Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑ Η ΔΥΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ 15ΟΥ ΚΑΝΟΝΑ;






ΕΡΩΤΗΣΗ. Διαβάστε τον Κανόνα με προσοχή και θα δείτε ότι δεν επιβάλλει κάποια υποχρέωση, αλλά απλώς δίνει ένα δικαίωμα. Πουθενά δεν λέει ότι οι Κληρικοί οφείλουν να απομακρύνονται από έναν τέτοιον Επίσκοπο πριν καταδικαστεί, ούτε μιλάει για κάποια τιμωρία ή έστω απλή επίπληξη γι' αυτούς που δεν απομακρύνονται. Κι αυτό παρόλο που στους ιερούς Κανόνες είναι σύνηθες να χρησιμοποιείται η φράση "να καθαιρείται", όταν πρόκειται για Κληρικούς που δεν εκπληρώνουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Αν όμως υποστηριχθεί ότι, επειδή δεν περιλαμβάνεται ποινή (επιτίμιο) στο δεύτερο μέρος του Κανόνα, αυτός είναι προαιρετικός, τότε αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει «μολυσμός» (πνευματική ακαθαρσία από την επικοινωνία με την αίρεση). Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, που δέχεται ότι αυτός ο μολυσμός υπάρχει.

Άλλωστε, ούτε ο 33ος Αποστολικός κανόνας, ούτε ο 9ος του Τιμοθέου, ούτε ο 5ος του Μεγάλου Βασιλείου περιέχουν ποινές για το ίδιο θέμα (δηλαδή για την επικοινωνία με αμετάκλητους/μη καταδικασμένους ακόμα αιρετικούς), κι όμως είναι υποχρεωτικοί. Επίσης, στην επιστολή του Μεγάλου Αθανασίου «προς Μονάζοντας», δεν περιέχεται ποινή, αλλά η απομάκρυνση θεωρείται υποχρεωτική («πρέπει να φεύγετε»), φράση που εκφράζει την κοινή γραμμή των Πατέρων της Εκκλησίας.

Παράλληλα, υπάρχουν ποινές για τους Ορθοδόξους που κοινωνούν με μη καταδικασμένους αιρετικούς, όπως ορίζει η κανονική αρχή «όποιος επικοινωνεί με κάποιον που είναι εκτός κοινωνίας, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας», αλλά και οι διακηρύξεις του Αγίου Σωφρονίου, Πατριάρχη Ιεροσολύμων: «Όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

ΕΡΩΤΗΣΗ. Το ότι αυτό είναι αλήθεια φαίνεται και από το γεγονός ότι, ενώ στη μακρά ιστορία της Εκκλησίας καθαιρέθηκαν αμέτρητοι Επίσκοποι λόγω αίρεσης, ποτέ δεν τιμωρήθηκε Κληρικός (ή έστω να του γίνει απλή επίπληξη) επειδή δεν βιάστηκε να αποσχιστεί αμέσως από τον αιρετικό Επίσκοπο, αλλά περίμενε την καταδίκη του από Σύνοδο. Αν ο κανόνας ήταν υποχρεωτικός, θα είχε ερμηνευτεί έτσι στην πράξη από την Εκκλησία και θα είχαμε πλήθος παραδειγμάτων τιμωρίας Κληρικών οι οποίοι, χωρίς να υιοθετούν τις ιδέες του αιρετικού Επισκόπου τους, συνέχιζαν να τον μνημονεύουν μέχρι τη συνοδική καταδίκη του. Τέτοιο παράδειγμα όμως δεν υπάρχει».

Η απάντηση: Από τη στιγμή που υπάρχει πνευματικός μολυσμός και προβλέπονται ποινές, ακόμα κι αν δεν είχε τιμωρηθεί ποτέ κανείς, αυτό θα οφειλόταν στη φιλανθρωπία και την ευσπλαχνία των Αγίων Πατέρων. Άλλωστε, ούτε όσοι προσήλθαν στην Ορθοδοξία από τον Παπισμό, από άλλες αιρέσεις ή ακόμα και από άλλες θρησκείες τιμωρήθηκαν, παρόλο που υπάρχει μολυσμός και ποινές.

Επιπλέον, υπήρξαν τιμωρίες:

  • Λαϊκοί και Κληρικοί: Σύμφωνα με την ερμηνεία του σπουδαίου κανονολόγου Ματθαίου Βλαστάρεως στον κανόνα της επιστολής προς «Ρουφινιανό», οι λαϊκοί που κοινώνησαν με τους Αρειανούς (είτε από εξαπάτηση είτε από βία — που σημαίνει ότι παρέμειναν Ορθόδοξοι στην πίστη), όταν επέστρεψαν με μετάνοια στους Ορθοδόξους, δέχθηκαν ποινές. Το ίδιο ίσχυε και για τους Ορθόδοξους κληρικούς που κοινώνησαν με τους Αρειανούς από βία ή για καλό σκοπό: ήταν κανονικά υπεύθυνοι και έπρεπε να τους επιβληθούν ποινές.
  • Μοναχοί: Ο Άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επέβαλε ποινή στους μοναχούς που συμπροσευχήθηκαν με μη καταδικασμένους αιρετικούς, παρόλο που είχαν σταματήσει αυτή την αμαρτωλή συνήθεια.
  • Κληρικοί: Ποινές για το ίδιο θέμα σε κληρικούς επέβαλλε και ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

(Και αν τιμωρήθηκαν ακόμα και οι λαϊκοί και μοναχοί, πόσο περισσότερο ισχύει αυτό για τους κληρικούς που συνεχίζουν να μνημονεύουν αιρετικούς;)

Το γεγονός ότι αυτές οι ποινές προηγούνται χρονικά από τη θέσπιση του 15ου Ιερού Κανόνα δεν μειώνει τη σημασία τους, διότι ο Κανόνας αυτός συντάχθηκε μεν τον 9ο αιώνα, εκφράζει όμως τη διαχρονική εμπειρία της Εκκλησίας. Άλλωστε, ο Άγιος Σωφρόνιος από τον 7ο αιώνα είχε ήδη διατυπώσει την ουσία των Κανόνων 13, 14 και 15, εκφράζοντας την Ιερά Παράδοση.

ΕΡΩΤΗΣΗ. «."Αν όμως κάποιοι απομακρυνθούν από έναν [επίσκοπο] όχι με πρόφαση κάποιο προσωπικό του παράπτωμα, αλλά λόγω αίρεσης που έχει καταδικαστεί από Σύνοδο ή από Αγίους Πατέρες, αυτοί είναι άξιοι τιμής και αποδοχής, ως Ορθόδοξοι". Πράγματι, εδώ ο Άγιος (Σωφρόνιος στις Εξαγγελίες του) επιτρέπει τη διακοπή της μνημόνευσης/απομάκρυνση (αποτείχιση) από τον αιρετικό επίσκοπο μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η αίρεση έχει ήδη καταδικαστεί από Σύνοδο ή από Αγίους Πατέρες. Με τη φράση αυτή, ο Άγιος δεν αποκλείει το ότι είναι αναγκαίο να υπάρξει ονομαστική συνοδική καταδίκη του αιρετικού επισκόπου· αν εννοούσε κάτι τέτοιο, θα το έλεγε ξεκάθαρα.

Ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένη αυτή η φράση του Αγίου μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τον προαιρετικό χαρακτήρα του 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας (ΑΒ') Συνόδου. Ο Άγιος λέει: "αν όμως κάποιοι απομακρυνθούν...", δηλαδή αν κάποιοι διακόψουν την επικοινωνία, αυτοί είναι "άξιοι τιμής και αποδοχής". Ο Άγιος δεν λέει "οφείλουν όλοι να απομακρυνθούν". Αν ο λόγος του είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα, δεν θα χρησιμοποιούσε τη διατύπωση "Αν κάποιοι..."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Το ότι «οφείλουν όλοι να απομακρυνθούν, να διακόψουν την επικοινωνία (αποτειχιστούν)», το λέει ο Όσιος Σωφρόνιος στο παραπάνω απόσπασμα, όταν γράφει: «πρέπει να φύγετε επειδή ο τόπος (δηλαδή η Εκκλησία) βεβηλώθηκε από αυτούς». Αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο για προαιρετική ερμηνεία. Και ο λόγος είναι ο εξής: «όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

Η συνοδική καταδίκη του αιρετικού γίνεται όταν συνεδριάσει η Σύνοδος για να τον δικάσει. Όμως ο ιερέας γίνεται πνευματικά μολυσμένος («βεβηλωμένος/μιαρός ιερέας») πριν ακόμα χάσει την ιεροσύνη του με την καθαίρεση, και για τον λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγεται η επικοινωνία μαζί του.

Σχετικά με τα σχίσματα και τον 15ο Κανόνα

Ποια είναι όμως αυτά τα σχίσματα και γιατί [ο Κανόνας] χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό; Τα σχίσματα αυτά αφορούν τους ψευδοεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους. Αυτοί διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας με τις αιρέσεις που αποδέχθηκαν και εισάγουν μέσα σε αυτήν. Όσοι είναι οι ψευδοεπίσκοποι, τόσα είναι και τα σχίσματα.

Δείτε πώς το ερμηνεύει ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:

«Αν όμως οι προαναφερθέντες εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι αιρετικοί και κηρύσσουν την αίρεσή τους δημόσια, και γι’ αυτόν τον λόγο απομακρύνονται από αυτούς όσοι υπάγονται σε αυτούς —ακόμη και πριν υπάρξει συνοδική απόφαση για την αίρεση αυτή— αυτοί που απομακρύνονται όχι μόνο δεν καταδικάζονται για την απομάκρυνση, αλλά είναι και άξιοι της πρέπουσας τιμής ως ορθόδοξοι. Διότι με αυτή την απομάκρυνση δεν προκάλεσαν σχίσμα στην Εκκλησία, αλλά αντίθετα την ελευθέρωσαν από το σχίσμα και την αίρεση αυτών των ψευδοεπισκόπων».

Αυτό το σχίσμα ανήκει και αφορά τον ψευδοεπίσκοπο· ο Όσιος Νικόδημος το συνδέει άμεσα με αυτόν. Αυτός είναι που διασπά την ενότητα της Εκκλησίας, και από αυτό ακριβώς το σχίσμα ελευθερώνουν την Εκκλησία όσοι διακόπτουν την επικοινωνία μαζί του πριν από τη συνοδική απόφαση.

ΕΡΩΤΗΣΗ. «Η βιασύνη για διακοπή μνημόνευσης (αποτείχιση) σήμερα βασίζεται στη λανθασμένη αντίληψη ότι ο Κανόνας έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Αν οι θεοφόροι Πατέρες, που συνέταξαν τον Κανόνα, ήθελαν να τον κάνουν υποχρεωτικό, θα ξεκινούσαν με τη λέξη "πρέπει", "οφείλουν" ή "είναι αναγκαίο" και θα προέβλεπαν ποινές αφορισμού ή αναθέματος σε περίπτωση που κάποιος δεν τον τηρούσε.

Έχουν λεχθεί πολλά γι' αυτό το ζήτημα. Θα προσθέσω το εξής: Αυτός ο Κανόνας, στο τμήμα που μας ενδιαφέρει, είναι σε πολλά σημεία παρμένος από το έργο "Περί εξαγγελιών" του Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων. Σε αυτό το έργο, ο Άγιος Σωφρόνιος, για λόγους διδακτικούς/παιδαγωγικούς, καταριέται όσους παραβαίνουν τις θείες εντολές. Όταν όμως φτάνει στο συγκεκριμένο απόσπασμα, δεν προβλέπει καμία ποινή (επιτίμιο). Απλώς εκτιμά —όπως ακριβώς και ο 15ος Κανόνας— ότι όποιος διακόψει την επικοινωνία με τον αιρετικό προϊστάμενό του, είναι άξιος να λάβει τιμή και αποδοχή (ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Ι., Ἀκοινωνησία καὶ Ἀποτείχισις σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Πατέρων, σ. 7.)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Η πραγματεία «Περί εξαγγελιών» του Οσίου Σωφρονίου αποτελεί ένα ενιαίο κείμενο. Για να βγουν σωστά συμπεράσματα, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα όσα περιέχονται σε αυτήν, σύμφωνα με την ερμηνευτική αρχή που λέει ότι εξετάζουμε το μέρος με βάση το όλο, και όχι το όλο με βάση το μέρος.

Ο αφορισμός, λοιπόν, υπάρχει στο εξής απόσπασμα: «όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

Το ότι αυτό αναφέρεται ακόμα και για μη καταδικασμένο («ακατάγνωστο») αιρετικό, αποδεικνύεται από ένα άλλο απόσπασμα του ίδιου του Αγίου: «γι’ αυτό πρέπει να φεύγεις, επειδή ο τόπος βεβηλώθηκε...». Εδώ περιέχεται η λέξη «φευκτέον» (δηλαδή «πρέπει να αποφεύγεται/να φεύγεις»), η οποία εκφράζει ακριβώς το «πρέπει», το «οφείλουν» ή το «είναι αναγκαίο» που ζητάει η άλλη πλευρά (η ένσταση).

Άρα, υπάρχει και ο αφορισμός και το «πρέπει». Κατά συνέπεια, το απόσπασμα των «Εξαγγελιών» —από το οποίο είναι παρμένος ο 15ος Ιερός Κανόνας— έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τη συνολική διδασκαλία του Οσίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων. Και κατ' επέκταση, υποχρεωτικό είναι και το αντίστοιχο μέρος του 15ου Κανόνα, προκειμένου να αποφευχθεί ο πνευματικός μολυσμός.

 


Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Η φύση της αποτείχισης και η ενότητα της Εκκλησίας


Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την μνημόνευση αυτού του αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί). Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου. Η αποτείχισις έχει την έννοια της παρεμβολής τείχους μεταξύ του Επισκόπου που έχει διακόψει την διαμνημόνευση του αιρετικού Πατριάρχου μ’ αυτόν τον Πατριάρχη που του διακόπηκε η διαμνημόνευση. Δηλαδή, δι’ αυτής της διακοπής κοινωνίας αυτοπροστατεύεται ο Επίσκοπος από το σχίσμα του Πατριάρχου ώστε να μη συμμετέχει και ο ίδιος.

Επαναλαμβάνουμε λοιπόν δεν αποκόπτεται της Εκκλησίας ούτε ο ίδιος ο Επίσκοπος, ούτε όσοι πιστοί τον ακολουθούν. Και ούτε οι αποτειχισθέντες γίνονται η Εκκλησία όπως λέγεται υπό της ενστάσεως, αποτελούν όμως το υγιές τμήμα της Εκκλησίας κατά τον Μ. Βασίλειο,.

Η αποτείχιση πατερικώς εξεταζομένη, κυρίως έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα, δια τούτο και είναι υποχρεωτική. Για να ισχύει ο άκρατος αυτός επισκοποκεντρισμός που υποστηρίζεται υπό της ενστάσεως, πρέπει να μην υπάρχει συμμολυσμός στον ορθόδοξο εκ της κοινωνίας του ακατακρίτου αιρετικού. Το «consensus Patrum» όμως λέγει, ότι υπάρχει αυτός ο συμμολυσμός. Άρα τα όσα λέγονται υπό της ενστάσεως έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την διδασκαλία της Εκκλησίας, (βλ. υποσ. 850).

Η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και ο Επισκοποκεντρισμός

Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και για το σχίσμα, το οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο κακό, όσο και η αίρεση: "Του εις αίρεσιν εμπεσεν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν" (Εις την Προς Εφεσίους Ομιλ. 11, 5, ΕΠΕ20, 712). Η γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά και στις ημέρες μας,... (όταν κάποιοι) φθάνουν μέχρι του σημείου να σκέπτονται διακοπή της κοινωνίας με τους οικουμενιστάς επισκόπους. Τότε τους επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος με την επίκληση και αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς, διότι η συνάφεια στην οποίαν διατύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν την θέση είναι τελείως διαφορετική. Ο ίδιος δε δεν δίστασε να διακόψει την κοινωνία με άλλους επισκόπους και να επαινέσει στα κείμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές του που στέλνει από την εξορία, όσους κληρικούς και λαϊκούς ηρνούντο να δεχθούν ως νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τους διώκτες και διαδόχους του. Η συνολική έρευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου προς τους διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη που συνήθως προβάλλεται με βάση σύσταση και συμβουλή του Χρυσοστόμου προς τους οργισμένους για την εξορία του κληρικούς και λαϊκούς να κάνουν υπακοή στον διάδοχό του και να τον αναγνωρίσουν, διότι δεν μπορεί η Εκκλησία να μείνει χωρίς επίσκοπο, να είναι "ανεπίσκοπος". Αντίθετα, από την διδασκαλία και την ζωή του προκύπτει ότι διακοπή της κοινωνίας προς τον επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σε περίπτωση που κηρύσσει αίρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία με τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο και προφανές, αλλά ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας, προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως και ζωής. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου για την πίστη και την ζωή είναι ενιαία, ο δε απόστολος Παύλος απέκοψε από την εκκλησιαστική κοινωνία τον αιμομίκτη της Κορίνθου για ηθικό παράπτωμα και όχι για αιρετική διδασκαλία. Αυτή την χρυσοστομική γραμμή ακολούθησε μετά από τέσσερις αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε την κοινωνία για το ηθικό θέμα της "μοιχοζευξίας", για το ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχή του πατριάρχου, ευλόγησε τον δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κων/νου ΣΤ’ (780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος».

Πατερικές μαρτυρίες και η στάση απέναντι στους παρανομοούντες.

Στη συνέχεια, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινεί τους επισκόπους που διέκοψαν κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία με τη διεφθαρμένη εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής του και τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν αυτή τη στάση, ακόμα κι αν οι περισσότεροι υποχώρησαν στις πιέσεις των ισχυρών. Θεωρεί ότι αυτή η αποχή είναι η μόνη ελπίδα για να διορθωθούν τα κακά, τονίζοντας πως η απομάκρυνση των υγιών πιστών από όσους πράττουν πονηρά έργα αποτελεί την αρχή για να περάσει η καταιγίδα, την ασφάλεια της Εκκλησίας και τη θεραπεία των κακών (Επιστολή 89, Θεοδοσίω επισκόπω Σκυθοπόλεως PG 52, 655). Δεν σταματά όμως μόνο στη δική τους απομάκρυνση, αλλά τους συμβουλεύει να παρακινήσουν και όλους τους πιστούς να πράξουν το ίδιο (Επιστολή 90, Μωϋσή επισκόπω PG 52, 655). Μάλιστα, θεωρεί ότι όσοι αγωνίζονται υπερασπιζόμενοι τους πατρικούς νόμους και τους θεσμούς της Εκκλησίας, δείχνοντας θάρρος με λόγια και έργα και πεθαίνοντας καθημερινά —άνδρες, γυναίκες και παιδιά— είναι δίκαιο να καταταγούν χιλιάδες φορές στη χορεία των Μαρτύρων (Προς σκανδαλισθέντας 18, ΕΠΕ 33, 608).

Για να μη μείνει όμως η Εκκλησία τελείως χωρίς καλούς επισκόπους, ο Χρυσόστομος συνιστά στους επισκόπους που τον ακολουθούσαν να παραμείνουν προσωρινά στις θέσεις τους, διατηρώντας μια τυπική επικοινωνία με όσους παρανομούσαν, ώστε να μην παραδοθεί εντελώς το σκάφος της Εκκλησίας σε ακατάλληλους ανθρώπους. Αυτό ήταν ένα μέτρο προσωρινής υπομονής και υποχωρητικότητας, όπως φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι την ίδια ακριβώς εποχή ο ίδιος αποκαλεί αυτούς τους παρανομοούντες επισκόπους «λύκους» και «μοιχούς», εκφράζοντας την πραγματική και αυστηρή γνώμη του. Την ίδια γραμμή ακολουθεί και στις οδηγίες προς τις διακόνισσες, προετοιμάζοντας το έδαφος για να απορριφθούν εντελώς αυτοί που θα τον διαδεχθούν. Για τον σκοπό αυτό θέτει δύο πολύ αυστηρούς όρους: να μην επιδιώξει ο ίδιος ο νέος επίσκοπος τη θέση αλλά να εκλεγεί παρά τη θέλησή του, και η εκλογή του να γίνει με τη συναίνεση ολόκληρου του πληρώματος της Εκκλησίας.

Αυτοί οι όροι όμως δεν τηρήθηκαν, καθώς οι διάδοχοί του, όπως ο Αρσάκιος και ο Αττικός, ανέλαβαν τη θέση αντικανονικά. Όταν ένας επίσκοπος παραβιάζει τους κανόνες και οι υπόλοιποι Πατέρες σταματούν να τον μνημονεύουν, ο επίσκοπος αυτός αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας. Βάζοντας τον εαυτό του πάνω από την Εκκλησία προκαλεί σχίσμα, το οποίο αποτελεί βαρύτατο αμάρτημα που, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, δεν ξεπλένεται ούτε με το αίμα του μαρτυρίου

Ανακεφαλαίωση και Ιστορικά Παραδείγματα Αγίων

Η απάντηση: Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη, ως ισχυρίζεται η ένσταση. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την διαμνημόνευση αυτού του αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί). Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου ως υποκριτάς κέρδους χάριν και κενοδοξίας τούτο εργαζομένους... Πάντας μεν ον τους τοιούτους δει αποστρέφεσθαι, κολλάσθαι δε τοις και την από των αποστόλων, καθώς προέφαμεν, διαδοχήν τηρούσι και συν τη πρεσβυτερική τάξει λόγον υγιή και αναστροφήν ακατάγνωστον παρεχομένοις εις μόρφωσιν και κατόρθωσιν των λοιπών»451. «Βαδίζοντες δε την απλανή και ζωηφόρον οδόν, οφθαλμόν μεν εκκόψωμεν σκανδαλίζοντα· μη τον αισθητόν, αλλά τον νοητόν· οίον εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν, χρή αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ’ αυτών εμβληθναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις την γέεναν του πυρός. Ομοίως και η χείρ ο διάκονος, εάν ανάξιόν τι πράττη, χωριζέσθω του θυσιαστηρίου»452. Και κλείνουμε την απάντηση αυτής της ενστάσεως με τα εξής: «Υποστήριξαν ότι η διακοπή μνημόνευσης των επισκόπων, δηλαδή η αποτείχιση, προκαλεί σχίσμα, σε θέτει εκτός Εκκλησίας, ωσάν να είναι τόσο αμαθείς και αθεολόγητοι, ώστε να μη σκεφθούν ότι τόσοι Άγιοι και σύγχρονοι Επίσκοποι και Γέροντες που διέκοψαν την μνημόνευση αιρετικών και αιρετιζόντων δεν ήσαν ασφαλώς σχισματικοί, ούτε βρέθηκαν εκτός Εκκλησίας. Ήσαν λοιπόν σχισματικοί ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όλοι οι επιφανείς Πατέρες που αγωνίσθηκαν εναντίον των αιρέσεων και δεν είχαν κοινωνία με τους αιρετικούς, ο Μ. Αθανάσιος, ο Μ. Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης και το σύνολο των ομολογητών Αγίων; Ήταν ποτέ δυνατόν μία αναγνωρισμένη και έγκυρη Σύνοδος, όπως η Πρωτοδευτέρα του Μ. Φωτίου που μνημονεύσαμε του 861, να συμβουλεύει (το ορθό είναι εντέλλεται σ.σ., βλ. σχετικώς στην οικεία ενότητα των διακοπή μνημοσύνου, δηλαδή αποτείχιση και να σε καθιστά σχισματικό και εκτός Εκκλησίας; Ήσαν λοιπόν σχισματικοί και εκτός Εκκλησίας οι τρεις επίσκοποι των καιρών μας που, μαζί τους όλο το Άγιον Όρος και ο Άγιος Παΐσιος επειδή διέκοψαν την μνημόνευση του ονόματος του πατριάρχη Αθηναγόρα;

 ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ


Η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων και η Ε' Οικουμενική Σύνοδος

Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων και η Ε' Οικουμενική Σύνοδος

1. Πώς Προκύπτει η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων

Σύμφωνα με το «consensus Patrum» και τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων, η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» προκύπτει ως ο πνευματικός μηχανισμός μέσω του οποίου μεταδίδεται ο μολυσμός της αίρεσης από ένα μέλος της Εκκλησίας σε άλλο. Η αρχή αυτή δεν αφορά την οντολογική απώλεια της ιερωσύνης, αλλά τη συμμετοχή στην ασέβεια, την κατάκριση και το σχίσμα του αιρετικού.

Οι βασικοί τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται και «λειτουργεί» αυτή η αρχή είναι οι εξής:

Α. Η Εκκλησιαστική Κοινωνία ως Μεταδότης.Ο μολυσμός λειτουργεί μεταδοτικά. Όπως το υγρό ρέει μεταξύ συγκοινωνούντων δοχείων, έτσι και η κακοδοξία μεταφέρεται από τον αιρετικό στον Ορθόδοξο που κοινωνεί μαζί του, και από αυτόν στον «τρίτο» που θα κοινωνήσει με τον ήδη μολυνθέντα.  Η κακοδοξία μεταδίδεται αναγκαίως μέσω της κοινωνίας, καθιστώντας τον Ορθόδοξο συμμέτοχο, έστω και αν ο ίδιος δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με την πλάνη.

Β. Η Μνημόνευση (Δίπτυχα). Η αναφορά του ονόματος ενός επισκόπου στην ιερή αναφορά θεωρείται πλήρης συμμετοχή στην πίστη εκείνου που μνημονεύεται.  Μέσω της μνημονεύσεως, ο Ορθόδοξος —ακόμη και αν παραμένει ορθόφρων στο εσωτερικό του φρόνημα— καθίσταται κοινωνός της ασεβείας του αιρετικού.

Γ. Η Θεία Μετάληψη.Η συμμετοχή στα μυστήρια που τελούνται από ακατάκριτους (μη καθηρημένους) αιρετικούς επιφέρει τον μολυσμό, διότι ο πιστός γίνεται «μέτοχος τς κακοδοξίας κα τς ατν γενώμεθα κατακρίσεως». Η κοινωνία αυτή χαρακτηρίζεται ως «πνευματική μοιχεία» και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό, προσοικειώνοντάς τον με τον διάβολο.

Δ. Συμπροσευχή και Συνεστίαση Οι Άγιοι Πατέρες (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, όσιος Σωφρόνιος κ.ά.) διδάσκουν ότι η αρχή αυτή επεκτείνεται και στη συμπροσευχή ή ακόμη και στην απλή φιλική συναναστροφή («βρώμα και πόμα») με αιρετικούς.  Βάσει της αρχής « κοινωνν κοινωνήτ κοινώνητος στω», όποιος κοινωνεί με πρόσωπο που βρίσκεται εκτός εκκλησιαστικής υγείας, καθίσταται και ο ίδιος ακοινώνητος για το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Ε. Θεολογική Θεμελίωση.Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι διοικητική αλλά πνευματική («εν Πνεύματι μία»). Όταν ο επίσκοπος κηρύσσει αίρεση, διασπά την ενότητά του με τον Χριστό και μετατρέπει τα μυστήρια σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν μαζί του εν γνώσει. Η αποδοχή αυτής της αρχής αποτελεί «αρχαον κα πάτριον θος» και κοινή ομολογία των Αγίων όλων των αιώνων.

Σύνοψη: Η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων προκύπτει από την οργανική ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, όπου η πνευματική κατάσταση της κεφαλής (επισκόπου) επηρεάζει αναπόφευκτα τα μέλη μέσω των λειτουργικών και μυστηριακών δεσμών.

2. Σχετικοί Ιεροί Κανόνες

Σύμφωνα με τις πηγές, υπάρχει ένα πλήθος ιερών Κανόνων που θεμελιώνουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη διακοπή της κοινωνίας με αιρετικούς και την αποφυγή του πνευματικού μολυσμού. Οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν απλώς διοικητικές διατάξεις, αλλά έχουν σωτηριολογικό σκοπό, αποσκοπώντας στη διαφύλαξη της ενότητας του πιστού με τον Χριστό.

Α. Βασικοί Κανόνες Διακοπής Κοινωνίας

  • 15ος Κανόνας της ΑΒ’ (Πρωτοδευτέρας) Συνόδου: Αποτελεί τον βασικό κανόνα που επιτρέπει και επαινεί τη διακοπή μνημοσύνου επισκόπου που κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή», πριν ακόμη καταδικαστεί από σύνοδο. Οι πηγές τονίζουν ότι ο κανόνας αυτός είναι υποχρεωτικός για την αποφυγή του μολυσμού.
  • 31ος Αποστολικός Κανόνας: Προβλέπει τη διακοπή κοινωνίας με επίσκοπο που σφάλλει σε θέματα «ευσεβείας και δικαιοσύνης».

Β. Η Αρχή «Ο κοινωνών ακοινωνήτω...»

Οι κανόνες αυτοί ορίζουν ότι όποιος έρχεται σε κοινωνία με πρόσωπα που έχουν τεθεί εκτός Εκκλησίας (ή κηρύττουν αίρεση), μολύνεται και καθίσταται ο ίδιος ακοινώνητος:

  • 10ος Αποστολικός Κανόνας: Διατάζει τον αφορισμό όποιου συμπροσευχηθεί με ακοινώνητο, έστω και σε σπίτι.
  • 2ος Κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας: Ορίζει ρητά: «ο ακοινωνήτοις κοινωνών ακοινώνητος έστω», αρχή που σύμφωνα με τους Πατέρες ισχύει και για τους ακατάκριτους αιρετικούς προς αποφυγή του συμμολυσμού.
  • 11ος Αποστολικός Κανόνας: Επιβάλλει την ποινή της καθαιρέσεως σε κληρικό που συμπροσεύχεται με καθηρημένο.

Γ. Κανόνες για τη Συμπροσευχή και τη Λειτουργική Παρουσία

  • 33ος Κανόνας της Λαοδικείας: Απαγορεύει ρητά τη συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς.
  • 9ος Κανόνας του Τιμοθέου Αλεξανδρείας: Διδάσκει ότι η παρουσία αιρετικών κατά τη θεία Λειτουργία προκαλεί πνευματική βλάβη στον κληρικό, γι' αυτό και ο διάκονος προσφωνεί «οι ακοινώνητοι περιπατήσατε».
  • 33ος Αποστολικός Κανόνας: Απαγορεύει την αποδοχή ξένων κληρικών στην κοινωνία, εάν αυτοί αποδειχθούν αιρετικοί μετά από ανάκριση.

Δ. Άλλες Σχετικές Διατάξεις

  • 11ος Κανόνας της Καρθαγένης: Αναφέρεται στην απομάκρυνση από επίσκοπο για λόγους πίστεως.
  • 5ος Κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου: Περιλαμβάνεται στους κανόνες που επιβάλλουν την αποχή από την κοινωνία των ετεροδόξων.
  • 1ος και 3ος Κανόνες της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου: Καθορίζουν την έκπτωση και ακοινωνησία όσων ακολουθούν τις κακοδοξίες του Νεστορίου ή του Κελεστίου.

Συμπέρασμα: Η διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας (consensus Patrum) ερμηνεύει αυτούς τους κανόνες ως ένα ενιαίο πνευματικό πλαίσιο που επιβάλλει τη διακοπή κοινωνίας με την αίρεση, προκειμένου να μην ενεργήσει η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» και μεταδοθεί ο μολυσμός στο υγιές σώμα των πιστών.

3. Εφαρμογή της Αρχής στην Ε' Οικουμενική Σύνοδο

Η εφαρμογή της «αρχής των συγκοινωνούντων δοχείων» στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο (553 μ.Χ.) αποτελεί, σύμφωνα με τις πηγές, το κεντρικό εκκλησιολογικό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο η αίρεση μεταδίδεται μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας, ακόμη και πριν από μια επίσημη καθαίρεση.

Η εφαρμογή αυτή εκδηλώθηκε με τους εξής τρόπους:

Α. Η Διαγραφή του Πάπα Βιγιλίου από τα Δίπτυχα

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων όταν αποδέχθηκε την πρόταση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού («Θείος Τύπος») να διαγραφεί το όνομα του Πάπα Βιγιλίου από τα ιερά δίπτυχα. Παρόλο που ο Πάπας δεν είχε ακόμη καθαιρεθεί επίσημα από τη Σύνοδο, η διαγραφή του κρίθηκε απαραίτητη διότι ο ίδιος είχε ταυτιστεί με την ασέβεια των «Τριών Κεφαλαίων».

Β. Ο Μολυσμός ως «Συμμετοχή στην Ασέβεια»

Το σκεπτικό της Συνόδου, όπως καταγράφεται στα πρακτικά, ήταν ότι η συνεχιζόμενη μνημόνευση και κοινωνία με τον Πάπα θα σήμαινε ότι και οι Ορθόδοξοι Πατέρες της Συνόδου «θα βρεθούμε να συμμετέχουμε στην ασέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου».

  • Η αρχή λειτούργησε ως πνευματικός μεταδότης: η κακοδοξία του ενός μέλους (του Πάπα) «έρρεε» προς τα υπόλοιπα μέλη μέσω της λειτουργικής αναφοράς του ονόματός του.
  • Διευκρινίζεται ότι αυτή η συμμετοχή στον μολυσμό δεν σήμαινε αυτόματη απώλεια της ιερωσύνης για τους Ορθοδόξους, αλλά τους καθιστούσε συνυπεύθυνους στην αλλοτρίωση από τον Θεό.

Γ. Η Μίανση της Καθαρότητας των Μυστηρίων

Μια από τις πιο καίριες εφαρμογές της αρχής στην Ε’ Οικουμενική ήταν η διακήρυξη ότι η κοινωνία με τον αιρετικό επίσκοπο «μιαίνει την καθαρότητα των μυστηρίων».

  • Σύμφωνα με τη Σύνοδο, ο μολυσμός αυτός δεν καθιστά τα μυστήρια ανυπόστατα (άκυρα), αλλά μεταβάλλει το αποτέλεσμά τους στον πιστό: αντί για άφεση αμαρτιών, η μετάληψη μετατρέπεται σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν «εν γνώσει» με την ασέβεια.
  • Η Σύνοδος δίδαξε ότι ο πιστός μπορεί να ελπίζει σε άφεση αμαρτιών μόνο όταν κοινωνεί από ιερείς που «λατρεύουν τον Θεό ορθοδόξως».

Δ. Η Διάκριση μεταξύ Προσώπου και Θρόνου

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων με μεγάλη ακρίβεια, διακρίνοντας το πρόσωπο του Βιγιλίου από τον θρόνο της Ρώμης. Ενώ διέκοψε την κοινωνία με τον Βιγίλιο για να αποφύγει τον συμμολυσμό, διατήρησε την ενότητα με την «αποστολική καθέδρα». Αυτό δείχνει ότι ο μολυσμός αφορά τη συγκεκριμένη πνευματική σχέση με τον ατομικό φορέα της αίρεσης και όχι την οντολογία της Εκκλησίας.

Ε. Η Καθολική Ισχύς της Αρχής

Η στάση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου απέδειξε πως η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων αποτελεί κοινή ομολογία και διαχρονική θέση της Εκκλησίας. Η διακοπή του μνημοσύνου ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου δεν θεωρήθηκε σχίσμα, αλλά «χρέος» και «σωτηριώδης ενέργεια» για τη διαφύλαξη της υγείας του εκκλησιαστικού σώματος

 πηγη.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ.


Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΤΡΙΤΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Αποτελεί αναμφίβολα καθαρό χάσιμο χρόνου η ενασχόληση με τα σοφιστικά παραληρήματα του Ι.Π. Επανέρχομαι αποκλειστικά και μόνο για να ξεσκεπάσω τις εσκεμμένες διαστρεβλώσεις, τις φτηνές σοφιστείες και την εγκληματική άγνοια, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τον εαυτό του.(σχετικό link. (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_18.html 

Α. Αν ο Ι.Π. και ο θίασος των παρεπιδημούντων σχολιαστών του έμπαιναν στον στοιχειώδη κόπο να ξεφυλλίσουν έστω και ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο Κανονικού Δικαίου –αντί να αυτοσχεδιάζουν θεολογικά – θα έρχονταν αντιμέτωποι με μια αμείλικτη εκκλησιολογική αλήθεια που ξεσκεπάζει την απόλυτη γύμνια τους.

Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες (15ο και 16ο της Α' Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και τον 6ο της Δ' Οικουμενικής Συνόδου), η λεγόμενη «απολελυμένη χειροτονία» (η χειροτονία κληρικού στα χαμένα, χωρίς διορισμό σε συγκεκριμένο ναό) καθώς και η αυθαίρετη, τυχοδιωκτική μετακίνηση από Μητρόπολη σε Μητρόπολη, απαγορεύονται ρητά, κατηγορηματικά και επί ποινή καθαιρέσεως. Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει «ιπτάμενους» ή «ελεύθερους σκοπευτές» ρασοφόρους.

Ένας κληρικός λογίζεται ως «εκκλησιαστικά μετέωρος» αποκλειστικά και μόνο σε δύο αυστηρά προσδιορισμένες περιπτώσεις, τις οποίες η κανονική τάξη αντιμετωπίζει ως θεσμικές εξαιρέσεις και όχι ως κανονικότητα:

  • Μετά τη λήψη απολυτηρίου γράμματος: Όταν τελεί υπό κανονική μετάθεση, ευρισκόμενος σε ένα αυστηρά ενδιάμεσο, μεταβατικό στάδιο από τη στιγμή που αποδεσμεύεται από τον Μητροπολίτη του μέχρι την επίσημη ενσωμάτωσή του από τον νέο. Σε αυτό και μόνο το σύντομο διάστημα, η οργανική του θέση αιωρείται θεσμικά.
  • Σε περίπτωση κανονικού επιτιμίου ή αργίας: Όταν έχει τεθεί σε κατάσταση προσωρινής παύσης της ιεροπραξίας (αργίας) ή τελεί υπό εκκλησιαστική ανάκριση, τελώντας σε μια ιδιότυπη «πνευματική απομόνωση» εν αναμονή της τελεσίδικης καταδικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης του Συνοδικού Δικαστηρίου.

Συνεπώς, το να συγχέει κανείς τον σαφή, αυστηρό και νομικά κατοχυρωμένο όρο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ» με το φαιδρό ιδεολόγημα και την αντικανονική εφεύρεση της «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΕΩΡΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ», δεν αποτελεί απλώς μνημείο έσχατης, ανεπίδεκτης μάθησης αμάθειας. Αποτελεί συνειδητό δόλο, πνευματική απάτη και εσκεμμένη παραπλάνηση των πιστών.

Η επιστράτευση ψευδεπίγραφων όρων για να δικαιολογηθούν κανονικές παρεκτροπές και προσωπικά αδιέξοδα δεν είναι θεολογία·. Ο νοών νοείτω και ο ασχημονών ας αναλάβει τις ευθύνες του.

Β. Ας αφήσει τις φτηνές υπεκφυγές  ο Ι.Π. Δεν ζητήσαμε από τον ίδιο, ως άτομο, να μας πει, αν ατομικά αναγνωρίζει τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς ως Άγιο — η προσωπική του γνώμη στερείται εκκλησιαστικής βαρύτητας. Το ερώτημα ήταν σαφέστατο, συγκεκριμένο και περιμένει ακόμα απάντηση: Τον αναγνωρίζει ως Άγιο η Σύνοδος ΓΟΧ του Καλλινίκου, στην οποία ο ίδιος ανήκει και την οποία ανήκει; (Για  άλλους Αγίους δεν ασχολούμαι, ΕΠΕΙΔΉ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ).

Γ.   Για  το θέμα της Μυστηριακής Χάριτος  διάβασα ότι  το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του, ο Χρυσόστομος Καβουρίδης υποστήριζε την πάγια θέση ότι η εισαγωγή του νέου ημερολογίου το 1924 ήταν μεν μια αντικανονική μονομερής ενέργεια (καινοτομία) που έθετε τους Νεοημερολογίτες υπό την κατηγορία των ιερών κανόνων, αλλά δεν στερούσε αυτόματα τα μυστήριά τους από τη Θεία Χάρη. Θεωρούσε ότι τα μυστήρια της Εκκλησίας της Ελλάδος παρέμεναν έγκυρα και είχαν ακόμα αγιαστική χάρη. Δίδασκε ότι η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας είχε καταστεί «δυνάμει» (εν δυνάμει) έκπτωτη της χάριτος λόγω της καινοτομίας, αλλά όχι ακόμη «ενεργεία» (στην πράξη). Για να στερηθούν οριστικά και «ενεργεία» τη Θεία Χάρη τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών, πίστευε ακράδαντα ότι απαιτούνταν απαραίτητα η σύγκληση μιας νόμιμης Πανορθόδοξης ή Οικουμενικής Συνόδου που θα τους δίκαζε και θα τους καταδίκαζε επίσημα. Μέχρι τότε, η διακοπή μνημοσύνου από την πλευρά των Παλαιοημερολογιτών γινόταν ως προφύλαξη (βάσει του 15ου κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι επειδή η άλλη πλευρά ήταν εντελώς εκτός Εκκλησίας.

Ωστόσο, το 1950, προς το τέλος της ζωής του και υπό την πίεση των εσωτερικών διασπάσεων της παράταξής του —κυρίως λόγω της αυστηρότερης στάσης των «Ματθαιικών» που θεωρούσαν εξαρχής τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών άκυρα— ο Χρυσόστομος Καβουρίδης εξέδωσε μια ιστορική εγκύκλιο στην οποία διαφοροποίησε τη στάση του. Στην εγκύκλιο αυτή διακήρυξε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος «στερείται της αγιαστικής χάριτος» και πρότεινε τη διενέργεια αναμύρωσης (επαναληπτικού χρίσματος με Άγιο Μύρο) για όσους πιστούς επέστρεφαν από το νέο στο παλαιό ημερολόγιο. Αυτή η μεταγενέστερη διακήρυξη προκάλεσε έντονες θεολογικές αντιδράσεις από την κρατούσα Εκκλησία, ενώ ακόμη και εντός των κόλπων των Παλαιοημερολογιτών αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο τριβής, καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν ότι έγινε για λόγους σκοπιμότητας προκειμένου να αναχαιτιστεί η διαρροή πιστών και άλλοι τη θεωρούν την τελική δογματική του θέση. Επίσης απότι διαβάζω η αναμύρωση εφαρμόζεται στην Σύνοδο Καλλινίκου.Αυτό σημαίνει ότι ΜΟΝΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ  ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ (ΟΧΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) δεν αρκεί.Αυτό γιατί το απωσιωπάτε;

Για περισσότερα  στα εξής κείμενα:

1,Το Διάγγελμα των Τριών Αρχιερέων ΓΟΧ 1935

(https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935.html)

2.Η Ομολογία-Αποκήρυξη των Αρχιερέων ΓΟΧ του 1935, ο 31ος Αποστολικός Κανόνας και ο 15ος Κανόνας της ΑΒ Συνόδου

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935-31-15.html)

 

1.      Η Εγκύκλιος του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (1950) και η Εγκύκλιος 1974/5-6-1994 της Αυξεντιανής Συνόδου των ΓΟΧ

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1950-19745-6-1994-1974.html)

Επίσης  μπορεί  να μας πεί ο Ι.Π τι σημαίνουν τα γραφόμενα  «Κατ΄ αρχάς δεν υπήρξε διακοπή κοινωνίας το 1924. Ο παλαιοημερολογίτες το 1924, με έλεγχο και με διαμαρτυρίες αντιμετώπισαν τους καινοτόμους. Ιερείς που δεν δέχθηκαν την αλλαγή, ανήκαν στην κρατούσα εκκλησία (δεν υπήρχαν τότε οι Γ.Ο.Χ. με σχηματισμό Συνόδου), λειτουργούσαν κρυφά με το παλαιό ημερολόγιο και γι αυτό τον λόγο διωκόντουσαν κλήρος και λαός.» Δηλαδή  οι παλαιοημερολογίτες ιερείς μνημόνευαν τους επισκόπους της κρατικής Εκκλησίας; Κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καταγεγραμμένη ιστορία των ΓΟΧ και τα γεγονότα της περιόδου. Μήπως θα έπρεπε να ξαναδείτε τις πηγές σας πιο προσεκτικά για να δούμε ποιος πρέπει να στρωθεί για διάβασμα;;

Δ. Αναφορικά με το ζήτημα της Ινδονησίας τα ίδια τα δημοσιευμένα κείμενα και άρθρα του Ι.Π  αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα, που τον εκθέτει ανεπανόρθωτα. Η αυτοδιάψευσή του είναι μνημειώδης· τα γραπτά μένουν και τον καταδικάζουν.

Του υπενθυμίζω ότι το διαδίκτυο δεν είναι πεδίο για να συκοφαντεί κανείς —εμμέσως πλην σαφώς— μια ολόκληρη ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ιεραποστολική Εκκλησία, όπως αυτή της Ινδονησίας. Το εκκλησιαστικώς πρέπον και κανονικό θα ήταν να απευθυνθεί αρμοδίως στους ίδιους τους υπευθύνους (στη Σύνοδο Καλλινίκου/GOI) για να λύσει τις απορίες του. Το έπραξε αυτό ο Ι.Π.; Αν ναι, ας μας το αποδείξει τώρα με επίσημα έγγραφα. Αν πάλι επιλέγει να «λύνει» τα εσωτερικά και  προβλήματα της παράταξής  του  μέσω διαδικτυακών ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ, ειλικρινά λυπάμαι για την  κατάντια.

Ε. Γράφτηκαν και τα εξής: «Επίσης τα της Εκκλησίας μας τα λύνουμε μόνοι μας κλήρος και λαός, δεν έχουμε καμία ανάγκη εξωεκκλησιαστικών προσώπων που δεν έχουν καμία σχέση μαζί μας»

Και τον ερωτώ με τη σειρά μου: Ποια ακριβώς είναι αυτή η «Εκκλησία» που εκπροσωπείτε κ.Ι.Π.; Μια Σύνοδο έχετε –όχι Εκκλησία– την οποία, δυστυχώς, με περίσσιο θράσος στην ομολογία πίστεώς σας, τολμάτε να ταυτίζετε με τη συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι απλώς πλάνη· είναι ξεκάθαρη βλασφημία.

 Όταν δημοσιεύετε  κείμενα σε ένα ανοιχτό, δημόσιο ιστολόγιο στο διαδίκτυο, απευθύνεσθε  μόνο στο στενό οπαδικό  σας  ακροατήριο ή στον ευρύτερο εκκλησιαστικό κόσμο; Γνωρίζετε ότι  από τη στιγμή που επιλέγει κάποιος να εκθέτει τις απόψεις του στη δημόσια σφαίρα, αυτές υπόκεινται αυτόματα σε  δημόσιο έλεγχο και  κριτική . Το να απαιτείτε  τώρα να μένουν στο απυρόβλητο τα γραφόμενά σας, επειδή προφανώς αδυνατείτε  να ψελλίσετε  το παραμικρό θεολογικό επιχείρημα για να στηρίξετε τις θέσεις του, δεν προδίδει απλώς πνευματική δειλία· προδίδει πανικό.

Καθίσταται πλέον φανερό  ότι η συζήτηση διολισθαίνει σε έναν ενορχηστρωμένο αντιπερισπασμό. Τόνισα εξάλλου —κατηγορηματικά και πέραν πάσης αμφιβολίας— στις προηγούμενες τοποθετήσεις μου ότι ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ της ημερολογιακής μεταρρύθμισης, αλλά αποκλειστικά και μόνο με το αμιγώς ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ που αυτή σχετίζεται.

Η  αναφορά του σε ιστορικά συμβάντα που ουδέποτε έθιξα, αποτελεί την ακράδαντη απόδειξη της πλήρους ένδειας των επιχειρημάτων του. Πρόκειται για μια φτηνή σοφιστική απόπειρα να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της συζήτησης, προκειμένου να προστατευτεί η προφανής αδυναμία του να απαντήσει ο Ι.Π.επί της ουσίας

π.Δ.Α

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Με αφορμή το νέο δημοσίευμα του ιστολογίου «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» υπό τον τίτλο «Οι αντιφάσεις μιας "οφειλομένης απαντήσεως"» (17 Ιουλίου 2026),

( https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_17.htmlκαθίσταται επιβεβλημένη μια δεύτερη απάντηση για την αποκατάσταση της αλήθειας.

Α. Πριν μπούμε στο θέμα, πρέπει να θυμίσουμε στον συντάκτη κ. Ι.Π. το αυτονόητο: το να υπερασπιζόμαστε δημόσια στο διαδίκτυο τις θεολογικές απόψεις που έχουμε δημοσιεύσει είναι  δικαίωμά μας. Δεν απαιτείται καμία «άδεια» ή «πρόσκληση», για να αντικρούσει κανείς την κριτική που δέχεται στο δημόσιο βήμα.

Β. Το κείμενο του κ. Ι.Π. αποτελεί μνημείο επικοινωνιακού εντυπωσιασμού και θρίαμβο του «φαίνεσθαι» έναντι του εκκλησιολογικού «είναι». Με περίτεχνη ρητορική μαεστρία, επιχειρεί να ικανοποιήσει ένα ακροατήριο διψασμένο για «εύκολες και γρήγορες νίκες», στερούμενο όμως παντελώς θεολογικού βάθους. Αφού πρώτα διολίσθησε σε προσωπικές επιθέσεις  κατά του γράφοντος, στη συνέχεια, με έναν λόγο που αγγίζει τα όρια του παραληρήματος, απέφυγε συστηματικά να απαντήσει στα καίρια δογματικά ερωτήματα. Διαστρεβλώνοντας τις θέσεις μας, σπεύδει τώρα να «κλείσει την πόρτα» του διαλόγου, προφανώς, για να αποφύγει την αναπόφευκτη και συντριπτική θεολογική αντιπαράθεση. Πρόκειται για την κλασική τακτική εκείνου που επιδιώκει να έχει τον τελευταίο λόγο «στα χαρτιά», αποφεύγοντας όμως να εκτεθεί σε έναν αληθή, ζωντανό διάλογο επί των Πηγών και των Ιερών Κανόνων.

Γ. Ο κ. Ι.Π. αποκρύπτει τεχνηέντως τις χαοτικές εκκλησιολογικές διαφορές μεταξύ του αντι-οικουμενιστικού αγώνα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς (στον οποίο βασίζεται  η στάση του αγωνιστού Ιεράρχου Αρτεμίου) και της ιδιότυπης παλαιοημερολογιτικής διασπάσεως του 1924. Αντ' αυτού, προτιμά να αναλώνεται σε γραφειοκρατικές λεπτομέρειες και προσωπικές αιχμές.

Δ. Τα Αναπάντητα Δογματικά Ερωτήματα

Ο κ. Ι.Π. απέτυχε παταγωδώς να αγγίξει τα συντριπτικά δογματικά και ιστορικά επιχειρήματα που θέσαμε (Σημεία Α, Β, Γ, Δ, Ζ της πρώτης ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ). Συγκεκριμένα, άφησε στο απόλυτο θεολογικό σκοτάδι τα εξής:

  • Γιατί οι Γ.Ο.Χ. αρνούνται να αναγνωρίσουν την αγιότητα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς;
  • Πώς εξισώνεται η διακοπή κοινωνίας του 1924 για ένα ημερολογιακό ζήτημα (το οποίο δεν μετέβαλλε το Πασχάλιο, άρα δεν συνιστούσε αίρεση) με την αποτείχιση του Αρτεμίου, η οποία έγινε αποκλειστικά για την παναίρεση του Οικουμενισμού;
  • Πώς συμβιβάζεται η ακραία θέση των Γ.Ο.Χ. ότι οι νεοημερολογίτες στερούνται παντελώς Μυστηριακής Χάριτος, με την ισορροπημένη εκκλησιολογία του Αρτεμίου που δεν προβαίνει σε τέτοιες αυθαίρετες δογματικές γενικεύσεις;
  • Πώς παρακάμπτεται το πρόβλημα της προβληματικής κανονικής προελεύσεως των χειροτονιών των Γ.Ο.Χ. (με τις συνεχείς κρίσεις, καθαιρέσεις και την αναζήτηση χειροτονιών από τη Ρωσική Διασπορά), τη στιγμή που η αρχιερατική χειροτονία του Αρτεμίου υπήρξε απολύτως αδιαμφισβήτητη και οικουμενικά αναγνωρισμένη;

Ε. Αντί να απαντήσει σε αυτά, ο κ. Ι.Π. μεταθέτει το θέμα στο προσωπικό επίπεδο, προσπαθώντας να πλήξει την αξιοπιστία του γράφοντος (π.Δ.Α.). Η αντικειμενική αλήθεια μιας εκκλησιολογικής θέσεως (ότι η Σύνοδος του Αρτεμίου αποτελεί την πλέον συνεπή δογματικά λύση) δεν εξαρτάται από την προσωπική στάση του εισηγητή της. Παραδείγματος χάριν, αν ένας ιατρός που καπνίζει προειδοποιήσει ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, η ιατρική αυτή αλήθεια παραμένει 100% έγκυρη, παρά την προσωπική του ασυνέπεια. Η αναφορά μας ότι «ο γράφων δεν ανήκει σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων για λόγους που δεν είναι του παρόντος» δεν παρέχει στον κ. Ι.Π. το δικαίωμα να ακυρώσει τη θεολογική ανάλυση. Αυτό αποτελεί φθηνή ρητορική υπεκφυγή. Και για να μην ανησυχεί ο Ι.Π ας γνωρίζει  ότι ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ.

ΣΤ. Το Ζήτημα της  Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας.

Σχετικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI), ο κ. Ι.Π. επιδεικνύει μια εξαιρετικά στεγνή, σχεδόν γραφειοκρατική και «νομικίστικη» αντίληψη περί της Εκκλησίας.

Θεωρεί ότι, επειδή η GOI αναγκάστηκε —υπό το βάρος των απηνών διωγμών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως— να αναζητήσει κανονική στέγη υπό το ωμοφόριο του Καλλινίκου για να επιβιώσει, αυτό την ταυτίζει αυτόματα με το «γοχικό πνεύμα», τη γοχική θεολογία και τη γοχική ιστορία.

Η εκκλησιολογική πραγματικότητα όμως τον διαψεύδει οικτρά. Η GOI δεν ξεκίνησε από καβγάδες για το ημερολόγιο στην Αθήνα. Δημιουργήθηκε από το μηδέν, χάρη στον τεράστιο αγώνα του πατέρα Δανιήλ Μπαμπάνγκ και των συνεργατών του, που βάπτισαν χιλιάδες πρώην μουσουλμάνους και προτεστάντες. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι η GOI είναι Ορθόδοξη, επειδή συνδέεται  με τους Γ.Ο.Χ. της Αθήνας(2023) , και όχι επειδή οι άνθρωποί της έχυσαν αίμα, ιδρώτα και δάκρυα για να χτίσουν αυτή την ολοζώντανη ιεραποστολή, δείχνει μια στενά τυπολατρική νοοτροπία που κολλάει μόνο στα χαρτιά και χάνει την ουσία.Και πρίν το 2023 ανήκε στους ROCOR

Ποτέ δεν είπαμε ότι η Ορθοδοξία αποδεικνύεται με νούμερα και στατιστικές. Αλλά το να συγκρίνει κάποιος  τους νηπιοβαπτισμούς  σε μια Εκκλησία που τη συντηρεί το κράτος, με τις συνειδητές βαπτίσεις ανθρώπων που αποφάσισαν να αλλάξουν πίστη στη μεγαλύτερη μουσουλμανική χώρα του κόσμου, είναι μια φτηνή πονηριά και σοφιστεία  του χειρότερου είδους.

Ζ. Το ερώτημα που επιστρέφεται: Εφόσον υιοθετείτε τη λογική της διαδικτυακής εκκλησιολογικής ανακρίσεως, μπορείτε να μας απαντήσετε ευθέως. Ανήκετε εσείς στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. υπό τον Καλλίνικο, η οποία αποδέχεται ως κανονικό τον (κατά τα λεγόμενά σας) «Οικουμενιστή» Επίσκοπο Νικοπόλεως Δανιήλ;

Η. Για να αντιληφθούν οι αναγνώστες τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον διάλογο ο κ. Ι.Π., αποκαλύπτουμε ότι αρνήθηκε κατηγορηματικά να δημοσιεύσει στο ιστολόγιό του τα παρακάτω άρθρα-απαντήσεις μας, καθώς αυτά κατέρριπταν πλήρως την επιχειρηματολογία του.

Παραθέτουμε τους συνδέσμους των αποκλεισθέντων άρθρων (ΟΧΙ ΣΧΟΛΙΩΝ) για την αποκατάσταση της αλήθειας

  1. Η Συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας στο FUKRI: Μια Απάντηση σε παραπλανητικό δημοσίευμα
  2. Η Στρατηγική Σημασία της Συμμετοχής σε Διαθρησκειακές Εκδηλώσεις για την Ορθόδοξη Ινδονησιακή Εκκλησία (G.O.I)

Η λογοκρισία και η διολίσθηση σε προσωπικές επιθέσεις αποτελούν την έσχατη ομολογία της θεολογικής  ένδειας. Ο διάλογος απαιτεί δογματικό θάρρος, το οποίο δυστυχώς απουσιάζει.

π.Δ.Α


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Οφειλόμενη απάντηση στο ιστολόγιο «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Στο ιστολόγιο «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Περί Γ.Ο.Χ., αποτειχίσεως και της “μοναδικής οδού”» (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_16.html), το οποίο σχολιάζει δικό μου κείμενο με τίτλο «Σχόλια σε δημοσίευση για ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ» — δημοσιευμένο στο Facebook, καθώς και στα ιστολόγια «ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ» 

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2026/07/blog-post_65.html)

και «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» (https://apotixisi.blogspot.com/2026/07/blog-post_15.html).

Επειδή ο αρθρογράφος (κ. Ι.Π.) επιχειρεί να αποδομήσει τις απόψεις μου με τρόπο που κρίνω παραπλανητικό, θεωρώ υποχρέωσή μου να απαντήσω, ώστε να μη δημιουργηθεί σύγχυση στους αναγνώστες.

Το κύριο πρόβλημα του κ. Παπαρήγα εστιάζεται στο γιατί προτείνω την ένταξη των αποτειχισμένων στη Σύνοδο του Επισκόπου Αρτεμίου και όχι στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. υπό τον Αρχιεπίσκοπο Καλλίνικο, επιστρατεύοντας για τον σκοπό αυτό ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΕΣ απόψεις του γράφοντα  περί της «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας», τις οποίες αποφεύγει να δημοσιεύσει.

Πριν αναπτύξω τις θέσεις μου, διευκρινίζω δύο πράγματα: Πρώτον, ο γράφων δεν ανήκει σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων, για λόγους που δεν είναι του παρόντος· Δεύτερον, ο κ. Παπαρήγας βιάστηκε να εξάγει συμπεράσματα, χωρίς να γνωρίζει ποιο ακριβώς είναι το μοντέλο ένταξης που προτείνω.

Ξεχνάει ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΑ ο κ.Ι.Π, ότι η Σύνοδος του μακαριστού επισκόπου  Αρτεμίου αποτελεί συνέχεια της διδασκαλίας του μεγάλου ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς  τον οποίον οι Γ.Ο.Χ. δεν αναγνωρίζουν ως Άγιο. Ξεχνά, επίσης, ο Ι.Π. ότι ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς αποδόμησε τα προσυνοδικά κείμενα της Συνόδου της Κρήτης ως αιρετικά και ο αντι-οικουμενιστικός του αγώνας είχε ως αποτέλεσμα να αποκλεισθεί στη Μονή Τσέλιε, ο ίδιος δε, αποτειχίστηκε από τους αιρετικούς επισκόπους της Σερβικής Εκκλησίας συμπεριλαμβανομένου και του Πατριάρχη Γερμανού.

Η Ομολογία Πίστεως των Γ.Ο.Χ. δεν έχει καμία σχέση με τη θεολογία της Συνόδου Αρτεμίου· η παρουσίασή τους ως ισοδύναμων εκκλησιολογικών λύσεων συνιστά θεολογικό σφάλμα. Οι βασικές διαφορές ΓΟΧ και Συνόδου Αρτεμίου είναι οι εξής:

Α. Η ιστορική ύπαρξη των Γ.Ο.Χ. στην Ελλάδα ξεκινά το 1924, με κύρια αιτία την αλλαγή του εκκλησιαστικού ημερολογίου (εισαγωγή του Διορθωμένου Ιουλιανού), την οποία θεωρούν πρωταρχική «καινοτομία» πίστεως. Αντιθέτως, η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν άλλαξε ποτέ το ημερολόγιό της· ακολουθεί το Ιουλιανό μέχρι σήμερα. Η ρήξη του Αρτεμίου με τη Σύνοδο του Βελιγραδίου δεν είχε λοιπόν καμία σχέση με το ημερολόγιο, αλλά βασίστηκε σε δογματικές διαφωνίες (συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, προσεγγίσεις με το Βατικανό) και σε ζητήματα εκκλησιαστικής διοίκησης.(Κοσσυφοπέδιο)

Β. Η πλειοψηφία των παλαιοημερολογητικών παρατάξεων θεωρεί ότι οι επίσημες (νεοημερολογίτικες) Εκκλησίες έχουν απωλέσει τη Θεία Χάρη και ότι τα μυστήριά τους είναι άκυρα ή ελλιπή. Ενδεικτική είναι η πορεία του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (Καβουρίδη), ηγετικής μορφής του κινήματος των Γ.Ο.Χ., που σημαδεύτηκε από έντονες μεταβολές και αναθεωρήσεις.

Ο Επίσκοπος Αρτέμιος, αντιθέτως, ξεκίνησε τον αγώνα του με την αυτοσυνειδησία του κανονικού Σέρβου Επισκόπου που διώκεται αναίτια. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ίδιος και οι μοναχοί του απέφυγαν να κηρύξουν τις επίσημες Ορθόδοξες Εκκλησίες «στερημένες Χάριτος». Και αν στη συνέχεια η στάση του σκληρύνθηκε, αυτό οφείλεται στους συνεχιζόμενους διωγμούς και την αλλοίωση της πίστης. Η  αρχική του προσέγγιση δεν ήταν η πλήρης απόρριψη του ορθοδόξου κόσμου, αλλά η κάθαρση της δικής του τοπικής Εκκλησίας.

Γ. Ο Επίσκοπος Αρτέμιος εφάρμοσε το πνεύμα του ΙΕ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας και του ΛΑ Αποστολικού. Η  ηγεσία του Πατριαρχείου Σερβίας, υποστήριξε, είχε διολισθήσει στην αίρεση του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού (συμμετοχή στο Π.Σ.Ε, συμπροσευχές με ετεροδόξους κ.λπ.). Σύμφωνα με το δεύτερο μέρος του ΙΕ Κανόνα, η διακοπή κοινωνίας ήταν επιβεβλημένη και «άξια επαίνου», καθώς έγινε για δογματικούς λόγους και όχι για προσωπικά κίνητρα. Συνεπώς, η δημιουργία νέας δομής δεν αποτελεί σχίσμα — το οποίο καταδικάζει ο ΛΑ Αποστολικός — αλλά συνέχεια της αυθεντικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που διαφυλάττει την πίστη.

Οι τρεις Αρχιερείς των Γ.Ο.Χ., στην αποκήρυξή τους, το 1935, δεν επικαλέστηκαν κανέναν συγκεκριμένο ιερό κανόνα, για να δικαιολογήσουν τη διακοπή κοινωνίας. Κι όμως, η Εκκλησία της Ελλάδος εισήγαγε το 1924 το Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο — το οποίο διατηρεί το παραδοσιακό Πασχάλιο — και όχι το Γρηγοριανό. Το Γρηγοριανό είχε καταδικαστεί τον 16ο αιώνα, επειδή άλλαζε τον υπολογισμό του Πάσχα· το Διορθωμένο Ιουλιανό διαφέρει, σαφώ,ς από αυτό (διαφορετικές ημερομηνίες εορτών των αγίων, απουσία παπικών εορτών κ.λπ.). (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935-31-15.html)

Για τους Γ.Ο.Χ. το ημερολογιακό ζήτημα αποτελεί πρωτεύον δογματικό ζήτημα και ορόσημο της πτώσης· για τη Σύνοδο Αρτεμίου είναι δευτερεύον μπροστά στον κίνδυνο του δογματικού συγκρητισμού και του Οικουμενισμού. (ο τρόπος με τον οποίο έγινε η ημερολογιακή μεταβολή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ).

Δ. Οι Γ.Ο.Χ. αντιμετώπισαν σοβαρές εσωτερικές κρίσεις ως προς την κανονικότητα των επισκοπικών τους χειροτονιών, αναζητώντας κατά περιόδους αναγνώριση ή χειροτονίες από εξωτερικές πηγές (όπως η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς). Ο Επίσκοπος Αρτέμιος, αντιθέτως, διέθετε αδιαμφισβήτητη, έγκυρη και κανονική χειροτονία από την επίσημη Σερβική Εκκλησία (χειροτονήθηκε το 1991)· όταν καθαιρέθηκε, προχώρησε στη χειροτονία δικών του «χωρεπισκόπων», με απόφαση κληρικολαϊκής συνέλευσης, για να εξασφαλίσει τη συνέχεια της κίνησής του.

Ζ. Οι Γ.Ο.Χ. λειτουργούν ως πλήρως παράλληλη και αυτόνομη εκκλησιαστική δομή, με ιεραρχία που αυτοπροσδιορίζεται ως η μόνη αληθινή Εκκλησία στην επικράτεια, όπως γράφεται στην ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΓΟΧ. Η Σύνοδος Αρτεμίου, αντιθέτως, αυτοπροσδιορίζεται από την αρχή ως «Επαρχία εν διωγμώ και εξορία»: αποτειχισμένο τμήμα εντός της ίδιας της Σερβικής Εκκλησίας, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, με στόχο την αντίσταση εκ των έσω στην αίρεση του Οικουμενισμού και με την ελπίδα ότι η επίσημη Σερβική Εκκλησία θα επιστρέψει κάποτε στην ορθή τροχιά.

Η Εκκλησία της Ινδονησίας: Ορθόδοξη — όχι «Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας»

Η αναφορά σε «Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας» είναι ανακριβής. Υπάρχει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI — Gereja Ortodoks Indonesia), η Ορθοδοξία της οποίας αποδεικνύεται από την πορεία και το έργο της, και όχι από την ένταξή της στη Σύνοδο του Αρχιεπισκόπου Καλλινίκου. Η ταύτισή της με το γοχικό σχήμα αποτελεί ιστορική και εκκλησιολογική ανακρίβεια.

Ο γράφων παρακολουθεί την πορεία της επί δύο δεκαετίες — δεν την «ανακάλυψε» πρόσφατα, όπως έκανε ο κ. Παπαρήγας, βρίσκοντας ευκαιρία να ξεκινήσει  αντιοικουμενιστικό αγώνα. Η αναγνώριση της Ορθοδοξίας της GOI δεν είναι ευκαιριακή ρητορική στρατηγική, αλλά καρπός μακροχρόνιας παρακολούθησης και γνώσης της εκκλησιαστικής πραγματικότητας της περιοχής.

Ο κ. Παπαρήγας, αντί να παρουσιάσει την πλήρη εικόνα, επιλέγει να αποσιωπήσει τα σχετικά μου άρθρα: δεν δημοσιεύει το πρωτογενές υλικό, δεν παραθέτει τις αναλύσεις που έχουν δημοσιευθεί επί σειρά ετών, δεν αναφέρει τη μακροχρόνια παρακολούθηση της GOI. Αρκείται σε συμπεράσματα που κατασκευάζει ερήμην του πραγματικού υλικού. Αυτό δεν είναι επιχειρηματολογία· είναι επιλεκτική παρουσίαση στην υπηρεσία προκαθορισμένης ατζέντας. Αντί να απαντήσει στα επιχειρήματά μου — τα οποία δεν συνάδουν με τη γοχική αφήγηση — προτιμά να τα αποσιωπήσει, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Έτσι, ο αναγνώστης μένει με την ψευδή εντύπωση ότι η αναγνώριση της GOI είναι κάτι πρόσφατο, ευκαιριακό και συνδεδεμένο με το γοχικό σχήμα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για Ορθόδοξη Εκκλησία με ανεξάρτητη πορεία, της οποίας η αναγνώριση προηγείται χρόνια της εμπλοκής του κ. Παπαρήγα.

Ας τεθεί, λοιπόν, ένα απλό και μετρήσιμο ερώτημα: πόσους Προτεστάντες και Μωαμεθανούς βάφτισαν Ορθοδόξους τα τελευταία είκοσι χρόνια οι Γ.Ο.Χ. Ελλάδος;

Όταν, λοιπόν, ο κ. Παπαρήγας συγκρίνει τα δύο σχήματα ως ισοδύναμα εκκλησιολογικά, αποσιωπά το θεμελιωδέστερο κριτήριο: το έργο της Εκκλησίας στον κόσμο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI) έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο δυναμικούς πυρήνες Ορθόδοξης ιεραποστολής στη Νοτιοανατολική Ασία, με χιλιάδες βαπτίσεις πρώην Προτεσταντών και Μουσουλμάνων. Ασκεί συστηματική, μαζική ιεραποστολή, επιδεικνύει εξωστρέφεια και η Ορθοδοξία της σφραγίζεται από το ζωντανό της έργο.

Η Ορθοδοξία δεν αποδεικνύεται με θεωρητικές κατηγορίες, εσωστρέφεια και αφηγήσεις δογματικού ελέγχου. Αποδεικνύεται με έργο, με ιεραποστολή και με τη ζωντανή μαρτυρία της Πίστεως στα έθνη. Η Εκκλησία της Ινδονησίας διαθέτει αυτό το έργο.

 

Επίλογος.

Η αντίφαση, τελικά, δεν βρίσκεται στη δική μου θέση· βρίσκεται στην προσπάθεια του κ. Παπαρήγα να εντάξει διαφορετικά, ασύμβατα εκκλησιολογικά και θεολογικά σχήματα σε μια ενιαία «αντιοικουμενιστική» παράταξη, αγνοώντας θεμελιώδεις δογματικές διαφορές και αποσιωπώντας οποιοδήποτε υλικό που δεν εξυπηρετεί την αφήγησή του.

π.Δ.Α.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Σχολια σε δημοσίευση για ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ

 

Στο link https://katakomviki-ecclesia.blogspot.com/2026/07/1000_0625701760.html δημοσιεύτηκε ένα μικρό άρθρο με τίτλο:  «Μόνοι τους παραδέχονται οτι είναι ψευδοαποτειχισμένοι. Περαιτέρω, καίτοι ακυρώνουν τα πιστεύω τους, καίτοι δικαιώνουν τους γοχ». Στις δημοσιευμένες στο άρθρο απόψεις του π.Θ.Ζ σημειώνουμε τα εξής:

Α. Από τη μία ο ο. π.Θ.Ζ λέει: «δεν θα κάνουμε δικούς μας επισκόπους», αλλά από την άλλη εύχεται «να βρεθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι που θα αποτειχιστούν» (ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΑΝΤΙΦΑΣΗ). Αν συνέβαινε το δεύτερο (να αποτειχιστούν εν ενεργεία επίσκοποι), κατά την οπτική των αποτειχισμένων, δεν θα επρόκειτο για «ίδρυση νέας εκκλησίας» (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.), αλλά για την «υγιή μερίδα» της ήδη υπάρχουσας ιεραρχίας που αντιδρά. Ωστόσο, στην πράξη, η διοικητική κατάληξη θα ήταν ακριβώς η ίδια: η δημιουργία μιας ξεχωριστής, μη κοινωνούσας συνόδου.

Β. Η περίπτωση του Αρτεμίου (πρώην Ράσκας και Πριζρένης).

Αφού ο π. Θεόδωρος και οι συν αυτώ ήθελαν επίσκοπο, που να ηγηθεί της αποτείχισης, γιατί δεν αναγνώρισαν τον καθαιρεθέντα από το Πατριαρχείο Σερβίας Μητροπολίτη Αρτέμιο, ο οποίος έπραξε ακριβώς αυτό; Ο π. Θεόδωρος και άλλοι θεολόγοι της αποτείχισης υποστηρίζουν ότι ο Αρτέμιος προχώρησε σε «αντικανονικές χειροτονίες» (χειροτόνησε "χωρεπισκόπους" χωρίς την έγκριση συνόδου), δημιουργώντας de facto δική του παράλληλη ιεραρχία (σχίσμα) στη Σερβία. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Η άρνηση να «σκύψουν το κεφάλι» στον Αρτέμιο αποδεικνύει το αδιέξοδο της θεωρίας τους. Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία, απομονώνονται και από εκείνους τους επισκόπους οι οποίοι έκαναν το βήμα, που οι ίδιοι ευαγγελίζονται. ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΙΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ; ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ή οι ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;

Γ. Πώς μπορεί να υφίσταται «Εκκλησία» χωρίς Επίσκοπο; Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία  ο Επίσκοπος είναι η κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας («όπου εμφανιστεί ο επίσκοπος, εκεί ας είναι και το πλήθος», Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος). Αν οι αποτειχισμένοι ιερείς  δεν έχουν δικό τους επίσκοπο, για να χειροτονεί νέους ιερείς, η κίνησή τους είναι καταδικασμένη να σβήσει βιολογικά με τον θάνατο των σημερινών ιερέων. Συνεπώς, η θέση τους «είμαστε μέσα στην Εκκλησία, αλλά δεν κοινωνούμε με τους επισκόπους της» φαντάζει εκκλησιολογικά μετέωρη.

Δ. Η ΆΠΟΨΗ  για το αν μια απλή διαμαρτυρία μπορεί να συγκινήσει ή να μεταστρέψει μια ιεραρχία που οι αποτειχισμένοι κατηγορούν για «οικουμενισμό, μασονία, σοδομισμό κ.λπ.» αγγίζει τα όρια του ρεαλισμού: Ιστορικά, καμία διοικούσα Εκκλησία δεν υποχώρησε ή δεν άλλαξε γραμμή, επειδή μια μικρή ομάδα ιερέων και λαϊκών σταμάτησε το μνημόσυνο. Αντίθετα, η επίσημη Εκκλησία συνήθως προχωρά σε καθαιρέσεις, περιθωριοποιώντας τους διαμαρτυρόμενους. Η αίρεση πρέπει να διαγνωστεί και να καταδικαστεί επίσημα από Σύνοδο.

Αν, κατά την οπτική των αποτειχισμένων, η ηγεσία της Εκκλησίας έχει εκπέσει τόσο βαθιά στην αίρεση και την ηθική απαξίωση, η ελπίδα ότι «θα μετανοήσουν, λόγω μιας διαμαρτυρίας», μοιάζει ουτοπική.

Η προσπάθεια του π. Θεοδώρου να ισορροπήσει στη μέση ("και αποτειχισμένοι, και χωρίς δικούς μας επισκόπους, και εντός της Εκκλησίας") στερείται πρακτικής βιωσιμότητας και ιστορικού προηγουμένου που να δικαιώνει την αποτελεσματικότητά της.

Ε. Μια αποτείχιση που παραμένει «μετέωρη» (χωρίς επίσκοπο) έχει ημερομηνία λήξης.

Από καθαρά πρακτική και δομική άποψη, η ένταξη στη Σύνοδο του Αρτεμίου (τη λεγόμενη «Διοίκηση εν Εξορία της Μητροπόλεως Ράσκας και Πριζρένης») θα ήταν η μόνη συνεπής διέξοδος για όποιον θέλει να παραμείνει αποτειχισμένος χωρίς να «επανέλθει» στο Πατριαρχείο, για τους εξής λόγους:

  1. Παρέχει επισκόπους για τη χειροτονία νέων ιερέων, εξασφαλίζοντας ότι τα μυστήρια θα συνεχιστούν και στις επόμενες γενιές.
  2. Τόσο οι Έλληνες αποτειχισμένοι όσο και οι Σέρβοι του Αρτεμίου ξεκίνησαν από την ίδια αφετηρία: την απόρριψη του Οικουμενισμού και των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης (2016).
  3. Δεν θα ήταν πλέον μεμονωμένες «νησίδες» ιερέων, αλλά μέλη μιας οργανωμένης εκκλησιαστικής δομής.

ΣΤ. Από την πλευρά των αποτειχισμένων  η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Το σχίσμα το προκαλούν οι αιρετικοί επίσκοποι. Σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες (όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ή ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης), όποιος κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή» (δημόσια και επίσημα) θέτει τον εαυτό του εκτός Εκκλησίας, ακόμη κι αν διατηρεί τον θρόνο του. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου  ρητά αναφέρει ότι όσοι διακόπτουν το μνημόσυνο επισκόπου που κηρύττει δημόσια αίρεση προ της συνοδικής διαγνώσεως:

«όχι μόνο δεν υποβάλλονται στην κανονική ποινή... αλλά είναι άξιοι της τιμής που ταιριάζει στους Ορθοδόξους, διότι δεν κατέκριναν επίσκοπο, αλλά ψευδοεπίσκοπο και ψευδοδιδάσκαλο, και δεν διέσπασαν την ενότητα της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά πρόλαβαν να λυτρώσουν την Εκκλησία από σχίσματα και διαιρέσεις».

Οι επίσκοποι που αποδέχονται τον Οικουμενισμό, συμπροσεύχονται με αιρετικούς ή υπέγραψαν τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης (2016) έχουν εκπέσει της πίστεως. Συνεπώς, αυτοί είναι που έκοψαν τον εαυτό τους από το Σώμα του Χριστού, άσχετα, αν κρατούν τα διοικητικά ηνία και τα κτίρια. Ο πιστός λαός και οι κληρικοί που αποτειχίζονται, απλώς, περιφρουρούν την Ορθοδοξία.

Ζ. Αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με όρους απόλυτης θεολογικής και πρακτικής συνέπειας, γίνεται σαφές ότι η μόνη ρεαλιστική και έντιμη διέξοδος για τους αποτειχισμένους είναι η πλήρης ένταξή τους στη Σύνοδο του Αρτεμίου και των διαδόχων του. Κάθε άλλη ενδιάμεση λύση αποτελεί απλώς μια παράταση της εκκλησιολογικής τους εκκρεμότητας. Αυτή η επιλογή της ένταξης, παρά το αναμφίβολα τεράστιο προσωπικό και κοινωνικό κόστος που συνεπάγεται, προσφέρει τρία καθοριστικά πλεονεκτήματα που θεμελιώνουν τη βιωσιμότητα του αγώνα τους.

1. Εκκλησιολογική Πληρότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να υπάρξει ως ένα «ακέφαλο» σώμα πιστών και ιερέων, καθώς η παρουσία του Επισκόπου είναι οργανικό και αναπόσπαστο στοιχείο της εκκλησιαστικής  ζωής. Η ένταξη στη συγκεκριμένη Σύνοδο αποκαθιστά πλήρως την απαραίτητη ιεραρχική δομή (Επίσκοπος - Πρεσβύτεροι - Διάκονοι) και εγγυάται τη συνέχεια της Αποστολικής Διαδοχής, μέσω των μελλοντικών χειροτονιών, αποτρέποντας τον πνευματικό μαρασμό και το βιολογικό αδιέξοδο.

2.  Η επιλογή αυτή βάζει τέλος στην εσωτερική αντίφαση που ταλανίζει την ελλαδική αποτείχιση. Αν κάποιος πιστεύει και κηρύττει πραγματικά ότι οι επίσκοποι της κρατούσας Εκκλησίας είναι «ψευδοεπίσκοποι» λόγω της αποδοχής του Οικουμενισμού, τότε οφείλει, με την ίδια ακριβώς λογική, να θεωρεί άκυρες, ανυπόστατες και στερημένες θείας χάριτος τις καθαιρέσεις που αυτοί επιβάλλουν. Η άρνηση κοινωνίας με τον Αρτέμιο, λόγω των «επίσημων» κυρώσεων εναντίον του, αποτελεί κραυγαλέα ασυνέπεια. Η ένταξη στη Σύνοδό του είναι η μόνη στάση που ευθυγραμμίζει απόλυτα τις πράξεις με τα λόγια.

3.  Αντί για μια άμορφη, απομονωμένη και γεωγραφικά διεσπαρμένη ομάδα ιερέων που μοιραία θα διολισθήσει στην ιδιώτευση, στην απογοήτευση ή, τελικά, στη σιωπηρή συνθηκολόγηση και την επιστροφή, η ένταξη δημιουργεί μια σαφή, συμπαγή και συγκροτημένη εκκλησιαστική δομή. Αυτή η δομή μπορεί να αντέξει στην πίεση του χρόνου, να οργανώσει ενορίες, να κατηχήσει πιστούς και να κληροδοτήσει την αντι-οικουμενιστική μαρτυρία στις επόμενες γενιές.

Η θεωρία της «μέσης οδού» έχει εξαντλήσει τα όριά της. Για όποιον αρνείται τη συμβιβαστική επιστροφή, η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου, δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη.

π.Δ.Α