Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Θαυμαστή διδακτική διήγηση από το Λειμωνάριο με αφορμή την μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κοσμά του Ερημίτη. (03 Αυγούστου)



Εισαγωγικά

Η παρακάτω διήγηση από το Λειμωνάριον συμπυκνώνει τη διδασκαλία ότι η αληθινή πνευματική ζωή απαιτεί ορθή πίστη (δογματική αλήθεια), ισορροπία μεταξύ αγώνα και προσευχής (Πράξη και Θεωρία), καθώς και ταπεινή μαθητεία στους Αγίους Πατέρες. Το κείμενο αυτό δεν αποτελεί απλώς μια διήγηση θαυμάτων, αλλά έναν οδικό χάρτη της ορθόδοξης πνευματικής ζωής.

π.Δ.Α

Η ΔΙΗΓΗΣΗ

Η   αφήγηση για αυτόν τον σεβάσμιο πατέρα Κοσμά δίνεται από τον πρεσβύτερο της Μονής Βικάντιου, αββά Βασίλειο:

«Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Αντιόχεια, ο αββάς Κοσμάς, ένας ερημίτης από τη Λαύρα της Φαρανά, ήρθε από τα Ιεροσόλυμα στον αγιώτατο Πατριάρχη Γρηγόριο — έναν άνθρωπο εξαιρετικής ασκητικότητας, έναν ζηλωτή πιστό στην πίστη, έναν σταθερό φύλακα των εκκλησιαστικών δογμάτων και έναν εξαιρετικό γνώστη των Αγίων Γραφών. Λίγες μέρες μετά την άφιξή του στην Αντιόχεια, ο γέροντας εκοιμήθη. Ο Πατριάρχης διέταξε να ταφεί το σεβάσμιο σώμα του στο πατριαρχικό του μοναστήρι, όπου ήταν θαμμένος ένας επίσκοπος.»

2. Το Θαύμα της Θεραπείας και η Αποκάλυψη για τον Αιρετικό Επίσκοπο

«Κάποτε πήγα στον τάφο του αγίου γέροντα για να προσκυνήσω τα σεβάσμια λείψανά του, και εκεί είδα έναν ζητιάνο να ζητάει ελεημοσύνη από όσους έμπαιναν στην εκκλησία. Παρατηρώντας ότι υποκλίθηκα τρεις φορές στον τάφο και απήγγειλα την ιερατική ευχή για την ανάπαυση του αποθανόντος, ο ζητιάνος μου είπε:

«Κύριε ηγούμενο, υπήρχε ένας μεγάλος γέροντας που θάψατε εδώ πριν από δύο μήνες».

«Πώς το ξέρετε;» τον ρώτησα.

Απάντησε:

«Σας λέω την αλήθεια, κύριε ηγούμενο, για δώδεκα χρόνια ήμουν αδύναμος, και μέσω αυτού του γέροντα ο Κύριος με θεράπευσε. Όταν έχω κάποια ταλαιπωρία, έρχεται και με παρηγορεί και μου δίνει ανακούφιση. Επιπλέον, ακούστε ένα άλλο θαύμα γι' αυτόν: από τότε που τον θάψατε, κάθε βράδυ τον ακούω να λέει στον επίσκοπο: "Μη με αγγίζεις και μην πλησιάζεις, αιρετικέ, γιατί είσαι εχθρός της αγίας παγκόσμιας Εκκλησίας του Θεού"».

Αφού το άκουσα αυτό από τον θεραπευμένο ζητιάνο, πήγα και το είπα στον πατριάρχη και τον παρακάλεσα να πάρει το σώμα του γέροντα από εκεί και να το βάλει σε άλλο μέρος. Η Αυτού Αγιότητα ο Πατριάρχης μου είπε:

«Πίστεψέ με, παιδί μου, ότι αυτός ο αιρετικός δεν μπορεί να βλάψει τον αββά Κοσμά στο ελάχιστο».

Ωστόσο, αυτό συνέβη για να γίνει γνωστός σε εμάς ο ζήλος του αγίου γέροντα για την πίστη και η αρετή του, και για να αποκαλυφθεί η κακή πίστη του επισκόπου, ώστε να μην τον θεωρούμε Ορθόδοξο.»

3. Η Δοκιμασία στην Έρημο και η Ερμηνεία των «Δύο Μαχαιριών»

«Ο ίδιος πρεσβύτερος Βασίλειος λέει επίσης τα εξής για τον σεβάσμιο αββά Κοσμά:

Πήγα σε αυτόν στο μοναστήρι, και ο γέροντας μου είπε για τον εαυτό του, ότι κάποτε γεννήθηκε στην ψυχή του η επιθυμία να καταλάβει το νόημα των λόγων που απηύθυνε ο Κύριος στους μαθητές Του:

«Όποιος έχει βαλάντιο, ας το πάρει, και επίσης ένα σακίδιο· και όποιος δεν έχει, ας πουλήσει το ένδυμά του και ας αγοράσει μαχαίρι» (Λουκάς 22:36)

και την απάντησή Του: «Αρκεί», όταν οι μαθητές του είπαν: «Ιδού δύο μαχαίρια» (Λουκάς 22:38).

Επειδή ο γέροντας σκεφτόταν αυτά τα λόγια για πολύ καιρό, αλλά δεν μπορούσε να τα καταλάβει, το μεσημέρι έφυγε από το κελί του και πήγε στο μοναστήρι που ονομαζόταν Πύργα στον αββά Θεόφιλο, για να τον ρωτήσει για το νόημα αυτών των λόγων του Κυρίου.

Πηγαίνοντας στον δρόμο μέσα από την έρημο, είδε ένα τεράστιο φίδι κοντά στην Καλαμώνα, όπου κατέβαινε από το όρος Καλαμών. Το φίδι ήταν τόσο μεγάλο που το βάρος του άφησε ένα βαθύ σημάδι στο έδαφος, και η κάμψη του σώματός του σχημάτισε μεγάλα τόξα, και σύρθηκε ακριβώς πάνω στο μονοπάτι του γέροντα. Συνειδητοποιώντας ότι αυτό ήταν το τέχνασμα του διαβόλου που ήθελε να εμποδίσει το ταξίδι του, ο γέροντας οπλίστηκε με προσευχή και συνέχισε άφοβα το ταξίδι του. Προστατευμένος από τη δύναμη του Θεού, πέρασε μέσα από τις καμάρες του σώματος του φιδιού σαν μέσα από μια πόρτα χωρίς κανέναν τραυματισμό.

Πηγαίνοντας στον αββά Θεόφιλο, του έκανε την επιθυμητή ερώτηση και έλαβε από αυτόν την εξής απάντηση:

«Τα δύο μαχαίρια σημαίνουν δύο είδη θεάρεστης ζωής: δράση (ή εργασία) και στοχασμό (ή βύθιση του νου στη θεόπνευστη σκέψη και προσευχή). Όποιος έχει αυτές τις δύο αρετές είναι τέλειος».»

4. Η Ευλάβεια προς τους Πατέρες της Εκκλησίας και ο Επίλογος

«Επιπλέον, ο Πρεσβύτερος Βασίλειος είπε και τα εξής για τον σεβάσμιο Κοσμά:

Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής μου στη Φαράνα Λαύρα με τον αββά Κοσμά, ωφελήθηκα πολύ από τις θεόπνευστες συζητήσεις του. Κάποτε, μιλώντας για τη σωτηρία της ψυχής, παρέθεσε κάτι από τον Άγιο Αθανάσιο τον Μέγα, και κάνοντας αυτό μου είπε:

«Όταν ακούσεις ή βρεις κάποια λέξη από τα βιβλία του Αγίου Αθανασίου, αν δεν έχεις χαρτί, γράψε την στο ένδυμά σου».

Τέτοια ήταν η ευλάβεια που έτρεφε ο Άγιος Κοσμάς για τους μεγάλους πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, με τους οποίους κι αυτός, μετά το τέλος της θεοσεβούς ζωής του στη γη, έλαβε μετοχή στην αιώνια ζωή, με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, ας είναι η δόξα τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πηγή. ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ


Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Από τα πρακτικά της Ε Οικουμενικής Συνόδου


 Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Σύνοδος κατά τη διάρκεια της πέμπτης συνελευσής της αντιμετώπισε το θέμα αν αναθεματίζονται οι αιρετικοί μετά το θάνατό τους και μετά από ενδελεχή έρευνα αποφάνθηκε ότι αυτή είναι εκκλησιαστική παράδοση. Από τα όσα ειπώθηκαν και παρουσιάστηκαν προέκυψε επίσης ότι ο Θεόδωρος Μοψουεστίας είχε εκβληθεί από την Καθολική Εκκλησία και μετά θάνατον εξαιτίας των ασεβών συγγραμμάτων του. Το ρήμα «εκβληθεί»  σε αυτό το απόσπασμα σημαίνει ότι βγήκε από τα ιερά δίπτυχα. Ο Θεόδωρος Μοψουεστίας πέθανε το 428 ενώ ήταν σε πλήρη κοινωνία με την Εκκλησία της πόλης του και το όνομά του περιλαμβανόταν στα ιερά δίπτυχα. Τουλάχιστον ογδόντα χρόνια αργότερα βγήκε από τα ιερά δίπτυχα,όπως προκύπτει από τη σύνοδο που διέταξε ο Ιουστινιανός να εξετάσει το ζήτημα στη Μοψουεστία το 550. Ο λόγος που συνέβη αυτό εξηγείται από την ίδια την Ε' Οικουμενική Σύνοδο. Οι οπαδοί του Θεοδώρου ισχυρίζονταν ότι δεν πρέπει να αναθεματιστεί επειδή πέθανε εν κοινωνία με την Εκκλησία, όμως η Σύνοδος απέδειξε το αντίθετο.

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Η Σύνοδος επικαλέστηκε τρία χωρία. Το πρώτο είναι του Κυρίου στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ότι όποιος πιστεύει σε Αυτόν δεν κρίνεται, ενώ όποιος δεν πιστεύει ήδη έχει κριθεί, επειδή δεν πίστεψε στο όνομα του μονογενούς Υιού του Θεού. Το δεύτερο είναι του Αποστόλου Παύλου προς Γαλάτας ότι αν ακόμη εμείς ή άγγελος από τον ουρανό σας κηρύξει άλλο Ευαγγέλιο από αυτό που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα. Η Σύνοδος ερμηνεύει ότι ο αναθεματισμός σημαίνει χωρισμό από τον Θεό. Το τρίτο χωρίο είναι από την προς Τίτο  Επιστολή ότι τον αιρετικό άνθρωπο μετά από μία και δεύτερη νουθεσία απόφευγέ τον, ξέροντας ότι έχει εκτραπεί και αμαρτάνει αυτοκατακρινόμενος.

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ

Η Σύνοδος συνεχίζει λέγοντας ότι συμφωνούν με όσα έγραψε ο άγιος Κύριλλος στα βιβλία του κατά Θεοδώρου, όπου λέει ότι πρέπει να αποφεύγονται όσοι κρατούνται από τόσο χείρονα πταίσματα είτε είναι εν ζωή είτε όχι, γιατί πρέπει πάντα να φεύγουμε από αυτό που βλάπτει και να μη βλέπουμε σε πρόσωπο, αλλά σε αυτό που αρέσει στον Θεό. Έτσι το «παραιτού» του Αποστόλου ερμηνεύεται από τον άγιο Κύριλλο ως ανάγκη να φεύγουμε από κοντά τους γιατί βλάπτουν. Αυτή η βλάβη προέρχεται είτε από τους ζωντανούς είτε από τους κεκοιμημένους αιρετικούς.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ Γ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Η Σύνοδος διακηρύσσει ότι ο Θεόδωρος Μοψουεστίας καταδικάστηκε μαζί με τον Νεστόριο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την αλληλογραφία του Αγίου Κυρίλλου. Ωστόσο, οι Επίσκοποι της Ανατολής θεωρούσαν τον Θεόδωρο ορθόδοξο· συνεπώς, μια άμεση, ονομαστική αναθεμάτισή του από τη Γ' Οικουμενική Σύνοδο και η διαγραφή του από τα Ιερά Δίπτυχα θα οδηγούσε σε οριστική διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους.

Για το λόγο αυτό, η Σύνοδος επέδειξε εκκλησιαστική οικονομία: απέφυγε την άμεση ονομαστική καταδίκη του, προκειμένου να αποτρέψει το σχίσμα όσων στήριζαν τις θεολογικές τους ελπίδες στο πρόσωπό του.

Με αυτόν τον τρόπο δικαιώθηκαν τόσο ο Μέγας Κύριλλος όσο και η Γ' Οικουμενική Σύνοδος. Όταν αργότερα η Εκκλησία της Μοψουεστίας συνειδητοποίησε την αιρετική του διδασκαλία, τον διέγραψε τελικά από τα Ιερά Δίπτυχα — επιβεβαιώνοντας την εκκλησιαστική αρχή ότι οφείλουμε να απομακρυνόμαστε από ό,τι βλάπτει την πίστη, είτε πρόκειται για ζώντες είτε για κεκοιμημένους.


Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑΣ ΒΙΓΙΛΙΟΣ

Επιστρέφοντας πριν από το τέλος της έβδομης συνεδρίας, ο κοιαίστωρ Κωνσταντίνος (=ανώτερος δημόσιος λειτουργός/αξιωματούχος)  προσκόμισε ένα έγγραφο Τύπο του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος είπε ότι ο ευσεβέστατος Βασιλιάς απηύθυνε προς την Αγία Σύνοδο έναν Τύπο περί του ονόματος του Βιγιλίου, δηλαδή ότι στο εξής επειδή υπερασπίστηκε την ασέβεια δεν πρέπει να αναγράφεται στα ιερά δίπτυχα της Εκκλησίας, να μη μνημονεύεται από τη Σύνοδο, και να μη διατηρηθεί το όνομά του ούτε στην Εκκλησία της Βασιλεύουσας Πόλης ούτε στις άλλες Εκκλησίες που είναι εμπιστευμένες στη Σύνοδο και στους υπόλοιπους επισκόπους εντός του κράτους που του έδωσε ο Θεός. Ο Κωνσταντίνος πρόσθεσε ότι αφού ακούσουν τον Τύπο θα μάθουν πόση φροντίδα έχει ο γαληνότατος Βασιλιάς για την ενότητα των αγίων Εκκλησιών και την καθαρότητα των αγίων μυστηρίων.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

Ο Τύπος του αυτοκράτορα ζητάει αφού ο Πάπας Βιγίλιος υπερασπίστηκε την ασέβεια του νεστοριανισμού να μην αναγράφεται στα ιερά δίπτυχα της Εκκλησίας ούτε να μνημονεύεται στην Κωνσταντινούπολη ούτε αλλού. Η διαγραφή του ονόματος του Πάπα από τα ιερά δίπτυχα έχει άμεση σχέση με την ενότητα, γιατί αν μνημονεύεται υπερασπιζόμενος την αίρεση διασπά την ενότητα και μάλιστα πριν από συνοδική καταδίκη. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος (Καλαμαράς) στην εισαγωγή του βιβλίου του για την Ε' Οικουμενική Σύνοδο λέει ότι κατά αναμφισβήτητη ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχή η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι διοικητικής ή θεσμικής μορφής. Η Εκκλησία είναι εν Πνεύματι μία, είναι ενωμένη στο όνομα του Χριστού. Ένας Κύριος, μία Πίστη, ένα Βάπτισμα, ένας Θεός και Πατέρας όλων. Αυτή η ενότητα παρασαλεύεται μόνο από τις ετεροδοξίες. Όποιος φρονεί διαφορετικά από όσα παρέλαβε παύει να έχει την ενότητα της πίστης και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Άρα η Εκκλησία δεν είναι επισκοποκεντρική ούτε ανθρωποκεντρική αλλά Χριστοκεντρική. Όλοι μέσα στην Εκκλησία αποτελούμε ένα σώμα και η μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων του Χριστού μας ενώνει με τον Χριστό και μεταξύ μας. Ο αιρετικός εξαιτίας της ασέβειας που έχει αποδεχθεί χωρίζεται από τον Θεό και διασπά αυτή την ενότητα. Η ίδια η Σύνοδος στην ψήφο της λέει ότι ο ασεβής επιφέρει το ανάθεμα με τα ίδια του τα έργα, αφού με την ασέβειά του αποχωρίζει τον εαυτό του από την αληθινή ζωή. Ότι δημιουργεί σχίσμα ομολογεί και ο 15ος ιερός Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου όπου λέει ότι δεν κατέγνωσαν επισκόπους αλλά ψευδεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους, και δεν κατέτεμον την ένωση της Εκκλησίας με σχίσμα αλλά «λλ σχισμάτων κα μερισμν τν κκλησίαν σπούδασαν ρύσασθαι».( αλλά αγωνίστηκαν/φρόντισαν με ζήλο να γλιτώσουν την Εκκλησία από τα σχίσματα και τις διαιρέσεις).

 Από αυτό το σχίσμα του μη κατεγνωσμένου αιρετικού ελευθερώνει την Εκκλησία αυτός που του διακόπτει την κοινωνία. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος προσθέτει ότι χάνεται η καθαρότητα των αγίων μυστηρίων όταν μνημονεύεται αιρετικός επίσκοπος. Τα δύο θέματα ενότητα και καθαρότητα αναφέρονται μαζί ως άρρηκτα συνδεδεμένα με την αίρεση.

Ο ΘΕΙΟΣ ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Πώς ερμηνεύει η Ε' Οικουμενική Σύνοδος την απώλεια της καθαρότητας ή με άλλα λόγια τον μολυσμό των μυστηρίων; Ψηλαφώντας τα πρακτικά της διευκρινίζεται αυτό το θέμα. Ο Θείος Τύπος του Ιουστινιανού αναφέρει ότι μία είναι για τους χριστιανούς η σωτηρία: να προσέρχονται στην κοινωνία των αγίων μυστηρίων με καθαρή καρδιά, αγαθή συνείδηση και ανυπόκριτη πίστη, γιατί τότε μόνο ελπίζει ο καθένας ότι θα λάβει άφεση αμαρτιών αν αξιωθεί της κοινωνίας των αγίων μυστηρίων από ιερείς που λατρεύουν τον Θεό ορθόδοξα. Για τη σωτηρία των χριστιανών το κείμενο θέτει τις εξής προϋποθέσεις: καθαρή καρδιά, αγαθή συνείδηση και ανυπόκριτη πίστη όσον αφορά τον προσερχόμενο. Όσον αφορά τον ιερέα από τον οποίο προσέρχεται να μεταλάβει ο πιστός, πρέπει να λατρεύει τον Θεό ορθόδοξα. Η φράση τότε μόνο ελπίζει δεν αφήνει περιθώρια επιλογής ως προς ιερέα που δεν λατρεύει έτσι. Είναι πολύ σημαντικό ότι άφεση αμαρτιών λαμβάνουμε μόνο από την πρώτη εκδοχή.

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Το ίδιο λέει και ο όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης αναφερόμενος στον Μέγα Βασίλειο. λέει «Ο δε σεπτός Βασίλειος [λέει]: "Όσων, λέει, τη διδασκαλία δεν αποδέχομαι και το φρόνημα κατακρίνω εντελώς, από αυτούς είναι φυσικό να αποφεύγω και την επικοινωνία (συναναστροφή)". Και αφού εξέθεσε πρώτα αυτά, αμέσως προσθέτει: "Διαφορετικά, το να σωθεί ο πιστός και να λάβει από τον Θεό τη λύτρωση των αμαρτημάτων του, και να γίνει κληρονόμος της ουράνιας ζωής και ανάπαυσης, αν δεν απομακρυνθεί τελείως από όσους δεν φρονούν τα σωστά, αποφεύγοντας την κοινωνία με τους αιρετικούς, είναι παντελώς ανέφικτο και εντελώς αδύνατο».

 Ο Μέγας Ιεράρχης λέει ότι αυτών που το φρόνημά τους δεν συναινούμε πρέπει να φεύγουμε και την συγκοινωνία, γιατί διαφορετικά ο πιστός ούτε λύτρωση πταισμάτων λαμβάνει, ούτε τυγχάνει σωτηρίας αν δεν απομακρυνθεί από αυτούς που δεν φρονούν καλώς. Υπάρχει απόλυτη συμφωνία με τα πρακτικά της Ε' Οικουμενικής που λένε ότι τότε μόνο ελπίζει ο καθένας ότι θα λάβει άφεση αμαρτιών αν αξιωθεί της κοινωνίας των αγίων μυστηρίων από ιερείς που λατρεύουν τον Θεό ορθόδοξα. Πρέπει λοιπόν για να λάβει κάποιος άφεση αμαρτιών να κοινωνήσει από ιερέα που έχει ορθόδοξο φρόνημα σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο, τον όσιο Μελέτιο Γαλησιώτη και τα πρακτικά της Ε' Οικουμενικής. Εδώ κάνουμε μία διευκρίνιση ότι ο Μέγας Βασίλειος και ο όσιος Μελέτιος αναφέρονται όχι μόνο σε ιερείς αλλά σε γενικότερη κοινωνία αιρετικών, κληρικών και μη. Δεν είναι λοιπόν μόνο αιτία απομάκρυνσης από τον ιερέα το ότι πλέον έπαυσε να τελεί μυστήρια δηλαδή καθαιρέθηκε, αλλά το φρόνημά του. Λέγεται από πολλούς ότι αφού τελεί μυστήρια ο ιερέας γιατί να μην προσέλθουμε να κοινωνήσουμε. Δεν προσερχόμαστε απαντούν θεοπνεύστως τα παραπάνω κείμενα, γιατί δεν λαμβάνουμε άφεση αμαρτιών και δεν θα τύχουμε σωτηρίας.

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ Η ΜΟΛΥΝΣΗ

Επιστρέφοντας στο κείμενο του κοιαίστωρα Κωνσταντίνου προσθέτει ως δεύτερο θέμα και την καθαρότητα των αγίων μυστηρίων. Χάνεται λοιπόν η καθαρότητα των αγίων μυστηρίων όταν μνημονεύεται αιρετικός επίσκοπος. Χωρίς άλλο τα δύο θέματα αναφέρονται μαζί, ενότητα και καθαρότητα, ως εκ της αρρήκτου μετά της αιρέσεως συναφείας τους. Αλλά πώς ερμηνεύει η Ε' Οικουμενική Σύνοδος την απώλεια της καθαρότητας ή με άλλα λόγια τον μολυσμό των μυστηρίων; Ψηλαφώντας τα πρακτικά αυτής της Συνόδου διευκρινίζεται αυτό το θέμα. Ο Θείος Τύπος λέει ότι μία είναι για τους χριστιανούς η σωτηρία: το να προσέρχονται στην κοινωνία των αγίων μυστηρίων με καθαρή καρδιά, αγαθή συνείδηση και ανυπόκριτη πίστη, γιατί τότε μόνο ελπίζει ο καθένας ότι θα λάβει άφεση αμαρτιών αν αξιωθεί της κοινωνίας των αγίων μυστηρίων από ιερείς που λατρεύουν τον Θεό ορθόδοξα. Για τη σωτηρία των χριστιανών το κείμενο θέτει τις εξής προϋποθέσεις: καθαρή καρδιά, αγαθή συνείδηση και ανυπόκριτη πίστη όσον αφορά τον προσερχόμενο. Όσον αφορά τον ιερέα από τον οποίο προσέρχεται να μεταλάβει ο πιστός, πρέπει να λατρεύει τον Θεό ορθόδοξα. Η φράση τότε μόνο ελπίζει δεν αφήνει περιθώρια επιλογής ως προς ιερέα που δεν λατρεύει έτσι. Είναι πολύ σημαντικό ότι άφεση αμαρτιών λαμβάνουμε μόνο από την πρώτη εκδοχή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο Θείος Τύπος του Ιουστινιανού ζητάει από τη Σύνοδο ούτε λίγο ούτε πολύ να διακοπεί η διαμνημόνευση του Πάπα Βιγιλίου επειδή υπερασπίστηκε τον νεστοριανισμό, για τον λόγο να μη συμμετέχουν και οι μνημονεύοντες στην αίρεσή του. Και οι Πατέρες της Ε' Οικουμενικής απεδέχθησαν τον Θείο Τύπο.

Η Αρχή των «Συγκοινωνούντων Δοχείων» και ο Λειτουργικός Μολυσμός

Στη βάση αυτής της πατερικής παρακαταθήκης, η κανονική πράξη και η συνοδική παράδοση —όπως εκφράστηκε χαρακτηριστικά στην Ε' Οικουμενική Σύνοδο— προσλαμβάνει την εκκλησιαστική κοινωνία μέσω της αρχής των «συγκοινωνούντων δοχείων».

  • Όχι αυτόματη απώλεια της Ιερωσύνης: Η συμμετοχή στην ετεροδοξία ή η μνημόνευση ενός αιρετίζοντος επισκόπου δεν επιφέρει αυτόματη καθαίρεση ή έκπτωση από τη Χάρη. Η Ιερωσύνη δεν χάνεται μηχανικά, καθώς η Εκκλησία απαιτεί θεσμική, συνοδική διάγνωση για την επιβολή των καθαιρέσεων.
  • Συμμετοχή στην Ασέβεια: Ωστόσο, η  μνημόνευση δεν συνιστά μια τυπική ή διοικητική αναφορά, αλλά πράξη λειτουργικής και δογματικής ταύτισης. Ο ορθόδοξος που μνημονεύει έναν ακρίτως αιρετικό επίσκοπο, καθίσταται μέτοχος και κοινωνός της ασέβειάς του, υφιστάμενος έναν βαθύ πνευματικό μολυσμό στη συνείδηση και την ομολογία του, έστω κι αν ο ίδιος ατομικά διατηρεί ορθόδοξο φρόνημα.

Από την εκκλησιολογική αυτή πραγματικότητα αναδύεται ένα θεμελιώδες υπαρξιακό και θεολογικό ζήτημα:

Εάν ο αμετανόητος ή ακρίτως αιρετικός, δια της ασέβειάς του, αλλοτριώνεται και αποχωρίζει τον εαυτό του από την αληθινή Ζωή που είναι ο Τριαδικός Θεός, τότε ο κατά τα άλλα ορθόδοξος που τον μνημονεύει —συμμετέχοντας λειτουργικά στην ασέβεια αυτή— διακινδυνεύει την ίδια οντολογική αποκοπή.

Η εκκλησιαστική κοινωνία με την πλάνη δεν είναι αβλαβής· νοθεύει την ομολογία της Πίστεως, η οποία αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για τη θέωση και την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Συνεπώς, η αποσύνδεση από τους μη ορθοτομούντες δεν αποτελεί διάσπαση, αλλά θεραπευτική πράξη περιφρούρησης της σωτηρίας και διατήρησης της ενότητας του Σώματος του Χριστού εν Αληθεία.

Η μετοχή στα Άχραντα Μυστήρια δεν ενεργεί ανεξάρτητα από την ορθότητα της Πίστεως και την καθαρότητα της συνειδήσεως. Όπως αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην 6η Ευχή της Θείας Μεταλήψεως, τα Μυστήρια αιτούνται «ες καθαρισμν κα γιασμν (...) κα μ ες κόλασιν, μ ες προσθήκην μαρτιν».


ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ


Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος



Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

Εισαγωγικά

 

 Η μνήμη των Αγίων 165 Πατέρων της Αγίας και Οικουμενικής Πέμπτης (Ε΄) Συνόδου τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 25 Ιουλίου.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

1. Τα Πρόσωπα των «Τριών Κεφαλαίων»

  • Θεόδωρος Μοψουεστίας (392–428): Επίσκοπος της Μοψουεστίας (στην Κιλικία). Θεωρείται ο πνευματικός πατέρας του Νεστοριανισμού, καθώς στις διδασκαλίες του διαχώριζε υπερβολικά την ανθρώπινη από τη θεία φύση του Χριστού.
  • Θεοδώρητος Επίσκοπος Κύρου (428–457): Σπουδαίος θεολόγος και ιστορικός της Εκκλησίας. Αντιτάχθηκε σφοδρά στον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας και υπερασπίστηκε τον Νεστόριο, αν και αργότερα στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο αναθεμάτισε τον Νεστοριανισμό για να αποκατασταθεί.
  • Ίβας Μητροπολίτης Εδέσσης (434–458): Επίσκοπος στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Έγραψε τη γνωστή «Επιστολή προς Μάριν τον Πέρση», στην οποία ασκούσε έντονη κριτική στον Άγιο Κύριλλο και τη Γ' Οικουμενική Σύνοδο, θεωρώντας ότι παρεκκλίνουν προς τον Μονοφυσιτισμό.

2. Πρωταγωνιστές της Ε' Οικουμενικής Συνόδου

  • Ιουστινιανός Α΄: Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου που συγκάλεσε την Ε' Οικουμενική Σύνοδο το 553 μ.Χ. Ήταν δεινός θεολόγος και στόχος του ήταν η θρησκευτική ενότητα της αυτοκρατορίας και η συμφιλίωση με τους Μονοφυσίτες μέσω της καταδίκης των «Τριών Κεφαλαίων».
  • Πάπας Βιγίλιος: Ο Πάπας Ρώμης κατά την περίοδο της Συνόδου. Βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση ανάμεσα στις πιέσεις του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού και στις έντονες αντιδράσεις των δυτικών επισκόπων, αλλάζοντας στάση αρκετές φορές για το ζήτημα των «Τριών Κεφαλαίων».
  • Άγιος Ευτύχιος: Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος προήδρευσε στις εργασίες της Ε' Οικουμενικής Συνόδου.
  • Θεόδωρος Ασκιδάς: Επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας, βασικός θεολογικός σύμβουλος του Ιουστινιανού που πρωτοστάτησε στην κίνηση κατά των «Τριών Κεφαλαίων».
  • Βελισάριος: Ο ενδοξότερος στρατηγός του Ιουστινιανού, ο οποίος απεστάλη ως διπλωματικός αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα για να διαπραγματευτεί με τον Πάπα Βιγίλιο.
  • Μηνάς & Απολινάριος: Ο Μηνάς διατελούσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (πριν τον Ευτύχιο) και ο Απολινάριος ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας, υποστηρικτές της πολιτικής του Ιουστινιανού.

3. Πατέρες της Εκκλησίας & Θεολόγοι που Αναφέρονται

  • Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: Πρωταγωνιστής της Γ' Οικουμενικής Συνόδου (431 μ.Χ.) που καταδικάσε τον Νεστοριανισμό και διακήρυξε την Θεοτόκο ως πραγματική Μητέρα του Θεού.
  • Μέγας Βασίλειος: Πατέρας της Εκκλησίας (4ος αι.), του οποίου οι κανόνες και τα συγγράμματα χρησιμοποιούνται στο κείμενο ως βάση για τη διακοπή κοινωνίας με τους ετεροδόξους.
  • Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Μεγάλος θεολόγος του 8ου αιώνα. Στο κείμενο αναφέρεται η 6η ευχή του από την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως.
  • Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: Σπουδαίος ομολογητής και ηγούμενος της Μονής Στουδίου (9ος αι.), υπέρμαχος της ορθόδοξης αλήθειας και της αυστηρότητας στους κανόνες της Εκκλησίας.
  • Όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης & Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας: Βυζαντινοί θεολόγοι και ασκητές που ερμήνευσαν τη βαθύτερη μυστική και σωτηριολογική σημασία της Θείας Ευχαριστίας.

4. Γεωγραφικοί Όροι & Τοπωνύμια

  • Μοψουεστία: Αρχαία πόλη της Κιλικίας (νοτιοανατολική σημερινή Τουρκία).
  • Κύρος: Πόλη της Ευφρατησίας (περιοχή κοντά στον Ευφράτη ποταμό, στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας).
  • Έδεσσα της Οσροηνής: Ιστορική πόλη της Άνω Μεσοποταμίας (η σημερινή Σανλιούρφα της Τουρκίας).
  • Κωνσταντινούπολη (Κπόλη): Η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και έδρα της Συνόδου.
  • Ανάκτορο της Πλακιδίας: Αυτοκρατορικό κατάλυμα στην Κωνσταντινούπολη όπου διέμενε ο Πάπας Βιγίλιος κατά τη διαμονή του εκεί.

5. Βασικοί Εκκλησιαστικοί & Διοικητικοί Όροι

  • Τρία Κεφάλαια: Ο θεολογικός όρος που αναφέρεται α) στον Θεόδωρο Μοψουεστίας και τα έργα του, β) στα συγγράμματα του Θεοδωρήτου Κύρου κατά του Αγίου Κυρίλλου, και γ) στην Επιστολή του Ίβα Εδέσσης προς Μάριν.
  • Ιερά Δίπτυχα: Ο κατάλογος (βιβλίο) στον οποίο αναγράφονταν τα ονόματα των ορθοδόξων επισκόπων και ζώντων/κεκοιμημένων πιστών που μνημονεύονταν κατά τη Θεία Λειτουργία. Η διαγραφή ενός ονόματος σήμαινε διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας.
  • Judicatum & Constitutum: Επίσημα γραπτά διατάγματα/αποφάσεις του Πάπα Βιγιλίου σχετικά με την καταδίκη ή την υπεράσπιση των «Τριών Κεφαλαίων».
  • Βασιλικός «Τύπος» (Sacρα Forma): Αυτοκρατορικό διάταγμα ή θεολογική εισήγηση του Ιουστινιανού προς τη Σύνοδο, που καθόριζε την ημερήσια διάταξη των εργασιών.
  • Κουαίστωρ (Quaestor): Ανώτατος δικαστικός και διοικητικός αξιωματούχος (υπουργός δικαιοσύνης) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 

 

 

Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη με σκοπό να προλάβει την αναβίωση του νεστοριανισμού στην Εκκλησία της Δύσεως μέσω των «Τριών Κεφαλαίων», ταυτιζόμενων με τα πρόσωπα και τα συγγράμματα των Θεοδώρου Μοψουεστίας, Θεοδωρήτου Κύρου και Ίβα Εδέσσης. Αντίθετοι προς την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, οι τρεις αυτοί επίσκοποι καθαιρέθηκαν αρχικά από τη ληστρική σύνοδο του 449, αλλά η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος αποκατέστησε τους ζώντες Θεοδώρητο και Ίβα, επιβάλλοντάς τους να αναθεματίσουν τον Νεστόριο, καταχωρίζοντας ωστόσο στα πρακτικά της την επιστολή του Ίβα προς Μάριν. Η πράξη αυτή οδήγησε τους Δυτικούς στην εσφαλμένη εκδοχή ότι η επιστολή ήταν ορθόδοξη, προκαλώντας διολίσθηση προς τον νεστοριανισμό. Ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, διαπιστώνοντας το ανέφικτο της επαναφοράς των Μονοφυσιτών, εστίασε στην αποτροπή του σχίσματος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Το 545 εξέδωσε θεολογικό διάταγμα κατά των «Τριών Κεφαλαίων», το οποίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Δύση, καταλήγοντας στη διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Η Στάση του Πάπα Βιγιλίου και η Προκύψασα Κρίση

Ο Πάπας Βιγίλιος, διαμένοντας στην Κωνσταντινούπολη από το 547, αρνήθηκε αρχικώς να υπογράψει την καταδίκη και επέβαλε επιτίμιο ακοινωνησίας. Μετά από πιέσεις, υπέγραψε το «Judicatum» καταδικάζοντας τα «Τρία Κεφάλαια», αλλά στη συνέχεια ζήτησε την ανάκλησή του λόγω σφοδρών αντιδράσεων στη Δύση. Η ένταση κορυφώθηκε με προκλητικές ενέργειες, καθαιρέσεις και αφορισμούς, καθώς και καταφυγή του Πάπα σε άσυλο (στους ναούς του Αγίου Πέτρου και της Αγίας Ευφημίας) υπό την απειλή βίαιης απομάκρυνσης από αυτοκρατορικούς αξιωματούχους. Παρά τις διακυμάνσεις και την τελική δημοσίευση του «Constitutum I» υπέρ των «Τριών Κεφαλαίων», ο Βιγίλιος διατηρούσε την εκκλησιαστική κοινωνία και μνημονευόταν στα δίπτυχα έως την έναρξη της Συνόδου.

Οι Εργασίες και οι Αποφάσεις της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου

Η Σύνοδος συνλθε το 553 στην Κωνσταντινούπολη υπό την προεδρία του Αγίου Ευτυχίου. Μετά την ανάγνωση του Βασιλικού «Τύπου» και την άρνηση του Πάπα Βιγιλίου να προσέλθει επικαλούμενος ασθένεια, η Σύνοδος προέβη στην εξέταση των κειμένων. Καταδικάστηκαν τα έργα του Θεοδώρου Μοψουεστίας —μετά από διαπίστωση ότι το όνομά του είχε ήδη διαγραφεί από τα δίπτυχα—, τα συγγράμματα του Θεοδωρήτου Κύρου και η επιστολή του Ίβα Εδέσσης ως αιρετική. Στην έβδομη συνεδρία, ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός απέστειλε «Τύπον» με τον οποίο ζητούσε τη διαγραφή του ονόματος του Βιγιλίου από τα ιερά δίπτυχα, εφόσον υπερασπιζόταν τη δυσσέβεια. Η Σύνοδος υιοθέτησε την απόφαση αυτή, διαγράφοντας τον Πάπα από τα δίπτυχα χωρίς να καταδικάσει τον επισκοπικό του θρόνο, επιβεβαιώνοντας την αρχή ότι η εκκλησιαστική ενότητα είναι Χριστοκεντρική και βασίζεται στην ορθότητα της πίστεως.

Θεολογικές και Σωτηριολογικές Συνέπειες της Κοινωνίας και Μνημονεύσεως

Σύμφωνα με τα πρακτικά της Συνόδου, τους Πατέρες και την παράδοση της Εκκλησίας (όπως εκφράζεται από τον Μέγα Βασίλειο, τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον Όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη), η εκκλησιαστική κοινωνία και η μνημόνευση αιρετικού αρχιερέως δεν είναι τυπικό διοικητικό ζήτημα, αλλά συνεπιφέρει «μολυσμό». Η διαμνημόνευση δηλώνει πλήρη συμμετοχή και κοινωνία στην πίστη του μνημονευομένου. Η θεία Μετάληψη από ιερείς που δεν λατρεύουν Ορθοδόξως ή η συγκοινωνία με ετεροδόξους στερεί από τον πιστό την άφεση των αμαρτιών και τη σωτηρία, μετατρέποντας την κοινωνία των Μυστηρίων «εις κρίμα και εις κατάκριμα». Συνεπώς, η απομάκρυνση από αιρετικούς κληρικούς, ακόμη και προ της επίσημης συνοδικής καθαιρέσεώς τους, αποτελεί επιτακτική ανάγκη για τη διατήρηση της καθαρότητας των μυστηρίων και την προστασία της εκκλησιαστικής ενότητας.

ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ.Η ΕΝΝΟΙΑ  ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ


Απάντηση σε Παραπλανητικό Δημοσίευμα


 Το ιστολόγιο «Εν τούτ νίκα» δημοσίευσε  σχολιασμό των κειμένων μας για τα Σιγίλλια του 1583, που αφορούν το Πασχάλιο και το Εορτολόγιο. 

(https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_23.html)

Ο αρθρογράφος Ι.Π. επιχείρησε με σοφιστικό τρόπο να αλλοιώσει τα όσα έγραψα, παραπλανώντας το αναγνωστικό κοινό. Η παρούσα απάντηση αποσκοπεί στην ανάδειξη της εκκλησιολογικής ουσίας του θέματος και στην αποκάλυψη των μεθοδεύσεων που συγχέουν την αστρονομική μέτρηση του χρόνου με τη θεολογική και λειτουργική σημασία των εορτών.

Α΄. Η Παραποίηση του Κειμένου μέσω της Σιωπής

Ο αρθρογράφος Ι.Π. παραθέτει το τέλος του Σιγιλλίου στη φράση

«ν καιρ τ προσήκοντι να μή τις παρακούσ.+»  

επικαλούμενος τον σταυρό (†) ως δήθεν σημείο λήξης του κειμένου. Το επιχείρημα αυτό  είναι άκρως παραπλανητικό, καθώς ο σταυρός στα χειρόγραφα και τις εκκλησιαστικές εκδόσεις δεν σημαίνει το τέλος του κειμένου, το οποίο δηλώνεται με την τελεία. Ο σταυρός δηλώνει ότι η συγκεκριμένη πηγή παραλείπει το κείμενο που ακολουθεί.

Η πηγή που χρησιμοποίησα παραθέτει ξεκάθαρα τα εξής, που αποφεύγει να σχολιάσει ο Ι.Π.

«να γινώσκητε καί μολογτε, μηδέν νεχόμενοι, ς οκ στιν σύστατον τό παρ' μν παλαιόν Πασχάλιον καί ορτολόγιον λλά καί κόλουθον τος ρισθεσι παρά τν ν Νικαί γίων νδρν, καί κριβς ξετασθέν παρά θεοσόφων γίων νδρν, σκεμμένων τε καί πιστημόνων, τος εσεβέσι κδέδοται τυπωθέν· καί οδέποτε θετηθέντος, ς εί διαμέν φιλάττον τήν τάξιν ν λαχεν, τεσσάρων γάρ ντων τν το Πάσχα διορισμν, ς ν ατ τ κανονί πλατύτερον γνώσεσθε, μετ' πιμελείας ατό σκεπτόμενοι.».

 

 

Β΄. Το Παραλειφθέν Κείμενο και η Εκκλησιολογική του Σημασία

Παραθέτουμε το  κείμενο  που  ο αρθρογράφος παραθέτει ως συνέχεια του σιγιλλίου που δημοσιεύσαμε και το οποίο η δική μας πηγή ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΧΕ:

Το επι πλέον κείμενο

μεταφραση

 

«ν καιρ τ προσήκοντι· να μή τις παρασύρ κα κσπάσ μς το βελτίονος κα τν ρθν δογμάτων κα τάξεως τς καθολικς κκλησίας μν· ταν δ πάλιν δεξώμεθα, περ δι τατα τύπωσαν· τότε κα πλατύτερον γράψομεν· ες σύστασιν μν μμάρτυρον, κα βεβαίωσιν τν μετέρων παρασάλευτον· λεγχον δ τν κείνων φληναφιν τ κα ποπτύς κατ ναντίρρητον· παραγγέλομεν ον κοιν, κα ποφαινόμεθα ν γί Πνεύματι γράφοντες συνοδικς, να καστος μν φυλάττ τν τάξιν τν δοθεσαν ατ, νεκποίητον κα μετάτρεπτον κα μή περβαίν τος ρους τος πατερικος κα θεοπαραδότους οχ πάρχοντες μετέρους λλ το Θεο· ς θεί Πνεύματι λαλησάντων κα τυπωσάντων ατούς, τν γίων κα θεοφόρων Πατέρων, κα τν θείων διδασκάλων μν· διαφυλαχθέντας κα τηρηθέντας χρι τς σήμερον παρ τς καθολικς κα ποστολικς κκλησίας μν· τις στερε κα διάπτωτος ε διαμένει κα πάγιος, κάλαμος οχ πάρχουσα, να π νέμων τοιούτων ταράττηται· μ κκλίνητε τοίνυν π τς εθείας δο, πειθόμενοι τος ερημένοις πσιν, ος νέκαθεν παρελάβετε· κούοντες μν κα τς γίας το Θεο κκλησίας, κα δι’ ατς το Χριστο· κούων, γρ φησί, μν μο κούει· κα θετν μς θετε· κα φετε Λατίνους παραχρμα πλάττειν ροσκόπους τ κα στροθεάμονας, καθάπερ Προμηθες κ πηλο πλάττειν νθρώπους στόρηται· να κα θεία χάρις το Θεο κα πατρός, κα Κυρίου μν ησο Χριστο, σν γί Πνεύματι· κα εχ κα ελογία τς μν μετριότητος, εησαν μετ πάντων μν· π Κωνσταντινουπόλεως. αννουαρί μηνί. ζϞα (1583).».

 

 «...στον κατάλληλο καιρό, ώστε να μη σας παρασύρει και σας αποσπάσει κανείς από το καλύτερο, τα ορθά δόγματα και την τάξη της καθολικής μας Εκκλησίας. Όταν δε πάλι λάβουμε όσα γι αυτούς τους λόγους όρισαν, τότε θα γράψουμε εκτενέστερα, προς έγγραφη σύσταση και ασάλευτη βεβαίωση των δικών μας θέσεων, αλλά και προς αναντίρρητο έλεγχο των δικών τους αερολογιών και εμπτυσμών. Παραγγέλλουμε λοιπόν σε όλους μαζί και αποφαινόμαστε εν Αγίω Πνεύματι, γράφοντας συνοδικώς, ώστε ο καθένας από εσάς να φυλάττει την τάξη που του δόθηκε, αναπαλλοτρίωτη και αμετάτρεπτη, και να μην υπερβαίνει τα πατερικά και θεοπαράδοτα όρια, τα οποία δεν είναι δικά μας αλλά του Θεού, καθώς τα ελάλησαν και τα όρισαν με το Θείο Πνεύμα οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες και οι θείοι διδάσκαλοί μας, και διαφυλάχθηκαν και τηρήθηκαν μέχρι σήμερα από την καθολική και αποστολική μας Εκκλησία, η οποία παραμένει πάντοτε στερεά, αδιάπτωτη και πάγια, χωρίς να είναι καλάμι για να ταράζεται από τέτοιους ανέμους. Μην εκκλίνετε, λοιπόν, από την ευθεία οδό, πειθόμενοι σε όλα όσα σας ειπώθηκαν και τα οποία εξαρχής παραλάβατε, ακούγοντας εμάς και την αγία Εκκλησία του Θεού, και δι αυτής τον Χριστό, διότι λέγει: "όποιος ακούει εσάς, εμένα ακούει, και όποιος αθετεί εσάς, εμένα αθετεί". Και αφήστε αυτούς τους Λατίνους να πλάθουν ωροσκόπους και αστρονόμους, όπως ιστορείται ότι ο Προμηθέας έπλαθε ανθρώπους από πηλό, ώστε η θεία χάρη του Θεού και Πατρός και του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συν Αγίω Πνεύματι, και η ευχή και ευλογία της ημών μετριότητας, να είναι με όλους εσάς. Από Κωνσταντινουπόλεως. Μήνα Ιανουάριο. Έτος 7091 (= 1583 μ.Χ.).».

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η λέξη «Ιουλιανό» δεν αναφέρεται πουθενά σε ολόκληρο το κείμενο, διότι για την Ανατολική Εκκλησία του 1583 το ημερολόγιο αυτό θεωρούνταν το εκκλησιαστικό Εορτολόγιο με το Πασχάλιο που  όρισαν οι Άγιοι Πατέρες στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Το κείμενο ορίζει την αμετακίνητη διατήρηση της τάξης με τις εκφράσεις «νεκποίητον κα μετάτρεπτον», δηλαδή αναπαλλοτρίωτη και αμετάβλητη.

Θεωρεί τους κανόνες υπολογισμού των εορτών ως θεοπαράδοτα όρια των Πατέρων («μ περβαίν τος ρους τος πατερικος κα θεοπαραδότους») και όχι ως ανθρώπινες αστρονομικές συμβάσεις που αναθεωρούνται.

Η φράση «φετε Λατίνους παραχρμα πλάττειν ροσκόπους τ κα στροθεάμονας» απορρίπτει τη διορθωτική παρέμβαση του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ ως αυθαίρετη αστρονομική κατασκευή.

Το κείμενο δεν απαγορεύει ρητά τη «διόρθωση του ημερολογίου» ως αστρονομική έννοια ούτε χρησιμοποιεί τη λέξη «ημερολόγιο».

Αυτό που πραγματικά καταδικάζει είναι η αλλαγή της Εκκλησιαστικής Τάξεως και του Πασχαλίου, καθώς η γρηγοριανή μεταρρύθμιση ανέτρεπε τους κανόνες της Νίκαιας που απαιτούσαν το Ορθόδοξο Πάσχα να πέφτει πάντα μετά το εβραϊκό Πάσχα και μετά την εαρινή ισημερία. Καταδικάζει επίσης τη μονομερή επιβολή από τη Ρώμη χωρίς Οικουμενική Σύνοδο και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Πατριαρχείων της Ανατολής. Καταδικάζει την υποταγή της Θεολογίας στην Αστρονομία, δείχνοντας τη δυσπιστία της Εκκλησίας απέναντι στην «κοσμική» επιστήμη όταν εκείνη επιχειρεί να αλλάξει την ιερή λειτουργική ζωή.

Δ΄.Η Σύνοδος του 1923

Επειδή το κείμενο δεν δογμάτισε το Ιουλιανό ημερολόγιο αυτό καθαυτό, η Ορθόδοξη Εκκλησία το 1923 υιοθέτησε το «Διορθωμένο Ιουλιανό Ημερολόγιο» για τις σταθερές εορτές (όπως τα Χριστούγεννα).Διατήρησε παράλληλα το παλαιό ημερολόγιο μόνο για τις κινητές εορτές (Πάσχα), ώστε να μην παραβιαστούν οι κανόνες της Νίκαιας. Η απαγόρευση του κειμένου αφορούσε την εκκλησιαστική και κανονική εκτροπή και την αλλαγή του Πασχαλίου, όχι την αστρονομική διόρθωση καθαυτή.

Αν ο Ι.Π.ανοίξει ένα βιβλίο αστρονομίας θα διαβάσει τα εξής:

Ιουλιανό Ημερολόγιο (Παλαιό)

  • Μέση διάρκεια έτους: 365,25 ημέρες ( ημέρες και  ώρες).
  • Αστρονομικό Σφάλμα: Είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό τροπικό έτος κατά 11 λεπτά και 15 δευτερόλεπτα ετησίως.
  • Συσσώρευση Απόκλισης:
    • Χάνει 1 ημέρα κάθε 128 χρόνια.
    • Σήμερα (από το 1900 έως το 2100) απέχει 13 ημέρες από το πραγματικό ηλιακό ημερολόγιο (π.χ. όταν το πολιτικό ημερολόγιο δείχνει 7 Ιανουαρίου, το Ιουλιανό δείχνει 25 Δεκεμβρίου).

 

 

Γρηγοριανό Ημερολόγιο

  • Μέση διάρκεια έτους: 365,2425 ημέρες ( ημέρες,  ώρες,  λεπτά και  δευτερόλεπτα).
  • Μηχανισμός Δίσεκτων Ετών: Δίσεκτα είναι τα έτη που διαιρούνται με το 4, εκτός από τα αιωνιαία έτη (1700, 1800, 1900, 2100...), τα οποία είναι δίσεκτα μόνο αν διαιρούνται ακριβώς με το 400 (π.χ. το 1600 και το 2000 ήταν δίσεκτα, ενώ το 1900 όχι).
  • Αστρονομικό Σφάλμα: Είναι μεγαλύτερο από το τροπικό έτος μόλις κατά 26 δευτερόλεπτα ετησίως.
  • Συσσώρευση Απόκλισης: Χάνει 1 ημέρα κάθε 3.225 χρόνια.

 

 

Αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο (Νέο Εκκλησιαστικό)

  • Μέση διάρκεια έτους: 365,242222 ημέρες ( ημέρες,  ώρες,  λεπτά και  δευτερόλεπτα).
  • Μηχανισμός Δίσεκτων Ετών: Πιο περίπλοκος κανόνας για τα αιωνιαία έτη. Ένα αιώνα έτος είναι δίσεκτο μόνο αν το υπόλοιπο της διαίρεσης του αριθμού του αιώνα με το 9 δίνει 2 ή 6 (π.χ. το 2000 και το 2400 είναι δίσεκτα, ενώ το 2100, 2200, 2300 όχι).
  • Αστρονομικό Σφάλμα: Διαφέρει από το πραγματικό τροπικό έτος κατά μόλις 2 δευτερόλεπτα ετησίως!
  • Συσσώρευση Απόκλισης: Χάνει 1 ημέρα κάθε 43.500 χρόνια, καθιστώντας το το πιο αστρονομικά ακριβές ημερολόγιο που έχει σχεδιαστεί.

 

 

ΣΧΕΣΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

Πού διαφέρουν; (Η Αστρονομική διαφορά)

Η διαφορά τους κρύβεται στον κανόνα υπολογισμού των δίσεκτων αιωνιαίων ετών (δηλαδή των ετών που τελειώνουν σε -00, όπως το 1900, το 2000, το 2100 κ.λπ.):

  • Γρηγοριανό (Δυτικό): Ένα αιώνα έτος είναι δίσεκτο αν διαιρείται δια του 400.
    • Παράδειγμα: Το 1600 και το 2000 ήταν δίσεκτα. Το 1900, το 2100 και το 2200 ΔΕΝ είναι.
  • Νέο Ημερολόγιο (Αναθεωρημένο Ιουλιανό): Ένα αιώνα έτος είναι δίσεκτο αν η διαίρεση του αιώνα με το 9 αφήνει υπόλοιπο 2 ή 6.
    • Παράδειγμα: Το 2000 και το 2400 είναι δίσεκτα. Το 2100, το 2200 και το 2300 ΔΕΝ είναι.

Το αποτέλεσμα: Λόγω αυτών των κανόνων, το Γρηγοριανό και το Νέο Ημερολόγιο συμπίπτουν 100% από το έτος 1600 έως το έτος 2800 (ένα διάστημα 1.200 ετών!).

3. Τι θα συμβεί το έτος 2800;

Το έτος 2800 είναι η πρώτη φορά που τα δύο ημερολόγια θα «διαφωνήσουν»:

  • Με το Γρηγοριανό, το 2800 θα είναι δίσεκτο έτος (, ακριβώς).
  • Με το Νέο Ημερολόγιο, το 2800 ΔΕΝ θα είναι δίσεκτο ( με υπόλοιπο , που δεν είναι ούτε  ούτε ).

Αυτό σημαίνει ότι από την 1η Μαρτίου του 2800, το Νέο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο θα προηγηθεί κατά 1 ημέρα από το Γρηγοριανό

 

 

Ε΄. Η Εκκλησιολογική Αλήθεια για το Ημερολόγιο

Ο αρθρογράφος του «Εν τούτω νίκα» επιχειρεί μετατόπιση της συζήτησης ισχυριζόμενος ότι το ζήτημα είναι αν η εορτή παρέμεινε στην ίδια ημερολογιακή θέση. Η επιχειρηματολογία αυτή συγχέει την αστρονομική μέτρηση του χρόνου με τη θεολογική και λειτουργική σημασία της εορτής.Το Ιουλιανό ημερολόγιο είχε αστρονομικό σφάλμα (έχανε 1 ημέρα ανά 128 έτη), με αποτέλεσμα η 25η Δεκεμβρίου να μετακινείται μακριά από τη χειμερινή τροπή του ηλίου, στην οποία η Εκκλησία είχε τοποθετήσει αρχικά τα Χριστούγεννα. Η διορθωτική αλλαγή του 20ού αιώνα δεν μετακίνησε την εορτή, αλλά επανέφερε τις εορτές στην ορθή αστρονομική και εποχιακή τους θέση.Οι Άγιοι Πατέρες δεν θεοποίησαν το Ρωμαϊκό ημερολόγιο του Ιουλίου Καίσαρα, αλλά χρησιμοποίησαν το ημερολόγιο της εποχής τους για συντονισμό της λειτουργικής ζωής.

Η Εκκλησία δεν σώζει τους πιστούς επειδή εορτάζουν σε συγκεκριμένη αστρονομική θέση της Γης, αλλά επειδή συνέρχονται ως ένα σώμα για να τιμήσουν την Ενανθρώπηση.

Η διόρθωση έγινε ώστε π.χ. η 25η Δεκεμβρίου να ανταποκρίνεται στην ορθή μέτρηση του πραγματικού χρόνου και όχι σε ένα πλανώμενο υπολογιστικό σύστημα.

ΣΤ΄. Η Ιστορική Ακρίβεια για τον Μοναχό Ιάκωβο Νεοσκητιώτη

Ο αρθρογράφος Ι.Π.  ισχυρίζεται ότι ο Ιάκωβος έγραφε το 1858 εναντίον μιας μεταρρυθμίσεως που πραγματοποιήθηκε 55 χρόνια μετά την κοίμησή του (το 1924). Στη διδακτορική διατριβή του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου γράφονται τα εξής:

Ως πιθανότερη χρονολογία θανάτου του μοναχού Ιακώβου Νεασκητιώτου θεωρούμε το έτος 1869, σύμφωνα άλλωστε και με την αγιορειτικής προέλευσης πληροφορία, που πρώτος μας μετέδωσε το 1923 ο Δημήτριος Καμπούρογλου, …Στη θέση αυτή συνηγορούν τα εξής:

α) από την μέχρι σήμερα έρευνά μας δεν εντοπίστηκε κώδικας του Ιακώβου, που να γράφηκε μετά το 1868.

β) Πολύ σημαντική θεωρούμε την μεταγενέστερη σημείωση, το πιθανότερο μοναχού της μονής Αγίου Παντελεήμονος, σε ιδιόγραφο κώδικα της μονής Αγ. Παντελεήμονος του έτους 1827 (Βιβλίον Πατερικόν ιερόν):

«Ο μακαρίτης Ιάκωβος Μοναχός / Εκοιμήθη τω 1869. Αυγούστου 31 / Ημέρα Κυριακή». Ασφαλώς δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι η σημείωση αναφέρεται στον ημέτερο Ιάκωβο. Να σημειωθεί όμως ότι ο παραπάνω κώδικας 118 είναι ο δεύτερος παλαιότερος χρονολογημένος κώδικας του Ιακώβου που γνωρίζουμε -μετά από εκείνον της καλύβης του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της σκήτης Καυσοκαλυβίων, των ετών 1824-1825. Είναι άραγε τυχαίο ότι στο χειρόγραφο αυτό κάποιος από τους μοναχούς της μονής Αγίου Παντελεήμονος, με την οποία ο Ιάκωβος συνεργάστηκε στενά αντιγράφοντας πολυάριθμους κώδικες ή συντάσσοντας πρωτότυπα έργα και στην οποία πιθανόν να έζησε για ένα διάστημα, να μας άφησε αυτή τη γραπτή ενθύμηση περί του θανάτου;

 

 

Ερωτάται ο Ι.Π. ποια είναι η ακριβής πηγή του για τον θάνατο του μοναχού.

Γράφει ο Ι.Π.

Εδώ όμως υπάρχει ένα απλό ιστορικό πρόβλημα. Ο μοναχός Ιάκωβος ο Νεοσκητιώτης συνέταξε τα κείμενα το 1858 και εκοιμήθη το 1869. Επομένως, είναι ιστορικά αδύνατον να συνέταξε οτιδήποτε «περί τα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα», όπως ισχυρίζεται ο αρθρογράφος.
Αλλά υπάρχει και δεύτερο, ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα. Μας λέγει ο αρθρογράφος ότι το κείμενο συντάχθηκε: «για να υποστηρίξει τον αγώνα κατά της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως». Μάλιστα... Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι ο Ιάκωβος διέθετε το χάρισμα της προγνώσεως και έγραφε το 1858 εναντίον μιας μεταρρυθμίσεως που θα εμφανιζόταν πενήντα πέντε χρόνια μετά την κοίμησή του διότι τότε ακριβώς η ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1924 πραγματοποιήθηκε. Επομένως ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε δύο μόνο εκδοχές. Είτε ο αρθρογράφος αγνοεί τις στοιχειώδεις χρονολογίες του προσώπου που επικαλείται είτε γράφει άκριτα έναν ισχυρισμό χωρίς να εξετάσει αν αντέχει στον απλό ιστορικό έλεγχο. 
Με λίγα λόγια, ο μοναχός Ιάκωβος όχι μόνο δεν είχε καμία σχέση με το 1924, αλλά ούτε θα μπορούσε να γράφει για ένα εκκλησιαστικό γεγονός που θα συνέβαινε πενήντα πέντε χρόνια μετά την κοίμησή του. 

 

Στην παραπάνω διδακτορική διατριβή γράφονται τα εξής για να σταματήσει η ειρωνία του Ι.Π και να ψάχνει περισσότερο.,

Τα κίνητρα που ώθησαν τον Ιάκωβο, να συμπεριφερθεί ως πρώιμος ζηλωτής και να προβεί στην παραπάνω παραποίηση δεν μας είναι γνωστά. Είναι πιθανόν, μέσα στο περιβάλλον θεολογικής αντιπαλότητος που είχε ο ίδιος με τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, στο πλαίσιο της Κολλυβαδικής έριδας, να έλαβε αφορμή από ορισμένες αναφορές του οσίου Νικοδήμου για το Πασχάλιο και το Ημερολόγιο στο έργο του δευτέρου Κήπος Χαρίτων  και, μέσα στον ζήλο του, να προέβη στην παράτολμη αυτή παραποίηση εξυπηρετώντας, όπως πίστευε, τα συμφέροντα της Εκκλησίας, και αποτρέποντας, εν πρώτοις τους Αγιορείτες μοναχούς, από τους οποίους κυρίως θα διαβάζονταν τα χειρόγραφά του, από μία χαλαρή ενδεχομένως στάση στο αρχόμενο ημερολογιακό ζήτημα, ιδίως ενόψει των προσηλυτιστικών προσπαθειών της Ρώμης.

Στην προσπάθειά μας να φωτίσουμε λίγο περισσότερο τη σκοτεινή αυτή πλευρά της προσωπικότητας του μοναχού Ιακώβου Νεασκητιώτου, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στις μέρες του Ιακώβου, κατά της εισαγωγής του Γρηγοριανού ημερολογίου είχαν ταχθεί επίσης ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αγαθάγγελος Α΄ το 1827 και, αργότερα, η Σύνοδος του 1848, την οποία ακολούθησε Συνοδική Πατριαρχική Εγκύκλιος που συνυπέγραφαν οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος ΣΤ΄, Αλεξανδρείας Ιερόθεος Β΄, Αντιοχείας Μεθόδιος και Ιεροσολύμων Κύριλλος Β΄. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε την πνευματική σχέση του Ιακώβου με τον πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ΄ τον Κουταλιανό, τον οποίον  ο ίδιος ο Ιάκωβος αποκαλούσε Γέροντά του. Αυτή η σχέση καθώς και το γεγονός ότι και ο ίδιος ο πατριάρχης Άνθιμος αντιστάθηκε σθεναρά στην επιχειρούμενη καινοτομία, ίσως ενίσχυσαν τον «ου κατ' επίγνωσιν» ζήλο του Ιακώβου, ο οποίος -θα πρέπει να το υπογραμμίσουμε- μιμήθηκε στο σημείο αυτό κατά γράμμα τον «διδάσκαλό» του ιερομόναχο Θεοδώρητο Λαυριώτη τον εξ Ιωαννίνων, που ως γνωστόν παραποίησε με δικές του προσθήκες το προς έκδοσιν κείμενο του Πηδαλίου του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, όταν ο τελευταίος του εμπιστεύθηκε την έκδοσή του³³⁰.

 

 

Ζ΄. Εκκλησιολογικό Ερώτημα προς τον Ι.Π.

Ερωτάται ο Ι.Π. για το ζήτημα του Πάσχα του 2026: Σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, η Εκκλησιαστική Πασχαλινή Πανσέληνος ήταν στις 24 Μαρτίου, οπότε ξεκίνησε το Εβραϊκό Πάσχα (24 έως 31 Μαρτίου). Σύμφωνα πάλι με το Ιουλιανό ημερολόγιο, το Ορθόδοξο Πάσχα ήταν στις 30 Μαρτίου, οπότε τίθεται το ερώτημα αν υπήρξε συνεορτασμός στις 30 και 31 Μαρτίου 2026.

π.Δ.Α