πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Εισαγωγικά
Η δημοσίευση του άρθρου «Σχόλια και απόψεις στη διαδικτυακή
συζήτηση με θέμα: “Οικουμενισμός – Αποτείχιση – Πάτριο Εορτολόγιο (παλαιό) –
Γ.Ο.Χ.”» αποτέλεσε την αφορμή για μια νέα και εκτεταμένη συζήτηση, τόσο στο
ιστολόγιο «Ψηφίδες Ορθόδοξης Ομολογίας», όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,
γεγονός απολύτως αναμενόμενο λόγω της σοβαρότητας και της πολυπλοκότητας του
ζητήματος.
Επειδή στο αρχικό άρθρο διατυπώθηκαν γενικότερες θέσεις του
γράφοντος, η συζήτηση επεκτάθηκε σε ειδικότερα θέματα, τα οποία τέθηκαν με
επιμονή και απαιτούν διευκρίνιση. Για τον λόγο αυτό κρίνεται αναγκαία η παρούσα
συμπληρωματική παρέμβαση, προς πληρέστερη ενημέρωση των ενδιαφερομένων.
Υπενθυμίζεται ότι πάγια θέση του γράφοντος είναι πως η
ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1924 συνιστά πρωτίστως ποιμαντικό και αστρονομικό
ζήτημα και όχι εκκλησιολογικό ή δογματικό, για λόγους που έχουν επανειλημμένως
αναλυθεί. Ωστόσο, η ποιμαντική πρακτική που ακολουθήθηκε και συνεχίζει να
εφαρμόζεται μέχρι σήμερα υπήρξε αδιάκριτη και απαράδεκτη, με αποτέλεσμα το
ημερολογιακό θέμα να ταλαιπωρεί το εκκλησιαστικό σώμα για περισσότερο από έναν
αιώνα.
Η κατάσταση αυτή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της σοβαρής
δυσλειτουργίας του συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας, γεγονός που συνέβαλε
στην όξυνση του ζηλωτικού διχασμού μεταξύ παλαιοημερολογιτών και
νεοημερολογιτών, με όλες τις οδυνηρές συνέπειες που αυτός συνεπάγεται. Επίσης η
ταύτιση ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ και ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ δημιουργεί ΣΟΒΑΡΟΤΑΤΟ πρόβλημα
συνεννόησης.
Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένες χαρακτηριστικές απόψεις
που διατυπώθηκαν στη συζήτηση, μαζί με τις αντίστοιχες απαντήσεις, ενώ στο
τέλος επιχειρείται μια συνολική αποτίμηση της συζήτησης.
Άποψη πρώτη
Δεν είναι δυνατόν να διακόπτει κανείς την εκκλησιαστική
κοινωνία με τον Οικουμενισμό και τους φορείς του και ταυτόχρονα να αρνείται να
ενωθεί με εκείνους που προηγήθηκαν χρονικά στην απόρριψη του Οικουμενισμού και
στην εμμονή στην πάτρια ευσέβεια, δηλαδή με την επάνοδο στο παλαιό ημερολόγιο.
Απάντηση
Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μια αυθαίρετη ταύτιση ανόμοιων
ζητημάτων και οδηγεί σε εσφαλμένα εκκλησιολογικά συμπεράσματα. Η απόρριψη του
Οικουμενισμού αποτελεί πράξη δογματικής ομολογίας και στάση πίστεως, ενώ η
επάνοδος στο παλαιό ημερολόγιο συνιστά συγκεκριμένη ιστορική και διοικητική
επιλογή. Η μετατροπή της δεύτερης σε αναγκαίο και μοναδικό επακόλουθο της
πρώτης δεν θεμελιώνεται ούτε στην πατερική παράδοση, ούτε στους ιερούς κανόνες,
αλλά αποτελεί ιδεολογική κατασκευή εκ των υστέρων.
Επιπλέον, αποσιωπάται επιλεκτικά το καθοριστικό γεγονός ότι
στον χώρο του παλαιού ημερολογίου ανήκουν και Τοπικές Εκκλησίες με έντονη
οικουμενιστική δραστηριότητα, όπως η Ρωσία, η Σερβία, τα Ιεροσόλυμα, η
Αντιόχεια, καθώς και το Άγιον Όρος. Ανακύπτει, λοιπόν, ένα εύλογο και σοβαρό
ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να πολεμάται ο Οικουμενισμός μέσω μιας ένωσης με
φορείς του Οικουμενισμού, απλώς και μόνο επειδή ακολουθούν το παλαιό
ημερολόγιο;
Η ημερολογιακή ταύτιση, όπως αποδεικνύεται εμπράκτως, δεν
λειτουργεί ως κριτήριο εκκλησιολογικής διάκρισης, ούτε ως εγγύηση ορθόδοξης
ομολογίας.
Άποψη δεύτερη
Ο νεοημερολογιτισμός αποτελεί το πρώτο πρακτικό βήμα του
Οικουμενισμού. Είναι απαράδεκτη η αποδοχή λειτουργικής ανομοιομορφίας μέσω της
ημερολογιακής διαφοροποίησης. Η επιβολή της ημερολογιακής καινοτομίας διέλυσε
την εορτολογική ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για την ενότητα αυτή
αγωνίστηκαν οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθορίζοντας το αιώνιο
Πασχάλιο. Ο Μέγας Κωνσταντίνος σημειώνει ρητώς ότι η μη εορτολογική ενότητα
είναι αναρμόδια για την Εκκλησία. Είναι άραγε ασήμαντο να εορτάζουμε μαζί το Πάσχα
και χωριστά τα Χριστούγεννα, άλλοι να νηστεύουν και άλλοι να καταλύουν;
Απάντηση
Με τη θέση αυτή η ημερολογιακή μεταρρύθμιση των ετών
1923–1924 αξιολογείται με εκκλησιολογικά κριτήρια, ως δήθεν καταργούσα την
ενότητα της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό, έμμεσα, αλλά σαφώς, αποδίδεται στο
λεγόμενο Πανορθόδοξο Συνέδριο του 1923 πανορθόδοξο κύρος και οι αποφάσεις του
χαρακτηρίζονται ως αιρετικές.
Ωστόσο, το Συνέδριο του 1923 στην Κωνσταντινούπολη δεν
υπήρξε Πανορθόδοξο με την κανονική, εκκλησιολογική και ιστορική έννοια του
όρου. Μια Πανορθόδοξη Σύνοδος προϋποθέτει τη σύγκληση ή, τουλάχιστον, τη σαφή
συναίνεση όλων των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, την ισότιμη και κανονική
εκπροσώπησή τους και την αποδοχή των αποφάσεών της από το σύνολο της Εκκλησίας.
Τίποτε από αυτά δεν συνέβη το 1923.
Από το Συνέδριο απουσίαζαν τρία από τα τέσσερα αρχαία
Πατριαρχεία της Ανατολής, ενώ δεν υπήρξε κανονική συμμετοχή της Ρωσικής
Εκκλησίας, της πολυπληθέστερης τότε Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η παρουσία ελάχιστων
ιεραρχών και λαϊκών, πολλοί εκ των οποίων δεν είχαν επίσημη εντολή
εκπροσώπησης, αναιρεί κάθε ισχυρισμό πανορθόδοξου χαρακτήρα.
Σε αντίθεση με τις Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες
συγκλήθηκαν για τη διαφύλαξη της σωτηριώδους πίστεως και αναγνωρίστηκαν από την
καθολική συνείδηση της Εκκλησίας ως καρπός του Αγίου Πνεύματος, το 1923 δεν
υπήρξε καθολική σύναξη ούτε πανορθόδοξη αποδοχή. Το αντικείμενο δεν ήταν
δογματική ανάγκη, αλλά αλλαγές στη λατρευτική τάξη, επιβληθείσες χωρίς την
προηγούμενη συμφωνία της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεσμεύεται μόνο από εκείνο που επικυρώνεται από
το Άγιο Πνεύμα στη ζωή της. Γι’ αυτό και οι Οικουμενικές Σύνοδοι έφεραν ειρήνη
και ενότητα, ενώ οι αποφάσεις του 1923 προκάλεσαν αντίδραση, διχασμό και μια
μακροχρόνια πληγή στο εκκλησιαστικό σώμα. Η παρατεταμένη μη αποδοχή τους
αποτελεί από μόνη της μαρτυρία ότι δεν εκφράζουν το φρόνημα της Ορθοδοξίας.
Συνεπώς, η εξίσωση του Συνεδρίου του 1923 με τις αυθεντικές
Πανορθόδοξες και Οικουμενικές Συνόδους δεν αποτελεί απλώς ιστορικό σφάλμα, αλλά
σοβαρή εκκλησιολογική πλάνη. Εκεί, όπου απουσιάζει η καθολική σύναξη, η
πανορθόδοξη αποδοχή και η πιστότητα στην Παράδοση, δεν υφίσταται Σύνοδος της
Εκκλησίας, αλλά ανθρώπινη σύναξη χωρίς δεσμευτικό κύρος. Η Ορθοδοξία δεν
πορεύεται με καινοτομίες και επιβολές, αλλά με τη συνοδική εμπειρία και τη
διαχρονική μαρτυρία της αλήθειας.
Η Εγκύκλιος του 1920, ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΉΘΗΚΕ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ δεν
συνιστά συνοδική δέσμευση, αλλά ένα κείμενο προτάσεων. Από τις ένδεκα προτάσεις
της, η πρώτη –που αφορά στο ημερολόγιο– απέτυχε ως εργαλείο προώθησης του
Οικουμενισμού, ακριβώς διότι οικουμενιστικότατες τοπικές Εκκλησίες εξακολουθούν
να ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο. Το γεγονός αυτό καταρρίπτει την αντίληψη
ότι το ημερολόγιο αποτελεί καθεαυτό μηχανισμό δογματικής αλλοίωσης.
Περαιτέρω, διατυπώνεται η άποψη ότι η αποδοχή λειτουργικής ή
ημερολογιακής ανομοιομορφίας είναι απαράδεκτη, διότι η επιβολή της
ημερολογιακής καινοτομίας διέσπασε την εορτολογική ενότητα της Ορθοδόξου
Εκκλησίας. Πράγματι, οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου αγωνίστηκαν για την
ενότητα στον εορτασμό του Πάσχα, και ο Μέγας Κωνσταντίνος υπογράμμισε ότι η
εορτολογική διάσπαση δεν αρμόζει στην Εκκλησία. Όμως τίθεται ένα κρίσιμο
ερώτημα: ισχύουν τα ίδια επιχειρήματα και για τους Ορθοδόξους του Νοτίου Ημισφαιρίου,
όπου λόγω της διαφοράς ωρών και φυσικών συνθηκών υπάρχουν αναπόφευκτα
διαφορετικές ημερομηνίες και χρονικές αποκλίσεις; Και όμως, ουδέποτε θεωρήθηκε
ότι αυτό πλήττει την εκκλησιαστική ενότητα. Η νηστεία, εξάλλου, δεν αποτελεί
από μόνη της κριτήριο ενότητας. Η Εκκλησία γνώριζε πάντοτε οικονομίες,
εξαιρέσεις και διαφοροποιήσεις, χωρίς να διασπάται η κοινωνία. Το αληθινό
κριτήριο της ενότητας είναι το «ἐν
Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ», το οποίο περιλαμβάνει το
Ορθόδοξο Βάπτισμα και την Ορθόδοξη Πίστη. Εκεί εδράζεται η ενότητα της
Εκκλησίας και όχι σε απόλυτες ημερολογιακές ταυτίσεις, οι οποίες ούτε συνοδικά
θεσπίστηκαν, ούτε πατερικά απολυτοποιήθηκαν.
Άποψη τρίτη.
Όσο για το δήθεν
διορθωμένο Ιουλιανό, αυτό κι αν είναι ξύλινη γλώσσα και ξαναζεσταμένο φαγητό εκ
των σαθρών επιχειρημάτων του μασόνου Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου. Ελπίζω να έχετε
μελετήσει τα κείμενα του Μελετίου Πηγά, του αγίου αυτού Πατριάρχου, και πώς θεωρεί
και αντιμετωπίζει την ημερολογιακή καινοτομία του Πάπα. Είναι πλέον ή σαφές ότι
την απορρίπτει συνολικώς και πλήρως και ομιλεί για το παγκόσμιο σκάνδαλο των
δέκα ημερών, όπως και ο πολύς Ιερεμίας ο Τρανός.
Προσωπικώς κατανοώ ότι
στην εποχή μας το ημερολογιακό φαντάζει μικρό λόγω της πλημμύρας του
Οικουμενισμού. Όμως, όπως σημειώνει ο λόγιος μοναχός Παύλος ο Κύπριος (+) και
συνασκητής του οσίου Ιωάννου του Ρουμάνου, η αποστροφή στον Οικουμενισμό πρέπει
να είναι και επιστροφή στην προμεταξακική εκκλησιαστική κατάσταση.
Απάντηση.
Η απόρριψη της παπικής
ημερολογιακής καινοτομίας κατά τον 16ο αιώνα αποτελεί αναμφισβήτητο ιστορικό
και εκκλησιολογικό γεγονός, πλήρως τεκμηριωμένο από τις πηγές της εποχής. Ο
Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας
Β΄ ο Τρανός δεν αντιμετώπισαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο ως ουδέτερη αστρονομική
διόρθωση, αλλά ως μονομερή, αντικανονική και βαθύτατα εκκλησιολογικά
προβληματική ενέργεια της Ρώμης. Στα κείμενα του Μελετίου Πηγά η παπική
«διόρθωση» χαρακτηρίζεται καθολικό σκάνδαλο, διότι συνιστά αυθαίρετη παρέμβαση
στον εκκλησιαστικό χρόνο, χωρίς συνοδική συναίνεση, και συνεπώς πράξη που
διαρρηγνύει την ενότητα της Εκκλησίας και παραβιάζει την πατερική και συνοδική
Παράδοση. Ο Ιερεμίας Β΄ κινείται στο ίδιο ακριβώς πνεύμα, τονίζοντας ότι η
Ανατολή δεν απορρίπτει απλώς μια τεχνική ή επιστημονική πρόταση, αλλά την
παπική αξίωση εξουσίας επί του εκκλησιαστικού χρόνου, η οποία αλλοιώνει όρο
Οικουμενικής Συνόδου σχετικό με τον εορτασμό του Ορθοδόξου Πάσχα σε σχέση με το
νομικό-ιουδαϊκό Πάσχα.
Η απόρριψη αυτή είναι
καθολική ως προς το Γρηγοριανό ημερολόγιο και τη ρωμαϊκή προέλευσή του και
εντάσσεται πλήρως στο γενικότερο πλαίσιο της αντιπαπικής εκκλησιολογίας της
Ανατολής. Ωστόσο, από αυτή τη σαφή και αυστηρή στάση δεν προκύπτει η διατύπωση
δογματικού κανόνα που να ταυτίζει το ημερολόγιο καθαυτό με την ορθόδοξη πίστη
ούτε η θέσπιση ενός αμετάβλητου ημερολογιακού δόγματος «εἰς τοὺς αἰῶνας». Ούτε
ο Μελέτιος Πηγάς, ούτε ο Ιερεμίας Β΄ προχώρησαν σε αναθεματισμό κάθε
ενδεχόμενης μελλοντικής ημερολογιακής μεταβολής υπό άλλες εκκλησιολογικές
προϋποθέσεις, ούτε επικαλέστηκαν Οικουμενική Σύνοδο για να κατοχυρώσουν ένα
τέτοιο απόλυτο σχήμα. Το επιχείρημά τους είναι σαφώς εκκλησιολογικό: καμία
αλλαγή σε ζήτημα που επηρεάζει την ενότητα της Εκκλησίας και τον λειτουργικό
της χρόνο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μονομερώς, εκτός Παράδοσης και χωρίς
καθολική, γνήσια συνοδική συναίνεση.
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει
να αξιολογηθεί και η εισαγωγή του λεγόμενου «διορθωμένου Ιουλιανού» ημερολογίου
τον 20ό αιώνα. Παρά την ονομασία του, πρόκειται πράγματι για νέα αστρονομική
κατασκευή και όχι για απλή συνέχιση ή διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου,
γεγονός που ουσιαστικά αναγνωρίστηκε και από το Πανορθόδοξο Συνέδριο της
Κωνσταντινουπόλεως το 1923. Η υιοθέτησή του το 1924 υπήρξε αντικανονική,
ποιμαντικά βίαιη και ιστορικά συνδεδεμένη με μια ευρύτερη εκκλησιολογική
μετατόπιση, η οποία αργότερα θα εκφραστεί και θεσμικά μέσω του Οικουμενισμού.
Όλα αυτά συνιστούν σοβαρή κανονική εκτροπή και ποιμαντικό σκάνδαλο, με
πραγματικές συνέπειες για την εκκλησιαστική ενότητα και το εκκλησιαστικό
φρόνημα.
Ωστόσο, κατά την
ορθόδοξη πατερική παράδοση, η Εκκλησία διακρίνει σαφώς μεταξύ κανονικής
παραβάσεως, ποιμαντικού σκανδάλου και αιρέσεως. Η αίρεση ορίζεται συνοδικά,
όταν αλλοιώνεται το δόγμα της πίστεως, δηλαδή η ορθόδοξη διδασκαλία περί Θεού,
Εκκλησίας και σωτηρίας. Το ημερολόγιο, όσο σοβαρό κι αν είναι ως σύμπτωμα
εκκλησιολογικής παρεκκλίσεως και ως ένδειξη ευρύτερης νοοτροπίας, δεν
ταυτίζεται αυτομάτως με δόγμα, ούτε μετατρέπεται από μόνο του σε κριτήριο
σωτηρίας. Η θεολογική κρίση οφείλει να παραμένει νηφάλια, πατερική και
συνοδική, αποφεύγοντας τόσο τη σχετικοποίηση της Παράδοσης, όσο και τη
μετατροπή κανονικών ζητημάτων σε απόλυτα δογματικά όρια εκτός του τρόπου με τον
οποίο τα όρισε η ίδια η Εκκλησία.
Άποψη τέταρτη.
Το ημερολόγιο αποτελεί δόγμα της εκκλησίας και η
εκκλησιαστική μεταρρύθμιση έχει δογματικές διαστάσεις, επειδή διασπά την
ενότητα της Εκκλησίας.
Απάντηση.
Το ημερολόγιο, ως σύστημα οργανώσεως του λειτουργικού
χρόνου, δεν αποτελεί φορέα αποκαλυπτικής αληθείας. Δεν εισάγει νέο δόγμα, δεν
αλλοιώνει υφιστάμενο όρο πίστεως και δεν επηρεάζει τη χριστολογική ή
τριαδολογική ομολογία της Εκκλησίας. Ο λειτουργικός χρόνος νοηματοδοτείται
θεολογικώς μέσω των εορτών και της ευχαριστιακής ζωής, όχι μέσω της
αστρονομικής ακριβείας ή της επιλογής συγκεκριμένου ημερολογιακού συστήματος.
Η δογματοποίηση του ημερολογιακού ζητήματος οδηγεί σε
εκκλησιολογία «καθαρότητας», όπου η Εκκλησία ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη
εξωτερική επιλογή. Μια τέτοια προσέγγιση υπονομεύει την καθολικότητα της
Εκκλησίας και αλλοιώνει τη συνοδική της αυτοσυνειδησία. Η Εκκλησία δεν
συγκροτείται ως σώμα βάσει λειτουργικών δεικτών, αλλά ως κοινωνία πίστεως και
μυστηριακής ζωής.
Η άποψη ότι η
αλλαγή του ημερολογίου αυτή καθ’ εαυτήν προσβάλλει το δόγμα της ενότητας, δεν
λαμβάνει υπόψη ότι: η Εκκλησία ιστορικά
γνώρισε διαφοροποιήσεις στη λατρευτική πράξη χωρίς να διαρραγεί η δογματική
ενότητα. Επίσης, η ενότητα της Εκκλησίας δεν ταυτίζεται με απόλυτη ομοιομορφία
τυπικών πρακτικών.
Η εκκλησιολογική ενότητα θεμελιώνεται πρωτίστως στην
ευχαριστιακή κοινωνία και την ορθόδοξη πίστη, όχι αποκλειστικά στην ταύτιση
ημερολογιακών πρακτικών.
Εξάλλου στο σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε πίστη ΕΙΣ ΜΙΑΝ ΑΓΙΑΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗΝ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΚΑΙ
ΟΧΙ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ.
Εξάλλου μια ματιά στους χώρους των ΓΟΧ θα διαπιστώσουμε τον
πολυκερματισμό, τις αλληλοκαθαιρέσεις και τους αναθεματισμούς. Για ποια ενότητα
επομένως μιλάμε;;
Άποψη πέμπτη.
Ο Νεοημερολογιτισμός είναι καταδικασμένος από Συνόδους του
16 ου αιώνος.(1583 και 1593)
|
" Ὅποιος δέν ἀκολουθᾶ τά ἔθιμα
τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας,
καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἐθέσπισαν,
καί τό Ἅγιον Πάσχα καί τό
Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν, καί θέλει νά ἀκολουθᾶ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί
νέον Μηνολόγιον τῶν
ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα
καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἁγίας
Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα
καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ
Ἐκκλησίας καί τῆς
τῶν Πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς
εἶναι.
Ἐσεῖς δέ οἱ
εὐσεβεῖς καί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μένετε ἐν οἷς ἐμάθετε,
ἐγεννήθητε καί ἀνετράφητε καί ὅταν τό καλέσῃ ὁ καιρός καί ἡ χρεία, καί αὐτό τό αἷμα σας νά χύνετε, διά νά φυλάξετε τήν
πατροπαράδοτον πίστιν καί ὁμολογίαν
σας καί νά φυλάγεσθε ἀπό
τῶν τοιούτων, καί
προσέχετε, ἵνα καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός σᾶς
βοηθᾶ, ἅμα καί ἡ εὐχή
τῆς ἡμῶν μετριότητος εἴη
μετά πάντων ὑμῶν. Ἀμήν."
1583 Ἰνδικτίων ιβ΄, Νοεμβρίου κ'
"
|
|
2η Ἀπόφασις τοῦ 1593, ἡ ὁποία ὑπογράφεται
ἀπό τούς Πατριάρχες
Κωνσταντινουπόλεως, Ἱερεμίαν,
Ἀλεξανδρείας, Μελέτιον
Πηγᾶν, Ἀντιοχείας, Ἰωακείμ καί Ἱεροσολύμων, Σωφρόνιον καί τήν
περί αὐτούς Ἱεράν Σύνοδον τῶν Ἀρχιερέων:
"Ἀπαρασάλευτον διαμένειν
βουλόμεθα τό τοῖς πατρᾶσιν διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου καί σωτηρίου Πάσχα. Ἔχει δέ οὕτως:
Ἅπαντας τούς τολμῶντας παραλύειν τούς ὅρους τῆς Ἁγίας
καί Οἰκουμενικῆς πρώτης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ
συγκροτηθείσης ἐπί
παρουσίᾳ τοῦ εὐσεβοῦς
καί Θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου περί τῆς
ἁγίας ἑορτῆς τοῦ
Σωτηρίου Πάσχα, ἀκοινωνήτους
καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς Ἐκκλησίας,
εἰ ἐπιμένειν
φιλονικώτερον, ἐνιστάμενοι
πρός τά καλῶς
δεδιδαγμένα. Καί ταῦτα ἡγήσθω περί τῶν λαϊκῶν.
Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς Ἐκκλησίας Ἐπίσκοπος
ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, μετά τόν ὅρον τοῦτον, τολμήσειεν ἐπί
διαστροφῇ τῶν λαῶν καί ταραχῇ
τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν,
καί μετά τῶν Λατίνων καί Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τό Πάσχα, τοῦτον
ἡ ἁγία Σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη
ἀλλότριον ἔκανε τῆς Ἐκκλησίας.
Δεῖ δέ στοιχεῖν τῷ τῶν
Πατέρων κανόνι, μέχρι καί σήμερον Θεοῦ
χάριτι, ὅ, καθ’ ὅ δεῖ καί τά λοιπά ἡ
τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία διαφυλάττει.
Ἐν ἔτει σωτηρίῳ,
Ζρα΄: αφηγ,΄ Φεβρουαρίου ιβ΄ 1593."
|
Απάντηση.
Η επίκληση δήθεν «πανορθόδοξων» αναθεμάτων του 16ου αιώνα
για να θεμελιωθεί η άποψη ότι το ημερολόγιο αποτελεί αμετάβλητο δογματικό
κριτήριο δεν αντέχει ούτε ιστορικά, ούτε θεολογικά. Τα κείμενα που κυκλοφορούν
στον παλαιοημερολογιτικό χώρο και αποδίδονται σε Σύνοδο του 1583 αποδεικνύονται
αναξιόπιστα, διότι το βασικό εξ αυτών, στο οποίο στηρίζονται και τα υπόλοιπα,
είναι πλαστό. Η πλαστότητα του λεγόμενου «Σιγγιλίου του 1583» έχει τεκμηριωθεί
επιστημονικά και εκκλησιαστικά, μεταξύ άλλων, στη μελέτη του ΓΟΧ επισκόπου
Κυπριανού, όπου αποδεικνύεται ότι στο κείμενο έχει προστεθεί μεταγενέστερα η
κρίσιμη φράση «ή καλενδάριον του καινοτομηθέντος μηνολογίου», η οποία
δεν ανήκει στο αυθεντικό σώμα του κειμένου.
Η προσθήκη αυτή δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά αλλοίωση ουσίας.
Μετατρέπει μια συγκεκριμένη πατριαρχική καταδίκη του παπικού Πασχαλίου σε
υποτιθέμενο αιώνιο ανάθεμα κατά κάθε ημερολογιακής μεταβολής. Πρόκειται για
θεολογικά αυθαίρετη γενίκευση, ξένη προς το πνεύμα της Παράδοσης και αντίθετη
προς την πατερική μεθοδολογία, η οποία είναι πάντοτε συγκεκριμένη, ιστορικά
προσδιορισμένη και εκκλησιολογικά ακριβής.
Επιπλέον, η επίκληση του 1593 ή του 1583 ως δήθεν
προληπτικής καταδίκης της ημερολογιακής μεταρρύθμισης του 1924 είναι ιστορικά
άτοπη. Τον 16ο αιώνα δεν υφίστατο το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, ούτε
τέθηκε ποτέ ζήτημα ενδεχόμενης ημερολογιακής αλλαγής υπό ορθόδοξες συνοδικές
προϋποθέσεις. Οι πατριαρχικές αποφάσεις της εποχής στρέφονται αποκλειστικά κατά
της παπικής μονομερούς επέμβασης στον εκκλησιαστικό χρόνο και κατά της
αλλοίωσης όρου Οικουμενικής Συνόδου που αφορά τον εορτασμό του Πάσχα σε σχέση με
το ιουδαϊκό Πάσχα. Δεν συνιστούν, ούτε διατυπώνουν, δογματικό κανόνα
ημερολογιακής ακινησίας.
Κατά συνέπεια, άλλο πράγμα είναι η απολύτως θεμιτή και
πατερικά τεκμηριωμένη απόρριψη του Γρηγοριανού ημερολογίου ως παπικής,
αντικανονικής και εκκλησιολογικά απαράδεκτης καινοτομίας, και άλλο η απόδοση
στην Εκκλησία μιας ανύπαρκτης δογματικής αποφάσεως περί «αιωνίου αναθέματος»
για κάθε αλλαγή ημερολογίου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει διάκριση μεταξύ
δόγματος και κανονικής τάξεως· καταδικάζει αιρέσεις, όταν θίγεται η πίστη, όχι
όταν παραβιάζεται, έστω σοβαρά, η εκκλησιαστική ευταξία.
Η μετατροπή του ημερολογίου σε απόλυτο εκκλησιολογικό
κριτήριο δεν αποτελεί συνέχεια της Παράδοσης, αλλά νεότερη ιδεολογική
κατασκευή, η οποία συγχέει την κανονική ακρίβεια με τη δογματική αλήθεια και
οδηγεί τελικά σε εκκλησιολογική απομόνωση. Η κριτική στο ημερολόγιο οφείλει να
παραμένει αυστηρή, αλλά και θεολογικά διακριτική, αν θέλει να είναι πραγματικά
ορθόδοξη.
https://www.imoph.org/pdfs/2011/06/22/20110622aSigglion1583/20110622aSigglion1583.pdf.
ΕΠΙΣΗΣ, ΠΙΣΤΕΥΩ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΕ ΟΤΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΣΙΓΙΛΛΙΟΥ ΤΟΥ
1593 ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1924 ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΙΩΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΑ.ΤΟ 1593 ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ. ΕΠΙΣΗΣ,
ΑΛΛΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ «Η Εκκλησία το 1583
απέρριψε το Γρηγοριανό ημερολόγιο», και άλλο: «Η Εκκλησία εξέδωσε αιώνιο
ανάθεμα για κάθε αλλαγή ημερολογίου».....
Άποψη έκτη
Η αποτείχιση των παλαιοημερολογιτών το 1924 ήταν βασισμένη
στον ΙΕ ΚΑΝΟΝΑ της ΑΒ ΣΥΝΌΔΟΥ.
Απάντηση.
Η αποτείχιση, όπως νοείται στην
ορθόδοξη κανονική και εκκλησιολογική παράδοση, δεν αποτελεί απλώς μία πράξη
διαμαρτυρίας ή προσωπικής ευσεβείας, αλλά ένα κατ’ εξαίρεσιν εκκλησιαστικό
μέτρο, αυστηρά προσδιορισμένο από τους Ιερούς Κανόνες. Ιδίως ο 15ος Κανόνας της
ΑΒ΄ Συνόδου προβλέπει τη διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας μόνο στην περίπτωση
κατά την οποία επίσκοπος κηρύσσει δημόσια, απροκαλύπτως και συστηματικώς
αίρεση, δηλαδή δογματική πλάνη που αλλοιώνει το περιεχόμενο της πίστεως της
Εκκλησίας. Η αποτείχιση, επομένως, δεν αποτελεί μηχανισμό πρόληψης υποτιθέμενων
κινδύνων, ούτε εφαρμόζεται βάσει υποψιών, ιστορικών συνδέσεων ή εκτιμήσεων
προθέσεων, αλλά προϋποθέτει σαφή και συγκεκριμένη δογματική εκτροπή.
Το ημερολογιακό ζήτημα, αν και συνδέεται άμεσα με
τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι επέφερε
σοβαρές συνέπειες, δεν εντάσσεται στον πυρήνα των δογμάτων της πίστεως. Το
εκκλησιαστικό ημερολόγιο ανήκει στη σφαίρα της κανονικής και λειτουργικής
τάξεως, η οποία, αν και δεν είναι θεολογικά αδιάφορη, διακρίνεται σαφώς από το
δογματικό περιεχόμενο της πίστεως. Η Εκκλησία, καθ’ όλη την ιστορική της
πορεία, γνώρισε ποικιλίες και διαφοροποιήσεις στη λατρευτική πράξη, χωρίς να
διασπασθεί η δογματική της ενότητα.
Η ιστορική αντίδραση της Ορθόδοξης Ανατολής στο
Γρηγοριανό ημερολόγιο ερμηνεύεται κυρίως μέσα στο πλαίσιο της απορρίψεως
παπικών αξιώσεων πρωτείου και δικαιοδοσίας και καταστρατήγηση του Πασχαλίου
κανόνα και όχι ως απόρριψη ενός
ημερολογιακού συστήματος καθ’ εαυτό. Η καχυποψία έναντι της ημερολογιακής
μεταρρύθμισης της Δύσης ήταν θεολογικά εύλογη, δεδομένου ότι συνδεόταν με
εκκλησιολογικές αξιώσεις ασύμβατες προς την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Ωστόσο, η
ιστορική αυτή στάση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε συνοδική καταδίκη της
ημερολογιακής αλλαγής ως αιρέσεως με τη στενή δογματική έννοια.
Η σύνδεση της ημερολογιακής μεταρρύθμισης του 1924
με οικουμενιστικές τάσεις και με επιδιώξεις προσεγγίσεως προς τη Δύση αποτελεί
ιστορικό δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Παρά ταύτα, από εκκλησιολογικής
απόψεως, οι προθέσεις ή οι στρατηγικές ορισμένων εκκλησιαστικών προσώπων δεν
αρκούν για να θεμελιώσουν κατηγορία αιρέσεως. Η Εκκλησία κρίνει τη δογματική
ορθότητα όχι βάσει των συνεπειών ή των συσχετισμών μιας πράξεως, αλλά βάσει του
αν αυτή αλλοιώνει ρητώς το περιεχόμενο της πίστεως που ομολογείται συνοδικά και
ευχαριστιακά.
Η αναγωγή του ημερολογιακού ζητήματος σε δογματική
αίρεση οδηγεί σε σοβαρή εκκλησιολογική εκτροπή, διότι απολυτοποιεί ένα στοιχείο
της εκκλησιαστικής πράξεως και το μετατρέπει σε κριτήριο εκκλησιαστικότητας.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ενότητα της Εκκλησίας παύει να θεμελιώνεται στην κοινή
πίστη, στην αποστολική διαδοχή και στην ευχαριστιακή κοινωνία και
αντικαθίσταται από την τήρηση ενός συγκεκριμένου λειτουργικού τύπου. Μια τέτοια
προσέγγιση αλλοιώνει την ορθόδοξη εκκλησιολογία και προσεγγίζει μορφές εκκλησιολογικού
τυπικισμού.
Η αποτείχιση αποκλειστικά για ημερολογιακούς
λόγους οδηγεί, πρακτικά και θεολογικά, στη δημιουργία παράλληλων εκκλησιαστικών
δομών και στη θεσμοποίηση του σχίσματος. Ενώ ο 15ος Κανόνας σκοπεύει στην
αποτροπή της διασπάσεως και στη διαφύλαξη της ενότητας εν αληθεία, η εφαρμογή
του σε μη δογματικό ζήτημα παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα, παγιώνοντας τη
διαίρεση και δυσχεραίνοντας την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Συνεπώς, εκκλησιολογικά ορθή στάση απέναντι στο
ημερολογιακό ζήτημα δεν είναι η αποτείχιση, αλλά η άσκηση θεολογικής κριτικής,
η διαμαρτυρία εντός της Εκκλησίας, η προσήλωση στη συνοδικότητα και η αναζήτηση
θεραπευτικών λύσεων που δεν διαρρηγνύουν το εκκλησιαστικό σώμα. Το ημερολογιακό
αποτελεί αναμφίβολα ένα βαθύ εκκλησιολογικό τραύμα, το οποίο όμως δεν μπορεί να
θεραπευθεί μέσω νέων σχισμάτων. Η αποκατάσταση της ενότητας δεν επιτυγχάνεται
διά της απομονώσεως, αλλά διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας, της υπομονής και
της πιστότητας στη συνοδική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Συνολική αποτίμηση της συζήτησης
Η παρούσα συζήτηση ανέδειξε με σαφήνεια ότι το ημερολογιακό
ζήτημα εξακολουθεί να λειτουργεί ως πεδίο έντονης θεολογικής και
εκκλησιολογικής σύγχυσης, στην οποία συχνά συγχέονται ανόμοια επίπεδα της
εκκλησιαστικής ζωής: το δογματικό, το κανονικό, το λειτουργικό και το
ποιμαντικό. Η σύγχυση αυτή οδηγεί σε υπεραπλουστεύσεις και σε απόλυτες
τοποθετήσεις, οι οποίες, αντί να θεραπεύουν το εκκλησιαστικό τραύμα, το
βαθαίνουν.
Από τη μία πλευρά, καθίσταται σαφές ότι η ημερολογιακή
μεταρρύθμιση του 1924 δεν υπήρξε θεολογικά ουδέτερη πράξη. Πραγματοποιήθηκε
χωρίς πανορθόδοξη συμφωνία, χωρίς επαρκή ποιμαντική προετοιμασία και σε ένα
ιστορικό πλαίσιο έντονων οικουμενιστικών ζυμώσεων, γεγονός που δικαιολογεί τις
σοβαρές επιφυλάξεις και την κριτική που ασκήθηκε και εξακολουθεί να ασκείται.
Το ημερολογιακό, ως στοιχείο της λειτουργικής και κανονικής τάξεως, συνδέεται
άμεσα με την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται
επιπόλαια ή τεχνοκρατικά.
Από την άλλη πλευρά, η αναγωγή του ημερολογιακού ζητήματος
σε δογματικό κριτήριο εκκλησιαστικότητας και η θεμελίωση της αποτείχισης
αποκλειστικά επ’ αυτού συνιστούν σοβαρή εκκλησιολογική εκτροπή. Η Εκκλησία δεν
συγκροτείται, ούτε διασώζεται διά της απολυτοποιήσεως επιμέρους πρακτικών, αλλά
διά της κοινής πίστεως, της αποστολικής διαδοχής και της ευχαριστιακής
κοινωνίας. Η δογματοποίηση του ημερολογίου αλλοιώνει το περιεχόμενο της
εκκλησιολογίας και οδηγεί σε έναν λειτουργικό ή τυπικό «εκκλησιαστισμό», ξένο προς
το ορθόδοξο φρόνημα.
Είναι δυνατή η
σύγκλιση θέσεων Παλαιοημερολογιτών και νέο-αποτειχισμένων για τη Σύνοδο της
Κρήτης;
Η συζήτηση για το αν μπορούν να συγκλίνουν οι θέσεις
παλαιοημερολογιτών και νέο-αποτειχισμένων σχετικά με τη Σύνοδο της Κρήτης
χρειάζεται πρώτα να ξεχωρίσει δύο πράγματα: τη θεολογική κριτική των κειμένων
και τον τρόπο με τον οποίο κάθε πλευρά κατανοεί τι είναι και πού βρίσκεται
σήμερα η Εκκλησία. Στο επίπεδο της θεολογικής κριτικής υπάρχει πράγματι
σημαντική συμφωνία. Και οι δύο πλευρές απορρίπτουν τις προβληματικές
διατυπώσεις της Συνόδου για τις «ετερόδοξες Εκκλησίες», τον τρόπο με τον οποίο
διεξάγονται οι διαχριστιανικοί διάλογοι και τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας σε
οργανισμούς που αντιμετωπίζουν όλες τις ομολογίες ως εκκλησιολογικά ισότιμες.
Με αυτή την έννοια, υπάρχει κοινή εκτίμηση ότι τα κείμενα της Συνόδου
αποκλίνουν σοβαρά από την πατερική διδασκαλία και κοινή αναγνώριση ότι ο
Οικουμενισμός αποτελεί εκκλησιολογική πλάνη.
Ωστόσο, η σύγκλιση αυτή εξαντλείται στο επίπεδο της κριτικής
και δεν επεκτείνεται στον τρόπο κατανοήσεως της Εκκλησίας μετά τη συνοδική αυτή
κρίση.
Η παλαιοημερολογίτικη θεώρηση, στη βασική της εκδοχή,
αντιμετωπίζει τις αποφάσεις της Κρήτης ως επιβεβαίωση μιας ήδη συντελεσμένης
αποστασίας και θεωρεί ότι οι νεοημερολογίτικες Εκκλησίες έχουν απωλέσει την
εκκλησιαστική τους υπόσταση. Αντιθέτως, οι νέο-αποτειχισμένοι, ακόμη και όταν
ασκούν δριμεία κριτική στη Σύνοδο, δεν αποκόπτουν την Εκκλησία από την ιστορική
και κανονική της συνέχεια, αλλά αντιλαμβάνονται την κρίση ως εσωτερική πληγή
που καλείται να θεραπευθεί συνοδικά. Η αποτείχιση, στη δική τους αυτοσυνειδησία,
νοείται ως προσωρινό, προληπτικό και κανονικά ανεκτό μέτρο, όχι ως οριστική
έξοδος από το εκκλησιαστικό σώμα.
Το σημείο αυτό αποτελεί τον πυρήνα της εκκλησιολογικής
αποκλίσεως και καθιστά αδύνατη την πλήρη σύγκλιση. Η διαφορετική απάντηση στο
θεμελιώδες ερώτημα «πού είναι η Εκκλησία σήμερα» δεν αφορά δευτερεύουσα
κανονική λεπτομέρεια, αλλά αγγίζει την ίδια τη φύση της Εκκλησίας ως ιστορικού
και ορατού Σώματος του Χριστού. Χωρίς κοινή εκκλησιολογική βάση, κάθε απόπειρα
ενοποιήσεως υπερβαίνει τα όρια της θεολογικής συνέπειας και κινδυνεύει να
καταλήξει είτε σε σχισματική αυτάρκεια, είτε σε επιφανειακή σύμπλευση χωρίς
πραγματική ενότητα.
Κατά συνέπεια, μπορεί να γίνει λόγος για μερική και θεματική
σύγκλιση σε επίπεδο αντι-οικουμενιστικού λόγου και θεολογικής αποδομήσεως των
αποφάσεων της Κρήτης, όχι όμως για πλήρη εκκλησιολογική σύγκλιση ή κοινή
εκκλησιαστική πράξη. Η αληθινή ενότητα προϋποθέτει όχι μόνο κοινή καταγγελία
της πλάνης, αλλά και κοινό φρόνημα ως προς τη λειτουργία της Εκκλησίας, τη
συνοδικότητα και την ιστορική της συνέχεια. Χωρίς αυτά, κάθε σύγκλιση παραμένει
αναγκαστικά περιορισμένη και εύθραυστη.