Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας χωρὶς τὸ Συνοδικόν της. Ἐκκλησία χωρίς Χριστό.


Εικόνα που περιέχει ρουχισμός, άτομο, κτίριο, κουστούμι

Το περιεχόμενο που δημιουργείται από τεχνολογία AI ενδέχεται να είναι εσφαλμένο.

Γεώργιος Κ. Τζανάκης Ἀκρωτήρι Χανίων

Γιατὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐθέσπισαν τὸν ἐορτασμὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν νηστειῶν;

Γιατὶ ἡ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία ἀπεχθάνεται, περιφρονεῖ καὶ κυρίως διαστρέφει καὶ ἀναποδογυρίζει ἐντελῶς τὴν σημασία αὐτῆς τῆς ἑορτῆς;

Γιατὶ πέταξαν ἔξω τὸ Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἡ ἑορτὴ θεσπίστηκε καὶ ἔλαβε τὴν συγκεκριμένη μορφὴ ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀκούῃ ὁ λαὸς ὅσα ὑπάρχουν στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκεὶ θὰ ἀκούσουμε καὶ γιὰ τὴν εἰκονομαχικὴ αἵρεσι, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες αἱρέσεις καὶ τοὺς ἀντορθοδόξους τρόπους σκέψεως καὶ ζωῆς.

Οἱ Πατέρες ἐθέσπισαν αὐτὴ τὴν ἑορτὴ γιὰ νὰ μᾶς δείξουν πῶς πρέπει νὰ σκεφτόμαστε, νὰ φρονοῦμε, πῶς πρέπει νὰ μιλοῦμε καὶ πῶς νὰ κηρύττουμε. Πώς; Ὅπως εἶπαν οἱ Προφῆτες ποὺ εἶδαν, ὅπως διδάξανε οἱ ἀπόστολοι, ὅπως παρέλαβε ἀπὸ αὐτοὺς ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐδογμάτισαν οἱ διδάσκαλοι τῆς πίστεως, ὅπως συμφώνησε ὅλη ἡ οἰκουμένη. Ἔτσι πρέπει. Γιατί; Διότι αὐτὸ τὸ ἔδειξε ἡ Χάρις ποὺ ἔλαμψε διὰ τῶν ἁγίων καὶ ἀπεδείχθη  ἡ ἀλήθεια ἐνῷ ἀπομακρύνθηκε τὸ ψεῦδος. Καὶ ὁ ἀγώνας τῶν Πατέρων βραβεύθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ἡ κατά Θεὸν σοφία κυριάρχησε.

«Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἐβράβευσεν· οὕτῳ φρονοῦμεν, οὕτῳ λαλοῦμεν, οὕτῳ κηρύσσομεν». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐθέσπισαν αὐτὴν τὴν ἑορτή. Ὅσους ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόμο ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τιμᾷ τὴν μνήμη τους καὶ τοὺς μακαρίζει, ὅσους τὸν ἀφήνουν καὶ τὸν διαστρέφουν, ἀκολουθῶντας τὶς δικὲς τους αὐθαίρετες τροχιὲς, τοὺς ἀναθεματίζει.

Ἄ!!! Φοβερὸ!!! Πού ζοῦμε; Σὲ ποιόν σκοτεινὸ μεσαίωνα; Νὰ ἀκούγονται ἀναθέματα μέσα στὶς ἐκκλησίες; Ἐκεὶ ὅπου διδάσκεται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καταλλαγἠ καὶ ἡ ἀνοχή, ἀνεξαρτήτως «γλώσσας, φυλῆς, πίστεως καὶ πάσης ἄλλης ἰδιαιτερότητος καὶ μαλακίας;» Βαβαί!!!, παπαί !!!. Στὸν 21ο αἰῶνα; Στὴν Εὑρώπη τῶν δικαιωμάτων νὰ συμβαίνουν τέτοια πράγματα; Γίνεται;

Ὅπως βλέπετε δὲν γίνεται. Τώρα καὶ μιὰ εἰκοσαετία σχεδὸν τίποτα δὲν ἀκούγεται ἀπὸ τὸ Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας στὶς ἐκκλησίες.

Γιατί νὰ μακαρίζουμε ἀνθρώπους ποὺ πολέμησαν τὶς ἀπόψεις τῶν συνανθρώπων τους; Αὑτὸ δὲν ἔκαναν οἱ ἅγιοι ποὺ ἀντιτάχθηκαν στὶς αἱρέσεις; Πολεμική δὲν ἔκαναν; Καὶ καλά, αὐτὰ ἔγιναν κάποτε, πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Σήμερα τί νόημα ἔχουν; Στὴν ἐποχὴ τῆς ἀνεκτικότητος καὶ τῆς ἐλευθέρας ἐπιλογῆς ἀκόμη καὶ … φύλλου; Στὴν ἐποχὴ τῆς πανθρησκείας καὶ τῆς μεγάλης ἐπανεκίνησης;

Διότι, λένε οἱ ἅγιοι στὸ Συνοδικό, οἱ φωνὲς αὐτὲς, -οἱ τῶν πιστῶν φωνὲς «Αἰωνία ἡ μνήμη» γιὰ τοὺς Πατέρες καὶ τοὺς πιστούς, ποὺ ἀγωνίστηκαν καὶ βασανίστηκαν καὶ θυσιαστηκαν γιὰ νὰ κρατηθῇ ἡ πίστις- μεταβαίνουν ἀπὸ τοὺς Πατέρες σὲ μᾶς τοὺς υἱούς τους, ποὺ ζηλοῦμε τὴν εὐσέβειά τους.

«Αὗται ὡς εὐλογίαι πατέρων ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς ἡμᾶς τοὺς υἱοὺς ζηλοῦντας αὐτῶν τὴν εὐσέβειαν διαβαίνουσιν·» Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἄντε, καὶ καλὰ οἱ μακαρισμοὶ τῶν πατέρων. Οἱ ἀφορισμοὶ καὶ οἱ κατάρες γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς; Ταιριάζουν; Γιατί; Δὲν εἶναι μίσος, δὲν εἶναι ἐχθροπάθεια;

Ὄχι, λένε οἱ πατέρες στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ ἴδιοι, οἱ αἱρετικοὶ δηλαδὴ, ὑπέβαλαν τοὺς ἑαυτοὺς τους στὴν κατάρα, περιφρόνησαν τῆς ἐντολὲς τοῦ δεσπότου Χριστοῦ καὶ ἔγιναν πατροκτόνοι (πατραλοίαι). Γι᾿ αὐτὸ ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ, ὅσοι ἀποτελοῦμε τὸ εὐσεβὲς πλήρωμα, ξαναλέμε σ᾿ αὐτοὺς τὴν κατάρα τὴν ὁποία οἱ ἴδιοι  ντύθηκαν.

«Ὡσαύτως δὲ καὶ αἀραὶ τοὺς πατραλοίας καὶ τῶν δεσποτικῶν ἐντολῶν ὑπερόπτας καταλαμβάνουσι· διὸ κοινῇ πάντες, ὅσον εὐσεβείας πλήρωμα, οὕτως αὐτοῖς τὴν ἀρὰν ἥν αὐτοἑαυτοὺς ὑπεβάλοντο ἐπιφέρομεν». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἴσως καὶ μόνον ἀπὸ αὐτὰ ἀντιλαμβάνεται καὶ ὁ πλέον ἀνυποψίαστος, γιατί οἱ σημερινοὶ ἐπιβήτορες τῶν ἐπισκοπικῶν θρόνων δὲν θέλουν κἄν νὰ ἀκοῦνε γιὰ τέτοια πράγματα. Διότι καὶ οἱ ἴδιοι ὑπόκεινται στὰ ἀναθέματα. Ξακάθαρα ἀναφέρεται: Ὅλα ὅσα ἔχουν καινοτομηθῇ πέρα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοσι καὶ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων πατέρων καὶ ὅσα στὸ μέλλον θὰ καινοτομηθοῦν, ἀνάθεμα.

«Ἅπαντα τὰ παρὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν καὶ τὴν διδασκαλίαν καὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καἀοιδίμων πατέρων καινοτομηθέντα ἢ μετὰ τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τί ἔχουν ἀφήσει ἀνέγγιχτο ἀπὸ τὶς διδασκαλίες τῶν Πατέρων εἴτε διὰ τῶν λόγων τους, εἴτε διὰ τῶν πράξεών τους;

Καὶ πιὸ συγκεκριμένα: Ὅσοι δὲν ἀποδέχονται ὀρθῶς τὶς  θεϊκὲς φωνὲς τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας, καὶ ὅσα ἔχουν λεχθῇ μὲ τὴν χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ξεκάθαρα καὶ μὲ σαφήνεια προσπαθοῦν νὰ τὰ παρερμηνεύσουν καὶ νὰ τὰ διαστρέψουν, ἀνάθεμα.

«Τοῖς μὀρθῶς τὰς τῶν ἁγίων διδασκάλων τῆς τοῦ Θεοἐκκλησίας θείας φωνὰς ἐκλαμβανομένοις καὶ τὰ σαφῶς καὶ  ἀριδήλως  ἐν αὐταῖς δια τῆς τοἁγίου Πνεύματος χάριτος εἰρημένα παρερμηνεύειν τε καὶ περιστρέφειν πειρωμένοις, ἀνάθεμα». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὅταν ἀκοῦμε γιὰ μεταπατερικὲς θεολογίες, ὅτι οἱ πατέρες ἦταν «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου» καὶ βλέπουμε τὰ ὅσα συμβαίνουν γύρω μας (μολυσμὸς ναῶν καὶ μυστηρίων, κουταλάκια, μουρόπανα, κολυμπάρια, πρωτεία, κεφαλές καὶ … ἄλλα μέλη τῆς ἐκκλησίας, δεκτικὴ οἰκουμενικότης καὶ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη λεγεώνα τῶν καινοτομιῶν) πὼς οἱ αὐτουργοὶ αὐτῶν τῶν ὕβρεων θὰ ἀνεχτοῦν νὰ ἀκούγονται ἐντὸς τῶν ναῶν ἐνώπιόν τους οἱ φωνὲς τῶν Πατέρων καὶ τὰ ἀναθέματα, τὰ ὁποία ἀναθεματίζουν τοὺς ἰδίους;

Ἐδὼ βέβαια, γίνεται ἀπλῶς μιὰ ὑπενθύμισις καὶ ὅχι συστηματικὴ καὶ ἀναλυτικὴ παρουσίασις τῶν ὅσων ἐμπεριέχονται στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας –καὶ δὲν εἴμαστε καὶ ἰκανοὶ γιὰ κάτι τέτοιο, οὔτε εἶναι δυνατὸν, ὅπως γράφουμε στὸ γόνατο- ἀλλὰ ὅποιος θέλει ἄς προστρέξει καὶ θὰ δῇ ὅτι γίνονται ἀναφορὲς καὶ γιὰ τὶς φιλοσοφικὲς προσεγγίσεις τοῦ κόσμου, τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ γιὰ τὴν ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία, καὶ γιὰ τὴν προΰπαρξι τῶν ψυχῶν, καὶ τὴν μετενσάρκωσι καὶ γιὰ τὸν ρόλο τῆς παιδείας ἐν σχέσι μὲ τὴν πίστι. Θὰ δῇ ὅτι ἀκόμη καὶ ὅσοι δὲν δέχονται τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων μὲ καθαρὴ πίστι καὶ μὲ ἀπλὴ καὶ ὁλόψυχη καρδιά, ἀλλὰ προσπαθοῦν μὲ λόγους καὶ σοφιστεῖες νὰ τὰ κατηγορήσουν ὡς ἀδύνατα ἤ νὰ τὰ παρερμηνεύσουν κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ νὰ τὰ συνδυάσουν κατὰ τὴ γνώμη τους , ἀναθεματίζονται.

«Τοῖς μὴ πίστει καθαρᾷ καἁπλῇ καὁλοψύχῳ καρδίᾳ τὰ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ Θεοῦ καὶ τῆς ἀχράντως αὐτὸν τεκούσης δεσποίνης ἡμῶν  θεοτόκου καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων ἐξαίσια θαύματα δεχομένοις, ἀλλὰ πειρωμένοις ἀποδείξεσι καὶ λόγοις σοφιστικοῖς ὡς ἀδύνατα διαβάλλειν ἢ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς παρερμηνεύειν καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην συνιστᾶν, ἀνάθεμα». Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὴν δυσκολία αὐτῶν ποὺ ἔχουν ἀναγάγει τοὺς κάθε «εἰδικούς» ὡς ρυθμιστὲς τῆς ζωῆς τῆς ἐκκλησίας, ποὺ τρέχουν στὰ μασωνοκρατούμενα παναπιστήμια καὶ ἀναγορεύονται ἐπίτιμοι διδάκτορες κλπ, νὰ ἀκοῦνε ἐντὸς τῶν ναῶν αὐτὰ τὰ ἀναθέματα. Αὐτοὺς ποὺ διαχειρίζονται κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ «σκασίλα τους» γιὰ τὰ ἀποτελέσματα.

Μήν ξεχνᾶτε ὅτι εὑκαίρως ἀκαίρως δηλώνουν τὴν ὑποταγή τους στὴν Δύσι καὶ τὸν διαφωτισμό καὶ τὴν ὀρθόδοξο πίστι τὴν ἀντιλαμβάνονται ὡς μιὰ βαρειὰ καὶ ἀπεχθὴ κληρονομιὰ φανατισμοῦ καὶ ὀπισθοδρομήσεως.

Αὑτοὶ εἶναι ποὺ ποτίζουν σήμερα τὴν ἄμπελο τῆς κακίας ποὺ φυτεύτηκε στὸν ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ὁμοϊδεάτες προκατόχους τους. Καὶ ἄπλωσε τὰ κλήματά της ἀσεβείας καὶ μεγάλωσαν τὰ πικρά σταφύλια της καὶ τὸ κρασί τους εἶναι θυμὸς δαιμονικός. Μὲ αὐτὸν ἐπότισαν τὸν λαό τοῦ Θεοῦ, μὲ αὐτὴ τὴν θολή κακόνοια.

«ἄμπελος τῆς κακίας ἐξέτεινε τὰ κλήματα τῆς ἀσεβείας καὶ τὸν βότρυν τὸν πικρὸν ἐξήνθησε, καὶ θυμὸς δράκοντειος, ὁ οἷνος αὐτῶν· ἐξ οὖ τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου ἐπότισαν ὄντως, τὴν θολερὰν κακόνοιαν». ᾨδὴ δ΄ κανόνος ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.

Καὶ τώρα βλέπουμε γύρω μας  αὐτὸ, τὸ βακχικὸ ὄργιο τῶν μεθυσμένων ψυχῶν. Ὄχι. Δέν ἀνήκουμε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄμπελο, τὴν διαφωτισμένη, τὴν δαιμονικὴ τὴν καμπαλιστική. Δὲν εἴμαστε κλήματα καμμιᾶς δύσης. Ὁ πρωθυπουργεύων τῆς χώρας καὶ οἱ ὅμοιοί του, πράγματι ἀνήκουν ἐκεὶ, ὅπως λέει, ἀλλὰ ὄχι ἐμεῖς.

Δὲν λέγει ψέμματα ὁ εἰπῶν: «Ἐγώ εἰμι ἄμπελος ἀληθινή, καὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι. Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρ». (Κατὰ Ἰωάννην ΙΕ΄ 1-2) 

Ἄς λένε ὅτι θέλουνε οἱ θλιβεροὶ οἰκουμενιστές. Ἄς κάμουνε ὅσα ὄργια προλαβαίνουν. Ὅλα στὸ πὺρ θὰ δοκιμαστοῦν καὶ ὅλα ἐκεὶ θὰ καοῦν καὶ τότε θὰ δοῦμε τὶς ἀμπελοφιλοσοφίες τους καὶ τὰ δαιμονοδίδακτα ροκανίδια τοῦ μυαλοῦ τους.

«Ἐγώ εἰμι ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. Ἐὰν μή τις μείνἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται». (Κατὰ Ἰωάννην ΙΕ΄ 5-6)

Γεώργιος Κ. Τζανάκης Ἀκρωτήρι Χανίων.

 


Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΥΠΟ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΛΑΥΡΙΩΤΟΥ


visit counter




Συ­να­ξά­ρι­α εἰς τὰς ἐ­πι­σή­μους ἡ­μέ­ρας τοῦ Τρι­ω­δί­ου. Συν­­τε­θέν­τα μὲν ἀ­ρί­στως ὑπὸ τοῦ Σο­φω­τά­του κυ­ρί­ου Νι­κη­φό­ρου τοῦ Ξαν­θο­πού­λου· συν­τμη­θέν­τα δὲ νῦν λί­αν συ­νε­πτυγ­μέ­νως πα­ρά­τι­νος πά­νυ ἀ­μα­θοῦς ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Λαυ­ρι­ώ­του.

Ἐκδίδονται ἀπό τόν κώδ. Σκήτης Καυσοκαλυβίων 107, φφ. 39α-39β

Τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ συ­νέ­τυ­χε καὶ ἡ πρώ­τη Κυ­ρι­α­κὴ τῶν
παν­σέ­πτων νη­στει­ῶν, ἐν ᾗ φαι­δρῶς ἑ­ορ­τά­ζο­μεν
τὴν ἀ­να­στή­λω­σιν τῶν θεί­ων καὶ ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων.
Στίχοι: Τὰς οὐ πρεπόντως ἐξορίστους εἰκόνας,
χαίρω πρεπόντως προσκυνουμένας βλέπων.


Τῇ πρώ­τῃ Κυ­ρι­α­κῇ τῶν νη­στει­ῶν, τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­αν καὶ τὴν ἀ­να­στή­λω­σιν τῶν ἁ­γί­ων καὶ σε­πτῶν εἰ­κό­νων, ἅ­πα­σα ἡ εὐ­σε­βε­στά­τη τοῦ Χρι­στοῦ ἐκ­κλη­σί­α ἑ­ορ­τά­ζειν πα­ρέ­λα­βε, γε­νο­μέ­νην πα­ρὰ τῆς ἁ­γί­ας καὶ μα­κα­ρί­ας Θε­ο­δώ­ρας βα­σι­λίσ­σης, καὶ τοῦ ἁ­γί­ου Με­θο­δί­ου πα­τρι­άρ­χου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Καὶ γὰρ κα­κῶς τε­λευ­τή­σαν­τος τοῦ δυ­σε­βοῦς ἐ­κεί­νου βα­σι­λέ­ως Θε­ο­φί­λου, ἡ τού­του σύ­ζυ­γος βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα, εὐ­θὺς νό­μῳ συ­νο­δι­κῷ καὶ ψή­φῳ παν­τὸς τοῦ κλή­ρου, τὸν ἱ­ε­ρὸν ἐ­κεῖ­νον καὶ ἅ­γι­ον Με­θό­δι­ον, κα­νο­νι­κὸν Πα­τρι­άρ­χην τί­θη­σι. Ἔ­πει­τα συ­να­γα­γόν­τες οὗ­τοι οἱ δύ­ο, ἡ βα­σί­λισ­σα καὶ ὁ πα­τρι­άρ­χης τὸν λα­ὸν ἅ­παν­τα, καὶ τὸν κλῆ­ρον ὁ­μοῦ, ἐν τῇ τοῦ Θε­οῦ Λό­γου με­γά­λῃ ἐκ­κλη­σί­ᾳ πα­ρα­γί­νον­ται, καὶ κοι­νὴν οἱ πάν­τες δέ­η­σιν ποι­οῦν­ται ὑπὲρ τοῦ Θε­ο­φί­λου βα­σι­λέ­ως ἐν ὅ­λῃ τῇ πρώ­τῃ ἑ­βδο­μά­δι τῶν νη­στει­ῶν. Τό­τε ἡ βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα βλέ­πει ἐν ὀ­νεί­ρῳ εἰς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς // ὅ­τι εὑ­ρέ­θη εἰς τὸν στύ­λον τοῦ Φό­ρου, καὶ ἔ­βλε­πεν με­ρι­κοὺς ἀ­περ­χο­μέ­νους με­τὰ πολ­λοῦ θο­ρύ­βου βα­στά­ζον­τες δι­ά­φο­ρα ὄρ­γα­να καὶ ἐρ­γα­λεῖ­α κο­λα­στι­κά, καὶ ἐν τῷ μέ­σῳ αὐ­τῶν δέ­σμι­ον εἶ­χον καὶ πε­ρι­ηγ­κω­νι­σμέ­νον αὐ­τὸν τὸν Θε­ό­φι­λον. Καὶ ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σαν εἰς τὴν Χαλ­κὴν πύ­λην, εἶ­δεν ἕ­να ἄν­δρα θαυ­μά­σι­ον κα­θή­με­νον ἔμ­προ­σθεν τῆς εἰ­κό­νος τοῦ δε­σπό­του Χρι­στοῦ. Τού­του προ­σέ­πε­σεν εἰς τοὺς πό­δας ἡ βα­σί­λισ­σα καὶ ἐ­πα­ρα­κά­λει αὐ­τὸν διὰ τὸν Θε­ό­φι­λον. Ὁ δὲ θαυ­μά­σι­ος ἐ­κεῖ­νος λέ­γει αὐ­τῇ, «Με­γά­λη σου ἡ πί­στις γύ­ναι. Γί­νω­σκε λοι­πὸν ὅ­τι διὰ τὰ δά­κρυ­ὰ σου καὶ διὰ τὴν πί­στιν σου καὶ διὰ τὴν δέ­η­σιν τῶν ἱ­ε­ρέ­ων μου, ἰ­δοῦ συγ­χω­ρῶ τὸν Θε­ό­φι­λον». Καὶ ταῦ­τα ἡ βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα ἔ­βλε­πεν ἐν ὀ­νεί­ροις. Ὁ δὲ Πα­τρι­άρ­χης Με­θό­δι­ος γρά­ψας ἐν χάρ­τῃ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν βα­σι­λέ­ων καὶ αὐ­τοῦ τοῦ Θε­ο­φί­λου, τὰ ἔ­βα­λεν ὑ­πο­κά­τω τῆς ἁ­γί­ας τρα­πέ­ζης. Εἰς δὲ τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, καὶ αὐ­τὸς ὁ­ρᾶ προ­σευ­χό­με­νος καὶ βλέ­πει ἄγ­γε­λον φο­βε­ρὸν λέ­γον­τα αὐ­τῷ, «Εἰ­ση­κού­σθη ἡ δέ­η­σίς σου ἐ­πί­σκο­πε. Ὁ βα­σι­λεὺς Θε­ό­φι­λος ἐ­συγ­χω­ρή­θη. Ὅ­μως ἄλ­λην φο­ρὰν διὰ τοι­αῦ­τα μὴ πει­ρά­ζε­τε τὸν Θε­όν». Ἀ­κού­σας ταῦ­τα ὁ θεῖ­ος Με­θό­δι­ος, λα­βὼν τὸν χάρ­την ἐν ᾧ 
ἔ­γρα­ψε τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν βα­σι­λέ­ων, βλέ­πει καὶ παν­τε­λῶς δὲν ἦ­τον γε­γραμ­μέ­νον τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­ο­φί­λου, ἐ­πει­δὴ εὐ­θὺς καὶ τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ἐξα­λεί­φθη ἀπὸ τῆς στά­σε­ως τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Τό­τε θαυ­μά­σαν­τες ἅ­παν­τες τὴν φι­λαν­θρω­πί­αν τοῦ Θε­οῦ, ἐ­ποί­η­σαν λι­τα­νεί­αν με­τὰ τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων καὶ με­τὰ τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, προ­πο­ρευ­ο­μέ­νης τῆς βα­σι­λίσ­σης με­τὰ τοῦ υἱ­οῦ αὐ­τῆς Μι­χα­ήλ, [καί] τοὺς μὲν εἰ­κο­νο­μά­χους ἅ­παν­τες ἀ­να­θε­μά­τι­σαν, τοὺς δὲ εὐ­σε­βεῖς εὐ­φή­μη­σαν. Καὶ τό­τε ὥ­ρι­σαν οὖ­τοι οἱ ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες, ἵ­να καθ΄ ἕ­κα­στον ἐ­νι­αυ­τὸν τὴν τοι­αύ­την πα­νή­γυ­ριν ποι­ῶ­σιν οἱ εὐ­σε­βεῖς, δο­ξά­ζον­τες καὶ ὑ­μνοῦν­τες τὸν Θε­ὸν εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀμήν.

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:
«Ὁ ἁ­γι­ο­ρεί­της λό­γι­ος Κύ­ριλ­λος Λαυ­ρι­ώ­της καὶ τὰ ἀ­νέκ­δο­τα Συ­να­ξά­ρι­α τοῦ Τρι­ω­δί­ου καὶ τοῦ Πεν­τη­κο­στα­ρί­ου. Συμ­βο­λὴ στὴ με­λέ­τη τοῦ ἔρ­γου του», πού δημοσιεύτηκε στό περιοδικόΓρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς 844 (2012) 27-72.
ΠΗΓΗ.ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς - ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


visit counter

(Ἀποσπάσματα)

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

      Σήμερα, ἀδελφοί καί ἀδελφές, εἶναι ἡ ἁγία Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἀπό τίς πενήντα δύο Κυριακές τοῦ ἔτους πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
     Μεγάλη καί ἁγία Κυριακή. Κυριακή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψεύδους, ἐναντίον κάθε ἀναλήθειας, ἐναντίον κάθε αἱρέσεως, ἐναντίον κάθε ψευδοθεοῦ· νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψευδοῦς διδασκαλίας, ἐναντίον κάθε ψευδοῦς φιλοσοφίας, ἐπιστήμης, πολιτισμοῦ, εἰκόνος. Ἁγία νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτό σημαίνει ἁγία νίκη τῆς Παναληθείας.
      Ποιός ὅμως εἶναι ἡ Παναλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Αὐτός πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
      Ὁ Θεός ἐν σαρκί. Νά, αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια στόν γήινο κόσμο μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε σῶμα, ὥστε μέ τό σῶμα μας νά εἰπῇ σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τί εἶναι ἀλήθεια, πῶς ζῆ κανείς ἐν ἀληθείᾳ, πῶς πεθαίνει γι’ αὐτήν, καί πῶς δι’ αὐτῆς ζῆ αἰωνίως. Ὁ Χριστός συνεκέντρωσε ὅλες τίς ἀλήθειες καί μᾶς ἔδωσε τήν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. [σελ. 81-82]
Ὅταν ὁ Θεός κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἔγινε ὁρατός γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἔγινε ὁρατός. Καί ἐμεῖς βλέποντάς Τον, στήν πραγματικότητα βλέπουμε τόν Ζῶντα Θεό. Αὐτός εἶναι ἡ ζῶσα Εἰκών τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.
      Διαφυλάσσοντας τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε τόν ἄνθρωπο, διεφύλαξε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βρῆ σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν θεία Εἰκόνα, τήν ζῶσα θεία Εἰκόνα, τήν ὁποία ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε μέ τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, τήν παραμορφώσαμε, τήν καταξέσαμε ὅλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή μας.
      Ὅπως λέγεται στούς θαυμάσιους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὁ Κύριος κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ Εἰκόνα», νά ἀνακαινίσῃ τήν Ἰδική Του Εἰκόνα στόν ἄνθρωπο· «φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», πού ἐφθάρη δηλαδή μέ τά ἐλαττώματά μας καί μέ τίς ἁμαρτίες μας, καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός, κατεβαίνοντας σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν καθαρή, ὁλοκάθαρη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεός, ἔδειξε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο. [σελ. 83]
      Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο;
Ἐμεῖς σέ αὐτόν τόν κόσμο πραγματικά πολεμᾶμε, συνέχεια πολεμᾶμε γι’ αὐτήν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας.
       Ποιός μᾶς τήν κλέβει;
Ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι.
      Πρῶτος εἰκονομάχος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν θέλει τόν Θεό. Δέν θέλει τόν Θεό οὔτε μέσα στόν ἄνθρωπο, οὔτε μέσα στόν κόσμο γύρω ἀπό τόν ἄνθρωπο. Καί διά τῆς ἁμαρτίας κατεξοχήν εἰκονομάχος εἶναι ὁ Σατανᾶς καί οἱ ἄγγελοί του, οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες. Ἐκεῖνοι εἶναι πού κλέβουν τήν ψυχή μας, πού σωρεύουν ἁμαρτίες στήν ψυχή μας καί κατακαλύπτουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα μας. Μέ τό μαῦρο κατράμι τῆς ἁμαρτίας ἀλοίφουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζῆ ἀμετανόητος μέσα στήν ἁμαρτία, ὅταν δέν πολεμᾶ κατά τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅταν μένει σέ αὐτές, ὅταν δέν τίς ἐξομολογῆται, τί ἀπομένει ἀπό τήν ψυχή του; Ἀπομένει ἡ θεία Εἰκόνα πασαλειμένη μέ τό μαῦρο πῦον τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ θανάτου. Φρικτό θέαμα, φοβερή ντροπή!
      Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶσαι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ;
Σημαίνει, ἀδελφοί, τό ἑξῆς:
      Ἐμεῖς ἔχουμε νοῦ, ἀλλά ὁ νοῦς μας εἶναι εἰκόνα τοῦ νοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
    Ἐμεῖς ἔχουμε θέλησι, ἀλλά ἡ θέλησις εἶναι εἰκόνα τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
    Ἐμεῖς ἔχουμε αἴσθησι, ἔχουμε καρδιά, ἀλλά αὐτά εἶναι εἰκόνα θείων αἰσθήσεων μέσα μας.
     Ἐμεῖς ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.
      Ἐμεῖς  εἴμαστε  ὡσάν  εἰκόνες  τοῦ  Θεοῦ  ἀθάνατες,  ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε θεοειδεῖς, γιά νά ζοῦμε μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο δι’ Αὐτοῦ, γιά νά σκέπτεται πάντοτε ὁ νοῦς μας: πρόσεχε ἀπό Ποιόν εἶσαι, εἶσαι ἀπό τόν Θεό, νά κάνῃς καθαρές σκέψεις, σκέψεις θεϊκές.
    Τότε τό θέλημά μας εἶναι τέλειο καί ὑγιές, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπό του. Ἡ αἴσθησίς μας τότε εἶναι καθαρή, ὑγιής, θεϊκή, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τήν αἴσθησι τοῦ Θεοῦ.[σελ. 87]
     Ἄς μᾶς καθαρίσῃ Αὐτός ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀπό κάθε πάθος, ἀπό κάθε θάνατο. Ἄς μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό κάθε διάβολο, γιά νά μποροῦμε νά εἴμαστε πραγματικά ζῶσες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι ἐπί τῆς γῆς ἕνα θεῖο μεγαλεῖο.
      Ἄνθρωπε! Ἀδελφέ! Ποτέ μήν ξεχνᾶς ὅτι εἶσαι μικρός Θεός μέσα στήν λάσπη! Μέσα στήν λάσπη τοῦ σώματός σου ἐσύ ἔχεις τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχε πῶς ζῆς. Πρόσεχε τί κάνεις μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μέσα σου. Πρόσεχε, –ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! Διότι ἡ ζωή μας ξεκινᾶ ἀπό τήν γῆ καί καταλήγει στό πάμφωτο πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσουμε ἐκεῖ ἀπολογία τί κάναμε μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὅσο ἤμασταν σέ αὐτόν τόν κόσμο.
     Εὔχομαι ὁ Ἀγαθός Κύριος νά χαρίσῃ στήν καρδιά τοῦ καθενός μας ὅλα τά οὐράνια δῶρα, ὅλες τίς εὐαγγελικές ἀρετές: τήν πίστι καί τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσευχή καί τήν νηστεία καί τήν ὑπομονή καί τήν πραότητα καί τήν ταπείνωσι, ὥστε νά μπορέσουμε νά ἀντέξουμε ὅλο αὐτόν τό φοβερό ἐπίγειο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε στήν ψυχή μας τήν θεία μορφή καί νά μετατεθοῦμε ἀπό τόν κόσμο αὐτό πρός τόν Ἀναστάντα Κύριο σέ ἐκεῖνο τόν κόσμο.
     Ἀλλά μέχρι τότε ἡ ἁγία νηστεία ἄς μᾶς ὁδηγῇ πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τήν Ἁγία Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, γιά νά προσκυνήσουμε, ὅσο εἴμαστε ἀκόμη μέ τό σῶμα μας, Αὐτόν, τόν Ἀναστάντα Κύριο, τόν Νικητή τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου, Αὐτόν πού ἐξασφάλισε τήν Αἰώνιο Ζωή γιά τό σῶμα μας καί γιά τήν ψυχή μας.


    Σέ Αὐτόν, μόνο σέ Αὐτόν, ἀποκλειστικά σέ Αὐτόν, ἀνήκει αἰώνιος δόξα καί τιμή, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εγκύκλιος Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ για την Κυριακή της Ορθοδοξίας 2015


visit counter

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ ΕΠΙ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2015
Τέκνα μου ἀγαπητά καί περιπόθητα,
Ὄντως «ἡμέρα χαρμόσυνος καί εὐφροσύνης ἀνάπλεως» ἀνέτειλε σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ χαρά ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων συνίσταται στό γεγονός ὅτι σήμερα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἀπέφυγε τόν κίνδυνο τοῦ ἐξανατολισμοῦ, δηλ. τῶν αἱρέσεων ἀπό τήν Ἀνατολή, ἀπό ἰουδαϊκές καί ἰσλαμικές ἐπιρροές. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας εἶχε τίς ρίζες της στόν Ἰσλαμισμό καί τόν Ἰουδαϊσμό, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀνεικονικές θρησκεῖες, δέν ἔχουν εἰκόνες. Οἱ εἰκονομάχοι προσπάθησαν νά περάσουν τό μένος τους ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων μέσα στήν πίστη μας, τήν ἁγία Ὀρθοδοξία. Ὅμως, οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ἀγωνιζόμενοι ἐναντίον τῶν χριστιανοκατηγόρων εἰκονομάχων, τό ἀπέτρεψαν αὐτό καί ἔτσι ἀποφεύχθηκε ὁ ἐξανατολισμός τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλ. τό νά μᾶς παρασύρει ἡ Ἀνατολή, οἱ Μουσουλμάνοι καί οἱ Ἑβραῖοι.
Ἡ χαρά ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων δικαιολογεῖται, ἐπίσης, καί ἀπό τό γεγονός ὅτι σήμερα ἐπιβεβαιώνεται τό γεγονός ὅτι τό ψεῦδος δέν ἐπεκράτησε καί δέν πρόκειται νά κυριαρχήσει ὁριστικά ἐπί τῆς ἀληθείας τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἔστω καί ἄν ταλαιπώρησε καί ταλαιπωρεῖ ἀκόμη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπί μακρό χρονικό διάστημα, ὅπως συνέβη παλαιά, τόν 8ο καί 9ο αἰώ., μέ τήν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, καί ὅπως συμβαίνει καί σήμερα, τόν 20ο καί 21ο αἰώ., μέ τήν παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαχριστιανικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ἡ φαιδρότης τῶν ἀληθεστάτων δογμάτων τῆς πίστεως πάντοτε φανερώνεται, μέ συνέπεια ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ νά ἀστράπτει καί νά λάμπει μέσα στό φῶς τῆς Ἀληθείας.
Ὁ σκοπός τῆς καθιερώσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τούς τότε ὁμολογητές ἐπισκόπους καί μοναχούς, ὅπως μᾶς λέει τό Συναξάρι τῆς ἑορτῆς[1], ἦταν τό νά ἀνακηρυχθοῦν ὀνομαστικά καί νά ἐπαινεθοῦν οἱ εὐσεβεῖς καί ὀρθόδοξοι, ἐνῶ ἀντιθέτως οἱ ἀσεβεῖς καί κακόδοξοι νά κατακριθοῦν καί νά ἀναθεματιστοῦν ὀνομαστικά, ὄχι βεβαίως ἀπό κακία, ἐμπάθεια καί μίσος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά ἀπό παιδαγωγική καί ποιμαντική φροντίδα καί ἀγάπη, ὥστε οἱ μέν αἱρετικοί, ἐλεγχόμενοι, νά μετανοήσουν καί νά ἀποκηρύξουν τήν πλάνη τους, νά προφυλαχθοῦν δέ κυρίως οἱ ὑπόλοιποι πιστοί ἀπό τό νά ἀκολουθήσουν τήν πλάνη. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας εἶχαν πραγματική καί εἰλικρινή ἀγάπη, καί ὄχι τήν ψευδοειρήνη καί τήν ψευδοαγάπη τῶν οἰκουμενιστῶν, πού ἐνοχλοῦνται ἀπό τά ἀναθέματα καί παρουσιάζονται ἔτσι δῆθεν «καλύτεροι» ἀπό τους Ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἀπό ἀγάπη ἐλέγχουν καί παιδαγωγοῦν[2].
Αὐτήν τήν ἀνακήρυξη καί τόν ἔπαινο τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων ἀπό τή μιά, καί τήν κατάκριση μαζί μέ τόν ἀναθεματισμό τῶν ἀσεβῶν, τῶν κακοδόξων καί τῶν αἱρετικῶν ἀπό τήν ἄλλη, τόν βλέπουμε πολύ παραστατικά στό ἐξαίσιο κείμενο ὁμολογίας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, πού λέγεται «Συνοδικόν τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Ζ΄ Συνόδου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀποσπάσματα τοῦ ὁποίου διαβάζονται κατά τή διάρκεια τῆς λιτανεύσεως τῶν ἁγίων καί ἱερῶν εἰκόνων, σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.  
Τί εἶναι, ὅμως, τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας;
Λέγοντας Συνοδικό[3] ἐννοοῦμε τήν ἀπόφαση μιᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί κυρίως Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στήν ὁποία περιλαμβάνονται, ἐκτός ἀπό τούς κανόνες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καί οἱ θεολογικές ἀλήθειες, πού καθορίζουν τά ὅρια τῆς πίστεως, τά δόγματα δηλ. τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καί καταδικάζουν τίς αἱρέσεις, τόσο ὡς πρός τή στρεβλή διδασκαλία τους, ὅσο καί ὡς πρός τά ὀνόματα τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι συνταράσσουν τήν Ἐκκλησία μέ τήν παρανόηση καί διαστρέβλωση τοῦ περιεχομένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ἀλλά καί γενικότερα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας περιέχεται στό λειτουργικό βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ὀνομάζεται Τριώδιο[4]. Στό κυριότερο μέρος του περιλαμβάνει τίς ἀποφάσεις τῆς ἐνδημούσης ἐν Κων/λει Συνόδου τοῦ 843, ἡ ὁποία ἀναστήλωσε τίς ἱερές εἰκόνες καί στηρίχθηκε στήν Ζ΄ ἐν Νικαία Οἰκουμενική Σύνοδο τοῦ 787. Περιέχει, ἐπίσης, καί ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν Συνόδων, μετά τήν Σύνοδο τοῦ 843, κατά πασῶν ἐν γένει τῶν αἱρέσεων, ἀλλά ἰδιαίτερα κατά τῆς εἰκονομαχίας[5].
Πιθανός συντάκτης τῆς ἀρχικῆς μορφῆς του εἶναι ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος. Πρώτη φορά ἀναγνώσθηκε κατά τήν παννυχίδα καί τήν ὁριστική ἀναστήλωση,  τιμητική προσκύνηση καί λιτάνευση τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀπό τήν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, γεγονός πού συνέπεσε τότε μέ τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν (11-3-843), ἡ ὁποία γι’αὐτό ὀνομάσθηκε Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας[6].
Οἱ μετέπειτα συμπληρώσεις καί προσθήκες στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας ἔχουν γίνει σέ διάφορα στάδια τῆς ἱστορίας, σύμφωνα μέ τήν πορεία τοῦ ἀγώνα τῆς Ἐκκλησίας κατά τῶν αἱρέσεων, οἱ ὁποῖες παρουσιάστηκαν μετά τήν εἰκονομαχία μέχρι καί τό κίνημα τοῦ Ἡσυχασμοῦ στά τέλη τοῦ 14ου αἰώ.
Στό Προοίμιο τοῦ Συνοδικοῦ γίνεται λόγος γιά χειμώνα, ὁ ὁποῖος ἐνέσκηψε στήν Ἐκκλησία, μέ τόν ὁποῖο ἐννοεῖται σαφῶς ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, ἡ ὁποία ἀναφέρεται καί ὡς «κάκωσις». Ἐπιπλέον, ἀναφέρονται τά ὀνόματα μεγάλων Πατριαρχῶν, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν πρόμαχοι τῆς ἀληθείας καί στή συνέχεια διακηρύττεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας ἡ ἁγιότητά τους : «Γερμανοῦ, Ταρασίου, Νικηφόρου, Μεθοδίου…, Ἰγνατίου, Φωτίου, Στεφάνου, Ἀντωνίου καί Νικολάου». Παράλληλα, ἀναφέρονται καί ὀνόματα ἄλλων ἀρχιερέων, ἱερομονάχων καί μοναχῶν, ὅπως τῶν ὁσίων Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί Συμεών τοῦ Στυλίτου, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίσθηκαν ὅλοι μαζί καί ἀναδείχθηκαν ὁμολογητές τῆς Πίστεως, συντελώντας στό νά συγληθεῖ ἡ Ζ΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος ἀπό τήν αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, ἡ ὁποία μνημονεύεται στό τέλος τοῦ Συνοδικοῦ μαζί μέ ὅλους τούς ὀρθοδόξους Βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπερμάχησαν για τήν τιμή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ὅπου παρέχεται μάλιστα ἡ πληροφορία ὅτι ἔλαβε καί τό μοναχικό σχῆμα.
Ἰδιαιτέρως μνημονεύονται στό Συνοδικό οἱ βασιλεῖς ἐκεῖνοι, ὅπως καί οἱ Ἐπίσκοποι, πού συνετέλεσαν στήν ἀποκάλυψη τῆς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ἀλλά καί κατά τήν περίοδο τῶν λεγομένων Ἡσυχαστικῶν ἐρίδων, μεταξύ τῶν ὁποίων πρωτεύουσα θέση κατέχει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσ/κης, ὁ θεατής τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί κήρυξ τῆς ἀκτίστου Θείας Χάριτος.
Στό Συνοδικό περιέχονται καί ὀνόματα διαφόρων αἱρεσιαρχῶν, πού εἶχαν προηγηθεῖ τῆς εἰκονομαχίας, καί ὅλων τῶν ἄλλων μεταγενεστέρων αἱρέσεων : «Ἀρείω τῶ πρώτω θεομάχω καί ἀρχηγῶ τῶν αἱρέσεων…, Νεστορίω τῶ θεηλάτω…, Διοσκόρω Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας καί Σεβήρω τῶ δυσσεβεῖ…, ὅλοις τοῖς Εὐτυχιανισταῖς καί Μονοθελίταις καί Ἰακωβίταις καί Ἀρτζιβουρίταις καί ἁπλῶς πάσιν αἱρετικοῖς, Ἀνάθεμα».
Αὐτή ἡ ἀναφορά ὅλων τῶν ἀνωτέρω ὀνομάτων, ὅπως καί τῶν αἱρέσων, πού φαινομενικά δέν ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν εἰκονομαχία, δέν γίνεται τυχαῖα. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἀντιμετωπίζεται συνολικά καί ὄχι ἀποσπασματικά. Κάθε νέα αἵρεση ἀποτελεῖ στήν πραγματικότητα μία διαφορετική ἔκφραση καί ἔκφανση τῆς μιᾶς καί μοναδικῆς αἱρέσεως καί λανθασμένης διδασκαλίας, δηλ. τῆς μή ὀρθῆς κατανοήσεως τοῦ γεγονότος τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς πείθει ὅτι ὅλες οἱ αἱρέσεις ἔχουν ὡς ἀρχή τους τήν αἵρεση τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καί ἀποτελοῦν συνέπειά της. Γι’αυτό τό Συνοδικό ὁριοθετεῖ μέ σαφήνεια τήν Ἀλήθεια ἀπό τό ψεῦδος, τήν Πίστη ἀπό τήν ἀπιστία καί τήν Θεολογία ἀπό τήν ἀνθρώπινη φιλοσοφία.
Ὡς πρός τήν θεολογία τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τό Συνοδικό διακηρύσσει  ὅτι ἡ τιμή τους ἀποτελεῖ συνέχεια καί συνέπεια τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τιμή στό ἴδιο τό γεγονός τῆς ἐνσαρκώσεως. Ἀντίθετα, ἡ ἄρνηση τιμῆς στίς ἱερές εἰκόνες συνεπάγεται στήν πραγματικότητα ἄρνηση τῆς σωτηρίας.
Τό Συνοδικό, ὅμως, ἐνῶ ἀφορμᾶται ἀπό τήν ὑπεράσπιση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, προχωρᾶ καί στήν ἐπαναδιατύπωση τῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας περί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στόν Χριστό, περί τῆς Θείας Εὐχαριστίας, περί τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, περί τῆς Θείας Λατρείας γενικότερα καί περί τῆς Ἀναστάσεως, τά ὁποία προσπάθησαν νά στρεβλώσουν οἱ διάφοροι αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι καί κατονομάζονται.
Τέλος, διατυπώνει μέ σαφήνεια στά «κατά Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου κεφάλαια» τήν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας περί τῶν ἀκτίστων Θείων ἐνεργειῶν, στίς ὁποῖες μετέχει ὁ ἄνθρωπος καί τίς ὁποῖες διακρίνει ἀπό τήν ἄκτιστη Θεία οὐσία, τήν ὁποία ὀνομάζει καί θεωρεῖ «ἄληπτον καί ἀμέθεκτον», ἐνῶ κάνει λόγο καί γιά τό Θεῖο Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως, ὀνομάζοντάς το «ἄκτιστον καί φυσικήν χάριν καί ἔλλαμψιν καί ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεί προϊοῦσαν».
Τά μηνύματα τοῦ Συνοδικοῦ ἐκφέρονται μέ ἀναφωνήσεις τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ, ὅπως εἶναι οἱ μακαρισμοί τῶν εὐσεβῶν Βασιλέων, Πατριαρχῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν ὀνομαστικά, μέ τήν ἀναφώνηση «αἰωνία ἡ μνήμη», ἀλλά καί ὁ  ἀναθεματισμός τῶν ἀπ'αἰῶνος αἱρετικῶν, μέ τήν ἀναφώνηση «ἀνάθεμα».
Τί εἶναι, ὅμως, τό ἀνάθεμα;
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρει ὅτι ἀνάθεμα λέγεται ἐκεῖνο, πού χωρίζεται ἀπό τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν, καί ἀφιερώνεται στόν διάβολο. Κανένας δέν τολμᾶ νά συναναστραφεῖ καί νά συγκοινωνήσει μέ ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπο, πού ἔχει χωρισθεῖ ἀπό τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία καί ἔχει γίνει ἀνάθεμα στόν διάβολο, ἀλλά ὅλοι οἱ πιστοί χωρίζονται ἀπ’αὐτόν[7]. Τό ἀνάθεμα παντελῶς χωρίζει καί ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Χριστό.
Ὁ ἅγιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κων/λεως, στόν ἀπολογητικό τῆς Ζ΄ ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρει : «Δεινόν εἶναι τό ἀνάθεμα, ἐπειδή μακράν τοῦ Θεοῦ ποιεῖ τόν ἄνθρωπον καί ἀπό τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἐκδιώκει καί πέμπει αὐτόν εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον»[8].
Ὁ Ἀπ. Παῦλος λέει : «εἰ τίς οὐ φιλεῖ τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, εἴτω ἀνάθεμα»[9].Ὅλοι ὅσοι πολιτεύονται ἔξω ἀπό τήν ἀποστολική διδασκαλία καί παράδοση τοῦ θείου Παύλου, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἡ διδασκαλία καί ἡ παράδοση τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀγαποῦν ἐν ἀληθεία τόν Κύριο. Ὅσοι δέν ἀγαποῦν ἐν ἀληθεία τόν Κύριο, αὐτοί εἶναι ἀνάθεμα, δηλ. χωρισμένοι ἀπό τόν Κύριο[10].
Ὁ ὅρος ἀνάθεμα ἀναφέρεται ἀπό τόν Ἀπ. Παῦλο καί στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή ἐναντίον ἐκείνων, πού εὐαγγελίζονται ἔξω ἀπό τά παραδεδομένα : «ἀλλά καί ἄν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ’ὅ εὐαγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»[11].
Τά ἀναθέματα στήν Ἐκκλησία δέν ἀποτελοῦν ἐκφράσεις ὀργῆς ἤ κατάρας ἤ ὕβρεως, ἀλλά πανηγυρικές διακηρύξεις ὅτι οἱ ἀναθεματισμένοι δέν ἀνήκουν στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ καλεῖται νά ἐπιτείνει τήν προσοχή του σ' αὐτό καί νά μήν συμφύρεται μέ τούς ἀναθεματιζομένους, γιά νά μήν ἀπολέσει τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία, χωρίς τήν ὁποία δέν ὑφίσταται σωτηρία. Ἑπομένως, τά ἀναθέματα ἀποτελοῦν, εἰδικότερα στήν σημερινή ἐποχή τῆς ὁμογενοποιήσεως καί τοῦ συγκρητισμοῦ, ἔξοχο ἀμυντικό μηχανισμό καί παιδαγωγικό τρόπο γιά τήν  διασφάλιση τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας καί ἀληθείας…»[12]. Τά ἀναθέματα ἀποτελοῦν ποιμαντικό μέτρο ἀγάπης καί διασφάλιση τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας καί ἀληθείας. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅταν στίς Συνόδους ἀναθεμάτιζαν τούς αἱρετικούς, δέν τό ἔκαμαν ἀπό μίσος πρός αὐτούς, ἀλλά μέ πόνο ψυχῆς ἀπέκοπταν αὐτούς, «ὡς ἀνιάτως νοσήσαντας», ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀκριβῶς ὁ χειροῦργος ἀποκόπτει τό σεσηπός καί νεκρό μέλος τοῦ σώματος, γιά νά μήν μεταδοθεῖ ἡ σῆψη καί στό ὑπόλοιπο σῶμα. Ἑπομένως, ἀνάθεμα ἔχουμε κυρίως ὅταν ὑπάρχει αἵρεση. Ὁ ἀναθεματισμός εἶναι ὁ ἀποχωρισμός, ἡ ἀποκοπή μέ δυσμενεῖς ἐκφράσεις ἀπό τό κοινό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ἡ αἵρεση εἶναι ἡ διάσπαση αὐτῆς τῆς Θεανθρωπίνης κοινωνίας μέσα στό κοινό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί γι’αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο καταδικάζεται καί ἀναθεματίζεται ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
Πολλές φορές, ὅταν λέγονται αὐτά τά πράγματα, ἀλλά καί ὅταν διαβάζονται – ἄν διαβάζονται – τά ἀναθέματα τήν Κυριακή τῆς  Ὀρθοδοξίας, οἱ πιό αὐθόρμητοι σοκάρονται καί λένε : «Ε, τώρα, ποῦ ζοῦμε; Στόν Μεσαίωνα; Μιλᾶμε γιά ἀναθεματισμούς καί ἀφορισμούς; Αὐτά δέν εἶναι πράγματα, πού ἁρμόζουν στήν Ἐκκλησία». Δυστυχῶς, αὐτή ἡ νοοτροπία ἔχει ἐπηρεάσει πολλούς. Νομίζουν δηλ. ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι συνεχῶς καί μόνο ἀγάπη. Αὐτοί, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄγευστοι. Δέν ἔχουν καταλάβει τί εἶναι Ὀρθοδοξία καί δέν ἔχουν κατανοήσει ὅτι αὐτό τό Σῶμα εἶναι ἀγαπητικό. Ἄν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία «ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν»[13], τότε ἡ ἔλλειψη ἀγάπης σημαίνει τήν ἀποστασιοποίηση. Γιατί, ὅταν κάποιος ἀγαπᾶ πολύ κάτι, ἔρχεται σέ ἀγαπητική σχέση μ’αὐτό. Ὅταν, ὅμως, ἀποστασιοποιεῖται, ὄχι μόνο περιστασιακῶς, ἀλλά καί θεσμικῶς, τότε ἡ Ἐκκλησία τοῦ βεβαιώνει, μ’ἕνα θεσμικό τρόπο, αὐτό, πού ἔχει πάθει. Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, ὅταν λέει σέ κάποιον «ἀνάθεμα», οὐσιαστικά τοῦ πιστοποιεῖ, τοῦ δίνει τήν ληξιαρχική πράξη, τήν πιστοποίηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, πού ἔχει ὑποστεῖ. Αὐτό, ὅμως, σήμερα δέν γίνεται κατανοητό, ἐπειδή δέν βιώνεται καί ἐπειδή δέν ὑπάρχει ἡ προϋπόθεση τῆς καθαρότητος, τήν ὁποία οἱ πολλοί ὑστεροῦνται. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά ζωντανή πραγματικότητα. Ὅταν ὁ πιστός ἔχει καθαρότητα, τότε ἔχει σχέση μέ τήν  Ἐκκλησία, νιώθει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐκφράζει. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐλλείψεως βιωματικῆς ἐμπειρίας φθάνουμε σήμερα στό σημεῖο νά λέγεται ὅτι «τά ἀναθέματα καί οἱ ἀφορισμοί δέν ἰσχύουν σήμερα. Θά τ’ἀλλάξουμε. Ζοῦμε σέ ἄλλη ἐποχή». Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, παραμένει πάντα ὁ ἴδιος. Ὁ Χριστός μία φορά ἐκπλήρωσε τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριο γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αιώνας»[14]. Γίνεται, λοιπόν, ἀντιληπτό ὅτι, ὅταν παραβιάζεται ἡ ἀγαπητική σχέση, τότε ὑπάρχει ὁ ἀφορισμός, μέ τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἐπικυρώνει τήν προϋπάρχουσα κατάσταση.
Ὀλ’ αὐτά, τά ὁποία σήμερα ἠχοῦν φονταμενταλιστικά, γιά τούς πιστούς μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι σημεῖα, τά ὁποῖα συμπυκνώνουν τήν ἀγάπη, ὁριοθετοῦν καί σημειώνουν ὅτι ἡ ἀγαπητική σχέση μέσα στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι κάτι τό δευτερεῦον ἤ τό τριτεῦον, ἀλλά εἶναι τό οὐσιῶδες συστατικό της. Αὐτά τά πράγματα τά ἐξέφρασε ἡ Ἐκκλησία μέ τόν ἴδιο δυναμισμό, ὅταν θέλησε νά ἐκφράσσει τήν ἀκοινωνησία, μέ τήν ὁποία δίνει τήν ληξιαρχική πράξη ὅτι κάποιος ἔχει πεθάνει ἀπό πλευρᾶς ἀγαπητικῆς. Αὐτό τό Σῶμα, μέσα στό ὁποῖο ἀνήκουμε εἶναι μυστηριακό μέν, ἀγαπητικό δέ. Ἄν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγαπητική σχέση καί αὐτός ὁ ἀγαπητικός πόθος, πού νά ἐκφράζεται καί στήν πράξη, τότε διαψεύδεται.
Τό Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας, ὅταν γράφτηκε γιά πρώτη φορά τό 843 ἀπό τούς ἁγίους πατέρες τῆς Ζ΄ ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μετά τό τέλος τῆς δευτέρας φάσεως τῆς εἰκονομαχίας, περιελάμβανε ἀναθέματα γιά ὅλους τούς αἱρετικούς, ἀπό τόν Ἄρειο μέχρι καί τούς εἰκονομάχους. Ἀπό τόν 9ο αἰώ. κι ἔπειτα, ἐπειδή ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους κι ἄλλες αἱρέσεις, ἰδίως ἡ αἱρετική παρασυναγωγή τοῦ Παπισμοῦ, ἡ Ἐκκλησία ἀπεφάσισε τόν 14ο αἰώ. νά ἐμπλουτίσει τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας μέ νέα ἀναθέματα, ὁπότε προστέθηκαν τά «Κεφάλαια κατά Βαρλαάμ καί ‘Ακινδύνου», μέ τά ὁποία ἀναθεματίζεται, στά πρόσωπα τοῦ Βαρλαάμ Καλαβροῦ καί τοῦ Γρηγορίου Ακινδύνου, ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ. Ἀπό τήν παραπάνω τακτική διαπιστώνουμε ὅτι τό Συνοδικό τῆς Όρθοδοξίας εἷναι ἀναπροσαρμοζόμενο καί ὅτι ἡ προσθήκη καινούργιων ἀναθεμάτων ἦταν καί εἶναι συνήθης τακτική τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, εἶναι ἀνεπίτρεπτο νά κατηγοροῦν κάποιοι τούς ἁγίους Πατέρες ὅτι δῆθεν εἶναι πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δέν κάνουν ὑπακοή, διότι προσέθεσαν νέα ἀναθέματα.
Ἄλλωστε, τό ἴδιο τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναφέρει σέ ἕνα σημεῖο του˙«ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα»[15], ἀνάθεμα σέ ὅλους τούς αἱρετικούς, καί στούς παλαιούς καί τούς νέους, τούς συγχρόνους, σ΄αὐτούς πού ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καί θά ὑπάρξουν μέχρι συντελείας αἰώνων.  Ἡ ἀνωτέρω τακτική δέν ἀποτελεῖ οὔτε πρωτοτυπία, οὔτε καινοτομία, οὔτε πρόταξη ὑπεράνω Συνόδων καί Ἐκκλησίας, ἀλλά ἁπλῶς ταπεινή ἀκολουθία τῆς συνήθους ἐκκλησιαστικῆς τακτικῆς, καί τήρηση τῆς τάξεως τοῦ λειτουργικοῦ βιβλίου τοῦ Τριωδίου, ἡ ὁποία καί βεβαίως ἰσχύει μέχρι καί σήμερα. Ὁ ποιμαντικός σκοπός καί στόχος της ἐκφωνήσεως τῶν ἀναθεμάτων εἶναι διφυής, διττός : Ἀπό τή μιά ἡ μετάνοια τῶν ἀναθεματισμένων, καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ προφύλαξη τοῦ ποιμνίου του ἀπό τίς αἱρέσεις, παλαιές καί νέες,  οἱ ὁποῖες στερροῦν τήν σωτηρία ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι, δέν πρέπει νά σπεύσουν νά ἐκτοξεύσουν μομφές καί κατηγορίες οἱ Οἰκουμενιστές, πού, μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ καί κατά τό ἀνθρώπινο δυνατό, ἐπιδεικνύεται ἐπαγρύπνηση καί ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον γιά τό ποίμνιο καί δέν ἀφήνονται οἱ λύκοι νά καταφᾶνε καί νά κατασπαράξουν τά πρόβατα.
Ἀντιθέτως, οἱ Οἰκουμενιστές πρέπει νά κατηγοροῦνται, ἐπειδή ἀφήνουν τά πρόβατα νά γίνονται βορά στά στόματα τῶν λύκων τῶν βαρέων[16], τῶν ποικίλων αἱρετικῶν. Ἡ ποιμαντική καί παιδαγωγική ὀρθότητα τῶν μέτρων τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται καί ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές δέν ἀντέχουν τήν δύναμη τῶν ἀναθεμάτων, δέν ἀντέχουν, ἐλεγχόμενοι, τήν ἀντιαιρετική καί ἐπικριτική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, δέν ἀντέχουν κἄν τήν ἔννοια τῆς αἱρέσεως. Γι'αὐτό κατήργησαν τήν ἀνάγνωση τῶν ἀναθεμάτων συνοδικῶς ἀπό τό 2005. Γι'αὐτό παραμερίζουν μέ τήν μεταπατερική, νεοπατερική, συναφειακή καί μετακανονική αἵρεση τούς Ἁγίους Πατέρες, πού καταγγέλλουν ὀνομαστικά καί ἀποκαλύπτουν τούς αἱρετικούς. Γι'αὐτό κατήργησαν τήν ἔννοια τῆς αἱρέσεως, δεχόμενοι ὡς «ἰσότιμες, ἰσάξιες καί ἀδελφές ἐκκλησίες» τίς σύγχρονες μεγάλες αἱρετικές παρασυναγωγές τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἀλλά καί τήν παλαιά, ἀρχαῖα αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ[17].
Τέκνα μου ἀγαπητά καί περιπόθητα,
Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα κείμενο, τό ὁποῖο διατυπώνει καί ἐκφράζει τήν καθολική πίστη καί τό δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Περιέχει δηλ. τήν διδαχή της γιά τό ἴδιο τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς της. Τό δόγμα διασώζει τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πληροφορεῖ τόν κόσμο γι'αὐτή τή ζωή, ἐνῶ παράλληλα καταγράφει καί τήν ἱστορική μαρτυρία καί συνείδηση αὐτῆς τῆς ζωῆς. Γι’αὐτό καί ἡ  Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἐνέταξε τό Συνοδικό στήν λατρεία της σήμερα, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὥστε νά διαβάζεται σέ στάση προσοχῆς καί προσευχῆς ὡς ἱερό δογματικό κείμενο. Ἀμήν.
Ἔτη πολλά καί εὔδρομος ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή!
Μετά πατρικῶν εὐχῶν
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς Σεραφείμ


[1] Τριώδιον, ἐκδ. «Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν.», Ἀθήνα  2010, σ. 618.
[2] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Στόν Πειραιά γιορτάσθηκε αὐθεντικά ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», Θεοδρομία ΙΔ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2012) 3-4.
[3] Σχ. βλ. ΑΡΧΙΜ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ, Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, Ὁμιλία στόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό στήν Φλώρινα τήν Κυριακή 9-3-2014 (Α΄ Νηστειῶν).
[4] Τριώδιον Κατανυκτικόν, ἐκδ. Φῶς ΧΕΕΝ, Ἀθήνα 2001, σσ. 618-635.
[5] Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Μτφρ. Ἠ.Γ.ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ἐπιμέλεια-σχόλια ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2006, σ. 11.
[6] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Πηγές Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας,ἐκδ. Ἀρμός, Ἀθήνα 19982, σ. 118.
[7] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 396-398.
[8] Β΄ Τόμος Συνοδικῶν, σ. 724.
[9] Α΄ Κορ. 16, 22.
[10] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ. Α΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1989, σ. 697.
[11] Γαλ. 1, 8. Ἔνθ'ἀνωτ., τ. Β΄, Θεσ/κη 1990, σσ. 248-249.
[12] Σχ. βλ. ἡμέτερον κείμενον μέ θέμα «Διευκρινήσεις γιά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», 14-3-2012, http://www.impantokratoros.gr/64EFF01C.el.aspx
[13] Ρωμ. 5, 5.
[14] Εβρ. 13, 8.
[15] Τριώδιον, ἐκδ. «Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν.», Ἀθήνα 2010, σ. 628.
[16] Πράξ. 20, 29.
[17] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, ἔνθ'ἀνωτ., σ. 5.