Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΛΟΥΘΗΡΑΝΩΝ–ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ: ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ


 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Ο θεολογικός διάλογος μεταξύ Λουθηρανών και Ορθοδόξων αποτελεί μία από τις πλέον μακρόβιες και ουσιαστικές εκκλησιαστικές συναντήσεις του 20ού και 21ού αιώνα. Ο διάλογος αυτός δεν περιορίζεται σε τυπικές ανταλλαγές απόψεων, αλλά επιδιώκει την εις βάθος θεολογική διερεύνηση ζητημάτων που χωρίζουν τις δύο παραδόσεις επί αιώνες. Η παρούσα μελέτη εξετάζει τόσο την ιστορική εξέλιξη και τα θεολογικά επιτεύγματα του διαλόγου, όσο και τις κριτικές προσεγγίσεις που εγείρονται από ορθόδοξη σκοπιά, αναδεικνύοντας τις θεμελιώδεις διαφορές που παραμένουν.

 

2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

2.1 Οι Πρώτες Επαφές (16ος Αιώνας)

Οι πρώτες επαφές μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών ανάγονται στον 16ο αιώνα, με κορυφαίο γεγονός την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμίου Β΄ Τρανού (1536–1595) και των θεολόγων του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης (1573–1581). Ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ απέστειλε τρεις επιστολές στους Τυβιγγιανούς θεολόγους, στις οποίες απέρριπτε συστηματικά τις θέσεις της Αυγουστιανής Ομολογίας, επισημαίνοντας τις θεμελιώδεις διαφωνίες σε ζητήματα όπως η δικαίωση δια πίστεως, τα μυστήρια και η εκκλησιαστική παράδοση. Η ανταλλαγή αυτή, αν και δεν οδήγησε σε σύγκλιση, αποτέλεσε το πρώτο οργανωμένο θεολογικό διάλογο μεταξύ των δύο παραδόσεων και καθόρισε τα όρια των μελλοντικών συζητήσεων.

2.2 Ο Σύγχρονος Διάλογος (1959–1981)

Ο σύγχρονος θεολογικός διάλογος ξεκίνησε το 1959 με τον διμερή διάλογο μεταξύ της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας (EKD) και του Πατριαρχείου Μόσχας. Παράλληλα, η EKD ανέπτυξε διαλόγους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο (από το 1969) και τη Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία (από το 1979). Από το 1970, η Ευαγγελική Λουθηρανική Εκκλησία της Φινλανδίας ξεκίνησε διάλογο με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ο οποίος διεξήχθη μέχρι το 2014. Οι περιφερειακοί αυτοί διάλογοι προετοίμασαν το έδαφος για τη σύσταση της παγκόσμιας κοινής επιτροπής.

2.3 Η Παγκόσμια Κοινή Επιτροπή (1981–σήμερα)

Η Διεθνής Μικτή Θεολογική Επιτροπή Λουθηρανών–Ορθοδόξων (Joint International Commission on Theological Dialogue between the Lutheran World Federation and the Orthodox Church) συγκροτήθηκε το 1981 στο Έσποο (Espoo) της Φινλανδίας. Η Επιτροπή αποτελείται από μέλη που διορίζονται από τις εκκλησίες–μέλη της Παγκόσμιας Λουθηρανικής Ομοσπονδίας (LWF) και από τις αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Από την ορθόδοξη πλευρά, κάθε Εκκλησία εκπροσωπείται από επίσκοπο και θεολόγο, ενώ από τη λουθηρανική πλευρά οι αντιπρόσωποι εκπροσωπούν τη λουθηρανική κοινωνία στο σύνολό της. Η Επιτροπή συνεδριάζει ανά διετία ή τριετία, ενώ μικρότερη προπαρασκευαστική ομάδα συντάσσει τα σχέδια των κοινών κειμένων.

 

3. ΚΥΡΙΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ

3.1 Σωτηριολογία και Θέωση (1998)

Το κείμενο του 1998 με τίτλο «Σωτηρία: Χάρι, Δικαίωση και Συνέργεια» (Salvation: Grace, Justification and Synergy) αποτέλεσε ορόσημο για τον διάλογο. Το κείμενο επιχείρησε να γεφυρώσει τη λουθηρανική κατανόηση της δικαίωσης με την ορθόδοξη διδασκαλία περί θεώσεως. Οι Λουθηρανοί αναγνώρισαν τη θέωση ως «θετική» έννοια, ενώ η ορθόδοξη πλευρά αναγνώρισε τη σημασία της χάριτος ως προηγούμενου δώρου. Το κείμενο τόνισε ότι η θεία χάρις απελευθερώνει τον άνθρωπο από τη δουλεία του νόμου και της αμαρτίας, ενώ το Άγιο Πνεύμα αφυπνίζει τον απελευθερωμένο άνθρωπο να θέλει και να πράττει το αγαθό.

Ωστόσο, η κριτική εστιάζει στο γεγονός ότι η «αναγνώριση» της θεώσεως από τους Λουθηρανούς παρέμεινε επιφανειακή. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η θέωση δεν είναι απλώς «ηθική βελτίωση» ή «δικαίωση ενώπιον του Θεού», αλλά ουσιαστική μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης μέσω της ενέργειας του Θεού. Η προσπάθεια εύρεσης στοιχείων θεώσεως στον ίδιο τον Λούθηρο θεωρείται από πολλούς ορθόδοξους θεολόγους αναχρονιστική ανάγνωση και ερμηνευτική βία, δεδομένου ότι για τον Λούθηρο η δικαίωση ήταν forensica — δικαστική κήρυξη, όχι ουσιαστική μεταβολή.

3.2 Μυστήρια της Εκκλησίας: Βάπτιση και Μύρο (2004)

Το κείμενο του 2004 με τίτλο «Βάπτιση και Μύρωση ως Μυστήρια Εισαγωγής στην Εκκλησία» (Baptism and Chrismation as Sacraments of Initiation into the Church) κατέδειξε σημαντικές θεολογικές συγκλίσεις. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι τα τρία βασικά στοιχεία της χριστιανικής μύησης — ο θάνατος με τον Χριστό, η ανάσταση μαζί Του και η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος — περιλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό και στις δύο λειτουργικές παραδόσεις. Το κείμενο υπογράμμισε ότι το μυστήριο της βαπτίσεως είναι αμετάβλητο (unrepeatable) και για τις δύο παραδόσεις.

Η σημασία του κειμένου του 2004 έγκειται στο ότι υποστήριξε την αμοιβαία αναγνώριση της βαπτίσεως, παρά τις λειτουργικές διαφορές. Ωστόσο, η κριτική επισημαίνει ότι η σύγκλιση παρέμεινε σε λειτουργικό επίπεδο, χωρίς να διευκρινίζονται οι διαφορετικές αντιλήψεις περί αναγεννήσεως και υιοθεσίας.

3.3 Η Θεία Ευχαριστία (2006)

Το κείμενο του 2006 με τίτλο «Η Αγία Ευχαριστία στη Ζωή της Εκκλησίας» (The Holy Eucharist in the Life of the Church) εξετάστηκε στη Μπρατισλάβα. Το κείμενο επιχείρησε να προσεγγίσει το ζήτημα της ευχαριστιακής θυσίας και της πραγματικής παρουσίας. Σύμφωνα με το κείμενο, και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι ο Χριστός προσέφερε τον εαυτό Του ως θυσία «άπαξ» (ephapax), και ότι η Ευχαριστία είναι θυσία στον βαθμό που: (1) ο Χριστός, όχι ο ιερέας, προσφέρεται ως θυσία, (2) η θυσία του Χριστού είναι άπαξ υπέρ του κόσμου, και (3) τα οφέλη της θυσίας διανέμονται στους πιστούς κατά την τέλεση του μυστηρίου.

Η κριτική εστιάζει σε τρεις θεμελιώδεις διαφορές: Πρώτον, η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει την πραγματική μεταβολή των Τιμίων Δώρων (μετουσίωση), ενώ η Λουθηρανική θέση υποστηρίζει τη συνύπαρξη (consubstantiatio), δηλαδή ότι το σώμα και το αίμα του Χριστού υπάρχουν «μαζί με» τον άρτο και τον οίνο. Δεύτερον, η Ορθόδοξη παράδοση αντιλαμβάνεται το μυστήριο ως θυσία αναίμακτη και ως ύψιστη πράξη λατρείας, ενώ η λουθηρανική πλευρά αποκλείει τη θυσιαστική διάσταση, θεωρώντας την ως «επανάληψη» της θυσίας του Σταυρού. Τρίτον, η Ορθόδοξη θέση προϋποθέτει την αποδοχή της Θείας Κοινωνίας ως μεταβλημένης ουσίας, ενώ η Λουθηρανική πλευρά δέχεται το μυστήριο ως «παρουσία» του Χριστού χωρίς ουσιαστική μεταβολή των στοιχείων.

3.4 Εκκλησιολογία (2011)

Το κείμενο του 2011 με τίτλο «Η Φύση, Ιδιότητες και Αποστολή της Εκκλησίας» (The Nature, Attributes and Mission of the Church) αποτέλεσε την πρώτη κοινή εκκλησιολογική δήλωση του διαλόγου. Η Εκκλησία ορίστηκε ως μυστήριο, ως σώμα Χριστού και ως κοινωνία αγίων. Το κείμενο εξέτασε τα τέσσερα κλασικά γνωρίσματα της Εκκλησίας (ενότητα, αγιότητα, καθολικότητα, αποστολικότητα), επισημαίνοντας ότι η αγιότητα της Εκκλησίας πηγάζει από τον Χριστό και ανανεώνεται δια του Αγίου Πνεύματος.

Ωστόσο, η κριτική επισημαίνει ότι το κείμενο απέφυγε το κρίσιμο ερώτημα: Ποια είναι η πραγματική Εκκλησία; Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται μόνον μία Εκκλησία — την Ορθόδοξη — ως πλήρη κοινωνία με το σώμα του Χριστού, ενώ οι Λουθηρανοί αποδέχονται «εκκλησίες» στον πληθυντικό, με διαφορετικές ερμηνείες της πίστεως. Η αποφυγή αυτού του ερωτήματος δεν είναι «σύνεση», αλλά θεολογική αποφυγή που αποσιωπά τις θεμελιώδεις διαφορές.

3.5 Το Άγιο Πνεύμα (2019–σήμερα)

Από το 2019, ο διάλογος επικεντρώνεται στον ρόλο του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας. Τον Ιούνιο του 2025 εκδόθηκε κοινή δήλωση με τίτλο «Common Statement on the Holy Spirit, the Church, and the World». Η νέα αυτή φάση επιδιώκει να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ Πνεύματος, Εκκλησίας και κόσμου, αναδεικνύοντας την κοινή πίστη στη θεία Τριάδα.


4. ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

4.1 Η Ανεπαρκής Κατανόηση της Θεώσεως

Το κείμενο του 1998 παρουσιάζει μια επιφανειακή σύγκλιση. Η ορθόδοξη θέωση είναι μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης μέσω της ενέργειας του Θεού — δεν είναι απλώς «ηθική βελτίωση» ή «δικαίωση ενώπιον του Θεού». Η προσπάθεια εύρεσης «θεώσεως» στον Λούθηρο αποτελεί αναχρονιστική ανάγνωση και ερμηνευτική βία. Όπως αναφέρει η Αποστολική Παράδοση: «Η θεώση δεν είναι απλώς 'αποδοχή' — είναι η ίδια η σωτηρία ως μετοχή στη θεία φύση» (Β΄ Πέτρ. 1:4).

4.2 Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας

Το κείμενο του 2006 επικρίνεται διότι αποφεύγει την ουσιαστική δογματική διαφορά ανάμεσα στην Ορθόδοξη και τη Λουθηρανική θέση, προβάλλοντας μια σύγκλιση που παραμένει καθαρά λεξιλογική και όχι ουσιαστική. Η βασική αυτή ασυμβατότητα εστιάζεται σε τρεις κεντρικούς άξονες:

  1. Μεταβολή vs. Συνύπαρξη: Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει την πραγματική μεταβολή των Τιμίων Δώρων (μετουσίωση), ενώ η Λουθηρανική θέση υποστηρίζει τη συνύπαρξη.
  2. Θυσιαστική Διάσταση: Η Ορθόδοξη παράδοση αντιλαμβάνεται το μυστήριο ως θυσία αναίμακτη και ύψιστη πράξη λατρείας, σε αντίθεση με τη Λουθηρανική πλευρά που αποκλείει τη θυσιαστική διάσταση.
  3. Ουσιαστική Μεταβολή: Η Ορθόδοξη θέση προϋποθέτει την αποδοχή της Θείας Κοινωνίας ως μεταβλημένης ουσίας, ενώ η Λουθηρανική πλευρά δέχεται το μυστήριο ως «παρουσία» χωρίς ουσιαστική μεταβολή.

4.3 Η Εκκλησιολογία του 2011: Συμβιβασμός χωρίς Ουσία

Το κείμενο του 2011 ορίζει την Εκκλησία ως «μυστήριο, σώμα Χριστού, κοινωνία αγίων». Ωστόσο:

  • Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται μόνο μία Εκκλησία — την Ορθόδοξη — ως πλήρη κοινωνία με το σώμα του Χριστού.
  • Οι Λουθηρανοί αποδέχονται «εκκλησίες» στον πληθυντικό, με διαφορετικές ερμηνείες της πίστεως.

Η κοινή δήλωση αποφεύγει το κρίσιμο ερώτημα: Ποια είναι η πραγματική Εκκλησία; Η αποφυγή αυτού του ερωτήματος δεν είναι «σύνεση», αλλά θεολογική αποφυγή.

4.4 Η Παράδοση: Άγραφη vs. Γραπτή

Η ορθόδοξη θεολογία θεωρεί την Άγραφη Παράδοση ισότιμη με την Αγία Γραφή — πηγή αποκαλύψεως. Ο Λουθηρανισμός, βασισμένος στο sola scriptura, απορρίπτει αυτή την ισότητα. Τα κείμενα του διαλόγου συχνά παρουσιάζουν την παράδοση ως «ερμηνευτικό πλαίσιο», αποφεύγοντας τη ριζική διαφορά: για την Ορθοδοξία, η παράδοση είναι αποκάλυψη, για τον Λουθηρανισμό είναι μόνον ερμηνεία.

4.5 Η Αποσιώπηση του Ζητήματος της Ιεροσύνης

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί αποστολική διαδοχή μέσω της χειροτονίας. Οι Λουθηρανοί έχουν διαφορετική κατανόηση της ιεροσύνης (priesthood of all believers). Αυτή η διαφορά έχει άμεσες επιπτώσεις:

  • Η ευχαριστιακή κοινωνία μεταξύ των δύο «εκκλησιών» είναι αδύνατη χωρίς κοινή ιεροσύνη.
  • Η «αμοιβαία αναγνώριση» που προτείνεται ως στόχος αγνοεί αυτό το εμπόδιο.

4.6 Η Πολιτικοποίηση του Διαλόγου

Η διακοπή του γερμανορωσικού διαλόγου το 2014 λόγω «κοινωνικών διαφωνιών» αποκαλύπτει την πολιτική διάσταση. Ο διάλογος δεν είναι καθαρά θεολογικός — εξαρτάται από γεωπολιτικές συγκυρίες, κυβερνητικές πιέσεις και εκκλησιαστικά συμφέροντα. Η Σύνοδος της Κρήτης (2016) ενίσχυσε τον οικουμενισμό, αλλά χωρίς πλήρη συμμετοχή όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Ρωσία, Αντιόχεια, Γεωργία κ.ά.), εγείροντας ερωτήματα για τη νομιμοποίηση των αποφάσεων.

4.7 Η Επικίνδυνη Ψευδαίσθηση: «Πλήρης Κοινωνία»

Ο τελικός στόχος του διαλόγου είναι η «πλήρης κοινωνία με πλήρη αμοιβαία αναγνώριση». Αυτό θα σήμαινε:

  • Κοινή ευχαριστιακή κοινωνία χωρίς κοινή πίστη.
  • Αναγνώριση ιεροσύνης με διαφορετική κατανόηση της χειροτονίας.
  • Αποδοχή διαφορετικών μυστηρίων ως «ισοδύναμων».

Αυτό δεν είναι ενότητα — είναι θεολογικός συγκρητισμός.


5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟ

Ο διάλογος Λουθηρανών–Ορθοδόξων παράγει χρήσιμα κείμενα, αλλά δεν μπορεί να οδηγήσει σε «πλήρη κοινωνία» χωρίς ουσιαστική μεταστροφή μίας από τις δύο πλευρές. Η Ορθοδοξία οφείλει να διαφυλάξει:

  1. Την ενότητα της Εκκλησίας ως μυστήριο, όχι ως διαπραγμάτευση.
  2. Την αλήθεια της πίστεως ως αποκάλυψη, όχι ως συμβιβασμό.
  3. Την ενότητα ως κοινωνία στην αλήθεια, όχι στην αοριστία.

«Η αλήθεια είναι αδιαπραγμάτευτη. Η αγάπη δεν σημαίνει αποδοχή του ψεύδους, αλλά αγώνα για τη σωτηρία όλων στην αλήθεια του Χριστού.»


6. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Ιστορικά Κείμενα

  • Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ Τρανός, πιστολαί πρός Λουθηρανούς θεολόγους Τυβίγγης (1573–1581). Η πρώτη επαφή Ορθοδόξων–Λουθηρανών.
  • Mastrantonis, G., Augsburg and Constantinople: The Correspondence between the Tubingen Theologians and Patriarch Jeremiah II of Constantinople on the Augsburg Confession. Brookline, MA: Holy Cross Orthodox Press, 1982.

Β. Επίσημα Κείμενα του Διαλόγου

  • Lutheran–Orthodox Joint Commission, Agreed Statements 1985–1989 (Περιλαμβάνει: «Divine Revelation», «Scripture and Tradition», «Canon and Inspiration»). Geneva: Lutheran World Federation, 1991.
  • Lutheran–Orthodox Joint Commission, Salvation: Grace, Justification and Synergy (1998). Διαθέσιμο σε: LWF Official Website.
  • Lutheran–Orthodox Joint Commission, Baptism and Chrismation as Sacraments of Initiation into the Church (2004). Διαθέσιμο σε: LWF Resources.
  • Lutheran–Orthodox Joint Commission, The Holy Eucharist in the Life of the Church (2006). Bratislava, Slovak Republic.
  • Lutheran–Orthodox Joint Commission, The Nature, Attributes and Mission of the Church (2011).
  • Lutheran–Orthodox Joint Commission, Common Statement on the Holy Spirit, the Church, and the World (2025). Διαθέσιμο σε: LWF Resources.

Γ. Δευτερογενής Βιβλιογραφία

  • Saarinen, R., «Lutheran–Orthodox Dialogue from 2004 to 2015», Lutheran Theological Journal 50/3 (2016): 226–236.
  • Saarinen, R., Faith and Holiness: Lutheran–Orthodox Dialogue. Helsinki: Luther-Agricola Society, 2002.
  • Kärkkäinen, V.-M., One with God: Salvation as Deification and Justification. Collegeville, MN: Liturgical Press, 2004.
  • Christensen, M. J. et al. (eds.), Partakers of the Divine Nature: The History and Development of Deification in the Christian Traditions. Grand Rapids, MI: Baker Academic, 2007.
  • Hardy, E. R. (ed.), Orthodox Statements on Anglican–Lutheran Relations (1956). Ιστορικά κείμενα των πρώτων επαφών.

Δ. Ψηφιακές Πηγές

  • Επίσημη Ιστοσελίδα Παγκόσμιας Λουθηρανικής Ομοσπονδίας — lutheranworld.org. Ιστορική επισκόπηση και επίσημα κείμενα του διαλόγου.
  • Επίσημη Ιστοσελίδα Εκκλησίας της Ελλάδος — ecclesiagreece.gr, τμήμα «Οι διαχριστιανικές σχέσεις».
  • Ψηφιακή Ορθόδοξη Θεολογική Βιβλιοθήκη (ΙΜΔ) — old.imdlibrary.gr. Ελληνικά βιβλία για οικουμενισμό και διάλογο.

 


Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης γιὰ τοὺς “Νεορθοδόξους-” Ἡ νεορθοδοξία ἀνατρέπει τὴν Ὀρθοδοξία"




    Το θέμα αυτό, πρέπει να ομολογήσω, δεν μου είναι ευχάρι­στο. Γιατί αναπόφευκτα θίγονται πρόσωπα φιλικά, γνωστά, αξιόλογα. Αλλά αν σήμερα καταπιάνομαι μ’ αυτό το υπό συ­ζήτηση πρόβλημα, αυτό οφείλεται στην από καιρό ενόχληση, θα έλεγα, που υφίσταμαι, για να πω τη γνώμη μου δημοσίως. Γράφω δημοσίως, γιατί στις συζητήσεις μας εδώ, κυρίως με φοιτητές και διαφόρους θεολογούντες ή ενδιαφερομένους επι­στήμονες, δεν οκνώ να εκφράζω ελευθέρως τι φρονώ περί των λεγομένων νεορθοδόξων.

Θέτοντας το ερώτημα, αν όντως υπάρχουν νεορθόδοξοι, γί­νεται φανερόν, ότι αμφισβητώ την ύπαρξή τους και δέχομαι μια διάφορη ερμηνεία στο φαινόμενον αυτό. Δηλαδή δεν έχομε καμμιά νέα έκδοση Ορθοδοξίας ή συγκεκριμένους φορείς της. Απλώς διαπιστώνει κανείς συμπτώματα νοθείας στην ορθόδο­ξη Παράδοση από ωρισμένους θεολόγους χριστιανούς, είτε διδάσκοντες είτε παθητικά αποδεχομένους τις νοθείες.

Κάνω αυτή τη διάκριση, όχι μονάχα για να διασώσω την υπόληψη των επισημανθέντων ως νεορθοδόξων και επομένως αιρετικών, αλλά και για να διευκολυνθή η αναζήτηση της α­ληθείας, αποφευγομένων αδίκων χαρακτηρισμών. Γιατί οι καϋμένοι αυτοί, που σπιλώνονται ως νεορθόδοξοι, δεν είναι τί­ποτε άλλο από ελαφρά πλανωμένους από την απειρία τους, σε θέματα του είδους που θίγονται, και που η ευθύνη τους, συνί­σταται στο γεγονός ότι, αγνοούντες την άγνοιά τους, δεν ερω­τούν τους «πρεσβυτέρους» των και από κενόδοξη σπουδή τρέ­πονται σε διδασκαλίες «πλανώντες και πλανώμενοι», μη γνω­ρίζοντες «μήτε α λέγουσι, μήτε περί τίνων διαβεβαιούνται». «Ουδείς εκών κακός». Και θα ήταν περίεργον αν, οι καλοί αυ­τοί αδελφοί, ετέλουν εν γνώσει της ευθύνης των για παραχάρα­ξη της αληθείας του Θεού και παρά ταύτα να συνεχίζουν.

Για να είμαι αντικειμενικός, μια νοθείαν ευρίσκω μονάχα στα κείμενα των «νεορθοδόξων»: Τον ερωτισμό. Νοθείαν όμως ή πλάνην ή αντορθόδοξη διδασκαλία, που έχει τέτοιες προε­κτάσεις, ώστε να καταλύεται όχι απλώς «μία των εντολών τού­των των ελαχίστων», αλλά να σείεται εκ θεμελίων όλο το πνευματικό οικοδόμημα της δογματικής και πνευματικής πα­ραδόσεως. Όσο για τους αγόνους διαλόγους με τους μαρξι­στές, που τους κατηγορούν, αυτό δεν λυμαίνεται την Ορθοδοξίαν, αλλ’ αντιθέτως, μπορεί να τους λογισθή «εις δικαιοσύνην», παρά τις αντιφάσεις που παρουσιάζουν εκ προοιμίων, σαν αποτέλεσμα της υπεραισιοδοξίας τους.

Πώς όμως θα μπορούσε κανείς να αποδείξη τον ισχυρισμόν, ότι η νοθεία της πνευματικής ζωής, δια του ερωτισμού, αποτελεί μέγιστο κίνδυνον, αν δεν αναφερθή σε κείμενα και σε πρόσωπα; Όσο και αν έχουν επανειλημμένως επισημανθή δη­μοσίως, αυτό δεν μειώνει την αθυμία μου να τα αναφέρω, ως παλαιά φιλικά πρόσωπα. Αλλά τότε πώς επιχειρώ να γράψω; Γι’ αυτό, ας προχωρήσω στην έκθεση του θέματος, προτιμώ­ντας το συμφέρον των πολλών, της Εκκλησίας, από την ευθιξία του καλού κ. Γιανναρά, που ίσως με τις σκέψεις μου αυτές βοηθηθή, όπως και όσοι επηρεάζονται από τις έμμονες ιδέες του περί έρωτος, ως οδού θεογνωσίας.

Ας προσεγγίσουμε με συμπάθεια και κατανόηση την περί­πτωση. Έχω επανειλημμένως αναγνωρίσει την αξία του κ. Γιανναρά, από 25ετίας, όταν, με τα πρώτα τολμηρά δημοσιεύ­ματά του, προεκάλεσε τον δημόσιον έλεγχό μου. Η μόρφωση της θεολογικής συνειδήσεώς του, οφείλεται, εν πολλοίς, στις αρνητικές και απωθητικές αναμνήσεις του από τον χώρο της «Ζωής». Εδώ δεν εξετάζω τη θεολογική δομή της, μακαρία τη λήξει, οργανώσεως. Αρκούμαι να ειπώ, ότι δεν συμμερίζομαι εντελώς τις κατηγορίες εναντίον της. Πτωχή, ναι, αλλ’ υπό τον όρο της αυτογνωσίας, αξία κάθε σεβασμού. Από τη στιγμή της αυτοπεποιθήσεως, ότι εκάλυπτε την πνευματική παράδοση, απομακρύνεται από την αλήθεια. Μέσα στα χρονικά και ιστο­ρικά πλαίσια της δράσεώς της υπήρξεν ωφελιμοτάτη. Αργότε­ρα, όπως «παρήλθεν η σκιά του νόμου, της χάριτος ελθούσης», και όπως μετά τον Ιωάννην τον Πρόδρομον ήλθεν ο Χριστός, έπρεπε να υποχωρήση μπροστά στην αποκάλυψη της διδασκαλίας των Πατέρων, λέγουσα: «εκείνους δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι», ή τουλάχιστον να αναπροσαρμοσθή σε πιο ορθό­δοξες πορείες. Το θέμα είναι μεγάλο, αλλά δεν είναι το θέμα μου.

H προσέγγιση των Πατέρων από τους δραπέτες του «κατα­φυγίου ιδεών» από τη «Ζωή», υπήρξε γι’ αυτούς επαναστατική. Σαν να ξύπνησαν από βαθύν ύπνον ή σαν να είδαν, τυφλοί όντες, εκθαμβωτικό φως. Και φυσικά εμέθυσαν, «νηφάλιον μέθην». Από του σημείου αυτού αρχίζει ο κίνδυνος. Και στο σημείον αυτό χρειάζεται ο χειραγωγός, ο οδηγός, ο ερμηνευτής, ο γυμναστής. Αλλ’ οδηγός παραδοσιακός δεν υπήρξε. Κι έτσι το θεωρητικό φως των αγίων Πατέρων θεωρήθηκε και ως φως δικό τους. Νόμισαν ότι κατέκτησαν την αλήθεια. Και, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, «η γνώσις φυσιοί».

Στη φυσιολογία της φυσιώσεως είναι να γεννάται ο πόθος της επιδείξεως της γνώσεως. Αλλά η γνώση αυτή, σαν ψευδογνωσία, αφού δεν ανεδύθη στην ψυχή από την πρακτική αρετή, προσλαμβάνει μορφές ανάλογες προς τα κυριαρχούντα πάθη της ψυχής. Έτσι, σε άλλους πήρε μορφή υψηλής θεολογίας και στον κ. Γιανναρά μορφή συναισθηματική – αισθησιακή, με επένδυση μυστικής θεολογίας. Για τους «άλλους» δεν θα επε­κταθώ τώρα, αρκούμενος να πω, ότι η, υπό υψηλή μορφή θεο­λογίας, νοθεία, έχει ελεγχθή τόσο από τα άνευ ειρμού γραπτά τους, όσο και από τα θηριώδη εκδηλώματά τους, αφού άλλους ενεργεί ο δαίμων της επιθυμίας και άλλους του θυμού, ως «έν­δικος μισθαποδοσία» της οιήσεως και της επάρσεως.

Θα περιορισθώ εδώ στην ανάλυση του ερωτισμού του κ. Γιανναρά, γιατί αντιπροσωπεύει την επικρατέστερη μορφή νο­θείας, εξ αφορμής της οποίας τόσος λόγος γίνεται περί νεορθοδόξων. Από την ηλικίαν των 25 ετών, αφ’ ότου χειραφετή­θηκε από τα παιδαγωγικά χέρια της μητρός «Ζωής», τον απασχολούσε το πρόβλημα των ετεροφύλων σχέσεων. Έχοντας αποκτήσει αρκετές γνώσεις από τα Πατερικά συγγράμματα και βλέποντας πόσον ελεύθερες ήσαν οι ψυχές των αγίων Πατέρων από ηθικιστικούς περιορισμούς, ως απαθείς που ήσαν, ενόμισεν ότι έπρεπε να εφαρμόση το ήθος τους και σε εμπαθείς χριστιανούς, χωρίς να λάβη υπ’ όψει του τη σχετική διδασκαλία τους.

Από εδώ αρχίζει και η θεολογική του περιπέτεια. Υπό τις προεσχηματισμένες ψευδοδοξίες, επαληθευόμενες από τις συναισθηματικές εμπειρίες του, – κοινές δε και ακάθαρτες – επι­χειρεί να γράψη δοκίμια φιλελεύθερα για «το πρόβλημα των φύλων» – που τόσον εξόργισε τον μακαριστό Γέροντά μου και ήλεγξε σφοδρώς με επιστολή του – με το βιβλίον αυτό ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου, διδάσκοντας αυθαίρετες προσωπικές ιδέες, αίροντας τους περιορισμούς στις σχέσεις των ετεροφύλων και υποδεικνύοντας τρόπους αντιμετωπίσεως των εγγενών εμπαθών πειρασμών. Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθή ενθου­σιασμός μεταξύ των νέων, για την αναπάντεχη θεολογική κά­λυψη των αδαμιαίων μεταπτωτικών επιθυμιών των και να παγιδεύωνται οι ψυχές στα πάθη τους τα ψεκτά, που απεδεικνύοντο ισχυρότερα από τη δύναμη του ασθενούς λόγου, που επεστράτευαν για την αντιμετώπισή τους.

    Και σήμερα έχουμε καρπούς άφθονους αυτής της σποράς των ιδεών. Μπορείς με τη δεξιά σου να κρατάς κομβοσχοίνι και με την αριστερά σου να περιπτύσσεσαι την φίλη σου, χωρίς να αναφερθούν σοβαρότερες συνέπειες.  Αυτό πλέον κατάντησε συνηθισμένο θέαμα. Και ότι μεν δεν είναι αποδεκτός ορθοδόξως ο εξ ορισμού και δόγματος χωρισμός των ετεροφύλων σε «πρόβατα» και «ερίφια», είναι γνωστόν. Όπως επίσης, επειδή είναι καθολικώς παραδεκτόν, ότι, κυρίως η νεότης, είναι περισσότερον εύτρωτος εις τα βέλη του πανδήμου έρωτος, οι άγιοι Πατέρες συνιστούν ιδιαίτερη προσοχή, μάκρυνση και ρύθμιση της συμπεριφοράς από την πλευρά αμφοτέρων των φύλων, βάσει της πνευματικής τους καταστάσεως. Αφού είναι δεδομένον ότι «εκ του οράν τίκτεται το εράν», πρέπει να ε­φαρμόζουν τον κανόνα αυτόν:  «ή ορών μη έρα, ή ερών μη όρα». Αυτό που λέγει ο λαός, «φύλαγε τα ρούχα σου, να έχεις τα μισά», αυτό λέγει και η Εκκλησία, που βοηθεί με τη μετα­διδομένη χάρι στη διατήρηση της αγνότητος.

Η μόνιμη και μέχρι πάθους κηρυττομένη ερωτολογία, σαν θεμελιώδης προϋπόθεση γνώσεως του προσώπου – και εν προκειμένω ετεροφύλου προσώπου – προεκάλεσε στους θεολογι­κούς κύκλους, που ακολουθούσαν την πατερική παράδοση, ποικίλες αντιδράσεις. Χαρακτηριστική είναι η απόρριψη του βιβλίου του «Η μεταφυσική του σώματος» από τη θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία υπεβλήθη ως διδακτορική Διατριβή, με το αιτιολογικό «της νοσηράς περί έρωτος θεωρίας».

Όταν ο κ. Γιαν. υπέβαλε υποψηφιότητα για καθηγητής της θεολογικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, πάλι κατεπολεμήθη για την ίδια αιτία και για τις απροσδοκήτως ασε­βείς εκφράσεις του κατά των ιερών Κανόνων. Παραθέτω τη γνώμη του κ. Μουρατίδου, που δίδει το μέτρο του κινδύνου που εκπροσωπεί ο κ. Γιαν. για την Ορθόδοξη θεολογία, όπως είναι στα Πρακτικά της 16.2.1976:

«Δηλώ ότι εν περιπτώσει κατά την οποίαν ο κ. Χρήστος Γιανναράς καταστή μέλος της ημετέρας Σχολής χωρίς να τεθή ως όρος η υπ’ αυτού αποκήρυξις των πεπλανημένων θέσεών του, και πιστεύων ότι εν τοιούτον ενδεχόμενον θα αποτελέση την αρχήν του τέλους της ημετέρας Σχολής, δεδομένου ότι θα είναι αδιανόητον η αρμοδία εκκλησιαστική αρχή και η γνησία ορθό­δοξος συνείδησις να εμπιστευθή την θεολογικήν συγκρότησιν των εφημερίων και στελεχών της εις Σχολήν, εις την οποίαν θα διδάσκεται η καταλυτική της Ορθοδόξου Παραδόσεως και κα­νονικής τάξεως νοσηρά περί έρωτος θεωρία του κ. Γιανναρά, θα θεωρήσω στοιχειώδες καθήκον μου να προβώ εις την σχετικήν διαφώτισιν του εκκλησιαστικού πληρώματος δια της ασκήσεως δημοσίας κριτικής, λυπούμενος βεβαίως δια τας ενδεχομένας δυσμενείς επιπτώσεις επί της εν γένει θέσεως της ημετέρας Σχο­λής».

Σχολιάζοντας ο κ. Γιαν. την κατηγορία, απαντά: «Είναι φανερόν ότι η δήλωσις αυτή επισημαίνει εις το πρό­σωπόν μου κίνδυνον δια την ζωήν της Εκκλησίας κατά πολύ ευρύτερον του ενδεχομένου μιας αστόχου εκλογής εις την Θεο­λογικήν Σχολήν των Αθηνών. Εάν πράγματι εκπροσωπώ νοσηράν περί έρωτος θεωρίαν αυτόχρημα καταλυτικήν της Ορθοδόξου Παραδόσεως και κανονικής τάξεως, τότε το πνευματικόν θέμα το οποίον εγείρεται είναι πελώριον και δεν ημπορεί να λυθή παρά μόνον ενώπιον της Εκκλησίας. Επει­δή δε και ο ίδιος ο καταγγέλλων υπογραμμίζει την ανάγκην “αποκηρύξεως της πλάνης”, θα μου συγχωρηθή η εν προκειμένω προσπάθεια παροχής δημοσία ωρισμένων διευκρινίσεων, χωρίς την παραμικράν πρόθεσιν προσωπικής αντιδικίας ή έριδος».

Στη συνέχεια διαμαρτύρεται γιατί, τάχα, ο καθηγητής τον αδικεί, περιοριζόμενος στη διατύπωση της σελ. 159 του βιβλίου του «Η μεταφυσική του σώματος», όπου «ο έρως ορίζεται ως η κατ’ εξοχήν δυνατότης δια την φανέρωσιν και γνώσιν του αν­θρωπίνου προσώπου και του προσώπου του Θεού» και γιατί δεν διάβασε την συνέχεια, όπου γράφει περί θείου έρωτος.

Θα μου επιτραπή να πω, ότι εδώ δεν έχουμε μονάχα πλάνη και ετεροδοξία, αλλά και κακοπιστία, μία τάση συγκαλύψεως και παραπλανήσεως. Γιατί τάχα να μη έχη το θάρρος της ομολογίας των απόψεών του ο κ. Γιαν.; Γιατί δεν λέγει καθαρά ότι έτσι φρονεί; Η κεντρική του ιδέα είναι η γνώση του προσώπου δι’ ερωτικής εμπειρίας. Σαν δεύτερο στάδιο, σαν ολοκλήρωση είναι η γνώση του Θεού. Γιατί τα αρνείται αυτά; Εκείνο που επικαλεί­ται στην σελ. 159 είναι το β’ στάδιο, που όμως δεν ανατρέπει το πρώτο, αλλά το θεωρεί και ως αναγκαία προϋπόθεση.

Λυπούμαι ειλικρινώς, γιατί είμαι υποχρεωμένος να χαρακτη­ρίσω ως ανέντιμη την προσπάθειά του να «θολώση τα νερά». Το κείμενο είναι σαφές. Ο άξονας γύρω από τον οποίο στρέφεται όλη η ερωτική του φιλοσοφία είναι: α. Επιθυμία και πράξη «απροσωποποιημένη» γι’ αυτό και απόβλητη, ως στερουμένη έρωτος, β. «Ο έρωτας είναι πάθος καθολικό της υπάρξεως, οδυνηρή ανάγκη και φορά επιστροφής στην πληρωματική ακε­ραιότητα του προσώπου, δηλαδή στην προσωπική κοινωνία» και γ. «η ερωτική αναφορά είναι η κατ’ εξοχήν δυνατότητα για την ανακάλυψη και φανέρωση του προσώπου, για την είσοδο στο χώρο της προσωπικής ζωής, για τη μετοχή στον θείο έρω­τα, στη “γνώση” του Θεού».

Λοιπόν ποίαν ανάγκην έχομεν μαρτύρων; Με άλλα λόγια θεωρεί απαραίτητη την ερωτικήν εμπειρία μεταξύ ετερόφυλων, για να φθάσουν στον θείον έρωτα. Και αν μεν η εμπειρία δεν πλαισιώνεται με έρωτα, τότε είναι απορριπτέα. Εάν όμως προη­γείται ο έρωτας, τότε τα πάντα είναι καλά, άγια και αναγωγικά στον θείον έρωτα και τη γνώση του Θεού! Αυτά επαναλαμβάνο­νται κατά κόρον σ’ ολόκληρο το βιβλίο, όπως και στα άλλα συγγράμματά του. Και το πλέον παράτολμον είναι, ότι επικαλεί­ται και τον άγιον Ιωάννη τον Σιναΐτη, συμμαρτυρούντα τάχα στις αχαρακτήριστες ιδεολογίες του.

Ενδεικτικώς παραπέμπω στη σελ. 152 όπου, μετά τόσα παρά­λογα και αντιπνευματικά που γράφει, παραθέτει τη φράση του αγίου της Κλίμακος: «Πόθου τού προς τον Θεόν, ο των σωμάτων έρως τύπος γενέσθω σοι», για να παρατηρήση: «Το πρότυπο της αγάπης του ανθρώπου για τον Θεό πρέπει να αναζητηθή στις μορφές του ανθρωπίνου έρωτα και μάλιστα του σωματικού έρω­τα, όχι των ιδεαλιστικών σχημάτων της πλατωνικής νοσταλγίας. Το παραπάνω χωρίο δεν είναι μια μεταφορά, ένας εικονισμός ή συμβολισμός. «Τύπος» σημαίνει το πρότυπο, τον συγκεκριμένο τρόπο, την ίδια οδό. Ο έρως των σωμάτων είναι η εναργέστερη αναζήτηση της κοινωνίας των προσώπων. Ο θείος έρως είναι τόσο πραγματικός και συγκεκριμένος και υποστατικός, όσο και ο ανθρώπινος, ο σωματικός έρωτας, ακριβώς επειδή το Πρόσωπο του Δεσπότου στο οποίο αναφέρεται είναι το κατ’ εξοχήν Πρό­σωπο, το αρχέτυπο του προσώπου». Και άλλο στη σελ. 153. «Αφετηρία, πάντως, και απαρχή κατανοήσεως για την πληρω­ματική αυτή σχέση προσωπικής κοινωνίας που είναι ο θείος έρωτας, παραμένει ο ανθρώπινος έρωτας, το “πάθος” και η “μα­νία” της ερωτικής αγάπης»(!!).

Χρειάζονται σχόλια, για να καταλάβη κανείς το βάθος της ασεβείας των κειμένων αυτών; Και παραλαμβάνει τον αγγελικής καθαρότητος Άγιο σε συμμαχία των ελεεινών αυτών παραληρη­μάτων! Γράμματα γνωρίζει ο κ. Γιαν. Γιατί, παραθέτοντας τη φράση του Αγίου Ιωάννου «τύπος γενέσθω σοι» δεν συνεχίζει τη φράση του Σιναϊτου, με την οποία φανερώνονται τα αντίθετα αυτών που ισχυρίζεται ο κ. Γιαν.; Τί σημαίνει το «ουδέν γαρ το κωλύον και εκ των εναντίων ποιήσθαι ημάς τα των αρετών υπο­δείγματα»; Τί σημαίνει εναντίων; Αντιπαράθεση στις αρετές, άρα κακίες, αμαρτίες, δαιμονικά. Δεν καταφάσκει ο θείος Ιωάννης στον σωματικόν έρωτα – αυτό πλέον είναι «άνω ποταμών» -αλλά παίρνει τα εκδηλώματα της ερωτικής «μανίας» όχι για μίμηση – Θεός φυλάξοι – αλλά για να δώση το μέτρο και τον «τύπο» του θείου έρωτος.

Δεν έχω καιρό για χάσιμο. Είναι τόσος ο παραλογισμός, τόση η αντιευαγγελικότης, τόση η αντιπαραδοσιακή νοοτρο­πία, τόσο το δαιμονικό πάθος και ο «οίστρος ακολασίας», ώστε δεν μένει τίποτε άλλο, παρά η επέμβαση της Εκκλησίας, την επεκαλέσθη και ο ίδιος, προς αναχαίτιση της «προαγωγής εις ακολασίαν».

    Λυπούμαι βαθύτατα για το κατάντημα του θεολόγου αυτού που, παρά τις διαμαρτυρίες μας από χρόνια για τις νεονικολαϊτιστικές δοξασίες του, εξακολουθεί το φθοροποιόν έργο του. Γιατί και η αμαρτωλή ιδέα του «πέντε λεπτά προ του γάμου ή πέντε λεπτά μετά το γάμο, “έρωτα”, είναι δική του σαν συνέπεια του νεονικολαϊτικού «συστήματός» του. Γιατί περί «συστήματος» πρόκειται, περί γιανναρικής σχολής, αφού και χωρίς την προο­πτική του γάμου, εξαίρει τις πλήρεις σαρκικές σχέσεις, που συνοδεύονται από ερωτικά συναισθήματα, ως αναγκαία διάβαση προς τον θείον έρωτα!

Είμαι βέβαιος ότι, ισχυριζόμενος κανείς ή αποδεχόμενος ως αλήθεια τα αντιχριστιανικά αυτά κενοφωνήματα, ούτε έμαθε πο­τέ τι σημαίνει το παρά φύση, το κατά φύση και το υπέρ φύση, αλλ’ ούτε και εμπειρικώς εδοκίμασε ποτέ τη χάρι του αγίου Πνεύματος. Γιατί αν εγνώριζε τις ενέργειες της παραφυσικής και εμπαθούς καταστάσεως, στις οποίες εντάσσονται οι σωματικοί έρωτες, συνοδευόμενοι από ακάθαρτα συναισθήματα, θα προσπαθούσε να θεραπευθή, για να φθάση τουλάχιστο στην κατάστα­ση της φυσικής υγείας της ψυχής, όπου λειτουργούν τα πάντα απαθώς, κατά το Αποστολικό: «πάντα καθαρά τοις καθαροίς». Αλλά η σκοτεινή άγνοια, στην οποία ευρίσκονται, τους έχει διαστρέψει την αίσθηση και τη νοερή διάκριση, ώστε να θεοποι­ούν τις νοσηρές επιθυμίες, εις πείσμα του θείου Παύλου, που συνιστά: «νεκρούντες την σάρκα συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις». Ή νομίζουν ότι, οι ερωτισμοί αυτής της ποιότητος, δεν είναι αυτοί, για τους οποίους ομιλεί ο μέγας Απόστολος; Αλλά αν κάποτε είχαν και κάποια γεύση της χρηστότητος του Θεού, πώς δεν θα διέκριναν την αμαρτωλότητα, τη σαρκικότητα και τη δυστυχία των ερώτων, που θεωρούν ως αφετηρία του θείου έρωτος;

Και είναι απίστευτο σχεδόν πώς, θεολόγοι, ή τουλάχιστο διανοούμενοι, άνθρωποι των γραμμάτων και ομολογούντες ότι είναι πιστοί Ορθόδοξοι, δέχονται τον σαρκικόν έρωτα ως έχο­ντα την ίδια ή παραπλήσια γεύση με τον νοερόν, πνευματικόν και θείον έρωτα, που είναι η συνισταμένη της άκρας καθαρότητος ψυχής και σώματος και της ενεργείας του αγίου Πνεύματος; «Τίς κοινωνία φωτός προς σκότος;». Και ακόμη, αφού προεικόνασμα και τύπος και τρόπος είναι ο σαρκικός έρωτας, τα αναρίθμητα πλήθη των Αγίων, οι παρθενεύσαντες, οι παρθενεύοντες, οι άγευστοι του έρωτος αυτού και οι «εκατόν τεσσαράκοντα τέσσα­ρες χιλιάδες… οι μετά γυναικών ουκ εμολύνθησαν’ παρθένοι γαρ εισιν…», που δεν γνώρισαν αυτόν τον τρόπον και τον τύπον, είναι καταδικασμένοι να μείνουν ανέραστοι, δίχως θείον έρωτα; Αλλοίμονον!

Διερωτάται κανείς με απορία, από ποια πηγή ανέβλυσε η τόσον αντιβιβλική, αντιπατερική, αντιπνευματική, σαρκική, δαιμονιώδης θεωρία, περιβεβλημένη με το μανδύα της θεολο­γίας; Πόσο παράλογος πρέπει να είναι κανείς, να μη σέβεται στοιχειώδεις ηθικοπνευματικές αρχές, να μη λογαριάζη την κοι­νή λογική, για να γράφη τέτοιες ασεβείς και βαρύγδουπες ηλι­θιότητες, που παρασύρουν αστήρικτες ψυχές σε ανύποπτες θα­νάσιμες αμαρτίες; Πουθενά δεν είδα μια παραπομπή ευαγγελική, πατερική, που να θεμελιώνη τις άρρωστες φαντασιώσεις του κ. Γιαν., πλην της προκρουστείου κακοποιήσεως των κειμένων του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, που «σώνει και καλά» να τον φέρη στα μέτρα του, για να υπηρετήση, μέσα στην ασέληνο νύχτα του, τις φιλόπορνες θεωρίες του. Το μόνο στοιχείο συμμαρτυρίας είναι ένα πορνικόν απόσπασμα του λάγνου Αγγ. Τερζάκη. Να τον χαίρεται!

Είναι τόση η εξάπλωση του νεονικολαϊτισμού, ιδίως μετα­ξύ θεολόγων και νέων «χριστιανών», που κηρύττουν και βιώνουν το πρώτο στάδιο τής, δι’ έρωτος ετερόφυλου, μυήσεως στον θείον έρωτα, ώστε πολλοί απ’ αυτούς να μη μεταπείθω­νται από τα αποδεικτικά επιχειρήματα, Γραφικά και Πατερικά, ότι αμαρτάνουν θανασίμως. Ο γράφων έχει προσωπική πείρα πλείστων περιπτώσεων. Αλλά και έμπειροι Πνευματικοί και ορθοδοξότατοι θεολόγοι, είναι πολύ ανήσυχοι από τη φθορά που προκαλείται στις ψυχές των νέων.

Για παράδειγμα, πλην των τόσων κρουσμάτων, «απελευθε­ρώσεων» των νέων χριστιανών από την «καταπίεσή» τους υπό ενός «παρεξηγημένου» χριστιανισμού, αναφέρω μια επιστολή ενός θεολόγου κ. Π. Λιαλιάτση προς τη «Σύναξη» (αριθ. 6) με τον τίτλον «MATERIA GRAVIS». Είναι εκτεταμένη και δεν έχω δικαίωμα να την παραθέσω για δημοσίευση. Εάν η δ/νση του «Ο.Τ.» θέλη να προσφέρη υπηρεσία στην Εκκλησία -που ασφαλώς πάντοτε θέλει, αλλά δεσμεύεται για την εξοικονό­μηση χώρου – ας την δημοσιεύση, για να καταφανή η έκταση της φθοράς, που προεκάλεσεν η περί έρωτος αντιπνευματική εκστρατεία του κ. Γιαν. Είναι τόση η κατάπληξή μου για την αυθαιρεσία της σκέψεως του αγνώστου μου αυτού θεολόγου, ώστε να μη μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχουν σήμερα τέτοιοι θεολόγοι. Γιατί ομολογουμένως υπερέβαλλε όχι μόνο τους άλ­λους ομοϊδεάτες του, αλλά και αυτόν τον διδάσκαλον σε τολ­μηρότητα. Μία λέξη μου διαφεύγει: Φρίττω. (Εάν και η δ/νση του «Ο.Τ.» φρίττη, ας την δημοσιεύση, «ίνα αποκαλυφθούν εκ πολλών καρδιών οι διαλογισμοί»).

Και μέχρις εδώ, ίσως να μη φαίνεται και τόσο σοβαρό το κρούσμα. Ένας θεολόγος είναι, όσο και αν «ηστόχησε περί την πίστιν». Το πιο ανησυχητικόν όμως είναι, ο σχολιασμός της επιστολής από τη «Σύναξη». Τώρα που ξαναδιαβάζω το κείμενο αυτό, εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου να μη είχε γραφή από το μακαρίτη φίλο μου Παναγιώτη Νέλλα. Ο σχολιασμός της επιστολής απηχεί σαφέστατα το τριδιάστατο του γιανναρικού συστήματος. Κι εδώ ο διδάσκαλος; Είναι κατα­πληκτική η ομοιότης των θέσεων περί έρωτος του κ. Γιαν. Αντιγράφω φράσεις που συνοψίζουν τα τρία στάδια. «Έχο­ντας ανατραφεί μέσα στον ευσεβισμό και τον πουριτανικό ηθικισμό, βλέπουν το σώμα τους ως κακό – δηλ. οι πολλοί σημε­ρινοί χριστιανοί – και ζώντας μέσα σε διαρκή φόβο καταντούν – νέοι, ώριμοι ή γέροι, έγγαμοι ή άγαμοι – υπάρξεις ανάνθιστες, ανέραστες, κλεισμένες μέσα σ’ ένα πνευματικό γεροντοκορισμό». «…Ο αγαπητός επιστολογράφος… θα έπρεπε να συ­μπεριλάβει στον πόνο του και τους νέους που έχουν ζήσει από τα δεκαεφτά τους τα πάντα… όλους εκείνους που είτε ο ευσεβιστικός πουριτανισμός είτε ο εμπορικοποιημένος ηδονισμός έχει μέσα τους νεκρώσει τον έρωτα».

Μέχρις εδώ λοιπόν έχουμε τις δύο αρνητικές θέσεις του γιανναρισμού: Ούτε – αχ, αλλοίμονο – αποχή γεροντοκορική, αλλ’ ούτε και γυμνόν έρωτος ηδονισμόν. Αλλά τί; «Αλλά η λειτουργία αυτή είναι άρηκτα δεμένη με τις άλλες ανθρώπινες λειτουργίες, πράγμα ουσιώδες για την ορθή, δηλαδή υγιή και πλήρη, λειτουργικότητά της. Και επί πλέον – πράγμα επίσης ουσιώδες, επειδή δεν έρχεται από ένα νόμο, αλλά αναδύεται από την ίδια τη φύση – ολοκληρώνεται ως έρως ως κίνηση καθολική της ύπαρξης με την οποία ο άνθρωπος εξέρχεται από την ατομικότητά του, και ανοίγεται στη σχέση με τους άλλους και με το Θεό, ζώντας μέσα στην αγάπη…» (!!!) Ω καιροί, ω ήθη!

Και το τρίτο στάδιο μας δόθηκε. Ο έρωτας ένωσε τον ένα με όλους και με το Θεό! Πού πηγαίνουμε αδελφοί; Που οι απειλές για την πορνεία; Πού είναι η απόφαση του Κυρίου, ότι ο απλώς επιθυμήσας ήδη εμοίχευσεν εν τη καρδία αυτού; Και τί γίνεται η ειδοποίηση του Αποστόλου ότι «ούτε μοιχοί εισελεύσονται…», ή ότι είμαστε ναοί – τα σώματά μας – και «ο φθείρων τον ναόν φθερεί τούτον ο Θεός»; Φείσαι Κύριε. Τόσο σκοτάδι, τόση πλάνη, τόση αθεοφοβία, ώστε όχι μονάχα να μη «μισούμε τον από της σαρκός εσπιλωμένον χιτώνα», αλλά και να θεωρούμεν ολόκληρη την Εκκλησία ως πλανηθείσαν και αυτούς τους Αποστόλους του Κυρίου, ως έχοντας ατελή γνώση στα θέματα του έρωτος, που ενώνει ουρανό και γη, τον άνθρωπο με τον Θεό! (Πάλι μια πρόταση· να εδημοσιεύετο ολόκληρο αυτό το σχόλιο στις στήλες του «Ο.Τ.» για να ελεγχθή η θλιβερή «θεολογία» του, και για να διαφωτισθούν οι νέοι μας. Είναι μια βεβαία προσφορά στην Ορθοδοξία).

Φαίνεται ότι οι θεολόγοι μας, όσοι φρονούν γιανναρικά και «συναξιακά» – τουλάχιστο σύμφωνα με το σχόλιο – δεν έχουν καταλάβει ό,τι έγραψα προηγουμένως· δηλαδή ότι αυτές οι ασε­βείς αερολογίες, που οδηγούν στην αιώνια απώλεια, οφείλονται στην παραφυσική κατάστασή μας και ευρίσκουν απήχηση επί­σης στα επίπεδα των παρά φύση βιούντων, με τα πάθη, τις επιθυ­μίες, την άγνοια, τη λήθη και τη ραθυμία.

Αλλά η Ορθοδοξία έχει ατελείωτη διδασκαλία και αναρίθ­μητα πρότυπα, για να κατανοήσουμε την αθλιότητά μας και να μιμηθούμε τα πρότυπα του Κυρίου και των Αγίων μας, ώστε, θεραπευόμενοι από τα βασικά πάθη της φιληδονίας, της φιλοδο­ξίας και της φιλαργυρίας, να φθάσουμε στο κατά φύση και με τη δυναμική φορά της ψυχής μας να γίνουμε «καθ’ ομοίωση», οπότε τότε, σαν καθαροί, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα και αγια­σμένοι, θα είμαστε ενωμένοι με τον καθαρό Θεό.

   Προ ημερών, επηρεασμένος και ανήσυχος από τα κρούσματα του νεονικολαϊτισμού, έκαμα μία διάλεξη στη Θεσσαλονίκη και είπα ό,τι σχεδόν έγραψα περί Γιανναρά και διευκρίνησα ότι τα φαινόμενα του νοσηρού, σαρκικού και αμαρτωλού έρωτος, οφεί­λονται στον ψευτοχριστιανισμό μας, ότι ο όρος έρως, δεν υπάρ­χει στην πατερικήν ορολογία στις σχέσεις των ανθρώπων, αλλά μόνον αγάπη, που μετουσιώνεται στο ενδιαφέρον για την οικο­δομή, τον αγιασμό και την σωτηρία του αγαπωμένου. Έρως είναι φλογερή αγάπη, που αναφέρεται μόνο στον Θεόν και δεν έχει καμμία θέση ούτε προ του γάμου, ούτε μέσα στο γάμο. Η φροντί­δα πρέπει να εξαντλείται στην επιθυμία της αιωνίου ζωής μετά του Θεού. Αντελήφθην ότι, η άποψη, πως δεν νοείται έρως προ ή μετά τον γάμο, προκάλεσε κάποια δυσφορία. Γι’ αυτό θα κάμω εδώ μια επεξήγηση παραδοσιακή.

Από πού αρχίζει η εν Χριστώ ζωή; Από το άγιο Βάπτισμα. Ερχόμενος ο νέος άνθρωπος στον κόσμο μας, από την συνεργία του δημιουργικού προστάγματος του Θεού με τους γεννήτορες, είναι βεβαρημένος και με αρρωστημένη φύση από το προπατορικόν αμάρτημα, αλλά και με δαιμονικές επήρειες. Βαπτιζόμενο με τις τρεις καταδύσεις στο αγιασμένο νερό, το νήπιο, και αποτασσόμενο μεν τον σατανά, συντασσόμενο δε με τον Χριστόν, ανα­δύεται νέος άνθρωπος, «καινός», «καινή κτίση». Δεχόμενος δε το Χρίσμα, τη «σφραγίδα δωρεάς», λαμβάνει το Άγιον Πνεύμα και τα χαρίσματα «φόβου Θεού», «συνέσεως» και «σοφίας».

Η ψυχή λάμπει σαν τον ήλιο, το «κατ’ εικόνα» επανέρχεται στο πρωτόκτιστο κάλλος του και έκτοτε έχει τη δυνατότητα να φθάση στη θέωση με τον μεταμορφωτικό δυναμισμό τού «καθ’ ομοίωση», μεταδίδοντας και στο σώμα – αφού «άνθρωπος είναι το συναμφότερον» – «τα σύμβολα της αφθάρτου βιότητος», κατά τον Άγιο Διάδοχο.

Όταν λοιπόν το βρέφος αυτό ανατρέφεται «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» από τους όντως Ορθοδόξους χριστιανούς γονείς του και, με γνώση και εμπειρία της πνευματικής παραδό­σεως, του ρίπτουν συνεχώς σπέρματα αγαθά στην μικρή ψυχή του, όταν του απασχολούν το λογιστικό του με διηγήσεις για τον Θεόν, για τον Σαρκωθέντα Λόγο, για τη διδασκαλία και τις εντολές Του, για τη Σταύρωσή Του και την Ανάστασή Του, για την αγάπη Του προς τους ανθρώπους, όταν το διδάσκουν για την πανταχού παρουσία του Θεού, όταν του λέγουν πως ο Χριστός μας έχει δώσει Άγιον Πνεύμα, που μας φωτίζει, ότι έχει κοντά του ένα φύλακα Άγγελο που το προστατεύει και ότι πρέπει να αγαπά τον Χριστόν, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους, τους ανθρώπους και, κατά την ανάπτυξη της διπλής ηλικίας, σωματικής και πνευματικής, το εισάγουν στα βαθύτερα δόγματα της Εκκλησίας, τότε και το παθητικό μέρος της ψυχής του, (το επιθυμητικό και το θυμοειδές) θα διαμορφώνεται αναλόγως.

Λειτουργώντας λοιπόν η ψυχή τού νέου με νοήματα πνευμα­τικά και επιθυμώντας τα θεία με σταθερό φρόνημα, συνεχώς θα «διαθέτη αναβάσεις» στην καρδιά του και σταδιακά θα αγαπά τα θεία, τα θεία θα γεύεται, τα θεία θα ακούη, τα θεία θα αισθά­νεται. Οπότε θα έχη σαφείς και συγκεκριμένες εμπειρίες, ε­νέργειες της χάριτος στην καθαρή ψυχή του, αληθινόν έρωτα του Θεού, που τον παρήγαγε η γνώση και η ευγνωμοσύνη, για όσες δωρεές, ευεργεσίες και χαρίσματα του έδωσε, του δί­νει και θα ολοκληρώση στην αιώνια ζωή.

Σ’ αυτή την κατάσταση η ψυχή του νέου, τί περισσότερο, τί καλύτερο, τί μεγαλύτερο, τί ωραιότερο θα μπορούσε να επιθυμήση; Τίποτε. Οπότε κάθε πρόκληση ηδονών κατ’ αίσθηση ή ποικίλων φιλοδοξιών που ελκύουν τους πολλούς θα του είναι αδιάφορος. Εάν ο όχι ονομαστικός, αλλά αληθινός αυτός χρι­στιανός δεν γίνη μοναχός, αλλά, υπακούοντας στους γονείς του, νυμφευθή με μίαν επίσης αληθινή χριστιανή, που ανετράφη με τον ίδιον επιμελημένο τρόπο, μπορούμε να μη δεχθούμε ότι, στις σχέσεις τους, σ’ όλες τις πλευρές της συζυγίας, δεν θα κυριαρχή ο Χριστός, η αγάπη και ο φόβος να μη εκπέσουν από τα επίπεδα της πνευματικής τους εμπειρίας; Ότι θα έχουν «το πολίτευμα εν ουρανοίς», ότι θα λειτουργήσουν στη φύση σαν γνήσια παιδιά του Θεού, με πίστη, με ελπίδα, με αγάπη σ’ Εκείνον, που έλκει τις ψυχές τους για την αιώνια ζωή και που η αμοιβαία αγάπη τους θα μετουσιώνεται σε συνεχές ενδιαφέρον για τη σωτηρία τους;

Με αυτά θέλω να καταλήξω στο ότι, οι αληθινοί χριστιανοί, δεν αισθάνονται καμμία επιθυμία προγαμιαίων σχέσεων, ούτε και εμπνέονται από ερωτικές διαθέσεις μέσα στο γάμο. Μόνον όσοι από τη νεότητά τους είναι σάρκες, γιατί δεν απέκτησαν πνευματικές εμπειρίες, θεωρούν και τις προγαμιαίες σχέσεις και τον έρωτα μέσα στο γάμο, σαν απαραίτητες προϋποθέσεις για να κατανοήσουν και να γευθούν τον θείον έρωτα, όπως ισχυρίζο­νται, που εν αναλύσει μόνο θείος δεν είναι.

Με άλλα λόγια, νομίζοντες ότι είμαστε καλοί χριστιανοί, ενώ είμαστε εμπαθείς, θεωρούμε τις διάφορες εμπαθείς παρενέργειες, υπό τη μορφή του έρωτος, ως ένθεσμες και επιθυμητές, αγνοούντες ότι πρέπει να ξεπερασθούν, για να ενωθούμε από εδώ με τον Θεόν, για να ζήσουμε εν Θεώ αιωνίως. Η αγάπη σε πρόσωπα και πράγματα είναι καταστροφική, εάν δεν είναι καθαρή από αμαρτωλό πάθος. Γι’ αυτό και ο αββάς Ισάακ λέει· «πρόσεχε να μη δεχθής στην καρδιά σου ενέργεια αγάπης, εάν προηγου­μένως δεν περάση ο αγνιστικός φόβος, για να την καθαρίση. Αλλοιώς θα σου γίνη έχιδνα και θα σε καταφάγη».

Επομένως το όλο πρόβλημα ευρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Αν είσαι καθαρός, αγάπα. Αν όχι, μακρυά από αγάπες. Και αυτή την αλήθεια φαίνεται να την αγνοούν οι λεγόμενοι νεορθόδοξοι, γι’ αυτό και εισάγουν στην Εκκλησία φρονήματα που στέλλουν στην αιώνια απώλεια ψυχές, «δι’ άς Χριστός απέ­θανε». Γι’ αυτό και «μείζον κρίμα λήψονται», αν δεν μετανοήσουν, όπως εύχομαι.

 

Από το πρώτο μέρος της τριλογίας “ΠΕΡΙ ΘΕΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΕΡΩΤΟΣ” με τίτλο “Ο Νεονικολαϊτισμός του κ. Χρ. Γιανναρά” (Εκδόσεις “ΣΠΗΛΙΩΤΗ”, Γ’ Έκδοση, 2003) http://alopsis.gr

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας (https://www.entaksis.gr).

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Η Εκκλησία στα Έσχατα Χρόνια.



Θα πρέπει όλοι οι πιστοί να καταλάβουν, ότι η Εκκλησία δεν είναι εκεί που φαίνεται. Οι Λειτουργίες θα εξακολουθήσουν να γίνονται και οι ναοί να γεμίζουν από πιστούς, όμως η Εκκλησία δεν θα έχει καμμία σχέση με τους ναούς εκείνους, ούτε με εκείνα τα ράσα κι εκείνους τους πιστούς. Η Εκκλησία είναι εκεί, όπου υπάρχει η αλήθεια. Πιστοί είναι εκείνοι, που συνεχίζουν την αδιάκοπη παράδοση της Ορθοδοξίας, το έργο αυτό του Αγίου Πνεύματος. Ιερείς είναι εκείνοι που σκέπτονται, ζουν και διδάσκουν, όπως οι Πατέρες και οι 'Αγιοι της Εκκλησίας, ή τουλάχιστον, που δεν τους αρνούνται με την διδαχή τους. 'Οπου δεν υπάρχει αυτή η συνέχεια σκέψεως και ζωής, είναι πλάνη να ομιλούμε για Εκκλησία, έστω και αν όλα τα εξωτερικά φαινόμενα μιλούν γι' αυτήν. Πάντα θα βρεθεί ένας κανονικός ιερεύς, χειροτονημένος από έναν κανονικό Επίσκοπο, που να ακολουθεί τήν Παράδοση. Γύρω σε τέτοιους ιερείς θα συσπειρώνονται οι μικρές ομάδες των πιστών που θα απομείνουν στο τέλος των καιρών. Αυτές οι μικρές ομάδες, θα είναι η κάθε μία τους και από μία τοπική «Καθολική» Εκκλησία του Θεού.
Ο πιστός θα βρίσκει μέσα σ' αυτές όλο το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού. Δεν θα έχουν ανάγκη από διοικητικούς ή άλλους δεσμούς, γιατι η κοινωνία που θα υπάρχει μεταξύ τους θα είναι η τελειότερη που μπορεί να υπάρξει. Θα είναι η κοινωνία στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού, η Κοινωνία στο Πνεύμα το Άγιο. Οι χρυσοί κρίκοι της αναλλοίωτης Ορθοδόξου Παραδόσεως θα συνδέουν τις Εκκλησίες αυτές μεταξύ τους, καθώς και με τις Εκκλησίες του παρελθόντος, με την θριαμβεύουσα Εκκλησία των ουρανών. Μέσα σ' αυτές τις μικρές ομάδες θα διατηρηθεί ακέραιη η Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία. Βέβαια είναι θαυμάσιο να μπορεί να υπάρχει τάξις και συντονισμός στις εξωτερικές εκδηλώσεις των διαφόρων Εκκλησιών, και oι ολιγότερο σημαντικές Εκκλησίες να παίρνουν κατευθύνσεις και οδηγίες από τις πιο σημαντικές, όπως γίνεται τώρα ανάμεσα στις Επισκοπές, τις Μητροπόλεις, τις Αρχιεπισκοπές και τα Πατριαρχεία. Όμως στο τέλος των καιρών τέτοιες εξωτερικές σχέσεις και επαφές θα είναι τις περισσότερες φορές αδύνατες.
Θα υπάρχει τέτοια σύγχυσις στον κόσμο, που η μία Εκκλησία δεν θα μπορεί να είναι τόσο σίγουρη για την ορθοδοξία της άλλης, λόγω του πλήθους των ψευδοπροφητών, που θα έχουν γεμίσει τον κόσμο, και θα λέγουν «εδώ ο Χριστός και εκεί ο Χριστός». Μόνον μέσα σε μικρές ομάδες θα διατηρείται η βεβαιότης της ορθής πίστεως και ζωής. Μπορεί να υπάρχουν και παρεξηγήσεις ανάμέσα σέ πραγματικά Ορθόδοξες Εκκλησίες λόγω της «συγχύσεως των γλωσσών» που υπάρχει στην σύγχρονο Βαβέλ. Όμως τίποτε απ' αυτά δεν θα διασπά την ουσιαστική ενότητα της Εκκλησίας. Στο τέλος των καιρών όλοι θα ισχυρίζονται ότι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και ότι η Ορθοδοξία είναι όπως την καταλαβαίνουν αυτοί. Παρ' όλα αυτά όμως, όσοι θα έχουν καθαρή καρδιά και φωτισμένο από την θεία Χάρι νου, θα αναγνωρίζουν την Ορθόδοξο Εκκλησία παρ' όλες τις φαινομενικές διαιρέσεις και την ολοσχερή έλλειψη εξωτερικής αίγλης. Θα συσπειρώνωνιαι γύρω στους πραγματικούς ιερείς και θα γίνονται οι στύλοι της Εκκλησίας. Ας κάνουν ό,τι θέλουν oi άνθρωποι του κόσμου. Ας γίνονται οικουμενικά συνέδρια, ας ενώνονται οι «Εκκλησίες», ας νοθεύεται ο Χρι στιανισμός, ας αλλοιώνεται η παράδοσις και η ζωή, ας ενώνονται οι θρησκείες.
Η Εκκλησία του Χριστού θα μένει αναλλοίωτη, γιατι, όπως λέγει ο Χρυσόστομος, έστω και ένας στύλος της αν παραμείνη όρθιος, η Εκκλησία δεν θα πέσει. «Ουδέν Εκκλησίας ισχυρότερου. Του ούρανού υψηλοτέρα εστί, της γης πλατυτέρα εστίν. Ουδέποτε γήρα, αεί δε ακμάζει». Στύλος της Εκκλησίας είναι ο κάθε πραγματικός πιστός, που μένει κολλημένος στην Παράδοση των Πατέρων, παρ' όλα τα φοβερά ρεύματα τού κόσμου που δοκιμάζουν να τον παρασύρουν. Τέτοιοι στύλοι θα υπάρχουν μέχρι την συντέλεια του κόσμου, ό,τι και να γίνει. Εξ' άλλου, όταν φθάσουν να γίνουν αυτά τα πράγματα, ο ερχομός του Κυρίου δεν θα είναι μακριά. Αυτή η κατάστασις θα είναι το πιο φοβερό σημάδι, ότι κοντεύει ο ερχομός Του. Τότε ακριβώς «ήξει το τέλος». Oι γλυκανάλατοι και συναισθηματικοί Χριστιανοί θεωρούν τα παραπάνω σαν υπερβολική και αποκρουστική άπαισιοδοξία. Σύμμαχοι του κόσμου, δεν μπορούν να ιδούν την σφραγίδα του διαβόλου σ' αυτό που οι ίδιοι επικροτούν. Ούτε μπορούν να αναμετρήσουν το τεράστιο χάος που χωρίζει τον κόσμο από τον Θεό, γιατι τότε θα είναι αναγκασμένοι να παραδεχθούν ότι το ίδιο χάος χωρίζει και τους ίδιους από τον Θεό.
Δεν μπορούν λοιπόν να ανεχθούν να είναι κανείς απαισιόδοξος για την σύγχρονη Βαβέλ. Είναι τόσο ικανοποιημένοι από την εποχή τους. Βλέπουν το μέλλον τόσο λαμπρό. Ο Χριστιανισμός γι' αυτούς είναι τόσο συμβατός με τον κόσμο και είναι τόσο ευχαριστημένοι γι' αυτό, που δεν θα σε συγχωρήσουν αν τους δείξεις ότι πλανώνται. Οραματίζονται στο μέλλον μια παγκόσμια ενωμένη Εκκλησία, με όλους τους ανθρώπους ενωμένους με τον δεσμό της αγάπης. Οι αιρετικοί των διαφόρων αποχρώσεων είναι γι' αυτούς «οι αδελφοί τους Χριστιανοί», από τους οποίους τους εχώρισαν οι εγωισμοί και οι στενοκεφαλιές παρωχημένων εποχών... Για τους ανθρώπους του κόσμου, αυτή η προοπτική του παγκοσμίου κράτους και της παγκοσμίου θρησκείας είναι κάτι το πολύ ευχάριστο. Το ίδιο συμβαίνει και για όσους ποθούν σήμερα την ένωση των «Εκκλησιών» και δεν δίδουν σημασία στην αλήθεια. Για τους τελευταίους αυτούς, τα δογματικά θέματα είναι μισερές βυζαντινολογίες. Αλλά, «διά τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες oι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ' ευδοκήσαντες εν τη αδικία».
Μέσα σ' αυτήν την κοινωνία του Αντιχρίστου,
οι λίγοι που θα μείνουν γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θα αποτελούν την πέτρα του σκανδάλου, την μόνη παραφωνία μέσα στην τόση διαβολική αρμονία.
Γι αυτούς οι μέρες εκείνες θα είναι ημέρες θλίψεως μεγάλης.
«Και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων των εθνών διά το όνομά μου».
Θα είναι μία νέα περίοδος μαρτυρίου, μαρτυρίου περισσότερο ψυχικού παρά σωματικού.
Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θα είναι μέσα στο απέραντο παγκόσμιο κράτος οι απόκληροι της κοινωνίας.
«Και ποιήση, όσοι αν μη προσκυνήσωσι τη εικόνι του θηρίου, ίνα αποκτανθώσι.
Και ποιεί πάντας, τους μικρούς και τους μεγάλους, και τους πλουσίους και τους πτωχούς, και τους ελευθέρους και τους δούλους, ίνα δώσωσιν αυτοίς χάραγμα επί της χειρός αυτών της δεξιάς, ή επί των μετώπων αυτών, και ίνα μη τις δύναται αγοράσαι ή πωλησαι ειμή ο έχων το χάραγμα, το όνομα του θηρίου ή τον αριθμόν του ονόματος αύτού». (Αποκ. 13, 15).
H Ιστορία έχει να μας παρουσιάσει δις την τοπικήν Εκκλησίαν της Κων/λεως άνευ ορθοδόξου επισκόπου. Πρώτον μεν, ότε ούσαν Αρειανοκρατουμένην, ο μεταβάς εκεί προς ενίσχυσιν του Ορθοδόξου ποιμνίου Γρηγόριος ο θεολόγος εύρε αυτό «και ανεπίσκοπον» (MANSΙ 3, 532). Δεύτερον δε επί κακοδόξου Νεστορίου, ότε οί πιστοί, κλήρος και λαος αποκηρύξαντες αυτόν συνήγοντο άνευ αυτού (MANSΙ 4, 1096). Συνεπώς, ο οργανικός σύνδεσμος επισκόπου και αληθείας αποτελεί όρον εκ των ων ουκ άνευ δια την Ορθοδοξίαν της τοπικής εκκλησίας , ης ούτος προίσταται. Δια τούτο και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ετόνιζε προς τους αντιπάλους του: ''Οι της του Χριστού Εκκλησίας, της αληθείας εισί.
Και οι μη της αληθείας όντες, ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί''. (Συγγράμ. Β', 627). Ουχί λοιπόν της Εκκλησίας οι κακοδοξούντες, ουδέ ποιμένες, αλλά ''λύκοι'' εν προβάτου δορά, φορά προβάτων κατεργαζόμενοι, έστω κι αν τιτλοφορώνται αρχιποιμένες, παναγιώτατοι και οικουμενικοί. ''Και τοσούτον μάλλον αν και σφων αυτών κατεψεύδοιντο'' συνεχίζει ο μέγας πατήρ, ''ποιμένας και αρχιποιμένας ιερούς εαυτούς καλούντες και υπ' αλλήλων καλούμενοι. Μηδέ γαρ προσώποις τον Χριστιανισμόν, αλλ' αληθεία και ακριβεία πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα''. (Ένθ αν). Δια τούτον είχε δίκαιον ο καθηγητής πατήρ Γ. Φλωρόφσκι, όταν έγραφε: ''Πολύ συχνά το μέτρον της αληθείας είναι η μαρτυρία της μεοψηφίας. Είναι δυνατόν να είναι Καθολική Εκκλησία το ''μικρόν ποίμνιον''.
Ίσως υπάρχουν περισσότεροι ετερόδοξοι παρά Ορθόδοξοι. Είναι δυνατόν να εξαπλωθούν οι αιρετικοί παντού και να καταλήξει η Εκκλησία εις το περιθώριον της Ιστορίας ή να αποσυρθεί εις την έρημον. Αυτό συνέβη κατ' επανάληψιν εις την Ιστορίαν και είναι πολύ πιθανόν να συμβεί και πάλιν...''. ''Το καθήκον της υπακοής παύει όταν ο επίσκοπος παρεκκλίνει από τον καθολικόν κανόνα και ο Λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήσει, ακόμα δε και να τον καθαιρέσει''. (Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, Θεσσαλον. 1977, σελ. 71, 75. Πρβλ. Ι. Κοτσώνη, Προβλήματα Εκκλησιαστικής Οικονομίας, σελ. 113). ''Γιατι όμως αισθάνονται οι Χριστιανοί τόσο πολύ έντονα την ανάγκη να καταφύγουν οπωσδήποτε σε μια διοικητικά οργανωμένη Εκκλησία;
Αυτό γίνεται, γιατι η Ιστορία έχει μεγάλη δύναμη στην ψυχή μας. Επειδή στην Εκκλησία μέσα στους αιώνες την γνωρίσαμε οργανωμένη σε Πατριαρχεία και σε Συνόδους, την ταυτήσαμε με την οργάνωσή της αυτήν, ξεχνώντας ότι κατά την διάρκεια των αιρέσεων, η οργάνωση αυτή χανόταν για τους Ορθοδόξους και γινόταν το όπλο της κακοδοξίας εναντίον τους. Όμως στους αποκαλυπτικούς καιρούς που ζούμε, έχουμε αφήσει πια πίσω την Ιστορία και μπήκαμε στην Εσχατολογία. Η πνευματική μας επιβίωση εξαρτάται από την συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος. Έπεσαν πια όλα τα ιστορικά μας αντερείσματα. Η αποστασία άλλαξε τους ποιμένας σε λύκους και η οργανωμένη Εκκλησία που ξέραμε είναι πια σήμερα αγέλη λύκων και θάνατος προβάτων. Ο διάβολος είναι πια λυμένος.
Για να επιβιώσουμε πρέπει να δούμε την Εκκλησία στη μυστική και μυστηριακή της ουσία, γυμνωμένη από την διοικητική της οργάνωση που γνωρίσαμε στην Ιστορία. Στην αρένα οι μάρτυρες γυμνοί αντιμετώπιζαν τα θηρία. Γυμνή και η στρατευομένη Εκκλησία των εσχάτων καιρών θα παλέψει μαζί τους χωρίς Συνόδους, χωρίς Πατριαρχεία, χωρίς σύνδεσμο των κατά τόπους μικρών Εκκλησιών άλλον από τον Χριστόν και την κοινωνία τους με την θριαμβεύουσα Εκκλησία. Το συνηθισμένο λοιπόν ερώτημα: ''Καλά να φύγουμε από τον Οικουμενισμό, αλλά σε ποια Εκκλησία να πάμε;'' δεν έχει την θέση του σήμερα. Γιατι δεν πρόκειται να πάμε πουθενά, αλλά να μείνουμε στην Εκκλησία του Χριστού, στην Εκκλησία των Πατέρων. Ν' αρνηθούμε τις παραποιήσεις και να μείνουμε στην αλήθεια που από απαλών ονύχων γνωρίσαμε, αλλά δυσκολευόμαστε πια ν' αναγνωρίσουμε σ' αυτό που μας λέγουν, ότι είναι δήθεν Εκκλησία. Αυτή την άρνηση του ψεύδους και των παραποιήσεων, θα την πραγματοποιήσουμε εκεί που βρισκόμαστε, διακόπτοντας απλά κάθε επικοινωνία μαζί της.
Και τότε, όταν θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα που περιμένει από μας ο Θεός, θα έλθει ο ίδιος σε συνάντησή μας και θ' ανοίξει τα μάτια μας που μέχρι τότε όνομα είχαν ότι βλέπουν, αλλά ήταν ανίκανα να δουν τον αληθινό Χριστό. Και όταν τον δούμε θα τρέξουμε στον πιο ακριβό μας φίλο, όπως έτρεξε ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ και θα τον καλέσουμε να' ρθει να δει κι αυτός , όσο κι αν αμφιβάλλει για το καλό που μπορεί να έλθει από την Ναζαρέτ. Έτσι σχηματίζεται το ''μικρό ποίμνιο'', η μικρή τοπική εκκλησία. Οι αληθινοί Ισραηλίτες βρίσκουν ο ένας τον άλλον και έρχονται μαζί στον Χριστό, λαικοί και Ιερείς και Επίσκοποι.
Γέρων Θεοδώρητος Μαύρος (+2007)
-------------------------------------------------
Δια της Εγκυκλίου της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης καθιερώθηκε και ''Συνοδικά'' ο Οικουμενισμός, ως διακεκηρυγμένη παναίρεση στους κόλπους της επισήμου Εκκλησίας, αναγνωρίστηκε επίσημα η οντολογική ύπαρξη και άλλων Εκκλησιών που έχουν σωστικά μυστήρια και νομοθετήθηκε ''πανορθόδοξα'' η απρόσκοπτη πορεία υπέρ της των πάντων ενώσεως!
Κατοχυρώθηκε ''Συνοδικά'' η φίμωση, η λογοκρισία και η απαγόρευση εις πάντα
μη συμμορφούμενο προς τας οικουμενιστικάς υποδείξεις, νομιμοποιήθηκε το Π.Σ.Ε. αποκτώντας και κατοχυρωμένα οικουμενικό χαρακτήρα και ''ταυτοποιήθηκε'' επισήμως η Ορθοδοξία με τον Οικουμενισμό!(
Οι αποφάσεις της Ληστρικής αυτής Ψευδοσυνόδου έχουν οικουμενικό χαραχτήρα,
αποτελούν πλέον εσωτερικό νόμο των τοπικών εκκλησιών και εγγίζουν όχι μόνο τον κλήρο, μα και παν το ποίμνιο, που κοινωνεί δια των ιερέων και επισκόπων του με τους ακοινωνήτους του Οικουμενικού θρόνου.
Τέλος, η ''Ευχή της των πάντων ενώσεως'' της Μεγάλης Συναπτής, που τόσο υπερφίαλα, βλάσφημα και ανέξοδα ερμηνεύθηκε πρόσφατα από τον Ποντίφηκα του Φαναρίου, ως ένωση όλων των εκκλησιών, διαφορετικών δογμάτων, σημαίνει αυτό και μόνον αυτό:
την ένωση δηλαδή πάντων των ανθρώπων εν αληθεία Ορθοδόξου πίστεως και την επιστροφή τους στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ως πασίδηλα μετανοημένοι και αναγεννημένοι εκ του Ορθοδόξου βαπτίσματος
ευλογημένοι Χριστιανοί.
Εύχεσθε και προσεύχεσθε!

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Διδασκαλία της Εκκλησίας για τα μυστήρια των αιρετικών Μελετίου (Καλαμαρᾶ), Μητροπ. Νικοπόλεως,.(+2012)


--------------------------------------------------------

Παρουσιάζουμε στη  συνέχεια απόσπασμα από θεολογική μελέτη του  μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης κυρού Μελετίου , περί των μυστηρίων ,που τελούν αιρετικοί ιερείς, από το βιβλίο του Η Ε ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ.

Τα βασικά σημεία του κειμένου είναι

Α. Η Εκκλησία δεν είναι διοικητικό σωματείο, αλλά ενότητα Πίστης και Αγίου Πνεύματος. Μόνο η αίρεση τη διασπά.

Β. Ο ιερέας παραμένει «πατέρας» και «ποιμένας» μόνο όσο ορθοτομεί την αλήθεια. Αν παρεκκλίνει, θεωρείται «λύκος» και χάνει την πνευματική του ιδιότητα.

Γ.Η ετεροδοξία του ιερέα «μιαίνει» (μολύνει) τα μυστήρια. Η συμμετοχή σε αυτά δεν αγιάζει τον πιστό, αλλά τον καθιστά συνένοχο στην πλάνη.

Δ. Οφείλουν οι πιστοί  να διακόπτουν την κοινωνία ακόμη και με υπόπτους για αίρεση (παράδειγμα: η 35ετής αποχή των Ορθοδόξων στο Ακακιανό σχίσμα).

Ε. Η μνημόνευση είναι η σφραγίδα της ταύτισης στην πίστη. Η διαγραφή (π.χ. Πάπας Βιγίλιος) είναι αναγκαία για να παραμείνει η Εκκλησία καθαρή από την «ασέβεια»

Συμπερασματικά αυτό που καθιστά ορθόδοξο  έναν ιερέα  και έγκυρα τα μυστήρια τα οποία τελεί , είναι ΟΤΑΝ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ  ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ & ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΙΣΤΗ . 

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

----------------------------------------------------------------------------

 ΚΕΙΜΕΝΟ

«Κατ διαμφισβήτητον κκλησ. ρχν νότης τς κκλησίας δν εναι διοικητικς-θεσμικς μορφς. κκλησία εναι ν Πνεύματι μία· εναι νωμένη ν τ νόματι το Χριστο. “Ες Κύριος· μία Πίστις· ν Βάπτισμ· ες Θες κα Πατρ πάντων, π πάντων κα δι πάντων κα ν πσιν μν”. νότης ατ παρασαλεύεται μόνον π τς τεροδοξίας. τέρως, παρ’ παρέλαβε, φρονν, παύει ν χ τν νότητα τς πίστεως κα τν κοινωνίαν το γίου Πνεύματος. Δι τοτο κατ τν Ε΄ Σύνοδον (Πρξ. Α΄ §3, 17) πέρτατο χρέος τν ερέων, φυλάκων τς κκλησίας, εναι περιφρούρησις τς πίστεως. κπτωσις ερέων π τν νότητα τς πίστεως μιαίνει τ π’ ατν τελούμενα μυστήρια κα αρει π ατος τ χάρισμα τς πνευματικς πατρότητος. ντ ποιμένων ποβαίνουν λύκοι, κατατρώγοντες τ ποίμνιόν τους (βλ. Πρξ. ΣΤ΄ §15, 10 κα Πρξ. Α΄ 3, 14). Δι τοτο ουστινιανς δηλο (κα Σύνοδος πικυρώνει τν ”θέσιν” ατν (ν Πράξει Ζ΄ §16, 1-2), τι οδέποτε θ νεχθ ν λάβ τν θείαν κοινωνίαν π ερες πόπτους π αρέσει. Κα ο ρθόδοξοι καθ’ λον τ διάστημα το κακιανο σχίσματος ρνήθηκαν ν κοινωνήσουν τν χράντων μυστηρίων π χειρν πλς πόπτων. “κοινώνητοι δι τί μένομεν π τοσατα (35) τη; Δι τί ο κοινωνομεν; (Α.C.O. 3, σελ. 72). ερες κα πατέρες εναι μόνον ο τηροντες τν πίστιν νόθευτον (Πρξ. A΄ §3, 14).

Κάθε ερες τελε τ χραντα μυστήρια ξίως κα π γιασμ, μόνον φ΄ σον εναι νωμένος μ τν πίστιν τς κκλησίας. Πρς δήλωσιν κα παραφυλακν ατς τς νότητος γίνεται μνημόνευσις τν ερν διπτύχων. Ες μν τ δίπτυχα τν ζώντων ναγράφονται κα κφωνονται τ νόματα τν “κοινωνικν” ρθοδόξων ρχιερέων κα πατριαρχν. Δι τοτο δ κα Σύνοδός μας, πρς περιφρούρησιν τς καθαρότητος τν γίων μυστηρίων διαγράφει π τ ερ δίπτυχα τ νομα το τότε ρχιερατεύοντος πάπα Βιγιλίου (βλ. Πρξ. Ζ΄ §16-17). Ες τ δίπτυχα τν κεκοιμημένων μνημονεύονται μόνον ο ρθόδοξοι πατέρες κα διδάσκαλοι. Δι τοτο καί, ταν διεπιστώθη τι Θεόδωρος κήρυττεν τεροδιδασκαλίας, διεγράφη τ νομά του π τ δίπτυχα τς ν Μοψουεστί κκλησίας. Εναι “λλότριον τν χριστιανν ν δέχωνται τν σέβειαν (=αρεσιν) ξ σου μ τν ρθόδοξον πίστιν” (Πρξ. Α΄ §3, 13). λοι ο ερες πρέπει ν χουν μία κα μόνον γνώμην (Πρξ. Β΄ § 5, 7).

Πέμπτη Οκουμενικ Σύνοδος» το Μελετίου (Καλαμαρ), μητροπ. Νικοπόλεως, θναι 1985, σελ. 104-17).