Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Αποτείχιση, Σχίσμα και Κληρικαλισμός: Το Τρίπτυχο της Σύγχρονης Εκκλησιαστικής Κρίσης




Η Αποτείχιση ως Μέσο Δημιουργίας Συνόδου για την Καταδίκη των Αιρέσεων

Η αποτείχιση, όπως έχει θεσμοθετηθεί από τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861 μ.Χ.), δεν αποτελεί απλώς προσωπική ή ομαδική διαμαρτυρία απέναντι σε επίσκοπο που κηρύττει αίρεση. Ένας βασικός της σκοπός είναι η πίεση προς τη σύγκληση συνοδικού σώματος, ώστε να επιβεβαιωθεί η ορθόδοξη διδασκαλία και να καταδικαστούν οι αιρέσεις και οι αιρετικοί. Με άλλα λόγια, η αποτείχιση λειτουργεί ως θεραπευτικό και κανονικό μέσο για τη διασφάλιση της πίστης και της συνοδικότητας της Εκκλησίας: οι πιστοί διακόπτουν την κοινωνία με τον επίσκοπο που εκτρέπεται, όχι για να δημιουργήσουν σχίσμα, αλλά για να υποχρεώσουν την Εκκλησία να ενεργοποιήσει τα σωστικά της μέσα.

.

Ο ΙΕ΄ Κανόνας ως ρυθμιστικό εργαλείο.

Ο κανόνας προβλέπει ότι οι πιστοί έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να αποτειχίζονται όταν ο επίσκοπος κηρύττει αίρεση ανοιχτά («δημοσία και γυμνή τη κεφαλή»), ακόμη και προ της συνοδικής καταδίκης, ώστε να ασκηθεί πίεση για τη σύγκληση συνόδου που θα αποκαταστήσει την κανονικότητα και θα καταδικάσει την αίρεση.

Η Αποτείχιση ως «Εργαλείο Πίεσης» και όχι ως σχισματική κατάσταση

Είναι κρίσιμο να διαχωριστεί η αποτείχιση ως μέσο υπεράσπισης της πίστης από τη σχισματική στάση.

Σωστή χρήση: Οι πιστοί αποτείχονται προσωρινά και με σεβασμό στην Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, με στόχο τη σύγκληση συνόδου. Η διακοπή κοινωνίας λειτουργεί ως κανονικό «σήμα κινδύνου» προς την Εκκλησία, υπενθυμίζοντας ότι η αίρεση δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη.

Λανθασμένη χρήση: Όταν η αποτείχιση μετατρέπεται σε εκκλησιολογική ταυτότητα, σε άρνηση συνοδικής θεραπείας ή σε μονομερή καταδίκη των άλλων, τότε δεν πιέζει για σύνοδο αλλά δημιουργεί σχίσμα. Η ταυτότητα του «αποτειχισμένου» υπερισχύει της πίστης και της συνοδικότητας.

Όταν η Αποτείχιση Οδηγεί σε Σχίσμα

Η αποτείχιση μπορεί να εξελιχθεί σε σχίσμα όταν παύει να είναι εργαλείο υπεράσπισης της πίστεως και μετατρέπεται σε ταυτότητα. Σημάδια σχισματικής εκτροπής είναι η ιδιότητα του «αποτειχισμένου» να γίνεται αυτοσκοπός, όχι απλώς ένα μέσο για την υπεράσπιση της πίστης. Η προσωπική ή ομαδική ταυτότητα αντικαθιστά την πίστη στην Εκκλησία ως Σώμα Χριστού. Με άλλα λόγια, η αποτείχιση χάνει τον χαρακτήρα της «προστασίας της πίστης».

Επίσης, η αντίληψη ότι «η Εκκλησία χάθηκε», ή η μονομερής απόφαση για το ποιοι είναι εντός και ποιοι εκτός της Εκκλησίας, αποτελεί ένδειξη σχισματικής εκτροπής. Η εξαφάνιση της προσδοκίας θεραπείας και η ανάπτυξη κλειστού και αυτοτελούς πνεύματος, καθώς και ο ζηλωτισμός, η πνευματική έπαρση, η υπερτίμηση προσωπικής «καθαρότητας» και η καταδίκη των άλλων, αποτελούν περαιτέρω σημάδια.

Η έλλειψη κοινών αρχών καθιστά αδύνατη την ενότητα και την κανονική λειτουργία, ενώ η υπερβολική αυστηρότητα και η κριτική καθιστούν την αποτείχιση ένα εργαλείο καταδίκης αντί για προστασίας.

Αντίθετα, υγιές εκκλησιαστικό φρόνημα χαρακτηρίζεται από προσευχή, ταπείνωση και προσωπική αφοσίωση, στενή σύνδεση με το εκκλησιαστικό πνεύμα των Αγίων και Ομολογητών και πόνο για τυχόν σφάλματα, καθώς και προσδοκία συνοδικής θεραπείας, χωρίς υποκατάσταση της Εκκλησίας με ομάδες ή πρεσβυτεριακή εκκλησία.

Με λίγα λόγια, η αποτείχιση παύει να είναι σταυρός και γίνεται σημαία όταν χάνει την εκκλησιαστική κοινωνία, καταντά ζηλωτική και αντικαθιστά την Εκκλησία με ομάδες, τότε αρχίζει να μετατρέπεται σε σχίσμα.

Ο Κληρικαλισμός και των Δύο Πλευρών

Ο κληρικαλισμός, δηλαδή η μετατροπή της Εκκλησίας από Σώμα Χριστού σε ιεραρχικό μηχανισμό εξουσίας, δεν αφορά μόνο την επίσημη ιεραρχία, αλλά και τις αντιπολιτευόμενες ομάδες.

Ο «Επισκοποκεντρισμός» της Ιεραρχίας

Η τάση να θεωρείται ο επίσκοπος απόλυτη πηγή εξουσίας και αυθεντίας συνιστά μορφή κληρικαλισμού. Σε αυτή την προοπτική, ο λαός θεωρείται απλώς «παρών» στο Σώμα του Χριστού, ενώ η ιεραρχία ταυτίζεται με την Εκκλησία. Η μνημόνευση μετατρέπεται από έκφραση κοινωνίας πίστεως σε μηχανισμό υποταγής. Η επισκοπική εξουσία ταυτίζεται με την αλήθεια, με κίνδυνο απομόνωσης της θεσμικής συνοδικότητας.

Ο «Κληρικαλισμός των Αποτειχισμένων»

Ο όρος «κληρικαλισμός των αποτειχισμένων» περιγράφει φαινόμενα στα οποία ομάδες ή άτομα που έχουν αποτειχιστεί υιοθετούν στάσεις και πρακτικές που παραμορφώνουν την εκκλησιολογική πραγματικότητα. Πρακτικά, ο «κληρικαλισμός» σε αυτό το πλαίσιο σημαίνει ότι η θρησκευτική ζωή και η διοίκηση αυτών των ομάδων καθοδηγούνται σχεδόν αποκλειστικά από κληρικούς, με έντονη ιεραρχική δομή και συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια τους, συχνά χωρίς τους αντίστοιχους ελέγχους ή την εκκλησιαστική νομιμότητα που υπάρχει στις κανονικές δομές.

 

Παράλληλα με τον κλασικό κληρικαλισμό της ιεραρχίας, οι αποτειχισμένοι συχνά επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη: την ταύτιση της Εκκλησίας με την αυθαίρετη εξουσία των λίγων και την υποκατάσταση της συνοδικότητας με προσωπική ή ομαδική κρίση.

Αυθαίρετος ρόλος κριτή και προστάτη της Ορθοδοξίας: Όταν μία ομάδα ή ένα άτομο αυτοανακηρύσσεται «φύλακας της Ορθοδοξίας», θεωρεί ότι μόνο εκείνοι κατέχουν την πλήρη αλήθεια και μπορούν να αποφασίσουν ποιοι είναι «ορθόδοξοι» και ποιοι όχι. Έτσι δημιουργείται μονομερής κρίση που παρακάμπτει τη συνοδικότητα της Εκκλησίας. Η πίστη μετατρέπεται σε εργαλείο εξουσίας και ελέγχου αντί για κοινή εμπειρία συμμετοχής στο Σώμα του Χριστού. Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν σε ομάδες αποτειχισμένων κατά τη διάρκεια των Εικονομαχικών κρίσεων, όταν κάποιες τοπικές κοινότητες αυτοανακηρύσσονταν «αυθεντικοί φύλακες της πίστης» χωρίς συνοδική καθοδήγηση.

Αυθαίρετη χρήση των Κανόνων: Οι εκκλησιαστικοί Κανόνες είναι θεσμοθετημένα εργαλεία για την πνευματική καθοδήγηση και την προστασία της πίστης. Όταν οι αποτειχισμένοι τους χρησιμοποιούν αυθαίρετα και αυστηρά για να καταδικάσουν ή να αποκλείσουν άλλους πιστούς, οι Κανόνες δεν εφαρμόζονται ως μέσα θεραπείας αλλά ως όπλα τιμωρίας. Η ατομική ή ομαδική ερμηνεία αντικαθιστά τη συλλογική κρίση της Εκκλησίας.

Αναγόρευση κληρικών ως κριτών της Ορθοδοξίας: Η τρίτη μορφή κληρικαλισμού των αποτειχισμένων αφορά την υποβάθμιση της συνοδικότητας και την υπερτίμηση της αυθεντίας συγκεκριμένων κληρικών. Όταν οι κληρικοί της ομάδας θεωρούνται αποκλειστικοί «κριτές της Ορθοδοξίας», η κοινότητα μετατρέπεται σε αυταρχική δομή: οι αποφάσεις και η κρίση των λίγων αντικαθιστούν τη συνοδική λειτουργία της Εκκλησίας. Ενισχύεται η σχισματική ταυτότητα: οι πιστοί συνδέουν την πίστη όχι με την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού αλλά με την ομάδα και τους κληρικούς της. Η  εκκλησιολογική εκτροπή οδηγεί στην αντικατάσταση της Εκκλησίας από μια «παράλληλη ΟΜΆΔΑ », η οποία λειτουργεί εκτός κανονικών ορίων.

π.Δ.Α

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Η αποτείχιση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Η αποτείχιση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτελεί ένα κομβικό σημείο στην εκκλησιαστική ιστορία και τη θεολογία της Ορθοδοξίας, καθώς συνδέεται άμεσα με τον αγώνα του κατά των κακοδοξιών και την υπεράσπιση του Ησυχασμού.

Ακολουθούν τα βασικά σημεία που εξηγούν το πλαίσιο και τη σημασία αυτής της πράξης:


1. Το Ιστορικό Πλαίσιο

Κατά τον 14ο αιώνα, ξέσπασε η λεγόμενη «Ησυχαστική Έριδα». Ο μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός, ερχόμενος από τη Δύση, κατηγόρησε τους ησυχαστές μοναχούς του Αγίου Όρους για πλάνη, υποστηρίζοντας ότι ο Θεός είναι εντελώς απρόσιτος και ότι το «Άκτιστο Φως» που έβλεπαν οι μοναχοί κατά την προσευχή τους ήταν κτιστό (ανθρώπινο κατασκεύασμα ή οπτασία).

2. Η Πράξη της Αποτείχισης

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι για τον Άγιο Γρηγόριο, η αποτείχιση δεν ήταν μια πράξη σχίσματος ή επανάστασης με την κοσμική έννοια, αλλά μια πράξη ομολογίας.

Ας δούμε μερικές επιπλέον λεπτομέρειες που συμπληρώνουν την εικόνα:

1.      Ο Άγιος Γρηγόριος θεωρούσε ότι όταν ένας επίσκοπος (στην προκειμένη περίπτωση ο Πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ' Καλέκας) κηρύττει «γυμνή τη κεφαλή» μια διδασκαλία που έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, τότε η διακοπή του μνημοσύνου του είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αλήθειας.

2.      Ο Πατριάρχης Καλέκας δεν περιορίστηκε μόνο σε θεολογικές διαφωνίες, αλλά χρησιμοποίησε και την πολιτική εξουσία (σε μια περίοδο εμφυλίου πολέμου στο Βυζάντιο) για να φυλακίσει τον Άγιο Γρηγόριο. Η αποτείχιση ήταν λοιπόν και μια απάντηση στην προσπάθεια επιβολής μιας εσφαλμένης θεολογίας μέσω της βίας.

3.      Όπως αναφέρεται, η βάση ήταν η Θέωση. Αν οι ενέργειες του Θεού ήταν «κτιστές» (δηλαδή δημιουργήματα), όπως υποστήριζε ο Βαρλαάμ και ανεχόταν ο Καλέκας, τότε ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να έρθει σε πραγματική επαφή με τον ίδιο τον Θεό, αλλά μόνο με κτίσματά Του. Αυτό θα ακύρωνε όλο το νόημα της χριστιανικής σωτηρίας.

Αυτή η στάση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτελεί μέχρι σήμερα το βασικότερο επιχείρημα για όσους επικαλούνται τους ιερούς κανόνες (όπως τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) για θέματα πίστεως, διαχωρίζοντας την αποτείχιση από το απλό σχίσμα.

3. Η Διάκριση Ουσίας και Ενέργειας

Η αποτείχιση ήταν το «εργαλείο» για να προστατευθεί η δογματική αλήθεια που διατύπωσε ο Άγιος:

  • Ο Θεός είναι απρόσιτος στην Ουσία Του.
  • Ο Θεός γίνεται μεθεκτός (προσιτός) στον άνθρωπο μέσω των Άκτιστων Ενεργειών Του (όπως το Φως της Μεταμορφώσεως).

4. Η Δικαίωση

Παρά τις διώξεις και τη φυλάκισή του, ο Άγιος Γρηγόριος δικαιώθηκε πανηγυρικά από τις Συνόδους του 1341, 1347 και 1351. Η διδασκαλία του έγινε επίσημο δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως «Φωστήρ της Ορθοδοξίας».


Σημαντική Σημείωση: Σήμερα, η περίπτωση της αποτείχισης του Αγίου Γρηγορίου ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ «νόμιμης» αντίδρασης όταν θεωρείται ότι τίθεται θέμα αλλοίωσης της πίστης, σύμφωνα με τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

 


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Η Αποτείχιση του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς: Εκκλησιολογική Προσέγγιση



Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894–1979) υπήρξε εξέχων Σέρβος θεολόγος, μοναχός και πνευματικός πατέρας του 20ού αιώνα. Η αποτείχισή του από την επίσημη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί καθοριστικό εκκλησιολογικό γεγονός, καθώς αναδεικνύει ζητήματα πίστεως, συνοδικότητας, πνευματικής συνείδησης και σχέσης με την Παράδοση.

Ιστορικό και Πνευματικό Υπόβαθρο

Από το 1931, ως ηγούμενος της μονής Τσέλιε, ο Όσιος Ιουστίνος δημιούργησε ένα πνευματικό κέντρο όπου η αυστηρή ορθόδοξη πίστη, η ασκητική ζωή και η πνευματική καθοδήγηση συνυπήρχαν με τη διαρκή κριτική προς κάθε μορφή συμβιβασμού με τον σύγχρονο κόσμο. Η θέση του στη Σερβική Εκκλησία τον τοποθέτησε σε κεντρικό ρόλο για την πνευματική ζωή των μοναχών και των πιστών, αλλά και για την κατανόηση της σχέσης Εκκλησίας και κόσμου.



Η Αποτείχιση του 1962.

Το 1962, ο Όσιος Ιουστίνος επέλεξε την αποτείχιση, μια πράξη διακριτικής ανυπακοής συνείδησης:

Λόγοι Αποτείχισης

  1. Αντίθεση στις Οικουμενιστικές Τάσεις: Ο Όσιος Ιουστίνος θεωρούσε τις προσπάθειες προσέγγισης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και άλλες χριστιανικές ομολογίες συμβιβασμό της Ορθοδοξίας.
  2. Κριτική στη Σερβική Ιεραρχία: Καταλόγισε υποβάθμιση της πνευματικής ζωής, κοσμικοποίηση και απομάκρυνση από την Παράδοση των Αγίων Πατέρων.
  3. Αντιδράσεις στο Κομμουνιστικό Καθεστώς: Καταδίκασε περιορισμούς στην εκκλησιαστική ζωή και υποχωρήσεις της ιεραρχίας.

Μορφή Αποτείχισης

Η αποτείχιση αποτελούσε πράξη τόσο προσωπική όσο και πνευματικά υπεύθυνη. Στην πράξη αυτή, ο Όσιος διέκοψε  το μνημόσυνο του Πατριάρχη και των επισκόπων, τους οποίους θεωρούσε πλανημένους, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει τη ζωή της Εκκλησίας ως μυστηρίου. ΔΕΝ ΑΠΟΚΗΡΥΞΕ ΓΡΑΠΤΑ ΤΗΝ ΣΕΡΒΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ. Η λειτουργία, η πνευματική καθοδήγηση και τα μυστήρια συνέχιζαν να τελούνται στην Ιερά Μονή Τσέλιε, διασφαλίζοντας την κανονικότητα της πνευματικής ζωής. Παράλληλα, η συγγραφή θεολογικών έργων και η ποιμαντική δραστηριότητα προχωρούσαν κανονικά, ως μαρτυρία πίστης και υπακοής στον Θεό. Η στάση αυτή εκφράζει διακριτική ανυπακοή προς την εκκλησιαστική διοίκηση, χωρίς να αναγνωρίζεται ως σχίσμα, και διαφυλάσσει την αναγνώριση της Εκκλησίας ως μυστηρίου, ακόμη και εν μέσω διαφωνιών με τους επισκόπους.

 

Αντιδράσεις και Εκκλησιαστικές Συνέπειες

Η αποτείχιση προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις στην Εκκλησιαστική κοινότητα και στον πιστό λαό. Πολλοί μοναχοί και πιστοί θεώρησαν τον Όσιο φύλακα της ορθόδοξης παράδοσης, αναγνωρίζοντας στην πράξη του την ακεραιότητα της πίστης και την προάσπιση της αλήθειας των μυστηρίων. Παράλληλα, η επίσημη Εκκλησία και ορισμένοι θεολόγοι κριτικαρίσαν την αποτείχιση ως πράξη σχισματική, αμφισβητώντας την κανονικότητα της στάσης απέναντι στην ιεραρχία. Η Μονή Τσέλιε βρέθηκε σε κατάσταση σχετικής απομόνωσης, περιορίζοντας την επικοινωνία με την εκκλησιαστική διοίκηση, χωρίς όμως να εκλείψει η πνευματική ζωή, η λειτουργία των μυστηρίων και η ποιμαντική δραστηριότητα.

Η αντίθεση αυτή αναδεικνύει τη διαρκή ένταση μεταξύ πνευματικής συνείδησης και θεσμικής υπακοής, επιβεβαιώνοντας ότι η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού και μυστήριο, διατηρείται ζωντανή και ενιαία ακόμη και μέσα από την κρίση και τη διαφωνία. 

Θεολογική και Εκκλησιολογική Σημασία

Η αποτείχιση του Οσίου  αναδεικνύει την βαθύτερη εκκλησιολογική διάκριση μεταξύ της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού και της εκκλησιαστικής διοίκησης. Ο Όσιος αναγνωρίζει πάντοτε την Εκκλησία ως μυστήριο, ζωντανή και αδιάσπαστη, ακόμη και όταν η ιεραρχία πλανάται ή αποκλίνει από την Παράδοση. Η υπακοή στον Θεό και στην αλήθεια της Πίστης υπερβαίνει την τυπική υπακοή στα πρόσωπα, ενώ η πλάνη των επισκόπων, ειδικά σε ζητήματα οικουμενιστικής ή δογματικής φύσεως, κρίνεται με πνευματική διάκριση.

Η αποτείχιση λειτουργεί ως πνευματική πρακτική διακριτικής υπακοής: διαχωρίζει την αλήθεια από τον συμβιβασμό, την πίστη στην Παράδοση από την τυφλή προσκόλληση στην εκκλησιαστική διοίκηση. Δεν συνιστά σχίσμα ή αποστασία, αλλά εκφράζει την αυθεντική πνευματική συνείδηση, η οποία φυλάσσει την αγιότητα και την καθαρότητα του Σώματος Χριστού. Μέσω αυτής της στάσης, η Εκκλησία διατηρείται αναλλοίωτη ως μυστήριο ζωής και σωτηρίας, ενώ οι διαφωνίες με την διοίκηση γίνονται μέσο πνευματικής αγωγής και κανονικής διάκρισης, προς δόξαν Θεού και όφελος της πνευματικής κοινότητας.

Συνοδικότητα και Πνευματική Συνείδηση

Ο Όσιος Ιουστίνος ανέδειξε ότι η αληθινή συνοδικότητα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την αριθμητική πλειοψηφία της ιεραρχίας:

  • Ακολούθησε το παράδειγμα του Αγίου Μάρκου του Εφέσου, αρνούμενος υπογραφή που θα συνιστούσε συμβιβασμό.
  • Θεωρούσε ότι η συνοδικότητα βασίζεται στην ταύτιση με την Παράδοση των Πατέρων, όχι στην πλειοψηφία.
  • Πάντοτε υπερασπιζόταν την ελπίδα επιστροφής της Εκκλησίας στην ορθή πίστη, παραμένοντας εντός του Σώματος Χριστού.

 

Μετά τον Θάνατο και Αγιοκατάταξη

Μετά το 1979, η μονή Τσέλιε διατήρησε τον πνευματικό της ρόλο. Η αγιοκατάταξη του Οσίου το 2010 αναγνωρίζει την οσιότητά του και τη θεολογική του συμβολή, επιβεβαιώνοντας ότι η αποτείχιση ήταν έκφραση πίστης και ακεραιότητας, όχι αποστασίας.


Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Περί του πατρός Επιφανίου Θεοδωρόπουλου.



Έχουμε ακούσει πολλάκις ότι ο πατήρ Επιφάνιος είχει πλανηθεί, και ότι η διδασκλία του περί Δυνητισμού έχει επιφέρει μεγάλη σύγχυση και ζημιά στην Εκκλησία. Λίγοι, δυστυχώς, έχουν αντιληφθεί πως ουσιαστικά ο πατήρ Επιφάνιος έχει συκοφαντηθεί και μάλιστα την αρχή την έκανε ο Θεοδώρητος Μαύρος. Στην πραγματικότητα όμως ο πατέρας Επιφάνιος δεν δίδαξε τίποτα το διαφορετικό από αυτά που μας άφησαν παρακαταθήκη οι άγιοι πατέρες, και μάλιστα χάρη σε αυτόν μπορεί να ξεδιαλύνει αυτό το χάος που έχει προκαλέσει η Σύνοδος της Κρήτης στην Εκκλησία. Ακόμα μια φορά συνειδητοποιούμε την Σοφή Πρόνοια του Θεού μας. 

Ο πατήρ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος καλώς δίδασκε ότι εντός της Εκκλησίας η εφαρμογή του 15 κανόνα δεν είναι υποχρεωτικός, όπως άλλωστε είναι και ο χαρακτήρας με τον όποιο είναι γραμμένος ο κανόνας( βλ. υποσημείωση (1)). Ο 15 κανόνας είναι δυνητικός εντός των ορίων της Εκκλησίας, όπερ σημαίνει πως όταν κάποιος ιερέας εφάρμοζε τον κανόνα πριν το 2016 διέκοπτε μόνο τη μνημόνευση του επιστάτη του και δε διέκοπτε κοινωνία με τους υπόλοιπους που μνημονεύαν τους δικούς τους επισκόπους. Σε αντίθετη περίπτωση θα διέπραττε όχι αποτείχιση αλλά σχίσμα. 
Μετά τη σύνοδο της Κρήτης όμως τα πιστά μέλη της Εκκλησίας δεν εφαρμόζουν τον 15 κανόνα της ΑΒ Συνόδου που αφορά μόνο τους ιερείς , αλλά διακόπτουν πλήρη κοινωνία με τους αιρετικούς οι οποίοι παραβιάζουν όχι κανόνες αλλά όρους της Ορθοδοξίας, όπως μας λέει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης . Οπότε αδίκως συκοφαντήθηκε ο πατήρ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος και από τους γοχ και από τους φιλοοικουμενιστες, διότι διαστρέβλωσαν τη διδασκαλία του και οδήγησαν πλήθος πιστών στη πλάνη και την αίρεση.

Πριν την Σύνοδο του 2016 προφανώς και υπήρχαν αιρετικοί Αρχιεπίσκοποι αλλά και κληρικοί. Αυτό όμως έβγαζε αυτούς προσωπικά και μόνο εκτός της Εκκλησίας και δε δέσμευε ούτε εμπόδιζε τη σωτηρία των πιστών. 
Η Εκκλησία του Χριστού είναι αψεγάδιαστη και είναι βλασφημία κανείς να αποκαλεί την Εκκλησία αιρετική( βλ. Λαυριώτη κλπ.) Το φρόνημα του λαού πριν από το 2016 ήταν ορθόδοξο, παρά την όποια οικουμενιστική κίνηση μέσα στους κόλπους της. Εκείνο που δύναται να αλλοιώσει το φρόνημα του λαού είναι ΣΥΝΟΔΟΣ. Μετά τη Σύνοδο, χρονική στιγμή όπου εισάγεται  η αίρεση στο πλήρωμα της Εκκλησία, ο λαός όφειλε να αντιδράσει. Αλλά δε το έκανε, πλην μερικών εξαιρέσεων που έκαναν τη λεγόμενη "αποτείχιση". 
Το σωστό όμως είναι να λέμε ότι έκαναν Διακοπή κοινωνίας με την αίρεση. 
Σύμφωνα με τον Αγιο Θεόδωρο Στουδίτη, τον οποίο η 7η Οικουμενική Σύνοδος τον ονόμασε  Πανόσιο, μόλις γίνει η αποστασιοποίηση των ορθοδόξων και επέλθει ο διαχωρισμός και η αποτείχιση, οι εμμένοντες στην αιρετική διδασκαλία θεωρούνται ως αιρετικοί και αποκομμένοι από την Εκκλησία. (σ. 79).  
Η Εκκλησία είναι Ταμειούχος των μυστηρίων και εκτός αυτής δεν υπάρχουν μυστήρια. Εκκλησία δεν είμαστε εμείς αλλά ο Χριστό, εμείς είμαστε εντός αυτής όταν ακολουθούμε καθόλα την ορθόδοξη πίστη των αγίων πατέρων ή καθιστούμε  τον εαυτό μας εκτός αυτής. Από την Εκκλησία μπορεί κανείς να βγεί και αυτοβούλως, όχι μόνο ο αφορισμός βγάζει κάποιον εκτός εκκλησίας, αλλά η ελεύθερη  βούληση του κάθε ανθρώπου ως άτομο, αλλά και μιας ολόκληρης θρησκευτικής κοινότητας.

(1) Ο Αγ. Θεοδωρος Στ. δεν είχε κάνει διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας πριν την αιρετική Σύνοδο, αλλά απέφευγε την επικοινωνία με τον αυτοκράτορα και τους πρωταίτιους που τέλεσαν τον παράνομο γάμο. ( Μοιχειανική αίρεση)  (σ. 73).
Διότι :
α) δεν είχε γίνει η επίσημη εκκλησιαστική κατοχύρωση και επικάλυψη του κακού δια συνοδικής αποφάσεως.
β) δεν είχε ακόμη καταγγελθεί επισήμως δια της αντιδράσεως και αντιστάσεως των ορθοδόξων. (σ. 74)
ΠΗΓΗ.fb (A.I)

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Κριτική της οικουμενιστικής ερμηνείας του 15ου κανόνα της ΑΒ Συνόδου: Μια συγκριτική ανάλυση των προσεγγίσεων Κατερέλου, Μεταλληνού π.Θ.Ζήση και Ν.Μάννη



Επιμέλεια έρευνας και κειμένου :πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


Εισαγωγή

Η ερμηνεία του ιε´ (15ου) κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861) αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης κανονικής επιστήμης, ιδίως στο πλαίσιο των συζητήσεων για τη Σύνοδο της Κρήτης (2016) και την αποτείχιση από την αίρεση του οικουμενισμού. Ο Επίσκοπος Αβύδου Κύριλλος Κατερέλος, σε κείμενό του με τίτλο «Οικουμενιστική ερμηνεία του ιε´ κανόνα της ΑΒ Συνόδου», προτείνει μια «οικουμενιστική» ανάγνωση του κανόνα, η οποία περιορίζει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί μια κριτική ανάλυση αυτής της προσέγγισης, συγκρίνοντάς τη με τις παραδοσιακές ερμηνείες που εκπροσωπούν ο π. Θεόδωρος Ζήσης και ο Γεώργιος Μεταλληνός, αναδεικνύοντας τις θεμελιακές διαφορές σε επίπεδο κανονικής μεθοδολογίας και εκκλησιολογίας.


1. Το κανονικό πλαίσιο του ιε´ κανόνα

Ο ιε´ κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου αποτελεί τη συνέχεια των ιγ´ και ιδ´ κανόνων, οι οποίοι ρυθμίζουν τη διακοπή του μνημοσύνου επισκόπου από πρεσβύτερο και μητροπολίτη από επίσκοπο αντιστοίχως. Ο ιε´ κανόνας επεκτείνει τη ρύθμιση στην περίπτωση Πατριάρχη, ορίζοντας ότι η διακοπή κοινωνίας με επίσκοπο που κηρύττει αίρεση «παρὰ τῶν ἁγίων συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην» δεν συνιστά σχίσμα, αλλά οι αποτειχιζόμενοι «τιμῆς ἀξιωθήσονται».

Η φρασεολογία του κανόνα είναι κρίσιμης σημασίας: η χρήση του  διαζευκτικού συνδέσμου «ἢ» (και όχι του  «καί») μεταξύ «συνόδων» και «Πατέρων» υποδηλώνει ότι αρκεί η καταδίκη της αιρέσεως είτε από Οικουμενική ή Τοπική Σύνοδο, είτε από τους Αγίους Πατέρες. Επιπλέον, η έκφραση «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως» καθιστά σαφές ότι η αποτείχιση μπορεί να προηγηθεί της συνοδικής καταδίκης, προσφέροντας άσυλο σε όσους διακόπτουν την κοινωνία προστατεύοντας την ορθή πίστη.


2. Η «οικουμενιστική» ερμηνεία Κατερέλου: Μια συστηματική ανάγνωση

Ο Επίσκοπος Κατερέλος προτείνει μια ερμηνεία που χαρακτηρίζεται από έναν αυστηρό ιστορικισμό και μια ιεραρχική αντίληψη της εκκλησιαστικής εξουσίας. Κύρια χαρακτηριστικά αυτής της προσέγγισης είναι:

2.1. Ο περιορισμός της «κατεγνωσμένης αίρεσης» Ο Κατερέλος υποστηρίζει ότι ο κανόνας αναφέρεται αποκλειστικά σε αιρέσεις που είχαν καταδικαστεί μέχρι το 861, όπως ο αρειανισμός, ο νεστοριανισμός και ο εικονομαχία. Αυτό σημαίνει ότι μεταγενέστερες αιρέσεις, όπως ο οικουμενισμός, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανόνα, εφόσον δεν έχουν υποστεί συνοδική καταδίκη από Οικουμενική Σύνοδο μετά το 787.

2.2. Η απαίτηση προγενέστερης συνοδικής καταδίκης Σύμφωνα με τον Κατερέλο, η διακοπή του μνημοσύνου δικαιολογείται μόνο εάν προηγηθεί συνοδική καταδίκη του Πατριάρχη για αίρεση. Η φράση «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως» ερμηνεύεται ως «πριν από την ολοκλήρωση της συνοδικής διαδικασίας», όχι ως «χωρίς να απαιτείται Σύνοδος». Αυτή η ανάγνωση μετατρέπει τον κανόνα από άδεια προστασίας σε άδεια εφαρμογής μετά από Σύνοδο.

2.3. Ο αποκλεισμός των Μητροπολιτών και Επισκόπων Ο Κατερέλος περιορίζει την εφαρμογή του ιε´ κανόνα αποκλειστικά στον Πατριάρχη, αφήνοντας τους Μητροπολίτες και Επισκόπους στο απυρόβλητο του ιγ´ και ιδ´ κανόνα. Υποστηρίζει ότι η διακοπή μνημοσύνου Μητροπολίτη από πρεσβύτερο δεν δικαιολογείται, καθώς ο ιε´ κανόνας «αναφέρεται αποκλειστικά στον Πατριάρχη».

2.4. Η διάκριση αποτείχισης/σχίσματος Ο Κατερέλος δέχεται ότι η σύγχρονη πρακτική των «αποτειχιζόμενων» δεν συνιστά σχίσμα, καθώς δεν δημιουργούν νέα εκκλησιαστική δομή. Ωστόσο, θεωρεί ότι επικαλούνται κανόνα που προϋποθέτει σχίσμα, δημιουργώντας ασάφεια. Η στάση τους έχει «χαρακτήρα διαμαρτυρίας» και όχι διάσπασης.

2.5. Η νομιμοποίηση της Συνόδου της Κρήτης Κεντρική θέση της προσέγγισης Κατερέλου είναι ότι η Σύνοδος της Κρήτης (2016) δεν εισάγει νέα εκκλησιολογία ή αίρεση. Ο θεολογικός διάλογος με ετερόδοξους δεν συνιστά αίρεση, και κανένας Πατριάρχης δεν κηρύσσει δημοσίως αίρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ». Άρα, ο ιε´ κανόνας δεν μπορεί να επικληθεί για αποτείχιση από τη Σύνοδο.


3. Η κριτική των Μεταλληνού/Ζήση/Μάννη: Η παραδοσιακή ανάγνωση

Αντίθετα, η παραδοσιακή ερμηνευτική σχολή, όπως εκφράζεται από τον Γεώργιο Μεταλληνό, τον π. Θεόδωρο Ζήση και τον Νικόλαο Μάννη, προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση που βασίζεται στην ερμηνευτική παράδοση των κανονολόγων και στην ιστορική πρακτική της Εκκλησίας.

3.1. Η διάζευξη «Συνόδων ἢ Πατέρων» Ο Μάννης επισημαίνει ότι η χρήση του  διαζευκτικού  «ἢ» υποδηλώνει ότι αρκεί η καταδίκη από Πατέρες, χωρίς να απαιτείται αναγκαστικά Σύνοδος. Οι Άγιοι Πατέρες, ως φορείς της παραδόσεως, μπορούν να διαπιστώσουν αίρεση. Ο οικουμενισμός, ως εκ τούτου, είναι κατεγνωσμένος από Πατέρες όπως ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς και την Τοπική Σύνοδο της Ρωσικής Διασποράς (1983).

3.2. Το «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως» ως άδεια προστασίας Οι κανονολόγοι Βαλσαμών, Ζωναράς και Αριστηνός ερμηνεύουν σαφώς ότι ο κανόνας απαλλάσσει από ποινή όσους αποτειχίζονται πριν από τη συνοδική καταδίκη. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει χαρακτηριστικά: «οὐ μόνον οὐ τιμωρηθήσεται πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς προς τὸν καλούμενον επίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τιμῆς ἀξιωθήσονται».

3.3. Τα ιστορικά προηγούμενα Η ερμηνεία Κατερέλου αγνοεί πλήθος ιστορικών προηγουμένων:

  • Ο Μέγας Αθανάσιος κοινωνούσε με τους «Ευσταθιανούς» που είχαν διακόψει την κοινωνία με τους επισκόπους Αντιοχείας πριν από συνοδική καταδίκη τους.
  • Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναγνωρίστηκε ως κανονικός επίσκοπος ενώ είχε διακόψει τη κοινωνία με τον Πατριάρχη Δημόφιλο για δέκα χρόνια πριν από τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο.
  • Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ενεκωμίαζε τους Ορθοδόξους που είχαν διακόψει τη κοινωνία με τον Νεστόριο προ της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου.

3.4. Το πεδίο εφαρμογής: Επίσκοπος, Μητροπολίτης και Πατριάρχης Οι ερμηνείες των κυριότερων κανονολόγων απορρίπτουν τον περιορισμό του Κατερέλου:

  • Βαλσαμών: «ἐὰν χωρίσῃ τις ἑαυτὸν ἀπὸ τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ ἢ τοῦ Μητροπολίτου ἢ τοῦ Πατριάρχου... οὐ μόνον οὐ τιμωρηθήσεται, ἀλλὰ καὶ τιμηθήσεται».
  • Ζωναράς: «ἐὰν ὁ πατριάρχης τυχὸν ἢ μητροπολίτης, ἢ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικὸς εἴη... οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὅποιοι ἂν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς ἀξιωθήσονται».
  • Αριστηνός: «Εἰ δέ τινες ἀποσταῖεν τινὸς οὐ διὰ πρόφασιν ἐγκλήματος ἀλλὰ δι᾿ αἵρεσιν ὑπὸ Συνόδου ἤ Ἁγίων Πατέρων κατεγνωσμένην, τιμῆς καί ἀποδοχῆς ἄξιοι ὡς ὀρθόδοξοι».

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης συνοψίζει: «ἐὰν οἱ ρηθέντες πρόεδροι [ἐπίσκοποι, μητροπολίτες, πατριάρχες] ἦναι αἱρετικοί... οἱ εἰς αὐτοὺς ὑποκείμενοι χωρίζονται... οὐ μόνον δὲν καταδικάζονται, ἀλλὰ καὶ τιμῆς ἄξιοι».

3.5. Η Σύνοδος της Κρήτης ως «ψευδοσύνοδος» Η παραδοσιακή σχολή θεωρεί τη Σύνοδο της Κρήτης (2016) ληστρική και αιρετική για τους εξής λόγους:

  • Εισήγαγε την αναγνώριση αιρετικών «εκκλησιών» (Παπισμού, Προτεσταντισμού), άρνηση του extra ecclesiam nulla salus.
  • Επικύρωσε την «Οικουμενική Κίνηση» και τους μόνιμους μεικτούς διαλόγους, κάτι πρωτοφανές στην εκκλησιαστική ιστορία.
  • Εισήγαγε ένα είδος «πρωτείου» του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, παπίζοντας τον ρόλο του.
  • Αποκάλεσε «προσηλυτισμό» και «ουνία» την ιεραποστολή προς ετεροδόξους, αλλάζοντας τον τρόπο μαρτυρίας της Πίστεως.

4. Συγκριτική ανάλυση: Δύο ασυμβίβαστες εκκλησιολογίες

Η σύγκριση των δύο προσεγγίσεων αναδεικνύει ότι η διαφορά δεν είναι απλώς ερμηνευτική, αλλά θεμελιακή:

Table

Copy

Ζήτημα

Κατερέλος (οικουμενιστική)

Μεταλληνός/Ζήσης (παραδοσιακή)

Κατεγνωσμένη αίρεση

Μόνο από Οικουμενικές Συνόδους προ 861

Από Συνόδους  Πατέρες, και μετά το 861

Χρονοδιάγραμμα

Μετά από συνοδική καταδίκη

Πριν από τη συνοδική καταδίκη («πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως»)

Πεδίο εφαρμογής

Μόνο Πατριάρχης

Επίσκοπος, Μητροπολίτης και Πατριάρχης

Οικουμενισμός

Θεολογικός διάλογος

Κατεγνωσμένη αίρεση από Συνόδους και Πατέρες

Σύνοδος Κρήτης

Νόμιμη εξέλιξη

Ψευδοσύνοδος, εισαγωγή αίρεσης

Προτεραιότητα

Ενότητα της κοινωνίας

Ακρίβεια της πίστεως

Μέθοδος

Ιστορικισμός (ο κανόνας «παγώνει» το 861)

Ζωντανή παράδοση (ο κανόνας εκφράζει αιώνιο πνεύμα)

Η «οικουμενιστική» προσέγγιση Κατερέλου αποτελεί ουσιαστικά μια απολογητική της Συνόδου της Κρήτης. Αποδεχόμενη την εγκυρότητά της, αναγκάζεται να περιορίσει τον ιε´ κανόνα για να αποκλείσει τη δυνατότητα αποτείχισης. Αντιστρέφει το νόημα του κανόνα: από προστασία των «αποτειχιζόμενων» κατά της αίρεσης, τον μετατρέπει σε εμπόδιο για την ομολογία της πίστεως.


5. Συμπέρασμα

Η ανάλυση δείχνει ότι η «οικουμενιστική» ερμηνεία του ιε´ κανόνα αντιβαίνει:

  • Στο γράμμα του κανόνα (διάζευξη «συνόδων ἢ Πατέρων», «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως»).
  • Στις ερμηνείες των κυριότερων κανονολόγων (Βαλσαμών, Ζωναράς, Αριστηνός, Άγιος Νικόδημος).
  • Στην ιστορική πρακτική της Εκκλησίας (Μέγας Αθανάσιος, Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας).
  • Στην παραδοσιακή εκκλησιολογία (προτεραιότητα της αλήθειας έναντι της ενότητας της κοινωνίας).

Η προσέγγιση Κατερέλος, ενώ επικαλείται την κανονική τάξη, στην πραγματικότητα την ανατρέπει, μετατρέποντας τον κανόνα που προστατεύει την ομολογία κατά της αίρεσης σε κανόνα που την εμποδίζει. Η σιωπηρή ατζέντα της νομιμοποίησης της Συνόδου της Κρήτης καθιστά την ερμηνεία του προϊόν συγκεκριμένης εκκλησιαστικής πολιτικής, παρά αντικειμενικής κανονικής επιστήμης.


Βιβλιογραφία

Πρωτογενείς Πηγές (Κανόνες και Σύνοδοι)

  • Κανόνες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), ιε´ κανόνας, εν: Pedalion (Πηδάλιον), εκδ. Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Βενετία, 1800.
  • Κανόνες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ιγ´ και ιδ´ κανόνες, ό.π.
  • Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, Epistola ad Epiphanium, PG 26, 1049-1052.
  • Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Epistola ad monachos Constantinopolitanos, PG 77, 125.
  • Σύνοδος της Κρήτης (2016), Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον υπόλοιπον χριστιανικόν κόσμον.

Ερμηνείες Κανονολόγων

  • Βαλσαμών, Θεόδωρος, Scholia in canones, PG 137, 1068-1069.
  • Ζωναράς, Νικήτας, Scholia in canones, PG 137, 1069-1072.
  • Αριστηνός, Ἰωάννης, Commentarium in canones, PG 137, 1072.
  • Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἀγιορείτης, Πηδάλιον, εκδ. 4η, Ἀθήνα, 1886, σ. 292.
  • Μίλας, Νικόδημος, Ερμηνεία των Ιερών Κανόνων, τόμ. Α΄, Βενετία, 1802.

Σύγχρονες Μελέτες

  • Κατερέλος, Κύριλλος (Επίσκοπος Αβύδου), Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;
  • Μάννης, Νικόλαος, Η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης: Προς Νέα Εκκλησία, εκπαιδευτικός, 2017 (δημοσίευση διαδικτύου: krufo-sxoleio.blogspot.com).
  • Μεταλληνός, Γεώργιος, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, πατέρας της Θ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Ἱερὰ Μονὴ Μεγάλου Μετεώρου, Ἄγια Μετέωρα, 2009.
  • Μεταλληνός, Γεώργιος, Οικουμενισμός: Αδιέξοδο ή Πρόκληση;, Αθήνα, 1999.

 


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ 15 ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ


Ἐπίσκοπος Ἀβύδου Κύριλλος (Κατερέλος)

Σύγχρονοι «μαχητές» της Ορθοδοξίας και η εφαρμογή του ιε´ κανόνα

1. Σύγχρονοι «μαχητές» της Ορθοδοξίας

Κάποιοι σύγχρονοι «μαχητές» υπέρ της Ορθοδοξίας και της εκκλησιαστικής καθολικότητας ταυτίζονται με μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας, όπως ο Άγιος Αθανάσιος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Μάρκος ο Ευγενικός και άλλοι. Θεωρούν ότι μπορούν να επικαλούνται το δεύτερο σκέλος του ιε´ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), σύμφωνα με τον οποίο η αποστασία από αιρετικούς επισκόπους δικαιολογεί την αποτείχιση και διασφαλίζει την τιμή των ορθοδόξων.

2. Η πρακτική των σύγχρονων «μαχητών»

Παρά τις κατηγορίες περί αιρέσεως που εκτοξεύουν κατά των επισκόπων τους, οι σύγχρονοι «μαχητές» δεν προβαίνουν σε πραγματικό αποτειχισμό όπως προβλέπει ο κανόνας. Συχνά παραμένουν ενεργοί στο ποίμνιο των επισκόπων που θεωρούν αιρετικούς, λειτουργώντας και κηρύττοντας σε ναούς, μονές ή σκήτες, ενώ ταυτόχρονα δηλώνουν ότι δεν δημιουργούν σχίσμα ούτε προσχωρούν σε άλλη εκκλησία.

3. Θεωρία και πράξη

Η στάση των «ανεπισκόπων» κληρικών έχει κυρίως χαρακτήρα διαμαρτυρίας για θεολογικές διαφορές και όχι διάσπασης της εκκλησιαστικής ενότητας. Όπως σημειώνει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «παν γαρ το ακέφαλον και άναρχον άτακτον και στασιώδες, ου λυτρωθείημεν», υποδεικνύοντας τον κίνδυνο αταξίας και σχίσματος όταν δεν υπάρχει πνευματική και ιεραρχική τάξη.

4. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ιε´ κανόνα

Ο ιε´ κανόνας προβλέπει την έξοδο από μια αιρετική Εκκλησία υπό τον έλεγχο του Πατριάρχη. Στην πράξη, όμως, οι σύγχρονοι «μαχητές» επικαλούνται το δεύτερο σκέλος του κανόνα χωρίς να συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις: δεν υπάρχει προγενέστερη συνοδική καταδίκη του Πατριάρχη για αίρεση, ούτε οι πρεσβύτεροι και επίσκοποι υπάγονται άμεσα στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη.

5. Τα όρια της έννοιας της αίρεσης

Το δεύτερο σκέλος του κανόνα αναφέρεται σε αιρέσεις καταδικασμένες από τις Αγίες Συνόδους ή τους Πατέρες, όπως ίσχυαν το 861. Δεν καλύπτει μεταγενέστερες κακοδοξίες ή διδασκαλίες, όπως η Δυτική διδασκαλία του Filioque, η οποία δεν είχε καταδικαστεί τότε στην Ανατολή. Η εφαρμογή του κανόνα προϋποθέτει την ύπαρξη αιρέσεων ήδη καταδικασμένων ή συναίνεση των Πατέρων (Consensus Patrum).

6. Αποτείχιση και σχίσμα

Η σύγχρονη πρακτική των αποτειχιζόμενων δεν συνιστά σχίσμα, καθώς δεν δημιουργείται νέα εκκλησία ούτε διασπάται η υπάρχουσα ενότητα. Ωστόσο, επικαλούνται κανόνα που προϋποθέτει σχίσμα, γεγονός που δημιουργεί ασάφεια και αντιφάσεις στην εκκλησιολογική τους θέση.

7. Η άποψη των θεολόγων για την παρασυναγωγή

Σύμφωνα με τον Καθηγητή Σπ. Τρωϊάνο, η στενή σχέση με το σχίσμα έχει το αδίκημα της παρασυναγωγής και προϋποθέτει τουλάχιστον έναν επίσκοπο. Ο Καθηγητής Γ. Πουλής παρατηρεί ότι σχίσμα μπορεί να υπάρξει μόνο με οργανωτική δομή και συμμετοχή επισκόπου. Οι σημερινοί αποτειχιζόμενοι, παρότι επικαλούνται τον κανόνα, δεν δημιουργούν σχίσμα, καθώς δεν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις.

8. Συμπέρασμα για την εφαρμογή του ιε´ κανόνα

Η εφαρμογή του ιε´ κανόνα στην παρούσα συγκυρία δεν είναι δυνατή, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της «κατεγνωσμένης» κακοδοξίας. Οι Πατέρες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου στόχευαν στην ενότητα της Εκκλησίας και στη διαχείριση αιρέσεων, όχι στη διάσπαση των Ορθοδόξων μεταξύ τους. Η σημερινή επικαλούμενη εφαρμογή του κανόνα δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα και τις θεμελιώδεις εκκλησιαστικές αρχές.


9. Σχίσμα και παρασυναγωγή

Ο αείμνηστος Πρωτοπρεσβύτερος Εὐάγγελος Μαντζουνέας τονίζει τη διάκριση:

  • Το σχίσμα διαπράττεται από έναν ή περισσότερους επισκόπους μαζί με κληρικούς και λαϊκούς.
  • Η παρασυναγωγή τελείται από πρεσβυτέρους, οι οποίοι εκτελούν ιερουργίες ιδιωτικά ή δεν αναγνωρίζουν τον επίσκοπο, ακόμη κι αν εκείνος υπέπεσε σε αμάρτημα ή αίρεση προτού καταδικαστεί τελεσίδικα.
  • Ο πρεσβύτερος δεν δικαιούται να κρίνει ή να καταδικάσει τον επίσκοπο.

10. Η Πρωτοδευτέρα Σύνοδος και οι αιρετικοί

  • Η Σύνοδος θεωρούσε αιρετικούς κυρίως τους εικονομάχους, λόγω της επίσημης κακοδοξίας τους όπως καταδικάστηκε από τις Αγίες Συνόδους.
  • Ο ιερός κανόνας στρέφεται κατά ομάδων προσώπων (π.χ. ζηλωτών μοναχών και κληρικών) για να προληφθεί νέα αίρεση.
  • Δεν αφορά μεμονωμένα άτομα, αλλά την διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας από ομάδες.

11. Οι κανόνες ιγ´, ιδ´, ιε´ και η διακοπή μνημοσύνου

  • Κανόνας ιγ´: διακοπή μνημοσύνου επισκόπου από πρεσβύτερο ή διάκονο.
  • Κανόνας ιδ´: διακοπή μνημοσύνου μητροπολίτη από επίσκοπο.
  • Κανόνας ιε´: διακοπή μνημοσύνου Πατριάρχη από μητροπολίτες, επισκόπους και πρεσβυτέρους, μόνο εάν η αίρεση είναι καταγνωσμένη και δημοσίως κηρυγμένη.
  • Ο 13ος κανόνας της Πρωτοδευτέρας αποκλείει κάθε αυθαίρετη ενέργεια χωρίς προηγούμενη συνοδική καταδίκη.

12. Θεολογικός διάλογος και αίρεση

  • Ο σύγχρονος θεολογικός διάλογος με ετερόδοξους δεν σημαίνει υιοθέτηση δογματικών αποκλίσεων.
  • Εάν ο διάλογος θεωρούνταν αίρεση, δεν θα ήταν αναγκαίος καθόλου.
  • Κανένας Πατριάρχης δεν κηρύσσει δημοσίως αίρεση, όπως απαιτεί ο κανόνας για τη διακοπή μνημοσύνου.

13. Εφαρμογή του ιε´ κανόνα σε πρεσβυτέρους και μητροπολίτες

  • Ο κανόνας δεν παρέχει δικαίωμα σε πρεσβυτέρους να διακόπτουν μνημόσυνο Μητροπολίτου που υπάγεται σε άλλη δικαιοδοσία.
  • Η αυθαίρετη εφαρμογή θα κατέλυε την καθολικότητα της τοπικής Εκκλησίας, θεμελιώδη αρχή της Ορθοδοξίας.
  • Οι Πατέρες θέλησαν να αποτρέψουν καταχρηστική άσκηση της διακοπής μνημοσύνου, θέτοντας την εφαρμογή μόνο σε περίπτωση αληθούς και καταγνωσμένης αίρεσης Πατριάρχη.

14. Κανονική κρίση και επικοινωνία με «αιρετικούς»

  • Το επιχείρημα των αποτειχιζομένων ότι μπορούν να διακόπτουν μνημόσυνο λόγω επικοινωνίας Μητροπολίτη με άλλους «αιρετικούς» είναι κανονικά αβάσιμο, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η επικοινωνία υπάρχει.
  • Αν εφαρμοζόταν, οποιοσδήποτε πρεσβύτερος θα μπορούσε να αποτειχίζεται από τον δικό του Μητροπολίτη, δημιουργώντας πλήρη αταξία και καταρράκωση της εκκλησιαστικής ενότητας.

15. Η Σύνοδος της Κρήτης και η νέα Εκκλησιολογία

  • Η Σύνοδος της Κρήτης δεν εισάγει νέα Εκκλησιολογία ή αίρεση.
  • Η κριτική πρέπει να διακρίνει μεταξύ αντιλογίας υπέρ ευσέβειας και ομολογίας πίστεως, όπως επισημαίνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «ακριβεία ζητείται μόνο στην ομολογία πίστεως».
  • Η αλήθεια της Εκκλησίας κρίνονται στα πράγματα και όχι στα λόγια, διασφαλίζοντας την πιστότητα στη δογματική διδασκαλία.

 


Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Πῶς λειτούργησε ἡ συνοδικότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ καιροὺς αἱρέσεων


Η ιστορία της Εκκλησίας μαρτυρεί ότι η συνοδικότητα δεν υπήρξε ποτέ ένα ιδανικό, αδιατάρακτο σύστημα διοικήσεως, αλλά ένας ζωντανός και θεραπευτικός τρόπος υπάρξεως του εκκλησιαστικού σώματος μέσα στον χρόνο. Ιδίως σε περιόδους αιρέσεων και γενικευμένης πνευματικής κρίσεως, η συνοδικότητα δεν καταργήθηκε, ούτε αντικαταστάθηκε από ατομικές ή ομαδικές πρωτοβουλίες, αλλά δοκιμάστηκε, τραυματίστηκε και τελικώς αποκαταστάθηκε.

Στους μεγάλους δογματικούς αγώνες – από τον Αρειανισμό και τον Νεστοριανισμό έως την Εικονομαχία – παρατηρούμε ότι συχνά η πλειονότητα των επισκόπων παρασύρθηκε στην πλάνη ή επέδειξε σιωπή και δειλία. Υπήρξαν σύνοδοι που εσφαλμένα επικύρωσαν αιρετικές θέσεις και άλλες που χαρακτηρίστηκαν από τους Πατέρες ως «ληστρικές». Παρ’ όλα αυτά, η Εκκλησία δεν θεώρησε ποτέ ότι η συνοδικότητα απέτυχε ως θεσμός, αλλά ότι οι φορείς της αστόχησαν. Η διάκριση αυτή είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία.

Κατά κανόνα, στους καιρούς των αιρέσεων, η ομολογία της πίστεως προηγήθηκε της συνοδικής δικαιώσεως. Λίγοι επίσκοποι, μοναχοί ή και απλοί λαϊκοί διαφύλαξαν ανόθευτη την αποστολική παράδοση, αποτελώντας το λεγόμενο «ορθόδοξο λείμμα». Το λείμμα αυτό δεν αυτοανακηρύχθηκε Εκκλησία ούτε συγκρότησε παράλληλες εκκλησιαστικές δομές, αλλά έμεινε εντός της Εκκλησίας, έστω και περιθωριοποιημένο, αναμένοντας τη θεραπεία διά της Συνόδου. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν δημιούργησαν την αλήθεια, αλλά επικύρωσαν και σφράγισαν συνοδικά εκείνο που ήδη ζούσε η Εκκλησία διά των αγίων και ομολογητών της.

Ιδιαιτέρως αποκαλυπτική είναι η στάση των Αγίων σε περιόδους γενικευμένης εκτροπής του κλήρου. Ο Άγιος Αθανάσιος, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιστάθηκαν σθεναρά στην αίρεση, χωρίς όμως να καταργήσουν την εκκλησιαστική τάξη ή να αρνηθούν τη συνοδική προοπτική. Ουδέποτε ίδρυσαν μόνιμες «καθαρές εκκλησίες», ούτε θεώρησαν ότι η Εκκλησία ταυτίζεται με μια ομάδα «ορθώς φρονούντων». Η ομολογία τους ήταν σταυρός και μαρτύριο, όχι αφετηρία ανασχηματισμού της Εκκλησίας.

Η αποτείχιση, όπως θεσπίζεται από τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν την εκκλησιολογική λογική. Πρόκειται για έκτακτο και αμυντικό μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στην προφύλαξη της πίστεως όταν ποιμένες κηρύττουν φανερά αίρεση, πριν από τη συνοδική κρίση. Δεν αποτελεί σχίσμα, ούτε θεμελιώνει νέα εκκλησιαστική κανονικότητα. Η πατερική συνείδηση την αντιλαμβάνεται ως προσωρινή κατάσταση, με σαφή προσανατολισμό προς τη συνοδική αποκατάσταση.

Το κρίσιμο όριο υπερβαίνεται όταν η έκτακτη αυτή κατάσταση μετατρέπεται σε μόνιμο εκκλησιαστικό μοντέλο, όταν η ιδιωτική κρίση υποκαθιστά τη συνοδική ευθύνη και όταν η Εκκλησία ταυτίζεται με κλειστές ομάδες «εκκλησιαστικής καθαρότητας». Τότε η ομολογία κινδυνεύει να μεταβληθεί σε εκκλησιολογική εκτροπή, συγγενή προς πρεσβυτεριανές ή προτεσταντικές αντιλήψεις, ξένες προς το επισκοποκεντρικό και συνοδικό φρόνημα της Ορθοδοξίας.

Η συνοδικότητα, ακόμη και πληγωμένη, παραμένει αναντικατάστατο στοιχείο της Εκκλησίας. Μια Σύνοδος δεν καθίσταται αληθινή ή οικουμενική απλώς και μόνο επειδή συγκλήθηκε, αλλά επειδή έγινε δεκτή από το πλήρωμα της Εκκλησίας και συμφώνησε με την αποστολική και πατερική παράδοση. Η αποδοχή αυτή προϋποθέτει χρόνο, αγώνα, διάκριση και συχνά μαρτυρικό φρόνημα.

Συμπερασματικώς, σε καιρούς αιρέσεων η Εκκλησία δεν σώζεται ούτε με την άκριτη υποταγή στην πλάνη ούτε με την αυτάρκεια απομονωμένων ομάδων. Σώζεται διά της ομολογίας της πίστεως, της υπομονής, της ταπεινώσεως και της αμετακίνητης προσδοκίας της συνοδικής θεραπείας. Η συνοδικότητα δεν αναιρείται από την κρίση· είναι το μέσο με το οποίο, εν καιρώ, η Εκκλησία θεραπεύεται και φανερώνει εκ νέου την ενότητά της «ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἀγάπῃ».

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


Συμπληρωματικές απόψεις και σχόλια «σε διαδικτυακή συζήτηση με θέμα: «Οικουμενισμός – Αποτείχιση – Πάτριο Εορτολόγιο (παλαιό) – Γ.Ο.Χ.»

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Η δημοσίευση του άρθρου «Σχόλια και απόψεις στη διαδικτυακή συζήτηση με θέμα: “Οικουμενισμός – Αποτείχιση – Πάτριο Εορτολόγιο (παλαιό) – Γ.Ο.Χ.”» αποτέλεσε την αφορμή για μια νέα και εκτεταμένη συζήτηση, τόσο στο ιστολόγιο «Ψηφίδες Ορθόδοξης Ομολογίας», όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός απολύτως αναμενόμενο λόγω της σοβαρότητας και της πολυπλοκότητας του ζητήματος.

Επειδή στο αρχικό άρθρο διατυπώθηκαν γενικότερες θέσεις του γράφοντος, η συζήτηση επεκτάθηκε σε ειδικότερα θέματα, τα οποία τέθηκαν με επιμονή και απαιτούν διευκρίνιση. Για τον λόγο αυτό κρίνεται αναγκαία η παρούσα συμπληρωματική παρέμβαση, προς πληρέστερη ενημέρωση των ενδιαφερομένων.

Υπενθυμίζεται ότι πάγια θέση του γράφοντος είναι πως η ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1924 συνιστά πρωτίστως ποιμαντικό και αστρονομικό ζήτημα και όχι εκκλησιολογικό ή δογματικό, για λόγους που έχουν επανειλημμένως αναλυθεί. Ωστόσο, η ποιμαντική πρακτική που ακολουθήθηκε και συνεχίζει να εφαρμόζεται μέχρι σήμερα υπήρξε αδιάκριτη και απαράδεκτη, με αποτέλεσμα το ημερολογιακό θέμα να ταλαιπωρεί το εκκλησιαστικό σώμα για περισσότερο από έναν αιώνα.

Η κατάσταση αυτή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της σοβαρής δυσλειτουργίας του συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας, γεγονός που συνέβαλε στην όξυνση του ζηλωτικού διχασμού μεταξύ παλαιοημερολογιτών και νεοημερολογιτών, με όλες τις οδυνηρές συνέπειες που αυτός συνεπάγεται. Επίσης η ταύτιση ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ και ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ δημιουργεί ΣΟΒΑΡΟΤΑΤΟ πρόβλημα συνεννόησης.

Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένες χαρακτηριστικές απόψεις που διατυπώθηκαν στη συζήτηση, μαζί με τις αντίστοιχες απαντήσεις, ενώ στο τέλος επιχειρείται μια συνολική αποτίμηση της συζήτησης.


Άποψη πρώτη

Δεν είναι δυνατόν να διακόπτει κανείς την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Οικουμενισμό και τους φορείς του και ταυτόχρονα να αρνείται να ενωθεί με εκείνους που προηγήθηκαν χρονικά στην απόρριψη του Οικουμενισμού και στην εμμονή στην πάτρια ευσέβεια, δηλαδή με την επάνοδο στο παλαιό ημερολόγιο.

Απάντηση

Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μια αυθαίρετη ταύτιση ανόμοιων ζητημάτων και οδηγεί σε εσφαλμένα εκκλησιολογικά συμπεράσματα. Η απόρριψη του Οικουμενισμού αποτελεί πράξη δογματικής ομολογίας και στάση πίστεως, ενώ η επάνοδος στο παλαιό ημερολόγιο συνιστά συγκεκριμένη ιστορική και διοικητική επιλογή. Η μετατροπή της δεύτερης σε αναγκαίο και μοναδικό επακόλουθο της πρώτης δεν θεμελιώνεται ούτε στην πατερική παράδοση, ούτε στους ιερούς κανόνες, αλλά αποτελεί ιδεολογική κατασκευή εκ των υστέρων.

Επιπλέον, αποσιωπάται επιλεκτικά το καθοριστικό γεγονός ότι στον χώρο του παλαιού ημερολογίου ανήκουν και Τοπικές Εκκλησίες με έντονη οικουμενιστική δραστηριότητα, όπως η Ρωσία, η Σερβία, τα Ιεροσόλυμα, η Αντιόχεια, καθώς και το Άγιον Όρος. Ανακύπτει, λοιπόν, ένα εύλογο και σοβαρό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να πολεμάται ο Οικουμενισμός μέσω μιας ένωσης με φορείς του Οικουμενισμού, απλώς και μόνο επειδή ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο;

Η ημερολογιακή ταύτιση, όπως αποδεικνύεται εμπράκτως, δεν λειτουργεί ως κριτήριο εκκλησιολογικής διάκρισης, ούτε ως εγγύηση ορθόδοξης ομολογίας.


Άποψη δεύτερη

Ο νεοημερολογιτισμός αποτελεί το πρώτο πρακτικό βήμα του Οικουμενισμού. Είναι απαράδεκτη η αποδοχή λειτουργικής ανομοιομορφίας μέσω της ημερολογιακής διαφοροποίησης. Η επιβολή της ημερολογιακής καινοτομίας διέλυσε την εορτολογική ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για την ενότητα αυτή αγωνίστηκαν οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθορίζοντας το αιώνιο Πασχάλιο. Ο Μέγας Κωνσταντίνος σημειώνει ρητώς ότι η μη εορτολογική ενότητα είναι αναρμόδια για την Εκκλησία. Είναι άραγε ασήμαντο να εορτάζουμε μαζί το Πάσχα και χωριστά τα Χριστούγεννα, άλλοι να νηστεύουν και άλλοι να καταλύουν;

Απάντηση

Με τη θέση αυτή η ημερολογιακή μεταρρύθμιση των ετών 1923–1924 αξιολογείται με εκκλησιολογικά κριτήρια, ως δήθεν καταργούσα την ενότητα της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό, έμμεσα, αλλά σαφώς, αποδίδεται στο λεγόμενο Πανορθόδοξο Συνέδριο του 1923 πανορθόδοξο κύρος και οι αποφάσεις του χαρακτηρίζονται ως αιρετικές.

Ωστόσο, το Συνέδριο του 1923 στην Κωνσταντινούπολη δεν υπήρξε Πανορθόδοξο με την κανονική, εκκλησιολογική και ιστορική έννοια του όρου. Μια Πανορθόδοξη Σύνοδος προϋποθέτει τη σύγκληση ή, τουλάχιστον, τη σαφή συναίνεση όλων των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, την ισότιμη και κανονική εκπροσώπησή τους και την αποδοχή των αποφάσεών της από το σύνολο της Εκκλησίας. Τίποτε από αυτά δεν συνέβη το 1923.

Από το Συνέδριο απουσίαζαν τρία από τα τέσσερα αρχαία Πατριαρχεία της Ανατολής, ενώ δεν υπήρξε κανονική συμμετοχή της Ρωσικής Εκκλησίας, της πολυπληθέστερης τότε Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η παρουσία ελάχιστων ιεραρχών και λαϊκών, πολλοί εκ των οποίων δεν είχαν επίσημη εντολή εκπροσώπησης, αναιρεί κάθε ισχυρισμό πανορθόδοξου χαρακτήρα.

Σε αντίθεση με τις Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες συγκλήθηκαν για τη διαφύλαξη της σωτηριώδους πίστεως και αναγνωρίστηκαν από την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας ως καρπός του Αγίου Πνεύματος, το 1923 δεν υπήρξε καθολική σύναξη ούτε πανορθόδοξη αποδοχή. Το αντικείμενο δεν ήταν δογματική ανάγκη, αλλά αλλαγές στη λατρευτική τάξη, επιβληθείσες χωρίς την προηγούμενη συμφωνία της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία δεσμεύεται μόνο από εκείνο που επικυρώνεται από το Άγιο Πνεύμα στη ζωή της. Γι’ αυτό και οι Οικουμενικές Σύνοδοι έφεραν ειρήνη και ενότητα, ενώ οι αποφάσεις του 1923 προκάλεσαν αντίδραση, διχασμό και μια μακροχρόνια πληγή στο εκκλησιαστικό σώμα. Η παρατεταμένη μη αποδοχή τους αποτελεί από μόνη της μαρτυρία ότι δεν εκφράζουν το φρόνημα της Ορθοδοξίας.

Συνεπώς, η εξίσωση του Συνεδρίου του 1923 με τις αυθεντικές Πανορθόδοξες και Οικουμενικές Συνόδους δεν αποτελεί απλώς ιστορικό σφάλμα, αλλά σοβαρή εκκλησιολογική πλάνη. Εκεί, όπου απουσιάζει η καθολική σύναξη, η πανορθόδοξη αποδοχή και η πιστότητα στην Παράδοση, δεν υφίσταται Σύνοδος της Εκκλησίας, αλλά ανθρώπινη σύναξη χωρίς δεσμευτικό κύρος. Η Ορθοδοξία δεν πορεύεται με καινοτομίες και επιβολές, αλλά με τη συνοδική εμπειρία και τη διαχρονική μαρτυρία της αλήθειας.

Η Εγκύκλιος του 1920, ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΉΘΗΚΕ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ δεν συνιστά συνοδική δέσμευση, αλλά ένα κείμενο προτάσεων. Από τις ένδεκα προτάσεις της, η πρώτη –που αφορά στο ημερολόγιο– απέτυχε ως εργαλείο προώθησης του Οικουμενισμού, ακριβώς διότι οικουμενιστικότατες τοπικές Εκκλησίες εξακολουθούν να ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο. Το γεγονός αυτό καταρρίπτει την αντίληψη ότι το ημερολόγιο αποτελεί καθεαυτό μηχανισμό δογματικής αλλοίωσης.

Περαιτέρω, διατυπώνεται η άποψη ότι η αποδοχή λειτουργικής ή ημερολογιακής ανομοιομορφίας είναι απαράδεκτη, διότι η επιβολή της ημερολογιακής καινοτομίας διέσπασε την εορτολογική ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πράγματι, οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου αγωνίστηκαν για την ενότητα στον εορτασμό του Πάσχα, και ο Μέγας Κωνσταντίνος υπογράμμισε ότι η εορτολογική διάσπαση δεν αρμόζει στην Εκκλησία. Όμως τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: ισχύουν τα ίδια επιχειρήματα και για τους Ορθοδόξους του Νοτίου Ημισφαιρίου, όπου λόγω της διαφοράς ωρών και φυσικών συνθηκών υπάρχουν αναπόφευκτα διαφορετικές ημερομηνίες και χρονικές αποκλίσεις; Και όμως, ουδέποτε θεωρήθηκε ότι αυτό πλήττει την εκκλησιαστική ενότητα. Η νηστεία, εξάλλου, δεν αποτελεί από μόνη της κριτήριο ενότητας. Η Εκκλησία γνώριζε πάντοτε οικονομίες, εξαιρέσεις και διαφοροποιήσεις, χωρίς να διασπάται η κοινωνία. Το αληθινό κριτήριο της ενότητας είναι το «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ», το οποίο περιλαμβάνει το Ορθόδοξο Βάπτισμα και την Ορθόδοξη Πίστη. Εκεί εδράζεται η ενότητα της Εκκλησίας και όχι σε απόλυτες ημερολογιακές ταυτίσεις, οι οποίες ούτε συνοδικά θεσπίστηκαν, ούτε πατερικά απολυτοποιήθηκαν.

Άποψη τρίτη.

Όσο για το δήθεν διορθωμένο Ιουλιανό, αυτό κι αν είναι ξύλινη γλώσσα και ξαναζεσταμένο φαγητό εκ των σαθρών επιχειρημάτων του μασόνου Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου. Ελπίζω να έχετε μελετήσει τα κείμενα του Μελετίου Πηγά, του αγίου αυτού Πατριάρχου, και πώς θεωρεί και αντιμετωπίζει την ημερολογιακή καινοτομία του Πάπα. Είναι πλέον ή σαφές ότι την απορρίπτει συνολικώς και πλήρως και ομιλεί για το παγκόσμιο σκάνδαλο των δέκα ημερών, όπως και ο πολύς Ιερεμίας ο Τρανός.

Προσωπικώς κατανοώ ότι στην εποχή μας το ημερολογιακό φαντάζει μικρό λόγω της πλημμύρας του Οικουμενισμού. Όμως, όπως σημειώνει ο λόγιος μοναχός Παύλος ο Κύπριος (+) και συνασκητής του οσίου Ιωάννου του Ρουμάνου, η αποστροφή στον Οικουμενισμό πρέπει να είναι και επιστροφή στην προμεταξακική εκκλησιαστική κατάσταση.

Απάντηση.

Η απόρριψη της παπικής ημερολογιακής καινοτομίας κατά τον 16ο αιώνα αποτελεί αναμφισβήτητο ιστορικό και εκκλησιολογικό γεγονός, πλήρως τεκμηριωμένο από τις πηγές της εποχής. Ο Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός δεν αντιμετώπισαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο ως ουδέτερη αστρονομική διόρθωση, αλλά ως μονομερή, αντικανονική και βαθύτατα εκκλησιολογικά προβληματική ενέργεια της Ρώμης. Στα κείμενα του Μελετίου Πηγά η παπική «διόρθωση» χαρακτηρίζεται καθολικό σκάνδαλο, διότι συνιστά αυθαίρετη παρέμβαση στον εκκλησιαστικό χρόνο, χωρίς συνοδική συναίνεση, και συνεπώς πράξη που διαρρηγνύει την ενότητα της Εκκλησίας και παραβιάζει την πατερική και συνοδική Παράδοση. Ο Ιερεμίας Β΄ κινείται στο ίδιο ακριβώς πνεύμα, τονίζοντας ότι η Ανατολή δεν απορρίπτει απλώς μια τεχνική ή επιστημονική πρόταση, αλλά την παπική αξίωση εξουσίας επί του εκκλησιαστικού χρόνου, η οποία αλλοιώνει όρο Οικουμενικής Συνόδου σχετικό με τον εορτασμό του Ορθοδόξου Πάσχα σε σχέση με το νομικό-ιουδαϊκό Πάσχα.

 

Η απόρριψη αυτή είναι καθολική ως προς το Γρηγοριανό ημερολόγιο και τη ρωμαϊκή προέλευσή του και εντάσσεται πλήρως στο γενικότερο πλαίσιο της αντιπαπικής εκκλησιολογίας της Ανατολής. Ωστόσο, από αυτή τη σαφή και αυστηρή στάση δεν προκύπτει η διατύπωση δογματικού κανόνα που να ταυτίζει το ημερολόγιο καθαυτό με την ορθόδοξη πίστη ούτε η θέσπιση ενός αμετάβλητου ημερολογιακού δόγματος «εἰς τοὺς αἰῶνας». Ούτε ο Μελέτιος Πηγάς, ούτε ο Ιερεμίας Β΄ προχώρησαν σε αναθεματισμό κάθε ενδεχόμενης μελλοντικής ημερολογιακής μεταβολής υπό άλλες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις, ούτε επικαλέστηκαν Οικουμενική Σύνοδο για να κατοχυρώσουν ένα τέτοιο απόλυτο σχήμα. Το επιχείρημά τους είναι σαφώς εκκλησιολογικό: καμία αλλαγή σε ζήτημα που επηρεάζει την ενότητα της Εκκλησίας και τον λειτουργικό της χρόνο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μονομερώς, εκτός Παράδοσης και χωρίς καθολική, γνήσια συνοδική συναίνεση.

 

Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να αξιολογηθεί και η εισαγωγή του λεγόμενου «διορθωμένου Ιουλιανού» ημερολογίου τον 20ό αιώνα. Παρά την ονομασία του, πρόκειται πράγματι για νέα αστρονομική κατασκευή και όχι για απλή συνέχιση ή διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, γεγονός που ουσιαστικά αναγνωρίστηκε και από το Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινουπόλεως το 1923. Η υιοθέτησή του το 1924 υπήρξε αντικανονική, ποιμαντικά βίαιη και ιστορικά συνδεδεμένη με μια ευρύτερη εκκλησιολογική μετατόπιση, η οποία αργότερα θα εκφραστεί και θεσμικά μέσω του Οικουμενισμού. Όλα αυτά συνιστούν σοβαρή κανονική εκτροπή και ποιμαντικό σκάνδαλο, με πραγματικές συνέπειες για την εκκλησιαστική ενότητα και το εκκλησιαστικό φρόνημα.

 

Ωστόσο, κατά την ορθόδοξη πατερική παράδοση, η Εκκλησία διακρίνει σαφώς μεταξύ κανονικής παραβάσεως, ποιμαντικού σκανδάλου και αιρέσεως. Η αίρεση ορίζεται συνοδικά, όταν αλλοιώνεται το δόγμα της πίστεως, δηλαδή η ορθόδοξη διδασκαλία περί Θεού, Εκκλησίας και σωτηρίας. Το ημερολόγιο, όσο σοβαρό κι αν είναι ως σύμπτωμα εκκλησιολογικής παρεκκλίσεως και ως ένδειξη ευρύτερης νοοτροπίας, δεν ταυτίζεται αυτομάτως με δόγμα, ούτε μετατρέπεται από μόνο του σε κριτήριο σωτηρίας. Η θεολογική κρίση οφείλει να παραμένει νηφάλια, πατερική και συνοδική, αποφεύγοντας τόσο τη σχετικοποίηση της Παράδοσης, όσο και τη μετατροπή κανονικών ζητημάτων σε απόλυτα δογματικά όρια εκτός του τρόπου με τον οποίο τα όρισε η ίδια η Εκκλησία.

Άποψη τέταρτη.

Το ημερολόγιο αποτελεί δόγμα της εκκλησίας και η εκκλησιαστική μεταρρύθμιση έχει δογματικές διαστάσεις, επειδή διασπά την ενότητα της Εκκλησίας.

Απάντηση.

Το ημερολόγιο, ως σύστημα οργανώσεως του λειτουργικού χρόνου, δεν αποτελεί φορέα αποκαλυπτικής αληθείας. Δεν εισάγει νέο δόγμα, δεν αλλοιώνει υφιστάμενο όρο πίστεως και δεν επηρεάζει τη χριστολογική ή τριαδολογική ομολογία της Εκκλησίας. Ο λειτουργικός χρόνος νοηματοδοτείται θεολογικώς μέσω των εορτών και της ευχαριστιακής ζωής, όχι μέσω της αστρονομικής ακριβείας ή της επιλογής συγκεκριμένου ημερολογιακού συστήματος.

Η δογματοποίηση του ημερολογιακού ζητήματος οδηγεί σε εκκλησιολογία «καθαρότητας», όπου η Εκκλησία ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη εξωτερική επιλογή. Μια τέτοια προσέγγιση υπονομεύει την καθολικότητα της Εκκλησίας και αλλοιώνει τη συνοδική της αυτοσυνειδησία. Η Εκκλησία δεν συγκροτείται ως σώμα βάσει λειτουργικών δεικτών, αλλά ως κοινωνία πίστεως και μυστηριακής ζωής.

Η άποψη ότι  η αλλαγή του ημερολογίου αυτή καθ’ εαυτήν προσβάλλει το δόγμα της ενότητας, δεν  λαμβάνει υπόψη ότι: η Εκκλησία ιστορικά γνώρισε διαφοροποιήσεις στη λατρευτική πράξη χωρίς να διαρραγεί η δογματική ενότητα. Επίσης, η ενότητα της Εκκλησίας δεν ταυτίζεται με απόλυτη ομοιομορφία τυπικών πρακτικών.

Η εκκλησιολογική ενότητα θεμελιώνεται πρωτίστως στην ευχαριστιακή κοινωνία και την ορθόδοξη πίστη, όχι αποκλειστικά στην ταύτιση ημερολογιακών πρακτικών.

Εξάλλου στο σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε πίστη  ΕΙΣ ΜΙΑΝ  ΑΓΙΑΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗΝ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ.

Εξάλλου μια ματιά στους χώρους των ΓΟΧ θα διαπιστώσουμε τον πολυκερματισμό, τις αλληλοκαθαιρέσεις και τους αναθεματισμούς. Για ποια ενότητα επομένως μιλάμε;;

Άποψη πέμπτη.

Ο Νεοημερολογιτισμός είναι καταδικασμένος από Συνόδους του 16 ου αιώνος.(1583 και 1593)

" Ὅποιος δέν ἀκολουθᾶ τά ἔθιμα τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἐθέσπισαν, καί τό Ἅγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν, καί θέλει νά ἀκολουθᾶ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί νέον Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καί τῆς τῶν Πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.

Ἐσεῖς δέ οἱ εὐσεβεῖς καί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μένετε ἐν οἷς ἐμάθετε, ἐγεννήθητε καί ἀνετράφητε καί ὅταν τό καλέσῃ ὁ καιρός καί ἡ χρεία, καί αὐτό τό αἷμα σας νά χύνετε, διά νά φυλάξετε τήν πατροπαράδοτον πίστιν καί ὁμολογίαν σας καί νά φυλάγεσθε ἀπό τῶν τοιούτων, καί προσέχετε, ἵνα καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός σᾶς βοηθᾶ, ἅμα καί ἡ εὐχή τῆς ἡμῶν μετριότητος εἴη μετά πάντων ὑμῶν. Ἀμήν."

1583 Ἰνδικτίων ιβ΄, Νοεμβρίου κ' "

 

 

2η Ἀπόφασις τοῦ 1593, ἡ ὁποία ὑπογράφεται ἀπό τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Ἱερεμίαν, Ἀλεξανδρείας, Μελέτιον Πηγᾶν, Ἀντιοχείας, Ἰωακείμ καί Ἱεροσολύμων, Σωφρόνιον καί τήν περί αὐτούς Ἱεράν Σύνοδον τῶν Ἀρχιερέων:

"Ἀπαρασάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς πατρᾶσιν διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου καί σωτηρίου Πάσχα. Ἔχει δέ οὕτως:

Ἅπαντας τούς τολμῶντας παραλύειν τούς ὅρους τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς πρώτης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης ἐπί παρουσίᾳ τοῦ εὐσεβοῦς καί Θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου περί τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ Σωτηρίου Πάσχα, ἀκοινωνήτους καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένειν φιλονικώτερον, ἐνιστάμενοι πρός τά καλῶς δεδιδαγμένα. Καί ταῦτα ἡγήσθω περί τῶν λαϊκῶν.

Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς Ἐκκλησίας Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, μετά τόν ὅρον τοῦτον, τολμήσειεν ἐπί διαστροφῇ τῶν λαῶν καί ταραχῇ τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν, καί μετά τῶν Λατίνων καί Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τό Πάσχα, τοῦτον ἡ ἁγία Σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκανε τῆς Ἐκκλησίας. Δεῖ δέ στοιχεῖν τῷ τῶν Πατέρων κανόνι, μέχρι καί σήμερον Θεοῦ χάριτι, ὅ, καθ’ ὅ δεῖ καί τά λοιπά ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία διαφυλάττει.

Ἐν ἔτει σωτηρίῳ, Ζρα΄: αφηγ,΄ Φεβρουαρίου ιβ΄ 1593."

 

 

Απάντηση.

Η επίκληση δήθεν «πανορθόδοξων» αναθεμάτων του 16ου αιώνα για να θεμελιωθεί η άποψη ότι το ημερολόγιο αποτελεί αμετάβλητο δογματικό κριτήριο δεν αντέχει ούτε ιστορικά, ούτε θεολογικά. Τα κείμενα που κυκλοφορούν στον παλαιοημερολογιτικό χώρο και αποδίδονται σε Σύνοδο του 1583 αποδεικνύονται αναξιόπιστα, διότι το βασικό εξ αυτών, στο οποίο στηρίζονται και τα υπόλοιπα, είναι πλαστό. Η πλαστότητα του λεγόμενου «Σιγγιλίου του 1583» έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά και εκκλησιαστικά, μεταξύ άλλων, στη μελέτη του ΓΟΧ επισκόπου Κυπριανού, όπου αποδεικνύεται ότι στο κείμενο έχει προστεθεί μεταγενέστερα η κρίσιμη φράση «ή καλενδάριον του καινοτομηθέντος μηνολογίου», η οποία δεν ανήκει στο αυθεντικό σώμα του κειμένου.

Η προσθήκη αυτή δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά αλλοίωση ουσίας. Μετατρέπει μια συγκεκριμένη πατριαρχική καταδίκη του παπικού Πασχαλίου σε υποτιθέμενο αιώνιο ανάθεμα κατά κάθε ημερολογιακής μεταβολής. Πρόκειται για θεολογικά αυθαίρετη γενίκευση, ξένη προς το πνεύμα της Παράδοσης και αντίθετη προς την πατερική μεθοδολογία, η οποία είναι πάντοτε συγκεκριμένη, ιστορικά προσδιορισμένη και εκκλησιολογικά ακριβής.

Επιπλέον, η επίκληση του 1593 ή του 1583 ως δήθεν προληπτικής καταδίκης της ημερολογιακής μεταρρύθμισης του 1924 είναι ιστορικά άτοπη. Τον 16ο αιώνα δεν υφίστατο το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, ούτε τέθηκε ποτέ ζήτημα ενδεχόμενης ημερολογιακής αλλαγής υπό ορθόδοξες συνοδικές προϋποθέσεις. Οι πατριαρχικές αποφάσεις της εποχής στρέφονται αποκλειστικά κατά της παπικής μονομερούς επέμβασης στον εκκλησιαστικό χρόνο και κατά της αλλοίωσης όρου Οικουμενικής Συνόδου που αφορά τον εορτασμό του Πάσχα σε σχέση με το ιουδαϊκό Πάσχα. Δεν συνιστούν, ούτε διατυπώνουν, δογματικό κανόνα ημερολογιακής ακινησίας.

Κατά συνέπεια, άλλο πράγμα είναι η απολύτως θεμιτή και πατερικά τεκμηριωμένη απόρριψη του Γρηγοριανού ημερολογίου ως παπικής, αντικανονικής και εκκλησιολογικά απαράδεκτης καινοτομίας, και άλλο η απόδοση στην Εκκλησία μιας ανύπαρκτης δογματικής αποφάσεως περί «αιωνίου αναθέματος» για κάθε αλλαγή ημερολογίου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει διάκριση μεταξύ δόγματος και κανονικής τάξεως· καταδικάζει αιρέσεις, όταν θίγεται η πίστη, όχι όταν παραβιάζεται, έστω σοβαρά, η εκκλησιαστική ευταξία.

Η μετατροπή του ημερολογίου σε απόλυτο εκκλησιολογικό κριτήριο δεν αποτελεί συνέχεια της Παράδοσης, αλλά νεότερη ιδεολογική κατασκευή, η οποία συγχέει την κανονική ακρίβεια με τη δογματική αλήθεια και οδηγεί τελικά σε εκκλησιολογική απομόνωση. Η κριτική στο ημερολόγιο οφείλει να παραμένει αυστηρή, αλλά και θεολογικά διακριτική, αν θέλει να είναι πραγματικά ορθόδοξη.

https://www.imoph.org/pdfs/2011/06/22/20110622aSigglion1583/20110622aSigglion1583.pdf

ΕΠΙΣΗΣ, ΠΙΣΤΕΥΩ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΕ ΟΤΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΣΙΓΙΛΛΙΟΥ ΤΟΥ 1593  ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ  1924 ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΙΩΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΑ.ΤΟ 1593  ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ. ΕΠΙΣΗΣ, ΑΛΛΟ ΠΡΑΓΜΑ  ΕΙΝΑΙ «Η Εκκλησία το 1583 απέρριψε το Γρηγοριανό ημερολόγιο», και άλλο: «Η Εκκλησία εξέδωσε αιώνιο ανάθεμα για κάθε αλλαγή ημερολογίου».....

Άποψη έκτη

Η αποτείχιση των παλαιοημερολογιτών το 1924 ήταν βασισμένη στον ΙΕ ΚΑΝΟΝΑ της ΑΒ ΣΥΝΌΔΟΥ.

Απάντηση.

Η αποτείχιση, όπως νοείται στην ορθόδοξη κανονική και εκκλησιολογική παράδοση, δεν αποτελεί απλώς μία πράξη διαμαρτυρίας ή προσωπικής ευσεβείας, αλλά ένα κατ’ εξαίρεσιν εκκλησιαστικό μέτρο, αυστηρά προσδιορισμένο από τους Ιερούς Κανόνες. Ιδίως ο 15ος Κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου προβλέπει τη διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας μόνο στην περίπτωση κατά την οποία επίσκοπος κηρύσσει δημόσια, απροκαλύπτως και συστηματικώς αίρεση, δηλαδή δογματική πλάνη που αλλοιώνει το περιεχόμενο της πίστεως της Εκκλησίας. Η αποτείχιση, επομένως, δεν αποτελεί μηχανισμό πρόληψης υποτιθέμενων κινδύνων, ούτε εφαρμόζεται βάσει υποψιών, ιστορικών συνδέσεων ή εκτιμήσεων προθέσεων, αλλά προϋποθέτει σαφή και συγκεκριμένη δογματική εκτροπή.

Το ημερολογιακό ζήτημα, αν και συνδέεται άμεσα με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι επέφερε σοβαρές συνέπειες, δεν εντάσσεται στον πυρήνα των δογμάτων της πίστεως. Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο ανήκει στη σφαίρα της κανονικής και λειτουργικής τάξεως, η οποία, αν και δεν είναι θεολογικά αδιάφορη, διακρίνεται σαφώς από το δογματικό περιεχόμενο της πίστεως. Η Εκκλησία, καθ’ όλη την ιστορική της πορεία, γνώρισε ποικιλίες και διαφοροποιήσεις στη λατρευτική πράξη, χωρίς να διασπασθεί η δογματική της ενότητα.

Η ιστορική αντίδραση της Ορθόδοξης Ανατολής στο Γρηγοριανό ημερολόγιο ερμηνεύεται κυρίως μέσα στο πλαίσιο της απορρίψεως παπικών αξιώσεων πρωτείου και δικαιοδοσίας και καταστρατήγηση του Πασχαλίου κανόνα  και όχι ως απόρριψη ενός ημερολογιακού συστήματος καθ’ εαυτό. Η καχυποψία έναντι της ημερολογιακής μεταρρύθμισης της Δύσης ήταν θεολογικά εύλογη, δεδομένου ότι συνδεόταν με εκκλησιολογικές αξιώσεις ασύμβατες προς την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Ωστόσο, η ιστορική αυτή στάση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε συνοδική καταδίκη της ημερολογιακής αλλαγής ως αιρέσεως με τη στενή δογματική έννοια.

Η σύνδεση της ημερολογιακής μεταρρύθμισης του 1924 με οικουμενιστικές τάσεις και με επιδιώξεις προσεγγίσεως προς τη Δύση αποτελεί ιστορικό δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Παρά ταύτα, από εκκλησιολογικής απόψεως, οι προθέσεις ή οι στρατηγικές ορισμένων εκκλησιαστικών προσώπων δεν αρκούν για να θεμελιώσουν κατηγορία αιρέσεως. Η Εκκλησία κρίνει τη δογματική ορθότητα όχι βάσει των συνεπειών ή των συσχετισμών μιας πράξεως, αλλά βάσει του αν αυτή αλλοιώνει ρητώς το περιεχόμενο της πίστεως που ομολογείται συνοδικά και ευχαριστιακά.

Η αναγωγή του ημερολογιακού ζητήματος σε δογματική αίρεση οδηγεί σε σοβαρή εκκλησιολογική εκτροπή, διότι απολυτοποιεί ένα στοιχείο της εκκλησιαστικής πράξεως και το μετατρέπει σε κριτήριο εκκλησιαστικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ενότητα της Εκκλησίας παύει να θεμελιώνεται στην κοινή πίστη, στην αποστολική διαδοχή και στην ευχαριστιακή κοινωνία και αντικαθίσταται από την τήρηση ενός συγκεκριμένου λειτουργικού τύπου. Μια τέτοια προσέγγιση αλλοιώνει την ορθόδοξη εκκλησιολογία και προσεγγίζει μορφές εκκλησιολογικού τυπικισμού.

Η αποτείχιση αποκλειστικά για ημερολογιακούς λόγους οδηγεί, πρακτικά και θεολογικά, στη δημιουργία παράλληλων εκκλησιαστικών δομών και στη θεσμοποίηση του σχίσματος. Ενώ ο 15ος Κανόνας σκοπεύει στην αποτροπή της διασπάσεως και στη διαφύλαξη της ενότητας εν αληθεία, η εφαρμογή του σε μη δογματικό ζήτημα παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα, παγιώνοντας τη διαίρεση και δυσχεραίνοντας την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Συνεπώς, εκκλησιολογικά ορθή στάση απέναντι στο ημερολογιακό ζήτημα δεν είναι η αποτείχιση, αλλά η άσκηση θεολογικής κριτικής, η διαμαρτυρία εντός της Εκκλησίας, η προσήλωση στη συνοδικότητα και η αναζήτηση θεραπευτικών λύσεων που δεν διαρρηγνύουν το εκκλησιαστικό σώμα. Το ημερολογιακό αποτελεί αναμφίβολα ένα βαθύ εκκλησιολογικό τραύμα, το οποίο όμως δεν μπορεί να θεραπευθεί μέσω νέων σχισμάτων. Η αποκατάσταση της ενότητας δεν επιτυγχάνεται διά της απομονώσεως, αλλά διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας, της υπομονής και της πιστότητας στη συνοδική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

Συνολική αποτίμηση της συζήτησης

Η παρούσα συζήτηση ανέδειξε με σαφήνεια ότι το ημερολογιακό ζήτημα εξακολουθεί να λειτουργεί ως πεδίο έντονης θεολογικής και εκκλησιολογικής σύγχυσης, στην οποία συχνά συγχέονται ανόμοια επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής: το δογματικό, το κανονικό, το λειτουργικό και το ποιμαντικό. Η σύγχυση αυτή οδηγεί σε υπεραπλουστεύσεις και σε απόλυτες τοποθετήσεις, οι οποίες, αντί να θεραπεύουν το εκκλησιαστικό τραύμα, το βαθαίνουν.

Από τη μία πλευρά, καθίσταται σαφές ότι η ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1924 δεν υπήρξε θεολογικά ουδέτερη πράξη. Πραγματοποιήθηκε χωρίς πανορθόδοξη συμφωνία, χωρίς επαρκή ποιμαντική προετοιμασία και σε ένα ιστορικό πλαίσιο έντονων οικουμενιστικών ζυμώσεων, γεγονός που δικαιολογεί τις σοβαρές επιφυλάξεις και την κριτική που ασκήθηκε και εξακολουθεί να ασκείται. Το ημερολογιακό, ως στοιχείο της λειτουργικής και κανονικής τάξεως, συνδέεται άμεσα με την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιπόλαια ή τεχνοκρατικά.

Από την άλλη πλευρά, η αναγωγή του ημερολογιακού ζητήματος σε δογματικό κριτήριο εκκλησιαστικότητας και η θεμελίωση της αποτείχισης αποκλειστικά επ’ αυτού συνιστούν σοβαρή εκκλησιολογική εκτροπή. Η Εκκλησία δεν συγκροτείται, ούτε διασώζεται διά της απολυτοποιήσεως επιμέρους πρακτικών, αλλά διά της κοινής πίστεως, της αποστολικής διαδοχής και της ευχαριστιακής κοινωνίας. Η δογματοποίηση του ημερολογίου αλλοιώνει το περιεχόμενο της εκκλησιολογίας και οδηγεί σε έναν λειτουργικό ή τυπικό «εκκλησιαστισμό», ξένο προς το ορθόδοξο φρόνημα.

Είναι δυνατή η σύγκλιση θέσεων Παλαιοημερολογιτών και νέο-αποτειχισμένων για τη Σύνοδο της Κρήτης;

Η συζήτηση για το αν μπορούν να συγκλίνουν οι θέσεις παλαιοημερολογιτών και νέο-αποτειχισμένων σχετικά με τη Σύνοδο της Κρήτης χρειάζεται πρώτα να ξεχωρίσει δύο πράγματα: τη θεολογική κριτική των κειμένων και τον τρόπο με τον οποίο κάθε πλευρά κατανοεί τι είναι και πού βρίσκεται σήμερα η Εκκλησία. Στο επίπεδο της θεολογικής κριτικής υπάρχει πράγματι σημαντική συμφωνία. Και οι δύο πλευρές απορρίπτουν τις προβληματικές διατυπώσεις της Συνόδου για τις «ετερόδοξες Εκκλησίες», τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι διαχριστιανικοί διάλογοι και τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας σε οργανισμούς που αντιμετωπίζουν όλες τις ομολογίες ως εκκλησιολογικά ισότιμες. Με αυτή την έννοια, υπάρχει κοινή εκτίμηση ότι τα κείμενα της Συνόδου αποκλίνουν σοβαρά από την πατερική διδασκαλία και κοινή αναγνώριση ότι ο Οικουμενισμός αποτελεί εκκλησιολογική πλάνη.

Ωστόσο, η σύγκλιση αυτή εξαντλείται στο επίπεδο της κριτικής και δεν επεκτείνεται στον τρόπο κατανοήσεως της Εκκλησίας μετά τη συνοδική αυτή κρίση.

Η παλαιοημερολογίτικη θεώρηση, στη βασική της εκδοχή, αντιμετωπίζει τις αποφάσεις της Κρήτης ως επιβεβαίωση μιας ήδη συντελεσμένης αποστασίας και θεωρεί ότι οι νεοημερολογίτικες Εκκλησίες έχουν απωλέσει την εκκλησιαστική τους υπόσταση. Αντιθέτως, οι νέο-αποτειχισμένοι, ακόμη και όταν ασκούν δριμεία κριτική στη Σύνοδο, δεν αποκόπτουν την Εκκλησία από την ιστορική και κανονική της συνέχεια, αλλά αντιλαμβάνονται την κρίση ως εσωτερική πληγή που καλείται να θεραπευθεί συνοδικά. Η αποτείχιση, στη δική τους αυτοσυνειδησία, νοείται ως προσωρινό, προληπτικό και κανονικά ανεκτό μέτρο, όχι ως οριστική έξοδος από το εκκλησιαστικό σώμα.

Το σημείο αυτό αποτελεί τον πυρήνα της εκκλησιολογικής αποκλίσεως και καθιστά αδύνατη την πλήρη σύγκλιση. Η διαφορετική απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα «πού είναι η Εκκλησία σήμερα» δεν αφορά δευτερεύουσα κανονική λεπτομέρεια, αλλά αγγίζει την ίδια τη φύση της Εκκλησίας ως ιστορικού και ορατού Σώματος του Χριστού. Χωρίς κοινή εκκλησιολογική βάση, κάθε απόπειρα ενοποιήσεως υπερβαίνει τα όρια της θεολογικής συνέπειας και κινδυνεύει να καταλήξει είτε σε σχισματική αυτάρκεια, είτε σε επιφανειακή σύμπλευση χωρίς πραγματική ενότητα.

Κατά συνέπεια, μπορεί να γίνει λόγος για μερική και θεματική σύγκλιση σε επίπεδο αντι-οικουμενιστικού λόγου και θεολογικής αποδομήσεως των αποφάσεων της Κρήτης, όχι όμως για πλήρη εκκλησιολογική σύγκλιση ή κοινή εκκλησιαστική πράξη. Η αληθινή ενότητα προϋποθέτει όχι μόνο κοινή καταγγελία της πλάνης, αλλά και κοινό φρόνημα ως προς τη λειτουργία της Εκκλησίας, τη συνοδικότητα και την ιστορική της συνέχεια. Χωρίς αυτά, κάθε σύγκλιση παραμένει αναγκαστικά περιορισμένη και εύθραυστη.