μεταρρυθμιστοῦ, ἐξ οὗ καὶ σχισματοποιοἐν τὈρθοδοξί – καὶ δὴ εἰς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συγκληθὲν ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1923 οὕτω καλούμενον “Πανορθόδοξον Συνέδριον”…

Μετὰ τὸν Β’ Παγκόσμιον πόλεμον ἦλθεν εἷς τὸ προσκήνιον ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας καὶ συνεκάλεσε τὰς ἐν Ρόδῳ «Πανορθοδόξους Διασκέψεις». Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, ἡ ὁποία ἔγινε τῷ 1961, ἀνεκίνησε καὶ πάλιν τὸ θέμα τῆς προετοιμασίας τῆς «Πανορθοδόξου Συνόδου», ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ γίνη προηγουμένως μία «Προσύνοδος», καὶ ἐνέκρινε τὸν ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Κωνσταντινούπολεως ὑποβληθέντα τότε ἕτοιμον «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Προσύνοδον.

Εἶναι ὁ γνωστὸς «Κατάλογος θεμάτων τῆς Ρόδου» : ὀκτὼ μεγάλα κεφάλαια, περιέχοντα τεσσαράκοντα περίπου κύρια θέματα καὶ διπλάσιον ἀριθμὸν παραγράφων καὶ ὑποπαραγράφων. Μετὰ τὰς ἐφεξῆς Διασκέψεις τῆς Ρόδου, τὴν Β’ (1963) καὶ τὴν Γ’ (1964), ἠκολούθησεν ἡ «Διάσκεψις τοῦ Βελιγραδίου» τῷ 1966.

Αὕτη κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐπωνομάσθη «Τετάρτη Πανορθόδοξος Διάσκεψις», ὕστερον δὲ ὑπεβιβάσθη ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸ ἐπίπεδον «Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς», διὰ νὰ καταλάβῃ ἀντ’ αὐτῆς τὴν θέσιν καὶ τὴν ὀνομασίαν τῆς «Τετάρτης Πανορθοδόξου Διασκέψεως» ἡ ἑπομένη διάσκεψις, λαβοῦσα χώραν ἐπὶ τοῦ «ἐδάφους» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (εἰς τὸ «ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης) τὸ ἔτος 1968. Εἰς αὐτὴν τὴν Δ’ Διάσκεψιν τῆς Γενεύης ἔσπευσαν οἱ ὀργανωταὶ αὐτῆς, μᾶλλον ὡς ἐξ ἀνυπομονησίας, ὅπως συντομεύσουν τὴν πρὸς Οἰκουμενικὴν Σύνοδον πορείαν των, διὸ καὶ λαβόντες εἰς χεῖρας τὸν ὑπέρογκον καὶ ἀσυνάρτητον Κατάλογον τῆς Ρόδου (κατασκεύασμα, σημειωθήτω πάλιν, αὐτῶν τῶν ἰδίων, οὐχὶ ἑτέρου τινός), ἐπέλεξαν καὶ ἐχώρισαν ἐξ αὐτοῦ «τὰ πρῶτα ἕξ θέματα» πρὸς συντομωτέραν ἐπεξεργασίαν, ὥρισαν δὲ ἐν ταύτῳ καὶ νέαν «διαδικασίαν» ἐργασίας καὶ προετοιμασίας.

Εὐκαιρίας δοθείσης, ἐσχηματίσθη τότε καὶ ἕν νέον σῶμα, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἡ Διορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή». Αὕτη θὰ ἐφρόντιζε περὶ τοῦ «συντονισμοῦ» τῆς ἐπεξεργασίας τῶν θεμάτων.

Ταυτοχρόνως συνεστήθη καὶ ἡ «Γραμματεία ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου», δηλαδὴ διωρίσθη εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινούπολεως εἷς ἐπίσκοπος τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὡς γραμματεύς, ἔχων ἕδραν τὸ εἰρημένον Κέντρον ἐν Σαμπεζύ Γενεύης, ἐνῶ ἀπερρίφθησαν αἱ προτάσεις περὶ ἐντάξεως καὶ συμμετοχῆς καὶ ἄλλων ὀρθοδόξων μελῶν, προερχομένων ἐκ τῶν ὑπολοίπων ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἰς τὴν ἐν λόγῳ «Γραμματείαν». Ἡ «Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ» καὶ ἡ Γραμματεία ἐπραγμάτωσαν τὴν συνεδρίαν των, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κωνσταντινούπολεως, εἰς τὸ αὐτὸ κέντρον τῆς Γενεύης, κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1971.

Εἰς τὴν συνεδρίαν αὐτὴν ἐθεωρήθησαν ἀπὸ κοινοῦ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἕτοιμαι εἰσηγήσεις ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ἕξ θεμάτων, «ἐνηρμονίσθησαν» καὶ «ἐνεκρίθησαν» πρὸς δημοσίευσιν εἰς περισσοτέρας γλώσσας. Δημοσιευθεῖσαι δέ, συνήντησαν – ὡς καὶ ὅλη γενικῶς ἡ μέχρι τότε ἐργασία ἐπὶ τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου καὶ τῶν θεμάτων αὐτῆς – αὐστηρὰν μέν, ἀλλ’ ὀρθὴν κριτικὴν ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων.

Αἱ γενόμεναι κριτικαὶ αὗται τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων (εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκει καὶ τὸ σχετικὸν Ὑπόμνημά μου, ἀπευθυνθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, ἀρχὰς Μαΐου 1971, διὰ τῆς Ὑμετέρας Πανιερότητος πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας, ἐπιδοκιμασθὲν καὶ ὑποστηριχθὲν ὑφ’ Ὑμῶν, κατόπιν δὲ καὶ ὑπὸ ἀρκούντως ἀξιολόγου ἀριθμοῦ ἐπιφανῶν ὀρθοδόξων θεολόγων, οὕτως ὥστε νὰ δημοσιευθῇ τοῦτο εἰς περισσοτέρας γλώσσας καὶ χώρας τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου) φαίνεται ὅτι ἐπέδρασαν, ὥστε ἡ ἀπόφασις τῆς προμνηστευθείσης Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Γραμματείας περὶ τῆς ταχείας συγκλήσεως τῆς «Πρώτης Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως» κατὰ τὸ ἔτος 1972 εἰς τὴν Γενεύην, πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Καταλόγου τῆς Ρόδου, νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τῆς τακτῆς προθεσμίας, ἂλλ’ ἀρκούντως καθυστερημένως, καὶ μάλιστα μόλις προσφάτως.

Καὶ ἰδού, αὕτη ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» ἐπραγματοποιήθη, λοιπὸν, μόλις τὸν Νοέμβριον 1976 (ἐπὶ τοῦ «ἐδάφους» καὶ πάλιν τῆς Κωνσταντινούπολεως, εἰς τὴν Γενεύην, ὅπου οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοὶ εἶναι ἐλάχιστοι). Ὅπως δὲ φαίνεται ἐκ τῶν νεωστὶ δημοσιευθέντων (κείμενον πολυγραφημένον) Πρακτικῶν καὶ Ἀποφάσεων τῆς Διασκέψεως, τὰς ὁποίας, καθὼς εἶπον, ἐμελέτησα, αὕτη «ἀναθεώρησε» τὸν Κατάλογον τῆς Ρόδου κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον : αἱ συμμετασχοῦσαι ἀντιπροσωπεῖαι ἐψήφισαν διὰ τῶν ἐπιτροπῶν των δέκα μόνον θέματα διὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον (εἰς τὰ ὁποῖα συμπεριελήφθησαν μόνον τρία ἐξ ἐκείνων τῶν προηγουμένων ἕξ θεμάτων!), ἐνῶ ἄλλα τριάκοντα περίπου θέματα, μὴ ψηφισθέντα ὁμοφώνως, «παραπέμπονται εἰς ἰδιαιτέραν μελέτην τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν» ὡς «προβληματολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (κατ’ οὐσίαν, ὅμως, ἐντελῶς ξένην πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν), οὕτως ὥστε καὶ τὰ θέματα ταῦτα δύνανται «νὰ τύχωσι μελλοντικῆς διορθοδόξου ἐξετάσεως» καὶ νὰ ἐνταχθοῦν ἴσως εἰς τὸν νέον τοῦτον Κατάλογον (Πρακτικά, σσ. 186-188 ).

Ἡ Διάσκεψις αὕτη, ὡς εἴπομεν ἤδη, ἤλλαξεν ἐπίσης τὴν «διαδικασίαν» καὶ τὴν «μεθοδολογίαν» τῆς ἐπεξεργασίας τῶν θεμάτων – καὶ ἄρα καὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἀγωνίζονται οἱ ἐν Κωνσταντινούπολει καὶ ἀλλαχοῦ ὀργανωταὶ της, ὅπως συγκληθῇ «τὸ ταχύτερον δυνατὸν» καὶ γίνη «βραχείας διαρκείας».

Ἐξ ὅλων, ὅμως, αὐτῶν φαίνεται σαφῶς εἰς ἕκαστον νηφάλιον ὀρθόδοξον Χριστιανόν, μάλιστα δὲ εἰς τὸν ὀρθόδοξον θεολόγον, ὅτι ἡ Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις οὐδὲν τὸ πραγματικῶς νέον καὶ οὐσιαστικὸν ἔχει πράξει ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά συνεχίζει μόνον τὴν δημαγωγίαν τῶν πρὸ αὐτῆς διασκέψεων, παρασύρουσα καὶ αὐτή πολλὰς ὀρθοδόξους ψυχὰς καὶ συνειδήσεις εἰς νέους λαβυρίνθους φιλοδοξιῶν ὡρισμένων ἀνθρώπων, πρὸς χάριν τῶν ὁποίων φιλοδοξιῶν καὶ ἑτοιμάζεται κυρίως, ὡς φαίνεται, ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1923 Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τῆς πρός αὐτὴν πορείας σήμερον ἐπιταχυνομένης καὶ συντομευομένης.

Ὅλη αὐτή ἡ μέχρι τοῦδε παρουσιαζομένη «προβληματικὴ» καὶ «προβληματολογία» περὶ τὰ «θέματα» τῆς μελλούσης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ἀστάθεια καὶ τὸ εὐμετάβλητον τῶν τρόπων τῆς ἐξευρέσεως, τῆς διατυπώσεως καὶ τῆς τεχνητῆς «καταλογογραφήσεως» αὐτῶν, ἔπειτα δέ, ὡς ἐκ τούτου, αἱ ἀλλεπάλληλοι ἀλλαγαὶ καὶ «ἀναθεωρήσεις», ὅλα αὐτά, διὰ μίαν εἰλικρινή ὀρθόδοξον συνείδησιν, δεικνύουν καὶ ἀποδεικνύουν ἕν μόνο πράγμα : τὸ ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει σοβαρόν, πραγματικὸν καἀνεπίδεκτον ἀναβολῆς θέμα, τὁποῖον θἤξιζε νἀποτελέσῃ λόγον συγκλήσεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξου Ἐκκλησίας.

Ἐὰν, ὅμως, πράγματι ὑπάρχη θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἤξιζε νὰ ἀποτελέσῃ λόγον συγκλήσεως καὶ συνελεύσεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τότε εἶναι φανερόν, ὅτι τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς τοιούτου θέματος δὲν ἔχουν συνειδητοποιήσει οἱ μέχρι τοῦ νῦν πρωτοπόροι, εἰσηγηταί, ὀργανωταὶ καὶ ρυθμισταὶ τῶν ἐν λόγῳ «διασκέψεων», οἱ καὶ συντάκται τῶν προγενεστέρων καὶ τῶν νεωτάτων «καταλόγων θεμάτων» αὐτῶν.

Διότι, ἂν τὸ πράγμα δὲν ἔχῃ οὕτω, πῶς ἐξηγεῖται τότε ἡ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινούπολεως τοῦ ἔτους 1923, διὰ μέσου τῆς Διασκέψεως τῆς Ρόδου τοῦ 1961 καὶ ἕως καὶ τῆς τελευταίας Διασκέψεως τῆς Γενεύης τοῦ 1976 συνεχὴς ἀλλαγὴ τοῦ “θεματολογίου” καὶ τῆς “προβληματολογίας” τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Συνόδου; Πῶς ἐξηγεῖται, συγκεκριμένως, ἡ συνεχὴς μεταβολὴ τοῦ ἀριθμοῦ, τῆς κατατάξεως καὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐν τῷ Καταλόγῳ θεμάτων, καθὼς καὶ ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἀλλαγὴ τῶν κριτηρίων κατὰ τὴν ἐξεύρεσιν καὶ τὴν ἐπιλογὴν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταστοῦν ἀντικείμενον ἀπασχολήσεως ἑνὸς τόσον μεγάλου καὶ τόσον μοναδικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ὅπως ἦτο καὶ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἑκάστη Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;

Εἰς τὴν πραγματικότητα ἀποκαλύπτεται καἐκδηλοῦται διὰ πάντων τούτων, ὄχι ἁπλῶς ἔλλειψις συνεπείας καὶ σταθερότητος, ἀλλά καἔκδηλος ἀνικανότης καἡ παχυλὴ περὶ τὴν Ὀρθοδοξίαν ἄγνοια ἐκείνων, οὁποῖοι τώρα, εἰς τόσον ἐμπερίστατον κατάστασιν, θέλουν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον νἐπιβάλουν εἰς τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας μίαν ἰδικήν των «σύνοδον». Φανεροῦνται, ἄλλοις λόγοις, ἄγνοια καἀνικανότης αὐτῶν νὰ αἰσθανθοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν, τί ἐσήμαινε καὶ τί ὄντως σημαίνει μία ἀληθινὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος διὰ τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὸ ταύτης χριστεπώνυμον πλήρωμα τῶν πιστῶν.

Διότι, ἐὰν ἠσθάνοντο καὶ κατενόουν τοῦτο, θὰ ἐγνώριζον τότε πρὸ πάντων ὅτι εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ εἰς τὴν ζωὴν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὐδέποτε καὶ οὐδεμία Σύνοδος – πόσο δὲ μᾶλλον τοιοῦτον πνευματικόν, χαρισματικόν, πεντηκοστιανόν γεγονός, ὅπως εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας – ἐξεύρισκε καἐπενόει τεχνητῶς τὰ θέματα, διὰ νὰ συνέλθῃ καὶ συνεδριάσῃ, καὅτι οὐδέποτε συνεκρότησε τὰς ἐκ τῶν προτέρων ἐπιβεβλημένας πλείστας ὅσας «διασκέψεις», «συνέδρια», «προσυνόδους» καὶ παρομοίας πρὸς αὐτὰς τεχνητὰς συνελεύσεις, ξένας ἐντελῶς καἀγνώστους εἰς τὴν ὀρθόδοξον συνοδικὴν παράδοσιν. (Διότι, αἱ «διασκέψεις», τὰ «συνέδρια» καὶ τὰ τοιαῦτα εἶναι μᾶλλον ἁπλαί ἀπομιμήσεις τῶν συνελεύσεων τῶν δυτικῶν ὀργανώσεων, ἀπομεμακρυσμένων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοἢ καὶ ξένων πρὸς αὐτήν).

Τυγχάνει ἀναμφισβήτητον ἱστορικὸν γεγονός ὅτι αἍγιαι καὶ θεοσύλλεκτοι Σύνοδοι τῶν Ἁγίων καὶ θεοφωτίστων Πατέρων εἶχον πάντοτε ἐνώπιον των ἕν συγκεκριμένον πρόβλημα, τὸ πολὺ δὲ δύο ἢ τρία προβλήματα, τεθειμένα ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας ἐκ μέρους τῶν μεγάλων αἱρέσεων καὶ σχισμάτων καὶ γενικῶς ἐκείνων, οὁποῖοι διέστρεφον τὴν ὀρθὴν πίστιν, ἔσχιζον καὶ διέσπων τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καἔθετον εἰς κίνδυνον τὴν σωτηρίαν τῶν πιστῶν, τὴν σωτηρίαν τοῦ εὐσεβοῦς καὶ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὁλοκλήρου τῆς κτίσεως.

Διὰ τοῦτο, αἍγιαι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, εἶχον πάντοτε χριστολογικόν, σωτηριολογικόν, ἐκκλησιολογικόν χαρακτήρα, τὸ δὲ γεγονὸς τοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ κεντρικὸν των θέμα καὶ τὸ κύριον εὐαγγέλιόν των ἦτο πάντοτε : ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς καἐν αὐτῷ σωτηρία μας, ἐν αὐτῷ θέωσίς μας.

Ναί, μάλιστα : Αὐτὸς – ὁ Μονογενὴς καὶ Ὁμοούσιος τῷ Θεῷ Πατρί Υἱὸς Ἀγαπητός, ὁ σαρκωθείς καὶ ἐνανθρωπήσας δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, Αὐτὸς – ὅλος ἐν τῷ σώματι τῆς Ἐκκλησίας, Αὐτὸς – ἡ αἰωνία θεία Κεφαλὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, Αὐτὸς – ὅλος παρὼν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Αὐτοῦ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ διὰ τῆς ὀρθῆς = ὀρθοδόξου εἰς Αὐτὸν πίστεως : Αὐτός, καὶ μετ’ Αὐτοῦ ὅλον τὸ θεανθρώπινον ἔργον Αὐτοῦ, ἡ θεία Θεανθρωπίνη Οἰκονομία Αὐτοῦ, ἡ θεανθρωπίνη Ἐκκλησία Αὐτοῦ, διὰ τὴν σωτηρίαν καὶ θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου.

Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθῶς ὀρθόδοξος, ἀποστολικο-πατερική θεματολογία, ἡ μόνιμος ἀνὰ τοὺς αἰῶνας θεματολογία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, θεματολογία, ἰσχύουσα δι’ ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ δι’ ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ χρόνους – τοὺς παρελθόντας, τοὺς παρόντας καὶ τοὺς μέλλοντας.

Αὕτη, καὶ μόνον αὕτη, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ καὶ τὸ θέμα τῆς ἐνδεχομένης μελλούσης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι οἱ σχολαστικο-προτεσταντικοί «κατάλογοι θεμάτων», οὁποῖοι οὐδεμίαν οὐσιαστικὴν σχέσιν ἔχουν μὲ τὴν ἐμπειρίαν καὶ τὴν πνευματικὴν ζωὴν τῆς ἀποστολικο-πατερικῆς Ὀρθοδοξίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς ἀναιμικὰ οὑμανιστικὰ θεωρήματα. Ἡ θεανθρωπίνη καὶ ἀθάνατος καθολικότης καὶ συνοδικότης (sobornost) τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν της Συνόδων ἔγκειται εἰς τὸ καθολικὸν παμ-περιεκτικόν Πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου καὶ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἑδραζομένη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κεντρικοῦ, καθολικοῦ, ὀρθοδοξοσυνοδικοῦ πραγματικοῦ θέματος, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μοναδικοῦ θεααθρωπίνου μυστηρίου, ἐπ’ αὐτῆς τῆς θεανθρωπίνης πραγματικότητος, ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιοῦνται καὶ ἵστανται πᾶσαι αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοί της καὶ πᾶσαι αἱ ἱστορικαὶ πραγματικότητές της, ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία πρέπει ἄρα καὶ σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ μοναδικοῦ θέματος νὰ παρέχῃ τὴν μαρτυρίαν της ἐνώπιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὄχι νὰ ἐνασχολῆται περὶ τὸ σχολαστικο-προτεσταντικόν ἀνθρωπιστικὸν θεματολόγιον, περὶ τοὁποίου κόπτονται αἐκκλησιαστικαὶ «ἀντιπροσωπεῖαι» καὶ οἱ «ἀντιπρόσωποι» τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἢ τῆς Μόσχας, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται κατὰ τὴν πικρὰν ταύτην καὶ κρίσιμον στιγμὴν «ὡς ἀρχηγοὶ καὶ ἐκπρόσωποι» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸν κόσμον.

Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς προσφάτου «Προσυνοδικῆς Διασκέψεως» τῆς Γενεύης, καθὼς καὶ εἰς προηγουμένας παρομοίας περιπτώσεις, φαίνεται καθαρῶς ὅτι αἱ «ἐκκλησιαστικαἀντιπροσωπεῖαι» τῆς Κωνσταντινούπολεως καὶ τῆς Μόσχας δὲν διαφέρουν οὐσιαστικῶς ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν προβληματολογίαν καὶ τὰ θέματα, τὁποῖα προτείνουν ὡς λόγον συγκλήσεως τῆς μελλούσης Συνόδου. Ἀμφότεραι ἔχουν τὰ αὐτὰ περίπου θέματα, τὴν αὐτὴν σχεδὸν γλῶσσαν, τὴν αὐτὴν νοοτροπίαν, τὰς αὐτὰς φιλοδοξίας. Ἀλλά, τοῦτο οὔτε τυχαῖον εἶναι, οὔτε ἀπροσδόκητον. Διότι, ποῖον ἀκριβῶς «ἀντιπροσπεύουν» αἱ «ἀντιπροσωπεῖαι» αὗται εἰς τὴν Γενεύην καὶ ἀλλαχοῦ; Ποίας Ἐκκλησίας καὶ ποῖον λαὸν τοῦ Θεοῦ ἐκπροσωποῦν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν;

Ἡ ἐμφανιζομένη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πλειονότης σχεδὸν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ τόσον ἐπιμόνως ἐπιβάλλουσα ἑαυτήν εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς πανορθοδόξους συνελεύσεις, ἀποτελεῖται κυρίως ἐκ τιτουλαρίων μητροπολιτῶν καὶ βοηθῶν ἐπισκόπων, ἄρα ἐκ ποιμένων ἄνευ ποιμνίου καὶ συνεπῶς ἄνευ τῆς συγκεκριμένης ποιμαντικῆς εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θεόθεν ἐμπιστευθέντος εἰς αὐτοὺς ποιμνίου.

Ὅθεν διερωτᾶται τις : ποῖον ἀντιπροσωπεύει καὶ ποῖον θὰ ἀντιπροσωπεύῃ εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ συγκληθῇ Σύνοδον; Μεταξὺ τῶν ἐπισήμων ἐκπροσώπων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἐμφανίζονται, εἰ μὴ λίαν σπανίως οἱ Ἱεράρχαι τῶν ἑλληνικῶν νήσων, ὅπου ὑπάρχει ζωντανὸν ὀρθόδοξον ποίμνιον˙ ἀπουσιάζουν, μάλιστα, κατὰ κανόνα σχεδόν, καὶ οἱ Ἕλληνες ἢ μὴ ἱεράρχαι τῶν ἐπισκοπῶν Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς καὶ ἀκόμη πολλῷ μᾶλλον εἶναι αἰσθητή ἡ ἀπουσία τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων τοῦ ἐξωτερικοῦ – Ρώσσων, Ἀμερικανῶν, Ἰαπώνων, Μαύρων καὶ οὕτω καθ’ ἕξης – οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὄπισθεν ἑαυτῶν πολυάριθμον ὀρθόδοξον ποίμνιον καὶ δεδοκιμασμένους κληρικοὺς καὶ θεολόγους. Ἀπὸ τῆς ἄλλης πάλιν πλευρᾶς, αἰ νῦν ἀντιπροσωπεῖαι τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἐκπροσωποῦν καὶ παρουσιάζουν ὄντως τὴν ἁγίαν μαρτυρικὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσίας καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, μόνον εἷἰς τὸν Θεὸν γνωστά, ἑκατομμύρια ἐνδόξων μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν τῆς πίστεως; Ἐκ τῶν ὅσων δηλοῦν καὶ ὑπερασπίζουν οἱ “ἀντιπρόσωποι” τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ὁσάκις ἐξέρχονται ἐκ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως εἰς τὸν ὑπόλοιπον κόσμον, γίνεται φανερόν ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι φορεῖς καὶ ἑρμηνευταὶ τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος καὶ στάσεως ὁλοκλήρου τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ πιστοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου της. Διότι, συνήθως προτιμοῦν τὰ τοῦ Καίσαρος ἔναντι τῶν τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ – ὡς γνωρίζομεν οἱ ὀρθόδοξοι – τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου ἔχουν ὡς ἑξῆς : «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἀνθρώποις» (Πράξ. 5, 29).

Καὶ ἐπὶ πλέον, εἶναι ἄραγε καθόλου ὀρθὴ καὶ ὀρθόδοξος αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ «ἀντιπροσώπευσις» καὶ «παρουσία» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως συνέβαινε μέχρι τοῦδε εἰς τὰς Πανορθοδόξους Διασκέψεις τῆς Ρόδου καὶ τῆς Γενεύης; Οἱ Κωνσταντινουπολῖται εἰσηγηταὶ καὶ πρωταγωνισταὶ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς τῆς “ἐκπροσπήσεως” τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὰς Συνόδους, καὶ ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλά καὶ ὅλοι οἱ ἀποδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν θεωρίαν τῶν εἰσηγητῶν της, εἶναι σύμφωνος πρὸς “τὸ σύστημα τῶν Αὐτοκεφάλων καὶ Αὐτονόμων” τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἔχουν, φαίνεται, λησμονήσει ὅτι αὕτη εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν συνοδικὴν παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὴν ἐν λόγῳ ἀρχὴν ἔχουν, δυστυχῶς, ἀσπασθῆ καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ὀρθόδοξοι ἀντιπροσωπεῖαι, ἀφοῦ σιωπηρῶς ἢ κατόπιν ἁπλῶν, γυμναῖς ταῖς λέξεσιν, διαμαρτυριῶν ἀπεδέχθησαν τοιούτου εἴδους «ἀντιπροσπέυσιν» ζωντανῶν, μὰ καὶ πολυπληθῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων, ὅμως, εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις δὲν ἔρχονται ὡς ἀντιπρόσωποι οἱ πραγματικοὶ ποιμένες καὶ Ἐπίσκοποι, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ φωνὴ καὶ ἡ συνείδησίς των, ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως των καὶ ἡ ἐμπειρία τοῦ μαρτυρίου των, δὲν δύνανται νὰ ἀκουσθοῦν καὶ νὰ εἰσακουσθοῦν, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ τοιούτου εἴδους τῆς «ἀντιπροσπεύσεως» καὶ τῆς τοιαύτης συνθέσεως τῶν «ἀντιπροσπειῶν».

Ἐλησμονήθη, φαίνεται, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, κατὰ τὴν φύσιν της καὶ κατὰ τὴν ἀναλλοίωτον ἐκκλησιολογικοδογματικήν ὑπόστασιν καὶ δομὴν της, εἶναι ἐπισκοπικὴ καὶ ἐπισκοποκεντρική, ἀποτελοῦσα τοιουποτρόπως πραγματικότητα χριστολογικήν. Διότι : Ἐπίσκοπος μετὰ τοῦ περὶ αὐτὸν πληρώματος τῶν πιστῶν εἶναι ἔκφρασις καὶ φανέρωσις τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πράγμα, τὸ ὁποῖον φανεροῦται τὰ μάλιστα εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν. Καὶ ἐπίσης : Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἀποστολική, Καθολικὴ καὶ Συνοδικὴ μόνον διὰ τῶν Ἐπισκόπων της ὡς κεφαλῶν ἢ προϊσταμένων τῶν πραγματικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, τῶν ἐπισκοπῶν. Τὰ δὲ ἱστορικῶς διαμορφωθέντα καὶ διὰ τοῦτο μεταβαλλόμενα καὶ τρεπτά σχήματα καὶ «συστήματα» τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας : τὸ μητροπολιτικόν, τὸ ἀρχιεπισκοπικόν, τὸ πατριαρχικόν, τὸ πενταρχικόν, τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ αὐτόνομον καὶ τἆλλα, καθ’ ὅσον ὑπῆρξαν καὶ καθ’ ὅσον θὰ ὑπάρξουν, δὲν ἔχουν καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν ὁριστικὴν καὶ ἀποφασιστικὴν σημασίαν εἰς τὸ συνοδικὸν σύστημα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἐπὶ πλέον δέ, ταῦτα δύνανται ἐνίοτε νὰ καταντήσουν καὶ ἐμπόδιον εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν καὶ ἔκφρασιν τῆς καθολικότητος ἑκάστης Ἐκκλησίας καὶ τῆς συνοδικότητος ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐμπόδιον δὲ γίνονται, ὅταν δι’ ἑαυτῶν συγκαλύπτουν, παραγκωνίζουν, ἀπωθοῦν εἰς δευτέραν μοίραν ἢ ἀκόμη καὶ ὑποκαθιστοῦν τὸν ἐπισκοπικὸν χαρακτήρα τῆς δομῆς καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ ἀναμφιβόλως, εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἔγκειται μία τῶν βασικῶν διαφορῶν μεταξὺ τῆς ὀρθοδόξου καὶ τῆς παπικῆς ἐκκλησιολογίας

…Εἶναι ἆρά γε ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι σήμερον εἰς θέσιν νὰ παρευρεθοῦν ἐλευθέρως καὶ ἀνεμποδίστως εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καί πράγματι, παροῦσαι, νὰ συμμετάσχουν ἀκολούθως εἰς αὐτήν, χωρὶς νὰ ἐμποδίζωνται ἢ νὰ πιέζωνται ὑπὸ τινος; Καὶ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι πολλῶν ἐξ αὐτῶν, ἰδίως δὲ τῶν ὑπὸ τὰ θεομάχα καθεστῶτα Ἐκκλησιῶν, ὄντως ἐλεύθεροι νὰ ἐκθέσουν καὶ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθόδοξον στάσιν; Εἶναι εἰς θέσιν μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τοὺς μάρτυράς της, νὰ γίνῃ πιστὸς μάρτυς τοῦ σταυροῦ τοῦ Γολγοθᾶ καὶ ἔμπιστος φορεὺς τοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς καθολικῆς καὶ συνοδικῆς συνειδήσεώς της;

Πρὸ τῆς συνελεύσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρέπει νὰ διερωτηθῶμεν : θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ λαλήσῃ εἰς αὐτὴν καὶ νὰ εἰσακουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ἑκατομμυρίων νεομαρτύρων, λευκανθέντων διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Ἀρνίου;

Ἡ ἱστορικὴ πεῖρα καὶ μακραίων πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ εἰς ἡμᾶς τὸ ἑξῆς : ὁσάκις ἡ Ἐκκλησία ἦτο ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ἐκαλεῖτο ἕκαστον μέλος της νὰ μαρτυρήσῃ – καὶ μέχρις αἵματος, ἐφ’ ὅσον ἐχρειάζετο – τὴν ὅλην καὶ καθολικὴν Ἀλήθειάν της, καὶ οὐχὶ νὰ συζητῇ μερικὰ ἐπινοηθέντα θέματα, ἢ νὰ λύῃ ψευδεῖ τῷ τρόπῳ τὰ οὐσιαστικὰ προβλήματα, ἢ νὰ θέλῃ εἰς καταστάσεις θολὰς καὶ διὰ τοὺς ἄλλους δεσμευτικὰς νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν φιλοδοξιῶν του.

Ἴσως πρέπει νὰ ὑπενθυμίσωμεν σήμερον καὶ νὰ κατανοήσωμεν, σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ ἑξῆς γεγονὸς : κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐγίνοντο Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, χωρὶς βεβαίως νὰ σημαίνῃ τοῦτο ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐλειτούργει τότε καὶ δὲν ἀνέπνεε συνοδικῶς. Τοὐναντίον, ἡ περίοδος ἐκείνη τῆς ζωῆς καὶ τῆς δράσεώς της ἦτο ἡ πλέον καρποφόρος καὶ δυναμική. Ὅτε δέ, κατόπιν τούτου, ἐπηκολούθησεν ἡ ἄλλη περίοδος καὶ συνῆλθεν ἡ Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθουν καὶ νὰ παραστοῦν εἰς αὐτὴν καὶ οἱ μάρτυρες ἐπίσκοποι, φέροντες τὰ ἀκόμη νωπὰ τραύματα, τὰ στίγματα καὶ τοὺς μώλωπας τῶν διωγμῶν καὶ τῶν φυλακῶν, δεδοκιμασμένοι ἐν τῷ πυρὶ τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἐκεῖ, ἐνώπιον τῆς Συνόδου τῶν ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν των καὶ ἐνώπιον ὅλης τῆς οἰκουμένης, νὰ δώσουν ἐλευθέρως τὴν μαρτυρίαν των περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὁμολογοῦντες Αὐτὸν ὡς Θεὸν καὶ Κύριον καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων.

Θὰ καταστῇ δυνατὴ καὶ τώρα, κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν τῆς ἱστορίας, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἐκδήλωσις τοῦ αὐτοῦ μαρτυρικοῦ πνεύματος εἰς τὴν ἑτοιμαζομένην Σύνοδον; Θὰ δυνηθοῦν δηλαδὴ καὶ οἱ παρόμοιοι πρὸς ἐκείνους μαρτυρικοὶ Ἐπίσκοποι τῆς ἐποχῆς μας νὰ καρπωθοῦν ἐλευθέραν συμμετοχὴν καὶ ἐλεύθερον λόγον εἰς τὴν Σύνοδον, ὥστε νὰ σκέπτηται αὕτη καὶ νὰ φρονῇ ὄντως ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ ἀποφασίζῃ τῷ ὄντι κατὰ Θεὸν καὶ οὐχὶ κατὰ ἄνθρωπον; Ἡ μήπως θὰ «ἀντιπροσωπευθοῦν» ἁπλῶς ὑπὸ διωρισμένων «ἀντιπροσπειῶν» καὶ τὸν κύριον λόγον θὰ ἔχουν ἀκριβῶς οἱ μὴ ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις τοῦ κόσμου καὶ τοῦ αἰῶνος τούτου;…

Ἂς μνημονεύσωμεν σχετικῶς καὶ τοὺς Ἐπισκόπους ἐκείνους ἐκ Ρωσίας ἐξ ἄλλων ἀθεϊστικοκρατουμένων χωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἢ δὲν θὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα ἐλευθέρως νὰ συμμετέχουν, νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἀποφασίζουν εἰς τὴν Σύνοδον, ἢ δὲν θὰ δυνηθοῦν κἄν νὰ ἐξέλθουν ἐκ τῆς χώρας των καὶ νὰ παραστοῦν εἰς τὴν Σύνοδον. Τί δὲ πρέπει νὰ εἴπωμεν περὶ δυνατότητος νὰ προετοιμασθοῦν καταλλήλως, ὑπὸ ἀνωμάλους συνθήκας, τόσον αὐτοί, ὅσον καὶ αἱ Ἐπισκοπαὶ καὶ Ἐκκλησίαι των, δι’ ἕν τόσο μέγα καὶ σπουδαῖον γεγονὸς, ὅπως εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος;

Δὲν εἶναι, λοιπὸν, ὅλα αὐτὰ ἐπαρκής ἀπόδειξις καὶ τεκμήριον ὅτι εἰς τήν ἑτοιμαζομένην Σύνοδον δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδησις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος (ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτὸς ὁ λαὸς καὶ οἱ πραγματικοὶ ποιμένες του «ἀντιπροσωπεύονται» ὑπὸ ἄλλων), ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐμποδισθῇ τὸ πλήρωμα καὶ θὰ ἀποκλεισθῇ, ὅπως ἀπεκλείσθη καὶ ἀπηγορεύθη, κατὰ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Ναϊρόμπυ, ἡ παρουσία καὶ ἡ μαρτυρία ἑνὸς ἐξαιρέτου φορέως καὶ μάρτυρος αὐτῆς τῆς συνειδήσεως του (ἐννοῶ τὸν Σολζενίτσιν);

Ἐνταῦθα ἀφήνω κατὰ μέρος καὶ ἕν ἄλλο ἐρώτημα, τὸ ἐρώτημα δηλαδή, πόσον εἶναι καθόλου ὀρθὸν καὶ εὐαγγελικόν, καθ’ ἣν στιγμὴν αἴρεται ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς καὶ ἡ εἰς Αὐτὸν πίστις ἐπὶ σταυρόν, μεγαλύτερον καὶ φοβερώτερον ὅλων τῶν προηγουμένων εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μαθηταὶ Του νὰ συνέρχωνται εἰς «Συνόδους», διὰ νὰ λύσουν τό πρόβλημα «τὶς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων» καὶ πρῶτος (Λουκ. κβ’ 24)˙ καθ’ ἣν στιγμὴν ζητεῖ ὁ Σατανᾶς, οὐχὶ μόνον τὸ σῶμα, ἀλλά καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, καὶ ἀπειλεῖ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἀνθρωπότητα ὅλην ἡ αὐτοκαταστροφή, οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ νὰ μεριμνοῦν περὶ τῶν αὐτῶν προβλημάτων, – καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, – περὁποίων μεριμνοῦν αἱ σύγχρονοι ἀντιχριστιανικαἰδεολογίαι, αἱ πωλοῦσαι τὸν Ἄρτον τῆς ζωῆς ἀντὶ πινακίου φακῆς!

Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου πάντα τὰ προαναφερθέντα δεδομένα καὶ συνειδητοποιῶν καὶ συναισθανόμενος μετ’ ὀδύνης ψυχικῆς ὅλα τὰ ἀνωτέρω προβλήματα, κυρίως ὅμως τὴν σύγχρονον κατάστασιν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν γενικῶς καὶ εἰς τὴν Σερβικὴν Ἐκκλησίαν εἰδικῶς (ὁμοίως πρὸς τὰς ἄλλας ἐμπερίστατον καὶ χειμαζομένην, ὁμοίως ἔχουσαν πολλὰς ἀδυναμίας καὶ πνευματικὰς πληγάς, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ δύο μέγισται καὶ μέχρι στιγμῆς ἀθεράπευτοι εἶναι τὰ δύο μεγάλα σχίσματα : τὸ μακεδονικὸν σχίσμα ἐν Νοτίῳ Σερβίᾳ καὶ τἄλλο ἐν Ἀμερικῇ, μεταξὺ τῶν Σέρβων τῆς Διασπορὰς) πρὸς τούτοις δὲ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν κατάστασιν εἰς τὸν κόσμον ἐν γένει, ἡ όποία κατάστασις εἰς οὐδὲν οὐσιαστικὸν ἔχει ἀλλάξει ἀπὸ τοῦ χρόνου τοῦ πρώτου ἐκείνου ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Ἁγίαν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας (κατὰ Μάιον τοῦ ἔτους 1971), ἀπευθύνομαι καὶ πάλιν, κατὰ τὴν ὑπαγόρευσιν τῆς συνειδήσεώς μου, διὰ ταύτης τῆς παρακλήσεώς μου καὶ τῆς υἱϊκῆς ἐν προσευχῇ κραυγῆς μου, πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς μαρτυρικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἡμῶν (τῆς Σερβίας) :

ὅπως Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἀπόσχῃ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν προπαρασκευὴν μιᾶς κατ’ ὄνομα «Οἰκουμενικῆς» Συνόδου, ὅλως δἰδιαιτέρως τῆς ἐν αὐτῇ συμμετοχῆς, ἐὰν τελικῶς συνέλθη αὕτη.

Διότι, ἐὰν «προπαρασκευασθῇ» κατὰ τὸν περιγραφέντα τρόπον καὶ συνέλθῃ αὔριον ἢ μεθαύριον, ὅ μὴ γένοιτο, μία τοιαύτη Σύνοδος, ἕν μόνον ἀποτέλεσμα δυνάμεθα νἀναμένωμεν ἐξ αὐτῆς : σχίσματα, ἢ καὶ αἱρέσεις, καὁπωσδήποτε ἀπώλειαν πολλῶν, δυσαριθμήτων ψυχῶν. Θεωρουμένη δὲ ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἀποστολικο-πατερικῆς πείρας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ τοιαύτη Σύνοδος, ἀντὶ θεραπείας τῶν ἤδη ὑφισταμένων δεινῶν, θἀνοίξῃ καὶ νέας πληγὰς καὶ τραύματα ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργοῦσα εἰς αὐτὴν νέα προβλήματα καὶ νέας ταλαιπωρίας.

Ἐξαιτούμενος τὰς ἀποστολικὰς εὐχὰς τῶν Πατέρων τῆς Ἁγίας Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, διατελῶ

ὁ ἀνάξιος ἀρχιμανδρίτης

ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ

πνευματικὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τσέλιε

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Τσέλιε

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν παραμονῶν τῆς ἑορτῆς τοῦ άγίου Γεωργίου 1977


[1] Σχ. βλ. ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος» φ. 303 καί 304 (1978) καί περιοδικό «Θεοδρομία» ΙΗ΄ 1-2 (Ἰανουάριος – Ἰούνιος 2016) 20-32.