Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα IΣΤΟΡΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα IΣΤΟΡΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

Όταν οι Έλληνες φαντάροι στα μετόπισθεν το 1940 έλεγαν Όχι στον δόλιο εχθρό, έλεγαν Ναι στην ιστορία τους

 

 


Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Στο μνήμα του μεγάλου τραγικού Αισχύλου που είχε αδελφό τον Κυναίγειρο (εκείνον που στη μάχη του Μαραθώνα όταν έφευγαν τα περσικά πλοία προσπάθησε να κρατήσει με το χέρι του ένα να μην απομακρυνθεί, κάποιος εχθρός τού το έκοψε και κείνος συνέχισε με το άλλο χέρι κι όταν κι αυτό του το έκοψαν προσπάθησε να κρατήσει το πλοίο με τα δόντια και τον αποκεφάλισαν – αλλά και ο ίδιος ο Αισχύλος ήταν οπλίτης στον Μαραθώνα και ναυμάχος στη Σαλαμίνα δέκα χρόνια αργότερα), στο μνήμα λοιπόν αυτού του τραγικού ποιητή έγραψαν πως ήταν ναυμάχος και πολέμησε μαζί με τους άλλους Ελληνες τους Πέρσες στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα. 

Ο Καβάφης στο ποίημά του «Νέοι της Σιδώνος» αναφέρεται στα πλούσια παιδάρια της μετά τον Αλέξανδρο εποχής που διασκεδάζουν σε «κλαμπ» της Σιδώνος, πόλης πλούσιας και έκδοτης στες ηδονές, όταν πληρώνουν έναν θεατρίνο να τους διαβάζει ερωτικά ποιήματα, εκείνος κάποια στιγμή τους απαγγέλλει το επίγραμμα στον τάφο του Αισχύλου και τα φανατικά για γράμματα εκείνα παιδάρια αγανακτούν που ο ποιητής ναυμάχος σεμνύνεται για τους αγώνες του υπέρ ελευθερίας και όχι για τον Προμηθέα, τον Αγαμέμνονα, τον Ετεοκλή, την Κλυταιμνήστρα και τους άλλους αριστουργηματικούς ήρωες των τραγωδιών του.

Τα φανατικά εκείνα παιδιά που έλεγαν Ναι εν πρώτοις στην ασφάλεια και την ευημερία τους αλλά κυρίως στην παιδεία την εκλεκτική που τους είχε εξασφαλίσει η αλεξανδρινή εκστρατεία δεν μπορούσαν μέσα στην έπαρση και τη χλιδή που ζούσαν πως όφειλαν τα αγαθά που απολάμβαναν στο Οχι που είχαν υψώσει οι πρόγονοί τους. Και το Οχι εκείνο ήταν εν πρώτοις Οχι σε μια ζωή ηττημένη, υπόδουλη, ταπεινωμένη, εξαρτημένη, φορτική σαν ξένη.

Προϋπόθεση για μια ελεύθερη, ανεξάρτητη, δημιουργική, τολμηρή ζωή, μια κοινωνία που να λέει Ναι, να καταφάσκει στην πρόοδο, την αλληλεγγύη, την έμπνευση, την καινοτομία είναι να αρνηθείς, να πεις Οχι στην υποταγή, στη σκλαβιά και στην εξάρτηση από τη βούληση ενός άλλου που σου στερεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.

Το ίδιο δίλημμα ζωής είχαν και οι Mεσολογγίτες πολιορκημένοι. Στερήθηκαν τα πάντα, αισθάνονταν πως τους «πείραζε» ακόμη και το αεράκι που φύσαγε από το βουνό και τους προκαλούσε να πουν Οχι στην πείνα, τη δίψα, τον θάνατο των νηπίων, και ένα Ναι στο φαΐ και σε μια γιορτή και μια παραδοσιακή τελετή.

Ο Μαραθώνας, η Σαλαμίνα, το Μεσολόγγι, το Μανιάκι, η Αλαμάνα (οι Θερμοπύλες παλιότερα), το ολοκαύτωμα στην Κρήτη, το Τεπελένι, το Ρούπελ, η Καισαριανή είναι τόποι τού Οχι στην ταπείνωση και στην υποτέλεια και προϋπόθεση για το Ναι στην αυτόνομη δημιουργία.

Ο Αισχύλος και ο ήρωας αδελφός του ήξεραν πως για να πραγματωθούν τα προσωπικά, ατομικά τους όνειρα, έπρεπε τα «όνειρα να πάρουν εκδίκηση», που λέει ο Ελύτης.

Οταν λοιπόν οι έλληνες φαντάροι αλλά και οι γέροντες και οι γυναίκες και τα παιδιά στα μετόπισθεν το 1940 έλεγαν Οχι στον δόλιο εχθρό έλεγαν Ναι στην ιστορία τους, στις λέξεις τους, στα τραγούδια τους, στους χορούς τους, στη φιλοσοφία ζωής και στη δίψα για παιδεία και δημιουργία.

Το Οχι των Ελλήνων στην Τουρκοκρατία ήταν Οχι στον αφελληνισμό, στην απώλεια της γλώσσας, της πίστης, των ηθών και των παραδόσεων και ήταν Ναι την ίδια στιγμή στη δημιουργία μιας γενναίας ανώνυμης ποίησης και ενός στέρεου παραδοσιακού ιστού.

Οσοι γελοίοι σήμερα μέσα στην ασφάλεια που τους δώρισαν με αγώνες οι πρόγονοι χλευάζουν την παράδοση δεν αντιλαμβάνονται πως παράδοση είναι καθετί που αντέχει και επιβιώνει και προσφέρεται ως σκυτάλη για να επιδοθεί στον επόμενο σκυταλοδρόμο.

Οσα βλακόμουτρα σήμερα χλευάζουν τη λέξη και έννοια πατρίδα δεν αντιλαμβάνονται, οι αστοιχείωτοι, πως, όπως το έχω ξαναθυμίσει στους αμνήμονες, η λέξη πατρίς είναι επίθετο ουσιαστικοποιημένο όταν σιγήθηκε το ουσιαστικό γαία που συνυπήρχαν. Πατρίς γαία. Η γη όπου γεννήθηκε, μόχθησε και τάφηκε ο πατέρας μας, σας, τους!! Μόνο στα πάντα απροσδόκητα ελληνικά δημιουργήθηκε το γλωσσικό υβρίδιο: Μητέρα πατρίδα!!

Άρα λοιπόν τα Οχι των Ελλήνων είναι άρσει θετικά. Αρνούνται κάτι για να θέσουν κάτι σωτήριο στη θέση του. Αρνούμαι τη δουλεία, την εξάρτηση, την ταπείνωση, την αλλοτρίωση, την υποταγή, αποπροσωποίηση για να διασώσω την ελευθερία, τη δημιουργικότητα, την υπερηφάνεια, την αυθεντικότητα, την ανεξαρτησία, την εθνική μου ταυτότητα.

Πάλι θα γαυριάσουν οι ανθέλληνες, θα πουν αυτός μιλάει για εθνική ταυτότητα, όταν εμείς διατυμπανίζουμε πως η έννοια έθνος είναι κατασκευή, ιδεολόγημα, ιστορικό παραμύθι.

Ασ’ τους να λένε και να πληρώνονται οι μισθοί τους από τον έλληνα αγρότη, βοσκό, μάστορα, υπάλληλο, δάσκαλο, στρατιώτη στη σκοπιά που μιλάει τη γλώσσα που του έδωσε ο παππούς του («τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική στις αμμουδιές του Ομήρου» – Ελύτης), το λαδάκι στην κολυμπήθρα και στο καντηλάκι του τάφου που ευλόγησε η Αθηνά και η πατρική ακτή όπου έφτασε ταξιδεύοντας μέσα σε μύριες θάλασσες ο πνιγμένος ναυτικός από τη Σκιάθο για να βρει τη γαλήνη της πατρίδος γαίας, όπως αφηγείται ο Παπαδιαμάντης.

Ο Σεφέρης κάποτε στην Κύπρο σ’ ένα μοναστήρι είδε έναν καλόγερο να γυρίζει το μάγγανο στο πηγάδι, γέρικο ξύλινο μάγγανο, και ν’ ανεβάζει με τον κουβά νερό. Το μάγγανο έτριζε και ο σμυρνιός ποιητής, που είχε ζήσει στα νιάτα του στην πατρική εστία έξω από τη Σμύρνη, ακούγοντας αυτό το τρίξιμο το αποκάλεσε: «Φωνή πατρίδας»!

Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια» εμμέσως αναφέρεται στην πατρίδα ως μυρωδιά, όταν καυχιέται ο Αγαμέμνονας πως έκαψε την Τροία, τη μυρίζει στις μυρωδιές τής χλιδής μιας πόλης που ταξιδεύει στον αέρα.

Φωνή πατρίδας, μυρωδιά πατρίδας, γεύση πατρίδας. Ναι, γεύση. Σκεφτείτε πως η λέξη νόστος (επιστροφή) του Ομήρου και το επίθετο νόστιμος (νόστιμον ήμαρ = η μέρα της επιστροφής στην πατρίδα) έφτασε σε μας να σημαίνει γεύση, αφού ακόμη και στον μακροχρόνια ξενιτεμένο η πατρίδα αποτυπώνεται στις γευστικές μνήμες της μητρικής μαγειρικής.

Στην αλλοτρίωση της φωνής της πατρίδας, της μυρωδιάς των κίτρων (που λέει για τη Ζάκυνθο ο ξενιτεμένος Κάλβος), της γεύσης του πασχαλινού οβελία (για να του τη θυμίσω με παρακαλούσε στη Βουλγαρία ένας Έλληνας φυγάς του Εμφυλίου) λέμε το Οχι μας για να ξαναγυρίσουμε στα Ναι της οδού που αρχίζει από το λίκνο και καταλήγει στον τάφο.

Ας μη μου δώσει η μοίρα μου / εις ξένη γην τον τάφο. / Είναι γλυκός ο θάνατος / μόνον όταν κοιμώμεθα εις την πατρίδα.

Κάλβος

Αυτοί οι ποιητές θα είναι πάντα οι εφιάλτες των εγχώριων ανθελλήνων

*Δημοσιογράφος – συγγραφέας

 

 

Πηγή: Τα Νέα

 


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

Ο παραλογισμός των δανειστών μας οφείλεται στο ασίγαστο μίσος τους εναντίον της Ρωμηοσύνης.


visit counter

Φώτης Μιχαήλ


κατάλογος.jpg
Θρίλερ διαρκείας στις Βρυξέλλες
Στις 25 Ιουνίου 2015, γράφει το Βήμα: "Θρίλερ διαρκείας στις Βρυξέλλες με άγνωστο φινάλε".(1)
Τι είναι άραγε αυτό, που έχει μετατρέψει τις διαπραγματεύσεις σε θρίλερ και το φινάλε αυτών των διαπραγματεύσεων το έχει καταστήσει άγνωστο;
Είναι μονάχα τα νούμερα των δήθεν οφειλόμενων ποσών ή μήπως είναι κάτι άλλο, εντελώς άσχετο με τα μεγέθη τα καθαρώς οικονομικά;
Την ίδια απορία εξέφρασε και ο Πρωθυπουργός μας, ο οποίος φανερά εκνευρισμένος δήλωσε τα εξής: "Είτε δεν θέλουν συμφωνία είτε εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα".(2)
Και γιατί άραγε να μην θέλουν συμφωνία; Και ποια είναι αυτά τα άδηλα συμφέροντά τους, εξ αιτίας των οποίων οδηγείται στον αφανισμό ένας ολόκληρος Λαός;
Η απάντηση είναι απλή και μάλιστα ιστορικά κατ’ επανάληψη βεβαιωμένη.
Ο παραλογισμός των δανειστών μας δεν οφείλεται ούτε στο μέγεθος των δήθεν οφειλομένων χρημάτων ούτε στην οποιαδήποτε δυσκαμψία των δικών μας πολιτικών εκπροσώπων.
Οφείλεται ξεκάθαρα στο ασίγαστο μίσος τους εναντίον της Ορθόδοξης Ελληνικότητας. Εναντίον της Ρωμηοσύνης.
Το μίσος των Δυτικών εναντίον μας, γράφει ο  Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, δεν είναι κάτι το καινοφανές.(3)  
Αρχίζει από τα χρόνια της έβδομης Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.) και οφείλεται όχι βέβαια σε αίτια οικονομικά, αλλά αποκλειστικά και μόνον  σε διαφορές καθαρά θεολογικές.
Αύριο να τους πούμε, ότι  αρνιόμαστε την Ορθοδοξία και γινόμαστε κι εμείς ένα μ’ εκείνους, να δείτε πώς θα λήξει  στα γρήγορα-γρήγορα  ο ’’οικονομικός μας Γολγοθάς’’ …
Είναι εντελώς αφελές να πιστεύουμε, ότι  τα καμώματα των ’’εταίρων και συμμάχων μας’’ έχουνε κίνητρα απλά και μόνον οικονομικού χαρακτήρα. Διότι το πρόβλημά τους το οικονομικό, σε σχέση με μας, το έλυσαν στα 1204, τότε που με τις ευλογίες του πάπα άρπαξαν όλα μας τα πλούτη από την Βασιλεύουσα και με τα λάφυρα εκείνα ίδρυσαν αμέσως τις πρώτες τους Τράπεζες, που τις θερμοπαρακαλάμε σήμερα να μας δανείσουν!!!
Επιτέλους θα πρέπει να καταλάβουμε, ότι το πρόβλημα των λεγόμενων δανειστών δεν είναι τα λεφτά. Είναι κάτι άλλο.
Μήπως για τα λεφτά –οι ίδιοι δανειστές- συνέτριψαν την Ορθόδοξη Σερβία;
Μήπως για τα λεφτά έβαλαν το χεράκι τους στην Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Θράκης;  
Ή μήπως για τα λεφτά κάνουν την ’’στρουθοκάμηλο’’ μπροστά στον επιχειρούμενο σήμερα αφανισμό της Ορθοδοξίας μας στην Μέση Ανατολή;
Μας μισούν θανάσιμα. Αυτό είναι όλο. Και δεν χάνουν ευκαιρία, να το αποδείχνουν κάθε τόσο και εμπράκτως.
Πάντως, τα γεγονότα βεβαιώνουν, ότι ακόμα και σήμερα οι απόγονοι του Καρλομάγνου συνεχίζουν και ζουν τον σκοτεινό Μεσαίωνα των παππούδων τους, ενώ εμείς ως Λαός, έστω και ανεπίγνωστα, κουτσά-στραβά κατορθώνουμε και πορευόμαστε πάνω στον δρόμο, που χάραξαν με την θυσία τους οι Νεομάρτυρες, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, οι Κολλυβάδες Πατέρες, οι Αντάρτες του Πόντου, τα παλληκάρια του Παύλου Μελά, οι φαντάροι του Δαβάκη, ο Σολωμός Σολωμού κ.ο.κ.
Η πολιτισμική μας υπεροχή έναντι της δυτικής συγκαλυμμένης βαρβαρότητας είναι ηλίου φαεινότερη και ως γνωστόν διεθνώς αναγνωρισμένη. Γι’ αυτό και δεν τους πιάνει ύπνος τους καημένους,  μέχρι να κατορθώσουν τον πλήρη αφανισμό μας, που ονειρεύονται.
Ξέρετε, όμως, τι έλεγαν οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι του αιμοσταγούς Κεμάλ, όταν κυνηγούσαν τους αντάρτες πάνω στα βουνά του Πόντου; Άνθρωποι, που φτάνουνε να θυσιάσουν ακόμα και τα παιδιά τους για την Ελευθερία και την Πίστη τους, ζάπι δεν γίνονται!!!...(4)
Αυτό και πολλά άλλα παρόμοια θα είχε υπ’ όψη του και ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος σε προχθεσινή του συνέντευξη σε γερμανική εφημερίδα δήλωσε: "Όταν ασκείς πίεση σε έναν Λαό, τότε αυτός κάποτε ξεσηκώνεται".(5)
Και το μεγαλύτερο ξεσήκωμα, ως γνωστόν, δεν γίνεται μέσα στις πλατείες. Γίνεται πρώτα μέσα στις καρδιές μας και δεν είναι άλλο από την αφύπνιση την Πνευματική. Κάτι, που άρχισε ήδη να φαίνεται και που θα θεριέψει ακόμα περισσότερο, όσο η μετάνοιά μας θα γίνεται πιο ειλικρινής και πιο έμπρακτη .
Η κάθε έκβαση, λένε οι Πατέρες, είναι ζήτημα λειτουργίας των Πνευματικών Νόμων…
  1. www.tovima.gr/politics/article/?aid=716392
  1. http://www.efenpress.gr/2015/06/blog-post_493.html
  1. http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=307
  "Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ ΑΛΛΑ ΖΗ", Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου.
"…Τό μίσος αυτό εκδηλώθηκε ακόμη από την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία θέσπισε την προσκύνηση των ιερών εικόνων και συνεχίσθηκε αργότερα. Η πολιτική των Φράγκων συνδέθηκε με μια θεολογία που ήταν αντίθετη με την θεολογία της ορθοδόξου Ανατολής". 
  1. ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΦΑΝΗ ΜΑΛΚΙΔΗ "Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ".
Για να μην αποκαλυφθούν οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα "…πολλά παιδιά, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους, τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου".  (Χειμωνίδης  Ε.)
  "…ο στρατός, όταν είδε ότι δεν είμαστε εκεί επροχώρησαν μέχρι το λημέρι και το βρήκαν άδειο και ανέβηκαν εις  Μερτσιάν Λιθάρ, όπου βρήκαν τα έξι μικρά σκοτωμένα και αμέσως ειδοποίησαν τον Μέραρχον  και ήλθαν επί τόπου. Και όταν είδε τα μικρά σφαγμένα διέταξε αμέσως τον στρατόν να φύγουν πίσω και να μαζευθούν όλοι στη Σάντα και εκείθεν να πάνε πίσω λέγων ότι οι άνθρωποι που σφάζουν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να παισθούν και ως εκ τούτου είναι περιττόν να μείνωμεν…".  (Από το ημερολόγιο του Καπετάν Ευκλείδη  Κουρτίδη)
  1. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=716045

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Το μενταγιόν - Μια ιστορία του 1940


visit counter












Σβησμένα βογγητά καναν τόν Κυριάκο νά κόψει τό γρήγορο περπάτημά του. Κατέβασε πότομα τό πλο του π τόν μο καί πρε θέση μάχης. Προχωροσε σάν τό λαγωνικό. Κάτω πό τίς βαριέςρβύλες του σακατεύονταν πουρναρόκλαδα καί τσαλιά[1]. Κατέβαινε προσεκτικά τήν πότομη πλαγιά νοίγοντας δρόμο μέ τήν ξιφολόγχη του. Τά βογγητά δυνάμωναν˙ σημάδι πώς πλησίαζε σνθρωπο. ριξε να γύρω τή ματιά ρευνητικά κι γρια. Τούτη τήν ρα το δειλινο δύσκολα ξεχώριζε τίς σκιές πό τά πράγματα. Προχωροσε περισσότερο μέ τήν κοή παρά μέ τήν ραση.

   — Aqua! Aqua! [2] ταλικό ναφιλητό κι κκληση γιά νερό τόν κανε νά σκύψει στή ρίζα νός θάμνου. νάσκελα πεσμένος στίς λάσπες σάλευε –μ σες δυνάμεις το εχαν πομείνει– νας ταλός τς μεραρχίας τν Κενταύρων.
   Ο δύο ντρες κοιτάχτηκαν στά μάτια. Δέν γνώριζε  νας τή γλώσσα το λλου. Δέν γνώριζε  νας τίς προθέσεις το λλου. Δέν γνώριζε  νας τίποτε γιά τόν λλο, κτός πό τό τι ταν χθροί.
   ρα δειλινο βασιλιάς λιος εχε στεφανώσει μέ πορφυρόχρυσα παχιά σύννεφα τίς κορυφές τς Πίνδου κι εχεπό ρα χαθε πέρα μακριά, μακριά, δυτικά, πρός τήν πατρίδα το πληγωμένου στρατιώτη.
    Κυριάκος στάθηκε μήχανος μπροστά στόν ταλό μέ τό διαπεραστικό γαλανό βλέμμα καί τή μεγάλη σχισμή στόν κρόταφο.
   στερα σκυψε μίλητος κι βγαλε π τό γυλιό του ναν πρόχειρο πίδεσμο καί λίγο ώδιο. Καθάρισε τήν πληγή κιδεσε τό κεφάλι το «χθρο». Ξέσφιξε πό τή ζώνη του μιά μικρή μποτίλια κι σταξε λίγο νερό στά φλογισμένα χείλη το ταλο.
   
ση ρα τόν περιποιόταν, κανένας πό τούς δυό δέν μιλοσε.  Κυριάκος μοιαζε νά ερουργε κάποιο μυστήριο κι ταλός προσπαθοσε νά ρπάξει δυό τρες μπουκιές ζως.
   
ποβαστάζοντας  νας τόν λλον κατηφόριζαν μέ δυσκολία στή γυμνή, γλιστερή, σκοτεινή βουνοπλαγιά. Κάπουμακριά κρότοι πολέμου τούς καναν νά γυρίζουν τά κεφάλια τους πότε πότε καί νά γναντεύουν τόν σκοτεινόρίζοντα.
   Κατέβαιναν, κατέβαιναν... καί, κάθε φορά πού τούς φώτιζε τό φεγγάρι 
νάμεσα πό τά σύννεφα, μοιαζαν γι δελφικό σύμπλεγμα.
   Κατέβαιναν καί 
ταν δυό σκέτοι νθρωποι.
   
φτασαν στόν πρτο σταθμό «Πρώτων Βοηθειν. δρωμένος  Κυριάκος καί ματωμένος ς τή φανέλα πτό γερμένο πάνω του κεφάλι το ταλο, εδοποίησε φωνάζοντας μιά νοσοκόμα.
   Λίγο πρίν φήσει τόν ταλό στό φορεο, νιωσε τσάλινο χέρι νά σφίγγει τό δικό του. πόρησε μέ τή δύναμη το ξαντλημένου κορμιοπόρησε περισσότερο, ταν  ταλός ψαχουλεύοντας στό μέρος τς καρδις τράβηξε κι βγαλε πό τό λαιμό να μενταγιόν κρεμασμένο πό χρυσή καδένα. Τό χούφτωσε μέ τά δυό του χέρια, τό φίλησε καί μέ δάκρυα τό πόθεσε στίς χοφτες το Κυριάκου. Ο κινήσεις του, πως καί τό γεμάτο εγνωμοσύνη γαλανό βλέμμα του, δέν σήκωναν ντιρρήσεις.
   — Μπαμπά, νά τό πουλήσουμε, γιά νά γοράσουμε ψωμί.
   — Ναί, μπαμπά, σέ παρακαλομε.
   
μέτρητες φορές εχε ξεκρεμάσει π τό λαιμό του  Κυριάκος τό παράξενο ταλικό μενταγιόν κι λλες τόσες τό ξαναφόραγε. Δέν ποφάσιζε νά τό πουλήσει. Τό  βγαζε πάνω στό δειανό τραπέζι τους καί τό κοίταζαν λοι στό φς τς γκαζόλαμπας. Μικρό βάλ πό κριβή πορσελάνη μέ χρυσό στεφάνωμα καί δυό κριβά πετράδια πάνω καί κάτω.μπηκτα στό κέντρο τς πορσελάνης δυό γράμματα σέ σύμπλεγμα πό λευκή πλατίνα.
   Πόσες 
στορίες δέν εχαν πλέξει μαζί μέ τή γυναίκα του καί τά παιδιά του γιά τά μυστικά πού σως θά κρύβοντανπό πίσω...
   — Νά τό πουλήσουμε, Κυριάκο, μίλησε τρυφερά κι 
 γυναίκα του. ξι μνες τώρα, μέσα στή μαύρη κατοχή, λειώνουμε πό τήν πείνα μέρα τή μέρα.
   — 
χει  Θεός, ψιθύρισε καί τό ξανάβαλε στό λαιμό του. χει  Θεός, επε ξανά. Καί τρίτωσε τό λόγοφωναχτά, χορταστικά: «χει  Θεός».
   Βγ
κε στό δρόμο, νηφόρισε τήν δό Κυδαθηναίων καί στριψε ριστερά στή Φιλελλήνων. πέναντί του, σταματημένο μπροστά στή ρώσικη κκλησία να καμιόνι ταλικό. Σάν πό κάποια ξελογιάστρα δύναμη διέσχισε τό δρόμο καί βρέθηκε πίσω πό τήν κλειστή καρότσα. Περπατοσε σάν πνωτισμένος. βαλε τό χέρι του στό μουσαμά πού φραξε τό νοιγμα. Μόνο σάν ξεπρόβαλαν τά ζεστά χνιστά καρβέλια ψωμί, κατάλαβε τήν ξελογιάστρα δύναμη πού τόν δήγησε σέ τέτοια ποκοτιά. Πόσον καιρό εχαν νά μυρίσουν ζε στό ψωμί! , νά μποροσε νά φωνάξει τά παιδιά του, νά φωνάξει λα τά παιδιά τς Κατοχς νά μυρίσουν λιγάκι...
   Δυό γεροδεμένοι 
ταλοί τόν τσάκισαν τήν ρα πού μέ κλειστά τά μάτια σφραινόταν καί νειρευόταν. Τόν σπρωξαν μέ βία τόν «κλέφτη», τόν ριξαν κάτω καί πρότειναν τά πλα τους. Πίσω πό τά κεφάλια τους πρόβαλε  ξιωματικός τους.  Κυριάκος μέ συγκλονισμό τένισε τά γαλανά μάτια. βαλε ργά τό χέρι στήν καρδιά καί τράβηξε ξω τό μενταγιόν.
   Στό νε
μα το ξιωματικο ο δύο στρατιτες νοιξαν δρόμο, καί  Κυριάκος διατάχθηκε νά  κολουθήσει τόν βλοσυρό βαθμοφόρο.
   Χίλιες 
πελπιστικές σκέψεις τόν ζωσαν. «Λές νά λάθεψε; Λές νά το στήσαν καμιά δουλειά; Λές νά τόν θεώρησαν δυό φορές κλέφτη; Λές...».
   Τριακόσια μέτρα 
ταν λα κι λα ς νά στρίψουν παρακάτω στήν θωνος κι  Κυριάκος νόμισε πώς ξαναπερπάτησελη τήν Πίνδο.  καρδιά του χτυποσε νά σπάσει καί  χρυσή καδένα μέ τό μενταγιόν χοροπηδοσε πάνω στό στθος του.
   Με
ναν μόνοι στήν πρώτη στοά τς θωνος.  ταλός κοίταζε στό σημεο τς καρδις το Κυριάκου. νοιξε λληνας τό σακάκι κι πιασε τό κόσμημα.
   Σύγκορμος τραντάχτηκε 
πό τούς λυγμούς  ταλός κι κλεισε στίς χοφτες του τά σκελετωμένα χέρια τοΚυριάκου, το σωτήρα του.
   βγαλε μέ ργές κινήσεις  Κυριάκος τό κριβό κόσμημα καί τό πέρασε στό λαιμό το ξιωματικοΧάιδεψε στερα τόν χρυσό σταυρό του κι επε «χει  Θεός».
   κανε νά φύγει, μά τά χέρια το ταλο δέν τόν φηναν... τά χέρια το Θεο δέν τόν φηναν.
   — Πόσο κόστιζε τό μενταγιόν, παππού;
   — 
σο  γάπη κι  εγνωμοσύνη, παιδιά μου.
   — Μά, 
ταν τόσο κριβό, σο λέει  γιαγιά;
   — Ναί, καί περισσότερο 
κόμη. φτασε νά μς θρέψει σ λη τή διάρκεια τς Κατοχς. ς τόν χει καλά  Θεός, ψιθύρισε  παππούς Κυριάκος τελειώνοντας τούτη τήν ληθινή στορία κι κανε τό σημεο το σταυρο.
Η. Ν.
1. τσαλί = ἱερό χόρτο πού χρησιμεύει γιά προσάναμμα / φρύγανο
2. ἰταλική λέξη πού σημαίνει νερό