Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014
Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014
Η Γέννηση του Χριστού: Ιστορικά και θεολογικά στοιχεία και οι κατά καιρούς διαστρεβλώσεις τους
visit counter
Το πρόσωπο του Χριστού στο επίκεντρο αμφισβητήσεων
Η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού είναι κάτι αυτονόητο για κάθε Χριστιανό, αλλά και για κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο. Σύμφωνα με τη σαφέστατη μαρτυρία της Αγ. Γραφής, ο Ιησούς είναι ένα ιστορικό πρόσωπο, που γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, «επί Καίσαρος Αυγούστου», δίδαξε τον Λαό, έκανε θαύματα, σταυρώθηκε «επί Ποντίου Πιλάτου» και αναστήθηκε «τη τρίτη ημέρα». Αλλά και η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνει, όχι βέβαια όλα, αλλά αρκετά από τα στοιχεία του ιστορικού βίου του Ιησού, τα οποία γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια. Ωστόσο, από χώρους εχθρικούς προς τον Χριστιανισμό, είτε «επιστημονικούς» είτε χώρους ιδεολογικά φορτισμένους, εγείρονται κατά καιρούς αμφισβητήσεις της ιστορικότητας του Χριστού και επιστρατεύονται «επιστημονικά» επιχειρήματα για να «στηρίξουν» τις αμφισβητήσεις αυτές. Η προβολή τέτοιων αμφισβητήσεων από μέσα ενημερώσεως και κάθε είδους έντυπα εντείνεται, συνήθως, όσο πλησιάζουν οι μεγάλες εορτές του Χριστιανισμού, προκειμένου να πεισθεί το ευρύ κοινό ότι τα γεγονότα, που εορτάζει η Εκκλησία, είναι ένας μύθος, που στερείται κάθε ιστορικής βάσης.
Παράλληλα, από άλλους ιδεολογικούς χώρους προβάλλεται η παράδοξη αντίληψη ότι η ιστορικότητα του Ιησού δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για την κατανόηση της ουσίας της χριστιανικής πίστης. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Χριστός δεν ήταν ιστορικό (δηλαδή πραγματικό) πρόσωπο, αλλά μια ιδέα η μια κατάσταση, στην οποία καλείται να φτάσει ο καθένας από μας (η περίφημη «χριστική κατάσταση» των νεοεποχητικών ομάδων). Τέτοιες αντιλήψεις προβάλλονται από νεότερα φιλοσοφικά ρεύματα, από ομάδες και οργανώσεις των ανατολικών θρησκειών και από το κίνημα της Νέας Εποχής. Η έλλειψη γνήσιας Ορθόδοξης κατήχησης έχει ως αποτέλεσμα τέτοιες αντιλήψεις να διαδίδονται ευρύτερα και να γίνονται αποδεκτές ακόμη κι από Χριστιανούς! Στα πλαίσια αυτά τα ιστορικά στοιχεία, που περιέχουν τα Ευαγγέλια, κατανοούνται ως αλληγορίες και σύμβολα, η δε αυθαιρεσία στην ερμηνεία της Αγ. Γραφής (το να ερμηνεύει καθένας όπως νομίζει, προσδίδοντας τις πιο παράδοξες και αντιφατικές αντιλήψεις) γνωρίζει την αποκορύφωσή της. Έτσι στα νεότερα χρόνια ο γερμανός φιλόσοφος Hegel (1770-1831) ισχυρίστηκε ότι, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το ιστορικό πρόσωπο του Χριστού, αλλά η συνδεδεμένη με αυτό ιδέα. Ιστορικά μπορεί να πιστεύει καθένας ό,τι θέλει, όμως, το μόνο που έχει σημασία είναι η ιδέα. Το ίδιο πίστευε και ο Schelling (1775-1854), ενώ μαθητές του Hegel και φιλόσοφοι, όπως οι Schopenhauer (1788-1860), Bruno Bauer (1809-1882) κ.α., αμφισβήτησαν σαφέστερα την ιστορικότητα του Ιησού η την ερμήνευσαν συμβολικά. Δυστυχώς, και γνωστοί προτεστάντες θεολόγοι περί τον R. Bultmann (1884-1976) προέβαλαν την ανάγκη «απομύθευσης» των Ευαγγελίων και της Κ. Διαθήκης γενικά, εισάγοντας μεταξύ άλλων τη διάκριση μεταξύ «ιστορικού Ιησού» και «Χριστού της πίστεως».
Τέλος, επειδή κάθε σταθμός της ζωής του Χριστού έχει και θεολογικό περιεχόμενο, αιρέσεις προτεσταντικών κατά κανόνα καταβολών, αμφισβήτησαν το νόημα των χριστιανικών εορτών. Για παράδειγμα, οι γνωστοί Μάρτυρες του Ιεχωβά ισχυρίζονται ότι «οι εορτές γενικώς και ειδικά αυτή της Γεννήσεως του Κυρίου, δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά έχει (και έχουν οι εορτές), μια παγανιστική, μη χριστιανική προέλευση, και μάλιστα συχνά συνοδεύονται από ελευθεριάζουσες πράξεις και δραστηριότητες, όπως είναι η οινοποσία, η μέθη, η πορνεία και άλλα» (Τα πάντα δοκιμάζετε, σ. 241). Τονίζουν ότι εορτές δεν μνημονεύονται στην Αγ. Γραφή, παρά μόνο κάτω από αρνητικές περιστάσεις, όπου πάντοτε θανατώνεται κάποιος, όπως τα γενέθλια του Ηρώδη, όπου θανατώθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής. Τέλος, για την εορτή των Χριστουγέννων προβάλλεται το επιχείρημα ότι ο Χριστός δεν γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, άρα δεν έχει νόημα να εορτάζουμε αυτή την ημερομηνία, που συνδέεται άλλωστε με την αρχαία λατρεία του ήλιου.
Επειδή στο θέμα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού με βάση τα δεδομένα της επιστήμης έχουμε ασχοληθεί σε προηγούμενα τεύχη του εντύπου μας (41, 59), στο τεύχος αυτό θα ασχοληθούμε με τη σημασία της ιστορικότητας του Κυρίου για τη χριστιανική πίστη, όπως προβάλλεται στην Καινή Διαθήκη, και ιδιαίτερα με κάποια ιστορικά και θεολογικά ζητήματα, που συνδέονται με το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού.
Η Γέννηση ως ιστορικό γεγονός
Στην Καινή Διαθήκη απουσιάζει εντελώς η αντίληψη ότι ο Ιησούς Χριστός είναι μια ιδέα η ότι η Γέννησή Του είναι ενσάρκωση μιας ιδέας. Αντίθετα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, που γεννήθηκε και έζησε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και συνδέεται με άλλα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Για να τονίσουν αυτό ακριβώς οι ιεροί Ευαγγελιστές παραθέτουν γενεαλογίες της καταγωγής του Ιησού, δηλ. αλυσίδες διαδοχικών γεννήσεων, από τις οποίες καταδεικνύεται η καταγωγή του, ως ανθρώπου, από το «γένος» Δαβίδ και Αβραάμ (Ματθ. 1,1-16, Λουκ. 3,24-38). Οι Ευαγγελιστές επισημαίνουν ότι η Γέννηση του Ιησού είχε προφητευθεί από μεγάλους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης πριν από πολλούς αιώνες και ήταν κάτι αναμενόμενο. Η πρώτη σχετική «προφητεία» δίδεται από τον ίδιο τον Θεό αμέσως μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων, σύμφωνα με την οποία «το σπέρμα της γυναικός» (Εκείνος που θα γεννηθεί από μια γυναίκα) θα συντρίψει την κεφαλή του «όφεως» – διαβόλου (Γεν. 3,15). Οι μεγάλοι Προφήτες είχαν δεί συγκεκριμένα γεγονότα, συνδεόμενα με τη Γέννηση: ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από παρθένο (Ησ. 7,14), θα καλείται Εμμανουήλ, δηλ. Θεός (Ησ. 7,14), θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ (Μιχ. 5,2), θα ονομασθεί Ναζωραίος (Ματθ. 2,23). Είχαν δεί επίσης την προσκύνηση των Μάγων (Ψαλμ. 71,10-11, Ησ. 60,6), την επιστροφή από την Αίγυπτο (Ωσ. 11,1), τον θρήνο για τη σφαγή των νηπίων (Ιερ. 38,15).
Τονίζοντας την ιστορική Γέννηση και καταγωγή του Ιησού, οι Ευαγγελιστές δεν αρνούνται την προύπαρξή Του ως Θεού, ούτε πιστεύουν ότι άρχισε να υπάρχει, όταν γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία. Αντίθετα, τονίζουν ότι προϋπήρχε ως Θεός (ως Υιος του Θεού), και, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», έγινε ανθρωπος για τη σωτηρία μας (Γαλ. 4,4), χωρίς, βέβαια, να πάψει να είναι και Θεός. Ό,τι άρχισε να υπάρχει με τη Γέννηση του Χριστού ήταν η ανθρώπινη φύση Του, την οποία «προσέλαβε» από την Παρθένο Μαρία, δεδομένου ότι ο Χριστός ένωσε στο πρόσωπό Του, κατά παράδοξο για μας τρόπο, δύο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη. Η Κ. Διαθήκη τονίζει ακριβώς ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι ιστορική, πραγματική, όμοια με τη δική μας, δηλ. ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο «κατά δόκησιν», δηλ. δεν νομίσαμε ότι έγινε άνθρωπος, αλλά έγινε όντως άνθρωπος. Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1,14) δεν εννοεί ότι σαρκώθηκε κάποιος αφηρημένος λόγος η ίδέα, κατά το παράδειγμα φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων της εποχής του, αλλ’ ότι σαρκώθηκε ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού, Αυτός που αποτελεί ιδιαίτερη υπόσταση, που έχει ξεχωριστή ύπαρξη. Αυτός ο Λόγος, που ταυτίζεται με τον «μονογενή υιόν, τον όντα εις τον κόλπον του πατρός» (Ιω. 1,18), προϋπήρχε κάθε δημιουργίας του Θεού αιωνίως («εν αρχή ην ο Λόγος», Ιω. 1,1) και είναι Θεός («και Θεός ην ο Λόγος», Ιω. 1,1), όπως ακριβώς και ο Πατήρ Του.
Εντάσσοντας τη Γέννηση στο τοπικό και χρονικό της πλαίσιο, οι ιεροί Ευαγγελιστές τονίζουν ότι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας (Ματθ. 2,1), την εποχή που βασίλευε εκεί ο Ηρώδης (Ματθ. 2,1), όταν ηγεμόνας της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος (Λουκ. 2,2) επί Ρωμαίου αυτοκράτορος «Καίσαρος Αυγούστου» (Λουκ. 2,1) και μάλιστα με αφορμή γενική απογραφή, που ο ίδιος είχε διατάξει, για ολόκληρη την αυτοκρατορία («απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην, Λουκ. 2,1), απογραφή, που ήταν η πρώτη της ηγεμονίας του Κυρηνίου στη Συρία (Λουκ. 2,2). Τα παραπάνω πρόσωπα και γεγονότα είναι ιστορικά. Ο Οκταβιανός Αύγουστος ήταν αυτοκράτορας μεταξύ των ετών 31 π.Χ και 14 μ.Χ. Ο Ηρώδης «ο Μέγας» ήταν βασιλιάς στην Ιουδαία (υποτελής στη Ρώμη) στο διάστημα 37 π.Χ – 4 π.Χ. Ο βίαιος χαρακτήρας του επιβεβαιώνεται από εξωβιβλικές πηγές. Είχε διαδοχικά δέκα συζύγους και απέκτησε πολλά παιδιά, αρκετά από τα οποία φονεύθηκαν με εντολή του. Κάποτε εκτέλεσε 45 από τα 70 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου των Ιουδαίων, δηλ. όλη σχεδόν την πνευματική, οικονομική και πολιτική αριστοκρατία των Εβραίων (Σ. Αγουρίδη, Ιστορία των χρόνων της Κ. Διαθήκης, Θεσ/νίκη 1983, σ. 266). Όποιος γνωρίζει «πόσα μέλη της οικογένειάς του, και ιδίως πόσα παιδιά του εξόντωσε ο Ηρώδης, δεν εκπλήσεται για την ευαγγελική αφήγηση περί της σφαγής νών νηπίων στη Βηθλεέμ» (αυτόθι, σ. 268). Η ηγεμονία του Κυρηνίου επιβεβαιώνεται από τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XVIII, 1-2), ενώ για την τακτική των συχνών απογραφών στην αυτοκρατορία μαρτυρούν πολλές εξωβιβλικές πηγές.
Με βάση αυτά και άλλα δεδομένα, μπορεί να υπολογισθεί με σχετική ακρίβεια το έτος της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Η πιο γνωστή απόπειρα στο παρελθόν, στην οποία βασίζεται το ισχύον χρονολογικό σύστημα, έγινε από τον μοναχό Διονύσιο τον Μικρό στη Ρώμη το 562 μ.Χ. Μέχρι τότε ίσχυαν άλλα χρονολογικά συστήματα. Με την επικράτηση, όμως, του Χριστιανισμού και με βάση την πεποίθηση ότι το πρόσωπο του Ιησού τέμνει την ιστορία του κόσμου σε προ Χριστού και μετά Χριστόν εποχή, έπρεπε να ισχύσει ένα χρονολογικό σύστημα με αφετηρία ακριβώς το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι υπολογισμοί του Διονυσίου με τα δεδομένα της τότε εποχής είναι εσφαλμένοι και ότι, σύμφωνα με σύγχρονους και ακριβέστερους υπολογισμούς, ο ακριβής χρόνος της Γεννήσεως του Χριστού τοποθετείται λίγο πριν το έτος 4 π.Χ.
Ο αστέρας της Γεννήσεως και η προσκύνηση των Μάγων
Το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, όπως περιγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια, συνοδεύθηκε από υπερφυσικά σημεία, όπως η δοξολογία των Αγγέλων, ο αγγελικός ύμνος («Δόξα εν υψίστοις Θεώ»), η εμφάνιση του Αγγέλου στους Ποιμένες, η «δόξα Κυρίου» που περιέλαμψε τους Ποιμένες της Βηθλεέμ, ο αστέρας που οδήγησε τους Μάγους στο Βρέφος, η προσκύνηση των Μάγων. Θα ήταν παράδοξο να αναμένουμε από την επιστημονική έρευνα να επιβεβαιώσει τέτοια γεγονότα, τα οποία ούτως η άλλως υπερβαίνουν τα όρια του φυσικού. Όμως, από χώρους εχθρικούς στον Χριστιανισμό και περιβελημένους επιστημονικό μανδύα, επιχειρήθηκε να εξηγηθούν κάποια από τα γεγονότα αυτά ως φυσικά, με σκοπό να απογυμνωθεί το γεγονός της Γεννήσεως του Κυρίου από κάθε υπερφυσικό περιεχόμενο.
Έτσι κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι το άστρο, που οδήγησε τους Μάγους, ήταν ένα φυσικό φαινόμενο της εποχής, δηλαδή «σύνοδος πλανητών», είτε Δία και Κρόνου, είτε Δία και Αφροδίτης, που απλώς συνέπεσε τη χρονική εκείνη στιγμή και ήταν ορατή ως αρκετά φωτεινότερο από τα υπόλοιπα άστρο. Τέτοιες ερμηνείες, εκτός του ότι δεν είναι γενικά αποδεκτές επιστημονικώς, δεν ερμηνεύουν το φαινόμενο, που περιγράφει η Βίβλος, και προκαλούν εύλογα ερωτήματα όπως: Πως η «σύνοδος» αυτή οδηγούσε ανθρώπους σε τόσο μεγάλες αποστάσεις; Πώς εξαφανίσθηκε και επανεφανίσθηκε, όταν οι Μάγοι έφθασαν στον Ηρώδη; Πόσο χρόνο διήρκεσε αυτή η «σύνοδος»; Από το βιβλικό κείμενο εξάγεται ότι δύο ολόκληρα χρόνια ταξίδευαν οι Μάγοι για να φθάσουν στο Βρέφος, οδηγούμενοι από τον αστέρα. Έτσι υπολόγισε («ηκρίβωσε») τον χρόνο ο Ηρώδης (Ματθ. 2,7) και διέταξε τη σφαγή των Νηπίων της Βηθλεέμ «από διετούς και κατωτέρω» (2,16). Είναι χαρακτηριστικό ότι η προσκύνηση των Μάγων, κατά το ιερό κείμενο, δεν έγινε στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ, αλλά «εις την οικίαν», όπου διέμενε «το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού» (2, 11). Ισως η ερμηνεία του αγίου Θεοφυλάκτου ότι ο αστέρας ήταν «αγγελική δύναμις» (Άγγελος), που οδηγούσε του Μάγους, είναι πολύ πιο λογική από «επιστημονικές» θεωρίες, όπως οι παραπάνω.
Η καθιέρωση της εορτής των Χριστουγέννων
Είναι αληθές ότι η Βιβλική Παράδοση δεν διέσωσε την ακριβή ημερομηνία της Γεννήσεως του Χριστού. Τα ιερά κείμενα δεν παρέχουν καμμιά ασφαλή πληροφορία για την εποχή της Γεννήσεως. Η εινόνα των Χριστουγέννων που έχουμε στον νού μας, με τα χιόνια και το ψύχος, είναι μεταγενέστερης δυτικής προέλευσης και δεν στηρίζεται στα κείμενα. Το Σπήλαιο ήταν μάλλον πρόχειρο κατάλυμα της Θεοτόκου και του Ιωσήφ και όχι χώρος προστασίας από το κρύο. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Φάτνη χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εναποθέσεως του Βρέφους («κούνια») και όχι ως θερμαντικό μέσο. Πουθενά δεν αναφέρεται χιονόπτωση, βροχή, κακοκαιρία, ψύχος, φαινόμενα άλλωστε πολύ σπάνια για την περιοχή. Η αναφορά σε «ποιμένας … αγραυλούντας και φυλάσσοντας φυλακάς της νυκτός» (Λουκ. 2,8) μάλλον παραπέμπει σε άλλη εποχή. Προσπάθειες χρονολογήσεως με βάση τη σύλληψη του Προδρόμου και την εφημερία του Ζαχαρία στον Ναό δεν έχουν οδηγήσει ασφαλή συμπεράσματα. Ουσιαστικά, η ακριβής ημερομηνία της Γεννήσεως παραμένει άγνωστη.
Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε την Εκκλησία να καθιερώσει μια μέρα τιμής για το μεγάλο αυτό γεγονός, αφού σημασία έχει η τιμή του γεγονότος κι όχι η ακριβής ημερομηνία του. Οι πρώτες αναφορές στον εορτασμό της Γεννήσεως υπάρχουν σε κείμενα του πάπα Τελεσφόρου (125-136), σύμφωνα με κάποιους ερευνητές (Ν. Ιωαννίδη «Η εορτή Χριστουγέννων – Θεοφανείων», στο Το Χριστιανικόν Εορτολόγιον, Αθήναι 2007, σ. 132). Σαφέστερες πληροφορίες παρέχουν κείμενα του 3ου μ.Χ. αι., χωρίς αυτό να σημαίνει ότι νωρίτερα η Εκκλησία δεν τιμούσε το γεγονός, περ’ ότι οι συνθήκες της εποχής καθιστούσαν προβληματικό κάθε εορτασμό, λόγω π.χ. των διωγμών του Χριστιανισμού. Είναι ιστορικά βέβαιο, ότι στην Ανατολή τον 3ο μ.Χ. αι. η Γέννηση εορταζόταν μαζί με τη Βάπτιση του Χριστού στις 6 Ιανουαρίου, με το κοινό όνομα «Θεοφάνεια», ως εορτές φανερώσεως του Θεού στον κόσμο. Άλλωστε, η προσωνυμία «Θεοφάνεια» προσιδιάζει περισσότερο στη Γέννηση παρά στη Βάπτιση, γιατί τότε «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμ. 3,16). Στη Δύση η Γέννηση εορταζόταν στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα που οι εθνικοί λάτρευαν τον φυσικό ήλιο. Ο λόγος του εορτασμού της Γεννήσεως τη μέρα αυτή είναι προφανής: οι Χριστιανοί ήθελαν να διακηρύξουν σε κάθε κατεύθυνση ότι ο κτιστός ήλιος δεν έχει καμμία θεία ιδιότητα και είναι απλώς δημιούργημα του αληθινού Ηλίου της Δικαιοσύνης. Σαφείς αναφορές στην ιδιότητα του Χριστού ως Ηλίου της Δικαιοσύνης υπάρχουν μέχρι σήμερα στην υμνολογία των Χριστουγέννων. Σιγά – σιγά επικράτησε και στην Ανατολή ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου. Αυτό έγινε τον 4ο μ.χ. αι., με τη συμβολή των Πατέρων της Εκκλησίας Βασιλείου του Μεγάλου και Γρηγορίου του Θεολόγου.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εορτασμός των μεγάλων εορτών, με αφορμή σταθμούς της ζωής του Χριστού, είναι απόλυτα σύμφωνος με το γράμμα και το πνεύμα της Αγ. Γραφής. Στην Παλαιά Διαθήκη εορτάζονται γεγονότα θαυμαστής σωτηρίας του Λαού του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος προέτρεψε τους Μαθητές να επιτελούν την «ανάμνησιν» του Πάθους Του (Λουκ. 22,19-20). Κατά το παράδειγμα της «αναμνήσεως» του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού, καθιερώθηκαν οι μεγάλες Δεσποτικές εορτές. Για τη Γέννηση είναι σαφής η μαρτυρία της Κ. Διαθήκης ότι και οι Άγγελοι ανύμνησαν το γεγονός, δοξολογούντες τον Θεό και ψάλλοντες «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη» (Λουκ. 2,13-14). Αυτό επέδρασε προφανώς καταλυτικά στην πρώϊμη καθιέρωση του εορτασμού της Γεννήσεως του Χριστού από την αρχαία Εκκλησία.
Το θεολογικό νόημα της Γεννήσεως
Η Γέννηση του Χριστού εκτός από ιστορικό γεγονός είναι «το μέγα της ευσεβείας μυστήριον» (Α’ Τιμ. 3,16), το μεγάλο μυστήριο, που πρέπει να σεβόμεθα. Ποιο ακριβώς είναι το μυστήριο αυτό; Είναι το γεγονός ότι «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμ. 3,16), το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος. Μυστήριο «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον, φανερωθέν δε νυν» (Ρωμ. 16,25). Είναι ουσιαστικά το μυστήριο της σωτηρίας μας, το οποίο διακονεί και ενεργεί ο ίδιος ο Υίός του Θεού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος ακριβώς για να σώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος από τη «δουλεία του εχθρού». Με την έλευσή Του στον κόσμο ο Υιος του Θεού ενώνεται μαζί μας και μας σώζει: αφ’ ενός μεν η ανθρώπινη φύση ενώνεται με τη θεία στο πρόσωπο του Χριστού, αφ’ ετέρου δε καθένας από μας ενώνεται με τον Χριστό κοινωνώντας το Σώμα και το Αίμα Του. Κατά τη σαφή διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας «ό,τι ενώνεται με τον Χριστό, εκείνο και σώζεται» και «εκτός του Χριστού δεν υπάρχει σωτηρία.
Είναι, λοιπόν, δυνατό να μην χαιρόμεθα και να μην πανηγυρίζουμε για την έλευση του Χριστού στον κόσμο; Είναι δυνατό να αδιαφορούμε μπροστά στο μεγάλο γεγονός, στο οποίο βασίζεται η σωτηρία μας; Μόνο όσοι δεν έχουν την παραμικρή αίσθηση η αντίληψη του μυστηρίου της σωτηρίας, του «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου», μπορεί να υιοθετούν μια τέτοια στάση. Αν οι Άγγελοι του ουρανού πανηγυρίζουν και ψάλλουν ύμνους για τη δική μας σωτηρία, για την «ειρήνην» και «ευδοκίαν» που ήλθε στον κόσμο («και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», Λουκ. 2,14), τι πρέπει να κάνουμε εμείς; Να γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία πανηγυρίζει τη Γέννηση του Χριστού, ως γεγονός παραπλήσιο με αυτό της Αναστάσεως. Να γιατί η υμνολογία της αποτελεί έκρηξη χαράς για τη σωτηρία, που ήλθε στον κόσμο. Να γιατί ψάλλει μαζί με τους Αγγέλους: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε· Χριστός επί γης, υψώθητε».
Πηγή: Έντυπο «Ορθοδοξία και αίρεσις» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τεύχ. 71, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2010.
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014
Ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης για τις συμπροσευχές και το Βάπτισμα των ετεροδόξων
visit counter
Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο "Αναβάσεις" την παρούσα ανάρτηση για να βοηθήσουμε τους πλανεμένους οικουμενιστές να σφαλίσουν τα βλάσφημά τους στόματα.
Διηγείται ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: «Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας ένας Προτεστάντης πάστορας. Όταν με ενημέρωσαν ότι αυτός ο κύριος είναι ιερέας των Προτεσταντών, τον πλησιάσαμε και τον ξεναγήσαμε στο Μοναστήρι μας. Μετά, είπα να ετοιμάσουν για τον άνθρωπο φαγητό. Εγώ δεν κάθησα μαζί του στο τραπέζι, αλλά αποσύρθηκα στο κελί μου. Διότι αυτό απαιτεί η τάξις. Οι Πατέρες απαγορεύουν τη συμπροσευχή που προηγείται της κοινής τραπέζης». Σε άλλη περίπτωση επισκέφθηκαν το Μοναστήρι δύο αγιορείτες ιερομόναχοι και μια ηλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικής καταγωγής, που είχε αποφασίσει να γίνει Ορθόδοξη. Όταν στο Γέροντα αναφέρθηκε ότι, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, στα άτομα αυτά είναι αρκετό το μυστήριο του Χρίσματος, χωρίς το Βάπτισμα, ο Γέροντας είπε: -Δεν γνωρίζω τι αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι το Ευαγγέλιο λέει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται κανονικά το μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος.
Και σε ένα τρίτο περιστατικό ενός Καθολικού, που θέλησε να βαπτισθεί, αφού ο Γέροντας τον προέτρεψε να επισκεφθεί τον επίσκοπο της περιοχής του, απ’ όπου επέστρεψε με τη σύσταση ότι δεν χρειάζεται βάπτισμα άλλα μόνο χρίσμα, χωρίς να σχολιάσει την παραπάνω αντιμετώπιση, έφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στο Μοναστήρι και, βοηθούμενος από ένα αρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικά τον εν λόγω άνθρωπο στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπη.
πηγή:Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Αρχιμ. Ιωάννη Κωστώφ «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, όχι να εκτρέφουμε, αλλά να εκτρέπουμε την αίρεσι», σελ. 55-56
Διηγείται ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: «Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας ένας Προτεστάντης πάστορας. Όταν με ενημέρωσαν ότι αυτός ο κύριος είναι ιερέας των Προτεσταντών, τον πλησιάσαμε και τον ξεναγήσαμε στο Μοναστήρι μας. Μετά, είπα να ετοιμάσουν για τον άνθρωπο φαγητό. Εγώ δεν κάθησα μαζί του στο τραπέζι, αλλά αποσύρθηκα στο κελί μου. Διότι αυτό απαιτεί η τάξις. Οι Πατέρες απαγορεύουν τη συμπροσευχή που προηγείται της κοινής τραπέζης». Σε άλλη περίπτωση επισκέφθηκαν το Μοναστήρι δύο αγιορείτες ιερομόναχοι και μια ηλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικής καταγωγής, που είχε αποφασίσει να γίνει Ορθόδοξη. Όταν στο Γέροντα αναφέρθηκε ότι, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, στα άτομα αυτά είναι αρκετό το μυστήριο του Χρίσματος, χωρίς το Βάπτισμα, ο Γέροντας είπε: -Δεν γνωρίζω τι αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι το Ευαγγέλιο λέει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται κανονικά το μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος.
Και σε ένα τρίτο περιστατικό ενός Καθολικού, που θέλησε να βαπτισθεί, αφού ο Γέροντας τον προέτρεψε να επισκεφθεί τον επίσκοπο της περιοχής του, απ’ όπου επέστρεψε με τη σύσταση ότι δεν χρειάζεται βάπτισμα άλλα μόνο χρίσμα, χωρίς να σχολιάσει την παραπάνω αντιμετώπιση, έφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στο Μοναστήρι και, βοηθούμενος από ένα αρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικά τον εν λόγω άνθρωπο στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπη.
πηγή:Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Αρχιμ. Ιωάννη Κωστώφ «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, όχι να εκτρέφουμε, αλλά να εκτρέπουμε την αίρεσι», σελ. 55-56
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014
Γιατί πανηγυρίζουν οι πατριαρχικοί;
visit counter
«Ο σύγχρονος “διάλογος της αγάπης”, ο οποίος τελείται υπό την μορφήν γυμνού συναισθηματισμού, είναι εις την πραγματικότητα ολιγόπιστος άρνησις του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αληθείας (Β’ Θεσ. 2,13) δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους “αγάπης της αληθείας” (αυτόθι 2,10). Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια· η αγάπη ζη και υπάρχει αληθεύουσα».
Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Με μεγάλη μας λύπη, παρακολουθήσαμε τα όσα διαδραματίστηκαν στο Φανάρι κατά τη θρονική εορτή του αποστόλου Ανδρέα. Σαφώς και όλα αυτά δεν μας προκάλεσαν έκπληξη, καθώς τα ίδια είχαν συμβεί κατά την επίσκεψη του προηγούμενου πάπα Ρώμης Βενεδίκτου στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 2006. Και όπως συμβαίνει πάντοτε, αν δεν υπάρξουν μεγάλες αντιδράσεις την πρώτη φορά, η δεύτερη φορά, η εδραίωση της ανομίας, περνάει όχι απλά ανώδυνα, αλλά πανηγυρικά.
Βεβαίως, υπήρξαν και τότε αντιδράσεις ελαχίστων, οι οποίοι στεφανώθηκαν από τους αγαπολόγους με χαρακτηρισμούς «αγάπης» όπως «φονταμενταλιστές», «ταλιμπάν», «αρρωστημένα μυαλά» κ.λπ. και κατ’ αυτόν τον τρόπο οι φιλενωτικοί καθησύχασαν τις συνειδήσεις τους, χωρίς όμως να δώσουν πειστικές και θεολογικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στους αντιδρώντες.
Αυτή τη φορά, μάλιστα, κάποιοι πατριαρχικοί της διασποράς έσπευσαν να υπερασπιστούν το ημι-συλλείτουργο (ασπασμός της αγάπης, μνημόνευση του πάπα, απαγγελία του «Πάτερ Ημών» από τον ποντίφικα, κήρυγμα από άμβωνος του κ. Φραγκίκου, ψαλλόμενα τροπάρια προς τιμήν του κ.α.) του Πατριάρχη με τον Πάπα που έγινε στον πατριαρχικό Ναό, υποστηρίζοντας ότι αφού δεν έφθασαν σε κοινό ποτήριο και δεν ενώθηκαν επίσημα, όλα βαίνουν καλώς και ορθοδόξως.
Βέβαια, οι ως άνω υποστηρικτές, ενώ χάρηκαν που δεν επήλθε η ένωση με τους παπικούς, δεν προβληματίστηκαν περί του πως θα εξηγήσουν στο ποίμνιό τους ότι ο παπισμός είναι λεγεώνα αιρέσεων και πόρρω απέχει από την ορθόδοξη πίστη. Θα αναρωτηθεί ο Ορθόδοξος της διασποράς, το πνευματικό τους τέκνο, γιατί να πάω να μεταλάβω στην ορθόδοξη Εκκλησία και όχι στην παρακείμενη «καθολική», αφού ο πάπας είναι αδελφός του Πατριάρχη μας, διάδοχος του αποστόλου Πέτρου και βεβαίως καθόλου αιρετικός.
Δεν προβληματίστηκαν οι σεβαστοί πατέρες μας, σχετικά με το μπέρδεμα που δημιουργείται στους πιστούς όταν από τη μία διαβάζουν τον άγιο Κοσμά να αποκαλεί τον πάπα αντίχριστο και από την άλλη βλέπουν να ψάλλονται τροπάρια προς τιμήν του σε ορθόδοξο ναό; Από τη μία, όλοι οι άγιοι μετά το 1054 να κατονομάζουν ως αίρεση και μεγάλη πλάνη τον παπισμό, και από την άλλη να παραχωρείται στον πάπα ο άμβωνας για να κηρύξει στο ορθόδοξο ποίμνιο.
Δεν προβληματίζονται επιπλέον, που οι μακράν της Εκκλησίας άνθρωποι, ιδίως οι νέοι, ταυτίζουν την άσπιλη Ορθοδοξία μας με τον αιμοχαρή παπισμό των σταυροφοριών, της ιεράς εξετάσεως και εσχάτως της παιδεραστίας και της μαφίας; Είναι, εξάλλου, ευρέως διαδεδομένο στα λαϊκά στρώματα και στους μη έχοντας σοβαρές μεταφυσικές ανησυχίες ανθρώπους, το πολυδιαφημισμένο σλόγκαν της Νέας Εποχής «όλοι ίδιοι είναι, όλοι στον ίδιο Θεό πιστεύουν».
Δεν άκουσαν οι πανηγυρίζοντες υποστηρικτές του Φαναρίου από τις ειδήσεις των ελληνικών καναλιών, ότι οι δύο προκαθήμενοι «συλλειτούργησαν»; Και βέβαια, οι δημοσιογράφοι, ως μη ειδικοί, μπορεί να μη γνωρίζουν ότι αφού δεν μεταδόθηκε η Θεία Κοινωνία δεν υπήρξε ολοκληρωμένο συλλείτουργο, αλλά αυτό καταδεικνύει ότι στη συνείδηση του ακατήχητου κόσμου, δηλαδή της πλειοψηφίας του λαού, υπάρχει πλήρης κοινωνία και δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού.
Δεν προβληματίστηκαν οι Φαναριώτες για τον σκανδαλισμό που προκαλούν αυτές οι φιέστες, οι «κουρελούδες του διαβόλου», κατά τον γέροντα Παΐσιο, στους «συντηρητικούς» ορθοδόξους πιστούς, υπέρ ων Χριστός απέθανεν; Ή μήπως, επειδή είναι «σκουριασμένα μυαλά» και «ανίκανοι να αγαπήσουνε» πρέπει να αδιαφορούμε για τη δική τους σωτηρία;
Κάποιοι καλοπροαίρετοι αδελφοί μας ισχυρίζονται ότι ο Πατριάρχης είναι σε δεινή θέση, στο στόμα του λύκου, και επομένως αυτές οι διπλωματίες είναι απαραίτητες για να τον στηρίξει η πανίσχυρη κοσμικά παπική κοινότητα στη δοκιμασία που περνάει. Το επιχείρημα αυτό, αν και αληθοφανές, είναι απαράδεκτο από απόψεως ορθοδόξου σκοπιάς. Με τη λογική αυτή, τα εκατομμύρια μαρτύρων που θυσίασαν τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν ανόθευτη την πίστη μας, εμμένοντας μπροστά στους δημίους ότι οι άλλες θρησκείες και ομολογίες είναι πλάνες και οδηγούν στην απώλεια και ότι μόνο η ορθόδοξη πίστη σώζει, δεν είχαν τη διάκριση που έχει ο σημερινός Πατριάρχης και οι δύο προκάτοχοί του.
Επιπροσθέτως, το επιχείρημα αυτό, έχει καταρριφθεί δεκαετίες πριν, από τον μακαριστό θεοφώτιστο γέροντα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος έγραφε μεταξύ άλλων σε ανοιχτή επιστολή, η οποία δημοσιεύθηκε το Δεκέμβριο του 1965 στο περιοδικό «Τρείς Ιεράρχες», απευθυνόμενη προς τον τότε Πατριάρχη Αθηναγόρα, μέντορα και πνευματικό πατέρα του σημερινού Πατριάρχη Βαρθολομαίου:
«Μυριάκις προτιμότερον να εκριζωθή ο ιστορικός της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος και να μεταφυτευθή εις έρημον τινα νησίδα του πελάγους, ακόμη δε και να καταποντισθή εις τα βάθη του Βοσπόρου, ή να επιχειρηθή έστω και η ελαχίστη παρέκλισις από της χρυσής των πατέρων γραμμής, ομοφώνως βοώντων: «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως». Αι επτά λυχνίαι της αποκαλύψεως, διά τας αμαρτίας ημών, εσβέσθησαν προ πολλού. Αι επτά Εκκλησίαι αποστολικαί, Εκκλησίαι σχούσαι την υψίστην τιμήν να λάβωσιν, ειδικώς αύται, γράμματα εξ ουρανού μέσω του θεοπνεύστου της Πάτμου Οραματιστού, εξέλιπον εκ της επιφανείας της Γης και εκεί, ένθα άλλοτε ετελείτο η φρικωδεστάτη Θυσία και ο Τριαδικός ανεμέλπετο Ύμνος, σήμερον ίσως κρώζουσι νυκτικόρακες ή «ορχούνται ονοκένταυροι». Και όμως η Νύμφη του Κυρίου δεν απέθανεν… Ο Οικουμενικός Θρόνος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη παντού απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι φάροι είναι χρήσιμοι εάν και εφόσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκόπελους. Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είναι μόνον άχρηστοι αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονται και αυτοί εις σκόπελους».
Αλλά και στην πράξη, από τότε που άρχισαν τα τολμηρά ανοίγματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τη Δύση, η κατάσταση του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως έχει χειροτερεύσει δραματικά, διαψεύδοντας τις όποιες ελπίδες είχαν οι φιλενωτικοί από τη βοήθεια των άλλων «εκκλησιών».
Ούτε η ίδια η Αμερική, η Νέα Βαβυλώνα, που έχει αναλάβει εργολαβικά και όχι εθελοντικά την προστασία του Φαναρίου, δεν έχει καταφέρει να βελτιώσει την όντως δεινή κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο έχει ερημώσει απελπιστικά από ποιμενόμενο κόσμο. Και πώς να μη γίνει αυτό, αφού αφήσαμε απ’ έξω το Χριστό και εναποθέσαμε τις ελπίδες μας στους ασεβείς εχθρούς Του; Άλλωστε και η Ιστορία, από τις δεκάδες περιπτώσεις καταστροφής των αποστατών Ιουδαίων της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι την ψευδό-σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, η οποία οδήγησε στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, μας διδάσκει ότι μόνο ο Θεός είναι Εκείνος που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά την Εκκλησία Του. Επομένως, «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οις ουκ εστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145,3).
Όσα, λοιπόν, αδικαιολόγητα και αντορθόδοξα έγιναν την Κυριακή στο Φανάρι, προκαλούν απογοήτευση. Θλίψη απερίγραπτη, αλλά όχι απελπισία. Το αρχικό πνευματικό μούδιασμα που νιώσαμε βλέποντας όλες αυτές τις εικόνες, διαδέχεται η ελπίδα. Η ελπίδα ότι ο Κύριος δεν θα αφήσει τους πιστούς Του βορά στα νύχια των λύκων. Ας θυμηθούμε τα λόγια του μεγάλου αγίου της εποχής μας, του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου, και ας πάρουμε δύναμη και παρηγοριά:
«Ο Κύριος, όταν θα πρέπη, θά παρουσιάση τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγόριους Παλαμάδες, δια να συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, δια να ομολογήσουν την Ορθόδοξον Πίστιν, να στερεώσουν την Παράδοσιν και να δώσουν χαράν μεγάλην εις την Μητέρα μας».
Αμήν, γένοιτο.
Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014
ΛΑΤΙΝΟΦΡΑΓΚΙΚΟΣ ΚΑΙ OΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Οἱ βασικὲς διαφορές τους
visit counter
Πρωτοπρεσβύτερου Θεόδωρου Ζήση
Καθηγητοῦ ΑΠΘ
Ἡ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία καὶ ἡ ἀνεπηρέαστη ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς ἱστορικούς μας ἔρευνα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, δικαιολογοῦν τὴν ἐπιλογὴ τῶν ὀρθοδόξων τὸν 15ο αἰώνα νὰ προτιμήσουν τὴν τουρκικὴ κατάκτηση ἀπὸτὴν δυτικοευρωπαϊκὴ ἕνωση καὶ συμμαχία, ποὺ ἔθετε ὡς ὅρο γιὰ τὴ στρατιωτικὴ βοήθεια τὴν πολιτιστικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἔνταξη στὸν παπισμὸ ἢ μὲ σημερινοὺς ὅρους στὴν Εὐρώπη. Οἱ σημερινοὶ πολιτικοί μας ἡγέται καὶ ἡπνευματικὴ ἡγεσία στὴν πλειονότητά τους, ὄχι μόνο δὲν κατανοοῦν, ἀλλὰ καὶ ἐπικρίνουν ἐκείνη τὴν προβληματική, γιατί ἡ διαφοροποίηση λατινοφραγκικοῦ καὶ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ δὲν ὑπάρχει πλέον καὶ ὅλοι στὴν Ἑλλάδαἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ φοροῦμε φράγκικα, εὐρωπαϊκά. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἡ ἄγρυπνη καὶ φωτισμένη αὐτὴ ἑλληνορθόδοξη συνείδηση, ἡ μεγαλύτερη ἴσως μορφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετὰ τὴν Ἅλωση, καταλάβαινε καὶκατανοοῦσε πολὺ καλὰ αὐτὸ ποὺ εἶχε πεῖ τότε, πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση, ὁ Λουκᾶς Νοταρᾶς, τὸ «κρειττότερον ἐστιν ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἰδέσθαι φακιόλιον τουρκικὸν ἢ καλύπτραν λατινικήν». Θεωροῦσε εὐνοϊκὴ τὴ ρύθμιση γιὰ τὴ διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ ὅτι μᾶς κατέκτησε ὁ Τοῦρκος καὶ ὄχι ὁ Φράγκος. Ἔλεγε: «Τριακοσίους χρόνους μετὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ μας ἔστειλεν ὁ Θεὸς τὸν ἅγιον Κωνσταντῖνον καὶ ἐστερέωσε βασίλειον χριστιανικὸν καὶ τὸ εἶχαν Χριστιανοὶ τὸ βασίλειον 1150 χρόνους. Ὕστερον τὸ ἐσήκωσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἔφερε τὸν Τοῦρκον καὶ τοῦ τὸ ἔδωκε διὰ ἰδικόν μας καλόν, καὶ τὸ ἔχει ὁ Τοῦρκος 320 χρόνους. Καὶ διατὶ ἔφερεν ὁ Θεὸς τὸν Τοῦρκον καὶ δὲν ἔφερε ἄλλον γένος; Διὰ ἰδικὸν μας συμφέρον, διότι τὰ ἄλλα ἔθνη θὰ μᾶς ἔβλαπτον εἰς τὴν πίστιν, ὁ δὲ Τοῦρκος ἄσπρα ἅμα τοῦ δώσεις κάμνεις ὅ,τι θέλεις». Ὁ ἅγιος κουβαλοῦσε τότε καὶ ἐξέφραζε ἀνόθευτα καὶ ἀκέραια τὴν παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας· καυχιόταν γιατί ἦταν ὀρθόδοξος καὶ μετέδιδε στὸν λαὸ αὐτή του τὴν καύχηση· «Ὅλαι αἱ πίστεις, ἔλεγε, εἶναι ψεύτικες· τοῦτο ἐκατάλαβαἀληθινόν, ὅτι μόνη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι καλὴ καὶ ἁγία, τὸ νὰ πιστεύωμεν καὶ νὰ βαπτιζώμεθα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦτο σᾶς λέγω τώρα· νὰ εὐφραίνεσθε ὁποὺεἶσθε ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ νὰ κλαίετε διὰ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικοὺς ὁποὺ περιπατοῦν εἰς τὸ σκότος».
Ἂς δοῦμε ὅμως σύντομα ποιές εἶναι οἱ ἀξίες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ σὲ σχέση μὲ τὶς ἀξίες τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ καὶ ἂν ἀληθεύει πράγματι αὐτὸ ποὺ σύγχρονοι εὐρωπαϊσταὶ ἰσχυρίζονται. Στὴν προσπάθειά τους νὰμᾶς πείσουν οἱ τελευταῖοι ὅτι δὲν διαφέρουν οἱ δύο πολιτισμοὶ προβάλλουν τὴ θέση ὅτι ὁδεύοντας πρὸς τὴν Εὐρώπη, ὁδεύουμε πρὸς τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό, συναντοῦμε ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, ἐπιβεβαιώνουμε τὴν αὐτοσυνειδησία μας. Εἶναι ὅμως ὁ ἴδιος ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς μὲ τὸν δικό μας, τὸν ὀρθόδοξο πολιτισμό;
Κατ’ ἀρχὴν ἕνα βασικὸ στοιχεῖο ποὺ διαφοροποιεῖ ἀμέσως τοὺς δύο πολιτισμοὺς εἶναι ἡ ὑπερβολικὰ μεγάλη ἀξία ποὺ ἔδωσε ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς στὸν ὀρθὸ λόγο, στὴν ἀνθρώπινη γνώση, στὴν ἐπιστήμη. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Καρόλου κυριάρχησε στὴ Δύση ὁ σχολαστικισμὸς καὶ ὁ ὀρθολογισμός.
Αὐτὸ συνεχίσθηκε καὶ ἐντάθηκε ἀκόμη περισσότερο στὴν περίοδο τῆς Ἀναγεννήσεως καὶ στὴν περίοδο τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποία ὁ πνευματικὸς κόσμος περιορίσθηκε στὴ λογικὴ καὶ στὴν ἐπιστήμη· ὅλα εἶναι νοῦς,ὀρθὸς λόγος, ἐπιστήμη. Ὅ,τι δὲν ἑρμηνεύεται λογικὰ καὶ ἐπιστημονικά, αὐτὸ εἶναι μῦθος, δεισιδαιμονία, δὲν ἀποτελεῖ στοιχεῖο πολιτισμοῦ, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν πολιτισμό. Ἀντίθετα, στὸν δικό μας πολιτισμό, τὸν ὀρθόδοξο, δὲν ἀπορρίπτεται ἡ λογική, ἡ ἀνθρώπινη γνώση, ἡ ἐπιστήμη, ἱεραρχεῖται ὅμως σωστὰ στὴ θέση της, κάτω ἀπὸ τὸ θεϊκὸ φωτισμὸ καὶ τὴ θεία σοφία. Καὶ εἶναι ἐνδιαφέρον στὴ συνάφεια αὐτὴ νὰ τονίσουμε ὅτι στὴν πόλη μας, τὴν Θεσσαλονίκη, ὑπῆρχε προβληματισμὸς σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἔντονη ἀντιπαράθεση τὸν 14ο αἰώνα κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἡσυχαστικῶν διενέξεων. Ἡ σύγκρουση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦΒαρλαὰμ τοῦ Καλαβροῦ δὲν ἦταν σύγκρουση δύο προσώπων, ἀλλὰ δύο κόσμων, ποὺ προσπαθοῦσαν ὁ καθένας νὰ προβάλει τὸ πρότυπο τῆς ἀνθρώπινης τελειότητας, τὸν ἰδανικὸ ἄνθρωπο. Ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸςἀντιπροσώπευε καὶ ἐξέφραζε τὸ ἰδανικό της τελειότητος τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος γίνεται τέλειος μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη. Ὅταν ἔφθασε στὴ Θεσσαλονίκη, δημιούργησε ἀναταραχὴστοὺς μοναχικοὺς κύκλους, γιατί προβάλλοντας τὸ δυτικὸ οὐμανιστικὸ ἰδεῶδες ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς: «Τί κάθεστε ἐσεῖς οἱ καλόγεροι καὶ ἀσχολεῖσθε μὲ τὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ καὶ τὶς ἄλλες ἀνοησίες καὶ δὲν στρώνεσθε νὰ μάθετε φιλοσοφία, νὰ διαβάσετε ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς, ποὺ εἶναι ὁ μοναδικὸς δρόμος γιά νά φθάσετε στήν τελειότητα». Τελειότητα χωρὶς τὴν φιλοσοφία εἶναι ἀδιανόητη γιὰ τὸν Βαρλαὰμ τὸν Καλαβρὸκαὶ τὸν δυτικὸ πολιτισμο.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ποὺ ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπισθεῖ τὸν ὀρθόδοξο πολιτισμὸ καὶ νὰ καθησυχάσει τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἀνησύχησαν, ἀπάντησε στοὺς συνηγόρους τῶν φιλοσόφων ὅτι ἡ φιλοσοφία καταφέρνει τελικῶς νὰ προσφέρει ὄχι γνώση, ἀλλὰ ἀγωνία καὶ ἄγχος· «οὐ μᾶλλον γνῶσιν ἢ ἀγωνίαν ἐκ τούτων ὑμῖν αὐτοῖς περιποιεῖσθε, ὢ βέλτιστοι». Δὲν ὑπάρχει φιλοσοφικὴ ἄποψη στὴν ὁποία νὰ μπορεῖ κανεὶς μὲ σιγουριὰ νὰ στηριχθεῖ, γιατί σίγουρα κάποιος ἄλλος φιλόσοφος θὰ τὴν ἀνατρέψει, ὅπως ἔδειξαν οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι «διηνεκῶς ἀλλήλους ἀνατρέποντες καὶ ὑπ’ ἀλλήλων ἀνατρεπόμενοι». Ὁ Χριστός, τὸ πρότυπο τῆς χριστιανικῆς τελειότητος, ἦτανἐντελῶς ἀμαθὴς καὶ ἄπειρος στὴν ἀνθρώπινη γνώση καὶ σοφία. Ἂν ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἦταν ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς τελειότητος, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ἔλεγε «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, τὰ ὑπάρχοντα πώλησον, διάδος πτωχοῖς, τὸν σταυρὸν ἆρον, ἀκολουθεῖν ἐμοὶ προθυμήθητι», ἀλλὰ θὰ ἔλεγε «τῆς ἔξω σοφίας ἐπιλαβοῦ, σπεῦσον πρὸς τὴν τῶν μαθημάτων ἀνάληψιν, περιποίησαι σεαυτῷ τὴν ἐπιστήμην τῶν ὄντων». Θὰ ἐδίδασκε γεωμετρία καὶ ἀστρονομία καὶ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες, γιὰ νὰ διώξει τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας. Δὲν θὰ διάλεγε ἀγραμμάτους ψαράδες ὡς μαθητάς, ἀλλὰ φιλοσόφους, οὔτε θὰ δίδασκε διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία εἶναι μωρία. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἔχασε τὴν ἀρχέγονη μακαριότητα, γιατί ὑπέκυψε στὸν πειρασμὸ τῆς γνώσεως καὶ δὲν ἀρκέσθηκε στὴ φυλακὴ τῆς καρδίας, στὴ φρούρηση δηλαδὴ καὶ καλλιέργεια τοῦσυναισθηματικοῦ κόσμου, ὅπου φύονται οἱ κακίες καί τά πάθη.
Τὸ ἀποφασιστικὸ πράγματι στοιχεῖο ποὺ δείχνει τὴν ἀνωτερότητα τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ ἔναντί της ὀρθολογιστικῆς καὶ τεχνοκρατούμενης Εὐρώπης εἶναι ὅτι παράγει ἀνθρώπους ἀπαθεῖς, χωρὶς κακίες καὶ πάθη, ἁγίους, γιατί προϋπόθεση τοῦ θεϊκοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, ἡ ἀπάθεια. Ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ φιλοσοφία οὔτε τοὺς ἴδιους τοὺς ἐπιστήμονες καὶ φιλοσόφους μπορεῖ νὰ ἀνακαινίσει, καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι γεμάτοι κακίες καὶ πάθη. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ κάθαρση καὶ ἡ ἀπάθεια γιὰ νὰ γίνεις σοφὸς καὶ ἐπιστήμων. Γι’ αὐτὸ γέμισε ὁ κόσμος ἀπὸ ἐμπαθεῖς καὶ ἀκαλλιέργητους πνευματικὰἐπιστήμονες, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἐπιστημονικὰ καὶ τεχνολογικὰ προηγμένος σύγχρονος πολιτισμός, πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ ὁδηγεῖται στὴν κατάπτωση.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ποὺ διαφοροποιεῖ τοὺς δύο πολιτισμοὺς εἶναι τὸ ὅτι στὴ Δύση τὸ βάρος πέφτει ὄχι στὰ πνευματικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ στὰ ὑλικά. Ἡ τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἄνεση, ἡ εὐημερία, ἡ πολυτέλεια, ἡ σπατάλη, ἡ ἐπίδειξη πλούτου, κατέστρεψαν καὶ ἀφάνισαν τὸ γνήσιο πρόσωπο τοῦ Χριστιανοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ πρέπει νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ὀλιγάρκεια, τὴν εὐτέλεια, τὴν λιτότητα, τὴν ἀσκητικότητα, τὴν πενία. Αὐτὸ ποὺ ἰσχύει γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πολιτισμούς· ἂν χάσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ψυχή του, τὴν πνευματική του ὀντότητα, δὲν κερδίζει τίποτε ἔστω καὶ ἂν κατακτήσει ὅλους τοὺς θησαυροὺς τῆς γής· «τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδίση καὶ ζημιωθῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;»[1].
Ἡ οἰκολογικὴ καταστροφὴ ποὺ μὲ δέος τὴν ἀντιμετωπίζουν οἱ ἐπιστήμονες, εἶναι ἀπόρροια τῆς ὑλιστικῆς κατευθύνσεως τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ δὲν σέβεται τὴ δημιουργία, προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἀνικανοποίητηὑλιστικὴ βουλιμία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ φυσικὸ περιβάλλον καὶ ἡ ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας δὲν θὰ ἐκινδύνευαν, ἂν ἀντὶ τοῦ homo oeconomicus, ὁ ὁποῖος δὲν ὀρρωδεῖ πρὸ οὐδενός, προκειμένου νὰ αὐξήσει τὰ κέρδη καὶ νὰἀποκτήσει ἀνέσεις, καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ἀνθρώπινο τύπο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, κυριαρχοῦσε ὁ homo asceticus, ὁ ἀσκητής, ὁ μοναχός, ὁ λιτοδίαιτος καὶ ὀλιγαρκής, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ἀνθρώπινο τύπο τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ.
Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ ἐπίσης διαφοροποιεῖ τοὺς δύο πολιτισμούς. Θὰ ἀναφέρω χαρακτηριστικὲς σκέψεις τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπου φαίνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέχρι σήμερα, ἡ ὀρθόδοξη Ἀνατολή, βλέπει τὴν παροῦσα ζωὴ ἐσχατολογικά, ζῆ μὲ τὴν πίστη ὅτι ἐδῶ εἴμαστε πάροικοι καὶ παρεπίδημοι, ὅτι «τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». Σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ ὀργανώσουμεἐγκόσμια κράτη, νὰ ἐκκοσμικεύσουμε τὴν Ἐκκλησία, ὅπως ἔκανε ἡ Δύση μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό, νὰ ἀποκτήσουμε ἀνέσεις καὶ ἀξιώματα, ἀλλὰ νὰ προετοιμασθοῦμε γιὰ τὴν ἄλλη ζωή. Παραθέτω ἕνα χαρακτηριστικὸ κομμάτι ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Μ. Βασιλείου Πρὸς τοὺς νέους, ὅπου λέγει ὅτι ὁ Χριστιανὸς αὐτὰ ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἄλλη ζωὴ καὶ δὲν βοηθοῦν στὴν κατάκτησή της, ὅπως εἶναι ὁ πλοῦτος, ἡ καταγωγή, ἡσωματικὴ δύναμη, οἱ τιμὲς τῶν ἀνθρώπων, τὰ θεωρεῖ περιττὰ καὶ ἄχρηστα, αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ ὅλοι σήμερα, ὅσοι ζοῦμε στὶς χῶρες τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Εὐρώπης καὶ μερικὲς τῆς Ἀνατολῆς, τὰ θεωροῦμε ὡς ἀξιοζήλευτα ἀγαθά· «ἡμεῖς, ὧ παῖδες, οὐδὲν εἶναι χρῆμα παντάπασι τὸν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτε ἀγαθὸν τί νομίζομεν ὅλως, οὔτ’ ὀνομάζομεν, ὃ τὴν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται. Οὔκουν προγόνων περηφάνειαν, οὐκ ἰσχὺν σώματος, οὐ κάλλος, οὐ μέγεθος, οὐ τὰς παρὰ πάντων ἀνθρώπων τιμάς, οὐ βασιλείαν αὐτήν, οὐχ ὅ,τι ἂν εἴποι τις τῶν ἀνθρωπίνων μέγα, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν, ἢ τοὺς ἔχοντας ἀποβλέπομεν, ἀλλ’ ἐπὶμακρότερον προΐμεν ταῖς ἐλπίσι καὶ πρὸς ἑτέρου βίου παρασκευὴν ἅπαντα πράττομεν. Ἃ μὲν οὖν ἂν συντελῆ πρὸς τοῦτο ἡμῖν, ἀγαπᾶν φαμεν, τὰ δ’ οὐκ ἐξικνούμενα πρὸς ἐκεῖνον ὡς οὐδενὸς ἄξια παρορᾶν»[2]. Τὰ ἴδια περίπου λέγει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος· «Τί δεδοίκαμεν εἰπὲ μοι τὸν θάνατον; Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος. Ἀλλ’ ἐξορίαν, εἰπέ μοι; Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Ἀλλὰ χρημάτων δήμευσιν; Οὐδὲν εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲν ἐξενεγκεῖν δυνάμεθα. Καὶ τὰ φοβερώτερα τοῦ κόσμου ἐμοὶ εὐκαταφρόνητα καὶ τὰ χρηστὰ καταγέλαστα. Οὐ πενίαν δέδοικα, οὐ πλοῦτον ἐπιθυμῶ, οὐ θάνατον φοβοῦμαι, οὐ ζῆσαι εὔχομαι, εἰ μὴ διὰ τὴν ὑμετέραν προκοπήν… Χριστὸς μετ᾽ ἐμοῦ καί τίνα φοβηθήσομαι»[3].
Αὐτὴ ἡ ἐσχατολογικὴ ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς ἔχει τὴν καθαρότερη ἐφαρμογή της στὸν μοναχικὸ βίο, στὰ μοναστήρια, ὅπου οἱ μοναχοὶ προσπαθοῦν νὰ ζήσουν ἀπὸ τώρα ὡς ἄγγελοι τὴ ζωὴ τῶν ἐσχάτων, προγεύονται καὶπρολαμβάνουν τὰ ἔσχατα. Ἀλλὰ καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ μοναστήρια αὐτὴ ἡ ἐσχατολογικὴ θεώρηση, ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ ἡ ἀφοβία μπροστὰ στὸν θάνατο, ἔχουν ἀποτυπωθεῖ ὡς γνωρίσματα τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ρωμηοσύνης ποὺ σιγὰ-σιγὰ τὸν ἐγκαταλείπουμε. Ὑπῆρχε τὸ ρωμαίϊκο φιλότιμο· προκειμένου νὰ κρατήσει ὁ Ρωμηὸς τὴν ἀξιοπρέπειά του, τὴν τιμή του, δὲν λογαρίαζε ὅτι θὰ χάσει τὶς ἀνέσεις καὶ τὰ ἀγαθά του, δὲν φοβόταν,ὅπως ὁ Διγενὴς Ἀκρίτας, νὰ συναντήσει τὸν θάνατο καὶ νὰ μονομαχήσει· αὐτὰ ἦσαν γνωρίσματα «τοῦ Ρωμαϊκοῦ φύλου, τοῦ εὐγενοῦς ἀρχῆθεν, τοῦ καρτερικοῦ, τοῦ ἀνδρικωτάτου, καὶ διὰ πόνων καὶ καρτερίας καὶ τῆς εἰς τὴνἀρχὴν ὑπακοῆς ἄχρι καὶ θανάτων μυρίων τῆς οἰκουμένης σχεδὸν ἁπάσης ἄρξαντος», ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης[4].
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ποὺ διαφοροποιεῖ τοὺς δύο πολιτισμοὺς εἶναι ἡ ταπείνωση. Μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Γένους μας βγαίνει πράγματι ὅτι ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς εἶναι ἕνας ἐπηρμένος, ἕνας ἐγωϊστικὸς πολιτισμός, χωρὶς ταπείνωση, ποὺ βλέπει καὶ ἀξιολογεῖ περιφρονητικὰ τοὺς ἄλλους πολιτισμούς. Ἤδη ἐνωρὶς ὁ Μ. Βασίλειος καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διεπίστωσαν τὴν ἔπαρση καὶ τὴ φυσίωση τῶν Δυτικῶν. Ἀντίθετα ὁ πολιτισμὸς τῆςἈνατολῆς εἶναι πολιτισμὸς τῆς ταπείνωσης, τοῦ σταυροῦ, τῆς συγκατάβασης. Θὰ παραθέσω γιὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἕνα συγκινητικὸ κείμενο, γραμμένο ἀπὸ τὸν πολύπαθο καὶ μαρτυρικὸ πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι, ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ στοὺς Δυτικοὺς ποὺ κατηγοροῦσαν τοὺς ὑπόδουλους Ὀρθοδόξους πὼς εἶναι ἀγράμματοι καὶ ἀπολίτιστοι: «Ὅσον πῶς δὲν ἔχομεν σοφίαν καὶ μαθήματα, ἀλήθεια εἶναι. Ἀμὴ ἂς μετρήσουν δύο πράγματα οἱ Λατῖνοι· πρῶτον ὅτι τὸν καιρὸν τὸν παλαιόν, ὅσον ἡ σοφία ἐπολιτεύετο εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοὺς Λατίνους οἱ Ἕλληνες εἶχον διὰ βαρβάρους· καὶ τώρα ἂν ἐβαρβαρώθημεν ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνοι ἐσοφίσθηκαν, παράδοξον δὲν εἶναι· ἡ πτωχεία καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῆς βασιλείας, μᾶς τὸ ἔκαμαν. Δεύτερον ἂς λογιάσουν ὅτι, ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν, ἔχομεν Χάριτι Χριστοῦ σοφία ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν ὀρθόδοξόν μας πίστιν, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε ἤμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς Λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς σκληραγωγίας, καὶ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Κύριονἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐὰν εἶχε βασιλεύσει ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα διακοσίους χρόνους εὑρίσκεται καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν τους καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ σεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἠθέλω ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ. Κάλλιον ἦτο νὰἔχει τινὰς καὶ τὰ δύο. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Πλὴν ἀπὸ τὰ δύο, τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ προτιμῶ»[5].
Καὶ τέλος ἕνα πέμπτο χαρακτηριστικό, μολονότι μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀπαριθμήσει περισσότερα, εἶναι ἡ ἀπιστία, ἡ ἀθεΐα, ἡ ὁποία ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βολταίρου ἔχει κατασυντρίψει καὶδιαλύσει τὸν πολιτισμὸ τῆς Δύσεως. Χάθηκε ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν οὐράνιο κόσμο, μὲ τὸν Χριστό, μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χάθηκαν καὶ ἐξαφανίσθηκαν οἱ ἀρετές. Ὁ Βολταῖρος παθιασμένος φώναζε: «Τσαλαπατῆστε, γκρεμίστε τὴνἘκκλησίαν». Ὁ σκοτεινὸς αὐτὸς Διαφωτισμὸς τῆς ἀπιστίας καὶ ἀθεΐας δημιούργησε τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους, μετὰ ἀπὸ διακόσια χρόνια, ἄρχισε νὰ μελετᾶται κριτικὰ καὶ νὰ διαπιστώνεται ὅτι ἡπολυδιαφημισθεῖσα Ἐπανάσταση προκάλεσε τοῦ κόσμου τὰ προβλήματα· ἐγκρέμισε ἕναν ὁλόκληρο πνευματικὸ κόσμο καὶ στὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας ἐξέθρεψε τὴν ἀναρχία, τὴν ἀχαλίνωτη ἐλευθερία, τὴνἔλλειψη σεβασμοῦ στὴν πειθαρχία, τὴν νομιμότητα, τὴν τάξη. Ἔσβησε ἡ πίστη στὸν αἰώνιο κόσμο, ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Θεός, καὶ οἱ ἀρετὲς ποὺ πηγάζουν ἀπ’ αὐτόν, ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀγάπη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Στὴν ἀπιστία αὐτὴσυνετέλεσαν κατὰ τὸν Κόντογλου, πολλοὶ διανοούμενοι τῆς Δύσεως «δαιμονόψυχοι, ἐλεεινοὶ ἄνθρωποι, ποὺ μισήσανε τὸν Θεό, ὅπως ὁ Βολταῖρος, ὁ Νίτσε, ὁ Φρόϋντ, ὁ Σάρτρ»[6].
Ἐπίλογος
Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι λίγα μόνο χαρακτηριστικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει οἱ Ἕλληνες. Οἱ περισσότεροι νομίζουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς δύο πολιτισμούς, ὅτι ὅλοι πολιτιστικὰ εἴμαστε Εὐρωπαῖοι. Μόνον ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παράδοση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τοῦ μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου, τοῦ Κυρίλλου Λούκαρι, τῶν ἁγίων της Τουρκοκρατίας, τῶν Κολλυβάδων, τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ Κόντογλου, βλέπουν ὅτιἀνάμεσα στοὺς δύο πολιτισμοὺς «χάσμα μέγα ἐστήρικται».
Ἀντιλαμβάνεστε λοιπὸν ποῦ εὑρίσκεται τὸ σημερινό μας χρέος. Χρειάζεται νὰ ὀργανωθεῖ πνευματικὴ σταυροφορία γιὰ νὰ παρουσιασθοῦν αὐτὰ στὸν λαό μας. Γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος πνευματικός, ἔστω καὶ ἂνἐπιτύχουμε τὰ οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ ἀνταλλάγματα ποὺ διαρκῶς μᾶς προβάλλουν οἱ εὐρωπαϊστὲς πολιτικοί μας, πρώϊμοι καὶ ὄψιμοι. Μπήκαμε καὶ ἐμεῖς ὅλοι στὸ πολιτικὸ παιχνίδι καὶ ἀκοῦμε συχνὰ καὶ ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι μὲ τὴν ἔνταξή μας στὴν Εὐρώπη ἐξασφαλίζουμε τὴ δημοκρατία, τὴν πολιτικὴ σταθερότητα. Κανεὶς ἀσφαλῶς δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα. Σκεφθήκαμε ὅμως τὸ τίμημα; Σκεφθήκαμε ὅτι σὲ παρόμοιες περιπτώσεις οἱ Πατέρες μας, ποὺ ἀποτελοῦν τοὺς ἐκφραστὲς τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ καὶ ποὺ τοὺς τιμοῦμε ὡς ἁγίους, τάχθηκαν ἐναντίον τῆς Εὐρώπης, ἐναντίον τῆς ἑνώσεως, ἕτοιμοι νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς συνέπειες,ἀκόμη καὶ τὴν πολιτικὴ ὑποδούλωση στοὺς Τούρκους; Τὰ ἔθνη δὲν χάνονται, ὅταν ἀπολέσουν τὴν κρατική τους ὑπόσταση, ἀλλὰ ὅταν χάσουν τὸν πολιτισμό, τὴν ψυχή τους. Ἂν λοιπὸν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τὸ καθῆκον τῆςἐπαγρυπνήσεως περνάει εἰς ὅλους μας, γονεῖς καὶ ἐκπαιδευτικούς. Ἡ διάβρωση ἔχει προχωρήσει πολύ, διαρκῶς τὰ πνευματικὰ κάστρα πέφτουν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. Ἡ πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἐνοποίησή μας μὲ τὴν Εὐρώπη εἶναι πλέον γεγονός. Δὲν μποροῦμε νὰ γυρίσουμε πίσω. Πολλοὶ αἰσιοδοξοῦν ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ὀρθοδοξία θὰ ἐπιτύχουν καὶ πάλιν ὅ,τι ἐπέτυχαν ἐπὶ Ρωμαιοκρατίας καὶ Τουρκοκρατίας, θὰ ἀποτελέσουν τὴν ζύμη ἢ τὸ ἅλας ποῦ θὰ νοστιμίσει τὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό. Διατηρεῖ ὅμως τὸ ἅλας τῆς Ὀρθοδοξίας τὴ δύναμή του; Καὶ «ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῆ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται;». Ἤδη ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι δὲν ὑπολογίζουν ὡς κομμάτι, καὶμάλιστα τὸ πιὸ ἀξιόλογό της εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας. Κυριαρχεῖ ἀκόμη καὶ ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅπως φάνηκε στὸ γνωστὸ βιβλίο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας ποὺ κυκλοφόρησε καὶ ἐπρόκειτο νὰ διδαχθεῖ στὰ σχολεῖα, καὶ σὲ κάθε περίπτωση ἡ Ὀρθοδοξία, ποὺ ἀποτελεῖ ἀγκάθι γιὰ τὸν ἰσχυρὸ ἀκόμη παπισμό, ὁ ὁποῖος μὲ τοὺς διπλωμάτες καὶ πολιτικοὺς ποὺ ἐπηρεάζει, τὴν ἐξωθεῖ στὸ περιθώριο τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐξελίξεων. Πῶς λοιπὸν ὑποστηρίζουν οἱεὐρωπαϊσταί μας ὅτι ὁδεύοντας πρὸς τὴν Εὐρώπη ὁδεύουμε πρὸς τὸν ἑαυτό μας, ἐνῷ σίγουρα παίρνουμε τὸν δρόμο τῆς πολιτιστικῆς μας διάβρωσης καὶ ἀφομοίωσης; Μόνον ἂν μείνουμε στὴν Ὀρθοδοξία, στὴν πίστη τῶν πατέρων μας, δὲν θὰ ξεχάσουμε καὶ δὲν θὰ χάσουμε τοὺς ἑαυτούς μας.
ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2014
[3]. PG 52, 427.
[4]. Ὁμιλία καὶ ἀπολογία ἐν τῷ μέλλειν ἀπέρχεσθαι. Βλ. ἐν D. Balfour, Politico-Historical Works of Symeon archbishop of Thessalonica (1416-17 to 1429), Wien 1979, σελ. 47.
[6]. Φ. Κόντογλου, Μυστικά ἄνθη, σελ. 111-112: «Ἡ ἀπιστία εἶναι θρονιασμένη στὴν καρδιά μας… Οἱ ψυχὲς τῶν νέων εἶναι ρημαγμένες ἀπὸ τὰ ἄγρια ἔνστικτα, ποὺ τὰ ἀνεβάσανε στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ τάρταρα τῆςἀνθρώπινης φύσης, κάποιοι ἐχθροί του ἀνθρώπου, κάποιοι πνευματικοὶ ἀνθρωποφάγοι, ποὺ ἀνάμεσά τους πρωτοστατεῖ ἕνας τρελλὸς λύκος λεγόμενος Νίτσε, μιὰ μούμια σὰν παληόγρια, λεγόμενη Βολταῖρος, κάποιος ζοχαδιακὸς Φρόϋντ κι ἕνα πλῆθος ἀπὸ τέτοια ὄρνια καὶ κοράκια καὶ νυχτερίδες. Ὅσοι τοὺς θαυμάζανε, ἂς καμαρώσουνε σήμερα τὰ φαρμακερὰ μανιτάρια, ποὺ φυτρώσανε μέσα στὶς καρδιὲς καὶ στὶς ψυχὲς τῆς γαγγραινιασμένης ἀνθρωπότητος». Βλ. ἐπίσης Κ. Καβαρνού, Ἑλλὰς καὶ Ὀρθοδοξία, Ἀθῆναι 1987, σελ. 35, 44, 45.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



