Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

Προς τπν Μητροπολιτη Πειραιως



 

Η ανακοίνωση της Ι.Μ.Πειραιώς δημοσιεύτηκε στην διεύθυνση http://aktines.blogspot.com/2025/07/blog-post_715.html?m=1.  
Σεβασμιώτατε, ως θρησκευτικός άρχων των Ελλήνων, ως διάδοχος των Αποστόλων, ως ποιμήν του ποιμνίου του Αρχιποιμενος Χριστού, έχων την ευθύνη να το οδηγησετε, ασφαλώς, στο μαντρί, στην Βασιλεία του Θεού, θεωρείτε, ότι "το αληθές, το βασικό πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών πληθυσμών μουσουλμανικής πίστης,  για την πατρίδα μας, είναι η ύπαρξη, η ζωή και η επιβίωση του έθνους των Ελληνων, η αρπαγή της πατρίδας και της περιουσίας μας, και το γεγονός ότι σε κρίσιμη ώρα πολεμικής συρραξεως με την γειτονικη Τουρκία, θα συνταχθούν με τους ομοπιστους εχθρούς μας", ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΙΣΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ της Ελλάδας,   στην οποία αναφερθήκατε, γενικώς και αορίστως, θέτοντας, απλώς, το αναπάντητο, εκ μέρους σας, ερώτημα, " γιατί όλοι αυτοί οι μουσουλμανικοί λαοί επιδιώκουν να ισλαμοποιησουν, με την παρουσία τους, την Ευρωπαϊκή Χριστιανική Ήπειρο;
 1) Είναι άνευ σημασίας ο  εξισλαμισμός των Χριστιανών της Ελλάδας; Είναι υψίστης σημασίας η απώλεια των αγαθών, τα οποία μας δώρισε ο Θεός, και άνευ σημασίας  η απώλεια του Προσώπου Του; Είναι  άνευ σημασίας η απομάκρυνση απο " Εκείνον που είναι το Α και το Ω, η Αρχή και το Τελος, ο Πρώτος και ο Έσχατος"(Αποκ. κβ13), και μέγιστης σημασίας το "να  φαγωμεν και να πιωμεν, διότι αύριον θέλομεν αποθανει"(Ησ. κβ13); 
2) Όσον αφορά το ερώτημα που θέσατε, εισθε ο πλέον αρμόδιος ν απαντήσετε, πλην, όμως, το αποφύγατε. Διότι, γνωρίζετε ότι "όπου είναι το πτώμα, εκεί θέλουσι συναχθεί οι αετοί"(Ματθ. κβ28). Και, δυστυχώς, η κατ όνομα χριστιανική Ελλάδα, και εν γένει η Ευρώπη, είναι πλήρης πνευματικών πτωμάτων, εξ αιτίας 
α) της  προσωπικής αδιαφορίας για τις προειδοποιησεις του Θεού, οπως "Εγκρατευθητε, αγρυπνησατε, διότι ο αντίδικος σας ο διάβολος, ως λέων ωρυομενος, περιέρχεται ζητων τίνα να καταπιη. Εις τον οποίον αντιστάθηκε, μένοντες στερεοι εις την πίστιν..."(Πετρ. Α 8-9), κα 
β) της ποιμενουσας εκκλησίας, οι εκπρόσωποι της οποίας, καθ' ομοίωσιν των Φαρισαίων, απεδείχθητε "οδηγοί τυφλοί τυφλών"(Ματθ  ιε14), επειδή αφήσατε " τον φόβο του Κυρίου που είναι πηγή ζωής"(Παρ. ιδ27),για τον φόβο του Καίσαρα, την πηγή του θανάτου, κι οδηγησατε τον λαό  στα ίχνη σας, ώστε λέγει Κύριος, "δύο κακά επραξεν ο λαός μου. Εμε εγκατελιπον, την πηγήν των ,ζωντων υδατων, και έσκαψαν εις εαυτούς λάκκους, λάκκους συντετριμμένους, οίτινες δεν δύνανται να κρατησωσιν ύδωρ."(Ιερ. β13). Επίσης γνωρίζετε, ότι, σύμφωνα με τον Ιωάννη Δαμασκηνο, " το Ισλάμ είναι η λαοπλανος θρησκεία των Ισμαηλιτων, ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ", ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για την αρπαγή των περιουσιών και εδαφών, αλλά για την αρπαγή των ψυχών.(Σχόλιο Μπληζιωτη Αικατερίνης)
πηγη.φωνη εξ αγίου όρους 

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

«H ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ»


«Της αιρέσεως αποσχιζόμενοι τη ευσεβεία δια παντός ενραπτόμεθα (ενούμεθα) – Γρηγ. Νύσσης, P.G. 44, 725»

«H ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΣ»

«Ο ΙΕ΄ Κανόνας, ως Θεωρία και Πράξη»

MΕΡΟΣ Γ΄

Αναμφίβολα, οι Πατέρες χρησιμοποιούν πολλές φορές τις δύο έννοιες, θεωρία και πράξη. Την αναγκαιότητα της ενότητάς τους με τρόπο απόλυτα κατηγορηματικό, τόνισε ο ίδιος ο Χριστός, σε ότι αφορά τους όρους (θεωρία) της πίστεως στην εφαρμογή τους, ως ατομική και συλλογική προσέγγιση του Ευαγγελίου στην καθημερινότητα, εν χρόνω.

Στα παρακάτω εδάφια διακρίνουμε την οντολογική όψη της Ακριβείας∙ όψη οντολογική αλλά (ταυτόχρονα) και γνωσιολογική:

α) «Ου πας ο λέγων μοι, Κύριε Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 7, 21).

β) «Τότε ο Ιησούς ελάλησε τοις όχλοις και τοις μαθηταίς αυτού λέγων∙ επί της Μωυσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι∙ πάντα ουν όσα εάν είπωσιν υμίν τηρείν, τηρείτε και ποιήτε, κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε∙ λέγουσι γαρ, και ου ποιούσι» (Ματθ. 23, 1-3).

γ) «Τους αγαπώντας τον Θεόν ουκ εστιν εν λόγοις ο αγών, αλλ’ εν έργοις γενναίως παρατετάχθαι και πάντα κίνδυνον ετοίμους είναι παθείν υπέρ της ευσεβείας και του μη τη κοινωνία χρανθήναι των αιρετικών» (Αγ. Μάρκος Ευγενικός).

Η εντελεστάτη διατύπωση του ΙΕ΄ Κανόνος υπό της Πρωτοδευτέρας Συνόδου εκφράζει, νομοτελειακά, τον πραγματικό κόσμο της ευσεβούς αντίστασης του Λαού του Θεού κατά των αιρέσεων, όπως π.χ. η αντίσταση στην προσπάθεια επιβολής της ψευδενώσεως με τους Λατίνους (Φερράρα – Φλωρεντία 1438-1439) και στα νεότερα χρόνια κατά την περίοδο των Κολλυβάδων (1754-1819).

Στο νόημα – περιεχόμενο του ΙΕ΄ Κανόνα υπάρχει απόθεμα κατακτημένης – αντικειμενικής εκκλησιολογικής αντίστασης, γι’ αυτό και η Ιστορικότητά του δεν σημαίνει σχετικότητα (προαιρετικότητα) με την αγωνιστική έννοια αλλά, αντίθετα, υποχρεωτικότητα εφαρμογής του.

ΚΑΝΩΝ ΙΕ΄ (Α΄ τμήμα του)

«Τα ορισθέντα περί Πρεσβυτέρων και Επισκόπων και Μητροπολιτών, πολλώ μάλλον επί Πατριαρχών αρμόζει.

Ώστε ει τις Πρεσβύτερος, ή Επίσκοπος, ή Μητροπολίτης τολμήσοι αποστήναι της προς τον οικείον Πατριάρχην κοινωνίας, και μη αναφέρει το όνομα αυτού, κατά το ωρισμένον και τεταγμένον, εν τη Θεία Μυσταγωγία, αλλά προ εμφανείας συνοδικής και τελείας αυτού κατακρίσεως, σχίσμα ποιήσοι∙ τούτον ώρισεν η αγία Σύνοδος πάσης ιερατείας παντελώς αλλότριον είναι, ει μόνον ελεγχθείη τούτο παρανομήσας. Και τάυτα μεν εσφράγισταί τε και ώρισται περί των προφάσει τινών εγκλημάτων των οικοίων αφισταμένων προέδρων και σχίσμα ποιούντων και την ένωσιν της Εκκλησίας διασπώντων».

1ο Σχόλιο: Το κύριο στοιχείο που χαρακτηρίζει – καθορίζει το πρώτο αυτό τμήμα του Κανόνα, είναι η μέριμνα – φροντίδα προστασίας της Εκκλησίας, της ενότητάς της, από το σχίσμα. Το πνευματικό εποικοδόμημα (Εκκλησία) καθορίζεται, το είναι της, από την ορθότητα της Πίστεως.

Όταν ο επίσκοπος αμαρτάνει μόνο στην πρακτική του ζωή, χωρίς αίρεση, δεν δικαιολογείται «μη αναφορά του ονόματός του, κατά το ωρισμένον και τεταγμένον εν τη Θεία Μυσταγωγία», αφού δεν έχει προηγηθεί Συνοδική (τελεία) καταδίκη του. Χωρίς τη Συνοδική καταδίκη της (τυχόν) ηθικής – παραβατικής δραστηριότητας του Επισκόπου, η διακοπή της μνημονεύσεώς του μετασχηματίζει την Εκκλησιαστική πραγματικότητα σε Σχίσμα. (τέλος σχολίου)

ΚΑΝΩΝ ΙΕ΄ (Β΄ τμήμα του)

Στο Β΄ τμήμα του Ι. Κανόνος έχουμε συμπληρωτική – συμπληρωματική ανα-οριοθέτηση της εκκλησιολογικής συμπεριφορικής λειτουργίας του Σώματος των Ορθοδόξων έναντι των αιρέσεων, έναντι του αιρετικού επισκόπου (ποιμένος). Κοινό γνώρισμα των δύο τμημάτων ότι μοιράζονται μεταξύ τους μια θεμελιώδη (ουσιαστική) εκκλησιολογική ύλη, που είναι η προστασία της Εκκλησίας.

Και τα δύο τμήματα του Ι. Κανόνος χορηγούν οδηγητικούς κανόνες που καθορίζουν, με θεμελειακή αποσαφήνιση, την ορθή παραδεκτή αφετηρία στάσης έναντι επισκόπου που α) εφαρμόζει υποκειμενικούς παραμορφωτικούς κανόνες ηθικής (κλοπή, μοιχεία, κλπ) ή β) έναντι επισκόπου που κηρύττει δημόσια, φανερά (Γυμνή τη κεφαλή επ’ Εκκλησίας) θεωρητικά πρότυπα πίστεως αιρετικά, τα οποία Ορθόδοξος Σύνοδος έχει καταδικάσει ή η εκτατική στο πεδίο της Εκκλησίας διδασκαλία των Αγίων Πατέρων έχει αποδοκιμάσει (κατεγνωσμένη αίρεση). Τα δύο αυτά τμήματα έχουν, ως κύρια μέσα προστασίας της Εκκλησίας, μη δυνητικό χαρακτήρα.

Αν είναι δυνατόν, τα δύο αυτά κύρια μέσα – όπλα προστασίας της Εκκλησίας, να είναι όπλα δυνητικών απαντήσεων έναντι του Σχίσματος ή της αιρέσεως! Στο Β΄ τμήμα του, διαβάζουμε:

«Οι γαρ δι’ αίρεσιν τινά παρά των αγίων Συνόδων, ή Πατέρων, κατεγνωσμένην, της προς τον πρόεδρον κοινωνίας εαυτούς διαστέλλοντες, εκείνου δηλονότι την αίρεσιν δημοσία κηρύττοντος, και γυμνή τη κεφαλή επ’ Εκκλησίας διδάσκοντος, οι τοιούτοι ου μόνον τη κανονική επιτιμήσει ουχ υπόκεινται προς συνοδικής διαγνώσεως εαυτούς της προς τον καλούμενον Επίσκοπον κοινωνίας αποτειχίζοντες, αλλά και της πρεπούσης τιμής τοις ορθοδόξοις αξιωθήσονται. Ου γαρ Επισκόπων, αλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον αλλά σχισμάτων και μερισμών την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι».

Το τμήμα αυτό του Ι. Κανόνος αναγορεύει και υψώνει σε πρώτο επίπεδο απειλής την αίρεση, όταν αυτή υπάρχει σε σύμπηξη φανερή με την διδασκαλία – πράξη του Επισκόπου∙ σύμπηξη που μπορεί να είναι και σημανάλυση, συνάθροιση δηλ. ετεροδιδασκαλιών, όπως συμβαίνει πολλές φορές στις θέσεις των σημερινών οικουμενιστών επισκόπων.

Η εφαρμογή του Ι. Κανόνα διασώζει την ελευθερία του πιστού, την δομική δηλ. συνάφειά του με την αλήθεια της Εκκλησίας, που είναι οι εντολές του Χριστού, η διδασκαλία των Αγίων Αποστόλων και οι άγιες Σύνοδοι της Ορθοδοξίας.

Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:

«Εάν φυλάττης τας εντολάς του Κυρίου και τους θείους και Ιερούς Κανόνας των πανευφήμων Αποστόλων, των Οικουμενικών Συνόδων, των τοπικών και των κατά μέρος αγίων Πατέρων, ομοίως και τας ιεράς παραδόσεις της Εκκλησίας, με αυτά όλα γίνεσαι ως άλλη νέα Ιερουσαλήμ (αναπαύεται δηλ. στην ψυχή το Άγιο Πνεύμα).

Ήξευρε όμως ότι πολλούς εχθρούς μέλλεις να κινήσης κατ’ επάνω σου, τόσον δαίμονας όσον και ανθρώπους, οίτινες έχουν να σε μισήσουν, έχουν να σε κατηγορήσουν και να σε δυσφημήσουν με ονόματα αιρετικά και κακόδοξα. Διατί; Επειδή και δεν ομοιάζεις και συ με αυτούς μήτε θέλεις να παραβαίνεις τας εντολάς του Κυρίου και τους ιερούς Κανόνας και τα θείας παραδόσεις» (ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ – σελ. 160).

2ο Σχόλιο: Ο όρος «εκκλησιαστική κοινωνία» με τους αιρετικούς σημαίνει ευρεία ενότητα με την προσπάθειά τους να παραβαίνουν «τας εντολάς του Κυρίου και τους Ιερούς Κανόνας και τας θείας παραδόσεις». Αυτή ακριβώς η κοινωνία συνιστά την πνευματική μόλυνση, εκ της οποίας σε σώζει η εφαρμογή του ΙΕ΄ Κανόνα.

«Εμπεριέχεται δε και τω ΙΕ΄ Κανόνι της αγίας και μεγάλης της πρώτης και δευτέρας επονομασθείσης, ότι ου μόνον ανευθύνους είναι, αλλά και επαινετέους τους αποσχίζοντας εαυτούς και προ συνοδικής καταδίκης, από την δημοσία διδασκόντων αιρετικά διδάγματα, και όντων προφανώς αιρετικήν» (Πάντες οι Αγιορείτες προς Μιχαήλ Παλαιολόγον). Αναμφίβολα, η εν Αγίω Πνεύματι ανάλυση – ορθολογικότητα των Πατέρων, καθιστά τον Ι. Κανόνα υποχρεωτικό. (Συνεχίζεται)

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

MΕΡΟΣ B΄

Σε μια εποχή αιρέσεως, όπως σήμερα (οικουμενισμός), όπου οι ενέλεγκτες δυνάμεις της αιρέσεως και του φόβου προκαλούν τεράστια παλιρροϊκά ρεύματα – κύματα και ο πιστός νοιώθει αδύναμος, τότε η ψυχή του (η θέση του) ενδυναμώνεται από τα υψηλότερα πνεύματα της Εκκλησίας, από την μελέτη των Αγίων Πατέρων.

Παρατηρώ, ότι οι ελάχιστες κινήσεις επισκόπων προς την πνευματική (αγωνιστική) ελευθερία, εκλαμβάνονται ως υψηλές, ευαίσθητες και βαθειές εκφράσεις ορθοδόξου συνειδήσεως, όπως (παραδείγματα) οι περιπτώσεις των επισκόπων Τυχικού και Νεκταρίου Κερκύρας. Μέριμνα για την Ορθοδοξία, για την πνευματική ελευθερία, σημαίνει μέριμνα για όλους τους όρους της ελευθερίας και όχι περιστασιακές δηλώσεις∙ θέλουμε πάντοτε οι επίσκοποι να είναι «Ενιστάμενοι» και όχι περιστασιακά αγωνιστικοί. Εκείνοι που καταπολεμούν και αποκρούουν αιρέσεις και την ψευδώνυμο γνώση, λέγονται «Ενιστάμενοι», διότι ενίστανται (αγωνίζονται) ορθόδοξα, θεάρεστα και νόμιμα υπέρ της Πίστεως.

Σημειώνει – παρατηρεί ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «καιρός ομολογίας, καιρός ενστάσεως, καιρός αθλήσεως τυχόν και άλλων παθημάτων∙ αλλά και στεφάνων και δόξης Επουρανίου», είναι η περίοδος του Ορθοδόξου αντι-αιρετικού αγώνος (P.G. 99, 1013B).

Στην Πατερική εννοιολογική γραμματεία, ο όρος – έννοια «Αποτείχισις» περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έννοια της «Ενστάσεως», η οποία δεν εξαντλείται με την Αποτείχιση.

Οι Πατέρες στην αντι-αιρετική πάλη συχνά χρησιμοποιούν τη λέξη «ενιστάμενοι» και τα παράγωγά της όπως:

α) «Πας ο υπέρ της Αληθείας ενιστάμενος» (οσ. Θεόδωρος Στουδίτης PG 99, 1064 C)

β) «Της ορθοδόξου και θεαρέστου ενστάσεως (του αυτού, PG 99, 1045 D)

γ) «Καρτερά και ανένδοτος ένστασις… υπέρ της Αληθείας» (Μ. Βασίλειος, PG 32, 952)

Στην Πατρολογία (PG 77, 81Β-C) διαβάζουμε:

«Και γέγονε μεν κραυγή μεγάλη παρά παντός του λαού και εκδρομή∙ ου γαρ ήθελον έτσι κοινωνείν αυτοίς τοιαύτα φρονούσιν∙ ώστε και νιν αποσυνάκτους είναι τους λαούς της Κωνσταντινουπόλεως, πλην ολίγων ελαφροτέρων και των κολακευόντων αυτόν (το Νεστόριο δηλ.).

Τα δε μοναστήρια σχεδόν άπαντα και οι τούτων δεδιότες μη αδικηθώσιν εις πίστιν, αυτού και των συν αυτώ,…, πάντων λαλούντων τα διεστραμμένα» (Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, PG 77, σελ. 81B-C).

Αποτελεί το γεγονός αυτό (ανωτέρω) πρακτικό παράδειγμα προς κατανόηση της Ορθοδόξου Ενστάσεως – Αποτειχίσεως. Τι είχε συμβεί;

Ευρισκόμεθα στην Κων/πολη επί Πατριάρχου Νεστορίου (498-431). Σε κάποιο Ι. Ναό κατά την ώρα της Λειτουργίας ο Επίσκοπος Δωρόθεος (παρόντος του Νεστορίου) τόλμησε και διακήρυξε «κραυγή μεγάλη», ως καταγγελία, την αίρεση (δεινή) του Νεστορίου. Τότε «γέγονε κραυγή μεγάλη παρά παντός του λαού και εκδρομή», επακολούθησε δηλ. αποδοκιμασία του Νεστορίου και αυθόρμητη ομαδική έξοδος από τον Ι. Ναό, απομάκρυνση δηλ. από τον τόπο κηρύξεως της αιρέσεως.

Οι Ορθόδοξοι δεν εκκλησιάζονταν πλέον στους Ναούς της Πόλεως, φοβούμενοι τον μολυσμό της αιρέσεως. Ολίγοι – «πλην ολίγων ελαφροτέρων και των κολακευόντων αυτόν (το Νεστόριο δηλ.) – ήταν οι συμβιβασμένοι με την αίρεσι∙ σήμερα, δυστυχώς, είναι περισσότεροι οι «ελαφρότεροι και κολακεύοντες» την αίρεση και τους φορείς της!

1ο Σχόλιο: Τι προσέχουμε; Ότι «τα μοναστήρια σχεδόν άπαντα και οι τούτων αρχιμανδρίται… και της συγκλήτου πολλοί», ύψωσαν φωνή κατά της αιρέσεως του Νεστορίου.

Αυτά τα γεγονότα είναι από τα σταθερά σημεία αναφοράς, διαχρονικά, που σε διδάσκουν την ζώσα Ένσταση – Αποτείχιση από τις αιρέσεις.

Αυτά τα γεγονότα μπορούν να κατακτήσουν συνειδήσεις, να ξυπνήσουν συνειδήσεις.

Σήμερα, η Δυνητική Ερμηνεία του ΙΕ Κανόνα, έχει προκαλέσει ζυμώσεις αποσύνθεσης, που δεν εμποδίζουν τον οικουμενισμό.

Τις αντιδράσεις του επισκόπου Τυχικού στη Κύπρο, του Κερκύρας Νεκταρίου και τους ιερέως στην Πάτρα, μόνο ως φωνές Ενστάσεως – Αποτειχίσεως δεν μπορούν να θεωρηθούν∙ θετικές τοποθετήσεις, ναι. Δεν προσπαθούν να διαρρήξουν τα «συνοδικά» δεσμά του οικουμενισμού, έτοιμοι να υποστούν διώξεις∙ αυτή είναι η αλήθεια.

Θα ήταν καλύτερα να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν (πνευματικές) προϋποθέσεις εναντίον του οικουμενισμού και προς τους αντιπροσώπους του, παρά (μόνο) διαμαρτυρίες για τον «προσωπικό αριθμό». Η Πατερική αντίδραση εναντίον του οικουμενισμού είναι λογική ανώτερη αυτής του αγώνος έναντι του προσωπικού αριθμού.

Δεν αντιλέγουμε, βέβαια, στις αγωνιστικές προσπάθειες – τοποθετήσεις έναντι των δεσμών του προσωπικού αριθμού.

Ερώτημα: Τι θα ωφελήσει η απαλλαγή εκ του «προσωπικού αριθμού», όταν η αίρεση οικουμενισμός θα έχει γίνει η σταθερή διαδεδομένη θεολογική πεποίθηση; (τέλος σχολίου)

Αναμφίβολα, η Δυνητική Ερμηνεία του ΙΕ΄ Κανόνα έγινε η εκκλησιολογία της αδράνειας του πληρώματος. Προς βοήθεια της «νέας γενιάς» πιστών, παραθέτουμε ένα σπουδαίο κείμενο του Αγίου Μάρκου έναντι των Λατινοφρόνων ενωτικών της Εποχής του οι οποίοι, σημειωτέον, δεν είχαν ακόμη κριθή υπό Συνόδου Ορθοδόξων∙ ήταν η λεγόμενη «Επίσημη Εκκλησία».

Παραθέτουμε την διαυγή (θεολογικά) στάση του:

«Πέπεισμαι γαρ ακριβώς, ότι όσον αποδιίσταμαι (απομακρύνομαι – αποχωρίζομαι) τούτου (του Πατριάρχου) και των τοιούτων (Ενωτικών) εγγίζω τω Θεώ και πάσι τοις πιστοίς και αγίοις Πατράσι∙ και ώσπερ τούτων χωρίζομαι, ούτως ενούμαι τη αληθεία και τοις αγίοις Πατράσι τοις θεολόγοις της Εκκλησίας» (Αγ. Μάρκος PG 160, 536 C-D).

2ο Σχόλιο: Σήμερα, ο αστικοποιημένος νεοέλληνας κοιμάται βαρύτατα. Απόδειξη η έλλειψη ισορροπίας στα πνευματικά αντισταθμίσματα που δίδουν οι Πατέρες.

Οι ροπές αντίστασης στα εμβόλια και στον προσωπικό αριθμό (που καλώς υπάρχουν) έχουν υπερφαλαγγίσει (δυστυχώς ως μονομέρεια) τον υγιή – πατερικό τρόπο αντίδρασης εναντίον του οικουμενισμού.

Και η πιο εύστροφη γραφίδα αδυνατεί – αμηχανεί να περιγράψει τις ρητορείες κατά προσωπικού αριθμού – εμβολίων και την σιωπή έναντι του οικουμενισμού.

Εάν είχαν πραγματοποιηθεί αντιδράσεις κατά του οικουμενισμού στο μέτρο των αντιδράσεων – κινητοποιήσεων έναντι εμβολίου – προσωπικού αριθμού, τότε (με τη χάρι του Θεού) οι παγκοσμιοποιητές της Πατρίδος μας θα είχαν σταματήσει τους πυρρίχιους χορούς των.

Με τα εμβόλια αφαιρέθηκαν ζωές και με τον προσωπικό αριθμό αφαιρείται το πρόσωπο, ο λόγος, ενώ ο οικουμενισμός και η ανοχή σ’ αυτόν, οδηγούν κατ’ ευθείαν στην αιώνια απώλεια∙ συγκρίνατε! (τέλος σχολίου).

«Ω συγγράματα Πατέρων, δυνάμει σοφίας και συμβουλία Πνεύματος συγκεκροτημένα, νυν πεπατημένα δεινώς. Ω σίτος δογμάτων και νόμος πατρίων υπό την αχύρων υμών περιυβρισμένος. Ω μικροψυχίας και ολιγοπιστίας και διασταγμού και αδιαφορίας ημών περί τα σεμνότατα, υφ’ ών πόρρω των ευαγγελικών και χριστιανικών ηθών και νόμων εβουλευσάμεθα, βαθέως πεποιηκότες βουλήν, και ου δια Κύριον…» (Γεννάδιος Σχολάριος).

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

----------------------------------------

MΕΡΟΣ A΄

Aναμφίβολα, ζούμε σε εποχή που η ισχύς των αιρέσεων πολλαπλασιάσθηκε δια του οικουμενισμού∙ πολλαπλασίασε ο οικουμενισμός την ισχύ των αιρέσεων είκοσι (20) αιώνων! Γνωρίζουμε από το παρελθόν, ότι εν καιρώ εμφανίσεως – κηρυττομένης αιρέσεως στο χώρο της Εκκλησίας, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί κατέφευγαν στα τείχη της Εκκλησίας, στη διδασκαλία της∙ κατέφευγαν δηλ. στη διδασκαλία της Γραφής και των Πατέρων, χωριζόμενοι εκ των αιρετικών και προ Συνοδικής διαγνώσεως – καταδίκης της αιρέσεως. Τα γεγονότα (Κρήτη 2016, επίσκοπος Τυχικός κλπ.)ευνοούν τον ορθό, νηφάλιο, βαθύ, ορθόδοξο εκκλησιολογικό και θεολογικό στοχασμό περί Αποτειχίσεως.

Να υπογραμμίσω, με απόλυτη κατηγορηματικότητα, ότι ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου είναι ομόλογος με τους πνευματικούς στόχους της Αγίας Γραφής και των Πατέρων.

Πρέπει, όμως, να γίνει πλήρως κατανοητή η διαφορά ανάμεσα σε Σχίσμα (που δεν συγχωρείται ούτε με αίμα μαρτυρίου) και της Αποτειχίσεως, η οποία είναι σωτήριος και αξία «της πρεπούσης τιμής τοις Ορθοδόξοις» (Βλέπε Πηδάλιο). Η Αποτείχιση εκ της αιρέσεως είναι πνευματικά – γερά θεμελιωμένη στην Αγία Γραφή και στην διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, ο δε 15ος Κανόνας, ως πνευματικός ιστός, ενσωματώνει αυτές τις θεμελιώδεις διδασκαλίες Γραφής και Πατέρων.

Η «σύγχρονη» δημιουργία της «Δυνητικής θεωρίας», ως καινοτομία, δεν έχει υποστηρικτική βάση ούτε στη Γραφή ούτε στους Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων.

Θα κάνουμε μια σύντομη παρουσίαση των τεραστίας σημασίας σχετικών κειμένων, ως σημεία προσέγγισης και έμφασης στον 15ο Κανόνα, στην νοηματική – θεολογική ανάγνωσή του.

Πριν παραθέσουμε εδάφια της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, που αποτελούν φράγμα στην αίρεση και στη φθορά του σημερινού εκκλησιολογικού λόγου, να θυμίσουμε – υπογραμμίσουμε, ότι ο αρχέγονος λόγος της Γραφής είναι ναός, όπου διαφυλάττεται, λειτουργείται και τελετουργείται η ουσία της αλήθειας (Ορθοδοξία).

Α) Η αρχέγονη Αγιογραφική – Εκκλησιολογική κλήση περί Αποτειχίσεως στις ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ (κεφ. ΚΗ, 4-5)∙ Εκεί διαβάζουμε:

«Ούτως οι εγκαταλείποντες τον νόμον εγκωμιάζουσιν ασέβειαν, οι δε αγαπώντες τον νόμον περιβάλλουσιν εαυτοίς τείχος∙ άνδρες κακοί ου νοήσουσι κρίμα, οι δε ζητούντες τον Κύριον συνήσουσιν εν παντί».

Ερμηνεία: «Έτσι και όσοι παραβαίνουν τον θείον νόμον, δια να δικαιολογήσουν τας παρανομίας των, εκθειάζουν την ασέβειαν ενώ όσοι αγαπούν και τηρούν τον νόμον του Θεού, κτίζουν γύρων των τείχος ισχυρόν και αιώνιον. Άνθρωποι κακοί δεν ημπορούν να κρίνουν ορθώς, ενώ, όσοι ακολουθούν τον Κύριον, είναι εις θέσιν να διακρίνουν εις κάθε περίστασιν το πρέπον, διότι έχουν φωτισμένον το παρατηρητικόν της ψυχής των» (Π. Τρεμπέλας).

1ο Σχόλιο: Υπογραμμίζει το Θεόπνευστο κείμενο των Παροιμιών, ότι η εγκατάλειψη του νόμου του Θεού συνοδεύεται από αναγωγή της ασέβειας σε εγκωμιαστική επικαιρότητα, όπως συνέβη και με την ψευδοσύνοδο στην Κρήτη, που προσπάθησε εγκωμιαστικά να δώση νοηματισμένο βάθος στην παναίρεση του οικουμενισμού. Το θεόπνευστο κείμενο δίδει σαφή αντίληψη – εικόνα του μεγέθους της ασεβείας (οι εγκαταλείποντες τον νόμον), ενώ, θεωρεί ως δεδομένο (από τους ευσεβείς) τη ζωντανή χρήση άμυνας, από τους αγαπώντας τον νόμον∙ αυτή τη ζωντανή άμυνα την καταχωρεί με τη λέξη «τείχος», πνευματικό εννοείται.

Η δημιουργία πνευματικού τείχους αντιπροσωπεύει μόνο τους «αγαπώντας τον νόμον».

Σύμφωνα με το Θεόπνευστο κείμενο η ευσέβεια είναι αδιαχώριστη από το πνευματικό τείχος.

Συμπέρασμα: Η ευσέβεια, η αγάπη του νόμου του Θεού, εκκινεί τη δημιουργία πνευματικού τείχους, ως διαφύλαξη του νόμου, της αλήθειας και της πνευματικής ζωής.

Ερώτημα: Δεν παρατηρούμε, ότι οι «αγαπώντες τον νόμον» δεσμεύονται υποχρεωτικά (όχι Δυνητικά), πνευματικά, προς περιβολλήν εαυτοίς τείχους έναντι της ασεβείας»; (τέλος σχολίου)

Αναμφίβολα, η φράση «οι δε αγαπώντες τον νόμον περιβάλλουσιν εαυτοίς τείχος», εκφράζει τρεις κατηγορίες πνευματικής κίνησης προς τον Θεό, δηλ.: α) τον αγώνα (τείχος) να μην αφομοιωθεί (ο πιστός) από την αμαρτία, από την ασέβεια β) τον αγώνα να μην αφομοιωθεί από παρεκκλίσεις – κατηγορίες μιας ειδωλολατρικής ή αιρετικής ψυχοτροπίας, που δεν είναι (ταιριαστές) συμβατές με την Αλήθεια του Θεού, όπως είναι σήμερα ο οικουμενισμός. Γ) Την πνευματική – θρησκευτική λειτουργία της συνείδησης, που αγκαλιάζει την Ορθοδοξία στον υπέρλογο χώρο της Εκκλησίας και αισθάνεται ασφάλεια (τείχος – Θ. Πρόνοια) από τις «ξόβεργες» της καθημερινότητας, που διαφεύγουν της γνωστικής ή αισθητικής ικανότητας του ανθρώπου.

Προς την δεύτερη (β) κατηγορία κατευθύνεται ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ως τείχος, χωρίς να παραγνωρίζει την ενότητα και με τις άλλες δύο α) και γ) συνιστώσες, θεμελιακές συνιστώσες της πνευματικής εν Χριστώ ζωής, στις οποίες παραμένει (μόνο) το σημερινό ορθόδοξο πλήρωμα, περιθωριοποιώντας την εφαρμογή του 15ου Κανόνα, δυστυχώς!

Β) Ο Γ΄ ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ Γ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

«Ει δε τινές των εν εκάστη πόλει ή χώρα κληρικών υπό Νεστορίου και των συν αυτώ όντων της Ιερωσύνης εκωλύθησαν δια το ορθώς φρονείν, εδικαιώσαμεν και τούτους τον ίδιον απολαβείν μισθόν. Κοινώς δε τους τη Ορθοδόξω και Οικουμενική Συνόδω συμφρονούντας κληρικούς κελεύομεν τοις αποστατήσασιν ή αφισταμένοις επισκόπου (εκ της Ορθοδόξου αληθείας) μηδόλως υποκείσθαι κατά μηδένα τρόπο»

Ερμηνεία (Ι. Πηδάλιον, εκδ. 1970, σελ. 172).

«Επειδή, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ων ο Νεστόριος, αφώρισε και εκάθηρε τους κληρικούς εκείνους, οπού δεν ήσαν σύμφρονες με αυτόν, αλλά και οι ομόδοξοι τούτω επίσκοποι εν άλλαις χώραις το αυτό έκαμαν∙ δια τούτο ο παρών Κανών έκρινε δίκαιον, να απολάβωσιν οι καθαιρεθέντες ούτοι τον εδικόν τους βαθμόν. Και καθολικώς ειπείν επρόσταξε κατ’ ουδένα τρόπον να είναι υποκείμενοι εις τους αποστατήσαντας επισκόπους οι κληρικοί εκείνοι, οπού είναι ομόρφονες με την Ορθόδοξον και Οικουμενικήν Σύνοδον ταύτην».

2ο Σχόλιο: Εξηγεί ο Ι. Κανόνας, ότι η αποστασία των επισκόπων εκ της Ορθοδόξου αληθείας επιφέρει ριζική αλλαγή στις σχέσεις τους μετά των κληρικών (και πιστών) που είναι ομόφρονες με την Σύνοδο (Γ΄ Οικουμενική), ώστε οι κληρικοί αυτοί «κατ’ ουδένα τρόπον να είναι υποκείμενοι εις τους αποστατήσαντας επισκόπους».

Νοηματικά ο Ι. Κανόνας κανονίζει, ώστε φραγμός στη «δύναμη» των αιρετικών επισκόπων να είναι η Αποτείχιση (των ορθοδόξων κληρικών), δηλ. «κατ’ ουδένα τρόπον να είναι υποκείμενοι εις τους αποστατήσαντας επισκόπους».

Αναμφίβολα, η μνημόνευση ενός αιρετικού (οικουμενιστή) επισκόπου σημαίνει ότι ο λειτουργός ιερέας είναι σύμφρονος με τον αιρετικό επίσκοπο. (Συνεχίζεται)

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

Ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους αἱρετικούς εἶναι δόγμα


τοῦ Δημητρίου Χατζηνικολάου, πρ. Ἀν. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων

 

1. Εισαγωγή

Ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ Ἑλλάς βάλλονται πανταχόθεν, κυρίως ἐκ τῶν ἔσω καί δή ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν «ψευδεπισκόπων» (ὅρος τοῦ ΙΕ' Κανόνος τῆς ΑΒ' Συνόδου) καί τῶν ψευδο-πολιτικῶν. Τά κτυπήματα εἶναι σφοδρά καί ἀλλεπάλληλα, ὅπως π.χ. ἡ προώθησις τῶν θανατηφόρων «ἐμβολίων», ἡ νομιμοποίησις τοῦ «γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων (πού συνιστᾶ αἵρεσιν), ἡ ἐπιβολή τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως «γκανζούφ» (πρβλ. τά πρόσφατα γεγονότα εἰς τήν «ἀντεθνικήν τερατοθήκην»), ὁ ψηφιακός ὁλοκληρωτισμός, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ πληθυσμοῦ μέ ἰσλαμιστάς «πρόσφυγας» κ.ἄ. Ἄν ὑπῆρχεν Ὀρθόδοξος Ἱεραρχία εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τίποτε ἀπό αὐτά δέν θά συνέβαινεν. Ἐάν π.χ. τό 2024 συμπεριεφέρετο προληπτικῶς (preemptive behavior), ὅπως ὑπαγορεύει ἡ Θεωρία Παιγνίων, καί ἠπείλει ὅτι θ’ ἀφώριζε τούς βουλευτάς πού θά ἐψήφιζον τόν «γάμον» τῶν ὁμοφυλοφίλων, αὐτός δέν θά ἐψηφίζετο! Ὄχι μόνον δέν τό ἔπραξεν, ἀλλά δέχεται καί εἰς κοινωνίαν αὐτούς τούς αἱρετικούς, θέτουσα ἑαυτήν ὑπό τό ἀνάθεμα τῶν Οἰκ. Συνόδων, κατά τό γνωστόν «ὁ μή λέγων ἀνάθεμα τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα ἔστω» (Ε' Οἰκ. Σύνοδος). Ἐκτός τούτου, κηρύσσει παλαιάς καί νέας αἱρέσεις, συντάσσεται δέ ἀναφανδόν -- κατά τήν αἵρεσιν τοῦ Σεργιανισμοῦ -- μέ τούς Φασίστας πού ἐξουσιάζουν τόν κόσμον καί ἀφαιροῦν συνεχῶς θεμελιώδεις ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ἐπιβολήν τῆς ψηφιακῆς ταυτότητος καί τοῦ «προσωπικοῦ ἀριθμοῦ», μέ τήν ἐπικειμένην κατάργησιν τῶν μετρητῶν καί τήν ἐπιβολήν τοῦ ψηφιακοῦ εὐρώ κ.λπ. δῆθεν χάριν ... τῆς «εὐκολίας τῶν συναλλαγῶν», ἀλλ’ εἰς τήν πραγματικότητα διά νά ἐλέγχουν πλήρως τούς πάντας καί ν’ ἀποκλείουν ἀπό παντοῦ ὅσους δέν εἶναι «καλοί μαθηταί» τοῦ Σατανισμοῦ, τόν ὁποῖον αὐτοί ἐπιβάλλουν! Μία Ὀρθόδοξος Ἱεραρχία θά συνετάσσετο μέ τό Παύλειον «τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων» (Α' Κορ. 7:23) καί θ’ ἀνέτρεπε ὅλ’ αὐτά τά δεινά.

 

Δυστυχῶς, ὁ λαός δέν ἀντιδρᾶ εἰς τήν ἀποστασίαν τῶν «ἡγετῶν» του ἀπό τόν Θεόν, ἀπό τά Ἑλληνικά ἰδεώδη καί ἀπό αὐτήν ταύτην τήν λογικήν. Παρακολουθεῖ τά γεγονότα μέ ἀπορίαν καί, εἰς τήν καλυτέραν περίπτωσιν, προβαίνει εἰς συλλαλητήρια, ἀρθρογραφίαν καί ἄλλας ἀναποτελεσματικάς διαμαρτυρίας, ὄχι ὅμως καί εἰς τήν ἁγιοπατερικήν καί σωτήριον ἀντίδρασιν, πού εἶναι ἡ ἀποτείχισις ἀπό ψευδεπισκόπους τοῦ τύπου Βαρθολομαίου, Ἱερωνύμου κ.ἄ. Διότι κατά τά τελευταῖα 100 περίπου ἔτη, εἷς ἑσμός ψευδολόγων καί αἱρετικῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἔχουν κατορθώσει νά πείσουν τόν ἀκατήχητον λαόν ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό αὐτούς εἶναι σχίσμα καί αἵρεσις! Ἡ φοβερά αὐτή διαστροφή τῆς Ἀληθείας ἐπανελήφθη κατά κόρον μετά τήν ἐκθρόνισιν τοῦ κ. Τυχικοῦ ἀπό τήν Ἱ. Μητρόπολιν Πάφου καί οἱ Οἰκουμενισταί ζητοῦν πλέον λιβέλλους κατά τοῦ «ἀποτειχισμοῦ» [sic]! Μέ τήν τερατώδη αὐτήν διαστροφήν οἱ Οἰκουμενισταί ἀπορρίπτουν τό Ὀρθόδοξον δόγμα τῆς ἀποτειχίσεως!

 

2. Οἱ Οἰκουμενισταί ἀπορρίπτουν ὅλα τά δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας!

Ἀλλ’ οἱ Οἰκουμενισταί δέν ἀπορρίπτουν μόνον τό δόγμα τῆς ἀποτειχίσεως, ἀλλά τήν Ὀρθοδοξίαν  ἐν τῷ συνόλῳ Της! Ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἴδιοι εἰς τά ἐπίσημα ἔγγραφά των (βλ. Πατριαρχικάς Ἐγκυκλίους τοῦ 1902 καί τοῦ 1920), εἰς ὁμιλίας, δηλώσεις, ἄρθρα καί βιβλία των, καί βεβαίως μέ τάς πράξεις των, ἀπορρίπτουν ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, τό Σύμβολον τῆς Πίστεως, τό ὁποῖον λέγει ὅτι Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθόδοξος. Αὐτό προκύπτει ἀπό τάς βλασφήμους πράξεις των, ὅπως: (1) αἱ συμπροσευχαί καί τά συλλείτουργα μέ αἱρετικούς· (2) αἱ συμφωνίαι ἑνώσεως μέ τούς Μονοφυσίτας (Σαμπεζύ, 1991) καί τούς παπικούς (Μπαλαμάντ, 1993)· (3) ἡ συμμετοχή των εἰς τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.), ὅπου ἔχουν εἰσαγάγει τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὡς ἰσότιμον μέλος, δεχόμενοι ὅτι ἀπό μόνη Της δέν εἶναι πλήρης καί μόνον ἐν τῇ ἑνώσει Της μέ τάς ἑκατοντάδας τῶν αἱρετικῶν «ἐκκλησιῶν» θά καταστῇ πλήρης («Διακήρυξις τοῦ Τορόντο», 1950)· (4) ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῶν ψευδο-εκκλησιῶν αὐτῶν «μέ τήν ἱστορικήν των ὀνομασίαν» (Κολυμβάρι, 2016), π.χ. ἡ ἀναγνώρισις τοῦ Παπισμοῦ ὡς «Καθολικῆς ’Εκκλησίας», ἐνῷ τοιαύτη λέγεται καί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία· (5) ἡ «ἄρσις» τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 (βλ. παρ. 4Β τοῦ ἐπισήμου ἀνακοινωθέντος μέ τίτλον Joint Catholic-Orthodox Declaration of His Holliness Pope Paul VI and the Ecumenical Patriarch Athenagoras I, https://w2.vatican.va/content/paul-vi/en/speeches/1965/documents/hf_p-vi_spe_19651207_common-declaration.html, 7-12-1965, καθώς καί New York Times τῆς 8-12-1965, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι «ἡ Ἀκοινωνησία ἐκμηδενίζεται», τοὐτέστιν ὅτι τό σχίσμα αἴρεται)· κ.ἄ. Διό καί ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει καταγνωσθῆ καί καταδικασθῆ ὡς παναίρεσις ὑπό τοπικῶν τινων Συνόδων, ὅπως ὑπό τῆς ὑπό τόν Ἅγιον Φιλάρετον Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς (ΡΟΕΔ, 1983), ὑπό συγχρόνων ἁγίων, ὅπως τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς (+1979), ὑπό πολλῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων κ.ἄ.

            Παρά ταῦτα, οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί συνεχίζουν νά ἐγκληματοῦν ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας! Διδάσκουν π.χ. ὅτι ὅλαι αἱ θρησκεῖαι ἀποτελοῦν διαφορετικά «μονοπάτια» πού ὁδηγοῦν εἰς τόν Θεόν (Ἀθηναγόρας, Βαρθολομαῖος, Ἐλπιδοφόρος κ.ἄ.), καθυβρίζοντες ἔτσι ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, ὡς ψεύτην καί ἀπατεῶνα τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος ἐδίδαξεν ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ μόνη Ὁδός διά νά φθάσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν Θεόν (Ἰω. 14:6). Διδάσκουν ἐπίσης καί ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶχε δῆθεν τήν ἀναμαρτησίαν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλά τήν κατέκτησε: «ἡ ἀναμαρτησία τοῦ Κυρίου ἔπρεπε νά βιωθεῖ κατά τόν πιό ὑπαρξιακό τρόπο ἀπό τούς πιστούς ὡς ἠθική νίκη τοῦ Θεανθρώπου πού κατακτήθηκε βῆμα πρός βῆμα μέσα ἀπό τόν ἀγῶνα καί τήν πάλη τῶν δύο φύσεων καί τῶν δύο θελήσεων» (Στυλιανός «Αὐστραλίας», περ. τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας Φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας, τ. 9, ἀρ. 12, Δεκ. 1988, ἡ ἔμφασις εἰς τό πρωτότυπον). Διδάσκουν καί ὅτι πρέπει νά καταργηθοῦν τά «πεπαλαιωμένα Ἑλληνικά ἐνδύματα» (‘old Greek garments’), ἤτοι τά δόγματα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του κ.ἄ., καί ν’ ἀντικατασταθοῦν μέ νέα, πού νά εἶναι περισσότερον πιστευτά ἀπό τόν σύγχρονον ἄνθρωπον! (Ἰάκωβος «Ἀμερικῆς», New York Times, 25-9-1967, σελ. 40.) Διδάσκουν ἀκόμη ὅτι «στά ἱερά τζαμιά λατρεύεται ἀπό τό Κοράνι ὁ Θεός» (Θεόδωρος «Ἀλεξανδρείας», 2020, βλ. ἄρθρον μέ  τίτλον «Μεγαλύτερη βλασφημία από Αρχιερέα δεν ακούστηκε ποτέ! Περισσότερο Κόπτης και υιός της Πανθρησκείας ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας», https://katanixi.gr/perissotero-koptis-para-orthodoxos-o-p/). (Σημείωσις: Τά εἰσαγωγικά εἰς τούς ὡς ἄνω τίτλους σημαίνουν ὅ,τι σημαίνει καί ἡ λέξις «ψευδεπίσκοπος» εἰς τόν ΙΕ' Κανόνα τῆς ΑΒ' Συνόδου.)

Αὐτά ἀποτελοῦν μικρόν μόνον δεῖγμα κηρυττομένων αἱρέσεων καί βλασφήμων πράξεων συγχρόνων «προκαθημένων» Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δέν ἐδιώχθησαν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐφρόντισαν νά διωχθοῦν ὅσοι τούς ἤλεγξαν δι’ αὐτά τά κακουργήματά των! Οἱ δέ «ὀρθοφρονοῦντες συντηρητικοί» συνεχίζουν νά κοινωνοῦν μετά τῶν ὡς ἄνω αἱρετικῶν, συνεχίζουν νά εἶναι μέλη τοῦ «Π.Σ.Ε.», νά μή καταγγέλλουν ἐμπράκτως (δι’ ἀποτειχἰσεως) τήν ψευδο-σύνοδον τοῦ Κολυμβαρίου κ.λπ. Ἀλλ’ ὡς γνωστόν, ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αἱρετικούς σημαίνει συμμετοχήν εἰς τήν πίστιν καί τά κακουργήματά των κατά τῆς Ὀρθοδοξίας. Συνεπῶς, ὅλοι οἱ κοινωνοῦντες μετ’ αὐτῶν εἶναι ὑπόδικοι διά σχίσμα καί αἵρεσιν ἐνώπιον Πανορθοδόξου Συνόδου, ἀληθοῦς βεβαίως καί ὄχι ψευδοῦς, ὅπως ἐκείνης τοῦ Κολυμβαρίου.  Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἕπεται ὅτι ψεύδονται ἀσυστόλως οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, ὅπως ὁ «Κύπρου» Γεώργιος, πού, ὡς ἄλλος Καϊάφας, διαρρηγνύει τά ἱμάτιά του ὅτι κρατεῖ δῆθεν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν καί ἄρα δέν δικαιολογεῖται ἡ ἀποτείχισις ἀπό αὐτόν!  

3. Ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους αἱρετικούς εἶναι δόγμα

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας διά τήν ἀποτείχισιν ἀπό  μ ή  κ ε κ ρ ι μ έ ν ο υ ς  Πανορθοδόξως αἱρετικούς «ἐπισκόπους», ἀκόμη καί ἀπό «ἑτερόφρονας»(!), συνοψίζεται ἄριστα ὑπό τοῦ Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ ὡς ἑξῆς: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑ τ ε ρ ό φ ρ ο ν α ς παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (Patrologia Graeca ἤ, ἐν συντομίᾳ, P.G., τ. 160, σ. 101). Διότι εἶναι ἐντολή Κυρίου: «Ὁ δὲ εἰσερχὸμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. Τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρὸβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει ... καὶ τὰ πρὸβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ· ἀ λ λ ο τ ρ ί ῳ  δ ὲ  ο ὐ  μ ὴ  ἀ κ ο λ ο υ θ ή σ ω σ ι ν, ἀλλὰ  φ ε ύ ξ ο ν τ α ι   ἀ π'  α ὐ τ ο ῦ,  ὅ τ ι   ο ὐ κ   ο ἴ δ α σ ι   τ ῶ ν   ἀ λ λ ο τ ρ ί ω ν   τ ὴ ν   φ ω ν ή ν» (Ἰω. 10:2-5). Ὁ Κύριος ἔχει προικίσει τούς πάντας νά διακρίνουν τόν ἀληθῆ ἀπό τόν ἀλλότριον ποιμένα: «Πᾶς ἄνθρωπος, τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς, κολασθήσεται, ἐξακολουθήσας ἀπείρῳ ποιμένι, καί ψευδῆ δόξαν ὡς ἀληθῆ δεξάμενος· τίς γάρ κοινωνία φωτί πρός σκότος;» (Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, σ. 1321). Ὅποιος, λοιπόν, προσποιεῖται ὅτι δέν ἀντιλαμβάνεται τάς αἱρέσεις πού διδάσκει ὁ «ποιμήν» του, ἔστω καί ἀπό ἀπειρίαν ἤ ἀμάθειαν, καί ἀντί ν’ ἀκούσῃ τήν φωνήν τῆς συνειδήσεώς του καί τούς Πατέρας πού πάντοτε ἀποστέλλει ὁ Θεός διά νά διαφωτίσουν τόν πιστόν λαόν καί ν’ ἀποτειχισθῇ ἀπό αὐτόν, ἐπιλέγει νά παραμείνῃ εἰς κοινωνίαν μέ αὐτόν, ἐπειδή δέν ἔχει ἀκόμη καταδικασθῆ Συνοδικῶς, θά κολασθῇ. Δηλαδή, ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή καταδικασθέντας αἱρετικούς «ποιμένας» εἶναι ὑποχρεωτική. Διό καί ὁ Ὁμολογητής Ἅγιος Μελέτιος Γαλησιώτης, ὁμοῦ μετά τοῦ συν-ομολογητοῦ του Γαλακτίωνος, ἐνώπιον τοῦ ἑνωτικοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος τούς ἐβασάνιζε διά νά δεχθοῦν τόν «πάπαν» καί νά κοινωνήσουν μέ τούς ἑνωτικούς (τούς τότε Οἰκουμενιστάς), «τρανῶς ὡμολόγουν τοῦ τῶν πατέρων εἶναι  δ  ό  γ  μ  α  τ  ο  ς   καί   μ ή   κ ο ι ν ω ν ε ῖ ν   α ἱ ρ έ σ ε ι, πρός τῶν πατέρων ἀριδήλως καί  π ρ ό  τοῦ γενέσθαι ἀπελεγχθείσῃ» (Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, «Τόμος Χαρᾶς», σελ. 573, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Ὑπάρχουν, βεβαίως, πάμπολλα ἀκόμη ἁγιογραφικά καί ἁγιοπατερικά χωρία, πού διδάσκουν ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους ἑτερόφρονας εἶναι δόγμα, ἄρα ὑποχρεωτική. Ἄς ἀναφέρωμεν ἄλλα δύο:

 

(i) «Τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαλ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου; ... διό  ἐ ξ έ λ θ ε τ ε  ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀ φ ο ρ ί σ θ η τ ε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε» (Β´ Κορ. 6:14-18, ἡ ἔμφασις προσετέθη).

(ii) «Οἵτινες τήν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δέ τοῖς  ἑ τ ε ρ ό φ ρ ο σ ι, τούς τοιούτους, εἰ μετά παραγγελίαν μή ἀποστῶσι, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Μ. Βασίλειος, P.G., τ. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Σημειωθήτω ὅτι καί ὁ Μ. Βασίλειος δέν ὁμιλεῖ ἐδῶ διά κεκριμένους αἱρετικούς, ἀλλά διά «ἑτερόφρονας»!

 

Τό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους Πανορθοδόξως αἱρετικούς εἶναι δόγμα ἔχει δύο σοβαράς συνεπείας. Πρῶτον, ὁ ἐκ μέρους τῶν Οἰκουμενιστῶν χαρακτηρισμός τῆς ἀποτειχίσεως ὡς «αἵρεσις» καθιστᾶ αὐτούς αἱρετικούς  κ α ί  διά τόν ἐπιπλέον αὐτόν λόγον. Δεύτερον, ὁ ἐκ μέρους τῶν «Δυνητιστῶν» χαρακτηρισμός τῆς ἀποτειχίσεως ὡς δῆθεν «δυνητικῆς» καθιστᾶ καί αὐτούς αἱρετικούς.

 

4. Ἡ αἵρεσις τοῦ  «Δυνητισμοῦ»

Διά τήν αἵρεσιν τοῦ «Δυνητισμοῦ», τό «δεκανίκι» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχομεν γράψει ἀρκετά εἰς προηγούμενα ἄρθρα μας. Ἐν συντομίᾳ, ἡ αἵρεσις αὐτή ἀρνεῖται τό Ὀρθόδοξον δόγμα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τούς μή κεκριμένους  Π α ν ο ρ θ ο δ ό ξ ω ς  Οἰκουμενιστάς καί διδάσκει τό ἀλλόκοτον δόγμα, ὅτι  δ ύ ν α ν τ α ι  δῆθεν οἱ πιστοί νά κοινωνοῦν ταυτοχρόνως καί μέ τήν Ὀρθοδοξίαν (Χριστόν) καί μέ τόν Οἰκουμενισμόν (Διάβολον) ἕως ὅτου κατακριθοῦν οἱ Οἰκουμενισταί ὑπό Πανορθοδόξου Συνόδου! Σχεδόν ὅλοι οἱ «ἐπίσκοποι» καί «θεολόγοι» ἀσπάζονται τόν «Δυνητισμόν». Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία πού ἔχουν καμφθῆ αἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιστάσεις καί ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει κατακυριεύσει σχεδόν ὁλόκληρον τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. 

 

Οἱ «Δυνητισταί» ἑστιάζουν εἰς τόν 15ον Κανόνα τῆς ΑΒ' Συνόδου, τόν ὁποῖον θεωροῦν «δυνητικόν», καί παραθεωροῦν τήν ὡς ἄνω κρυσταλλίνην διδασκαλίαν τοῦ δόγματος τῆς ἀποτειχίσεως! Ὁ ἐν λόγῳ Κανών ἀσχολεῖται μέ δύο κατηγορίας ἀποτειχιζομένων κληρικῶν ἀπό τούς προϊσταμένους των  π ρ ό  συνοδικῆς διαγνώσεως: (α) μέ αὐτούς πού ἀποτειχίζονται προφάσει ἐγκλήματός τινος πού φέρεται νά ἔχῃ διαπράξει ὁ προϊστάμενός των, χωρίς ὅμως καί νά ἔχῃ κηρύξει δημοσίως κάποιαν αἵρεσιν· καί (β) μέ αὐτούς πού ἀποτειχίζονται ἐπειδή ὁ προϊστάμενός των ἐκήρυξε δημοσίως αἵρεσίν τινα κατεγνωσμένην ὑπό Συνόδων ἤ Πατέρων. Κανών λέγει ὅτι οἱ μέν πρῶτοι κάμνουν σχίσμα, οἱ δέ δεύτεροι εἶναι ἄξιοι τιμῆς. Δέν ἀσχολεῖται μέ τούς μή ἀποτειχιζομένους. Αὐτοί δέν ἐμπίπτουν εἰς τό θέμα του, τό ὁποῖον  δ έ ν  εἶναι τί δέον γενέσθαι ἐν καιρῷ κηρυσσομένης αἱρέσεως. Ὅστις νομίζει ὅτι αὐτό εἶναι τό θέμα τοῦ Κανόνος καί προσπαθεῖ νά τόν χαρακτηρίση εἴτε ὡς δυνητικόν εἴτε ὡς ὑποχρεωτικόν, ἐνῷ δέν εἶναι οὔτε τό ἕν οὔτε τό ἄλλο, τόν παρερμηνεύει. Δύναται κάποιος νά ἐπικαλεσθῇ τόν Κανόνα προκειμένου ν’ ἀποτειχισθῇ, ἀλλά  δ έ ν  δύναται νά τόν ἐπικαλεσθῇ διά νά  μ ή  ἀποτειχισθῇ!

Ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἱστορικοί (βλ. π.χ. Ἀρχιμ. Β. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική ἱστορία: ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, Β՛ ἔκδ., Ἀθῆναι, 1959, σ. 345-349), ἡ ΑΒ՛ Σύνοδος (861) συνεκλήθη διά δύο λόγους. Πρῶτον, διότι εἶχεν ἀναβιώσει ἡ ἤδη καταδικασθεῖσα ὑπό τῆς Ζ՛ Οἰκ. Συνόδου (787) αἵρεσις τῆς εἰκονομαχίας καί οἱ εἰκονομάχοι ἐδίωκον τούς Ὀρθοδόξους, φθάσαντες εἰς τό σημεῖον νά τούς φονεύουν διά μαχαίρας κατά τήν Α՛ συνεδρίαν τῆς Συνόδου (Πηδάλιον, σ. 344). Δεύτερον, διότι οἱ Ὀρθόδοξοι ἦσαν τότε διῃρημένοι εἰς δύο ἀντιμαχομένας, ἀλληλοϋβριζομένας, ἀλληλοκαθῃρουμένας καί ἀλληλοαναθεματιζομένας μερίδας: τούς «Ζηλωτάς», οἱ ὁποῖοι ἐστήριζον τόν Ἰγνάτιον, καί τούς «Πολιτικούς», οἱ ὁποῖοι ἐστήριζον τόν Φώτιον. Οἱ μέν ἦσαν ἐχθροί τῆς ἀρξαμένης ἀναγεννήσεως τῶν γραμμάτων, οἱ δέ θιασῶται αὐτῆς· οἱ μέν ἐπολέμουν τάς ἐπεμβάσεις τῆς πολιτείας εἰς τά ἐκκλησιαστικά, οἱ δέ ἦσαν ὑπέρ αὐτῶν ἤ τοὐλάχιστον ἠνείχοντο αὐτάς· οἱ μέν ἐστιγμάτιζον δημοσίως τάς ἠθικάς παρεκτροπάς, οἱ δέ ἦσαν ἐπιεικεῖς. Διά τούς λόγους αὐτούς, ὑπῆρχε μέγας διχασμός καί πολλαί ἀλληλοκαθαιρέσεις καί ἀλληλοαναθεματισμοί, ἄρα καί πολλαί ἀποτειχίσεις. Συνεπῶς, ὑπῆρχε τότε ἡ ἀδήριτος ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ ἡ ΑΒ՛ Σύνοδος πότε ἐπιτρέπεται ἡ ἀποτείχισις (ὅταν ἐγίνετο λόγῳ τῆς εἰκονομαχίας) καί πότε ὄχι (ὅταν ἐγίνετο διά λόγους ἀναγεννήσεως τῶν γραμμάτων, ἠθικῆς κ.λπ.).

Αὐτός ἀκριβῶς ἦτο ὁ σκοπός τοῦ ΙΕ՛ Κανόνος: διέκρινε τούς ἀποτειχιζομένους εἰς δύο κατηγορίας καί τούς μέν ἐπῄνεσε τούς δέ κατέκρινε. Δέν ἠσχολήθη μέ τούς μή ἀποτειχιζομένους, καθότι τό θέμα του δέν ἦτο τί δέον γενέσθαι ἐν καιρῷ αἱρέσεως. Ὁ «Δυνητισμός», ὅτι δηλαδή ὁ ΙΕ՛ Κανών ἐπιτρέπει δῆθεν εἰς τόν πιστόν νά μή ἀποτειχίζηται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἀπό μίαν κατεγνωσμένην ὑπό Πατέρων ἤ Συνόδων αἵρεσιν πού κηρύσσεται «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», καί ἐν γνώσει του νά κοινωνῇ μέ αὐτήν, ἀντιβαίνει εἰς τό δόγμα τῆς ἀποτειχίσεως καί παραχαράσσει ὠμῶς τόν ἐν λόγῳ Κανόνα. Ὅσον δέν κατανοεῖται τό οὐσιῶδες αὐτό γεγονός, ὅτι τό θέμα τοῦ Κανόνος ἦτο ἀποκλειστικῶς καί μόνον οἱ ἀποτειχισμένοι, πρός ἐξάλειψιν τοῦ μεγάλου διχασμοῦ καί τῶν ταραχῶν, καί  ὄ χ ι  τό τί δέον γενέσθαι ἐν καιρῷ αἱρέσεως, καί γίνεται προσπάθεια νά ἑρμηνευθῇ εἴτε ὡς δυνητικός εἴτε ὡς ὑποχρεωτικός, ἀναποδράστως θά παρερμηνεύηται.

 

5. Σύνοψις - συμπεράσματα

Ἡ ἀποτείχισις ἀπό «ἀλλοτρίους ποιμένας», πρίν ἀκόμη αὐτοί κατακριθοῦν Πανορθοδόξως, εἶναι δόγμα Πίστεως καί, ὡς ἐκ τούτου, ὑποχρεωτική, ἐνῷ ὁ «Δυνητισμός» εἶναι αἵρεσις. Οἱ Οἰκουμενισταί, οἱ ὁποῖοι ἐσχάτως διατείνονται ὅτι ἡ ἀποτείχισις εἶναι «αἵρεσις», καθίστανται αἱρετικοί  κ α ί  διά τόν ἐπιπλέον αὐτόν λόγον. Αἱ προϋποθέσεις πού θέτει ὁ ΙΕ' Κανών τῆς ΑΒ' Συνόδου διά τήν ἀποτείχισιν, ὅτι δηλαδή ἡ αἵρεσις πρέπει νά κηρύσσηται δημοσίως καί νά ἔχῃ ἤδη καταγνωσθῇ ὑπό Συνόδων ἤ Πατέρων, ὑπάρχουν διά τόν Οἰκουμενισμόν. Διότι κηρύσσεται παρρησίᾳ καί ἐπισήμως ἐπί 100 καί πλέον ἔτη ὑπό «πατριαρχῶν», «ἀρχιεπισκόπων» κ.ἄ. εἰς παγκόσμιον ἐπίπεδον, ἔργοις καί λόγοις, καί ἔχει κατακριθῆ ὑπό Συνόδων καί Πατέρων, ὅπως ὑπό τῆς ΡΟΕΔ (1983), ὑπό τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς κ.ἄ., αἱ δέ ἐπί μέρους αἱρετικαί δοξασίαι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχουν καταδικασθῆ ὑπό Οἰκ. Συνόδων. Συνεπῶς, ψεύδονται ἀσυστόλως οἱ πολέμιοι τῆς ἀποτειχίσεως πού ἰσχυρίζονται ὅτι πρόκειται διά μή κατεγνωσμένην αἵρεσιν.