Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, λόγω της έντονης προσηλυτιστικής δράσης των ουνιτών και των καθολικών ιεραποστολών στην Ανατολή, συγκλήθηκαν τοπικές αλλά σημαντικές σύνοδοι που καταδίκασαν συγκεκριμένες δογματικές πλάνες του Παπισμού:
Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (1722): Εξέδωσε εγκύκλιο κατά των λατινικών καινοτομιών, τονίζοντας την εμμονή της Εκκλησίας στους όρους των επτά Οικουμενικών Συνόδων.
Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (1838): Διακήρυξε ρητά ότι οι διδασκαλίες των Λατίνων (όπως το Filioque και το καθαρτήριο πυρ) αποτελούν αίρεση.
Συνοδική Εγκύκλιος των Πατριαρχών της Ανατολής (1848): Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα. Οι Πατριάρχες (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) απάντησαν στην εγκύκλιο του Πάπα Πίου Θ΄, καταδικάζοντας τον Παπισμό ως «αιρετικό» λόγω του Filioque και του πρωτείου εξουσίας, χαρακτηρίζοντας τον Παπισμό ως «τη μεγάλη αίρεση της εποχής».
Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (1895): Απαντώντας σε νέα παπική πρόσκληση για ένωση, η Σύνοδος υπό τον Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄ επαναβεβαίωσε ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει παρεκκλίνει από την αλήθεια των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, διατηρώντας το χαρακτηρισμό της ως αιρετικής.
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026
Οι Σύνοδοι κατά των «Λατινοφρόνων» (17ος - 19ος αιώνας)
Μια άποψη του Αγίου Φιλαρετου Μόσχας για ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ, που πρέπει να διερευνηθεί.
Επιμέλεια
κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Ο Ρώσος
Μητροπολίτης πρώην Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίων γράφει τα εξής:
|
«Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἡ στάση ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς ἦταν πολὺ αὐστηρή. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ἀπαγόρευαν ὄχι μόνο τὴ συμμετοχὴ στὴν εὐχαριστία, ἀλλὰ καὶ τὴ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικούς. Ἐν τούτοις δὲν πρέπει κάποιος νὰ ξεχνᾶ, ὅτι οἱ αἱρέσεις τῶν πρώτων αἰώνων, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός, ὁ Σαβελλιανισμὸς καὶ ὁ Μονοφυσιτισμὸς ἀρνοῦνταν τὶς συμφυεῖς βάσεις τῆς χριστιανικῆς πίστης −τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁμοτιμία τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος, τὴν πληρότητα τῆς θείας καὶ ἀνθρώπινης φύσης στὸ Χριστό. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ κάποιος γιὰ τὶς σύγχρονες χριστιανικὲς ὁμολογίες, γιατὶ ἀποδέχονται τὰ θεμελιώδη δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανισμὸς θὰ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ συνέπεια σὲ θέση, νὰ διακρίνει μεταξὺ αἱρετικῶν καὶ ἑτεροδόξων. Ὁ Ἅγιος Φιλάρετος τῆς Μόσχας θεωροῦσε, ὅτι εἶναι «ἄσπλαχνο καὶ ὄχι ὀρθό, τὸν παπισμό (δηλ. τὸν Καθολικισμό) νὰ τὸν τοποθετεῖ κανεὶς στὸ ἴδιο ἐπίπεδο μὲ τὸν Ἀρειανισμό». Κατὰ πολὺ λιγότερο εἶναι ὀρθὸ νὰ ἐφαρμόζει κανεὶς στοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους, αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ Πατέρες τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων Συνόδων γιὰ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς κοινωνίας μὲ αὐτούς» ------------------------------------------------------------------------------ πηγή. Hilarion
Alfejev, Geheimnis des Glaubens. Einführung in die orthodoxe dogmatische Theologie (Übers. von H. - J. Röhring), Freiburg/Schweiz 2003, 142-146. |
Απο εκκλησιολογικης άποψης
ειναι σωστή η παραπάνω άποψη;
Α. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης (συχνά
κινούμενοι στον χώρο της οικουμενικής θεολογίας) χρησιμοποιούν τα εξής
επιχειρήματα:
- Η Εκκλησία έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει
τους ετεροδόξους με «οικονομία» (επιείκεια), αναγνωρίζοντας στοιχεία
αλήθειας που έχουν διατηρήσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζεται μαζί
τους δογματικά.
- Εφόσον η Εκκλησία σε πολλές
περιπτώσεις δέχεται τους ετεροδόξους (π.χ. Καθολικούς ή κάποιους
Προτεστάντες) μέσω της «ομολογίας» και όχι μέσω αναβαπτισμού, αυτό
συνεπάγεται μια έμμεση αναγνώριση ότι διατηρούν έναν βαθμό
εκκλησιαστικότητας.
- Υποστηρίζουν ότι οι αποφάσεις των
Οικουμενικών Συνόδων για τους «αιρετικούς» αφορούσαν συγκεκριμένα πρόσωπα
και διδασκαλίες που ανέτρεπαν τη σωτηριολογική βάση της πίστης. Η μεταφορά
αυτών των αποφάσεων σε σύγχρονες ομολογίες που δέχονται το Σύμβολο της
Πίστεως θεωρείται από την πλευρά αυτή ως κατάχρηση της ιστορικής
εμπειρίας.
Β. Από την άλλη πλευρά, πολλοί θεολόγοι και
εκκλησιαστικοί κύκλοι θεωρούν τη θέση αυτή εκκλησιολογικά προβληματική για τους
εξής λόγους:
- Η επικρατούσα παραδοσιακή άποψη
τονίζει ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και δεν μπορεί να
«τεμαχίζεται». Κατά συνέπεια, όποιος βρίσκεται εκτός της Ορθόδοξης
Εκκλησίας (είτε λόγω δόγματος είτε λόγω σχίσματος) στερείται της
μυστηριακής χάριτος.
- Η διάκριση μεταξύ «αιρέσεως» και
«ετεροδοξίας» οδηγεί στον «θεολογικό σχετικισμό». Υποστηρίζουν ότι
οποιαδήποτε απόκλιση από το δόγμα, ακόμη και αν δεν αφορά άμεσα τον Χριστό
ή την Τριάδα, αλλοιώνει τη ζωή της Εκκλησίας και άρα εμπίπτει στην έννοια
της αίρεσης.
- Οι Ιεροί
Κανόνες που απαγορεύουν τη συμπροσευχή δεν είναι απλώς «πειθαρχικά μέτρα»
μιας συγκεκριμένης εποχής, αλλά δογματικά όρια που προστατεύουν την
ταυτότητα της Εκκλησίας. Θεωρούν ότι η αποδοχή της «ετεροδοξίας» ως κάτι
λιγότερο κακό από την «αίρεση» υπονομεύει την αποκλειστικότητα της
αλήθειας που πρεσβεύει η Ορθοδοξία.
Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
Τα Ψυχοσάββατα και η Μνημόνευση των Κεκοιμημένων
Το Σάββατο επιλέχτηκε ως εβδομαδιαία ημέρα της μνημόνευσης των κεκοιμημένων ακόμη από την χριστιανική αρχαιότητα. Αυτή την ημέρα η Εκκλησία ενθυμείται και τιμά τους μάρτυρες, τους ομολογητές, μνημονεύοντας “τους αγίους, ενδόξους και πανευφήμους αποστόλους, του αγίους, ενδόξους και καλλινίκους μάρτυρες, τους οσίους και θεοφόρους πατέρες ημών”, αλλά και τους εν ορθή τη πίστη κεκοιμημένους. Αργότερα με το ίδιο σκεπτικό, δηλαδή ως σημείο σεβασμού προς την ημέρα της ανάπαυσης και γνωστό όντως ότι οι κεκοιμημένοι αναπαύονται σε σχέση με όλα τα επίγεια πράγματα, οι Άγιοι Πατέρες όρισαν το Σάββατο ως ημέρα μνημόνευσης αυτών που ολοκλήρωσαν την επίγεια ζωή τους: “Ἐν Σαββάτῳ δὲ ἀεὶ τὴν τῶν ψυχῶν μνείαν ποιούμεθα, ὅτι τὸ Σάββατον, κατάπαυσιν σημαίνει Ἑβραϊστί καὶ τῶν τεθνεώτων τοίνυν ὡς τῶν βιωτικών καὶ τῶν λοιπών ἁπάντων καταπαυσαμένων κἂν τῇ καταπαυσίμῳ τῶν ἡμερῶν, τὰς ὑπὲρ αὐτῶν δεήσεις ποιούμεθα, ὃ δὴ καὶ ἐπὶ πᾶν κεκράτηται γίνεσθαι Σάββατον”.
Παρότι κάθε Σάββατο τελούνται ακολουθίες για τους κεκοιμημένους, η Εκκλησία κανόνισε ειδικές ημέρες του εκκλησιαστικού έτους στις οποίες τελείται ειδικά η μνημόνευση των απ' αιώνος κεκοιμημένων και τις τοποθέτησε στο πλαίσιο του κινητού λειτουργικού κύκλου. Αυτές οι ημέρες είναι το Ψυχοσάββατο της Απόκρεω, την περίοδο του Τριωδίου, και το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής, την περίοδο του Πεντηκοσταρίου, έχοντας τα δύο Σάββατα ένα στενό δεσμό μεταξύ τους. Σχετικά με το Ψυχοσάββατο της Απόκρεω, ο χριστιανός “προτού να ταυτιστεί με τον Αδάμ, ώστε να παρασύρει στην κίνηση της μεταπτώσεώς του ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, πρέπει να προενεργεί αυτή τη διάβαση από την υπόσταση στη φύση διά “της λειτουργικής μνήμης”, συνοψίζοντας, σε μία ημέρα, το αμέτρητο πλήθος των πιστών που με την ύπαρξή τους έχουν σημαδέψει την πορεία του χρόνου”.
Όσον αφορά το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής, τοποθετημένο πριν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι όλοι είμαστε σεσωσμένοι διά της θυσίας του Χριστού. Και τούτο γιατί γεννηθήκαμε εν Χριστώ μέσω του Βαπτίσματος και ενδυναμωθήκαμε στην εν Χριστώ ζωή διά των άλλων Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας. Όλοι μαζί, λοιπόν, ζώντες και κεκοιμημένοι είμαστε μέλη της Εκκλησίας, διά της κοινωνίας με το Θεό, και όλοι δικαιούμαστε να λάβουμε την Πεντηκοστή το περίσσευμα των δώρων του Αγίου Πνεύματος. Συνεχίζοντας τη σκέψη μας πάνω σ' αυτή την ιδέα λέμε ότι αυτή η ημέρα θυμίζει σε μας που ζούμε ακόμα στη γη και την υποχρέωση που έχουμε, να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλον, όπως συμβουλεύει και ο Απόστολος Ιάκωβος και είναι σαφές ότι με τον όρο “άλλον” εννοούμε τόσο τους ζωντανούς όσο τους κεκοιμημένους, επειδή και αυτοί είναι οι “εν Χριστώ” αδελφοί μας. Μένοντας στη σημασία της ίδιας εορτής, παραθέταμε τη σχετική αναφορά στο Πεντηκοστάριο, όπου, ευθύς εξ' αρχής, πριν να καταγραφούν όπως συνήθως οι τυπικές διατάξεις, αναφέρεται: “Μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου”.
Η αναγκαιότητα των προσευχών της Εκκλησίας για τους κεκοιμημένους, συνδεδεμένες με αυτή την ημέρα της ευσεβούς ανάμνησης, αιτιολογείται από τους Αγίους Πατέρες με ένα τρόπο εντυπωσιακό: “Ἐπειδή τινες ἄωρον πολλάκις ἐπὶ ξένης ὑπέστησαν θάνατον ἐν θαλάσσῃ τε, καὶ ἀβάτοις ὄρεσι, κρημνοῖς τε καὶ χάσμασι, καὶ λοιμοῖς, καὶ λιμοῖς, καὶ πολέμοις, καὶ ἐμπρησμοῖς, καὶ κρημνοῖς, καὶ ἄλλους παντοίους θανάτους ὑπομεμενηκότες ἴσως δέ, καὶ πένητες ὄντες καὶ ἄποροι, καὶ τῶν νενομισμένων ψαλμῳδιῶν, καὶ μνημοσύνων οὐκ ἔτυχον φιλανθρώπως οἱ θεῖοι Πατέρες κινούμενοι, κοινώς μνείαν τούτων ἁπάντων τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν ποιεῖσθαι ἐθέσπισαν, ἀπὸ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων διαδεξάμενοι, ἵνα καὶ οἱ μὴ τῶν νενομισμένων ἀνὰ μέρος, διά τινος συμβάματος τετυχηκότες, τῇ νῦν κοινῇ μνείᾳ κἀκεῖνοι περιλαμβάνοιντο δεικνῦντες, ὡς καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτῶν γινόμενα, μεγάλην αὐτοῖς προξενεῖ τὴν ὠφέλειαν”.
(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ.«Επειδή πολλοί υπέστησαν συχνά πρόωρο θάνατο σε ξένη χώρα, στη θάλασσα, σε δυσπρόσιτα βουνά, σε γκρεμούς και χάσματα, από επιδημίες, από πείνα, από πολέμους, από πυρκαγιές, καθώς και από κάθε είδους άλλους θανάτους, και ίσως, επειδή ήταν φτωχοί και άποροι, δεν αξιώθηκαν τις καθιερωμένες ψαλμωδίες και τα μνημόσυνα, οι θείοι Πατέρες, κινούμενοι από φιλανθρωπία, θέσπισαν να τελεί η καθολική Εκκλησία κοινό μνημόσυνο για όλους αυτούς, παραλαμβάνοντας την παράδοση από τους ιερούς Αποστόλους, ώστε και εκείνοι που δεν έλαβαν τις καθιερωμένες τιμές χωριστά λόγω κάποιου συμβάντος, να περιλαμβάνονται στο παρόν κοινό μνημόσυνο, δείχνοντας έτσι ότι και οι τελετές που γίνονται υπέρ αυτών, τους προσφέρουν μεγάλη ωφέλεια»)
Αν αναρωτιόμαστε γιατί επιλέχτηκε αυτό το Σάββατο, και όχι άλλο, για τη μνημόνευση των απ' αιώνος κεκοιμημένων, η απάντηση είναι η εξής. Το εν λόγω Σάββατο προηγείται την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Η μνημόνευσή τους τελείται σε συνδυασμό με την εορτή της ημέρας προκειμένου να απολαμβάνουν και οι κεκοιμημένοι τα δώρα του Αγίου Πνεύματος. Όπως ήδη αναφερθήκαμε το Άγιο Πνεύμα είναι Αυτό που συνεχίζει το σωτηριολογικό έργο του Χριστού και το έργο του Αγίου Πνεύματος δεν περιορίζεται μονάχα στους ζωντανούς, αλλά εκχέεται και στους κεκοιμημένους, καθόσον και αυτοί είναι μέλη της Εκκλησίας του Χριστού. Βέβαια δεν παύουν οι ακολουθίες αυτής της ημέρας να έχουν και ένα πένθιμο και νεκρώσιμο χαρακτήρα όπως συμβαίνει γενικά με όλα τα νεκρώσιμα της λατρείας της Εκκλησίας μας.
πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος ΑθανασίουΤετάρτη 27 Μαΐου 2026
Η Τραγωδία του Άνετου Χριστιανισμού
Υπήρξε μια εποχή που το να είσαι Χριστιανός σήμαινε
κίνδυνο. Η ομολογία του Χριστού ενείχε την πιθανότητα εξορίας, χλευασμού,
φτώχειας, φυλάκισης ή θανάτου. Οι πρώτοι Χριστιανοί εισέρχονταν στην Εκκλησία
γνωρίζοντας ότι μπορεί να έχαναν τα πάντα για χάρη του Ευαγγελίου. Οι μάρτυρες
έμπαιναν στην αρένα ψάλλοντας ύμνους. Οι ασκητές κατέφευγαν στις ερήμους. Οι
άγιοι έκλαιγαν για τις αμαρτίες τους. Οι πιστοί νήστευαν, προσεύχονταν,
αγωνίζονταν, μετανοούσαν και υπέμεναν.
Σήμερα, ωστόσο, σε μεγάλο μέρος του σύγχρονου κόσμου, ο
Χριστιανισμός έχει μετατραπεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Έχει γίνει άνετος.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η τραγωδία.
Ο σύγχρονος Χριστιανισμός συχνά δεν θέτει το ερώτημα: «Πώς μπορώ να σταυρώσω τα πάθη μου;» αλλά μάλλον: «Πώς μπορώ να παραμείνω άνετος ενώ εξακολουθώ να αποκαλώ τον εαυτό μου Χριστιανό;» Το πνεύμα της θυσίας έχει αντικατασταθεί από το πνεύμα της ευκολίας. Το στενό μονοπάτι για το οποίο μίλησε ο Χριστός έχει διευρυνθεί για να φιλοξενήσει τα πάθη της εποχής.
Υπάρχουν ακόμα προκλήσεις, ειδικά αν επιλέξουμε να είμαστε
αληθινοί Χριστιανοί. Το να μας χλευάζουν, να μας εξοστρακίζουν, να μας
αποφεύγουν και να μας κάνουν τη ζωή κάπως άβολη. Αλλά προσπαθούμε να αποφύγουμε
ακόμα και αυτό!
Ο Κύριός μας δεν είπε:
«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει,
ας μένει άνετα».
Είπε:
«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει,
ας απαρνηθεί τον εαυτό του, και ας σηκώσει τον σταυρό του, και ας με
ακολουθεί».
— Ματθαίος 16:24
Ωστόσο, η αυτοαπάρνηση έχει γίνει σχεδόν ξένη στη σύγχρονη
θρησκευτική κουλτούρα. Η νηστεία θεωρείται ακραία. Η σεμνότητα θεωρείται
ξεπερασμένη. Η επαγρύπνηση για την ψυχή θεωρείται ανθυγιεινή. Η μετάνοια
αντικαθίσταται από την αυτοεπιβεβαίωση. Ο πνευματικός πόλεμος απορρίπτεται ως
συμβολισμός. Ο φόβος του Θεού ανταλλάσσεται με θεραπευτική συναισθηματικότητα.
«Θα είστε μισητοί από όλους τους
ανθρώπους για χάρη του ονόματός μου».
— Ματθαίος 10:22
Η τραγωδία του άνετου Χριστιανισμού δεν είναι απλώς ότι
αποδυναμώνει τον κάθε πιστό. Αποδυναμώνει επίσης τη μαρτυρία της Εκκλησίας
ενώπιον του κόσμου. Όταν οι Χριστιανοί γίνονται δυσδιάκριτοι από την κοσμική
κουλτούρα γύρω τους, το φως σκοτεινιάζει. Το αλάτι που χάνει τη γεύση του δεν
μπορεί να διατηρήσει τίποτα.
Πέμπτη 21 Μαΐου 2026
Ο Ευσέβιος Καισαρείας περιγράφει τα περί της κοιμήσεως του Αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου:
Τετάρτη 20 Μαΐου 2026
Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού – δέκα τοποθετήσεις σε δέκα ερωτήσεις (Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Δράγας)
1. Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40
μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;
2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;
3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;
4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;
5. Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;
6. Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι και λευκοφόροι Άγγελοι;
7. Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων Αγγέλων;
8. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στους Αποστόλους και στο μικρό ποίμνιο
της πρώτης Εκκλησίας;
9. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους
ουρανούς;
10. Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του
Χριστού;
---------------------------------------------------------------------
1. Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40
μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;
Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του,
συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ’
αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους
ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα
δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους
άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν
ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και
πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα
ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές
του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις
προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και
μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.
2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός
ψητό ψάρι και μέλι;
Στο σημερινό Ευαγγέλιον της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός
«ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό
ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η
λεπτομέρεια αυτή; Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή
είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε
ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό,
αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην
‘αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας’ του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε,
ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμιά αμαρτία,
ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε
πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε
τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς. Όσον
αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το
κερί φωτιστικό, γι’ αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής
ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την
Ανάστασή του. Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την θεραπεία της μεγάλης
πίκρας της αμαρτίας την οποίαν συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο
πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας
την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.
3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των
Ελαιών;
Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές
του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την
καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την
Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της
Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ’ αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ’ αυτό,
σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με
δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με
το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και
απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των
ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του
ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το
ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού
ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των
Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).
4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι
Απόστολοι και η Θεοτόκος;
Σ’ αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον
γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η
κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ’ εκείνη την μεγάλη δόξα του
Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του
πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους
βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να
προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της
Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι θείοι
Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι
ο θείος Διδάσκαλός τους που ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί
είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και
Σωτήρας του κόσμου.
5. Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική
Ανάληψη του Χριστού;
Είχαν ήδη φτάσει στη μεσαία κορυφή του Όρους. Μπροστά τους απλωνόταν η πόλη
των Ιεροσολύμων. Ήταν ακόμα ανοιχτή στο χώμα η οπή στην οποία στήθηκε ο
Σταυρός. Ανοιχτή ήταν επίσης και η είσοδος στον Τάφο του Σωτήρα, αφού
ήταν ακόμα πεσμένος στο χώμα ο μέγας λίθος με τον οποίον είχε
σφραγισθεί. Τότε στρέφει ο Σωτήρας τα νώτα του προς την αχάριστη πόλη
των Ιεροσολύμων και το βλέμμα του ατενίζει προς ανατολάς, όπως αναφέρει ο
Δαυίδ με χαρά σε κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί
τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Και ενώ
αποχαιρετάει τους μαθητές του, υψώνει τα άχραντα χέρια του και ευλογεί
για τελευταία φορά –τα χέρια εκείνα με τα οποία ανάπλασε τον άνθρωπο που
είχε δημιουργήσει στην αρχή, και τα οποία άπλωσε από φιλανθρωπία επάνω
στον Σταυρό και συνένωσε «τα διεστώτα», δηλ. αυτά που βρίσκονταν σε
διάσταση. Ενώ δεν χόρταιναν τα μάτια των μαθητών να βλέπουν το θεοειδές
και γλυκύτατο εκείνο πρόσωπο του Κυρίου τους, ξαφνικά άρχισε Εκείνος να
ανέρχεται στον ουρανό. Το βλέμμα τους έμεινε καρφωμένο στο παράδοξο και
ακατανόητο εκείνο θέαμα της σωματικής Ανάληψης του Κυρίου, μέχρις ότου
τον έκρυψε η φωτεινή νεφέλη.
Τι πρωτόγνωρη και μοναδική
που ήταν η μεγαλοπρέπεια αυτής της Ανάληψης! Και ο Ηλίας είχε αναληφθεί
στους ουρανούς, όπως αναφέρει η Γραφή, όμως η ανάληψή του έγινε με
πύρινο άρμα και πύρινους ίππους, γιατί ήταν απλός άνθρωπος και
χρειαζόταν βοήθεια για να αναληφθεί πάνω από την γη. Ο Χριστός όμως ήταν
Θεάνθρωπος που αναλήφθηκε από μόνος του, με μόνη την παντοδυναμία του.
Όσον αφορά στην νεφέλη εκείνη, επρόκειτο για το Άγιο Πνεύμα, όπως
ακριβώς συνέβη και στην Μεταμόρφωση του Χριστού. Όπως η κάθοδός του και η
Ενσάρκωσή του έγιναν «εκ Πνεύματος Αγίου», σύμφωνα με το μήνυμα του
Γαβριήλ προς την Παρθένο («Πνεύμα Κυρίου επελεύσεται επί σε και δύναμις
Υψίστου επισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), έτσι και τώρα «συνανέρχεται»
(ανεβαίνει μαζί με το Άγιο Πνεύμα) γιατί Εκείνο τον παρακολουθεί και
συνυπάρχει μαζί του ως ομοούσιό του, συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο.
6. Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι
και λευκοφόροι Άγγελοι;
Ενώ ατένιζαν έκθαμβοι στον ουρανό οι άγιοι Απόστολοι, δύο άνδρες
παρουσιάστηκαν σ’ αυτούς ντυμένοι με λευκή στολή. Ήταν άγγελοι οι δύο
αυτοί άνδρες που είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή για να μη φοβίσουν τους
μαθητές. Και ήταν λευκοφόροι για να φανερωθεί η αγνότητά τους και το
διαφωτιστικό και χαρμόσυνο μήνυμα τους το οποίο είχαν αποσταλεί να
παραδώσουν. Τους απόστειλε ο Χριστός που αναλήφθηκε, για να τους
παρηγορήσει την στιγμή της λύπης τους για τον αποχωρισμό του, αλλά και
να τους διαφωτίσει ότι ο αόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στα δεξιά του
Θεού Πατρός και ότι θα κατεβεί και πάλι στη γη για να κρίνει όλους τους
ανθρώπους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς.
7. Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων
Αγγέλων;
«Άνδρες Γαλιλαίοι», τους είπαν, «γιατί στέκεστε με το βλέμμα σας προσηλωμένο
στους ουρανούς; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίον σήμερα βλέπετε να
αναλαμβάνεται, θα επανέλθει για να κρίνει τον κόσμο, και η επάνοδός του
θα είναι ίδια με την ανάληψή του». Δηλαδή, θα έλθει από τον ουρανό
φορώντας το ίδιο άχραντο Σώμα, το οποίο παρέλαβε από τα αίματα της αγνής
Παρθένου, και το οποίο θα έχει επάνω του χαραγμένες τις πληγές που
έλαβε στο πάθος του. Τώρα μόνο εσείς οι λίγοι τον βλέπετε να ανέρχεται
στον ουρανό, όταν όμως επανέλθει, όλες οι φυλές της γης θα τον δουν να
κατεβαίνει από εκεί με δόξα επάνω σε νεφέλες. Η ένδοξη αυτή κατάβασή του
θα αποβεί πρόξενος μακαριότητας και χαράς για όσους έζησαν δίκαια. Για
τους αμαρτωλούς όμως θα είναι αιτία θλίψεως και συμφοράς.»
8. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης
στους Αποστόλους και στο μικρό ποίμνιο της πρώτης Εκκλησίας;
Αυτά άκουσαν οι Απόστολοι και προσκύνησαν τον Σωτήρα στην Ανάληψή του και
ύστερα επέστρεψαν με χαρά στα Ιεροσόλυμα. Η χαρά τους ήταν πολύ μεγάλη,
γιατί έμαθαν οριστικά, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους είναι Θεός αληθινός,
που αναλήφθηκε στους ουρανούς, όχι για να εγκαταλείψει τη γη, αλλά για
να την ενώσει με τον ουρανό. Η χαρά τους ήταν επίσης πολύ μεγάλη γιατί
πήραν την ευλογία του Σωτήρα τους στην Ανάληψή του. Με αυτήν την ευλογία
η ολιγάριθμη Εκκλησία των μαθητών, το μικρό εκείνο ποίμνιο, αυξήθηκε
μέσα σε ένα μικρό διάστημα και έγινε πολύ μεγάλη, και παίρνοντας την
χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχτηκε στην Εκκλησία εκείνη που
εγκαθιδρύθηκε σε όλα τα μέρη της γης.
9. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης
στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους ουρανούς;
Ενώ αυτά συνέβαιναν στη γη εξ αιτίας της Ανάληψης, στους ουρανούς οι
Άγγελοι έστηναν μεγαλειώδες πανηγύρι. Οι τάξεις των Αγγέλων που
υπηρέτησαν τον Σωτήρα επάνω στη γη και τον συνόδευαν τώρα στην θεία του
Ανάληψη καλούσαν τις άνω ταξιαρχίες να ανοίξουν τις ουράνιες πύλες για
να εισέλθει ο Βασιλεύς της Δόξης. «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών,» ψάλλει
ο προφητάναξ Δαυίδ, «και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο
Βασιλεύς της Δόξης» (Ψαλμ. 23:7). Επειδή με το σωτήριο πάθος του έγινε ο
Σωτήρας Χριστός ενδοξότερος και υψηλότερος –όπως το διατυπώνει ο
Απόστολος Παύλος: «Εταπείνωσε το εαυτόν του και έγινε υπήκουος μέχρι
θανάτου, και μάλιστα θανάτου Σταυρικού, γι’ αυτό και ο Θεός τον
υπερύψωσε και του χάρισε το υπέρ παν όνομα» (Φιλιππ. 2:9), γι’ αυτό
απαιτούν και οι πύλες του ουρανού να γίνουν υψηλότερες για να τον
υποδεχτούν επάξια. Επίσης, επειδή η δόξα του νικητή του Άδη και του
θανάτου, που δεν χώρεσε στην μικρή γη, πλήρωσε τους ουρανούς, απαιτούν
να υψωθούν και εκείνοι (οι Άγγελοι) στην εμφάνισή του.
Ωστόσο, οι ανώτερες ταξιαρχίες των Αγγέλων, βλέποντας ανθρώπινο σώμα να
μεταφέρεται πάνω από αυτούς, καταλαμβάνονταν από θάμβος και έκπληξη.
Γιατί, όπως ένας άνθρωπος που βλέπει Άγγελο στη γη καταλαμβάνεται από
έκπληξη φόβου, έτσι και οι ασώματοι Άγγελοι, βλέποντας τότε ένα σώμα να
υψώνεται μέσα σε νεφέλη, ζητούσαν έκθαμβοι να μάθουν γι’ αυτό το
παράδοξο θέαμα, ζητώντας δυο φορές να βεβαιωθούν, Ποιος είναι αυτός ο
Βασιλεύς της Δόξης; Μαθαίνοντας, όμως, ότι είναι ο ισχυρός στους
πολέμους Κύριος, που πάλεψε με τον διάβολο και τον κατέβαλε, που τώρα
ανέρχεται στους ουρανούς, απορούν, πως το υπέρλαμπρο εκείνο σώμα είναι
ερυθρό, και ρωτούν, «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ; ;» όπως ψάλλει ο
πρώτος των προφητών, «ερύθημα ιματίων αυτού εκ Βοσόρ; Ούτος ωραίος εν
στολή αυτού» (Ησαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιος είναι αυτός ο γήινος που
έρχεται φορώντας σάρκα σαν υπέρλαμπρο και ερυθρό ιμάτιο; Γιατί γήινος
είναι η ερμηνεία του Εδώμ και σάρξ είναι το Βοσόρ, και το σημείο
αναφοράς εδώ είναι το δοξασμένο εκείνο Σώμα του Δεσπότη Χριστού που
φαινόταν κατά την άνοδό του στους ουρανούς σαν ερυθρό γιατί έφερε επάνω
του τον τύπο των πληγών της άχραντης πλευράς, των χειρών και των ποδών.
10. Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα
των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού;
Πως όμως φαίνονταν οι πληγές σ’ εκείνο το άφθαρτο σώμα; Ήταν θέμα
οικονομίας αυτό που φαινόταν, και είχε σαν σκοπό να φανερώσει την άρρητη
(ανέκφραστη) και υπερβολική αγάπη του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο.
Δηλαδή το ότι καταδέχτηκε όχι μόνο να δεχθεί πληγές, αλλά και μετά την
Ανάστασή του να τις διατηρήσει με παράδοξο τρόπο επάνω σ’ εκείνο το
αφθαρτοποιημένο σώμα, και να τις δείξει στην Ανάληψή του και στον κόσμο
των Αγγέλων σαν τα σύμβολα του πάθους του και σαν τα ανεξίτηλα τεκμήρια
της αγάπης του προς εμάς τους ανθρώπους. Επίσης, διατήρησε τις πληγές
του άχραντου σώματός του για να μας πείσει να μην λησμονούμε ποτέ τα
πάθη του, διότι όταν τα έχουμε ενώπιόν μας, η καρδιά μας θα πλημμυρίζει
από ευγνωμοσύνη προς αυτόν και από ιερά συναισθήματα. Τίποτε άλλο, λέει ο
ιερός Χρυσόστομος δεν είναι ικανό να γεννήσει μέσα μας τα σωτήρια αυτά
αποτελέσματα όσο το να βλέπουμε τον Θεό να μεταφέρει τα ίχνη του Σταυρού
μέχρι το θρόνο της μεγαλοσύνης του. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο
Θεάνθρωπος διατήρησε τις πληγές του στους ουρανούς, για να μας δείξει,
ότι και στην κατάσταση της δόξης του δεν θα μας λησμονήσει, όπως άλλωστε
μας διαβεβαιώνει γι’ αυτό και ο κορυφαίος από τους προφήτες: «Ιδού επί
των χειρών μου εζωγράφησά σου τα τείχη, και ενώπιόν μου ει δια παντός»
(Ησ. 49:16), δηλαδή, ουδέποτε θα μας ξεχάσει, διότι θα μας έχει
γραμμένους με ανεξίτηλα γράμματα επάνω στα χέρια του και θα μεσιτεύει
για μας ενώπιον του Θεού Πατρός. Ίσως ακόμη και να διατήρησε τις πληγές
για να μας διδάξει ότι μόνο με παθήματα και θλίψεις θα μπορέσουμε να
εισέλθουμε στην βασιλεία των ουρανών. Αν ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ανυψώθηκε
με σταυρικό πάθος, και αν δοξάστηκε με επονείδιστο θάνατο, τότε πως
εμείς θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην δόξα εκείνη χωρίς να βαδίσουμε
στην στενή οδό της αρετής, και χωρίς να υπομείνουμε θλίψεις και
πειρασμούς αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα; Αυτό είναι τελείως αδύνατο.
(Πηγή: orthodox-answers.blogspot.com)
Περί του Αγίου Κωνσταντίνου ( Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου)

____________________
«Tην οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου», με αυτό τον λόγο το Δοξαστικό των Στιχηρών, της ακολουθίας του Εσπερινού, από την εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ο υμνογράφος αποδίδει το «ισαπόστολον κάλλος» και το μέγεθος του έργου του Αγίου Κωνσταντίνου, έργο το οποίο την απαρχή είχε από το Διάταγμα των Μεδιολάνων με το οποίο «έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την αναγνώριση της Χριστιανικής Πίστης, ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας ευνοώντας έμπρακτα τους Χριστιανούς», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η καθηγήτρια της Ιστορίας στο King’s College του Λονδίνου, Judith Herrin στο σύγγραμμα της «Τι είναι το Βυζάντιο».
Οι διωγμοί τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, ήταν πολύ μεγάλοι. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος επί τη1700ετηρίδι από της εκδόσεως του Διατάγματος των Μεδιολάνων, ‘’Μέχρι της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η ιστορία του κόσμου, του προ Χριστού «παλαιού Ισραήλ», αλλά και μετά την θεανθρώπινην ένσαρκον παρουσίαν του «καινού Ισραήλ» και η ελευθέρα έκφρασις της συνειδητής πίστεως του ανθρώπου ήτο πλήρης διώξεων και διωγμών μέχρι μαρτυρίου αίματος υπέρ της αληθείας’’.
Μετά από τρεις αιώνες διωγμών, ο Μέγας Κωνσταντίνος, ως αυτοκράτορας της Ανατολής και ο Λικίνιος ως αυτοκράτορας της Δύσεως εξέδωσαν το έτος 313 μ.Χ το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί της ελευθερίας της θρησκευτικής πίστης.
Κατά καιρούς όμως, εκφράστηκαν και εκφράζονται «απόψεις», οι οποίες εδράζονται κυρίως σε αντιεκκλησιαστικές πολεμικές, αθεμελίωτες ιστορικά, οι οποίες αμφισβητούν τα ειλικρινή κίνητρα του Αγίου Κωνσταντίνου, όσον αφορά την έκδοση του Διατάγματος των Μεδιολάνων, θεωρώντας τα ως πολιτικά κίνητρα.
Ο εθνικός ιστορικός Ζώσιμος (425-518) μ.Χ,, ο οποίος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, στο έργο του «Ιστορία Νέα», έγραψε για τον Άγιο Κωνσταντίνο, ότι «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβειαν». Τα περί πολιτικών κινήτρων καταρρίπτονται από το γεγονός, ότι ο Άγιος ασπάστηκε την αληθινή Πίστη.
Συνειρμικά λοιπόν, έρχεται κατά νου το αναφερόμενο στην Ακολουθία της Εορτής των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, «επειδήπερ ειδώλων κατεφρόνησεν», καθώς και αυτό που ψάλουμε εις το Δοξαστικό των Στιχηρών προσομοίων «…εξ απιστίας εις πίστην Θεότητος μετοχετευθείς».
Αξίζει να αναφέρουμε τα λόγια του Χάϊνριχ Κράφτ, ο οποίος τονίζει ότι, ‘’ο Ρωμαϊκός κόσμος ήταν ώριμος να γίνει χριστιανικός και ο Κωνσταντίνος ανταποκρίθηκε στην ανάγκη της εποχής, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του χριστιανό’’ (1).
Εάν όντως συνέβαινε αυτό που οι αμφισβητούντες λέγουν, πως λοιπόν ένας αυτοκράτορας, ο οποίος αναμφισβήτητα για την εποχή του ήταν ο πανίσχυρος αυτοκράτορας της Οικουμένης, θα κατεδείκνυε ως άλλος Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος εμπράκτως, το «εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι» Ιω.3,30, αποποιούμενος το παλαιόν έθος, της θεοποίησης του αυτοκράτορα και ανταλλάσσοντας την βασιλική αλουργίδα με το λευκό του Αγίου Βαπτίσματος ένδυμα, το οποίο διατήρησε μέχρι τον θάνατό του;
Είναι άξια αναφοράς τα λόγια του Ρούντολφ Χέρνεγκερ, ο οποίος σημειώνει ότι ‘’δεν υπάρχει στην Ιστορία σχεδόν καμία άλλη προσωπικότητα που η ακτινοβολία της να διαρκεί αδιάκοπα επί δεκαεπτά αιώνες‘’. Και το μεγαλείο τούτο αφορά τον καθοριστικό ρόλο του Αγίου Κωνσταντίνου στην εξάπλωση του Χριστιανισμού.
Η μετέπειτα πορεία των δύο αυτοκρατόρων, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποδεικνύει την πρόθεση, καθώς και τα κίνητρα ενός εκάστου. Το κίνητρο της πολιτικής σκοπιμότητος, θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει κάλλιστα στον Λικίνιο, ο οποίος παρεβίασε το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας, μετά την ήττα του από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Κάτω Παννονία και τη απόσυρση του στο Σύρμιο, διώκοντας και πάλι τους Χριστιανούς.
Αντιθέτως η μετέπειτα στάση του Αγίου Κωνσταντίνου του Πρώτου Χριστιανού Αυτοκράτορα, του «μεγαλύτερου ηγέτη της Ρωμιοσύνης», όπως τον καλεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, αποδεικνύει ότι η υποστήριξη προς τους χριστιανούς, κάθε άλλο παρά επιφανειακή ήταν και ο κατ’ εξοχήν λόγος, ήταν η πίστις του Αγίου Κωνσταντίνου στον Χριστό.
‘’Τα φιλάνθρωπα διατάγματα και οι γενναιόδωροι νόμοι, που έβγαλε είναι στοιχεία αποδεικτικά της μεγάλης του ευσεβείας’’ (2). Αν οι λόγοι ήταν πολιτικοί, και όχι προσωπικοί, η ενέργεια αυτή θα ήταν επιφανειακή και κατά συνέπεια θα ήταν παροδική.
Όταν εγκαινίαζε ο Μέγας Κωνσταντίνος τη Νέα Ρώμη, η αφιέρωση στην αναθηματική ιδρυτική στήλη ανέγραφε τα εξής : ‘’Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης Κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης’’.
Ο καθιερωθείς επίσης τίτλος του κάθε βυζαντινού αυτοκράτορος, όπως τούτο σημειώνει η Ελένη Γλυκατζή –Αρβελέρ στο πόνημά της «Γιατί το Βυζάντιο», είναι «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», τίτλος ο οποίος διατηρήθηκε μέχρι την άλωση της Πόλης. Είναι χαρακτηριστικό το πρώτιστο στοιχείο του τίτλου αυτού «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς», όπως επίσης και το γεγονός ότι «γρήγορα η Κωνσταντινούπολη ονομάστηκε εκτός από Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ και Νέα Σιών», όπως αναφέρει η ίδια συγγραφεύς.
Με την ενέργεια αυτή του Αγίου Κωνσταντίνου, το Κράτος των Ρωμιών, έγινε το «πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν Κράτος», όπως αναφέρει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, ο οποίος έζησε τον 6ο αιώνα. Και έγινε τούτο το Κράτος των Ρωμιών, «Έθνος Χριστιανών», όπως αποκάλεσε τους Βυζαντινούς ο Λέων ο Στ΄ ο Σοφός.
‘’Οπωσδήποτε, αυτά τα δύο σημαντικότατα γεγονότα, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η αποδοχή του Χριστιανισμού, οφείλονται σ’ έναν μόνο άνθρωπο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο’’ (3).
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης στο βιβλίο του «Ρωμιοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη», σημειώνει τα ακόλουθα : ‘’Αφ’ ενός μεν οι Ρωμαίοι έγιναν Έλληνες, αφ’ ετέρου δε οι Έλληνες έγιναν Ρωμαίοι. Ακολουθούν πως το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου, το έθνος των Χριστιανών εταυτίσθη με το έθνος των Ρωμαίων, ιδίως εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ούτως εγεννήθη ή ετελειοποιήθη η Ρωμαιοσύνη ή ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός με κέντρον την Κωνσταντινούπολιν νέαν Ρώμην’’.
Επιπρόσθετη απόδειξη, ότι είναι παντελώς λανθασμένη η άποψη ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος εξέδωσε το Διατάγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας με σκοπό να κερδίσει τη εύνοια των χριστιανών, είναι το γεγονός ότι οι χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην Αυτοκρατορία τον καιρό εκείνο της έκδοσης του διατάγματος.
O βυζαντινολόγος Steven Runciman στο βιβλίο του «Η Βυζαντινή Θεοκρατορία», αναφέρει τα εξής : ‘’Εχει υπολογιστεί ότι την εποχή του Διατάγματος των Μεδιολάνων το 313, όταν η Χριστιανική Εκκλησία απέκτησε πλήρη ελευθερία λατρείας και νομική υπόσταση, οι χριστιανοί δεν αριθμούσαν περισσότερο από το ένα έβδομο του πληθυσμού της αυτοκρατορίας’’.
Πως ήταν δυνατό λοιπόν, τα ελατήρια του Αγίου Κωνσταντίνου να ήταν πολιτικά, εφ’ όσον οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην αυτοκρατορία; Συνεπώς είναι παράλογο να υποθέσει κανείς, ότι το έπραξε τούτο με ιδιοτελή σκοπό, για να κερδίσει την εύνοια των χριστιανών.
Το τι φρονεί η Μία Αγία Εκκλησία για τον Άγιο Κωνσταντίνο, εκφράζεται στην Ιερή Υμνωδία της, στην Ακολουθία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Ο Άγιος Κωνσταντίνος καλείται Ισαπόστολος στα Στιχηρά Ιδιόμελα της Λιτής.
‘’Χρεωστικώς εκτελούμεν την μνήμην σου, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε…’’, ψάλουμε στην Εκκλησία μας. Στα Στιχηρά Προσόμοια, καλείται ‘’Πρώτος Βασιλεύς Χριστιανών’’. Στον Εσπερινό, στα Στιχηρά των Αγίων ψάλουμε, «Πρώτος καθυπέταξας, την αλουργίδα αείμνηστε, βασιλεύ εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν και παμβασιλέα…’’ και ‘’…την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω κτίστη σου, και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή…’’.
Στη Λιτή, στα Στιχηρά Ιδιόμελα ψάλουμε, ‘’…πάσαν εφαίδρυνας την Εκκλησίαν του Χριστού…» και «ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν έλαβες, αλλ’ ως ο θεσπέσιος Παύλος, έσχες μάλλον ένδοξε ταύτην εξ ύψους, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, παρά Χριστού του Θεού’’.
Πραγματοποιείται λοιπόν, στο πρόσωπο του Αγίου Κωνσταντίνου, αυτό το οποίο ο Προφήτης Ησαΐας λέγει, ‘’Και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου και έθνη τη λαμπρότητι σου» Ησ.60,1-3. Όντως ο πρώτος βασιλεύς της Ρωμιοσύνης, τω Φωτί του Φωτοδότου Χριστού επορεύθη και το έθνος των Ρωμιών τη λαμπρότητι αυτού.
(1) Τα λόγια τούτα του Χάϊνριχ Κραφτ αναφέρονται προλογικά στο βιβλίο του Έμπερχαρντ Χορστ «Μέγας Κωνσταντίνος -Βιογραφία»
(2) Ευσεβίου «Εκκλησιαστική Ιστορία», «Εις τον Βίον Κωνσταντίνου».
(3)«Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Ελένης Γλυκατζή-Αρβελέρ
Σάββατο 16 Μαΐου 2026
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΛΟΥΘΗΡΑΝΩΝ–ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ: ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΟΥ
ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Ο θεολογικός διάλογος μεταξύ Λουθηρανών και
Ορθοδόξων αποτελεί μία από τις πλέον μακρόβιες και ουσιαστικές εκκλησιαστικές
συναντήσεις του 20ού και 21ού αιώνα. Ο διάλογος αυτός δεν περιορίζεται σε
τυπικές ανταλλαγές απόψεων, αλλά επιδιώκει την εις βάθος θεολογική διερεύνηση
ζητημάτων που χωρίζουν τις δύο παραδόσεις επί αιώνες. Η παρούσα μελέτη εξετάζει
τόσο την ιστορική εξέλιξη και τα θεολογικά επιτεύγματα του διαλόγου, όσο και
τις κριτικές προσεγγίσεις που εγείρονται από ορθόδοξη σκοπιά, αναδεικνύοντας τις
θεμελιώδεις διαφορές που παραμένουν.
2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
2.1 Οι Πρώτες Επαφές (16ος Αιώνας)
Οι πρώτες επαφές μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών
ανάγονται στον 16ο αιώνα, με κορυφαίο γεγονός την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ
του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμίου Β΄ Τρανού (1536–1595) και των θεολόγων του
Πανεπιστημίου της Τυβίγγης (1573–1581). Ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ απέστειλε
τρεις επιστολές στους Τυβιγγιανούς θεολόγους, στις οποίες απέρριπτε συστηματικά
τις θέσεις της Αυγουστιανής Ομολογίας, επισημαίνοντας τις θεμελιώδεις διαφωνίες
σε ζητήματα όπως η δικαίωση δια πίστεως, τα μυστήρια και η εκκλησιαστική
παράδοση. Η ανταλλαγή αυτή, αν και δεν οδήγησε σε σύγκλιση, αποτέλεσε το πρώτο
οργανωμένο θεολογικό διάλογο μεταξύ των δύο παραδόσεων και καθόρισε τα όρια των
μελλοντικών συζητήσεων.
2.2 Ο Σύγχρονος Διάλογος (1959–1981)
Ο σύγχρονος θεολογικός διάλογος ξεκίνησε το 1959 με
τον διμερή διάλογο μεταξύ της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας (EKD) και του
Πατριαρχείου Μόσχας. Παράλληλα, η EKD ανέπτυξε διαλόγους με το Οικουμενικό
Πατριαρχείο (από το 1969) και τη Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία (από το 1979). Από
το 1970, η Ευαγγελική Λουθηρανική Εκκλησία της Φινλανδίας ξεκίνησε διάλογο με
τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ο οποίος διεξήχθη μέχρι το 2014. Οι περιφερειακοί
αυτοί διάλογοι προετοίμασαν το έδαφος για τη σύσταση της παγκόσμιας κοινής
επιτροπής.
2.3 Η Παγκόσμια Κοινή Επιτροπή
(1981–σήμερα)
Η Διεθνής Μικτή Θεολογική Επιτροπή
Λουθηρανών–Ορθοδόξων (Joint International Commission on Theological Dialogue
between the Lutheran World Federation and the Orthodox Church) συγκροτήθηκε το
1981 στο Έσποο (Espoo) της Φινλανδίας. Η Επιτροπή αποτελείται από μέλη που
διορίζονται από τις εκκλησίες–μέλη της Παγκόσμιας Λουθηρανικής Ομοσπονδίας
(LWF) και από τις αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Από την ορθόδοξη πλευρά,
κάθε Εκκλησία εκπροσωπείται από επίσκοπο και θεολόγο, ενώ από τη λουθηρανική
πλευρά οι αντιπρόσωποι εκπροσωπούν τη λουθηρανική κοινωνία στο σύνολό της. Η
Επιτροπή συνεδριάζει ανά διετία ή τριετία, ενώ μικρότερη προπαρασκευαστική
ομάδα συντάσσει τα σχέδια των κοινών κειμένων.
3. ΚΥΡΙΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ
3.1 Σωτηριολογία και Θέωση (1998)
Το κείμενο του 1998 με τίτλο «Σωτηρία: Χάρι,
Δικαίωση και Συνέργεια» (Salvation: Grace, Justification and Synergy)
αποτέλεσε ορόσημο για τον διάλογο. Το κείμενο επιχείρησε να γεφυρώσει τη
λουθηρανική κατανόηση της δικαίωσης με την ορθόδοξη διδασκαλία περί θεώσεως. Οι
Λουθηρανοί αναγνώρισαν τη θέωση ως «θετική» έννοια, ενώ η ορθόδοξη πλευρά
αναγνώρισε τη σημασία της χάριτος ως προηγούμενου δώρου. Το κείμενο τόνισε ότι
η θεία χάρις απελευθερώνει τον άνθρωπο από τη δουλεία του νόμου και της
αμαρτίας, ενώ το Άγιο Πνεύμα αφυπνίζει τον απελευθερωμένο άνθρωπο να θέλει και
να πράττει το αγαθό.
Ωστόσο, η κριτική εστιάζει στο γεγονός ότι η
«αναγνώριση» της θεώσεως από τους Λουθηρανούς παρέμεινε επιφανειακή. Για την
Ορθόδοξη Εκκλησία, η θέωση δεν είναι απλώς «ηθική βελτίωση» ή «δικαίωση ενώπιον
του Θεού», αλλά ουσιαστική μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης μέσω της ενέργειας
του Θεού. Η προσπάθεια εύρεσης στοιχείων θεώσεως στον ίδιο τον Λούθηρο
θεωρείται από πολλούς ορθόδοξους θεολόγους αναχρονιστική ανάγνωση και
ερμηνευτική βία, δεδομένου ότι για τον Λούθηρο η δικαίωση ήταν forensica
— δικαστική κήρυξη, όχι ουσιαστική μεταβολή.
3.2 Μυστήρια της Εκκλησίας: Βάπτιση και
Μύρο (2004)
Το κείμενο του 2004 με τίτλο «Βάπτιση και Μύρωση
ως Μυστήρια Εισαγωγής στην Εκκλησία» (Baptism and Chrismation as Sacraments
of Initiation into the Church) κατέδειξε σημαντικές θεολογικές συγκλίσεις. Οι
δύο πλευρές συμφώνησαν ότι τα τρία βασικά στοιχεία της χριστιανικής μύησης — ο
θάνατος με τον Χριστό, η ανάσταση μαζί Του και η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος —
περιλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό και στις δύο λειτουργικές παραδόσεις. Το
κείμενο υπογράμμισε ότι το μυστήριο της βαπτίσεως είναι αμετάβλητο (unrepeatable)
και για τις δύο παραδόσεις.
Η σημασία του κειμένου του 2004 έγκειται στο ότι
υποστήριξε την αμοιβαία αναγνώριση της βαπτίσεως, παρά τις λειτουργικές
διαφορές. Ωστόσο, η κριτική επισημαίνει ότι η σύγκλιση παρέμεινε σε λειτουργικό
επίπεδο, χωρίς να διευκρινίζονται οι διαφορετικές αντιλήψεις περί αναγεννήσεως
και υιοθεσίας.
3.3 Η Θεία Ευχαριστία (2006)
Το κείμενο του 2006 με τίτλο «Η Αγία Ευχαριστία
στη Ζωή της Εκκλησίας» (The Holy Eucharist in the Life of the Church)
εξετάστηκε στη Μπρατισλάβα. Το κείμενο επιχείρησε να προσεγγίσει το ζήτημα της
ευχαριστιακής θυσίας και της πραγματικής παρουσίας. Σύμφωνα με το κείμενο, και
οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι ο Χριστός προσέφερε τον εαυτό Του ως θυσία «άπαξ»
(ephapax), και ότι η Ευχαριστία είναι θυσία στον βαθμό που: (1) ο
Χριστός, όχι ο ιερέας, προσφέρεται ως θυσία, (2) η θυσία του Χριστού είναι άπαξ
υπέρ του κόσμου, και (3) τα οφέλη της θυσίας διανέμονται στους πιστούς κατά την
τέλεση του μυστηρίου.
Η κριτική εστιάζει σε τρεις θεμελιώδεις διαφορές:
Πρώτον, η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει την πραγματική μεταβολή των Τιμίων Δώρων
(μετουσίωση), ενώ η Λουθηρανική θέση υποστηρίζει τη συνύπαρξη (consubstantiatio),
δηλαδή ότι το σώμα και το αίμα του Χριστού υπάρχουν «μαζί με» τον άρτο και τον
οίνο. Δεύτερον, η Ορθόδοξη παράδοση αντιλαμβάνεται το μυστήριο ως θυσία
αναίμακτη και ως ύψιστη πράξη λατρείας, ενώ η λουθηρανική πλευρά αποκλείει τη
θυσιαστική διάσταση, θεωρώντας την ως «επανάληψη» της θυσίας του Σταυρού.
Τρίτον, η Ορθόδοξη θέση προϋποθέτει την αποδοχή της Θείας Κοινωνίας ως
μεταβλημένης ουσίας, ενώ η Λουθηρανική πλευρά δέχεται το μυστήριο ως «παρουσία»
του Χριστού χωρίς ουσιαστική μεταβολή των στοιχείων.
3.4 Εκκλησιολογία (2011)
Το κείμενο του 2011 με τίτλο «Η Φύση, Ιδιότητες
και Αποστολή της Εκκλησίας» (The Nature, Attributes and Mission of the
Church) αποτέλεσε την πρώτη κοινή εκκλησιολογική δήλωση του διαλόγου. Η
Εκκλησία ορίστηκε ως μυστήριο, ως σώμα Χριστού και ως κοινωνία αγίων. Το
κείμενο εξέτασε τα τέσσερα κλασικά γνωρίσματα της Εκκλησίας (ενότητα, αγιότητα,
καθολικότητα, αποστολικότητα), επισημαίνοντας ότι η αγιότητα της Εκκλησίας
πηγάζει από τον Χριστό και ανανεώνεται δια του Αγίου Πνεύματος.
Ωστόσο, η κριτική επισημαίνει ότι το κείμενο απέφυγε
το κρίσιμο ερώτημα: Ποια είναι η πραγματική Εκκλησία; Η Ορθόδοξη
Εκκλησία δέχεται μόνον μία Εκκλησία — την Ορθόδοξη — ως πλήρη κοινωνία με το
σώμα του Χριστού, ενώ οι Λουθηρανοί αποδέχονται «εκκλησίες» στον πληθυντικό, με
διαφορετικές ερμηνείες της πίστεως. Η αποφυγή αυτού του ερωτήματος δεν είναι
«σύνεση», αλλά θεολογική αποφυγή που αποσιωπά τις θεμελιώδεις διαφορές.
3.5 Το Άγιο Πνεύμα (2019–σήμερα)
Από το 2019, ο διάλογος επικεντρώνεται στον ρόλο του
Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας. Τον
Ιούνιο του 2025 εκδόθηκε κοινή δήλωση με τίτλο «Common Statement on the Holy
Spirit, the Church, and the World». Η
νέα αυτή φάση επιδιώκει να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ Πνεύματος, Εκκλησίας και
κόσμου, αναδεικνύοντας την κοινή πίστη στη θεία Τριάδα.
4. ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
4.1 Η Ανεπαρκής Κατανόηση της Θεώσεως
Το κείμενο του 1998 παρουσιάζει μια επιφανειακή
σύγκλιση. Η ορθόδοξη θέωση είναι μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης μέσω της
ενέργειας του Θεού — δεν είναι απλώς «ηθική βελτίωση» ή «δικαίωση ενώπιον του
Θεού». Η προσπάθεια εύρεσης «θεώσεως» στον Λούθηρο αποτελεί αναχρονιστική
ανάγνωση και ερμηνευτική βία. Όπως αναφέρει η Αποστολική Παράδοση: «Η θεώση
δεν είναι απλώς 'αποδοχή' — είναι η ίδια η σωτηρία ως μετοχή στη θεία φύση»
(Β΄ Πέτρ. 1:4).
4.2 Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας
Το κείμενο του 2006 επικρίνεται διότι αποφεύγει την
ουσιαστική δογματική διαφορά ανάμεσα στην Ορθόδοξη και τη Λουθηρανική θέση,
προβάλλοντας μια σύγκλιση που παραμένει καθαρά λεξιλογική και όχι ουσιαστική. Η
βασική αυτή ασυμβατότητα εστιάζεται σε τρεις κεντρικούς άξονες:
- Μεταβολή
vs. Συνύπαρξη: Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει την
πραγματική μεταβολή των Τιμίων Δώρων (μετουσίωση), ενώ η Λουθηρανική θέση
υποστηρίζει τη συνύπαρξη.
- Θυσιαστική
Διάσταση: Η Ορθόδοξη παράδοση
αντιλαμβάνεται το μυστήριο ως θυσία αναίμακτη και ύψιστη πράξη λατρείας,
σε αντίθεση με τη Λουθηρανική πλευρά που αποκλείει τη θυσιαστική διάσταση.
- Ουσιαστική
Μεταβολή: Η Ορθόδοξη θέση προϋποθέτει την
αποδοχή της Θείας Κοινωνίας ως μεταβλημένης ουσίας, ενώ η Λουθηρανική
πλευρά δέχεται το μυστήριο ως «παρουσία» χωρίς ουσιαστική μεταβολή.
4.3 Η Εκκλησιολογία του 2011:
Συμβιβασμός χωρίς Ουσία
Το κείμενο του 2011 ορίζει την Εκκλησία ως
«μυστήριο, σώμα Χριστού, κοινωνία αγίων». Ωστόσο:
- Η
Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται μόνο μία Εκκλησία — την Ορθόδοξη — ως πλήρη
κοινωνία με το σώμα του Χριστού.
- Οι
Λουθηρανοί αποδέχονται «εκκλησίες» στον πληθυντικό, με διαφορετικές
ερμηνείες της πίστεως.
Η κοινή δήλωση αποφεύγει το κρίσιμο ερώτημα: Ποια
είναι η πραγματική Εκκλησία; Η αποφυγή αυτού του ερωτήματος δεν είναι
«σύνεση», αλλά θεολογική αποφυγή.
4.4 Η Παράδοση: Άγραφη vs. Γραπτή
Η ορθόδοξη θεολογία θεωρεί την Άγραφη Παράδοση
ισότιμη με την Αγία Γραφή — πηγή αποκαλύψεως. Ο Λουθηρανισμός, βασισμένος στο sola
scriptura, απορρίπτει αυτή την ισότητα. Τα κείμενα του διαλόγου συχνά
παρουσιάζουν την παράδοση ως «ερμηνευτικό πλαίσιο», αποφεύγοντας τη ριζική
διαφορά: για την Ορθοδοξία, η παράδοση είναι αποκάλυψη, για τον Λουθηρανισμό
είναι μόνον ερμηνεία.
4.5 Η Αποσιώπηση του Ζητήματος της
Ιεροσύνης
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί αποστολική διαδοχή μέσω
της χειροτονίας. Οι Λουθηρανοί έχουν διαφορετική κατανόηση της ιεροσύνης (priesthood
of all believers). Αυτή η διαφορά έχει άμεσες επιπτώσεις:
- Η
ευχαριστιακή κοινωνία μεταξύ των δύο «εκκλησιών» είναι αδύνατη χωρίς κοινή
ιεροσύνη.
- Η
«αμοιβαία αναγνώριση» που προτείνεται ως στόχος αγνοεί αυτό το εμπόδιο.
4.6 Η Πολιτικοποίηση του Διαλόγου
Η διακοπή του γερμανορωσικού διαλόγου το 2014 λόγω
«κοινωνικών διαφωνιών» αποκαλύπτει την πολιτική διάσταση. Ο διάλογος δεν είναι
καθαρά θεολογικός — εξαρτάται από γεωπολιτικές συγκυρίες, κυβερνητικές πιέσεις
και εκκλησιαστικά συμφέροντα. Η Σύνοδος της Κρήτης (2016) ενίσχυσε τον
οικουμενισμό, αλλά χωρίς πλήρη συμμετοχή όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Ρωσία,
Αντιόχεια, Γεωργία κ.ά.), εγείροντας ερωτήματα για τη νομιμοποίηση των
αποφάσεων.
4.7 Η Επικίνδυνη Ψευδαίσθηση: «Πλήρης
Κοινωνία»
Ο τελικός στόχος του διαλόγου είναι η «πλήρης
κοινωνία με πλήρη αμοιβαία αναγνώριση». Αυτό θα σήμαινε:
- Κοινή
ευχαριστιακή κοινωνία χωρίς κοινή πίστη.
- Αναγνώριση
ιεροσύνης με διαφορετική κατανόηση της χειροτονίας.
- Αποδοχή
διαφορετικών μυστηρίων ως «ισοδύναμων».
Αυτό δεν είναι ενότητα — είναι θεολογικός
συγκρητισμός.
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΟΧΙ
ΓΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟ
Ο διάλογος Λουθηρανών–Ορθοδόξων παράγει χρήσιμα
κείμενα, αλλά δεν μπορεί να οδηγήσει σε «πλήρη κοινωνία» χωρίς ουσιαστική
μεταστροφή μίας από τις δύο πλευρές. Η Ορθοδοξία οφείλει να διαφυλάξει:
- Την
ενότητα της Εκκλησίας ως μυστήριο, όχι ως διαπραγμάτευση.
- Την
αλήθεια της πίστεως ως αποκάλυψη, όχι ως συμβιβασμό.
- Την
ενότητα ως κοινωνία στην αλήθεια, όχι στην αοριστία.
«Η αλήθεια είναι αδιαπραγμάτευτη. Η
αγάπη δεν σημαίνει αποδοχή του ψεύδους, αλλά αγώνα για τη σωτηρία όλων στην
αλήθεια του Χριστού.»
6. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α. Ιστορικά Κείμενα
- Πατριάρχης
Ιερεμίας Β΄ Τρανός, Ἐπιστολαί
πρός Λουθηρανούς θεολόγους Τυβίγγης (1573–1581). Η
πρώτη επαφή Ορθοδόξων–Λουθηρανών.
- Mastrantonis, G., Augsburg and Constantinople:
The Correspondence between the Tubingen Theologians and Patriarch Jeremiah
II of Constantinople on the Augsburg Confession. Brookline,
MA: Holy Cross Orthodox Press, 1982.
Β. Επίσημα Κείμενα του Διαλόγου
- Lutheran–Orthodox Joint Commission, Agreed
Statements 1985–1989 (Περιλαμβάνει: «Divine Revelation», «Scripture and Tradition»,
«Canon and Inspiration»). Geneva: Lutheran World
Federation, 1991.
- Lutheran–Orthodox Joint Commission, Salvation:
Grace, Justification and Synergy (1998). Διαθέσιμο
σε: LWF Official
Website.
- Lutheran–Orthodox Joint Commission, Baptism
and Chrismation as Sacraments of Initiation into the Church (2004). Διαθέσιμο
σε: LWF Resources.
- Lutheran–Orthodox Joint Commission, The Holy
Eucharist in the Life of the Church (2006). Bratislava,
Slovak Republic.
- Lutheran–Orthodox Joint Commission, The
Nature, Attributes and Mission of the Church (2011).
- Lutheran–Orthodox Joint Commission, Common
Statement on the Holy Spirit, the Church, and the World (2025). Διαθέσιμο
σε: LWF Resources.
Γ. Δευτερογενής Βιβλιογραφία
- Saarinen, R., «Lutheran–Orthodox Dialogue from
2004 to 2015», Lutheran Theological Journal 50/3 (2016): 226–236.
- Saarinen, R., Faith and Holiness:
Lutheran–Orthodox Dialogue. Helsinki:
Luther-Agricola Society, 2002.
- Kärkkäinen, V.-M., One with God: Salvation as
Deification and Justification. Collegeville, MN:
Liturgical Press, 2004.
- Christensen, M. J. et al. (eds.), Partakers of
the Divine Nature: The History and Development of Deification in the
Christian Traditions. Grand Rapids, MI: Baker
Academic, 2007.
- Hardy, E. R. (ed.), Orthodox Statements on
Anglican–Lutheran Relations (1956). Ιστορικά
κείμενα των πρώτων επαφών.
Δ. Ψηφιακές Πηγές
- Επίσημη
Ιστοσελίδα Παγκόσμιας Λουθηρανικής Ομοσπονδίας — lutheranworld.org. Ιστορική επισκόπηση και επίσημα
κείμενα του διαλόγου.
- Επίσημη
Ιστοσελίδα Εκκλησίας της Ελλάδος — ecclesiagreece.gr, τμήμα «Οι διαχριστιανικές σχέσεις».
- Ψηφιακή
Ορθόδοξη Θεολογική Βιβλιοθήκη (ΙΜΔ) — old.imdlibrary.gr. Ελληνικά βιβλία για οικουμενισμό
και διάλογο.


