Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Τα δεσμά του Ελευθερωτή μας.(Αρχιμ.Βαρνάβα Λαμπρόπουλου)

Χριστούγεννα.(π.Αντωνίου Μπλούμ)

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Η Γέννηση του Χριστού: Ιστορικά και θεολογικά στοιχεία και οι κατά καιρούς διαστρεβλώσεις τους


visit counter


Το πρόσωπο του Χριστού στο επίκεντρο αμφισβητήσεων
 Η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού είναι κάτι αυτονόητο για κάθε Χριστιανό, αλλά και για κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο. Σύμφωνα με τη σαφέστατη μαρτυρία της Αγ. Γραφής, ο Ιησούς είναι ένα ιστορικό πρόσωπο, που γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, «επί Καίσαρος Αυγούστου», δίδαξε τον Λαό, έκανε θαύματα, σταυρώθηκε «επί Ποντίου Πιλάτου» και αναστήθηκε «τη τρίτη ημέρα». Αλλά και η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνει, όχι βέβαια όλα, αλλά αρκετά από τα στοιχεία του ιστορικού βίου του Ιησού, τα οποία γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια. Ωστόσο, από χώρους εχθρικούς προς τον Χριστιανισμό, είτε «επιστημονικούς» είτε χώρους ιδεολογικά φορτισμένους, εγείρονται κατά καιρούς αμφισβητήσεις της ιστορικότητας του Χριστού και επιστρατεύονται «επιστημονικά» επιχειρήματα για να «στηρίξουν» τις αμφισβητήσεις αυτές. Η προβολή τέτοιων αμφισβητήσεων από μέσα ενημερώσεως και κάθε είδους έντυπα εντείνεται, συνήθως, όσο πλησιάζουν οι μεγάλες εορτές του Χριστιανισμού, προκειμένου να πεισθεί το ευρύ κοινό ότι τα γεγονότα, που εορτάζει η Εκκλησία, είναι ένας μύθος, που στερείται κάθε ιστορικής βάσης.
Παράλληλα, από άλλους ιδεολογικούς χώρους προβάλλεται η παράδοξη αντίληψη ότι η ιστορικότητα του Ιησού δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για την κατανόηση της ουσίας της χριστιανικής πίστης. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Χριστός δεν ήταν ιστορικό (δηλαδή πραγματικό) πρόσωπο, αλλά μια ιδέα η μια κατάσταση, στην οποία καλείται να φτάσει ο καθένας από μας (η περίφημη «χριστική κατάσταση» των νεοεποχητικών ομάδων). Τέτοιες αντιλήψεις προβάλλονται από νεότερα φιλοσοφικά ρεύματα, από ομάδες και οργανώσεις των ανατολικών θρησκειών και από το κίνημα της Νέας Εποχής. Η έλλειψη γνήσιας Ορθόδοξης κατήχησης έχει ως αποτέλεσμα τέτοιες αντιλήψεις να διαδίδονται ευρύτερα και να γίνονται αποδεκτές ακόμη κι από Χριστιανούς! Στα πλαίσια αυτά τα ιστορικά στοιχεία, που περιέχουν τα Ευαγγέλια, κατανοούνται ως αλληγορίες και σύμβολα, η δε αυθαιρεσία στην ερμηνεία της Αγ. Γραφής (το να ερμηνεύει καθένας όπως νομίζει, προσδίδοντας τις πιο παράδοξες και αντιφατικές αντιλήψεις) γνωρίζει την αποκορύφωσή της. Έτσι στα νεότερα χρόνια ο γερμανός φιλόσοφος Hegel (1770-1831) ισχυρίστηκε ότι, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το ιστορικό πρόσωπο του Χριστού, αλλά η συνδεδεμένη με αυτό ιδέα. Ιστορικά μπορεί να πιστεύει καθένας ό,τι θέλει, όμως, το μόνο που έχει σημασία είναι η ιδέα. Το ίδιο πίστευε και ο Schelling (1775-1854), ενώ μαθητές του Hegel και φιλόσοφοι, όπως οι Schopenhauer (1788-1860), Bruno Bauer (1809-1882) κ.α., αμφισβήτησαν σαφέστερα την ιστορικότητα του Ιησού η την ερμήνευσαν συμβολικά. Δυστυχώς, και γνωστοί προτεστάντες θεολόγοι περί τον R. Bultmann (1884-1976) προέβαλαν την ανάγκη «απομύθευσης» των Ευαγγελίων και της Κ. Διαθήκης γενικά, εισάγοντας μεταξύ άλλων τη διάκριση μεταξύ «ιστορικού Ιησού» και «Χριστού της πίστεως».
Τέλος, επειδή κάθε σταθμός της ζωής του Χριστού έχει και θεολογικό περιεχόμενο, αιρέσεις προτεσταντικών κατά κανόνα καταβολών, αμφισβήτησαν το νόημα των χριστιανικών εορτών. Για παράδειγμα, οι γνωστοί Μάρτυρες του Ιεχωβά ισχυρίζονται ότι «οι εορτές γενικώς και ειδικά αυτή της Γεννήσεως του Κυρίου, δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά έχει (και έχουν οι εορτές), μια παγανιστική, μη χριστιανική προέλευση, και μάλιστα συχνά συνοδεύονται από ελευθεριάζουσες πράξεις και δραστηριότητες, όπως είναι η οινοποσία, η μέθη, η πορνεία και άλλα» (Τα πάντα δοκιμάζετε, σ. 241). Τονίζουν ότι εορτές δεν μνημονεύονται στην Αγ. Γραφή, παρά μόνο κάτω από αρνητικές περιστάσεις, όπου πάντοτε θανατώνεται κάποιος, όπως τα γενέθλια του Ηρώδη, όπου θανατώθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής. Τέλος, για την εορτή των Χριστουγέννων προβάλλεται το επιχείρημα ότι ο Χριστός δεν γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, άρα δεν έχει νόημα να εορτάζουμε αυτή την ημερομηνία, που συνδέεται άλλωστε με την αρχαία λατρεία του ήλιου.
Επειδή στο θέμα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού με βάση τα δεδομένα της επιστήμης έχουμε ασχοληθεί σε προηγούμενα τεύχη του εντύπου μας (41, 59), στο τεύχος αυτό θα ασχοληθούμε με τη σημασία της ιστορικότητας του Κυρίου για τη χριστιανική πίστη, όπως προβάλλεται στην Καινή Διαθήκη, και ιδιαίτερα με κάποια ιστορικά και θεολογικά ζητήματα, που συνδέονται με το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού.
Η Γέννηση ως ιστορικό γεγονός
 Στην Καινή Διαθήκη απουσιάζει εντελώς η αντίληψη ότι ο Ιησούς Χριστός είναι μια ιδέα η ότι η Γέννησή Του είναι ενσάρκωση μιας ιδέας. Αντίθετα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, που γεννήθηκε και έζησε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και συνδέεται με άλλα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Για να τονίσουν αυτό ακριβώς οι ιεροί Ευαγγελιστές παραθέτουν γενεαλογίες της καταγωγής του Ιησού, δηλ. αλυσίδες διαδοχικών γεννήσεων, από τις οποίες καταδεικνύεται η καταγωγή του, ως ανθρώπου, από το «γένος» Δαβίδ και Αβραάμ (Ματθ. 1,1-16, Λουκ. 3,24-38). Οι Ευαγγελιστές επισημαίνουν ότι η Γέννηση του Ιησού είχε προφητευθεί από μεγάλους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης πριν από πολλούς αιώνες και ήταν κάτι αναμενόμενο. Η πρώτη σχετική «προφητεία» δίδεται από τον ίδιο τον Θεό αμέσως μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων, σύμφωνα με την οποία «το σπέρμα της γυναικός» (Εκείνος που θα γεννηθεί από μια γυναίκα) θα συντρίψει την κεφαλή του «όφεως» – διαβόλου (Γεν. 3,15). Οι μεγάλοι Προφήτες είχαν δεί συγκεκριμένα γεγονότα, συνδεόμενα με τη Γέννηση: ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από παρθένο (Ησ. 7,14), θα καλείται Εμμανουήλ, δηλ. Θεός (Ησ. 7,14), θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ (Μιχ. 5,2), θα ονομασθεί Ναζωραίος (Ματθ. 2,23). Είχαν δεί επίσης την προσκύνηση των Μάγων (Ψαλμ. 71,10-11, Ησ. 60,6), την επιστροφή από την Αίγυπτο (Ωσ. 11,1), τον θρήνο για τη σφαγή των νηπίων (Ιερ. 38,15).
Τονίζοντας την ιστορική Γέννηση και καταγωγή του Ιησού, οι Ευαγγελιστές δεν αρνούνται την προύπαρξή Του ως Θεού, ούτε πιστεύουν ότι άρχισε να υπάρχει, όταν γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία. Αντίθετα, τονίζουν ότι προϋπήρχε ως Θεός (ως Υιος του Θεού), και, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», έγινε ανθρωπος για τη σωτηρία μας (Γαλ. 4,4), χωρίς, βέβαια, να πάψει να είναι και Θεός. Ό,τι άρχισε να υπάρχει με τη Γέννηση του Χριστού ήταν η ανθρώπινη φύση Του, την οποία «προσέλαβε» από την Παρθένο Μαρία, δεδομένου ότι ο Χριστός ένωσε στο πρόσωπό Του, κατά παράδοξο για μας τρόπο, δύο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη. Η Κ. Διαθήκη τονίζει ακριβώς ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι ιστορική, πραγματική, όμοια με τη δική μας, δηλ. ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο «κατά δόκησιν», δηλ. δεν νομίσαμε ότι έγινε άνθρωπος, αλλά έγινε όντως άνθρωπος. Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1,14) δεν εννοεί ότι σαρκώθηκε κάποιος αφηρημένος λόγος η ίδέα, κατά το παράδειγμα φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων της εποχής του, αλλ’ ότι σαρκώθηκε ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού, Αυτός που αποτελεί ιδιαίτερη υπόσταση, που έχει ξεχωριστή ύπαρξη. Αυτός ο Λόγος, που ταυτίζεται με τον «μονογενή υιόν, τον όντα εις τον κόλπον του πατρός» (Ιω. 1,18), προϋπήρχε κάθε δημιουργίας του Θεού αιωνίως («εν αρχή ην ο Λόγος», Ιω. 1,1) και είναι Θεός («και Θεός ην ο Λόγος», Ιω. 1,1), όπως ακριβώς και ο Πατήρ Του.
Εντάσσοντας τη Γέννηση στο τοπικό και χρονικό της πλαίσιο, οι ιεροί Ευαγγελιστές τονίζουν ότι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας (Ματθ. 2,1), την εποχή που βασίλευε εκεί ο Ηρώδης (Ματθ. 2,1), όταν ηγεμόνας της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος (Λουκ. 2,2) επί Ρωμαίου αυτοκράτορος «Καίσαρος Αυγούστου» (Λουκ. 2,1) και μάλιστα με αφορμή γενική απογραφή, που ο ίδιος είχε διατάξει, για ολόκληρη την αυτοκρατορία («απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην, Λουκ. 2,1), απογραφή, που ήταν η πρώτη της ηγεμονίας του Κυρηνίου στη Συρία (Λουκ. 2,2). Τα παραπάνω πρόσωπα και γεγονότα είναι ιστορικά. Ο Οκταβιανός Αύγουστος ήταν αυτοκράτορας μεταξύ των ετών 31 π.Χ και 14 μ.Χ. Ο Ηρώδης «ο Μέγας» ήταν βασιλιάς στην Ιουδαία (υποτελής στη Ρώμη) στο διάστημα 37 π.Χ – 4 π.Χ. Ο βίαιος χαρακτήρας του επιβεβαιώνεται από εξωβιβλικές πηγές. Είχε διαδοχικά δέκα συζύγους και απέκτησε πολλά παιδιά, αρκετά από τα οποία φονεύθηκαν με εντολή του. Κάποτε εκτέλεσε 45 από τα 70 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου των Ιουδαίων, δηλ. όλη σχεδόν την πνευματική, οικονομική και πολιτική αριστοκρατία των Εβραίων (Σ. Αγουρίδη, Ιστορία των χρόνων της Κ. Διαθήκης, Θεσ/νίκη 1983, σ. 266). Όποιος γνωρίζει «πόσα μέλη της οικογένειάς του, και ιδίως πόσα παιδιά του εξόντωσε ο Ηρώδης, δεν εκπλήσεται για την ευαγγελική αφήγηση περί της σφαγής νών νηπίων στη Βηθλεέμ» (αυτόθι, σ. 268). Η ηγεμονία του Κυρηνίου επιβεβαιώνεται από τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XVIII, 1-2), ενώ για την τακτική των συχνών απογραφών στην αυτοκρατορία μαρτυρούν πολλές εξωβιβλικές πηγές.
Με βάση αυτά και άλλα δεδομένα, μπορεί να υπολογισθεί με σχετική ακρίβεια το έτος της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Η πιο γνωστή απόπειρα στο παρελθόν, στην οποία βασίζεται το ισχύον χρονολογικό σύστημα, έγινε από τον μοναχό Διονύσιο τον Μικρό στη Ρώμη το 562 μ.Χ. Μέχρι τότε ίσχυαν άλλα χρονολογικά συστήματα. Με την επικράτηση, όμως, του Χριστιανισμού και με βάση την πεποίθηση ότι το πρόσωπο του Ιησού τέμνει την ιστορία του κόσμου σε προ Χριστού και μετά Χριστόν εποχή, έπρεπε να ισχύσει ένα χρονολογικό σύστημα με αφετηρία ακριβώς το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι υπολογισμοί του Διονυσίου με τα δεδομένα της τότε εποχής είναι εσφαλμένοι και ότι, σύμφωνα με σύγχρονους και ακριβέστερους υπολογισμούς, ο ακριβής χρόνος της Γεννήσεως του Χριστού τοποθετείται λίγο πριν το έτος 4 π.Χ.
Ο αστέρας της Γεννήσεως και η προσκύνηση των Μάγων
 Το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, όπως περιγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια, συνοδεύθηκε από υπερφυσικά σημεία, όπως η δοξολογία των Αγγέλων, ο αγγελικός ύμνος («Δόξα εν υψίστοις Θεώ»), η εμφάνιση του Αγγέλου στους Ποιμένες, η «δόξα Κυρίου» που περιέλαμψε τους Ποιμένες της Βηθλεέμ, ο αστέρας που οδήγησε τους Μάγους στο Βρέφος, η προσκύνηση των Μάγων. Θα ήταν παράδοξο να αναμένουμε από την επιστημονική έρευνα να επιβεβαιώσει τέτοια γεγονότα, τα οποία ούτως η άλλως υπερβαίνουν τα όρια του φυσικού. Όμως, από χώρους εχθρικούς στον Χριστιανισμό και περιβελημένους επιστημονικό μανδύα, επιχειρήθηκε να εξηγηθούν κάποια από τα γεγονότα αυτά ως φυσικά, με σκοπό να απογυμνωθεί το γεγονός της Γεννήσεως του Κυρίου από κάθε υπερφυσικό περιεχόμενο.
Έτσι κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι το άστρο, που οδήγησε τους Μάγους, ήταν ένα φυσικό φαινόμενο της εποχής, δηλαδή «σύνοδος πλανητών», είτε Δία και Κρόνου, είτε Δία και Αφροδίτης, που απλώς συνέπεσε τη χρονική εκείνη στιγμή και ήταν ορατή ως αρκετά φωτεινότερο από τα υπόλοιπα άστρο. Τέτοιες ερμηνείες, εκτός του ότι δεν είναι γενικά αποδεκτές επιστημονικώς, δεν ερμηνεύουν το φαινόμενο, που περιγράφει η Βίβλος, και προκαλούν εύλογα ερωτήματα όπως: Πως η «σύνοδος» αυτή οδηγούσε ανθρώπους σε τόσο μεγάλες αποστάσεις; Πώς εξαφανίσθηκε και επανεφανίσθηκε, όταν οι Μάγοι έφθασαν στον Ηρώδη; Πόσο χρόνο διήρκεσε αυτή η «σύνοδος»; Από το βιβλικό κείμενο εξάγεται ότι δύο ολόκληρα χρόνια ταξίδευαν οι Μάγοι για να φθάσουν στο Βρέφος, οδηγούμενοι από τον αστέρα. Έτσι υπολόγισε («ηκρίβωσε») τον χρόνο ο Ηρώδης (Ματθ. 2,7) και διέταξε τη σφαγή των Νηπίων της Βηθλεέμ «από διετούς και κατωτέρω» (2,16). Είναι χαρακτηριστικό ότι η προσκύνηση των Μάγων, κατά το ιερό κείμενο, δεν έγινε στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ, αλλά «εις την οικίαν», όπου διέμενε «το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού» (2, 11). Ισως η ερμηνεία του αγίου Θεοφυλάκτου ότι ο αστέρας ήταν «αγγελική δύναμις» (Άγγελος), που οδηγούσε του Μάγους, είναι πολύ πιο λογική από «επιστημονικές» θεωρίες, όπως οι παραπάνω.
Η καθιέρωση της εορτής των Χριστουγέννων
Είναι αληθές ότι η Βιβλική Παράδοση δεν διέσωσε την ακριβή ημερομηνία της Γεννήσεως του Χριστού. Τα ιερά κείμενα δεν παρέχουν καμμιά ασφαλή πληροφορία για την εποχή της Γεννήσεως. Η εινόνα των Χριστουγέννων που έχουμε στον νού μας, με τα χιόνια και το ψύχος, είναι μεταγενέστερης δυτικής προέλευσης και δεν στηρίζεται στα κείμενα. Το Σπήλαιο ήταν μάλλον πρόχειρο κατάλυμα της Θεοτόκου και του Ιωσήφ και όχι χώρος προστασίας από το κρύο. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Φάτνη χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εναποθέσεως του Βρέφους («κούνια») και όχι ως θερμαντικό μέσο. Πουθενά δεν αναφέρεται χιονόπτωση, βροχή, κακοκαιρία, ψύχος, φαινόμενα άλλωστε πολύ σπάνια για την περιοχή. Η αναφορά σε «ποιμένας … αγραυλούντας και φυλάσσοντας φυλακάς της νυκτός» (Λουκ. 2,8) μάλλον παραπέμπει σε άλλη εποχή. Προσπάθειες χρονολογήσεως με βάση τη σύλληψη του Προδρόμου και την εφημερία του Ζαχαρία στον Ναό δεν έχουν οδηγήσει ασφαλή συμπεράσματα. Ουσιαστικά, η ακριβής ημερομηνία της Γεννήσεως παραμένει άγνωστη.
Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε την Εκκλησία να καθιερώσει μια μέρα τιμής για το μεγάλο αυτό γεγονός, αφού σημασία έχει η τιμή του γεγονότος κι όχι η ακριβής ημερομηνία του. Οι πρώτες αναφορές στον εορτασμό της Γεννήσεως υπάρχουν σε κείμενα του πάπα Τελεσφόρου (125-136), σύμφωνα με κάποιους ερευνητές (Ν. Ιωαννίδη «Η εορτή Χριστουγέννων – Θεοφανείων», στο Το Χριστιανικόν Εορτολόγιον, Αθήναι 2007, σ. 132). Σαφέστερες πληροφορίες παρέχουν κείμενα του 3ου μ.Χ. αι., χωρίς αυτό να σημαίνει ότι νωρίτερα η Εκκλησία δεν τιμούσε το γεγονός, περ’ ότι οι συνθήκες της εποχής καθιστούσαν προβληματικό κάθε εορτασμό, λόγω π.χ. των διωγμών του Χριστιανισμού. Είναι ιστορικά βέβαιο, ότι στην Ανατολή τον 3ο μ.Χ. αι. η Γέννηση εορταζόταν μαζί με τη Βάπτιση του Χριστού στις 6 Ιανουαρίου, με το κοινό όνομα «Θεοφάνεια», ως εορτές φανερώσεως του Θεού στον κόσμο. Άλλωστε, η προσωνυμία «Θεοφάνεια» προσιδιάζει περισσότερο στη Γέννηση παρά στη Βάπτιση, γιατί τότε «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμ. 3,16). Στη Δύση η Γέννηση εορταζόταν στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα που οι εθνικοί λάτρευαν τον φυσικό ήλιο. Ο λόγος του εορτασμού της Γεννήσεως τη μέρα αυτή είναι προφανής: οι Χριστιανοί ήθελαν να διακηρύξουν σε κάθε κατεύθυνση ότι ο κτιστός ήλιος δεν έχει καμμία θεία ιδιότητα και είναι απλώς δημιούργημα του αληθινού Ηλίου της Δικαιοσύνης. Σαφείς αναφορές στην ιδιότητα του Χριστού ως Ηλίου της Δικαιοσύνης υπάρχουν μέχρι σήμερα στην υμνολογία των Χριστουγέννων. Σιγά – σιγά επικράτησε και στην Ανατολή ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου. Αυτό έγινε τον 4ο μ.χ. αι., με τη συμβολή των Πατέρων της Εκκλησίας Βασιλείου του Μεγάλου και Γρηγορίου του Θεολόγου.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εορτασμός των μεγάλων εορτών, με αφορμή σταθμούς της ζωής του Χριστού, είναι απόλυτα σύμφωνος με το γράμμα και το πνεύμα της Αγ. Γραφής. Στην Παλαιά Διαθήκη εορτάζονται γεγονότα θαυμαστής σωτηρίας του Λαού του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος προέτρεψε τους Μαθητές να επιτελούν την «ανάμνησιν» του Πάθους Του (Λουκ. 22,19-20). Κατά το παράδειγμα της «αναμνήσεως» του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού, καθιερώθηκαν οι μεγάλες Δεσποτικές εορτές. Για τη Γέννηση είναι σαφής η μαρτυρία της Κ. Διαθήκης ότι και οι Άγγελοι ανύμνησαν το γεγονός, δοξολογούντες τον Θεό και ψάλλοντες «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη» (Λουκ. 2,13-14). Αυτό επέδρασε προφανώς καταλυτικά στην πρώϊμη καθιέρωση του εορτασμού της Γεννήσεως του Χριστού από την αρχαία Εκκλησία.
Το θεολογικό νόημα της Γεννήσεως
 Η Γέννηση του Χριστού εκτός από ιστορικό γεγονός είναι «το μέγα της ευσεβείας μυστήριον» (Α’ Τιμ. 3,16), το μεγάλο μυστήριο, που πρέπει να σεβόμεθα. Ποιο ακριβώς είναι το μυστήριο αυτό; Είναι το γεγονός ότι «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμ. 3,16), το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος. Μυστήριο «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον, φανερωθέν δε νυν» (Ρωμ. 16,25). Είναι ουσιαστικά το μυστήριο της σωτηρίας μας, το οποίο διακονεί και ενεργεί ο ίδιος ο Υίός του Θεού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος ακριβώς για να σώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος από τη «δουλεία του εχθρού». Με την έλευσή Του στον κόσμο ο Υιος του Θεού ενώνεται μαζί μας και μας σώζει: αφ’ ενός μεν η ανθρώπινη φύση ενώνεται με τη θεία στο πρόσωπο του Χριστού, αφ’ ετέρου δε καθένας από μας ενώνεται με τον Χριστό κοινωνώντας το Σώμα και το Αίμα Του. Κατά τη σαφή διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας «ό,τι ενώνεται με τον Χριστό, εκείνο και σώζεται» και «εκτός του Χριστού δεν υπάρχει σωτηρία.
Είναι, λοιπόν, δυνατό να μην χαιρόμεθα και να μην πανηγυρίζουμε για την έλευση του Χριστού στον κόσμο; Είναι δυνατό να αδιαφορούμε μπροστά στο μεγάλο γεγονός, στο οποίο βασίζεται η σωτηρία μας; Μόνο όσοι δεν έχουν την παραμικρή αίσθηση η αντίληψη του μυστηρίου της σωτηρίας, του «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου», μπορεί να υιοθετούν μια τέτοια στάση. Αν οι Άγγελοι του ουρανού πανηγυρίζουν και ψάλλουν ύμνους για τη δική μας σωτηρία, για την «ειρήνην» και «ευδοκίαν» που ήλθε στον κόσμο («και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», Λουκ. 2,14), τι πρέπει να κάνουμε εμείς; Να γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία πανηγυρίζει τη Γέννηση του Χριστού, ως γεγονός παραπλήσιο με αυτό της Αναστάσεως. Να γιατί η υμνολογία της αποτελεί έκρηξη χαράς για τη σωτηρία, που ήλθε στον κόσμο. Να γιατί ψάλλει μαζί με τους Αγγέλους: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε· Χριστός επί γης, υψώθητε».
Πηγή: Έντυπο «Ορθοδοξία και αίρεσις» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τεύχ. 71, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2010.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης για τις συμπροσευχές και το Βάπτισμα των ετεροδόξων


visit counter


Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο "Αναβάσεις" την παρούσα ανάρτηση για να βοηθήσουμε τους πλανεμένους οικουμενιστές να σφαλίσουν τα βλάσφημά τους στόματα. 





Διηγείται ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: «Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας ένας Προτεστάντης πάστορας. Όταν με ενημέρωσαν ότι αυτός ο κύριος είναι ιερέας των Προτεσταντών, τον πλησιάσαμε και τον ξεναγήσαμε στο Μοναστήρι μας. Μετά, είπα να ετοιμάσουν για τον άνθρωπο φαγητό. Εγώ δεν κάθησα μαζί του στο τραπέζι, αλλά αποσύρθηκα στο κελί μου. Διότι αυτό απαιτεί η τάξις. Οι Πατέρες απαγορεύουν τη συμπροσευχή που προηγείται της κοινής τραπέζης». Σε άλλη περίπτωση επισκέφθηκαν το Μοναστήρι δύο αγιορείτες ιερομόναχοι και μια ηλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικής καταγωγής, που είχε αποφασίσει να γίνει Ορθόδοξη. Όταν στο Γέροντα αναφέρθηκε ότι, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, στα άτομα αυτά είναι αρκετό το μυστήριο του Χρίσματος, χωρίς το Βάπτισμα, ο Γέροντας είπε: -Δεν γνωρίζω τι αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι το Ευαγγέλιο λέει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται κανονικά το μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος. 

 Και σε ένα τρίτο περιστατικό ενός Καθολικού, που θέλησε να βαπτισθεί, αφού ο Γέροντας τον προέτρεψε να επισκεφθεί τον επίσκοπο της περιοχής του, απ’ όπου επέστρεψε με τη σύσταση ότι δεν χρειάζεται βάπτισμα άλλα μόνο χρίσμα, χωρίς να σχολιάσει την παραπάνω αντιμετώπιση, έφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στο Μοναστήρι και, βοηθούμενος από ένα αρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικά τον εν λόγω άνθρωπο στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπη. 

πηγή:Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Αρχιμ. Ιωάννη Κωστώφ «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, όχι να εκτρέφουμε, αλλά να εκτρέπουμε την αίρεσι», σελ. 55-56

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Γιατί πανηγυρίζουν οι πατριαρχικοί;


visit counter



«Ο σύγχρονος “διάλογος της αγάπης”, ο οποίος τελείται υπό την μορφήν γυμνού συναισθηματισμού, είναι εις την πραγματικότητα ολιγόπιστος άρνησις του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αληθείας (Β’ Θεσ. 2,13) δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους “αγάπης της αληθείας” (αυτόθι 2,10). Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια· η αγάπη ζη και υπάρχει αληθεύουσα».
 Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 
 
Με μεγάλη μας λύπη, παρακολουθήσαμε τα όσα διαδραματίστηκαν στο Φανάρι κατά τη θρονική εορτή του αποστόλου Ανδρέα. Σαφώς και όλα αυτά δεν μας προκάλεσαν έκπληξη, καθώς τα ίδια είχαν συμβεί κατά την επίσκεψη του προηγούμενου πάπα Ρώμης Βενεδίκτου στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 2006. Και όπως συμβαίνει πάντοτε, αν δεν υπάρξουν μεγάλες αντιδράσεις την πρώτη φορά, η δεύτερη φορά, η εδραίωση της ανομίας, περνάει όχι απλά ανώδυνα, αλλά πανηγυρικά.
 
 
Βεβαίως, υπήρξαν και τότε αντιδράσεις ελαχίστων, οι οποίοι στεφανώθηκαν από τους αγαπολόγους με χαρακτηρισμούς «αγάπης» όπως «φονταμενταλιστές», «ταλιμπάν», «αρρωστημένα μυαλά» κ.λπ. και κατ’ αυτόν τον τρόπο οι φιλενωτικοί καθησύχασαν τις συνειδήσεις τους, χωρίς όμως να δώσουν πειστικές και θεολογικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στους αντιδρώντες.
 
 
Αυτή τη φορά, μάλιστα, κάποιοι πατριαρχικοί της διασποράς έσπευσαν να υπερασπιστούν το ημι-συλλείτουργο (ασπασμός της αγάπης, μνημόνευση του πάπα, απαγγελία του «Πάτερ Ημών» από τον ποντίφικα, κήρυγμα από άμβωνος του κ. Φραγκίκου, ψαλλόμενα τροπάρια προς τιμήν του κ.α.) του Πατριάρχη με τον Πάπα που έγινε στον πατριαρχικό Ναό, υποστηρίζοντας ότι αφού δεν έφθασαν σε κοινό ποτήριο και δεν ενώθηκαν επίσημα, όλα βαίνουν καλώς και ορθοδόξως.
 
 
Βέβαια, οι ως άνω υποστηρικτές, ενώ χάρηκαν που δεν επήλθε η ένωση με τους παπικούς, δεν προβληματίστηκαν περί του πως θα εξηγήσουν στο ποίμνιό τους ότι ο παπισμός είναι λεγεώνα αιρέσεων και πόρρω απέχει από την ορθόδοξη πίστη. Θα αναρωτηθεί ο Ορθόδοξος της διασποράς, το πνευματικό τους τέκνο, γιατί να πάω να μεταλάβω στην ορθόδοξη Εκκλησία και όχι στην παρακείμενη «καθολική», αφού ο πάπας είναι αδελφός του Πατριάρχη μας, διάδοχος του αποστόλου Πέτρου και βεβαίως καθόλου αιρετικός.
 
 
Δεν προβληματίστηκαν οι σεβαστοί πατέρες μας, σχετικά με το μπέρδεμα που δημιουργείται στους πιστούς όταν από τη μία διαβάζουν τον άγιο Κοσμά να αποκαλεί τον πάπα αντίχριστο και από την άλλη βλέπουν να ψάλλονται τροπάρια προς τιμήν του σε ορθόδοξο ναό; Από τη μία, όλοι οι άγιοι μετά το 1054 να κατονομάζουν ως αίρεση και μεγάλη πλάνη τον παπισμό, και από την άλλη να παραχωρείται στον πάπα ο άμβωνας για να κηρύξει στο ορθόδοξο ποίμνιο.
 
 
Δεν προβληματίζονται επιπλέον, που οι μακράν της Εκκλησίας άνθρωποι, ιδίως οι νέοι, ταυτίζουν την άσπιλη Ορθοδοξία μας με τον αιμοχαρή παπισμό των σταυροφοριών, της ιεράς εξετάσεως και εσχάτως της παιδεραστίας και της μαφίας; Είναι, εξάλλου, ευρέως διαδεδομένο στα λαϊκά στρώματα και στους μη έχοντας σοβαρές μεταφυσικές ανησυχίες ανθρώπους, το πολυδιαφημισμένο σλόγκαν της Νέας Εποχής «όλοι ίδιοι είναι, όλοι στον ίδιο Θεό πιστεύουν».
 
 
Δεν άκουσαν οι πανηγυρίζοντες υποστηρικτές του Φαναρίου από τις ειδήσεις των ελληνικών καναλιών, ότι οι δύο προκαθήμενοι «συλλειτούργησαν»; Και βέβαια, οι δημοσιογράφοι, ως μη ειδικοί, μπορεί να μη γνωρίζουν ότι αφού δεν μεταδόθηκε η Θεία Κοινωνία δεν υπήρξε ολοκληρωμένο συλλείτουργο, αλλά αυτό καταδεικνύει ότι στη συνείδηση του ακατήχητου κόσμου, δηλαδή της πλειοψηφίας του λαού, υπάρχει πλήρης κοινωνία και δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού.
 
 
Δεν προβληματίστηκαν οι Φαναριώτες για τον σκανδαλισμό που προκαλούν αυτές οι φιέστες, οι «κουρελούδες του διαβόλου», κατά τον γέροντα Παΐσιο, στους «συντηρητικούς» ορθοδόξους πιστούς, υπέρ ων Χριστός απέθανεν; Ή μήπως, επειδή είναι «σκουριασμένα μυαλά» και «ανίκανοι να αγαπήσουνε» πρέπει να αδιαφορούμε για τη δική τους σωτηρία;
 
 
Κάποιοι καλοπροαίρετοι αδελφοί μας ισχυρίζονται ότι ο Πατριάρχης είναι σε δεινή θέση, στο στόμα του λύκου, και επομένως αυτές οι διπλωματίες είναι απαραίτητες για να τον στηρίξει η πανίσχυρη κοσμικά παπική κοινότητα στη δοκιμασία που περνάει. Το επιχείρημα αυτό, αν και αληθοφανές, είναι απαράδεκτο από απόψεως ορθοδόξου σκοπιάς. Με τη λογική αυτή, τα εκατομμύρια μαρτύρων που θυσίασαν τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν ανόθευτη την πίστη μας, εμμένοντας μπροστά στους δημίους ότι οι άλλες θρησκείες και ομολογίες είναι πλάνες και οδηγούν στην απώλεια και ότι μόνο η ορθόδοξη πίστη σώζει, δεν είχαν τη διάκριση που έχει ο σημερινός Πατριάρχης και οι δύο προκάτοχοί του.
 
 
Επιπροσθέτως, το επιχείρημα αυτό, έχει καταρριφθεί δεκαετίες πριν, από τον μακαριστό θεοφώτιστο γέροντα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος έγραφε μεταξύ άλλων σε ανοιχτή επιστολή, η οποία δημοσιεύθηκε το Δεκέμβριο του 1965 στο περιοδικό «Τρείς Ιεράρχες», απευθυνόμενη προς τον τότε Πατριάρχη Αθηναγόρα, μέντορα και πνευματικό πατέρα του σημερινού Πατριάρχη Βαρθολομαίου:
 
 
«Μυριάκις προτιμότερον να εκριζωθή ο ιστορικός της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος και να μεταφυτευθή εις έρημον τινα νησίδα του πελάγους, ακόμη δε και να καταποντισθή εις τα βάθη του Βοσπόρου, ή να επιχειρηθή έστω και η ελαχίστη παρέκλισις από της χρυσής των πατέρων γραμμής, ομοφώνως βοώντων: «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως». Αι επτά λυχνίαι της αποκαλύψεως, διά τας αμαρτίας ημών, εσβέσθησαν προ πολλού. Αι επτά Εκκλησίαι αποστολικαί, Εκκλησίαι σχούσαι την υψίστην τιμήν να λάβωσιν, ειδικώς αύται, γράμματα εξ ουρανού μέσω του θεοπνεύστου της Πάτμου Οραματιστού, εξέλιπον εκ της επιφανείας της Γης και εκεί, ένθα άλλοτε ετελείτο η φρικωδεστάτη Θυσία και ο Τριαδικός ανεμέλπετο Ύμνος, σήμερον ίσως κρώζουσι νυκτικόρακες ή «ορχούνται ονοκένταυροι». Και όμως η Νύμφη του Κυρίου δεν απέθανεν… Ο Οικουμενικός Θρόνος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη παντού απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι φάροι είναι χρήσιμοι εάν και εφόσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκόπελους. Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είναι μόνον άχρηστοι αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονται και αυτοί εις σκόπελους».
 
 
Αλλά και στην πράξη, από τότε που άρχισαν τα τολμηρά ανοίγματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τη Δύση, η κατάσταση του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως έχει χειροτερεύσει δραματικά, διαψεύδοντας τις όποιες ελπίδες είχαν οι φιλενωτικοί από τη βοήθεια των άλλων «εκκλησιών».
 
 
Ούτε η ίδια η Αμερική, η Νέα Βαβυλώνα, που έχει αναλάβει εργολαβικά και όχι εθελοντικά την προστασία του Φαναρίου, δεν έχει καταφέρει να βελτιώσει την όντως δεινή κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο έχει ερημώσει απελπιστικά από ποιμενόμενο κόσμο. Και πώς να μη γίνει αυτό, αφού αφήσαμε απ’ έξω το Χριστό και εναποθέσαμε τις ελπίδες μας στους ασεβείς εχθρούς Του; Άλλωστε και η Ιστορία, από τις δεκάδες περιπτώσεις καταστροφής των αποστατών Ιουδαίων της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι την ψευδό-σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, η οποία οδήγησε στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, μας διδάσκει ότι μόνο ο Θεός είναι Εκείνος που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά την Εκκλησία Του. Επομένως, «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οις ουκ εστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145,3).
 
 
Όσα, λοιπόν, αδικαιολόγητα και αντορθόδοξα έγιναν την Κυριακή στο Φανάρι, προκαλούν απογοήτευση. Θλίψη απερίγραπτη, αλλά όχι απελπισία. Το αρχικό πνευματικό μούδιασμα που νιώσαμε βλέποντας όλες αυτές τις εικόνες, διαδέχεται η ελπίδα. Η ελπίδα ότι ο Κύριος δεν θα αφήσει τους πιστούς Του βορά στα νύχια των λύκων. Ας θυμηθούμε τα λόγια του μεγάλου αγίου της εποχής μας, του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου, και ας πάρουμε δύναμη και παρηγοριά:
 
 
«Ο Κύριος, όταν θα πρέπη, θά παρουσιάση τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγόριους Παλαμάδες, δια να συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, δια να ομολο­γήσουν την Ορθόδοξον Πίστιν, να στερεώσουν την Παράδοσιν και να δώσουν χαράν μεγάλην εις την Μητέρα μας».
Αμήν, γένοιτο.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

ΛΑΤΙΝΟΦΡΑΓΚΙΚΟΣ ΚΑΙ OΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Οἱ βασικὲς διαφορές τους


visit counter



Πρωτοπρεσβύτερου Θεόδωρου Ζήση
Καθηγητο ΑΠΘ

 ρθόδοξη ατοσυνειδησία κα  νεπηρέαστη π τος δυτικος στορικούς μας ρευνα, λλ κα τ δια τ πράγματα, δικαιολογον τν πιλογ τν ρθοδόξων τν 15ο αώνα ν προτιμήσουν τν τουρκικ κατάκτηση πτν δυτικοευρωπαϊκ νωση κα συμμαχία, πο θετε ς ρο γι τ στρατιωτικ βοήθεια τν πολιτιστικ κα κκλησιαστικ νταξη στν παπισμ  μ σημερινος ρους στν Ερώπη. Ο σημερινο πολιτικοί μας γέται κα πνευματικ γεσία στν πλειονότητά τους, χι μόνο δν κατανοον, λλ κα πικρίνουν κείνη τν προβληματική, γιατί  διαφοροποίηση λατινοφραγκικο κα ρθοδόξου πολιτισμο δν πάρχει πλέον κα λοι στν λλάδαξωτερικ κα σωτερικ φορομε φράγκικα, ερωπαϊκά.  γιος Κοσμς  Ατωλός,  γρυπνη κα φωτισμένη ατ λληνορθόδοξη συνείδηση,  μεγαλύτερη σως μορφ το λληνισμο μετ τν λωση, καταλάβαινε κακατανοοσε πολ καλ ατ πο εχε πε τότε, πρν π τν λωση,  Λουκς Νοταρς, τ «κρειττότερον στιν ν μέσ τ πόλει δέσθαι φακιόλιον τουρκικν  καλύπτραν λατινικήν». Θεωροσε ενοϊκ τ ρύθμιση γι τ διάσωση τς ρθοδοξίας τ τι μς κατέκτησε  Τορκος κα χι  Φράγκος. λεγε: «Τριακοσίους χρόνους μετ τν νάστασιν το Χριστο μας στειλεν  Θες τν γιον Κωνσταντνον κα στερέωσε βασίλειον χριστιανικν κα τ εχαν Χριστιανο τ βασίλειον 1150 χρόνους. στερον τ σήκωσεν  Θες π τος Χριστιανος κα φερε τν Τορκον κα το τ δωκε δι δικόν μας καλόν, κα τ χει  Τορκος 320 χρόνους. Κα διατ φερεν  Θες τν Τορκον κα δν φερε λλον γένος; Δι δικν μας συμφέρον, διότι τ λλα θνη θ μς βλαπτον ες τν πίστιν,  δ Τορκος σπρα μα το δώσεις κάμνεις ,τι θέλεις».  γιος κουβαλοσε τότε κα ξέφραζε νόθευτα κα κέραια τν παράδοση το λληνισμο κα τς ρθοδοξίας· καυχιόταν γιατί ταν ρθόδοξος κα μετέδιδε στν λα ατή του τν καύχηση· «λαι α πίστεις, λεγε, εναι ψεύτικες· τοτο κατάλαβαληθινόν, τι μόνη  πίστις τν ρθοδόξων Χριστιανν εναι καλ κα γία, τ ν πιστεύωμεν κα ν βαπτιζώμεθα ες τ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος. Τοτο σς λέγω τώρα· ν εφραίνεσθε ποεσθε ρθόδοξοι Χριστιανο κα ν κλαίετε δι τος σεβες κα αρετικος πο περιπατον ες τ σκότος».
ς δομε μως σύντομα ποιές εναι ο ξίες το ερωπαϊκο πολιτισμο σ σχέση μ τς ξίες το ρθοδόξου πολιτισμο κα ν ληθεύει πράγματι ατ πο σύγχρονοι ερωπαϊστα σχυρίζονται. Στν προσπάθειά τους νμς πείσουν ο τελευταοι τι δν διαφέρουν ο δύο πολιτισμο προβάλλουν τ θέση τι δεύοντας πρς τν Ερώπη, δεύουμε πρς τν διο μας τν αυτό, συναντομε μς τος διους, πιβεβαιώνουμε τν ατοσυνειδησία μας. Εναι μως  διος  ερωπαϊκς πολιτισμς μ τν δικό μας, τν ρθόδοξο πολιτισμό;
Κατ’ ρχν να βασικ στοιχεο πο διαφοροποιε μέσως τος δύο πολιτισμος εναι  περβολικ μεγάλη ξία πο δωσε  ερωπαϊκς πολιτισμς στν ρθ λόγο, στν νθρώπινη γνώση, στν πιστήμηπ τν ποχ το Μ. Καρόλου κυριάρχησε στ Δύση  σχολαστικισμς κα  ρθολογισμός.
Ατ συνεχίσθηκε κα ντάθηκε κόμη περισσότερο στν περίοδο τς ναγεννήσεως κα στν περίοδο το Διαφωτισμο, κατ τν ποία  πνευματικς κόσμος περιορίσθηκε στ λογικ κα στν πιστήμη· λα εναι νος,ρθς λόγος, πιστήμη. ,τι δν ρμηνεύεται λογικ κα πιστημονικά, ατ εναι μθος, δεισιδαιμονία, δν ποτελε στοιχεο πολιτισμο, εναι ξω π τν πολιτισμό. ντίθετα, στν δικό μας πολιτισμό, τν ρθόδοξο, δν πορρίπτεται  λογική,  νθρώπινη γνώση,  πιστήμη, εραρχεται μως σωστ στ θέση της, κάτω π τ θεϊκ φωτισμ κα τ θεία σοφία. Κα εναι νδιαφέρον στ συνάφεια ατ ν τονίσουμε τι στν πόλη μας, τν Θεσσαλονίκη, πρχε προβληματισμς σχετικ μ τ θέμα ατ κα ντονη ντιπαράθεση τν 14ο αώνα κατ τ διάρκεια τν συχαστικν διενέξεων.  σύγκρουση το γίου Γρηγορίου το Παλαμ κα τοΒαρλαμ το Καλαβρο δν ταν σύγκρουση δύο προσώπων, λλ δύο κόσμων, πο προσπαθοσαν  καθένας ν προβάλει τ πρότυπο τς νθρώπινης τελειότητας, τν δανικ νθρωπο.  Βαρλαμ  Καλαβρςντιπροσώπευε κα ξέφραζε τ δανικό της τελειότητος το δυτικο νθρώπου, σύμφωνα μ τ ποο  νθρωπος γίνεται τέλειος μ τ φιλοσοφία κα τν πιστήμηταν φθασε στ Θεσσαλονίκη, δημιούργησε ναταραχστος μοναχικος κύκλους, γιατί προβάλλοντας τ δυτικ ομανιστικ δεδες λεγε περίπου τ ξς: «Τί κάθεστε σες ο καλόγεροι κα σχολεσθε μ τν διάλειπτη νοερ προσευχ κα τς λλες νοησίες κα δν στρώνεσθε ν μάθετε φιλοσοφία, ν διαβάσετε ρχαίους λληνες συγγραφες, πο εναι  μοναδικς δρόμος γιά νά φθάσετε στήν τελειότητα»Τελειότητα χωρς τν φιλοσοφία εναι διανόητη γι τν Βαρλαμ τν Καλαβρκα τν δυτικ πολιτισμο.
 γιος Γρηγόριος  Παλαμς πο νέλαβε ν περασπισθε τν ρθόδοξο πολιτισμ κα ν καθησυχάσει τος μοναχος πο νησύχησαν, πάντησε στος συνηγόρους τν φιλοσόφων τι  φιλοσοφία καταφέρνει τελικς ν προσφέρει χι γνώση, λλ γωνία κα γχος· «ο μλλον γνσιν  γωνίαν κ τούτων μν ατος περιποιεσθε,  βέλτιστοι». Δν πάρχει φιλοσοφικ ποψη στν ποία ν μπορε κανες μ σιγουρι ν στηριχθε, γιατί σίγουρα κάποιος λλος φιλόσοφος θ τν νατρέψει, πως δειξαν ο λληνες φιλόσοφοι «διηνεκς λλήλους νατρέποντες κα π’ λλήλων νατρεπόμενοι» Χριστός, τ πρότυπο τς χριστιανικς τελειότητος, τανντελς μαθς κα πειρος στν νθρώπινη γνώση κα σοφία. ν  νθρώπινη σοφία ταν παραίτητο στοιχεο τς τελειότητος,  Χριστς δν θ λεγε «ε θέλεις τέλειος εναι, τ πάρχοντα πώλησον, διάδος πτωχος, τν σταυρν ρον, κολουθεν μο προθυμήθητι», λλ θ λεγε «τς ξω σοφίας πιλαβο, σπεσον πρς τν τν μαθημάτων νάληψιν, περιποίησαι σεαυτ τν πιστήμην τν ντων». Θ δίδασκε γεωμετρία κα στρονομία κα τς λλες πιστμες, γι ν διώξει τ σκοτάδι τς γνοίας. Δν θ διάλεγε γραμμάτους ψαράδες ς μαθητάς, λλ φιλοσόφους, οτε θ δίδασκε δι το ποστόλου Παύλου τι  νθρώπινη σοφία εναι μωρία νθρωπος, κατ τν γιο Γρηγόριο τν Παλαμχασε τν ρχέγονη μακαριότητα, γιατί πέκυψε στν πειρασμ τς γνώσεως κα δν ρκέσθηκε στ φυλακ τς καρδίας, στ φρούρηση δηλαδ κα καλλιέργεια τοσυναισθηματικο κόσμου, που φύονται ο κακίες καί τά πάθη.
Τ ποφασιστικ πράγματι στοιχεο πο δείχνει τν νωτερότητα το ρθοδόξου πολιτισμο ναντί της ρθολογιστικς κα τεχνοκρατούμενης Ερώπης εναι τι παράγει νθρώπους παθες, χωρς κακίες κα πάθη, γίους, γιατί προϋπόθεση το θεϊκο φωτισμο κα τς νεργείας τς Χάριτος το Θεο εναι  κάθαρση π τ πάθη,  πάθεια.  πιστήμη κα  φιλοσοφία οτε τος διους τος πιστήμονες κα φιλοσόφους μπορε ν νακαινίσει, κα ο περισσότεροι π ατος εναι γεμάτοι κακίες κα πάθη. Δν εναι παραίτητη  κάθαρση κα  πάθεια γι ν γίνεις σοφς κα πιστήμων. Γι’ ατ γέμισε  κόσμος π μπαθες κα καλλιέργητους πνευματικπιστήμονες, γι’ ατ κα  πιστημονικ κα τεχνολογικ προηγμένος σύγχρονος πολιτισμός, πνευματικ κα θικ δηγεται στν κατάπτωση.
να λλο στοιχεο πο διαφοροποιε τος δύο πολιτισμος εναι τ τι στ Δύση τ βάρος πέφτει χι στ πνευματικ γαθά, λλ στ λικά.  τεχνολογικ νάπτυξη χρησιμοποιεται γι τν κανοποίηση τν λικν ναγκν το νθρώπου.  νεση,  εημερία,  πολυτέλεια,  σπατάλη,  πίδειξη πλούτου, κατέστρεψαν κα φάνισαν τ γνήσιο πρόσωπο το Χριστιανο, το ποίου  ζω πρέπει ν χαρακτηρίζεται π τν λιγάρκεια, τν ετέλεια, τν λιτότητα, τν σκητικότητα, τν πενία. Ατ πο σχύει γι τν νθρωπο, σχύει κα γι τος πολιτισμούς· ν χάσει  νθρωπος τν ψυχή του, τν πνευματική του ντότητα, δν κερδίζει τίποτε στω κα ν κατακτήσει λους τος θησαυρος τς γής· «τί φελήσει νθρωπον, ἐὰν τν κόσμον λον κερδίση κα ζημιωθ τν ψυχν ατο[1].
 οκολογικ καταστροφ πο μ δέος τν ντιμετωπίζουν ο πιστήμονες, εναι πόρροια τς λιστικς κατευθύνσεως το δυτικο πολιτισμο, πο δν σέβεται τ δημιουργία, προκειμένου ν κανοποιήσει τν νικανοποίητηλιστικ βουλιμία το νθρώπου. Τ φυσικ περιβάλλον κα  κεραιότητα τς δημιουργίας δν θ κινδύνευαν, ν ντ το homo oeconomicus,  ποος δν ρρωδε πρ οδενός, προκειμένου ν αξήσει τ κέρδη κα νποκτήσει νέσεις, κα πο ποτελε τν νθρώπινο τύπο το ερωπαϊκο πολιτισμο, κυριαρχοσε  homo asceticus,  σκητής,  μοναχός,  λιτοδίαιτος κα λιγαρκής, πο ποτελε τν νθρώπινο τύπο το ρθοδόξου πολιτισμο.
 σχατολογικ προοπτικ πίσης διαφοροποιε τος δύο πολιτισμούς. Θ ναφέρω χαρακτηριστικς σκέψεις το Μεγάλου Βασιλείου κα το γίου ωάννου το Χρυσοστόμου, που φαίνεται τι  ρθόδοξη κκλησία μέχρι σήμερα,  ρθόδοξη νατολή, βλέπει τν παροσα ζω σχατολογικά, ζ μ τν πίστη τι δ εμαστε πάροικοι κα παρεπίδημοι, τι «τ πολίτευμα μν ν ορανος πάρχει». Σκοπός μας δν εναι ν ργανώσουμεγκόσμια κράτη, ν κκοσμικεύσουμε τν κκλησία, πως κανε  Δύση μ τν Παπισμ κα τν Προτεσταντισμό, ν ποκτήσουμε νέσεις κα ξιώματα, λλ ν προετοιμασθομε γι τν λλη ζωή. Παραθέτω να χαρακτηριστικ κομμάτι π τν λόγο το Μ. Βασιλείου Πρς τος νέουςπου λέγει τι  Χριστιανς ατ πο χουν σχέση μ τν λλη ζω κα δν βοηθον στν κατάκτησή της, πως εναι  πλοτος,  καταγωγή, σωματικ δύναμη, ο τιμς τν νθρώπων, τ θεωρε περιττ κα χρηστα, ατ δηλαδ πο λοι σήμερα, σοι ζομε στς χρες τς μερικς, τς Ερώπης κα μερικς τς νατολς, τ θεωρομε ς ξιοζήλευτα γαθά· «μες,  παδες, οδν εναι χρμα παντάπασι τν νθρώπινον βίον τοτον πολαμβάνομεν, οτε γαθν τί νομίζομεν λως, οτ’ νομάζομεν,  τν συντέλειαν μν χρι τούτου παρέχεται. Οκουν προγόνων περηφάνειαν, οκ σχν σώματος, ο κάλλος, ο μέγεθος, ο τς παρ πάντων νθρώπων τιμάς, ο βασιλείαν ατήν, οχ ,τι ν εποι τις τν νθρωπίνων μέγα, λλ οδ εχς ξιον κρίνομεν,  τος χοντας ποβλέπομεν, λλ’ πμακρότερον προΐμεν τας λπίσι κα πρς τέρου βίου παρασκευν παντα πράττομεν.  μν ον ν συντελ πρς τοτο μν, γαπν φαμεν, τ δ’ οκ ξικνούμενα πρς κενον ς οδενς ξια παρορν»[2]. Τ δια περίπου λέγει καί  γιος ωάννης  Χρυσόστομος· «Τί δεδοίκαμεν επ μοι τν θάνατον; μο τ ζν Χριστς κα τ ποθανεν κέρδος. λλ’ ξορίαν, επέ μοι; Το Κυρίου  γ κα τ πλήρωμα ατς. λλ χρημάτων δήμευσιν; Οδν εσηνέγκαμεν ες τν κόσμον, δλον τι οδν ξενεγκεν δυνάμεθα. Κα τ φοβερώτερα το κόσμου μο εκαταφρόνητα κα τ χρηστ καταγέλαστα. Ο πενίαν δέδοικα, ο πλοτον πιθυμ, ο θάνατον φοβομαι, ο ζσαι εχομαι, ε μ δι τν μετέραν προκοπήν… Χριστς μετ μο καί τίνα φοβηθήσομαι»[3].
Ατ  σχατολογικ ντιμετώπιση τς ζως χει τν καθαρότερη φαρμογή της στν μοναχικ βίο, στ μοναστήρια, που ο μοναχο προσπαθον ν ζήσουν π τώρα ς γγελοι τ ζω τν σχάτων, προγεύονται καπρολαμβάνουν τ σχατα. λλ κα ξω π τ μοναστήρια ατ  σχατολογικ θεώρηση,  ποδέσμευση π τ λικ κα  φοβία μπροστ στν θάνατο, χουν ποτυπωθε ς γνωρίσματα το πολιτισμο τς Ρωμηοσύνης πο σιγ-σιγ τν γκαταλείπουμε. πρχε τ ρωμαίϊκο φιλότιμο· προκειμένου ν κρατήσει  Ρωμης τν ξιοπρέπειά του, τν τιμή του, δν λογαρίαζε τι θ χάσει τς νέσεις κα τ γαθά του, δν φοβόταν,πως  Διγενς κρίτας, ν συναντήσει τν θάνατο κα ν μονομαχήσει· ατ σαν γνωρίσματα «το Ρωμαϊκο φύλου, το εγενος ρχθεν, το καρτερικο, το νδρικωτάτου, κα δι πόνων κα καρτερίας κα τς ες τνρχν πακος χρι κα θανάτων μυρίων τς οκουμένης σχεδν πάσης ρξαντος», πως λέγει  γιος Συμεν Θεσσαλονίκης[4].
να λλο στοιχεο πο διαφοροποιε τος δύο πολιτισμος εναι  ταπείνωση. Μέσα π τ κείμενα το Γένους μας βγαίνει πράγματι τι  δυτικς πολιτισμς εναι νας πηρμένος, νας γωϊστικς πολιτισμός, χωρς ταπείνωση, πο βλέπει κα ξιολογε περιφρονητικ τος λλους πολιτισμούς. δη νωρς  Μ. Βασίλειος κα  γιος Γρηγόριος  Θεολόγος διεπίστωσαν τν παρση κα τ φυσίωση τν Δυτικν. ντίθετα  πολιτισμς τςνατολς εναι πολιτισμς τς ταπείνωσης, το σταυρο, τς συγκατάβασης. Θ παραθέσω γι τν περίοδο τς Τουρκοκρατίας να συγκινητικ κείμενο, γραμμένο π τν πολύπαθο κα μαρτυρικ πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι,  ποος παντ στος Δυτικος πο κατηγοροσαν τος πόδουλους ρθοδόξους πς εναι γράμματοι κα πολίτιστοι: «σον πς δν χομεν σοφίαν κα μαθήματα, λήθεια εναι. μ ς μετρήσουν δύο πράγματα ο Λατνοι· πρτον τι τν καιρν τν παλαιόν, σον  σοφία πολιτεύετο ες τν λλάδα, τος Λατίνους ο λληνες εχον δι βαρβάρους· κα τώρα ν βαρβαρώθημεν μες κα κενοι σοφίσθηκαν, παράδοξον δν εναι·  πτωχεία κα  φαίρεσις τς βασιλείας, μς τ καμαν. Δεύτερον ς λογιάσουν τι, ν δν χομεν σοφίαν ξωτέραν, χομεν Χάριτι Χριστο σοφία σωτέραν κα πνευματικήν,  ποία στολίζει τν ρθόδοξόν μας πίστιν, κα ες τοτο πάντοτε μεσθεν νώτεροι π τος Λατίνους, ες τος κόπους, ες τς σκληραγωγίας, κα ν σηκώνωμεν τν σταυρόν μας κα ν χύνωμεν τ αμα μας δι τν πίστιν κα τν γάπην πρς τν Κύριονμν ησον Χριστόν. Ἐὰν εχε βασιλεύσει  Τορκος ες τν Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανος κε δν ερισκες. Κα ες τν λλάδα τώρα διακοσίους χρόνους ερίσκεται κα κακοπαθοσιν ο νθρωποι κα βασανίζονται δι ν στέκουν ες τν πίστιν τους κα λάμπει  πίστις το Χριστο κα τ μυστήριον τς εσεβείας, κα σες μο λέγετε τι δν χομεν σοφίαν; Τν σοφίαν σου δν θέλω μπρς ες τν σταυρν το Χριστο. Κάλλιον το νχει τινς κα τ δύο. Δν τ ρνομαι. Πλν π τ δύο, τν σταυρν το Χριστο προτιμ»[5].
Κα τέλος να πέμπτο χαρακτηριστικό, μολονότι μπορε κανες ν παριθμήσει περισσότερα, εναι  πιστία,  θεΐα,  ποία διαίτερα π τν ποχ το Διαφωτισμοπ τν ποχ το Βολταίρου χει κατασυντρίψει καδιαλύσει τν πολιτισμ τς Δύσεως. Χάθηκε  παφ μ τν οράνιο κόσμο, μ τν Χριστό, μ τν κκλησία. Χάθηκαν κα ξαφανίσθηκαν ο ρετές.  Βολταρος παθιασμένος φώναζε: «Τσαλαπατστε, γκρεμίστε τνκκλησίαν».  σκοτεινς ατς Διαφωτισμς τς πιστίας κα θεΐας δημιούργησε τ Γαλλικ πανάσταση,  ποία π τέλους, μετ π διακόσια χρόνια, ρχισε ν μελετται κριτικ κα ν διαπιστώνεται τι πολυδιαφημισθεσα πανάσταση προκάλεσε το κόσμου τ προβλήματα· γκρέμισε ναν λόκληρο πνευματικ κόσμο κα στ νομα τς λευθερίας κα τς δημοκρατίας ξέθρεψε τν ναρχία, τν χαλίνωτη λευθερία, τνλλειψη σεβασμο στν πειθαρχία, τν νομιμότητα, τν τάξη. σβησε  πίστη στν αώνιο κόσμο, πο μς ποκάλυψε  Θεός, κα ο ρετς πο πηγάζουν π’ ατόν,  λπίδα,  γάπη,  φόβος το Θεο. Στν πιστία ατσυνετέλεσαν κατ τν Κόντογλου, πολλο διανοούμενοι τς Δύσεως «δαιμονόψυχοι, λεεινο νθρωποι, πο μισήσανε τν Θεό, πως  Βολταρος,  Νίτσε,  Φρόϋντ,  Σάρτρ»[6].
πίλογος
Ατ λοιπν εναι λίγα μόνο χαρακτηριστικά, π τ ποα φαίνεται τι  ερωπαϊκς πολιτισμς διαφέρει πολ π τν λληνισμ κα τν ρθοδοξία, πργμα πο δν χουμε συνειδητοποιήσει ο λληνες. Ο περισσότεροι νομίζουμε τι δν πάρχει διαφορ νάμεσα στος δύο πολιτισμούς, τι λοι πολιτιστικ εμαστε Ερωπαοι. Μόνον σοι κολουθον τν παράδοση τν Πατέρων τς κκλησίας, τν Τριν εραρχν, το μεγάλου Φωτίου, το γίου Γρηγορίου το Παλαμ, το γίου Μάρκου το Εγενικο, το Γενναδίου Σχολαρίου, το Κυρίλλου Λούκαρι, τν γίων της Τουρκοκρατίας, τν Κολλυβάδων, το Παπαδιαμάντη, το Κόντογλου, βλέπουν τινάμεσα στος δύο πολιτισμος «χάσμα μέγα στήρικται».
ντιλαμβάνεστε λοιπν πο ερίσκεται τ σημερινό μας χρέος. Χρειάζεται ν ργανωθε πνευματικ σταυροφορία γι ν παρουσιασθον ατ στν λαό μας. Γι ν φανε τι πάρχει κίνδυνος πνευματικός, στω κα νπιτύχουμε τ οκονομικ κα πολιτικ νταλλάγματα πο διαρκς μς προβάλλουν ο ερωπαϊστς πολιτικοί μας, πρώϊμοι κα ψιμοι. Μπήκαμε κα μες λοι στ πολιτικ παιχνίδι κα κομε συχν κα παναλαμβάνουμε τι μ τν νταξή μας στν Ερώπη ξασφαλίζουμε τ δημοκρατία, τν πολιτικ σταθερότητα. Κανες σφαλς δν μφιβάλλει τι πάρχουν ατ τ πλεονεκτήματα. Σκεφθήκαμε μως τ τίμημα; Σκεφθήκαμε τι σ παρόμοιες περιπτώσεις ο Πατέρες μας, πο ποτελον τος κφραστς το ρθοδόξου πολιτισμο κα πο τος τιμομε ς γίους, τάχθηκαν ναντίον τς Ερώπης, ναντίον τς νώσεως, τοιμοι ν ντιμετωπίσουν τς συνέπειες,κόμη κα τν πολιτικ ποδούλωση στος Τούρκους; Τ θνη δν χάνονται, ταν πολέσουν τν κρατική τους πόσταση, λλ ταν χάσουν τν πολιτισμό, τν ψυχή τους. ν λοιπν τσι χουν τ πράγματα, τ καθκον τςπαγρυπνήσεως περνάει ες λους μας, γονες κα κπαιδευτικούς.  διάβρωση χει προχωρήσει πολύ, διαρκς τ πνευματικ κάστρα πέφτουν τ να μετ τ λλο.  πολιτικ κα οκονομικ νοποίησή μας μ τν Ερώπη εναι πλέον γεγονός. Δν μπορομε ν γυρίσουμε πίσω. Πολλο ασιοδοξον τι  λληνισμς κα  ρθοδοξία θ πιτύχουν κα πάλιν ,τι πέτυχαν π Ρωμαιοκρατίας κα Τουρκοκρατίας, θ ποτελέσουν τν ζύμη  τ λας πο θ νοστιμίσει τν ερωπαϊκ πολιτισμό. Διατηρε μως τ λας τς ρθοδοξίας τ δύναμή του; Κα «ἐὰν τ λας μωρανθν τίνι λισθήσεται;». δη πάρχουν νδείξεις τι ο Ερωπαοι δν πολογίζουν ς κομμάτι, καμάλιστα τ πι ξιόλογό της ερωπαϊκς στορίας. Κυριαρχε κόμη κα  ρχαία λλάδα, πως φάνηκε στ γνωστ βιβλίο τς ερωπαϊκς στορίας πο κυκλοφόρησε κα πρόκειτο ν διδαχθε στ σχολεα, κα σ κάθε περίπτωση  ρθοδοξία, πο ποτελε γκάθι γι τν σχυρ κόμη παπισμό,  ποος μ τος διπλωμάτες κα πολιτικος πο πηρεάζει, τν ξωθε στ περιθώριο τν ερωπαϊκν ξελίξεων. Πς λοιπν ποστηρίζουν οερωπαϊσταί μας τι δεύοντας πρς τν Ερώπη δεύουμε πρς τν αυτό μας, ν σίγουρα παίρνουμε τν δρόμο τς πολιτιστικς μας διάβρωσης κα φομοίωσης; Μόνον ν μείνουμε στν ρθοδοξία, στν πίστη τν πατέρων μας, δν θ ξεχάσουμε κα δν θ χάσουμε τος αυτούς μας.

ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2014
[1]Ματθ. 16, 26.
[2]Πρς τος νέους, πως ν ξ λληνικν φελοντο λόγων 2.
[3]. PG 52, 427.
[4]μιλία κα πολογία ν τ μέλλειν πέρχεσθαι. Βλν D. Balfour, Politico-Historical Works of Symeon archbishop of Thessalonica (1416-17 to 1429), Wien 1979, σελ. 47.
[5]. Βλ. Κ. ΣαρδελΤό Συναξάρι το Γένους, σελ. 90-91.
[6]. Φ. Κόντογλου, Μυστικά νθη, σελ. 111-112: « πιστία εναι θρονιασμένη στν καρδιά μας… Ο ψυχς τν νέων εναι ρημαγμένες π τ γρια νστικτα, πο τ νεβάσανε στν πιφάνεια π τ σκοτειν τάρταρα τςνθρώπινης φύσης, κάποιοι χθροί του νθρώπου, κάποιοι πνευματικο νθρωποφάγοι, πο νάμεσά τους πρωτοστατε νας τρελλς λύκος λεγόμενος Νίτσε, μι μούμια σν παληόγρια, λεγόμενη Βολταρος, κάποιος ζοχαδιακς Φρόϋντ κι να πλθος π τέτοια ρνια κα κοράκια κα νυχτερίδες. σοι τος θαυμάζανε, ς καμαρώσουνε σήμερα τ φαρμακερ μανιτάρια, πο φυτρώσανε μέσα στς καρδις κα στς ψυχς τς γαγγραινιασμένης νθρωπότητος». Βλ. πίσης Κ. Καβαρνού, λλς κα ρθοδοξία, θναι 1987, σελ. 35, 44, 45.