Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟ ΑΞΙΩΜΑ ΚΑΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ.


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Επειδή στον χώρο των αποτειχισμένων συμβαίνουν διάφορα σοβαρά και λυπηρά γεγονότα, τα οποία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης ορθής εκκλησιολογικής κατήχησης σε κληρικούς και λαϊκούς, αναγκάζομαι να δημοσιεύσω το παρόν άρθρο, προκειμένου να απαντήσω γραπτά  σε σχετικές ερωτήσεις που μου υποβλήθηκαν.

Συγχρόνως, επιθυμώ, το άρθρο αυτό να αποτελέσει αφορμή προβληματισμού, ώστε να κατανοηθούν τα εξής. Εφόσον οι αποτειχισμένοι δεν αποτελούν αναγνωρισμένη  νομική θρησκευτική κοινότητα και ζουν σε ένα έννομο κράτος (με σεβασμό στους νόμους), θα έπρεπε να κινούνται με τους όρους της Εκκλησίας των Κατακομβών. (ο έχων νουν, νοείτω)

Το αρχιερατικό αξίωμα: ποιες ιδιότητες φέρει και ποιες «αφαιρεί» ο ΙΕ΄ Κανόνας

Για να κατανοηθεί πλήρως το νόημα του χαρακτηρισμού «ψευδεπίσκοπος και ψευδοδιδάσκαλος», είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί  τι ακριβώς περιλαμβάνει το αρχιερατικό αξίωμα. Στην Ορθόδοξη κανονική παράδοση, ο επίσκοπος δεν είναι, απλώς, ένας ανώτερος κληρικός· είναι ο κατ' εξοχήν φορέας της πληρότητας της Ιερωσύνης, ο «τύπος και εικόνα» του Χριστού εν τω οίκω αυτού. Όταν αναφερόμαστε στον Αρχιερέα (τον Επίσκοπο), η ύπαρξη και το έργο του συνδέονται άμεσα με τα τρία αξιώματα του Χριστού (το προφητικό, το αρχιερατικό και το βασιλικό), τα οποία εκφράζει με έναν ιδιαίτερο και ολοκληρωμένο τρόπο μέσα στην Εκκλησία:

1. Το Προφητικό Αξίωμα (Ο Διδάσκαλος της Αλήθειας)

Ως διάδοχος των Αποστόλων, ο Αρχιερέας έχει χρέος και εξουσία να κηρύττει το Θείο Λόγο. Είναι ο βασικός διδάσκαλος και θεματοφύλακας της ορθόδοξης πίστης στην επαρχία του, εξηγώντας τις Γραφές και καθοδηγώντας το ποίμνιο στην πνευματική αλήθεια.

2. Το Αρχιερατικό / Ιερατικό Αξίωμα (Ο Λειτουργός των Μυστηρίων)

Είναι η κορυφαία του ιδιότητα. Κατέχει την πληρότητα της ιερωσύνης.

Μόνος του μπορεί να τελέσει τις χειροτονίες των νέων κληρικών (διακόνων και ιερέων), να καθιερώνει ναούς, να αγιάζει τα Αντιμήνσια και να προΐσταται των μυστηρίων, αποτελώντας τον «τύπο και τόπο Χριστού» μέσα στη Θεία Λειτουργία.  Σύμφωνα με την Ορθόδοξη κανονική παράδοση και θεολογία, τα μυστήρια ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου είναι έγκυρα και έχουν θεία χάρη μέχρι τη στιγμή της επίσημης καθαιρέσεώς του από Σύνοδο.

3. Το Βασιλικό Αξίωμα (Ο Ποιμένας και Διοικητής)

Εκδηλώνεται μέσα από την πνευματική εξουσία και τη διακυβέρνηση της τοπικής Εκκλησίας (της Μητρόπολης ή της Επισκοπής). Δεν πρόκειται για κοσμική εξουσία τυραννικού τύπου, αλλά για διακονία αγάπης, προστασίας και τάξης, ώστε το σώμα της Εκκλησίας να οδηγείται με ασφάλεια στη Βασιλεία του Θεού, τιθασεύοντας τα πνευματικά εμπόδια και τις διχόνοιες.

Τι «αφαιρεί» λοιπόν ο ΙΕ΄ Κανόνας;

Καμία από τις παραπάνω ιδιότητες δεν αίρεται τυπικώς και δικανικώς με την πράξη της αποτείχισης. Ο ΙΕ΄ Κανόνας δεν είναι κανόνας καθαιρέσεως. Ο κανόνας, ωστόσο, αναγνωρίζει και βεβαιώνει μια ήδη συντελεσθείσα πνευματική απώλεια, η οποία εκτείνεται ως εξής:

•Αφαιρεί την αληθή ιδιότητα του ποιμένος. Ο επίσκοπος διατηρεί το όνομα — «τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον» — αλλά παύει να είναι αληθινός ποιμήν· γίνεται ψευδεπίσκοπος. Η χειροτονία του δεν χάνεται, χάνεται όμως η ουσία που την νοηματοδοτεί: η πίστη την οποία οφείλει να φυλάσσει.

•Αφαιρεί τη νομιμότητα της διδασκαλίας του. Από τη στιγμή που κηρύσσει αίρεση «δημοσίᾳ καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», κάθε διδασκαλία του καθίσταται πνευματικώς άκυρη· γίνεται ψευδοδιδασκαλία, έστω και αν προσφέρεται με τα εξωτερικά σημεία της επισκοπικής αξίωσης.

•Αφαιρεί το δικαίωμα  της εκκλησιαστικής  κοινωνίας. Οι συνειδητοί Ορθόδοξοι υποχρεούνται να μη μνημονεύουν αυτόν και να μη κοινωνούν μαζί του. Το μνημόσυνο, ως σημείο ενότητας, μετατρέπεται σε σημείο αποχωρισμού.

•ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ωστόσο, τη δικαιοδοσία του — ακόμη. Η διοικητική εξουσία του επίσκοπου πάνω στην επαρχία παραμένει τυπικώς εν ισχύϊ μέχρι τη συνοδική καθαίρεση. Αυτή, ακριβώς, η διάκριση — όσα ο κανόνας αναγνωρίζει ως χαμένα πνευματικά και όσα δεν αίρει διοικητικά — συνιστά τον πυρήνα της ερμηνείας του και αποτρέπει τη μετατροπή της αποτείχισης σε αυτοδίκαιο καθαιρετικό δικαστήριο από μεμονωμένους κληρικούς.

Ο  ΙΕ΄ Κανόνας δεν αποσύρει από τον αιρετικό επίσκοπο τη χειροτονία του, ούτε τον θρόνο του.Τον απογυμνώνει, όμως, από τη μοναδική ιδιότητα που καθιστούσε το αξίωμά του πηγή ζωής για το ποίμνιο — την ορθή διδασκαλία της πίστεως και από τη  ιδιότητα του ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΠΟΙΜΕΝΑ.

.

Παράλληλα, εφόσον ο επίσκοπος δεν έχει καθαιρεθεί ακόμη συνοδικά, τυπικά διατηρεί το δικαίωμα να ελέγξει τον κληρικό που εισήλθε αυθαιρέτως στην επαρχία του. Φαινομενικά, αυτό φαντάζει αντίφαση — πώς ο αιρετικός ελέγχει τον ομολογητή; — όμως εξηγείται από την κανονική τάξη: ο εισερχόμενος χωρίς «γράμματα απολύσεως» παραβιάζει εκκλησιαστικούς  Κανόνες, και ο τοπικός επίσκοπος, έστω κατ' όνομα, κατέχει τη διοικητική δικαιοδοσία της περιοχής.

Εδώ έγκειται και η παγίδα. Ένας ακατάκριτος αιρετικός επίσκοπος μπορεί να χρησιμοποιήσει την τυπική διοικητική του ισχύ, για να τιμωρήσει κληρικούς όχι επειδή υπερασπίστηκαν την Ορθοδοξία, αλλά επειδή παραβίασαν την κανονική τάξη. Γι' αυτό η ορθόδοξη θεολογία τονίζει ότι η ομολογία και η αποτείχιση πρέπει να γίνονται με τεράστια προσοχή, ώστε να μη δίδεται στον εσφαλμένο επίσκοπο το πλεονέκτημα να ελέγξει τον ομολογητή σε επίπεδο κανονικής πειθαρχίας.


Ποιος ορίζει ΕΠΙΣΗΜΑ ότι η ηγεσία μιας τοπικής Εκκλησίας ή μια ΣΥΝΟΔΟΣ  είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο και την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επίσημος φορέας αρμόδιος να κηρύξει ΕΠΙΣΗΜΑ  την εκκλησιαστική ηγεσία μιας τοπικής εκκλησίας ως ΑΙΡΕΤΙΚΗ ή να καταδικάσει επισήμως μια διδασκαλία ως αίρεση και –κατ' επέκταση– να διαπιστώσει ότι μια εκκλησιαστική κοινότητα ή ηγεσία έχει αποκοπεί λόγω κακοδοξίας είναι αποκλειστικά ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Τοπική, Μείζων ή Οικουμενική).

Η περίπτωση του Νεστορίου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα εφαρμογής της εκκλησιαστικής τάξης, καθώς γύρω στο 428 μ.Χ. άρχισε να κηρύττει αιρετικές απόψεις διαχωρίζοντας τις δύο φύσεις του Χριστού και αρνούμενος τον όρο Θεοτόκος, ωστόσο, παρότι υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες, παρέμενε στον θρόνο του ως «ακατάκριτος» και όλα τα μυστήρια που τέλεσε τότε θεωρούνταν έγκυρα, μέχρις ότου το 431 μ.Χ. συγκλήθηκε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, η οποία καταδίκασε τη διδασκαλία του και τον καθαίρεσε επίσημα, με αποτέλεσμα από τη στιγμή της καθαίρεσής του και μετά να παύσει να είναι επίσκοπος, κάθε μετέπειτα ιεροπραξία του στην εξορία να είναι παντελώς άκυρη και όσοι τον ακολούθησαν να αποκοπούν από την Εκκλησία δημιουργώντας δικό τους σχίσμα

Μέχρις ότου μια  ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ Σύνοδος αποφανθεί επίσημα και συνοδικά για μια τοπική Εκκλησία ή ηγεσία ότι είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ εφαρμόζονται πλήρως όλοι οι ιεροί κανόνες που αφορούν την ιερατική διακονία. Μέχρι την σύγκληση της Συνόδου  αν  ο τοπικός επίσκοπος η οι  επίσκοποι προωθούν  φανερά και απροκάλυπτα κακοδοξίες που έχουν ήδη καταδικαστεί από προηγούμενες Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους και Πατέρες, οι πιστοί και οι κληρικοί έχουν όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και την κανονική υποχρέωση (βάσει του περίφημου 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επί Φωτίου του Μεγάλου) να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία. Ωστόσο, η ενέργεια αυτή είναι ομολογιακή και προσωπική ευθύνη και δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αυτή έχει αυτόματα κηρυχθεί συλλήβδην «ανυπόστατη» πριν από μια Πανορθόδοξη Συνοδικὴ απόφαση.

Ο  15ος Κανόνας δίνει το δικαίωμα της διακοπής μνημοσύνου για λόγους πίστης, αλλά δεν παρέχει κανονική άδεια αλλαγής δικαιοδοσίας, ούτε καταργεί τους κανόνες που απαγορεύουν την αυθαίρετη μετακίνηση κληρικών.

 

Τα όρια του ΙΕ΄ Κανόνα

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η ιερωσύνη δεν αντλεί την εξουσία της από τον ίδιο τον κληρικό, ούτε λειτουργεί με όρους «ελεύθερου επαγγέλματος της πίστης». Ο ιερέας αποκτά την ιδιότητά του δια της χειροτονίας  από την Ιερωσύνη του Χριστού και ασκεί τη διακονία του αποκλειστικά με βάση τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και των αναγνωρισμένων από αυτές τοπικών Συνόδων.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Εφόσον ένας κληρικός δεν αναγνωρίζει την εκκλησιαστική διοίκηση λόγω αποδοχής αιρετικών διδασκαλιών, γιατί απαιτείται να ζητήσει την άδειά της, για να φύγει από την επαρχία στην οποία ανήκει;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ' αρχάς, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε τη φύση του ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.  Στην  Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η διοικητική δομή και η μυστηριακή ζωή δεν είναι αποσπασμένα θέματα. Ο ΙΕ κανόνας δεν δίνει το δικαίωμα δημιουργίας προσωπικών, απομονωμένων ποιμνίων γύρω από ένα πρόσωπο. Αν υπήρχε σοβαρός λόγος πίστεως, η πατερική οδός ήταν η παραμονή στο πόστο με ομολογιακή σταθερότητα ή η προσφυγή στη συνοδική οδό ή η εκκλησιαστική κοινωνία με άλλη ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ και όχι η μετατροπή της αποτείχισης σε μέσο διαδικτυακής προβολής και αυτοδικίας. Η αυθαίρετη μετακίνηση σε ξένη επαρχία, η ίδρυση νέων ναών και η συγκρότηση αποκλειστικά «αποτειχισμένου» ποιμνίου αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη και συζητημένα ζητήματα στο πεδίο του  εκκλησιαστικού  κανονικού δικαίου. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, μια τέτοια πρακτική αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, καθώς τέμνει τα όρια μεταξύ ομολογίας πίστεως και κανονικού παραπτώματος.

Ακόμη και αν η αρχική αφορμή για την αποτείχιση είναι θεολογικά ορθή —βάσει του ΙΕ΄ Κανόνα, λόγω κήρυξης αίρεσης «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»— η αυθαίρετη είσοδος κληρικών σε ξένη επαρχία ή δημιουργία ναών (χωρίς εκκλησιαστική και νομική κάλυψη) και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς την άδεια του τοπικού κανονικού επισκόπου (εφόσον παραμένουν οι αποτειχισμένοι στην Εκκλησία της Ελλάδος) συνιστούν σαφή παράβαση εκκλησιαστικών Κανόνων.

Η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου».

Ο ΛΑ΄ (31ος) Αποστολικός Κανόνας είναι καταπέλτης:

«Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς ἐκκλησίας ποιήσῃ, καὶ τὸ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ... καθαιρείσθωσαν ὡς  φίλαρχοι».

 

Παρόμοιες απαγορεύσεις περιέχονται στον ΣΤ΄ Κανόνα της Συνόδου της Γάγγρας και στους ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ Κανόνες της Συνόδου της Αντιοχείας, οι οποίοι καθαιρούν όσους κληρικούς περιπλανώνται και προκαλούν διχοστασίες εκτός της κανονικής τάξης.

Οι κυριότεροι Iεροί Κανόνες που αφορούν ειδικά τους πρεσβυτέρους (καθώς και τους διακόνους και λοιπούς κληρικούς) και απαγορεύουν την αυθαίρετη εγκατάλειψη της ενορίας ή της επαρχίας τους, παρατίθενται παρακάτω.

1. Ο 15ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων

Κείμενο:

«Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστὰς διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ ἐκκλησίᾳ χωρὶς τῆς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου γνώμης, μὴ λειτουργεῖν ἔτι κελεύομεν αὐτόν· μάλιστα μὲν εἰ καὶ τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου καλοῦντος αὐτὸν ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐμμένων τῇ ἀτάκτῳ διατριβῇ. Ὡς λαϊκὸς δὲ ἐκεῖ κοινωνείτω μόνον».

Ερμηνεία: Εάν κάποιος πρεσβύτερος ή διάκονος αφήσει την παροικία (ενορία/επαρχία) του και πάει σε άλλη χωρίς την άδεια του επισκόπου του, του απαγορεύεται να ιερουργεί. Αν μάλιστα ο επίσκοπός του τον καλέσει πίσω κι εκείνος αρνηθεί, τότε εκπίπτει πλήρως και περιορίζεται στην ιδιότητα του λαϊκού στη νέα του θέση.

2. Ο 15ος Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια)

Κείμενο:

«Διὰ τὴν πολλὴν ταραχὴν καὶ τὰς στάσεις τὰς γινομένας, ἔδοξε παντελῶς περιαιρεθῆναι τὴν συνήθειαν τὴν παρὰ τὸν κανόνα εὑρεθεῖσάν τισι, ὥστε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλεως μὴ μεταβαίνειν μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Εἰ δὲ μετὰ ταύτην τὴν ὁρισιωδίαν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλῃς συνόδου, ἐπιχειρήσει τίς τι τοιοῦτον, ἢ ἐπιδῷ ἑαυτὸν τῇ τοιαύτῃ πράξει, ἄκυρος μὲν ἔσται παντελῶς ἡ τοιαύτη ἐπίθεσις, ἀποκατασταθήσεται δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ περεχειροτονήθη τῆς παροικίας».

Ερμηνεία: Απαγορεύει ρητά τη «μετανάστευση» κληρικών από πόλη σε πόλη (από επαρχία σε επαρχία) για την αποφυγή συγκρούσεων και αταξίας. Οποιαδήποτε τέτοια αυθαίρετη κίνηση κρίνεται απολύτως άκυρη και ο κληρικός υποχρεούται να επιστρέψει στην αρχική Εκκλησία, όπου χειροτονήθηκε.

3. Ο 57ος (κατ' άλλους 56ος) Κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης

Κείμενο (σε μετάφραση/απόδοση από το Πηδάλιο):

«Ὥστε τοὺς πρεσβυτέρους, καὶ διακόνους, καὶ τοὺς λοιπούς κατωτέρους κληρικούς, μὴ ἀξιοῦν βοηθοὺς αἰτεῖν παρὰ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, οὐδὲ ἀποχωρίζειν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν ἐκκλησιῶν αὐτῶν...».

(Σημείωση επί του περιεχομένου): Οι κανόνες της τοπικής αυτής Συνόδου (που ενσωματώθηκαν στο επίσημο Κανονικό Δίκαιο από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο) απαγορεύουν στους πρεσβυτέρους να εγκαταλείπουν αυθαιρέτως την εκκλησία στην οποία εντάσσονται, ούτε να επιδιώκουν αλλαγή ή μετάθεση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και κανονική άδεια της εκκλησιαστικής αρχής

 

 

Η Εκκλησία είναι βασίλειο τάξεως: κάθε επίσκοπος και πρεσβύτερος έχει συγκεκριμένα γεωγραφικά και διοικητικά όρια. Η δημιουργία «παράλληλων» δικαιοδοσιών ή ανεξάρτητων ναών εντός της ίδιας μητρόπολης, (που ανήκει στην ίδια Σύνοδο της τοπικής εκκλησίας με τον αποτειχισμένο κληρικό π.χ. Εκκλησία της Ελλάδος) χωρίς κανονική άδεια, οδηγεί μαθηματικά σε αυτό που οι κανόνες καταδικάζουν ως παρασυναγωγή ή σχίσμα.

Πριν τη συνοδική καταδίκη των αιρετικών επισκόπων, οι κανόνες που απαγορεύουν την αυθαιρεσία, την εγκατάλειψη της θέσης ή τη δημιουργία σχισμάτων  ισχύουν αυστηρότερα από ποτέ.  Η μόνη άδεια που δίνει το ΟΡΘΟΔΟΞΟ Κανονικό Δίκαιο είναι η παύση μνημόνευσης (και όχι η αυτόνομη φυγή ή η αλλαγή επαρχίας) και μόνο εάν ο επίσκοπος έχει προβάλει ανοιχτά μια ήδη συνοδικώς καταδικασμένη αίρεση.

Ο ΙΕ΄ Κανόνας επιτρέπει —και επαινεί— τη διακοπή μνημονεύσεως για την προστασία από την αίρεση. Δεν δίδει όμως το δικαίωμα σε κανέναν κληρικό να λειτουργεί ως «αυτοκέφαλος» επίσκοπος ή να ιδρύει δικά του αυτόνομα θρησκευτικά μορφώματα, ναούς και ενορίες κατά το δοκούν. Όταν οι αποτειχισμένοι κληρικοί, αντί να ενταχθούν σε ευρύτερο υγιές ορθόδοξο σώμα ή να ακολουθήσουν την οδό της τοπικής μαρτυρίας εντός των ορίων τους, αρχίζουν να στήνουν «δικές τους» εκκλησίες, κινδυνεύουν να πέσουν στην κακοδοξία της αυτοδικίας και στη δημιουργία σχισματικών δομών.

Η αποτείχιση δύναται να λειτουργήσει αποκλειστικά ως έσχατο θεραπευτικό μέτρο ανάγκης —όπως η χειρουργική τομή για να σωθεί το σώμα από τη γάγγραινα. Αντίθετα, η αυθαίρετη ίδρυση παράλληλων ενοριών εντός ξένων επαρχιών δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά βαρύ εκκλησιαστικό νόσημα (παρασυναγωγή ) που υπονομεύει θεμελιωδώς την ενότητα του Σώματος του Χριστού. Όταν ένας απλός πρεσβύτερος διακόπτει τη μνημόνευση του επισκόπου του λόγω αίρεσης δεν κηρύσσει αυθαίρετα την εποχή ως «περίοδο αίρεσης» με βάση τη δική του κρίση. Απλώς, διαπιστώνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ότι δηλ. ο επίσκοπός του διδάσκει κάτι που ήδη η Εκκλησία (οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι) έχει επισήμως καταδικάσει ως αίρεση.

Ο  Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιμετώπισαν αιρετικές διοικήσεις διακόπτοντας το μνημόσυνο. Ποτέ όμως δεν εγκατέλειψαν αυθαιρέτως τη γεωγραφική τους περιοχή, για να ανοίξουν «εκκλησίες» και να ιδρύσουν αυτόνομα ποίμνια έξω από τη συνοδική δομή. Παρέμειναν αγωνιζόμενοι εντός των ορίων τους ή υπέστησαν το μαρτύριο με σταυρική υπομονή.

Ας αφήσουν στην  άκρη μερικοί αποτειχισμένοι κληρικοί και λαϊκοί  εκκοσμικευμένες πρακτικές, που αποσκοπούν στην ανάδειξη ορισμένων εξ αυτών ως «σύγχρονων ομολογητών του διαδικτύου», καταπατώντας έτσι βασικούς κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας.

Η σύγχρονη  εκκλησιαστική ιστορία μας διδάσκει ότι η ομολογία των σύγχρονων κληρικών —και μάλιστα επισκόπων— γινόταν πάντα εντός των εκκλησιολογικών  πλαισίων που ορίζουν οι ιεροί κανόνες, με σεβασμό στους νόμους του κράτους, ασκώντας παράλληλα αυστηρή κριτική σε ό,τι από αυτούς τους νόμους ερχόταν σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Πίστη.

Τέλος, υπενθυμίζουμε για μια ακόμα φορά ποιοι είναι οι σκοποί της αποτείχισης.

Σύμφωνα με τη θεολογική έρευνα και τη διαχρονική συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum), η αποτείχιση (διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου από ακατάκριτο αιρετίζοντα επίσκοπο) δεν αποτελεί μια απλή διοικητική διαμαρτυρία, αλλά εξυπηρετεί πρωτεύοντες σωτηριολογικούς και δευτερεύοντες εκκλησιαστικούς σκοπούς:

1. Ο Πρωτεύων και Άμεσος Σκοπός (Σωτηριολογικός)

Η αποφυγή του πνευματικού συμμολυσμού: Ο κύριος και άμεσος λόγος της αποτείχισης είναι η προστασία της ψυχής του πιστού από τον συμμολυσμό. Διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας ή της μνημονεύσεως τίθεται σε ισχύ η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων», μέσω της οποίας ο ορθόδοξος καθίσταται συνυπεύθυνος και μέτοχος στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην κατάκριση του αιρετικού, ακόμη κι αν ο ίδιος διατηρεί ορθόδοξο φρόνημα.

Η αυτοπροστασία από το σχίσμα και η διατήρηση της ενότητας με τον Χριστό: Το σχίσμα στην Εκκλησία το προκαλεί ο επίσκοπος που διδάσκει δημόσια την αίρεση, διασπώντας την ένωση με τον Χριστό. Διακόπτοντας την κοινωνία μαζί του, ο πιστός οχυρώνεται («αποτειχίζεται») και αυτοπροστατεύεται, διασώζοντας την οργανική του ενότητα με την αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό.

2. Οι Δευτερεύοντες και Παρεπόμενοι Σκοποί

Συναγερμός και αφύπνιση του ποιμνίου: Η αποτείχιση λειτουργεί ως πνευματική «σήμανση κινδύνου» προς όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Εμποδίζει την εδραίωση της αιρέσεως και προστατεύει τον λαό από το να συνηθίσει στην κακοδοξία λόγω της αδιαφορίας των ποιμένων.

Έλεγχος και πίεση προς τον αιρετίζοντα ποιμένα: Στοχεύει στην καταγγελία της κακοδοξίας και στην άσκηση θεραπευτικής πίεσης στον εκτραπέντα επίσκοπο, ώστε να συναισθανθεί το σφάλμα του και να οδηγηθεί σε μετάνοια.

Πρόκληση συγκροτήσεως Συνόδου: Αποτελεί μέσο πίεσης προς τα αρμόδια θεσμικά όργανα για την άμεση σύγκληση μιας Ορθόδοξης Συνόδου, η οποία θα δικάσει την αίρεση, θα θεραπεύσει το σχίσμα και είτε θα αποκαταστήσει τον μετανοημένο είτε θα καθαιρέσει τον αμετανόητο αιρεσιάρχη.

Έμπρακτη ομολογία πίστεως και παρρησία: Αποτελεί τη διακοπή της «ενόχου σιωπής» και τη φανέρωση παρρησίας και θάρρους ενώπιον Θεού και ανθρώπων για την υπεράσπιση των πατροπαράδοτων  δογμάτων.

 


Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑ Η ΔΥΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ 15ΟΥ ΚΑΝΟΝΑ;






ΕΡΩΤΗΣΗ. Διαβάστε τον Κανόνα με προσοχή και θα δείτε ότι δεν επιβάλλει κάποια υποχρέωση, αλλά απλώς δίνει ένα δικαίωμα. Πουθενά δεν λέει ότι οι Κληρικοί οφείλουν να απομακρύνονται από έναν τέτοιον Επίσκοπο πριν καταδικαστεί, ούτε μιλάει για κάποια τιμωρία ή έστω απλή επίπληξη γι' αυτούς που δεν απομακρύνονται. Κι αυτό παρόλο που στους ιερούς Κανόνες είναι σύνηθες να χρησιμοποιείται η φράση "να καθαιρείται", όταν πρόκειται για Κληρικούς που δεν εκπληρώνουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Αν όμως υποστηριχθεί ότι, επειδή δεν περιλαμβάνεται ποινή (επιτίμιο) στο δεύτερο μέρος του Κανόνα, αυτός είναι προαιρετικός, τότε αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει «μολυσμός» (πνευματική ακαθαρσία από την επικοινωνία με την αίρεση). Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, που δέχεται ότι αυτός ο μολυσμός υπάρχει.

Άλλωστε, ούτε ο 33ος Αποστολικός κανόνας, ούτε ο 9ος του Τιμοθέου, ούτε ο 5ος του Μεγάλου Βασιλείου περιέχουν ποινές για το ίδιο θέμα (δηλαδή για την επικοινωνία με αμετάκλητους/μη καταδικασμένους ακόμα αιρετικούς), κι όμως είναι υποχρεωτικοί. Επίσης, στην επιστολή του Μεγάλου Αθανασίου «προς Μονάζοντας», δεν περιέχεται ποινή, αλλά η απομάκρυνση θεωρείται υποχρεωτική («πρέπει να φεύγετε»), φράση που εκφράζει την κοινή γραμμή των Πατέρων της Εκκλησίας.

Παράλληλα, υπάρχουν ποινές για τους Ορθοδόξους που κοινωνούν με μη καταδικασμένους αιρετικούς, όπως ορίζει η κανονική αρχή «όποιος επικοινωνεί με κάποιον που είναι εκτός κοινωνίας, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας», αλλά και οι διακηρύξεις του Αγίου Σωφρονίου, Πατριάρχη Ιεροσολύμων: «Όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

ΕΡΩΤΗΣΗ. Το ότι αυτό είναι αλήθεια φαίνεται και από το γεγονός ότι, ενώ στη μακρά ιστορία της Εκκλησίας καθαιρέθηκαν αμέτρητοι Επίσκοποι λόγω αίρεσης, ποτέ δεν τιμωρήθηκε Κληρικός (ή έστω να του γίνει απλή επίπληξη) επειδή δεν βιάστηκε να αποσχιστεί αμέσως από τον αιρετικό Επίσκοπο, αλλά περίμενε την καταδίκη του από Σύνοδο. Αν ο κανόνας ήταν υποχρεωτικός, θα είχε ερμηνευτεί έτσι στην πράξη από την Εκκλησία και θα είχαμε πλήθος παραδειγμάτων τιμωρίας Κληρικών οι οποίοι, χωρίς να υιοθετούν τις ιδέες του αιρετικού Επισκόπου τους, συνέχιζαν να τον μνημονεύουν μέχρι τη συνοδική καταδίκη του. Τέτοιο παράδειγμα όμως δεν υπάρχει».

Η απάντηση: Από τη στιγμή που υπάρχει πνευματικός μολυσμός και προβλέπονται ποινές, ακόμα κι αν δεν είχε τιμωρηθεί ποτέ κανείς, αυτό θα οφειλόταν στη φιλανθρωπία και την ευσπλαχνία των Αγίων Πατέρων. Άλλωστε, ούτε όσοι προσήλθαν στην Ορθοδοξία από τον Παπισμό, από άλλες αιρέσεις ή ακόμα και από άλλες θρησκείες τιμωρήθηκαν, παρόλο που υπάρχει μολυσμός και ποινές.

Επιπλέον, υπήρξαν τιμωρίες:

  • Λαϊκοί και Κληρικοί: Σύμφωνα με την ερμηνεία του σπουδαίου κανονολόγου Ματθαίου Βλαστάρεως στον κανόνα της επιστολής προς «Ρουφινιανό», οι λαϊκοί που κοινώνησαν με τους Αρειανούς (είτε από εξαπάτηση είτε από βία — που σημαίνει ότι παρέμειναν Ορθόδοξοι στην πίστη), όταν επέστρεψαν με μετάνοια στους Ορθοδόξους, δέχθηκαν ποινές. Το ίδιο ίσχυε και για τους Ορθόδοξους κληρικούς που κοινώνησαν με τους Αρειανούς από βία ή για καλό σκοπό: ήταν κανονικά υπεύθυνοι και έπρεπε να τους επιβληθούν ποινές.
  • Μοναχοί: Ο Άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επέβαλε ποινή στους μοναχούς που συμπροσευχήθηκαν με μη καταδικασμένους αιρετικούς, παρόλο που είχαν σταματήσει αυτή την αμαρτωλή συνήθεια.
  • Κληρικοί: Ποινές για το ίδιο θέμα σε κληρικούς επέβαλλε και ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

(Και αν τιμωρήθηκαν ακόμα και οι λαϊκοί και μοναχοί, πόσο περισσότερο ισχύει αυτό για τους κληρικούς που συνεχίζουν να μνημονεύουν αιρετικούς;)

Το γεγονός ότι αυτές οι ποινές προηγούνται χρονικά από τη θέσπιση του 15ου Ιερού Κανόνα δεν μειώνει τη σημασία τους, διότι ο Κανόνας αυτός συντάχθηκε μεν τον 9ο αιώνα, εκφράζει όμως τη διαχρονική εμπειρία της Εκκλησίας. Άλλωστε, ο Άγιος Σωφρόνιος από τον 7ο αιώνα είχε ήδη διατυπώσει την ουσία των Κανόνων 13, 14 και 15, εκφράζοντας την Ιερά Παράδοση.

ΕΡΩΤΗΣΗ. «."Αν όμως κάποιοι απομακρυνθούν από έναν [επίσκοπο] όχι με πρόφαση κάποιο προσωπικό του παράπτωμα, αλλά λόγω αίρεσης που έχει καταδικαστεί από Σύνοδο ή από Αγίους Πατέρες, αυτοί είναι άξιοι τιμής και αποδοχής, ως Ορθόδοξοι". Πράγματι, εδώ ο Άγιος (Σωφρόνιος στις Εξαγγελίες του) επιτρέπει τη διακοπή της μνημόνευσης/απομάκρυνση (αποτείχιση) από τον αιρετικό επίσκοπο μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η αίρεση έχει ήδη καταδικαστεί από Σύνοδο ή από Αγίους Πατέρες. Με τη φράση αυτή, ο Άγιος δεν αποκλείει το ότι είναι αναγκαίο να υπάρξει ονομαστική συνοδική καταδίκη του αιρετικού επισκόπου· αν εννοούσε κάτι τέτοιο, θα το έλεγε ξεκάθαρα.

Ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένη αυτή η φράση του Αγίου μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τον προαιρετικό χαρακτήρα του 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας (ΑΒ') Συνόδου. Ο Άγιος λέει: "αν όμως κάποιοι απομακρυνθούν...", δηλαδή αν κάποιοι διακόψουν την επικοινωνία, αυτοί είναι "άξιοι τιμής και αποδοχής". Ο Άγιος δεν λέει "οφείλουν όλοι να απομακρυνθούν". Αν ο λόγος του είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα, δεν θα χρησιμοποιούσε τη διατύπωση "Αν κάποιοι..."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Το ότι «οφείλουν όλοι να απομακρυνθούν, να διακόψουν την επικοινωνία (αποτειχιστούν)», το λέει ο Όσιος Σωφρόνιος στο παραπάνω απόσπασμα, όταν γράφει: «πρέπει να φύγετε επειδή ο τόπος (δηλαδή η Εκκλησία) βεβηλώθηκε από αυτούς». Αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο για προαιρετική ερμηνεία. Και ο λόγος είναι ο εξής: «όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

Η συνοδική καταδίκη του αιρετικού γίνεται όταν συνεδριάσει η Σύνοδος για να τον δικάσει. Όμως ο ιερέας γίνεται πνευματικά μολυσμένος («βεβηλωμένος/μιαρός ιερέας») πριν ακόμα χάσει την ιεροσύνη του με την καθαίρεση, και για τον λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγεται η επικοινωνία μαζί του.

Σχετικά με τα σχίσματα και τον 15ο Κανόνα

Ποια είναι όμως αυτά τα σχίσματα και γιατί [ο Κανόνας] χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό; Τα σχίσματα αυτά αφορούν τους ψευδοεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους. Αυτοί διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας με τις αιρέσεις που αποδέχθηκαν και εισάγουν μέσα σε αυτήν. Όσοι είναι οι ψευδοεπίσκοποι, τόσα είναι και τα σχίσματα.

Δείτε πώς το ερμηνεύει ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:

«Αν όμως οι προαναφερθέντες εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι αιρετικοί και κηρύσσουν την αίρεσή τους δημόσια, και γι’ αυτόν τον λόγο απομακρύνονται από αυτούς όσοι υπάγονται σε αυτούς —ακόμη και πριν υπάρξει συνοδική απόφαση για την αίρεση αυτή— αυτοί που απομακρύνονται όχι μόνο δεν καταδικάζονται για την απομάκρυνση, αλλά είναι και άξιοι της πρέπουσας τιμής ως ορθόδοξοι. Διότι με αυτή την απομάκρυνση δεν προκάλεσαν σχίσμα στην Εκκλησία, αλλά αντίθετα την ελευθέρωσαν από το σχίσμα και την αίρεση αυτών των ψευδοεπισκόπων».

Αυτό το σχίσμα ανήκει και αφορά τον ψευδοεπίσκοπο· ο Όσιος Νικόδημος το συνδέει άμεσα με αυτόν. Αυτός είναι που διασπά την ενότητα της Εκκλησίας, και από αυτό ακριβώς το σχίσμα ελευθερώνουν την Εκκλησία όσοι διακόπτουν την επικοινωνία μαζί του πριν από τη συνοδική απόφαση.

ΕΡΩΤΗΣΗ. «Η βιασύνη για διακοπή μνημόνευσης (αποτείχιση) σήμερα βασίζεται στη λανθασμένη αντίληψη ότι ο Κανόνας έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Αν οι θεοφόροι Πατέρες, που συνέταξαν τον Κανόνα, ήθελαν να τον κάνουν υποχρεωτικό, θα ξεκινούσαν με τη λέξη "πρέπει", "οφείλουν" ή "είναι αναγκαίο" και θα προέβλεπαν ποινές αφορισμού ή αναθέματος σε περίπτωση που κάποιος δεν τον τηρούσε.

Έχουν λεχθεί πολλά γι' αυτό το ζήτημα. Θα προσθέσω το εξής: Αυτός ο Κανόνας, στο τμήμα που μας ενδιαφέρει, είναι σε πολλά σημεία παρμένος από το έργο "Περί εξαγγελιών" του Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων. Σε αυτό το έργο, ο Άγιος Σωφρόνιος, για λόγους διδακτικούς/παιδαγωγικούς, καταριέται όσους παραβαίνουν τις θείες εντολές. Όταν όμως φτάνει στο συγκεκριμένο απόσπασμα, δεν προβλέπει καμία ποινή (επιτίμιο). Απλώς εκτιμά —όπως ακριβώς και ο 15ος Κανόνας— ότι όποιος διακόψει την επικοινωνία με τον αιρετικό προϊστάμενό του, είναι άξιος να λάβει τιμή και αποδοχή (ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Ι., Ἀκοινωνησία καὶ Ἀποτείχισις σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Πατέρων, σ. 7.)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Η πραγματεία «Περί εξαγγελιών» του Οσίου Σωφρονίου αποτελεί ένα ενιαίο κείμενο. Για να βγουν σωστά συμπεράσματα, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα όσα περιέχονται σε αυτήν, σύμφωνα με την ερμηνευτική αρχή που λέει ότι εξετάζουμε το μέρος με βάση το όλο, και όχι το όλο με βάση το μέρος.

Ο αφορισμός, λοιπόν, υπάρχει στο εξής απόσπασμα: «όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

Το ότι αυτό αναφέρεται ακόμα και για μη καταδικασμένο («ακατάγνωστο») αιρετικό, αποδεικνύεται από ένα άλλο απόσπασμα του ίδιου του Αγίου: «γι’ αυτό πρέπει να φεύγεις, επειδή ο τόπος βεβηλώθηκε...». Εδώ περιέχεται η λέξη «φευκτέον» (δηλαδή «πρέπει να αποφεύγεται/να φεύγεις»), η οποία εκφράζει ακριβώς το «πρέπει», το «οφείλουν» ή το «είναι αναγκαίο» που ζητάει η άλλη πλευρά (η ένσταση).

Άρα, υπάρχει και ο αφορισμός και το «πρέπει». Κατά συνέπεια, το απόσπασμα των «Εξαγγελιών» —από το οποίο είναι παρμένος ο 15ος Ιερός Κανόνας— έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τη συνολική διδασκαλία του Οσίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων. Και κατ' επέκταση, υποχρεωτικό είναι και το αντίστοιχο μέρος του 15ου Κανόνα, προκειμένου να αποφευχθεί ο πνευματικός μολυσμός.

 


Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Η φύση της αποτείχισης και η ενότητα της Εκκλησίας


Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την μνημόνευση αυτού του αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί). Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου. Η αποτείχισις έχει την έννοια της παρεμβολής τείχους μεταξύ του Επισκόπου που έχει διακόψει την διαμνημόνευση του αιρετικού Πατριάρχου μ’ αυτόν τον Πατριάρχη που του διακόπηκε η διαμνημόνευση. Δηλαδή, δι’ αυτής της διακοπής κοινωνίας αυτοπροστατεύεται ο Επίσκοπος από το σχίσμα του Πατριάρχου ώστε να μη συμμετέχει και ο ίδιος.

Επαναλαμβάνουμε λοιπόν δεν αποκόπτεται της Εκκλησίας ούτε ο ίδιος ο Επίσκοπος, ούτε όσοι πιστοί τον ακολουθούν. Και ούτε οι αποτειχισθέντες γίνονται η Εκκλησία όπως λέγεται υπό της ενστάσεως, αποτελούν όμως το υγιές τμήμα της Εκκλησίας κατά τον Μ. Βασίλειο,.

Η αποτείχιση πατερικώς εξεταζομένη, κυρίως έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα, δια τούτο και είναι υποχρεωτική. Για να ισχύει ο άκρατος αυτός επισκοποκεντρισμός που υποστηρίζεται υπό της ενστάσεως, πρέπει να μην υπάρχει συμμολυσμός στον ορθόδοξο εκ της κοινωνίας του ακατακρίτου αιρετικού. Το «consensus Patrum» όμως λέγει, ότι υπάρχει αυτός ο συμμολυσμός. Άρα τα όσα λέγονται υπό της ενστάσεως έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την διδασκαλία της Εκκλησίας, (βλ. υποσ. 850).

Η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και ο Επισκοποκεντρισμός

Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και για το σχίσμα, το οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο κακό, όσο και η αίρεση: "Του εις αίρεσιν εμπεσεῖν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν" (Εις την Προς Εφεσίους Ομιλ. 11, 5, ΕΠΕ20, 712). Η γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά και στις ημέρες μας,... (όταν κάποιοι) φθάνουν μέχρι του σημείου να σκέπτονται διακοπή της κοινωνίας με τους οικουμενιστάς επισκόπους. Τότε τους επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος με την επίκληση και αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς, διότι η συνάφεια στην οποίαν διατύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν την θέση είναι τελείως διαφορετική. Ο ίδιος δε δεν δίστασε να διακόψει την κοινωνία με άλλους επισκόπους και να επαινέσει στα κείμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές του που στέλνει από την εξορία, όσους κληρικούς και λαϊκούς ηρνούντο να δεχθούν ως νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τους διώκτες και διαδόχους του. Η συνολική έρευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου προς τους διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη που συνήθως προβάλλεται με βάση σύσταση και συμβουλή του Χρυσοστόμου προς τους οργισμένους για την εξορία του κληρικούς και λαϊκούς να κάνουν υπακοή στον διάδοχό του και να τον αναγνωρίσουν, διότι δεν μπορεί η Εκκλησία να μείνει χωρίς επίσκοπο, να είναι "ανεπίσκοπος". Αντίθετα, από την διδασκαλία και την ζωή του προκύπτει ότι διακοπή της κοινωνίας προς τον επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σε περίπτωση που κηρύσσει αίρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία με τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο και προφανές, αλλά ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας, προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως και ζωής. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου για την πίστη και την ζωή είναι ενιαία, ο δε απόστολος Παύλος απέκοψε από την εκκλησιαστική κοινωνία τον αιμομίκτη της Κορίνθου για ηθικό παράπτωμα και όχι για αιρετική διδασκαλία. Αυτή την χρυσοστομική γραμμή ακολούθησε μετά από τέσσερις αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε την κοινωνία για το ηθικό θέμα της "μοιχοζευξίας", για το ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχή του πατριάρχου, ευλόγησε τον δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κων/νου ΣΤ’ (780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος».

Πατερικές μαρτυρίες και η στάση απέναντι στους παρανομοούντες.

Στη συνέχεια, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινεί τους επισκόπους που διέκοψαν κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία με τη διεφθαρμένη εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής του και τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν αυτή τη στάση, ακόμα κι αν οι περισσότεροι υποχώρησαν στις πιέσεις των ισχυρών. Θεωρεί ότι αυτή η αποχή είναι η μόνη ελπίδα για να διορθωθούν τα κακά, τονίζοντας πως η απομάκρυνση των υγιών πιστών από όσους πράττουν πονηρά έργα αποτελεί την αρχή για να περάσει η καταιγίδα, την ασφάλεια της Εκκλησίας και τη θεραπεία των κακών (Επιστολή 89, Θεοδοσίω επισκόπω Σκυθοπόλεως PG 52, 655). Δεν σταματά όμως μόνο στη δική τους απομάκρυνση, αλλά τους συμβουλεύει να παρακινήσουν και όλους τους πιστούς να πράξουν το ίδιο (Επιστολή 90, Μωϋσή επισκόπω PG 52, 655). Μάλιστα, θεωρεί ότι όσοι αγωνίζονται υπερασπιζόμενοι τους πατρικούς νόμους και τους θεσμούς της Εκκλησίας, δείχνοντας θάρρος με λόγια και έργα και πεθαίνοντας καθημερινά —άνδρες, γυναίκες και παιδιά— είναι δίκαιο να καταταγούν χιλιάδες φορές στη χορεία των Μαρτύρων (Προς σκανδαλισθέντας 18, ΕΠΕ 33, 608).

Για να μη μείνει όμως η Εκκλησία τελείως χωρίς καλούς επισκόπους, ο Χρυσόστομος συνιστά στους επισκόπους που τον ακολουθούσαν να παραμείνουν προσωρινά στις θέσεις τους, διατηρώντας μια τυπική επικοινωνία με όσους παρανομούσαν, ώστε να μην παραδοθεί εντελώς το σκάφος της Εκκλησίας σε ακατάλληλους ανθρώπους. Αυτό ήταν ένα μέτρο προσωρινής υπομονής και υποχωρητικότητας, όπως φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι την ίδια ακριβώς εποχή ο ίδιος αποκαλεί αυτούς τους παρανομοούντες επισκόπους «λύκους» και «μοιχούς», εκφράζοντας την πραγματική και αυστηρή γνώμη του. Την ίδια γραμμή ακολουθεί και στις οδηγίες προς τις διακόνισσες, προετοιμάζοντας το έδαφος για να απορριφθούν εντελώς αυτοί που θα τον διαδεχθούν. Για τον σκοπό αυτό θέτει δύο πολύ αυστηρούς όρους: να μην επιδιώξει ο ίδιος ο νέος επίσκοπος τη θέση αλλά να εκλεγεί παρά τη θέλησή του, και η εκλογή του να γίνει με τη συναίνεση ολόκληρου του πληρώματος της Εκκλησίας.

Αυτοί οι όροι όμως δεν τηρήθηκαν, καθώς οι διάδοχοί του, όπως ο Αρσάκιος και ο Αττικός, ανέλαβαν τη θέση αντικανονικά. Όταν ένας επίσκοπος παραβιάζει τους κανόνες και οι υπόλοιποι Πατέρες σταματούν να τον μνημονεύουν, ο επίσκοπος αυτός αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας. Βάζοντας τον εαυτό του πάνω από την Εκκλησία προκαλεί σχίσμα, το οποίο αποτελεί βαρύτατο αμάρτημα που, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, δεν ξεπλένεται ούτε με το αίμα του μαρτυρίου

Ανακεφαλαίωση και Ιστορικά Παραδείγματα Αγίων

Η απάντηση: Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη, ως ισχυρίζεται η ένσταση. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την διαμνημόνευση αυτού του αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί). Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου ως υποκριτάς κέρδους χάριν και κενοδοξίας τούτο εργαζομένους... Πάντας μεν οὖν τους τοιούτους δει αποστρέφεσθαι, κολλάσθαι δε τοις και την από των αποστόλων, καθώς προέφαμεν, διαδοχήν τηρούσι και συν τη πρεσβυτερική τάξει λόγον υγιή και αναστροφήν ακατάγνωστον παρεχομένοις εις μόρφωσιν και κατόρθωσιν των λοιπών»451. «Βαδίζοντες δε την απλανή και ζωηφόρον οδόν, οφθαλμόν μεν εκκόψωμεν σκανδαλίζοντα· μη τον αισθητόν, αλλά τον νοητόν· οίον εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν, χρή αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ’ αυτών εμβληθῆναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις την γέεναν του πυρός. Ομοίως και η χείρ ο διάκονος, εάν ανάξιόν τι πράττη, χωριζέσθω του θυσιαστηρίου»452. Και κλείνουμε την απάντηση αυτής της ενστάσεως με τα εξής: «Υποστήριξαν ότι η διακοπή μνημόνευσης των επισκόπων, δηλαδή η αποτείχιση, προκαλεί σχίσμα, σε θέτει εκτός Εκκλησίας, ωσάν να είναι τόσο αμαθείς και αθεολόγητοι, ώστε να μη σκεφθούν ότι τόσοι Άγιοι και σύγχρονοι Επίσκοποι και Γέροντες που διέκοψαν την μνημόνευση αιρετικών και αιρετιζόντων δεν ήσαν ασφαλώς σχισματικοί, ούτε βρέθηκαν εκτός Εκκλησίας. Ήσαν λοιπόν σχισματικοί ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όλοι οι επιφανείς Πατέρες που αγωνίσθηκαν εναντίον των αιρέσεων και δεν είχαν κοινωνία με τους αιρετικούς, ο Μ. Αθανάσιος, ο Μ. Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης και το σύνολο των ομολογητών Αγίων; Ήταν ποτέ δυνατόν μία αναγνωρισμένη και έγκυρη Σύνοδος, όπως η Πρωτοδευτέρα του Μ. Φωτίου που μνημονεύσαμε του 861, να συμβουλεύει (το ορθό είναι εντέλλεται σ.σ., βλ. σχετικώς στην οικεία ενότητα των διακοπή μνημοσύνου, δηλαδή αποτείχιση και να σε καθιστά σχισματικό και εκτός Εκκλησίας; Ήσαν λοιπόν σχισματικοί και εκτός Εκκλησίας οι τρεις επίσκοποι των καιρών μας που, μαζί τους όλο το Άγιον Όρος και ο Άγιος Παΐσιος επειδή διέκοψαν την μνημόνευση του ονόματος του πατριάρχη Αθηναγόρα;

 ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ


Η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων και η Ε' Οικουμενική Σύνοδος

Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων και η Ε' Οικουμενική Σύνοδος

1. Πώς Προκύπτει η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων

Σύμφωνα με το «consensus Patrum» και τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων, η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» προκύπτει ως ο πνευματικός μηχανισμός μέσω του οποίου μεταδίδεται ο μολυσμός της αίρεσης από ένα μέλος της Εκκλησίας σε άλλο. Η αρχή αυτή δεν αφορά την οντολογική απώλεια της ιερωσύνης, αλλά τη συμμετοχή στην ασέβεια, την κατάκριση και το σχίσμα του αιρετικού.

Οι βασικοί τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται και «λειτουργεί» αυτή η αρχή είναι οι εξής:

Α. Η Εκκλησιαστική Κοινωνία ως Μεταδότης.Ο μολυσμός λειτουργεί μεταδοτικά. Όπως το υγρό ρέει μεταξύ συγκοινωνούντων δοχείων, έτσι και η κακοδοξία μεταφέρεται από τον αιρετικό στον Ορθόδοξο που κοινωνεί μαζί του, και από αυτόν στον «τρίτο» που θα κοινωνήσει με τον ήδη μολυνθέντα.  Η κακοδοξία μεταδίδεται αναγκαίως μέσω της κοινωνίας, καθιστώντας τον Ορθόδοξο συμμέτοχο, έστω και αν ο ίδιος δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με την πλάνη.

Β. Η Μνημόνευση (Δίπτυχα). Η αναφορά του ονόματος ενός επισκόπου στην ιερή αναφορά θεωρείται πλήρης συμμετοχή στην πίστη εκείνου που μνημονεύεται.  Μέσω της μνημονεύσεως, ο Ορθόδοξος —ακόμη και αν παραμένει ορθόφρων στο εσωτερικό του φρόνημα— καθίσταται κοινωνός της ασεβείας του αιρετικού.

Γ. Η Θεία Μετάληψη.Η συμμετοχή στα μυστήρια που τελούνται από ακατάκριτους (μη καθηρημένους) αιρετικούς επιφέρει τον μολυσμό, διότι ο πιστός γίνεται «μέτοχος τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς αὐτῶν γενώμεθα κατακρίσεως». Η κοινωνία αυτή χαρακτηρίζεται ως «πνευματική μοιχεία» και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό, προσοικειώνοντάς τον με τον διάβολο.

Δ. Συμπροσευχή και Συνεστίαση Οι Άγιοι Πατέρες (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, όσιος Σωφρόνιος κ.ά.) διδάσκουν ότι η αρχή αυτή επεκτείνεται και στη συμπροσευχή ή ακόμη και στην απλή φιλική συναναστροφή («βρώμα και πόμα») με αιρετικούς.  Βάσει της αρχής «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», όποιος κοινωνεί με πρόσωπο που βρίσκεται εκτός εκκλησιαστικής υγείας, καθίσταται και ο ίδιος ακοινώνητος για το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Ε. Θεολογική Θεμελίωση.Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι διοικητική αλλά πνευματική («εν Πνεύματι μία»). Όταν ο επίσκοπος κηρύσσει αίρεση, διασπά την ενότητά του με τον Χριστό και μετατρέπει τα μυστήρια σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν μαζί του εν γνώσει. Η αποδοχή αυτής της αρχής αποτελεί «αρχαῖον καὶ πάτριον ἔθος» και κοινή ομολογία των Αγίων όλων των αιώνων.

Σύνοψη: Η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων προκύπτει από την οργανική ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, όπου η πνευματική κατάσταση της κεφαλής (επισκόπου) επηρεάζει αναπόφευκτα τα μέλη μέσω των λειτουργικών και μυστηριακών δεσμών.

2. Σχετικοί Ιεροί Κανόνες

Σύμφωνα με τις πηγές, υπάρχει ένα πλήθος ιερών Κανόνων που θεμελιώνουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη διακοπή της κοινωνίας με αιρετικούς και την αποφυγή του πνευματικού μολυσμού. Οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν απλώς διοικητικές διατάξεις, αλλά έχουν σωτηριολογικό σκοπό, αποσκοπώντας στη διαφύλαξη της ενότητας του πιστού με τον Χριστό.

Α. Βασικοί Κανόνες Διακοπής Κοινωνίας

  • 15ος Κανόνας της ΑΒ’ (Πρωτοδευτέρας) Συνόδου: Αποτελεί τον βασικό κανόνα που επιτρέπει και επαινεί τη διακοπή μνημοσύνου επισκόπου που κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή», πριν ακόμη καταδικαστεί από σύνοδο. Οι πηγές τονίζουν ότι ο κανόνας αυτός είναι υποχρεωτικός για την αποφυγή του μολυσμού.
  • 31ος Αποστολικός Κανόνας: Προβλέπει τη διακοπή κοινωνίας με επίσκοπο που σφάλλει σε θέματα «ευσεβείας και δικαιοσύνης».

Β. Η Αρχή «Ο κοινωνών ακοινωνήτω...»

Οι κανόνες αυτοί ορίζουν ότι όποιος έρχεται σε κοινωνία με πρόσωπα που έχουν τεθεί εκτός Εκκλησίας (ή κηρύττουν αίρεση), μολύνεται και καθίσταται ο ίδιος ακοινώνητος:

  • 10ος Αποστολικός Κανόνας: Διατάζει τον αφορισμό όποιου συμπροσευχηθεί με ακοινώνητο, έστω και σε σπίτι.
  • 2ος Κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας: Ορίζει ρητά: «ο ακοινωνήτοις κοινωνών ακοινώνητος έστω», αρχή που σύμφωνα με τους Πατέρες ισχύει και για τους ακατάκριτους αιρετικούς προς αποφυγή του συμμολυσμού.
  • 11ος Αποστολικός Κανόνας: Επιβάλλει την ποινή της καθαιρέσεως σε κληρικό που συμπροσεύχεται με καθηρημένο.

Γ. Κανόνες για τη Συμπροσευχή και τη Λειτουργική Παρουσία

  • 33ος Κανόνας της Λαοδικείας: Απαγορεύει ρητά τη συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς.
  • 9ος Κανόνας του Τιμοθέου Αλεξανδρείας: Διδάσκει ότι η παρουσία αιρετικών κατά τη θεία Λειτουργία προκαλεί πνευματική βλάβη στον κληρικό, γι' αυτό και ο διάκονος προσφωνεί «οι ακοινώνητοι περιπατήσατε».
  • 33ος Αποστολικός Κανόνας: Απαγορεύει την αποδοχή ξένων κληρικών στην κοινωνία, εάν αυτοί αποδειχθούν αιρετικοί μετά από ανάκριση.

Δ. Άλλες Σχετικές Διατάξεις

  • 11ος Κανόνας της Καρθαγένης: Αναφέρεται στην απομάκρυνση από επίσκοπο για λόγους πίστεως.
  • 5ος Κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου: Περιλαμβάνεται στους κανόνες που επιβάλλουν την αποχή από την κοινωνία των ετεροδόξων.
  • 1ος και 3ος Κανόνες της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου: Καθορίζουν την έκπτωση και ακοινωνησία όσων ακολουθούν τις κακοδοξίες του Νεστορίου ή του Κελεστίου.

Συμπέρασμα: Η διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας (consensus Patrum) ερμηνεύει αυτούς τους κανόνες ως ένα ενιαίο πνευματικό πλαίσιο που επιβάλλει τη διακοπή κοινωνίας με την αίρεση, προκειμένου να μην ενεργήσει η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» και μεταδοθεί ο μολυσμός στο υγιές σώμα των πιστών.

3. Εφαρμογή της Αρχής στην Ε' Οικουμενική Σύνοδο

Η εφαρμογή της «αρχής των συγκοινωνούντων δοχείων» στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο (553 μ.Χ.) αποτελεί, σύμφωνα με τις πηγές, το κεντρικό εκκλησιολογικό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο η αίρεση μεταδίδεται μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας, ακόμη και πριν από μια επίσημη καθαίρεση.

Η εφαρμογή αυτή εκδηλώθηκε με τους εξής τρόπους:

Α. Η Διαγραφή του Πάπα Βιγιλίου από τα Δίπτυχα

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων όταν αποδέχθηκε την πρόταση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού («Θείος Τύπος») να διαγραφεί το όνομα του Πάπα Βιγιλίου από τα ιερά δίπτυχα. Παρόλο που ο Πάπας δεν είχε ακόμη καθαιρεθεί επίσημα από τη Σύνοδο, η διαγραφή του κρίθηκε απαραίτητη διότι ο ίδιος είχε ταυτιστεί με την ασέβεια των «Τριών Κεφαλαίων».

Β. Ο Μολυσμός ως «Συμμετοχή στην Ασέβεια»

Το σκεπτικό της Συνόδου, όπως καταγράφεται στα πρακτικά, ήταν ότι η συνεχιζόμενη μνημόνευση και κοινωνία με τον Πάπα θα σήμαινε ότι και οι Ορθόδοξοι Πατέρες της Συνόδου «θα βρεθούμε να συμμετέχουμε στην ασέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου».

  • Η αρχή λειτούργησε ως πνευματικός μεταδότης: η κακοδοξία του ενός μέλους (του Πάπα) «έρρεε» προς τα υπόλοιπα μέλη μέσω της λειτουργικής αναφοράς του ονόματός του.
  • Διευκρινίζεται ότι αυτή η συμμετοχή στον μολυσμό δεν σήμαινε αυτόματη απώλεια της ιερωσύνης για τους Ορθοδόξους, αλλά τους καθιστούσε συνυπεύθυνους στην αλλοτρίωση από τον Θεό.

Γ. Η Μίανση της Καθαρότητας των Μυστηρίων

Μια από τις πιο καίριες εφαρμογές της αρχής στην Ε’ Οικουμενική ήταν η διακήρυξη ότι η κοινωνία με τον αιρετικό επίσκοπο «μιαίνει την καθαρότητα των μυστηρίων».

  • Σύμφωνα με τη Σύνοδο, ο μολυσμός αυτός δεν καθιστά τα μυστήρια ανυπόστατα (άκυρα), αλλά μεταβάλλει το αποτέλεσμά τους στον πιστό: αντί για άφεση αμαρτιών, η μετάληψη μετατρέπεται σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν «εν γνώσει» με την ασέβεια.
  • Η Σύνοδος δίδαξε ότι ο πιστός μπορεί να ελπίζει σε άφεση αμαρτιών μόνο όταν κοινωνεί από ιερείς που «λατρεύουν τον Θεό ορθοδόξως».

Δ. Η Διάκριση μεταξύ Προσώπου και Θρόνου

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων με μεγάλη ακρίβεια, διακρίνοντας το πρόσωπο του Βιγιλίου από τον θρόνο της Ρώμης. Ενώ διέκοψε την κοινωνία με τον Βιγίλιο για να αποφύγει τον συμμολυσμό, διατήρησε την ενότητα με την «αποστολική καθέδρα». Αυτό δείχνει ότι ο μολυσμός αφορά τη συγκεκριμένη πνευματική σχέση με τον ατομικό φορέα της αίρεσης και όχι την οντολογία της Εκκλησίας.

Ε. Η Καθολική Ισχύς της Αρχής

Η στάση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου απέδειξε πως η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων αποτελεί κοινή ομολογία και διαχρονική θέση της Εκκλησίας. Η διακοπή του μνημοσύνου ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου δεν θεωρήθηκε σχίσμα, αλλά «χρέος» και «σωτηριώδης ενέργεια» για τη διαφύλαξη της υγείας του εκκλησιαστικού σώματος

 πηγη.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ.


Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΤΡΙΤΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Αποτελεί αναμφίβολα καθαρό χάσιμο χρόνου η ενασχόληση με τα σοφιστικά παραληρήματα του Ι.Π. Επανέρχομαι αποκλειστικά και μόνο για να ξεσκεπάσω τις εσκεμμένες διαστρεβλώσεις, τις φτηνές σοφιστείες και την εγκληματική άγνοια, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τον εαυτό του.(σχετικό link. (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_18.html 

Α. Αν ο Ι.Π. και ο θίασος των παρεπιδημούντων σχολιαστών του έμπαιναν στον στοιχειώδη κόπο να ξεφυλλίσουν έστω και ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο Κανονικού Δικαίου –αντί να αυτοσχεδιάζουν θεολογικά – θα έρχονταν αντιμέτωποι με μια αμείλικτη εκκλησιολογική αλήθεια που ξεσκεπάζει την απόλυτη γύμνια τους.

Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες (15ο και 16ο της Α' Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και τον 6ο της Δ' Οικουμενικής Συνόδου), η λεγόμενη «απολελυμένη χειροτονία» (η χειροτονία κληρικού στα χαμένα, χωρίς διορισμό σε συγκεκριμένο ναό) καθώς και η αυθαίρετη, τυχοδιωκτική μετακίνηση από Μητρόπολη σε Μητρόπολη, απαγορεύονται ρητά, κατηγορηματικά και επί ποινή καθαιρέσεως. Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει «ιπτάμενους» ή «ελεύθερους σκοπευτές» ρασοφόρους.

Ένας κληρικός λογίζεται ως «εκκλησιαστικά μετέωρος» αποκλειστικά και μόνο σε δύο αυστηρά προσδιορισμένες περιπτώσεις, τις οποίες η κανονική τάξη αντιμετωπίζει ως θεσμικές εξαιρέσεις και όχι ως κανονικότητα:

  • Μετά τη λήψη απολυτηρίου γράμματος: Όταν τελεί υπό κανονική μετάθεση, ευρισκόμενος σε ένα αυστηρά ενδιάμεσο, μεταβατικό στάδιο από τη στιγμή που αποδεσμεύεται από τον Μητροπολίτη του μέχρι την επίσημη ενσωμάτωσή του από τον νέο. Σε αυτό και μόνο το σύντομο διάστημα, η οργανική του θέση αιωρείται θεσμικά.
  • Σε περίπτωση κανονικού επιτιμίου ή αργίας: Όταν έχει τεθεί σε κατάσταση προσωρινής παύσης της ιεροπραξίας (αργίας) ή τελεί υπό εκκλησιαστική ανάκριση, τελώντας σε μια ιδιότυπη «πνευματική απομόνωση» εν αναμονή της τελεσίδικης καταδικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης του Συνοδικού Δικαστηρίου.

Συνεπώς, το να συγχέει κανείς τον σαφή, αυστηρό και νομικά κατοχυρωμένο όρο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ» με το φαιδρό ιδεολόγημα και την αντικανονική εφεύρεση της «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΕΩΡΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ», δεν αποτελεί απλώς μνημείο έσχατης, ανεπίδεκτης μάθησης αμάθειας. Αποτελεί συνειδητό δόλο, πνευματική απάτη και εσκεμμένη παραπλάνηση των πιστών.

Η επιστράτευση ψευδεπίγραφων όρων για να δικαιολογηθούν κανονικές παρεκτροπές και προσωπικά αδιέξοδα δεν είναι θεολογία·. Ο νοών νοείτω και ο ασχημονών ας αναλάβει τις ευθύνες του.

Β. Ας αφήσει τις φτηνές υπεκφυγές  ο Ι.Π. Δεν ζητήσαμε από τον ίδιο, ως άτομο, να μας πει, αν ατομικά αναγνωρίζει τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς ως Άγιο — η προσωπική του γνώμη στερείται εκκλησιαστικής βαρύτητας. Το ερώτημα ήταν σαφέστατο, συγκεκριμένο και περιμένει ακόμα απάντηση: Τον αναγνωρίζει ως Άγιο η Σύνοδος ΓΟΧ του Καλλινίκου, στην οποία ο ίδιος ανήκει και την οποία ανήκει; (Για  άλλους Αγίους δεν ασχολούμαι, ΕΠΕΙΔΉ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ).

Γ.   Για  το θέμα της Μυστηριακής Χάριτος  διάβασα ότι  το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του, ο Χρυσόστομος Καβουρίδης υποστήριζε την πάγια θέση ότι η εισαγωγή του νέου ημερολογίου το 1924 ήταν μεν μια αντικανονική μονομερής ενέργεια (καινοτομία) που έθετε τους Νεοημερολογίτες υπό την κατηγορία των ιερών κανόνων, αλλά δεν στερούσε αυτόματα τα μυστήριά τους από τη Θεία Χάρη. Θεωρούσε ότι τα μυστήρια της Εκκλησίας της Ελλάδος παρέμεναν έγκυρα και είχαν ακόμα αγιαστική χάρη. Δίδασκε ότι η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας είχε καταστεί «δυνάμει» (εν δυνάμει) έκπτωτη της χάριτος λόγω της καινοτομίας, αλλά όχι ακόμη «ενεργεία» (στην πράξη). Για να στερηθούν οριστικά και «ενεργεία» τη Θεία Χάρη τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών, πίστευε ακράδαντα ότι απαιτούνταν απαραίτητα η σύγκληση μιας νόμιμης Πανορθόδοξης ή Οικουμενικής Συνόδου που θα τους δίκαζε και θα τους καταδίκαζε επίσημα. Μέχρι τότε, η διακοπή μνημοσύνου από την πλευρά των Παλαιοημερολογιτών γινόταν ως προφύλαξη (βάσει του 15ου κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι επειδή η άλλη πλευρά ήταν εντελώς εκτός Εκκλησίας.

Ωστόσο, το 1950, προς το τέλος της ζωής του και υπό την πίεση των εσωτερικών διασπάσεων της παράταξής του —κυρίως λόγω της αυστηρότερης στάσης των «Ματθαιικών» που θεωρούσαν εξαρχής τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών άκυρα— ο Χρυσόστομος Καβουρίδης εξέδωσε μια ιστορική εγκύκλιο στην οποία διαφοροποίησε τη στάση του. Στην εγκύκλιο αυτή διακήρυξε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος «στερείται της αγιαστικής χάριτος» και πρότεινε τη διενέργεια αναμύρωσης (επαναληπτικού χρίσματος με Άγιο Μύρο) για όσους πιστούς επέστρεφαν από το νέο στο παλαιό ημερολόγιο. Αυτή η μεταγενέστερη διακήρυξη προκάλεσε έντονες θεολογικές αντιδράσεις από την κρατούσα Εκκλησία, ενώ ακόμη και εντός των κόλπων των Παλαιοημερολογιτών αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο τριβής, καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν ότι έγινε για λόγους σκοπιμότητας προκειμένου να αναχαιτιστεί η διαρροή πιστών και άλλοι τη θεωρούν την τελική δογματική του θέση. Επίσης απότι διαβάζω η αναμύρωση εφαρμόζεται στην Σύνοδο Καλλινίκου.Αυτό σημαίνει ότι ΜΟΝΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ  ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ (ΟΧΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) δεν αρκεί.Αυτό γιατί το απωσιωπάτε;

Για περισσότερα  στα εξής κείμενα:

1,Το Διάγγελμα των Τριών Αρχιερέων ΓΟΧ 1935

(https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935.html)

2.Η Ομολογία-Αποκήρυξη των Αρχιερέων ΓΟΧ του 1935, ο 31ος Αποστολικός Κανόνας και ο 15ος Κανόνας της ΑΒ Συνόδου

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935-31-15.html)

 

1.      Η Εγκύκλιος του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (1950) και η Εγκύκλιος 1974/5-6-1994 της Αυξεντιανής Συνόδου των ΓΟΧ

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1950-19745-6-1994-1974.html)

Επίσης  μπορεί  να μας πεί ο Ι.Π τι σημαίνουν τα γραφόμενα  «Κατ΄ αρχάς δεν υπήρξε διακοπή κοινωνίας το 1924. Οἱ παλαιοημερολογίτες το 1924, με έλεγχο και με διαμαρτυρίες αντιμετώπισαν τους καινοτόμους. Ιερείς που δεν δέχθηκαν την αλλαγή, ανήκαν στην κρατούσα εκκλησία (δεν υπήρχαν τότε οι Γ.Ο.Χ. με σχηματισμό Συνόδου), λειτουργούσαν κρυφά με το παλαιό ημερολόγιο και γι αυτό τον λόγο διωκόντουσαν κλήρος και λαός.» Δηλαδή  οι παλαιοημερολογίτες ιερείς μνημόνευαν τους επισκόπους της κρατικής Εκκλησίας; Κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καταγεγραμμένη ιστορία των ΓΟΧ και τα γεγονότα της περιόδου. Μήπως θα έπρεπε να ξαναδείτε τις πηγές σας πιο προσεκτικά για να δούμε ποιος πρέπει να στρωθεί για διάβασμα;;

Δ. Αναφορικά με το ζήτημα της Ινδονησίας τα ίδια τα δημοσιευμένα κείμενα και άρθρα του Ι.Π  αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα, που τον εκθέτει ανεπανόρθωτα. Η αυτοδιάψευσή του είναι μνημειώδης· τα γραπτά μένουν και τον καταδικάζουν.

Του υπενθυμίζω ότι το διαδίκτυο δεν είναι πεδίο για να συκοφαντεί κανείς —εμμέσως πλην σαφώς— μια ολόκληρη ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ιεραποστολική Εκκλησία, όπως αυτή της Ινδονησίας. Το εκκλησιαστικώς πρέπον και κανονικό θα ήταν να απευθυνθεί αρμοδίως στους ίδιους τους υπευθύνους (στη Σύνοδο Καλλινίκου/GOI) για να λύσει τις απορίες του. Το έπραξε αυτό ο Ι.Π.; Αν ναι, ας μας το αποδείξει τώρα με επίσημα έγγραφα. Αν πάλι επιλέγει να «λύνει» τα εσωτερικά και  προβλήματα της παράταξής  του  μέσω διαδικτυακών ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ, ειλικρινά λυπάμαι για την  κατάντια.

Ε. Γράφτηκαν και τα εξής: «Επίσης τα της Εκκλησίας μας τα λύνουμε μόνοι μας κλήρος και λαός, δεν έχουμε καμία ανάγκη εξωεκκλησιαστικών προσώπων που δεν έχουν καμία σχέση μαζί μας»

Και τον ερωτώ με τη σειρά μου: Ποια ακριβώς είναι αυτή η «Εκκλησία» που εκπροσωπείτε κ.Ι.Π.; Μια Σύνοδο έχετε –όχι Εκκλησία– την οποία, δυστυχώς, με περίσσιο θράσος στην ομολογία πίστεώς σας, τολμάτε να ταυτίζετε με τη συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι απλώς πλάνη· είναι ξεκάθαρη βλασφημία.

 Όταν δημοσιεύετε  κείμενα σε ένα ανοιχτό, δημόσιο ιστολόγιο στο διαδίκτυο, απευθύνεσθε  μόνο στο στενό οπαδικό  σας  ακροατήριο ή στον ευρύτερο εκκλησιαστικό κόσμο; Γνωρίζετε ότι  από τη στιγμή που επιλέγει κάποιος να εκθέτει τις απόψεις του στη δημόσια σφαίρα, αυτές υπόκεινται αυτόματα σε  δημόσιο έλεγχο και  κριτική . Το να απαιτείτε  τώρα να μένουν στο απυρόβλητο τα γραφόμενά σας, επειδή προφανώς αδυνατείτε  να ψελλίσετε  το παραμικρό θεολογικό επιχείρημα για να στηρίξετε τις θέσεις του, δεν προδίδει απλώς πνευματική δειλία· προδίδει πανικό.

Καθίσταται πλέον φανερό  ότι η συζήτηση διολισθαίνει σε έναν ενορχηστρωμένο αντιπερισπασμό. Τόνισα εξάλλου —κατηγορηματικά και πέραν πάσης αμφιβολίας— στις προηγούμενες τοποθετήσεις μου ότι ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ της ημερολογιακής μεταρρύθμισης, αλλά αποκλειστικά και μόνο με το αμιγώς ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ που αυτή σχετίζεται.

Η  αναφορά του σε ιστορικά συμβάντα που ουδέποτε έθιξα, αποτελεί την ακράδαντη απόδειξη της πλήρους ένδειας των επιχειρημάτων του. Πρόκειται για μια φτηνή σοφιστική απόπειρα να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της συζήτησης, προκειμένου να προστατευτεί η προφανής αδυναμία του να απαντήσει ο Ι.Π.επί της ουσίας

π.Δ.Α

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Με αφορμή το νέο δημοσίευμα του ιστολογίου «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» υπό τον τίτλο «Οι αντιφάσεις μιας "οφειλομένης απαντήσεως"» (17 Ιουλίου 2026),

( https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_17.html) καθίσταται επιβεβλημένη μια δεύτερη απάντηση για την αποκατάσταση της αλήθειας.

Α. Πριν μπούμε στο θέμα, πρέπει να θυμίσουμε στον συντάκτη κ. Ι.Π. το αυτονόητο: το να υπερασπιζόμαστε δημόσια στο διαδίκτυο τις θεολογικές απόψεις που έχουμε δημοσιεύσει είναι  δικαίωμά μας. Δεν απαιτείται καμία «άδεια» ή «πρόσκληση», για να αντικρούσει κανείς την κριτική που δέχεται στο δημόσιο βήμα.

Β. Το κείμενο του κ. Ι.Π. αποτελεί μνημείο επικοινωνιακού εντυπωσιασμού και θρίαμβο του «φαίνεσθαι» έναντι του εκκλησιολογικού «είναι». Με περίτεχνη ρητορική μαεστρία, επιχειρεί να ικανοποιήσει ένα ακροατήριο διψασμένο για «εύκολες και γρήγορες νίκες», στερούμενο όμως παντελώς θεολογικού βάθους. Αφού πρώτα διολίσθησε σε προσωπικές επιθέσεις  κατά του γράφοντος, στη συνέχεια, με έναν λόγο που αγγίζει τα όρια του παραληρήματος, απέφυγε συστηματικά να απαντήσει στα καίρια δογματικά ερωτήματα. Διαστρεβλώνοντας τις θέσεις μας, σπεύδει τώρα να «κλείσει την πόρτα» του διαλόγου, προφανώς, για να αποφύγει την αναπόφευκτη και συντριπτική θεολογική αντιπαράθεση. Πρόκειται για την κλασική τακτική εκείνου που επιδιώκει να έχει τον τελευταίο λόγο «στα χαρτιά», αποφεύγοντας όμως να εκτεθεί σε έναν αληθή, ζωντανό διάλογο επί των Πηγών και των Ιερών Κανόνων.

Γ. Ο κ. Ι.Π. αποκρύπτει τεχνηέντως τις χαοτικές εκκλησιολογικές διαφορές μεταξύ του αντι-οικουμενιστικού αγώνα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς (στον οποίο βασίζεται  η στάση του αγωνιστού Ιεράρχου Αρτεμίου) και της ιδιότυπης παλαιοημερολογιτικής διασπάσεως του 1924. Αντ' αυτού, προτιμά να αναλώνεται σε γραφειοκρατικές λεπτομέρειες και προσωπικές αιχμές.

Δ. Τα Αναπάντητα Δογματικά Ερωτήματα

Ο κ. Ι.Π. απέτυχε παταγωδώς να αγγίξει τα συντριπτικά δογματικά και ιστορικά επιχειρήματα που θέσαμε (Σημεία Α, Β, Γ, Δ, Ζ της πρώτης ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ). Συγκεκριμένα, άφησε στο απόλυτο θεολογικό σκοτάδι τα εξής:

  • Γιατί οι Γ.Ο.Χ. αρνούνται να αναγνωρίσουν την αγιότητα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς;
  • Πώς εξισώνεται η διακοπή κοινωνίας του 1924 για ένα ημερολογιακό ζήτημα (το οποίο δεν μετέβαλλε το Πασχάλιο, άρα δεν συνιστούσε αίρεση) με την αποτείχιση του Αρτεμίου, η οποία έγινε αποκλειστικά για την παναίρεση του Οικουμενισμού;
  • Πώς συμβιβάζεται η ακραία θέση των Γ.Ο.Χ. ότι οι νεοημερολογίτες στερούνται παντελώς Μυστηριακής Χάριτος, με την ισορροπημένη εκκλησιολογία του Αρτεμίου που δεν προβαίνει σε τέτοιες αυθαίρετες δογματικές γενικεύσεις;
  • Πώς παρακάμπτεται το πρόβλημα της προβληματικής κανονικής προελεύσεως των χειροτονιών των Γ.Ο.Χ. (με τις συνεχείς κρίσεις, καθαιρέσεις και την αναζήτηση χειροτονιών από τη Ρωσική Διασπορά), τη στιγμή που η αρχιερατική χειροτονία του Αρτεμίου υπήρξε απολύτως αδιαμφισβήτητη και οικουμενικά αναγνωρισμένη;

Ε. Αντί να απαντήσει σε αυτά, ο κ. Ι.Π. μεταθέτει το θέμα στο προσωπικό επίπεδο, προσπαθώντας να πλήξει την αξιοπιστία του γράφοντος (π.Δ.Α.). Η αντικειμενική αλήθεια μιας εκκλησιολογικής θέσεως (ότι η Σύνοδος του Αρτεμίου αποτελεί την πλέον συνεπή δογματικά λύση) δεν εξαρτάται από την προσωπική στάση του εισηγητή της. Παραδείγματος χάριν, αν ένας ιατρός που καπνίζει προειδοποιήσει ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, η ιατρική αυτή αλήθεια παραμένει 100% έγκυρη, παρά την προσωπική του ασυνέπεια. Η αναφορά μας ότι «ο γράφων δεν ανήκει σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων για λόγους που δεν είναι του παρόντος» δεν παρέχει στον κ. Ι.Π. το δικαίωμα να ακυρώσει τη θεολογική ανάλυση. Αυτό αποτελεί φθηνή ρητορική υπεκφυγή. Και για να μην ανησυχεί ο Ι.Π ας γνωρίζει  ότι ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ.

ΣΤ. Το Ζήτημα της  Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας.

Σχετικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI), ο κ. Ι.Π. επιδεικνύει μια εξαιρετικά στεγνή, σχεδόν γραφειοκρατική και «νομικίστικη» αντίληψη περί της Εκκλησίας.

Θεωρεί ότι, επειδή η GOI αναγκάστηκε —υπό το βάρος των απηνών διωγμών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως— να αναζητήσει κανονική στέγη υπό το ωμοφόριο του Καλλινίκου για να επιβιώσει, αυτό την ταυτίζει αυτόματα με το «γοχικό πνεύμα», τη γοχική θεολογία και τη γοχική ιστορία.

Η εκκλησιολογική πραγματικότητα όμως τον διαψεύδει οικτρά. Η GOI δεν ξεκίνησε από καβγάδες για το ημερολόγιο στην Αθήνα. Δημιουργήθηκε από το μηδέν, χάρη στον τεράστιο αγώνα του πατέρα Δανιήλ Μπαμπάνγκ και των συνεργατών του, που βάπτισαν χιλιάδες πρώην μουσουλμάνους και προτεστάντες. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι η GOI είναι Ορθόδοξη, επειδή συνδέεται  με τους Γ.Ο.Χ. της Αθήνας(2023) , και όχι επειδή οι άνθρωποί της έχυσαν αίμα, ιδρώτα και δάκρυα για να χτίσουν αυτή την ολοζώντανη ιεραποστολή, δείχνει μια στενά τυπολατρική νοοτροπία που κολλάει μόνο στα χαρτιά και χάνει την ουσία.Και πρίν το 2023 ανήκε στους ROCOR

Ποτέ δεν είπαμε ότι η Ορθοδοξία αποδεικνύεται με νούμερα και στατιστικές. Αλλά το να συγκρίνει κάποιος  τους νηπιοβαπτισμούς  σε μια Εκκλησία που τη συντηρεί το κράτος, με τις συνειδητές βαπτίσεις ανθρώπων που αποφάσισαν να αλλάξουν πίστη στη μεγαλύτερη μουσουλμανική χώρα του κόσμου, είναι μια φτηνή πονηριά και σοφιστεία  του χειρότερου είδους.

Ζ. Το ερώτημα που επιστρέφεται: Εφόσον υιοθετείτε τη λογική της διαδικτυακής εκκλησιολογικής ανακρίσεως, μπορείτε να μας απαντήσετε ευθέως. Ανήκετε εσείς στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. υπό τον Καλλίνικο, η οποία αποδέχεται ως κανονικό τον (κατά τα λεγόμενά σας) «Οικουμενιστή» Επίσκοπο Νικοπόλεως Δανιήλ;

Η. Για να αντιληφθούν οι αναγνώστες τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον διάλογο ο κ. Ι.Π., αποκαλύπτουμε ότι αρνήθηκε κατηγορηματικά να δημοσιεύσει στο ιστολόγιό του τα παρακάτω άρθρα-απαντήσεις μας, καθώς αυτά κατέρριπταν πλήρως την επιχειρηματολογία του.

Παραθέτουμε τους συνδέσμους των αποκλεισθέντων άρθρων (ΟΧΙ ΣΧΟΛΙΩΝ) για την αποκατάσταση της αλήθειας

  1. Η Συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας στο FUKRI: Μια Απάντηση σε παραπλανητικό δημοσίευμα
  2. Η Στρατηγική Σημασία της Συμμετοχής σε Διαθρησκειακές Εκδηλώσεις για την Ορθόδοξη Ινδονησιακή Εκκλησία (G.O.I)

Η λογοκρισία και η διολίσθηση σε προσωπικές επιθέσεις αποτελούν την έσχατη ομολογία της θεολογικής  ένδειας. Ο διάλογος απαιτεί δογματικό θάρρος, το οποίο δυστυχώς απουσιάζει.

π.Δ.Α