Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἑνότητα χωρὶς τὴν Ἀλήθεια; (Λέων Μπράνγκ, Δρ. Θεολογίας)



ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ
Η εισήγηση  πραγματεύεται ένα από τα πιο θεμελιώδη και διαχρονικά ερωτήματα της χριστιανικής εκκλησιολογίας και δογματικής: Μπορεί να υπάρξει αληθινή ενότητα όταν θυσιάζεται η δογματική αλήθεια;
Ακολουθεί μια δομημένη σύνοψη και ανάλυση των κυριότερων σημείων της εισήγησης, με βάση τις θεολογικές πηγές και τους σύγχρονους προβληματισμούς που θέτει ο εισηγητής:
________________________________________
1. Η Φύση της Αλήθειας και ο Χριστός
Η στάση του Πιλάτου έναντι του Χριστού: Ο εισηγητής ξεκινά με την ιστορική ερώτηση του Πιλάτου «τί ἐστιν ἀλήθεια;», εξηγώντας ότι δεν επρόκειτο για αναζήτηση, αλλά για την κυνική πεποίθηση ενός άθεου κοσμοειδώλου ότι η αλήθεια δεν υφίσταται.
Η Αλήθεια ως Πρόσωπο: Στην Ορθόδοξη θεολογία, η Αλήθεια δεν είναι μια αφηρημένη ιδεολογία ή ένα αποστεωμένο φιλοσοφικό σύστημα, αλλά το ίδιο το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, άρρηκτα συνδεδεμένο με την Αγάπη.
2. Τι είναι Εκκλησία και ποια τα Ιδιώματά της
Η εισήγηση βασίζεται στην εκκλησιολογία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ο οποίος ορίζει την Εκκλησία ως το «Παν-μυστήριο του Χριστού» και ως «Αδιάλειπτη Πεντηκοστή». Με βάση το Σύμβολο της Πίστεως, αναλύονται τα τέσσερα ιδιώματα:
Μία: Ο Χριστός είναι η μοναδική κεφαλή και η μοναδική πηγή σωτηρίας. Οι αιρέσεις και τα σχίσματα δεν κομματιάζουν την Εκκλησία, αλλά αποτελούν μέλη που αποκόπτονται από το ενιαίο Σώμα.
Αγία: Η Εκκλησία είναι οντολογικά αγία και αναμάρτητη ως Σώμα Χριστού, ανεξάρτητα από την ηθική κατάσταση των μελών της. Λειτουργεί ως «πνευματικό ιατρείο» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος).
Καθολική: Εκφράζει την πληρότητα και την ακεραιότητα της αλήθειας σε όλο τον κόσμο. Η καθολικότητα βιώνεται και τοπικά, καθώς σε κάθε Αγία Τράπεζα προσφέρεται ολόκληρος ο Χριστός.
Αποστολική: Βασίζεται στην αδιάσπαστη διαδοχή της πίστης, της χάριτος και της διδασκαλίας των Αποστόλων. Ο εισηγητής τονίζει ότι η αποστολική πίστη δεν επιδέχεται προσθήκες ή αφαιρέσεις (όπως το Filioque ή το παπικό αλάθητο).
________________________________________
3. Η Συστημική Κριτική στον Οικουμενισμό και την «Ένωση των Εκκλησιών»
Ο Δρ. Μπράνγκ διαχωρίζει σαφώς τη λειτουργική αναφορά «υπέρ της των πάντων ενώσεως» από τη σύγχρονη οικουμενιστική κίνηση:

«Των Πάντων Ένωσις»: Η επιστροφή όλων των ανθρώπων στο θέλημα του Θεού (θεάνθρωπος κατά χάριν), η κάθαρση από τα πάθη και η ένταξη στο ένα Σώμα του Χριστού.
Θεωρία των Κλάδων (Branch Theory).Η Εκκλησία δεν είναι ένα δέντρο με «σπασμένα» κλαδιά που το καθένα κατέχει ένα κομμάτι της αλήθειας. Θεωρεί ότι όλες οι ομολογίες μαζί αποτελούν την «αόρατη εκκλησία», λειτουργώντας συμπληρωματικά.
________________________________________
4. Σύγχρονα Γεγονότα και Εκκλησιολογική Κριτική (2025–2026)
Το κείμενο αποκτά ιδιαίτερη αιχμή καθώς αναφέρεται σε πολύ πρόσφατα ιστορικά και εκκλησιαστικά γεγονότα, ασκώντας έντονη κριτική στους χειρισμούς της ηγεσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου:
Η Ενθρόνιση στην Αγγλικανική Κοινωνία (Μάρτιος 2026): Η αναφορά στην ενθρόνιση της Sarah Mullally ως «Αρχιεπισκόπου» του Καντέρμπουρι χρησιμοποιείται για να αναδειχθεί η αυξανόμενη δογματική και παραδοσιακή απόσταση των προτεσταντικών ομολογιών από την Ορθόδοξη παράδοση.
Τα Γεγονότα της Νίκαιας (Νοέμβριος 2025): Ο εισηγητής καταγγέλλει τη διπλή στάση του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ (απαγγελία του Συμβόλου χωρίς το Filioque παρουσία ετεροδόξων, αλλά χρήση του στη ρωμαιοκαθολική λειτουργία την επόμενη ημέρα).
Κριτική στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο: Ασκείται αυστηρή κριτική για την παραχώρηση λειτουργικής συμμετοχής στον Πάπα (απαγγελία της Κυριακικής Προσευχής) κατά τη Θρονική Εορτή του Φαναρίου, πράξη που ο εισηγητής θεωρεί ευθεία παραβίαση του 45ου Αποστολικού Κανόνα περί συμπροσευχής με αιρετικούς.
________________________________________
Συμπέρασμα της Εισήγησης
Η βασική θέση του Λέοντος Μπράνγκ είναι κατηγορηματική: Ενότητα χωρίς την Αλήθεια δεν μπορεί να υπάρξει. Η αγάπη αποκομμένη από την ορθόδοξη δογματική ακρίβεια μετατρέπεται σε συναισθηματισμό («αγάπη άνευ όρων και ορίων») και σε μια «φανταχτερή απάτη» που τελικά δικαιολογεί, συντηρεί και θεσμοποιεί την πολυδιάσπαση, αντί να οδηγεί στην αληθινή εν Χριστώ θεραπεία του ανθρώπου.
Σημείωση: Το κείμενο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής/αντιοικουμενιστικής ορθόδοξης θεολογικής σχολής σκέψης, η οποία θέτει την αυστηρή τήρηση των Δογμάτων και των Ιερών Κανόνων ως απαράβατη προϋπόθεση για οποιονδήποτε εκκλησιαστικό διάλογο.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ.
 https://aktines.blogspot.com/2026/05/blog-post_765.html

Τό «μοναρχιανικό» πνεῦμα τῆς «Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου ὡς κατ’ἐξοχήν διασπαστικό στοιχεῖο στήν ἑνότητα τῆς Όρθοδόξου Ἐκκλησίας


 

ωάννης Μαρκάς
Μ.Δ.Ε. Δογματικ
ς Θεολογίας Α.Π.Θ

 

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ

1. Η Θεολογική «Εκτροπή» και η Θεωρία του Πρωτείου

  • Κείμενο της Ραβέννας (2007): Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας χρησιμοποίησε το κείμενο αυτό για να κατοχυρώσει τη θεωρία της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» και να νομιμοποιήσει το παπικό «πρωτείο εξουσίας».
  • Παρερμηνεία Κανόνων: Κατηγορείται ο Περγάμου ότι επέκτεινε αυθαίρετα τον 34ο Αποστολικό Κανόνα (που αφορά τον «πρώτο» σε τοπικό/επαρχιακό επίπεδο) σε παγκόσμιο διοικητικό επίπεδο.
  • Η «Μοναρχία του Πατρός» ως Αίρεση: Ο Ζηζιούλας επικρίνεται ότι ερμήνευσε τη μοναρχία του Πατρός στην Αγία Τριάδα όχι ως πηγή θεότητας, αλλά ως «δεσποτεία» έναντι του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, προκειμένου να δικαιολογήσει τη θέση ενός «πρώτου» (ενός «Πάπα της Ανατολής») στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

2. Η Εξέλιξη της Θεωρίας και η Αντίδραση των Μητροπολιτών

  • Συνάντηση στο Αμμάν (2014): Αναφέρεται ότι τέθηκε έντονα το ζήτημα ενός παπικού τύπου πρωτείου για τον Ορθόδοξο Πατριάρχη, προκαλώντας μάλιστα την έκπληξη της παπικής αντιπροσωπείας για τα θεολογικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν.
  • "Primus sine paribus" (Πρώτος άνευ ίσων): Ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ελπιδοφόρος επικρίνεται για το σχετικό του κείμενο, με το οποίο μετακίνησε τη θέση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως από το παραδοσιακό «πρώτος μεταξύ ίσων» στο «πρώτος άνευ ίσων».
  • Η Αντίδραση των 5 Μητροπολιτών (2014): Οι Μητροπολίτες Κυθήρων, Κονίτσης, Γόρτυνος, Αιτωλοακαρνανίας και Γλυφάδας αντέδρασαν τονίζοντας ότι:
    • Η Εκκλησία έχει χριστολογική θεμελίωση (κεφαλή είναι ο Χριστός και όχι ο Πατέρας).
    • Στην Ορθόδοξη Σύνοδο, ο «Πρώτος» αναδεικνύεται και καθαιρείται από τη Σύνοδο, άρα η Σύνοδος είναι η πηγή του Πρώτου και όχι το αντίθετο.

3. Η «Σύνοδος» του Κολυμπαρίου (2016) ως «Συλλογικός Παπισμός»

Ο εισηγητής απορρίπτει τον όρο «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» για το Κολυμπάρι της Κρήτης, χαρακτηρίζοντάς το ως «Σύναξη Προκαθημένων» ή «Ληστρική Σύνοδο» για τους εξής λόγους:

  • Δεν υπήρξε «Αγία»: Επειδή δεν επικύρωσε καταδικαστικές αποφάσεις προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων και δεν καταδίκασε τον Οικουμενισμό, αλλά αντιθέτως τον «νομιμοποίησε».
  • Δεν υπήρξε «Μεγάλη»: Απουσίαζαν τέσσερα Πατριαρχεία (Αντιοχείας, Ρωσίας, Γεωργίας, Βουλγαρίας) και οι συνοδοί Αρχιερείς δεν είχαν δικαίωμα ψήφου.
  • Κατάργηση της Ομοφωνίας (Consensus): Η αρχή «εις ανήρ – μία ψήφος» αντικαταστάθηκε από το «μία αυτοκέφαλος Εκκλησία – μία ψήφος», δίνοντας δικαίωμα απόφασης μόνο στους Προκαθημένους, γεγονός που χαρακτηρίστηκε από τον Μητροπολίτη Μπάτσκας Ειρηναίο και τον καθηγητή Δ. Τσελεγγίδη ως μορφή «συλλογικού Παπισμού».
  • Δογματική Αλλοίωση στο «Κείμενο Στ΄»: Κατηγορείται ότι αποδέχθηκε προτεσταντικές θεωρίες («περί αοράτου εκκλησίας», «βαπτισματική θεολογία», «θεωρία των κλάδων») μέσω της νομιμοποίησης κειμένων του Π.Σ.Ε.
    • 1. Η Αλλοίωση της Συνοδικότητας (Το «Μοναρχικό» Πνεύμα)
    • Η Ορθόδοξη Εκκλησία ιστορικά διοικείται με βάση το συνοδικό σύστημα, όπου όλοι οι επίσκοποι είναι ίσοι και οι αποφάσεις λαμβάνονται με ισοτιμία. Η κριτική προς το Κολυμπάρι εστιάζει στα εξής:
    • Σύνοδος Αρχηγών και όχι Επισκόπων: Στο Κολυμπάρι δεν συμμετείχαν όλοι οι επίσκοποι της Ορθοδοξίας με δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνο αντιπροσωπείες. Το δικαίωμα ψήφου ανήκε αποκλειστικά στους Προκαθημένους (Αρχιεπισκόπους/Πατριάρχες).
    • Υπερσυγκεντρωτισμός: Αυτή η δομή θεωρήθηκε ότι εισάγει ένα «μοναρχικό» ή «ολιγαρχικό» πρότυπο διοίκησης, ξένο προς την ορθόδοξη παράδοση, το οποίο προσεγγίζει περισσότερο το παπικό πρωτείο παρά την ορθόδοξη συνοδικότητα.
    • 2. Η Απουσία Τεσσάρων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών
    • Το γεγονός ότι τέσσερις Πατριαρχεία και Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν προσήλθαν στη Σύνοδο έπληξε καίρια το επιχείρημα της «Πανορθόδοξης» ενότητας:
    • Οι αποσκιρτήσαντες: Τα Πατριαρχεία Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, επικαλούμενα διαφωνίες επί των κειμένων και των διαδικασιών.
    • Το αποτέλεσμα: Η επιμονή στη διεξαγωγή της Συνόδου παρά την απουσία αυτών των Εκκλησιών (που αντιπροσωπεύουν ένα τεράστιο μέρος του ορθόδοξου πληθυσμού) ερμηνεύτηκε ως μονομερής και επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία αντί να ενώσει, βάθυνε το χάσμα μεταξύ των Εκκλησιών.
    • 3. Ασάφειες στα Θεολογικά Κείμενα (Το Οικουμενιστικό Πνεύμα)
    • Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» βρέθηκε στο επίκεντρο της έντονης κριτικής:
    • Ορολογία: Η χρήση του όρου «Εκκλησία» για τις ετερόδοξες χριστιανικές ομολογίες (π.χ. Ρωμαιοκαθολικοί, Προτεστάντες) θεωρήθηκε από τους παραδοσιακούς θεολόγους ως υποχώρηση από την αποκλειστικότητα της Ορθοδοξίας ως της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
    • Διασπαστικό στοιχείο: Αυτή η θεολογική ασάφεια προκάλεσε εσωτερικές διαιρέσεις και αναστάτωση στο πλήρωμα της Εκκλησίας (μοναχούς, κληρικούς και λαϊκούς), με ορισμένους να φτάνουν μέχρι και τη «διακοπή μνημοσύνου» των επισκόπων τους (αποτείχιση).
    • 4. Η Επιβολή της «Συναίνεσης» (Consensus)
    • Η διαδικασία λήψης αποφάσεων απαιτούσε ομοφωνία μεταξύ των Εκκλησιών, αλλά όχι μεταξύ των individual επισκόπων.
    • Αν μια τοπική Εκκλησία (διά του Προκαθημένου της) συμφωνούσε, οι εσωτερικές διαφωνίες των επισκόπων της ίδιας της αντιπροσωπείας αποσιωπούνταν. Αυτή η «τεχνητή» συναίνεση θεωρήθηκε καταπίεση της ελεύθερης θεολογικής γνώμης.

4. Οι Επιπτώσεις στην Ενότητα της Εκκλησίας

  • Το Ουκρανικό Σχίσμα: Το «μοναρχιανικό» πνεύμα του Κολυμπαρίου θεωρείται η κύρια αιτία για το σχίσμα στην Ουκρανία (2 χρόνια μετά), το οποίο προκλήθηκε από την «αντικανονική εισπήδηση» του Φαναρίου εις βάρος της κανονικής Εκκλησίας του Μητροπολίτη Ονουφρίου.
  • Έξαρση «Επισκοποκεντρισμού»: Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι η θεωρία αυτή οδήγησε σε δεσποτική απολυταρχία και αυθαιρεσία Μητροπολιτών στην Ελλάδα και την Κύπρο (αναφέροντας ως παραδείγματα την καθαίρεση του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού και ενέργειες του Μητροπολίτη Περιστερίου Γρηγορίου).

5. Συμπέρασμα: Η Αυθεντική Ορθόδοξη Ενότητα

  • Ο Λαός ως Θεματοφύλακας: Η ενότητα της Εκκλησίας δεν εξαρτάται από διοικητικές επιβολές «πρώτων», αλλά από την ενότητα της πίστεως.
  • Με βάση την Εγκύκλιο των Πατριαρχών της Ανατολής (1848), ο πιστός λαός παραμένει ο θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας, ακόμη κι αν η διοίκηση εκτραπεί.
  • Η αληθινή ενότητα είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και υφίσταται μόνο όταν τηρείται η ορθή δογματική συνείδηση και οι εντολές του Χριστού.

ΟΚΟΚΛΗΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ. 

https://aktines.blogspot.com/2026/05/blog-post_556.html



Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Σχόλιο σε άποψη για την Σύνοδο της Κρήτης, με αφορμή την υπόθεση του επισκόπου Τυχικού.


 πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο κείμενο του  Κύπριου  ιατρού Ε.Σωτηριάδη με θέμα «Τα ξεδιάντροπα ψέματα και ο εωσφορικός ανάποδος κόσμος»,* με αφορμή την περίπτωση του επισκόπου Τυχικού.

Στο συγκεκριμένο κείμενο, μεταξύ των άλλων γράφονται και τα εξής:

«…Οποιαδήποτε απόφαση και εάν ελήφθη στην σύναξη του Κολυμπαρίου, αυτή σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ΟΥΤΕ Οικουμενική ΟΥΤΕ Πανορθόδοξη. Άλλωστε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ΔΕΝ την έχει ονομάσει ως τέτοια αλλά την αναφέρει απλά ως «Αγία και Μεγάλη». Στην σύναξη αυτή δεν συμμετείχαν όλες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες ούτε επικυρώθηκαν οι αποφάσεις της από όσες Εκκλησίες απουσίαζαν. Επιπροσθέτως, δεν ελήφθη οποιαδήποτε απόφαση που να αποτελεί όρο και δογματική διδασκαλία την οποία εάν κάποιος δεν ενστερνίζεται να του επιβάλλεται η καθαίρεση ή ο αφορισμός

 

ΣΧΟΛΙΟ

Επειδή παρόμοιες απόψεις διατυπώνονται και από άλλους, μας δίνεται η αφορμή να υπενθυμίσουμε τα εξής:

1.      1..Μετά τη πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του αυτοκράτορα, το 1453 τα τέσσερα ρωμαϊκά Πατριαρχεία της Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων συνέχισαν να συγκαλούν Συνόδους με τις οποίες συνέχισαν τη παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων. Ο μόνος λόγος που αυτές οι Σύνοδοι δεν ονομάστηκαν "Οικουμενικές" είναι απλά γιατί ο τίτλος αυτός σημαίνει "Αυτοκρατορικές" επειδή οι αποφάσεις αυτών των Συνόδων γίνονταν τμήμα του Ρωμαϊκού Δικαίου. Με άλλα λόγια οι αποφάσεις των ρωμαϊκών Συνόδων μετά το 1453 είναι τμήματα του Εκκλησιαστικού Δικαίου, αλλά όχι πλέον του αυτοκρατορικού Δικαίου. Δεν υπήρχε πλέον Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ρωμαίος αυτοκράτορας να εκδίδει ρωμαϊκούς Νόμους. Έτσι αυτές οι Εννέα Οικουμενικές Σύνοδοι ήταν ταυτόχρονα και εκκλησιαστικοί Νόμοι και ρωμαϊκοί Νόμοι. Οι Σύνοδοι που συνήλθαν μετά το 1453 είναι τμήματα του Εκκλησιαστικού Δικαίου με όχι μικρότερο κύρος από τις Οικουμενικές Συνόδους.

2.      2.Στην  Σύνοδος του Κολυμπαρίου δεν συμμετείχαν τέσσερις τοπικές Εκκλησίες, όχι για λόγους πίστεως, αλλά για λόγους εκκλησιαστικής διπλωματίας

3.      3.Από τις  τέσσερις τοπικές Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν, ΔΥΟ ΔΕΝ είχαν υπογράψει όλα τα ΠΡΟΣΥΝΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, που τελικά εγκρίθηκαν. Αφού  όμως  ΔΕΝ ΑΠΟΚΗΡΥΞΑΝ EΠΙΣΗΜΑ, σημαίνει ότι σιωπηρά τα ΑΠΟΔΕΧΤΗΚΑΝ. Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής μας δίδαξε ότι η σιωπή στα θέματα της Ορθόδοξης Πίστεως σημαίνει την άρνηση του Θεού. Επομένως, ο Άγιος ρωτάει τον εαυτό του στη συνέχεια: « τί γάρ ἀπολογήσομαι, οὐ τῷ Θεῷ λέγω, ἀλλά τῷ ἐμῷ συνειδότι, εἴ γε διά δόξαν ἀνθρώπων τήν οὐδέν πρός ὕπαρξιν ἔχουσαν, τήν σώζουσάν με πίστιν ἐξομόσομαι ἤδη; ».

Για το συγκεκριμένο θέμα έχουν γραφτεί τα παρακάτω.

 

Σύμφωνα με τις Αποφάσεις της Συνάξεως των Προκαθημένων Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Σαμπεζύ (21-28 Ἰανουαρίου 2016) «Συγκροτεῖται Πανορθόδοξος Γραμματεία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἐξ ἑνός ἀντιπροσώπου ἐξ ἑκάστης Ἐκκλησίας, ἐξονομαζομένου μέχρι τέλους προσεχοῦς Φεβρουαρίου. Αὕτη θά λειτουργῇ ὑπό τόν συντονισμόν τοῦ Γραμματέως ἐπί τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Ἔργον αὐτῆς θά εἶναι:

α) ἡ δημοσίευσις τῶν ὁμοφώνως ὑπό τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων καί τῶν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων γενομένων ἀποδεκτῶν κειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Συνόδου εἰς τήν ἐπί τούτῳ δημιουργηθησομένην ἱστοσελίδα».

Ωστόσο τα κείμενα που υποβλήθηκαν προς τελική έγκριση στη Μεγάλη Σύνοδο έχουν ήδη αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας αλλά και σε ιδιαίτερη ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε από την Εκκλησία της Κύπρου. Τα κείμενα δημοσιεύθηκαν επίσης στην επίσημη ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η δημοσίευσή τους εκεί όμως διαφέρει από τις δύο προηγούμενες (στην ιστοσελίδα του Πατριαρχείου Μόσχας και εκείνη της Εκκλησίας της Κύπρου) κατά το ότι στο τέλος των κειμένων περιλαμβάνονται και τα ονόματα των επισκόπων που συμμετείχαν στις προσυνοδικές συνάξεις που τα προετοίμασαν. Εκείνο όμως που κυρίως έχει σημασία είναι ότι σε δύο από τα συνολικά έξι κείμενα που έχουν υποβληθεί προς τελική έγκριση στη Μεγάλη Σύνοδο, στο τέλος υπάρχει σημείωση ότι δεν υπεγράφησαν το μεν ένα από μία Ορθόδοξη Εκκλησία και το άλλο από δύο Ορθόδοξες Εκκλησίες. Συγκεκριμένα:

 Α) Στο κείμενο «ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΩΝ, Σαμπεζύ-Γενεύη, 21-28 Ἰανουαρίου 2016 – Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ Ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν λαῶν, καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καί λοιπῶν διακρίσεων. ΑΠΟΦΑΣΙΣ» στο τέλος σημειώνεται ότι «Τό κείμενον δέν ὑπεγράφη ὑπό τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας Ἀντιοχείας.»

Β) Στο κείμενο «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ» στο τέλος σημειώνεται ότι «Τό κείμενον τοῦτο δέν ὑπεγράφη ὑπό τῶν Ἁγιωτάτων Ἐκκλησιῶν Ἀντιοχείας καί Γεωργίας.».

 Τι σημαίνουν άραγε οι δύο αυτές υποσημειώσεις; Δεν έχουν τύχει ομόφωνης υπό πάντων των Ορθοδόξων Εκκλησιών έγκρισης τα κείμενα που υποβλήθηκαν στη Μεγάλη Σύνοδο; Ή πρόκειται για αντιρρήσεις που στο μεταξύ ήρθησαν; Αν όμως συνέβη αυτό, τότε γιατί τα κείμενα δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου χωρίς επισήμανση ότι όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες τα έχουν τελικώς συνυπογράψει;


 

4.      4.Ο καθηγητής του ΑΠΘ Κ. Κυριαζόπουλος σε σχετική αποτίμηση της Συνόδου έγραψε και τα εξής: «….Η Ψευδο-Σύνοδος της Κρήτης εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν….. Η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος» δεν είναι Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά Ψευδο-Σύνοδος. Τούτο σημαίνει ότι δεν είναι έγκυρη, ούτε αυτοδικαίως άκυρη, αλλά είναι ακυρώσιμη, ήτοι μπορεί να ακυρωθεί από μια όντως Ορθόδοξη Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μπορεί ενδεχομένως να συγκληθεί στο μέλλον….. Η Παναίρεση του Οικουμενισμού εισήχθη «συνοδικώς» μέσω της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Αυτή η δογματική απόφαση αλλοιώνει δογματικά τα άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον … το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» και «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Διότι:

Α Α – Αναγνωρίζει τον Παπισμό ως Εκκλησία εντασσόμενη στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», χωρίς οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί του να μετανοήσουν για τις πλάνες τους, το μη προβλεπόμενο στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και στο Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο «δογματικό» πρωτείο επισκοπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας, το filioque (που έχει καταδικαστεί από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο και το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο της Πίστεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον… το εκ του Πατρός εκπορευόμενον…», τη νεοπλατωνική, αυγουστίνια, σχολαστική, θεολογία η οποία δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα της θεραπευτικής μεθόδου της κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης κλπ. Σημειωτέον ότι ο Παπισμός έχει καταδικαστεί δογματικά από τουλάχιστον δεκαπέντε (15) Συνόδους, Οικουμενικές, Αγίες και Μεγάλες ή Ενδημούσες, ετών 879, 1009, 1054, 1341, 1347, 1351, 1441, 1443, 1450, 1484, 1722, 1727, 1838, 1848 και 1895. Γι’ αυτούς τους λόγους είναι ανίσχυρες 1) οι Εγκύκλιοι του 1902 και ιδίως του 1920, όταν οι αιρετικοί (ή ετερόδοξοι), για πρώτη φορά σε Ορθόδοξα εκκλησιαστικά κείμενα (ή δογματικά και συμβολικά μνημεία), ονομάστηκαν «αναδενδράδες (= κλάδοι) του Χριστιανισμού» και «Εκκλησίες», 2) η άρση της ακοινωνησίας με τους Παπικούς (με τον παραπλανητικό ως προς τους Ορθοδόξους τίτλο «άρση αναθεμάτων») του 1965, και 3) το Κείμενο του Μπαλαμάντ του 1993 της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής Παπικών και Ορθοδόξων, με το οποίο διαπιστώνεται ότι ο Παπισμός δεν είναι αίρεση, αλλά «αδελφή Εκκλησία» με έγκυρα μυστήρια.

Β – Αναγνωρίζει, μαζί με τον Παπισμό, και τις λοιπές αιρέσεις, Μονοφυσίτες, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και λοιπούς Προτεστάντες ως Εκκλησίες εντασσόμενες στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Σημειωτέον ότι ο Μονοφυσιτισμός έχει καταδικαστεί από την Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους και συνεπώς, ως προσκρούουσα σε αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους, είναι ανίσχυρη η Β΄ Κοινή Δήλωση του Σαμπεζύ το 1990, η οποία διαπιστώνει δήθεν χριστολογική συμφωνία με τους μονοφυσίτες. Οι Προτεστάντες έχουν καταδικαστεί από τουλάχιστον τρείς (3) Συνόδους, Μείζονες Ενδημούσες και Ενδημούσες, των ετών 1638, 1642 και 1691.

Γ – Αναγνωρίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο των «Εκκλησιών», τα κείμενά του και τους σκοπούς του, ήτοι:

1) Ότι εν λόγω Παγκόσμιο Συμβούλιο είναι «Αδελφότητα Εκκλησιών», στη βάση της ισότητας ως προς την κατεχόμενη από αυτές θεολογική αλήθεια (αρθ. 1 Καταστατικού ΠΣΕ). Και

2) ότι οι «Εκκλησίες – μέλη του» (12 Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και περίπου 340 Προτεσταντικές «Εκκλησίες») έχουν στόχο την ορατή ενότητά τους, η οποία είναι διαφορετική από την ενότητα εν Χριστώ των Ορθοδόξων Εκκλησιών (αρθ. 3 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. έχουν ως στόχο τους την ενότητα της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» ή της Πράσινης Παγκόσμιας Θρησκείας του Σατανά, με βάση τη λεγόμενη «βαπτισματική θεολογία», δηλ. την ένταξη στην ακόμη αόρατη αδιαίρετη Εκκλησία «Εκκλησία του Οικουμενισμού» («θεολογία της ενωμένης αόρατης, αλλά διαιρεμένης ορατής Εκκλησίας») των Χριστιανών εν γένει μέσω βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος χωρίς να απαιτείται ούτε ο κανόνας του τύπου της τριπλής κατάδυσης στο νερό ούτε η ακριβής Ορθόδοξη πίστη. Η μεν  «θεολογία της αδιαίρετης αόρατης Εκκλησίας» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», η δε «βαπτισματική θεολογία» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών»…….

 

 

 

5.»…οι Προκαθήμενοι και οι Αρχιερείς που ανήκαν στις αντιπροσωπείες των δέκα (10) Αυτοκέφαλων Εκκλησιών διέπραξαν το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα της ΑΙΡΕΣΕΩΣ, διότι οι εν λόγω Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ψήφισαν τη δογματική απόφαση με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία περιλαμβάνει τις ανωτέρω αναφερόμενες δογματικές αλλοιώσεις του Συμβόλου της Πίστεως…. οι Προκαθήμενοι και οι Αρχιερείς που ανήκαν στις αντιπροσωπείες των δέκα (10) Αυτοκέφαλων Εκκλησιών διέπραξαν το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα της ΑΙΡΕΣΕΩΣ, διότι οι εν λόγω Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ψήφισαν τη δογματική απόφαση με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία περιλαμβάνει τις ανωτέρω αναφερόμενες δογματικές αλλοιώσεις του Συμβόλου της Πίστεως.

-----------------------------------------------------------------------------------------------

6. Οι τέσσερις (4) Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες των Πατριαρχείων της Αντιοχείας, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας και της Γεωργίας, αν αποφασίσουν ότι πρέπει να μην αναγνωρίσουν και να μην αποδεχθούν τις αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου της Κρήτης και μάλιστα τη δογματική απόφαση «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία εισάγει «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Νέο-γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, τότε:

1 – είναι υποχρεωμένες να παύσουν την κοινωνία με τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες οι οποίες συμμετείχαν στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο και συνεπώς

2 – εκκλησιολογικά στερούνται παντελώς της δυνατότητας της μεσοβέζικης λύσης, αφενός μεν να μην αναγνωρίσουν ως ορθόδοξες την Ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης και τις αποφάσεις της και μάλιστα την εν λόγω δογματική της απόφαση, αφετέρου δε να διατηρούν την κοινωνία με τις λοιπές δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες που εισήγαγαν «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού,

2.Α. με τη μνημόνευση των ονομάτων των Προκαθημένων των δέκα (10) Αυτοκέφαλων από τους Προκαθημένους των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων,

 2.Β. με τα συλλείτουργα κληρικών των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων με κληρικούς των (10) Αυτοκέφαλων,

2.Γ. με την ανταλλαγή γραμμάτων μεταξύ των Προκαθημένων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων με τους Προκαθημένους των (10) Αυτοκέφαλων,

2.Δ. με τη συμμετοχή εκπροσώπων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων σε κοινές επιτροπές διαλόγων με τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες για ένωση με αιρετικούς (ή ετεροδόξους),

2.Ε. με τη συμμετοχή Προκαθημένων και εκπροσώπων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων σε μέλλουσες να συνέλθουν «Πανορθόδοξες Συνόδους». Επομένως, επιβάλλεται, προς το πνευματικό συμφέρον της Ορθοδοξίας και για τον αναγκαίο διαχωρισμό, από την επιτευχθείσα στην Κρήτη ανάμειξη, της Ορθόδοξης Αληθείας από το Οικουμενιστικό ή Νέο-γνωστικό ή Συγκρητιστικό Ψεύδος, η συγκρότηση Τοπικής Συνόδου των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών για την δογματική καταδίκη των αποφάσεων και μάλιστα της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου της Κρήτης, προκειμένου να συνέλθουν οι ιεραρχίες των δέκα (10) Αυτοκέφαλων και να μετανοήσουν για την πραγματοποιηθείσα από αυτές ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ, ΕΞ ΑΓΑΠΗΣ, ΕΠΕΚΤΕΙΝΕ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΑΡΚΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΡΚΩΘΕΝΤΟΣ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ. Η εκκλησιαστική διπλωματία εκκλησιολογικώς είναι ανεπίτρεπτη επί θεμάτων Ορθόδοξης Πίστεως, διότι «φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δε η Αλήθεια» από την άποψη της ΣΩΤΗΡΙΑΣ. Σε πλήρη μορφή την εν λόγω μελέτη μπορείτε να αναγνώσετε στη ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ (www.theognosia.gr).

 

 

7.Στην  άποψη του κ.Ε.Σ. ότι η  «σύναξη του Κολυμπαρίου, αυτή σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ΟΥΤΕ Οικουμενική ΟΥΤΕ Πανορθόδοξη», επειδή  το Οικουμενικό Πατριαρχείο ΔΕΝ την έχει ονομάσει ως τέτοια αλλά την αναφέρει απλά ως «Αγία και Μεγάλη», υπάρχει η παρακάτω απάντηση που γράφεται 

στη Εγκύκλιο  της Κολυμπάριας Συνόδου του 2016:

«

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας αποτελεί αυθεντικήν μαρτυρίαν της πίστεως εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, τον Μονογενή Υιόν και Λόγον του Θεού, τον φανερώσαντα, διά της ενανθρωπήσεως, του όλου επιγείου έργου, της σταυρικής θυσίας και της αναστάσεώς Αυτού, τον Τριαδικόν Θεόν ως άπειρον Αγάπην. Όθεν, εν ενί στόματι και μια καρδία απευθύνομεν τον λόγον της «εν ημίν ελπίδος» (Α’ Πετρ. γ’, 15) ου μόνον προς τα τέκνα της Αγιωτάτης ημών Εκκλησίας, αλλά και προς πάντα άνθρωπον, «τον μακράν και τον εγγύς» (Εφεσ. β’, 17). Η «ελπίς ημών» (Α’ Τιμ. α’, 1), ο Σωτήρ του κόσμου, απεκαλύφθη ως «Θεός μεθ’ ημών» (Ματθ. α’, 23) και ως Θεός «υπέρ ημών» (Ρωμ. η’, 32), «ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’, 4). Τον έλεον κηρύττοντες και την ευεργεσίαν ου κρύπτοντες, εν επιγνώσει των λόγων του Κυρίου «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» (Ματθ. κδ’, 35), εν «χαρά πεπληρωμένη» (Α’ Ιωάν. α’, 4) ευαγγελιζόμεθα τον λόγον της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, προσβλέποντες προς την «ανέσπερον και αδιάδοχον και ατελεύτητον ημέραν» (Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον Β’. PG 29, 52). Το γεγονός ότι «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλιπ. γ’, 20), δεν αναιρεί, αλλ’ ενδυναμώνει την μαρτυρίαν ημών εν τω κόσμω.

 

Εν τούτω στοιχούμεν τη παραδόσει των Αποστόλων και Πατέρων ημών, οίτινες ευηγγελίζοντο τον Χριστόν και την δι’ αυτού σωστικήν εμπειρίαν της πίστεως της Εκκλησίας, θεολογούντες «αλιευτικώς», ήγουν αποστολικώς προς τους ανθρώπους εκάστης εποχής διά να μεταδώσουν εις αυτούς το Ευαγγέλιον της ελευθερίας «η Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν» (Γαλ. ε´, 1). Η Εκκλησία δεν ζη διά τον εαυτόν της. Προσφέρεται δι’ ολόκληρον την ανθρωπότητα, διά την ανύψωσιν και την ανακαίνισιν του κόσμου εις καινούς ουρανούς και καινήν γην (πρβλ. Αποκ. κα’, 21). Όθεν δίδει την ευαγγελικήν μαρτυρίαν και διανέμει εν τη οικουμένη τα δώρα του Θεού: την αγάπην Του, την ειρήνην, την δικαιοσύνην, την καταλλαγήν, την δύναμιν της Αναστάσεως και την προσδοκίαν της αιωνιότητος.

….Ταύτα απευθύνοντες εν Συνόδω προς τα ανά τον κόσμον τέκνα της Αγιωτάτης Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και προς την οικουμένην πάσαν, επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι και τοις συνοδικοίς θεσπίσμασι προς διαφύλαξιν της πατροπαραδότου πίστεως και προς «ανάληψιν χρηστοηθείας» εις την καθ’ ημέραν ζωήν ημών, επ’ ελπίδι της «κοινής αναστάσεως», δοξολογούμεν την τρισυπόστατον Θεότητα ασμασιν ενθέοις:

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: *Ολόκληρο το κείμενο του κ.Ε.Σωτηριάδη δημοσιεύεται στο link.

(https://orthodoxostypos.gr/%CF%84%CE%B1-%CE%BE%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%B1-%CF%88%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B5%CF%89%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C/

 


Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

Η επίσημη στάση της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία για τη ληστρική „Σύνοδο της Κρήτης“


Print Friendly, PDF & Email

Οσεβασμιώτατος Χωρεπίσκοπος Νόβομπρδο-Πανονίας Μάξιμος έδωσε τη διάλεξη με θέμα “Η οικουμενιστική ‘Σύνοδος’ της Κρήτης“ στη Συνάθροιση του Επισκόπου, των Χωρεπισκόπων και των Ηγουμένων της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία (η Εκκλησία της Σερβίας) στο μοναστήρι του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (στο Μπαράγιεβο) στις 25 Νοεμβρίου το 2016. Με την ευκαιρία αυτή, όλοι παρόντες ομοφώνως αποδέχτηκαν την αναφερόμενη διάλεξη ως κοινή και επίσημη στάση ολόκληρης της Επαρχίας για τη ληστρική Σύνοδο της Κρήτης.

 

 

 

Η οικουμενιστική ‘Σύνοδος’ της Κρήτης

 

 

Η κύρια επίθεση της σύγχρονης οικουμενιστικής αίρεσης και των οπαδών του οικουμενισμού κατευθύνεται προς την ορθόδοξη διδασκαλία για την Εκκλησία, δηλαδή προς την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Τέτοια επίθεση κυρίως παραβιάζει την ορθόδοξη συνοδικότητα ως ένα από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της Εκκλησίας, δηλαδή την ενότητα της Εκκλησίας στο Χριστό μέσω της ενότητας στην Ορθόδοξη Πίστη.

Οπαδοί της οικουμενιστικής αίρεσης αυτό κάνουν με δύο τρόπους:

Πρώτον – με τη μη ορθόδοξη ερμηνεία των λόγων της Αγίας Γραφής από την Αρχιερατική Προσευχή του Σωτήρα Χριστού: “ἵνα πάντες ἓν ὦσιν“ (Ἰω. 17, 21). Οπαδοί της οικουμενιστικής αίρεσης (οικουμενιστές) ερμηνεύουν τα λόγια αυτά ως πρόσκληση για ενότητα όλων των λεγόμενων χριστιανών, δηλαδή για ενότητα των ορθοδόξων χριστιανών με όλους τους σημερινούς αιρετικούς, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση προς αυτούς να μετανοήσουν και να απορρίψουν τις δικές τους αιρέσεις. Με αυτόν τον τρόπο, κανένας από τους Αγίους Πατέρες ποτέ δεν έχει ερμηνεύσει το απόσπασμα αυτό από την Αγία Γραφή.

Δεύτερον – με τη γραφειοκρατική κατανόηση και την τυραννική εφαρμογή της εκκλησιαστικής εξουσίας από την πλευρά των μολυσμένων εκκλησιαστικών ιεραρχών με την αίρεση αυτή, μέσω της μη ποιμαντικής και μη συνοδικής επιβολής της αυθαιρεσίας τους (η επιβολή των προσωπικών οικουμενιστικών φιλοδοξιών, των οικουμενιστικών προσηλώσεων και των οικουμενιστικών στάσεων).

Αν ενωθούν αυτές οι δύο αρχές της οικουμενιστικής πράξης εναντίον της Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Πίστης, εμφανίζονται τα συμβάντα όπως είναι η “Σύνοδος“ της Κρήτης. Στην έναρξη της διάλεξης, ισχυριζόμαστε ότι στα συμφραζόμενα              της συνεδρίασης αυτής στην Κρήτη, η λέξη “Σύνοδος“ χρησιμοποιείται μόνο ως τεχνικός όρος (terminus technicus), και κυρίως με εισαγωγικά, επειδή δεν μπορούμε να συνδέσουμε τη λέξη αυτή (σε ολόκληρη την ορθόδοξη έννοια της) με τη συνεδρίαση στην Κρήτη. Υπάρχουν πολλές αμφισβητήσεις και πολλές ασυνέπειες, καθώς κι υπάρχει πολλή μη συνοδικότητα, πολλή μην ορθοδοξία, πολλή κακία, πολλή μη σοβαρότητα σε σχέση με την προετοιμασία και την οργάνωση της “Συνόδου“ αυτής, ότι χρειάζεται να γραφτεί ένα ολόκληρο βιβλίο, ακόμη και χρειάζονται πολλοί τόμοι του βιβλίου, ώστε να αναφερθούν, να αναλυθούν και να εξηγηθούν όλα τα ελαττώματα του συμβάντος αυτού. Είναι δύσκολο να βρεθούν η έναρξη και το τέλος ενός ωκεανού, γεμάτου από αιρέσεις, ψεύτικη διδασκαλία, πλάνες, και παρεκκλίσεις από την Ορθοδοξία, στον ωκεανό στον οποίο (σαν σε κινούμενη άμμο) η “Σύνοδος“ της Κρήτης παρέσυρε τους μετέχοντες της και παρασύρει όλους αυτούς, οι οποίοι αφελώς αποδέχονται τις προδοτικές της αποφάσεις.

Πρωτίστως, είναι αξιοσημείωτη η ανακοίνωση του συμβάντος αυτού με τα λόγια “η Πανορθόδοξη Σύνοδος“, ακόμη και “η Οικουμενική Σύνοδος“, ενώ στην ίδια την έναρξη της συνάντησης αυτής, η ευφορία αυτή ξεκίνησε να κοπάζει (εξαιτίας της ατελούς συμμετοχής των αντιπροσώπων των Τοπικών Εκκλησιών), και μετά τη “Σύνοδο“ η ευφορία αυτή εντελώς χάθηκε. Έτσι, από την πομπώδη “Πανορθόδοξη“ και “Οικουμενική“ Σύνοδο παρέμεινε μόνο αυτή “η Σύνοδος της Κρήτης“. Η συμπεριφορά των μετεχόντων στη συνεδρίαση της Κρήτης, από τη χρονική αυτή προοπτική δείχνει ότι όλοι αυτοί θέλουν να ξεχαστεί η “Σύνοδος“ αυτή, όσο δυνατόν πιο γρήγορα, ως μια αποτυχημένη προσπάθεια επιβολής της αίρεσης του οικουμενισμού και ως ακόμη πιο αποτυχημένη απόπειρα του ξιπασμένου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου να επιβάλει την παπική του εξουσία. Είναι φανερό ότι υπάρχει η επιθυμία των οργανωτών της “Συνόδου“ της Κρήτης να ξεχαστεί η μάταιη διοργάνωση της συνεδρίασης αυτής, αλλά ασφαλώς να μην ξεχαστούν οι αποφάσεις οι οποίες παρουσιάστηκαν και ελήφθησαν σ’ αυτή.

Αν κι όλες οι προπαρασκευαστικές συναντήσεις και οι διασκέψεις από τη Ρόδο το 1961 ως τη Γενεύη το 2016 ήτανε η κατασκευή δρόμου για την οικουμενιστική αίρεση (και βέβαια ήταν), τότε η οικουμενιστική “Σύνοδος“ της Κρήτης αποτελεί την κορυφή αυτής της κακής πράξης των πατριαρχών και των επισκόπων οι οποίοι είναι δούλοι και υπηρέτες της οικουμενιστικής ψευδαίσθησης.

Η Επαρχία μας δημοσίευσε τη δική της παραδοσιακή και ορθόδοξη στάση σχετικά με τη συνεδρίαση στην Κρήτη στο φετινό συνοδικό Μήνυμα της προσευχόμενης, εκκλησιαστικής και λαϊκής Συνόδου της Επαρχίας Ράσκας-Πριζρένης και Κοσσόβου-Μετοχίας στην εξορία, στη Λοζνίτσα κοντά στο Τσατσάκ.

Επομένως, τώρα είναι η ευκαιρία να θυμηθούμε, εν ολίγοις, τα κύρια στοιχεία του Μηνύματος αυτού:

  • 1. Η συνεδρίαση στην Κρήτη είναι η κορυφή της επιβολής του οικουμενιστικού προσανατολισμού κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών σε ολόκληρη την εκκλησιαστική πληρότητα, από την πλευρά μερικών οικουμενιστών (πατριαρχών, επισκόπων και ιερέων) οι οποίοι έχουν σφετεριστεί την εξουσία στην Εκκλησία.
  • 2. Ο οικουμενισμός είναι το νέο μέσο με το οποίο πρέπει να βρεθούν οι ορθόδοξοι κατά του θελήματος του Θεού κάτω από ζυγό της ουνίας με το Βατικανό.
  • 3. Τέτοια οικουμενιστική ουνία είναι μόνο πρώτο βήμα προς κατασκευή της Νέας Τάξης Πραγμάτων της παγκοσμιοποίησης, και (εντός της Τάξης αυτής) προς ένωση όλων των θρησκειών σε μια θρησκεία με επικεφαλής τον άνθρωπο της ανομίας, το γιο της απώλειας (Β Θεσ. 2,3).
  • 4. Όλα τα έγγραφα που υπογράφτηκαν σε όλες τις προπαρασκευαστικές προηγούμενες διασκέψεις –  από τον Κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας ως τη θεματολογία και τα αποτελέσματα (κείμενα) της λεγόμενης Συνόδου – είναι (με την ορολογική και θεολογική έννοια) αντιμαχόμενα, αλλά στην ουσία και κατά το περιεχόμενο αναμφισβήτητα οικουμενιστικά.
  • 5.  Η θεματολογία και ο τρόπος ψηφοφορίας της συνεδρίασης αυτής παραμελούν την Παράδοση των Ιερών Οικουμενικών και Τοπικών Συνοδών της Εκκλησίας, δηλαδή δεν διατηρούν την καθαρότητα της Ορθοδοξίας, αλλά την καταστρέφουν άμεσα, ενώ το δικαίωμα ψήφου δόθηκε μόνο στους προκαθημένους των Τοπικών Εκκλησιών, δηλαδή όχι σε όλους τους επισκόπους, καθώς απαιτεί η παραπάνω αναφερόμενη Ιερά Παράδοση της εκκλησιαστικής συνοδικότητας.
  • 6.  Όλοι όσοι δεν αποδεχτούν τις αποφάσεις της συνεδρίασης στην Κρήτη εκ των προτέρων καταδικάζονται ως σχισματικοί, αλλά ακόμη χειρότερο ως αιρετικοί (κατά τη γνώμη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου) και εκ των προτέρων απειλούνται με αθέμιτα μέσα καθαίρεσης, αφορισμού και τιμωριών.

Όλα όσα αναφέρθηκαν στο συνοδικό Μήνυμα της Λοζνίτσας, δυστυχώς έγιναν πραγματικότητα.

Η ίδια η διαδικασία της συνεδρίασης στην Κρήτη χαρακτήριζε (με ποιμαντική και θεολογική έννοια) μη σοβαρή προσέγγιση των διοργανωτών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τα αλλά Πατριαρχεία στα Ορθόδοξα Δόγματα και στην Ιερά Παράδοση εξ ολοκλήρου, καθώς δεν αρμόζει σε τέτοιο σοβαρό γεγονός (όπως θα έπρεπε να είναι η “Σύνοδος“ αυτή). Η εν λόγω μη σοβαρότητα των διοργανωτών στη “Σύνοδο“ κατοπτρίζει τη μη σοβαρή τους προσέγγιση στο Θεό, στην Εκκλησία και στον πιστό λαό. Εξαιτίας τεχνολογικής ανάπτυξης και γρήγορης διάδοσης των πληροφοριών, οι διοργανωτές έπρεπε να είναι ενήμεροι με πόση ταχύτητα θα πληροφορηθεί το κοινό ότι η κύρια οικονομική υποστήριξη για την οργάνωση της συνεδρίασης στην Κρήτη προερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και ότι την ίδια τη Σύνοδο εξασφάλισε η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών.[1] Αυτό ξεκάθαρα αποδεικνύει ποιος βρίσκεται πίσω από την προδοσία της Ορθοδοξίας στην Κρήτη.

Η ίδια η “Σύνοδος“ ήταν η προσπάθεια διατύπωσης όλων όσων που (κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών) επιμονώς ἐπέβαλλε η ιεραρχική κορυφή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτού το του επικέντρου διάδοσης της οικουμενιστικής αίρεσης εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με συγκατάθεση και βοήθεια των δικών του φαναριώτικων και οικουμενιστικών οπαδών (υπάκουων υπηρετών) από τη σειρά άλλων Τοπικών Εκκλησιών.

Κατά τη διάρκεια της άγιας του ζωής, ο όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς με ισχυρό, επεξηγηματικό  και αγιοπατερικό λόγο είχε κριτικάρει και είχε καταδικάσει[2] αυτές τις προπαρασκευαστικές συναντήσεις και τις διασκέψεις, καθώς και την προτεινόμενη τους θεματολογία, τα συμπεράσματα τους και τον κανονισμό λειτουργίας τους. Αλλά, η πατερική και δυνατή φωνή του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς δεν ακούστηκε από τους διοργανωτές τους, επειδή ούτε οι προσυνοδικες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την όσια κοίμηση του πατέρα Ιουστίνου δεν έχουν αλλάξει ουσία, πνεύμα και χαρακτήρα των προπαρασκευαστικών και ειλημμένων θεμάτων ή των επεξεργασμένων κειμένων. Όλα αυτά αμετάβλητα ούτω ολοκληρώθηκαν και σφραγίστηκαν στη “Σύνοδο“ της Κρήτης.

Ως εκ τούτου, την προσπάθεια κάποιων μητροπολιτών (για παράδειγμα, του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου) να δώσουν ορθόδοξο προσανατολισμό σ’ αυτό το οικουμενιστικό συμβάν στην Κρήτη, θεωρούμε ως καλή, αλλά μη πραγματική, απλοϊκή και σχεδόν μη σοβαρή πρόθεση. Ολόκληρη η προπαρασκευή της “Συνόδου“ της Κρήτης (μετά από πολλές δεκαετίες) σαφές παρουσίασε απολύτως τον δικό της οικουμενιστικό, φιλελεύθερο και μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό το λόγο, δεν είναι πραγματική και σοβαρή η κάθε ιδέα οι οποία ισχυρίζεται ότι τέτοια οικουμενιστική συνεδρίαση, ακόμη και με κάποιους πράγματι ορθόδοξους επισκόπους, θα μπορούσε να έχει αγιοπατερικό πνεύμα ή αγιοπατερικό αποτέλεσμα. Είναι φανερό πως μερικοί ποιμένες στην Εκκλησία της Ελλάδος και μακρύτερα, ενώ θεωρούν τον εαυτό τους ορθόδοξο και μη οικουμενιστικό, είτε δεν έχουν καθαρή κατανόηση πόσο κακό είναι η αίρεση του οικουμενισμού και οι υπέρμαχοι της (δηλαδή πόσο μεγάλη απειλή αυτοί είναι για την Εκκλησία) είτε, όμως, δεν έχουν ειλικρινή πρόθεση και κουράγιο να αντιμετωπίζουν το κακό αυτό καταλλήλως, δηλαδή με τρόπο αγιοπατερικό και ομολογητικό.[3]

Ότι το συμβάν στην Κρήτη σήμαινε μόνο επίσημη αποδοχή των προηγουμένως ειλημμένων αποφάσεων στο Σαμπεζύ και πριν από το Σαμπεζύ, με περισσότερο ή λιγότερο φιλολογική επεξεργασία, αλλά χωρίς σοβαρή θεολογική ανάλυση και αναθεώρηση κατά τη διάρκεια της “Συνόδου“ της Κρήτης (οι οποίες θα έπρεπε να αποτελούν την ουσία της κάθε ορθόδοξης συνοδικότητας), προφανώς μαρτυρεί η μη κατάλληλη αντίδραση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεοδώρου Β΄ (υπό τα χειροκροτήματα των παρόντων) στις παραπάνω αναφερόμενες επικρίσεις οι οποίες ήταν εναντίον των προσφερόμενων κειμένων της “Συνόδου“. Η ντροπή του και των διοργανωτών της “Συνόδου“,  διότι αυτός ο Πατριάρχης τότε είπε: “Τα μέλη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου δεν είναι φοιτητές για να διδάσκονται θεολογία“.[4] Είναι καθαρά ότι οι μετέχοντες της “Συνόδου“ αυτής δεν είχαν στόχο την θεολογία, αλλά την πολιτική και την οικονομία. Και ο στόχος αυτός αποτελείται μόνο από την εκπλήρωση στόχων της παγκοσμιοποίησης, ορισμένων από τους χρηματοδότες της “Συνόδου“, ενώ η ίδια η συνεδρίαση της Κρήτης μόνο ήταν ο τρόπος πραγματοποίησης αυτών των στόχων. Αλλά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, παρά μη σοβαρότητα της δικής του δήλωσης είχε σε έναν ορισμένο βαθμό δίκιο, επειδή στη “Σύνοδο“ της Κρήτης πραγματικώς δεν υπήρχε θεολογία, τουλάχιστον η ορθόδοξη θεολογία δεν υπήρχε. Σε κάθε κριτική των προσφερόμενων κειμένων, ο πρόεδρος της συνάντησης αυτής, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος, απαντούσε κατευθύνοντας το βλέμμα του προς τον οικουμενιστικό και μεταρρυθμιστικό ιδεολόγο και τον προστάτη του σύγχρονου οικουμενισμού, τον Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα (τον ιδεολογικό πρωταγωνιστή των κειμένων της Κρήτης), ο όποιος μόνο με αλαζονεία απέφευγε απάντηση, περιφρονώντας τις επικρίσεις και τους επικριτές των δικών του αιρετικών στάσεων. Η λεπτομέρεια αυτή σχετικά με τη συμπεριφορά του π. Βαρθολομαίου Κωνσταντινουπόλεως δείχνει πολλά, διότι δείχνει πως η συνεδρίαση στην Κρήτη ήταν μόνο η προσπάθεια επιβολής στην Εκκλησία (μέσω κατάχρησης της εκκλησιαστικής συνοδικής παραδόσεως) την πνευματικά άρρωστη, δυτική, ευχαριστιακή και οικουμενιστική, επισκοποκεντρική και παπιστική, μάλλον φιλοσοφική, σοφιστική και υπαρξιστική παρά θεολογική, αλλά εν πάση περιπτώσει αιρετική διδαχή του αμφιλεγόμενου, ονομαστικού και φαναριώτικου Μητροπολίτη Ιωάννη Περγάμου.

Η συμμετοχή στη “Σύνοδο“ της Κρήτης ακυρώθηκε από το Πατριαρχείο Μόσχας, το Πατριαρχείο Γεωργίας και το Πατριαρχείο Βουλγαρίας. Δικαιολογημένα αμφισβητούμε την αιτιολογία και την ειλικρίνεια της πράξης αυτής των Πατριαρχείων Μόσχας και Γεωργίας.

Η αιτιολογία με βάση την οποία η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Μόσχας δεν έλαβε μέρος στη συνεδρίαση της Κρήτης δεν έχει δογματικό χαρακτήρα, αλλά μόνο τεχνικό και οργανωτικό. Αυτά μαρτυρεί και το γεγονός ότι η αντιπροσωπεία αυτή έχει ήδη υπογράψει κατ’ ουσίαν τα ίδια τα επίμαχα έγγραφα στην προσυνοδική διάσκεψη στο Σαμπεζύ το 2016, τα οποία μετά υπογράφτηκαν στη “Σύνοδο“ της Κρήτης.

Το Πατριαρχείο Γεωργίας  με τη στάση του στις προσυνοδικες διασκέψεις, με την απουσία του από τη συνεδρίαση της Κρήτης, και με ξεκάθαρη δογματική αιτιολογία σε μερικές επίσημες δηλώσεις, έδωσε μεγάλη ελπίδα ότι τουλάχιστον ένας ορθόδοξος πατριάρχης θα ενθαρρυνθεί να αντιταχτεί στην οικουμενιστική αίρεση, το θρίαμβο της οποίας είδαμε στην Κρήτη. Αλλά, όλες οι ελπίδες εξαφανίστηκαν όταν ο Πατριάρχης Ηλίας Β΄ πριν από λίγες εβδομάδες προσωπικά καλωσόρισε τον πάπα της Ρώμης, τον εισήγαγε σε ορθόδοξο ναό, άναψε κεριά μαζί του και προσευχήθηκε μαζί του. Επομένως, η προηγούμενη οικουμενιστική σύμπλεξη του Πατριάρχη αυτού[5] δημιούργησε βαθιές συνέπειες σ’ αυτόν, η ειλικρινής μετάνοια για τη συμμετοχή του στην οικουμενιστική κίνηση έλειψε, ή, αν υπήρχε καθόλου, αυτή η μετάνοια χάθηκε μετά την αποδοχή του πάπα.

Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας με την απουσία του και την απόρριψη της συνεδρίασης της Κρήτης δίνει κάποια ελπίδα, αλλά αυτή σταδιακά εξαφανίζει καθώς περνά ο χρόνος, διότι ενώ συνεχίζεται η οικουμενιστική προδοσία της πίστεως και η Εκκλησία Βουλγαρίας σιωπά. Την κάθε ενδεχόμενη γραπτή δήλωση της Εκκλησίας αυτής (ή άλλων Τοπικών Εκκλησιών και ατόμων) εναντίον των ειλημμένων αποφάσεων της συνεδρίασης της Κρήτης, οι οικουμενιστές θα την κοροϊδέψουν περιφρονητικά και με αλαζονεία, όλοι όσοι είναι καλοπροαίρετοι αλλά απλοϊκοί θα παρηγορούνται από την ψεύτικη ελπίδα και θα χειροκροτούν τις όμορφα εκφραζόμενες ορθόδοξες στάσεις πιστεύοντας ότι αυτές θα λύσουν προχωρημένο πρόβλημα αίρεσης του οικουμενισμού στην Εκκλησία. Αλλά, με αυτόν τον τρόπο, δεν θα έχουμε καλά αποτελέσματα διότι η επικαιρότητα και η ενέργεια τέτοιας “ομολογίας πίστεως“ θα χαθούν σε δύο εβδομάδες, ενώ οι οικουμενιστές-προκαθήμενοι κι οι επίσκοποι θα συνεχίσουν τον δικό τους πεπατημένο δρόμο της ουνίας προς το Βατικανό και τους άλλους αιρετικούς, καταστρέφοντας την Εκκλησία ύπουλα από μέσα. Το κάθε γραψίμα, αυτή τη δραματική στιγμή στην οποία βρίσκεται η Εκκλησία, είναι μυωπικό και μάταιο, δηλαδή δεν έχουμε κατάλληλο αποτέλεσμα και κατάλληλη ενέργεια (με αυτόν τον τρόπο) σε προχωρημένο στάδιο αιρετικής ασθένειας εντος της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Μέχρι τη λύση του οικουμενιστικού προβλήματος, η μόνη οξυδερκής πράξη η οποία θα δώσει καλά αποτελέσματα είναι η διακοπή της λειτουργικής και γραφειοκρατικής κοινωνίας με τους οικουμενιστές (σύμφωνα με τον ΙΕ΄ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως), η διακοπή η οποία θα υπάρχει μέχρι την μετάνοια τους για τη δική τους αίρεση. Αλλά, σε μια επίσημη δήλωση το Πατριαρχείο Βουλγαρίας συμπεραίνει ότι το Πατριαρχείο αυτό συνεχίζει να διατηρεί θρησκευτική κοινότητα με τους προκαθημένους-οικουμενιστές οι οποίοι στην Κρήτη επισήμως υπέγραψαν τα αιρετικά κείμενα.  Ως εκ τούτου, οι Βούλγαροι δηλώνουν ότι δεν θέλουν να διακόψουν την κοινωνία με τους ακραίους οικουμενιστές (με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο Κωνσταντινούπολης και όλους τους άλλους οικουμενιστές). Συνεπώς, αυτό το Πατριαρχείο πράγματι ακύρωσε και ρεζίλεψε τη δική του εναντίωση στη συνεδρίαση της Κρήτης και τις μη ορθόδοξες αποφάσεις της.

Επισήμως και κανονικώς, η “Σύνοδος“ της Κρήτης δεν πέτυχε, αλλά ο κίνδυνος κρύβεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι οικουμενιστές ως διοργανωτές της Συνόδου είχαν ανάγκη για την επίσημη και ημικοινοβουλευτική, απατηλή και συνοδική “αποδοχή“ του οικουμενισμού ως κύριου προσανατολισμού όλων των Τοπικών Εκκλησιών, προκειμένου να χορηγηθεί αμνηστία στον οικουμενισμό και να παρουσιαστεί αυτός όχι ως αίρεση, αλλά ως “βαθέως ορθόδοξη“ κίνηση. Επομένως, “κουνώντας“ τα οικουμενιστικα έγγραφα της συνεδρίασης της Κρήτης οι οικουμενιστές τώρα πιο θαρραλέα και με περισσότερη ανακούφιση θα συνεχίσουν τη δική τους οικουμενιστική δραστηριότητα και τον ψεύτικο διάλογο της αγάπης.

Ακόμη και αν παραβλέπαμε τον μη παραδοσιακό τρόπο οργάνωσης και ψηφοφορίας της “Συνόδου“ της Κρήτης, πρέπει να είναι σαφές το εξής: ακόμη και αν στη συνεδρίαση της Κρήτης τηρείτο ολόκληρο το κανονικό και παραδοσιακό modus operandi (δηλαδή η εκκλησιαστική και συνοδική διαδικασία οργάνωσης, λειτουργίας, εργασίας, ψηφοφορίας και διαχείρισης τέτοιας συνεδρίασης), ακόμη και αν όλες οι Τοπικές Εκκλησίες κι όλοι οι επίσκοποι λάμβαναν μέρος ή ψήφιζαν, μόνο και μόνο λόγω τού γεγονότος ότι στην Κρήτη λήφθηκαν οι μη ορθόδοξες αποφάσεις, η “Σύνοδος“ αυτή θα ήταν η ληστρική και αιρετική συνεδρίαση, και δεν θα ήταν η Σύνοδος με κανένα τρόπο.

Με την ευκαιρία αυτή, δεν έχουμε καιρό για τη λεπτομερή θεολογική ανάλυση των επίμαχων κειμένων υπογεγραμμένων στην Κρήτη. Γι’ αυτό το λόγο θα παρουσιάσουμε, εν ολίγοις, μόνο πιο σοβαρούς ψεύτικους δογματικούς ισχυρισμούς (κάποιους έχουμε ήδη αναφέρει παραπάνω από το συνοδικό Μήνυμα της Λοζνίτσας), οι οποίοι κυρίως βρίσκονται στο πιο επίμαχο κείμενο με τίτλο “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον“,[6] αλλά και στα άλλα κείμενα της συνεδρίασης της Κρήτης:

  1. Μέσω του περιορισμού του αριθμού των μετεχόντων επισκόπων και της ψηφοφορίας (η οποία δόθηκε μόνο στους προκαθημένους των Τοπικών Εκκλησιών), παραβιάστηκε η παραδοσιακή αρχή συμμετοχής και δικαιώματος ψήφου όλων των επισκόπων.
  2. Σχετικοποιήθηκαν δογματικώς οι σαφείς ορισμοί των εννοιών “χριστιανός“ και “χριστιανικός κόσμος“,[7] επειδή οι χριστιανοί και ο χριστιανισμός δεν υπάρχουν χωρίς Χριστό, δηλαδή αυτοί δεν υπάρχουν χωρίς Ορθοδοξία και Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.
  3. Η συνεδρίαση της Κρήτης δεν αποτελεί συνέχεια των Ιερών Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν αναθεματίζει αιρέσεις, δεν ενδυναμώνει και δεν διατηρεί την Ορθοδοξία, αλλά αντιθέτως, νομιμοποιεί και επιβεβαιώνει τον οικουμενισμό (την οικουμενιστική αιρετική κίνηση και την ιδιότητα μέλους στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών)[8] ως θετικό,[9] ισχυρίζοντας ότι η Εκκλησία είναι διασπασμένη (σύμφωνα με την οικουμενιστική θεωρία των κλάδων) και ότι η Εκκλησία πρέπει να ψάχνει τη δική της ενότητα μέσω του οικουμενιστικού διαλόγου.
  4. Η “Σύνοδος“ αποδέχεται τη μη ορθόδοξη θέση ότι η συνοδικότητα της Εκκλησίας δεν προέρχεται από την Ορθόδοξη Πίστη, αλλά ότι η διατήρηση της ορθόδοξης πίστεως προέρχεται από τη συνοδικότητα αυτομάτως, δηλαδή η εκκλησιαστική συνοδικότητα εννοείται ως αυτομάτως δεδομένη. Τεχνητά χωρίζεται η συνοδικότητα από τη δική της δογματική βάση η οποία είναι η Ορθόδοξη Πίστη.[10]
  5. Δημιουργήθηκε πολλή σύγχυση για την κατανόηση της Εκκλησίας και των αληθινών εκκλησιαστικών μελών, ανακατώνεται η ταυτότητα της Εκκλησίας με τις αιρετικές κοινότητες[11] μέσω της αναγνώρισης της εκκλησιαστικής ταυτότητας στις αιρέσεις. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται η αλήθεια ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Μια και μόνη Εκκλησία του Χριστού ως Εκκλησία της σωτηρίας.
  6. Τα κείμενα ενθαρρύνουν την μεταπατερική, μη αγιοπατερική, μεταρρυθμιστική και αιρετική “ευχαριστιακή θεολογία“ του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα, η οποία παρουσιάζει την θεολογική, φιλοσοφική και αιρετική βάση, το στήριγμα και την δικαιολογία για την αίρεση του οικουμενισμού, την οικουμενιστική κίνηση και τους ουνιατικούς τους στόχους.
  7. Τα προσυνοδικά έγγραφα κρύβονταν από την εκκλησιαστική πληρότητα των Ορθοδόξων.
  8. Επιτρέπονται μικτοί γάμοι μεταξύ Ορθοδόξων και Ετεροδόξων.

Στο Πατριαρχείο Σερβίας στο Βελιγράδι, η πομπώδης ανακοίνωση της συνεδρίασης της Κρήτης αλλάχτηκε σε απόλυτη σιωπή και μη μνημόνευση της ίδιας της συνεδρίασης. Η μετάφραση και η παρουσίαση των επισήμων δηλώσεων της “Συνόδου“ άργησαν ένα μήνα ή περισσότερο, ενώ τα υπογεγραμμένα κείμενα της “Συνόδου“ (στα οποία είναι φανερή η προδοσία της Ορθοδοξίας) δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ στα σερβικά και απολύτως δεν έχουν δημοσιευτεί. Αυτό έγινε με πρόθεση να κρυφτεί η ίδια η προδοσία της Ορθοδοξίας στην Κρήτη, την οποία υπέγραψαν ο Πατριάρχης της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κι οι επίσκοποι οικουμενιστές. Όταν μεταφραστούν τα κείμενα της Κρήτης και όταν παρουσιαστούν στο σερβικό ορθόδοξο κοινό, σε όλους θα είναι πιο φανερή και πιο ξεκάθαρη η ορθόδοξη και ομολογητική στάση του Επισκόπου Αρτεμίου, καθώς και η δικαιολογία της μάχης του εναντίον της αίρεσης του οικουμενισμού –  σε αντίθεση με την προδοσία της Ορθόδοξης Πίστης του Πατριάρχη στην Κρήτη.[12]

Αυτά τα αναφερόμενα γεγονότα καθαυτά δείχνουν ότι η “Σύνοδος“ της Κρήτης είναι μόνο ένα ψάξιμο μιας βελόνας στα άχυρα.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε την ανοησία των επισκόπων-οικουμενιστών Σέρβων και των μεταρρυθμιστών, οι οποίοι στη συνεδρίαση της Κρήτης με τετριμμένο τρόπο προσπάθησαν να επιβάλουν “συνοδικώς“ τις λειτουργικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες παρά πολύ παραβιάζουν την προσευχόμενη και λειτουργική ενότητα στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, και οι οποίες άνοιξαν το δρόμο για πιο τρομερή παραβίαση της δογματικής ενότητας – μέσω της οικουμενιστικής αίρεσης.

Οι οικουμενιστικές και αιρετικές αποφάσεις της “Συνόδου“ της Κρήτης παρουσιάστηκαν  εγκάρδια μόνο στους ρωμαιοκαθολικούς, ενώ έγιναν κάποιες γενικές διαλέξεις για τους ορθόδοξους στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία σχετικά με τη “Σύνοδο“ της Κρήτης, αλλά χωρίς λεπτομερή δημοσίευση των ειλημμένων αποφάσεων της “Συνόδου“. Εκτός από τους επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και οι επίσκοποι Σέρβοι (ειδικά ο Ανδρέας Αυστρίας και Ελβετίας) επισήμως επισκέπτονταν τους παπικούς “επισκόπους“ για να τους ενημερώσουν για τα αποτελέσματα της συνεδρίασης της Κρήτης, τα οποία από την προοπτική των οικουμενιστών είναι πολύ θετικά. Τότε οι επίσκοποι οικουμενιστές πραγματικά καυχήθηκαν μπροστά από τους ρωμαιοκαθολικούς πως η “Σύνοδος“ της Κρήτης είναι ένα μεγάλο “κατόρθωμα“, δηλαδή το ορθόδοξο αντίτυπο της προοδευτικής Δεύτερης “Συνόδου“ του Βατικανού,[13] δείχνοντας στους “δυτικούς αδελφούς“ πως δεν σταματάνε την εκκλησιαστική καινοτομία, αλλά συμβαδίζουν με το Βατικανό, με το Βατικανό το οποίο οδήγησε την σύγχρονη Ευρώπη στην εκκοσμίκευση με την αιρετική αλλοίωση της χριστιανικής πίστεως και έριξε αυτή την Ευρώπη πάλι στην εποχή της ειδωλολατρείας όσον αφορά την πνευματικότητα και την ηθικότητα.

Τι μπορούμε να πούμε περισσότερα σχετικά με τη συνεδρίαση της Κρήτης, στην οποία ο πρόεδρος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε εμπιστοσύνη σε προσευχές του πάπα, όταν σε μια από τις αρχικές δηλώσεις της συνεδρίασης ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είπε: “Η αυτού αγιότης ο πάπας κατά την καθιερωμένη μεσημβρινή προσευχή ευχήθηκε υπέρ της επιτυχίας των εργασιών μας … και εκφράζουμε όλοι μαζί τις θερμές μας ευχαριστίες.“?[14]

Είναι σαφές ότι η “Σύνοδος“ της Κρήτης έδωσε χαρά στο Βατικανό, και ενθάρρυνση, ζωηρότητα και ανακούφιση στους επισκόπους οικουμενιστές. Αυτό αναδεικνύει πως η συνεδρίαση των οικουμενιστών στην Κρήτη, ως επίσημη και συνοδική επιβεβαίωση της οικουμενιστικής αίρεσης και ως δικαιολογία του οικουμενισμού, αποτελεί την προσπάθεια των μετεχόντων της συνεδρίασης να αντιγράφουν άγρια το Βατικανό σε ότι αφορά το νεοτερισμό και την αίρεση. Επίσης, η συνεδρίαση είναι η προσπάθεια των οικουμενιστών να αποκτήσουν την ειδική “συνοδική άδεια“ της Εκκλησίας, ώστε να συνεχίσουν την οικουμενιστική διάσπαση της ίδιας της Εκκλησίας με “καθαρή συνείδηση“. Μάλιστα, αυτό είναι η φαντασία τους, ενώ στην πραγματικότητα, καμία μορφή συνοδικότητας χωρίς ορθόδοξη ουσία δεν μπορεί να ονομαστεί “Σύνοδος“, ούτε καμία επίσημη και συνοδική ή κοινοβουλευτική και συνοδική απόφαση μπορεί να δώσει δικαιολογία ή άδεια στους επισκόπους να καταπατούν τα Ορθόδοξα Δόγματα, να προδίδουν την πίστη και να επιβάλλουν την αίρεση στην Εκκλησία. Η εκκλησιαστική ιστορία επιβεβαιώνει, μας διαβεβαιώνει και μας ενθαρρύνει ότι δεν πέτυχαν να κάνουν αυτά (πριν από τους οικουμενιστές) πολλοί αιρετικοί, οι οποίοι τα παλιά χρόνια στις δικές τους ψεύτικες συνόδους είχαν προσπαθήσει το ίδιο. Αυτή την ανέντιμη πρόθεση, αν θελήσει ο Θεός, δεν θα την πραγματοποιήσουν ούτε κι οι αιρετικοί οικουμενιστές.

Η “Σύνοδος“ αυτή της Κρήτης είναι και θα είναι ένα μεγάλο όνειδος στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και η “Σύνοδος“ αυτή στο μέλλον, αν θελήσει ο Θεός, θα αναθεματιστεί μαζί με την οικουμενιστική αίρεση σε κάποια αληθώς ορθόδοξη Σύνοδο, δηλαδή και η “Σύνοδος“ αυτή θα προσαρτηθεί στον μεγάλο κατάλογο των ληστρικών και αιρετικών “Συνοδών“, κι οι μετέχοντες του συμβάντος αυτού θα χαρακτηριστούν ως προδότες της Ορθοδοξίας. Εκτός αν μετανοήσουν όσο υπάρχει καιρός, διότι τα υπογεγραμμένα κείμενα της Κρήτης αποτελούν την επαίσχυντη προδοσία της Ορθοδοξίας. Οι πατριάρχοι κι οι επίσκοποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν μιλούν για την προδοσία αυτή, επειδή οι περισσότεροι από αυτούς έλαβαν μέρος σε αυτή, ενώ υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, αλλά οι οποίες σημαίνουν μόνο γράψιμο και ομιλία, αλλά όχι αποφασιστική δράση. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη διατήρηση της Ορθόδοξης Πίστεως, δεν ελπίζουμε σε τίποτα παρά μόνο στο Θεό και στις δικές μας δυνάμεις.

Στις 25 Νοεμβρίου το 2016, στην ιερά μονή του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς στο Μπαράγιεβο στη Συνάθροιση του Επισκόπου, των Χωρεπισκόπων και των Ηγουμένων της Επαρχίας Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία.

 

Ο σεβασμιώτατος Χωρεπίσκοπος Νόβομπρδο-Πανονίας

+Μάξιμος

 

(μετέφρασε στα ελληνικά ο Μάρκο Πεϊκοβιτς)

—————————————————————————

[1] “Η δεξαμενή σκέψης Μόσχας “Katehon“, αναφέροντας τις δικές της πηγές, ισχυρίζεται ότι οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών προσπαθούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης. Σύμφωνα με αυτές τις αναφορές, οι υπηρεσίες αυτές χρησιμοποιούν τους πράκτορες, οι οποίοι έχουν επιρροή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με σκοπό να υπονομευτεί η εξουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας, να προάγονται οικουμενιστικές τάσεις και εκκλησιαστικές “μεταρρυθμίσεις“, οι οποίες αδυνατίζουν την Ορθοδοξία. – Ένα από τα πρόσωπα-κλειδιά εδώ είναι ο Αλέξανδρος Καρλούτσος, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Συνόδου. Το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για σχέσεις μεταξύ της Συνόδου της Κρήτης και των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, είναι ο Άλεξ Ρόντος. Αυτός είναι ο ειδικός αντιπρόσωπος της ΕΕ για το Κέρας της Αφρικής, στενά συνδεδεμένος με υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, και με μη κυβερνητικές οργανώσεις της παγκοσμιοποίησης – αναφέρεται μέσα στο κείμενο δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα “Katehon“. Στο κείμενο αυτό αναφέρεται και ότι ο Ρόντος ήταν υπέρμαχος χρωματιστών επαναστάσεων, πως βοήθησε ίδρυση της μη κυβερνητικής οργάνωσης “Canvas“ στο Βελιγράδι και υποστήριζε χορήγηση ανεξαρτησίας στο Κοσσυφοπέδιο.“ (http://www.politika.rs/scc/clanak/357749/Sabor-se-nada-da-ce-zakljucke-sa-Krita-prihvatiti-i-cetiri-odsutne-crkve)

[2] Δείτε: Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, “Περί την μελετωμένην ‘Μεγάλην Σύνοδον’ της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησία στις 7 Μαΐου το 1977“ ((http://prepodobnijustin.blogspot.rs/2011/05/blog-post.html#more)

[3] Βλέπουμε πως τέτοια αρχή της “γραφειοκρατικής ορθότητας“, της υπακοής σε οποιαδήποτε τιμή στην εκκλησιαστική ιεραρχία (μολυσμένη με αίρεση) και της συμμετοχής στις Συνόδους της ιεραρχίας αυτής είναι απολύτως μάταιη και χωρίς καλά αποτελέσματα. Τέτοια αρχή μόνο ντροπιάζει αυτούς που προσπαθούν μέσω τέτοιου “γραφειοκρατικού πουριτανισμού“ να προστατεύουν την ορθόδοξη πίστη. Η προστασία της πίστεως σε μια μη ορθόδοξη συνεδρίαση (καθώς είναι εκείνη η οποία έγινε στην Κρήτη, η οποία οργανωνόταν κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών με ξεκάθαρο σκοπό να νομιμοποιηθεί επισήμως η οικουμενιστική αίρεση) αποτελεί μόνο ένα μικρόψυχο μαλάκωμα συνείδησης εκείνων των επισκόπων οι οποίοι είναι ενήμεροι για την προδοσία της πίστεως στην Εκκλησία, αλλά οι οποίοι δεν είναι ικανοί να παλεύουν εναντίον αυτής της προδοσίας με τα παραδοσιακά και κανονικά μέσα, τολμηρά και θαρραλέα.

[4] https://pravoslavljepzv.wordpress.com/2016/06/22/%d0%bf%d1%80%d0%b2%d0%b8-%d0%b4%d0%b0%d0%bd%d0%b8-%d1%81%d0%b0%d0%b1%d0%be%d1%80%d0%b0-%d0%bd%d0%b0-%d0%ba%d1%80%d0%b8%d1%82%d1%83-%d0%b1%d0%be%d1%98%d0%b8%d0%bc-%d1%81%d0%b5-%d0%b4%d0%b0%d0%bd%d0%b0/

[5] “Από το 1978 έως το 1983 ο Πατριάρχης Ηλίας Β΄ ήταν ένας από τους προέδρους του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών…“ (http://www.spc.rs/sr/gruzijski_patrijarh_ilija_ii_napunio_83_godine_zhivota)

[6] Το αναφερόμενο κείμενο Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον στα ρωσικά και όλα τα εισαγωγικά απ’ αυτό στο δικό μας κείμενο παρακάτω, είναι παρμένα από αυτή την ιστοσελίδα: http://www.pravmir.ru/otnosheniya-pravoslavnoy-tserkvi-s-ostalnyim-hristianskim-mirom/

[7] “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[8] “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πιστή εἰς τήν ἐκκλησιολογίαν αὐτῆς, εἰς τήν ταυτότητα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς δομῆς καί εἰς τήν διδασκαλίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συμμετέχουσα ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Π.Σ.Ε…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[9] “Οἱ σύγχρονοι διμερεῖς θεολογικοί διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς καί ἡ συμμετοχή αὐτῆς εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν ἐρείδονται ἐπί τῆς συνειδήσεως ταύτης τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ οἰκουμενικοῦ αὐτῆς πνεύματος ἐπί τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως βάσει τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως καί τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Χριστιανῶν… Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει κοινήν τήν συνείδησιν περί τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ διαχριστιανικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, διό καί κρίνει ἀναγκαῖον νά συνοδεύηται οὗτος πάντοτε ὑπό τῆς ἐν τῷ κόσμῳ μαρτυρίας διά πράξεων ἀμοιβαίας κατανοήσεως καί ἀγάπης…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[10] “ Ὡς μαρτυρεῖ ἡ ὅλη ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τήν ἀνωτάτην αὐθεντίαν ἐπί θεμάτων πίστεως καί κανονικῶν διατάξεων…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[11] “Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν…“, Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.

[12] Η αναφερόμενη απόκρυψη των κειμένων της Κρήτης από τη πλευρά του Πατριαρχείου στο Βελιγράδι είναι απόδειξη ότι ο Πατριάρχης Ειρηναίος και οι επίσκοποι οικουμενιστές Σέρβοι συμπεριφέρονται χωρίς ειλικρίνεια προς τον σερβικό ορθόδοξο λαό, αλλιώς – θα αναγκαστούν να παραδεχτούν μπροστά στο Θεό και τον λαό ότι έχουν προδώσει την ορθόδοξη πίστη, έχουν αναγνωρίσει τους παπιστές και άλλους αιρετικούς ως Εκκλησίες, δηλαδή ότι έχουν απαρνηθεί το Χριστό και τον Άγιο Σάββα της Σερβίας.

[13] Η “Σύνοδος“ η οποία αποτελεί έναρξη της ακραίας μεταρρύθμισης και της οικουμενιστικής ανακατάταξης στο Βατικανό.

[14] https://pravoslavljepzv.wordpress.com/2016/06/22/%d0%bf%d1%80%d0%b2%d0%b8-%d0%b4%d0%b0%d0%bd%d0%b8-%d1%81%d0%b0%d0%b1%d0%be%d1%80%d0%b0-%d0%bd%d0%b0-%d0%ba%d1%80%d0%b8%d1%82%d1%83-%d0%b1%d0%be%d1%98%d0%b8%d0%bc-%d1%81%d0%b5-%d0%b4%d0%b0%d0%bd%d0%b0/