Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΙΩΔΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΙΩΔΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Νηπτική ερμηνεία της Παραβολής της Τελικής Κρίσης

1. Τα «πρόβατα» και τα «ἐρίφια»

Σύμφωνα με τη νηπτική παράδοση, η παραβολή της Κρίσεως δεν αναφέρεται απλώς σε εξωτερικές πράξεις ή κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά στη βαθιά εσωτερική κατάσταση της καρδιάς. Οι ψυχές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  • Στα πρόβατα:
    Είναι οι ψυχές που απέκτησαν καρδιά ταπεινή, γεμάτη «σπλάχνα» — δηλαδή εσωτερική αγάπη, συμπόνοια και αφοσίωση στον Χριστό που ζει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Η ταπείνωση και η αγάπη τους δεν είναι εξωτερικά επιβεβλημένα, αλλά φυσική συνέπεια της καθαρής τους καρδιάς. Αναγνωρίζουν τον Χριστό στον κάθε συνάνθρωπο, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση ή την προσωπική του συμπεριφορά.
  • Στα ερίφια:
    Είναι οι ψυχές που παραμένουν κλεισμένες στον εαυτό τους, κυριαρχούμενες από φιλαυτία, εγωισμό και αίσθηση ανεξαρτησίας. Δεν μπορούν να δουν το θείο φως, γιατί η καρδιά τους είναι «κλειδωμένη» σε προσωπικές επιθυμίες και αδυναμία να αγαπήσουν ανιδιοτελώς. Η τύφλωσή τους δεν προέρχεται από εξωτερικό κακό, αλλά από την αδυναμία να καθαρίσουν την καρδιά τους από τα πάθη.

Η διάκριση αυτή δεν έχει σχέση με το αν κάποιος φαίνεται καλός ή κακός στον κόσμο· εξωτερικά έργα μπορεί να υπάρχουν και στις δύο κατηγορίες, αλλά η εσωτερική διάκριση έγκειται στο αν η καρδιά βλέπει και αγαπά τον Χριστό εντός των ανθρώπων.


2. Τα «έργα» ως εκφράσεις της καθαρής καρδιάς

Η παραβολή αναφέρει συγκεκριμένα έργα: «Ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν», «Ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με», «Ξένος ἤμην», «Γυμνός», «Ἐν φυλακῇ». Στην νηπτική και ασκητική ερμηνεία, αυτά δεν είναι απλά κοινωνικές πράξεις ή ηθικές υποχρεώσεις, αλλά εκδηλώσεις της θεωμένης καρδιάς:

Ό άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, ερμηνεύοντας αυτήν την περικοπή, λέγει ότι ο Χριστός αναφέρεται σε κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Το ότι ελέγχει τους αμαρτωλούς, επειδή πεινούσε και δεν τον έθρεψαν ή διψούσε και δεν του έδιναν νερό να πιει, σημαίνει ότι πεινούσε την σωτηρία τους και αυτοί δεν ανταποκρίνονταν. Ό άνθρωπος με την δημιουργία του από τον Θεό, ως κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση Του, και με την είσοδο του στην Εκκλησία, πού είναι το Σώμα του Χριστού, είναι στενά συνδεδεμένος με τον Θεό. Ιδίως με τα μυστήρια ο άνθρωπος γίνεται μέλος του Σώματος του Χριστού. Όταν λοιπόν, δεν ζει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού τότε είναι σαν να αφήνει πεινασμένο και διψασμένο τον Χριστό.

Αναλύοντας αυτήν την σκέψη του, ο άγιος Συμεών λέγει ότι ο Χριστός πείνασε την επιστροφή και μετάνοια του ανθρώπου και εκείνος δεν ικανοποίησε την πείνα Του. Έδίψησε την σωτηρία του, και δεν του έδωσε την δυνατότητα να την γευθεί. Ήταν γυμνός από τις ενάρετες πράξεις του, και δεν τον έντυσε, γιατί, αφού ο Χριστιανός είναι μέλος του Χριστού, όταν στερείται αυτών των αρετών είναι σαν να αφήνει γυμνά και έκθετα τα μέλη Του. Ήταν κλεισμένος στην στενή, ακάθαρτη και σκοτεινή φυλακή της καρδίας του, και δεν θέλησε να τον επισκεφθεί ή να τον εξαγάγει στο φως. Γνώριζε ο Χριστιανός ότι ο Χριστός ήταν ασθενής, λόγω της ραθυμίας και της απραξίας του (του Χριστιανού), και δεν τον διακόνησε δια των αγαθών έργων και πράξεων25.

Πραγματικά, ο Χριστός θέλει την σωτηρία του ανθρώπου, πού είναι δικό του δημιούργημα και από αγάπη έπαθε πολλά για την σωτηρία του. Συγχρόνως. με το άγιο Βάπτισμα ο Χριστιανός είναι μέλος του σώματος Του. Και όταν δεν ανταποκρίνεται σ' αυτήν την επιθυμία του Χριστού και παραμένει στο σκοτάδι της αμαρτίας, τότε αυτοκαταδικάζεται. Κάνει εντύπωση αυτό πού λέγει, ότι βρίσκεται μέσα στην στενή, σκοτεινή και βρωμερή φυλακή της καρδίας. Πραγματικά, με το άγιο Βάπτισμα, η Χάρη του Θεού παραμένει μέσα στο βάθος της καρδιάς του ανθρώπου. Με τις αμαρτίες όμως τις όποιες διαπράττουμε, μετά την είσοδο μας στην Εκκλησία, καλύπτεται η θεία Χάρη. Έτσι ο Χριστός μοιάζει σαν φυλακισμένος μέσα στην καρδιά. Αυτό ακριβώς θα είναι και η Κόλαση του ανθρώπου.

Κάθε έργο είναι φυσική εκδήλωση του φωτός μέσα στην καρδιά. Όπως το φως δεν μπορεί παρά να ακτινοβολεί, έτσι και η καθαρή ψυχή δεν μπορεί παρά να αγαπά αυθόρμητα.


3. Η όραση του Χριστού στον πλησίον

Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος εξηγεί ότι η ικανότητα των «προβάτων» να δουν τον Χριστό στον πλησίον δεν είναι εξωτερική αλλά πνευματική όραση. Η καρδιά που έχει καθαριστεί βλέπει τον Χριστό όχι μόνο σε μυστικές εμπειρίες ή θεία αποκάλυψη, αλλά σε κάθε άνθρωπο που συναντά.

Τα «σπλάγνα» της ταπεινής καρδιάς — δηλαδή η εσωτερική συμπάθεια, η συγκατάβαση και η ανιδιοτελής αγάπη — επιτρέπουν στη ψυχή να αναγνωρίσει το Θείο σε κάθε πρόσωπο, ακόμα και στους εχθρούς ή στους φτωχούς, που συνήθως η κοινωνία αγνοεί. Αυτή η ικανότητα είναι η ουσία της νήπτικης θεολογίας: η σωτηρία εξαρτάται από την καθαρότητα και την αγάπη της καρδιάς, όχι από εξωτερικές επιδόσεις.


4. Η τύφλωση των εριφίων

Αντίθετα, τα «ερίφια» δεν βλέπουν τον Χριστό στον πλησίον. Η καρδιά τους παραμένει εγκλωβισμένη στη φιλαυτία: η αυτοδικαίωση, η αίσθηση ανεξαρτησίας και η εσωτερική κλειστότητα εμποδίζουν την αναγνώριση του θείου φωτός.

Οι ερίφιοι ρωτούν: «Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα…;» Η ερώτηση αυτή δείχνει συνείδηση του εαυτού και έλλειψη εσωτερικής ευαισθησίας, όχι κακία. Είναι τυφλοί επειδή δεν έχουν μάθει να βλέπουν με τα «σπλάχνα», δηλαδή με την καρδιά. Το σκοτάδι των παθών τους κρύβει τον Χριστό ακόμα και όταν βρίσκεται μπροστά τους.


5. Τα κριτήρια της Κρίσης του Θεού

  • Ο Χριστός δεν ενδιαφέρεται απλώς για σωματικές ανάγκες, αλλά για την πνευματική επιστροφή και μετάνοια του ανθρώπου.
  • Οι αμαρτωλοί που δεν ανταποκρίνονται στην αγάπη Του “τον αφήνουν πεινασμένο και διψασμένο”.

Η έλλειψη μετάνοιας και αγαθών έργων σημαίνει ότι ο άνθρωπος αφήνει «γυμνά» τα μέλη του Χριστού. Η πνευματική αμέλεια κλείνει τον Χριστό στην «στενή, σκοτεινή και ακάθαρτη φυλακή της καρδιάς».

Με το άγιο Βάπτισμα, η Χάρη του Θεού εισχωρεί στην καρδιά του ανθρώπου. Οι αμαρτίες, όμως, καλύπτουν τη Χάρη, καθιστώντας τον Χριστό “φυλακισμένο” μέσα στην καρδιά.

 


6. Η μυστικότητα της σωτηρίας

Η σωτηρία είναι μυστήριο: οι πρόβατα δεν γνωρίζουν πότε έκαναν τα έργα τους. Η αγάπη τους δεν συνειδητοποιεί τον εαυτό της, και αυτή η άγνοια δείχνει την αυθεντικότητα της καρδιάς.

Τα ερίφια , αντίθετα, ερωτούν με αίσθηση αυτοδικαίωσης και παρατηρούν τα έργα τους, δείχνοντας εσωτερική εγκλειστικότητα. Η φιλαυτία τους τους εμποδίζει να δουν τον Χριστό στον πλησίον και να βιώσουν την αυθεντική σωτηρία.

 


Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Οι τέσσερις μορφές φαρισαϊσμού και υποκρισίας


Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου μας διδάσκει ότι η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός είναι ύπουλες αμαρτίες, που μπορούν να μολύνουν ακόμα και τις πιο ιερές στιγμές της ζωής μας. Η ουσία τους βρίσκεται στην αυτοδικαίωση, στην περιφρόνηση των άλλων και στην ψευδή υπερηφάνεια: «Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».


1. Φαρισαϊσμός της αυτοδικαίωσης

Είναι η στάση των χλιαρών χριστιανών που νομίζουν ότι είναι καλύτεροι από τους άλλους. Λένε: «Εγώ δεν είμαι σαν τους Φαρισαίους, είμαι τίμιος και αγαπώ τον κόσμο». Στην ουσία όμως επαναλαμβάνουν τη συμπεριφορά του Φαρισαίου, θεωρώντας τον εαυτό τους ανώτερο και απομακρυνόμενοι από την αληθινή μετάνοια.


2. Φαρισαϊσμός της διάσπασης και των φατριών

Αφορά όσους δημιουργούν ομάδες, αδελφότητες ή θρησκευτικά σχήματα και περιφρονούν όσους δεν ανήκουν σε αυτά. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε διχασμό, προσωπολατρία και κακολογία των άλλων. Ο Απόστολος Παύλος το καταδικάζει: «Εγώ είμαι του Απολλώ, εγώ του Κηφά… Μεμέρησται ο Χριστός;»


3. Φαρισαϊσμός της επιδεικτικής ευσέβειας

Συναντάται σε ευσεβείς που εκκλησιάζονται, προσεύχονται και κοινωνούν, αλλά θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο από τους άλλους. Επιδεικνύουν τα πνευματικά τους έργα και κατακρίνουν τους άλλους, μετατρέποντας την πίστη σε μέσο αυτοπροβολής, αντί για ταπεινή σχέση με τον Θεό.


4. Ο Τελωνικός Φαρισαϊσμός, ή αλλιώς ο Συνδυασμένος Φαρισαϊσμός, αποτελεί μια ιδιαίτερα επικίνδυνη μορφή υποκρισίας και πνευματικής διαφθοράς. Σε αυτήν συνυπάρχουν τα αρνητικά στοιχεία του Τελώνου, δηλαδή τα βαριά και φανερά αμαρτήματα, με τα χαρακτηριστικά του Φαρισαίου, όπως η αυτοδικαίωση και η υποκρισία. Το παράδοξο αυτής της κατάστασης είναι ότι ο άνθρωπος διαπράττει σοβαρά αμαρτήματα, αλλά δεν μετανοεί γι’ αυτά· αντίθετα, καυχιέται για τις πράξεις του και ταυτόχρονα κατακρίνει όσους προσπαθούν να ζήσουν σύμφωνα με τις εντολές του Θεού και τις χριστιανικές αρετές. Ο κίνδυνος αυτής της συμπεριφοράς είναι τεράστιος: προκαλεί απόλυτη ηθική διαστροφή, δηλητηριάζει τόσο τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και τους γύρω του, και μολύνει την κοινότητα με υποκρισία, αλαζονεία και πνευματική πτώση.



Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ψυχολογικό Προφίλ του Φαρισαίου και του Τελώνη της παραβολης

Ψυχολογικό​‍​‌‍​‍‌ Προφίλ του Φαρισαίου

 Το ψυχολογικό προφίλ του Φαρισαίου, να το πούμε απλά, σφραγίζεται από υπερηφάνεια και κενοδοξία και ναι, έλλειψη αυτογνωσίας επίσης.

Ζει με την αίσθηση ανωτερότητας, στηρίζεται σε εξωτερικές εντυπώσεις και στην κοινωνική αναγνώριση.

Καυχιέται για τα έργα του και στρέφει το βλέμμα μακριά απ’ τις δικές του αμαρτίες. Η υπερηφάνεια του δημιουργεί απόσταση από τον Θεό και τους άλλους, περιορίζοντας κάθε αυθεντική πνευματικότητα.

Η κενοδοξία φαίνεται όταν η ηθική και η θρησκευτική εμφάνιση γίνονται εργαλεία αυτοεπιβεβαίωσης· οι πνευματικές πράξεις χρησιμοποιούνται για να φαίνεται τέλειος.

 Το αποτέλεσμα; Η εσωτερική του ζωή μένει κενή και τα έργα δεν φέρνουν πραγματική πνευματική μεταμόρφωση.

 Η έλλειψη αυτογνωσίας τον εμποδίζει να δει τις αδυναμίες του. Αντί για ειλικρινή αναστοχασμό, αντιδρά αμυντικά και προσπαθεί να δείχνει ηθικός και δίκαιος στους άλλους — ενώ στην πραγματικότητα η ψυχική του «τυφλότητα» τον απομακρύνει από την αληθινή μετάνοια και τη θεία χάρη. Ο εγωκεντρισμός του φαίνεται στη διαρκή αξιολόγηση των άλλων μόνο με κριτήριο το πώς επηρεάζουν την εικόνα του. Απορρίπτει ή κρίνει για να επιβεβαιώσει την ανωτερότητά του, άρα μειώνεται η ικανότητά του για ενσυναίσθηση και για μια ειλικρινή σχέση με τον Θεό και τους ανθρώπους. Τέλος, η αμυντική ψυχολογία τον σπρώχνει να προβάλλει εικόνα δικαιοσύνης και ηθικής τελειότητας αντί να παραδεχτεί τα λάθη του. Η προσευχή και η νηστεία γίνονται επίδειξη και όχι αυθεντική μετάνοια, κι έτσι επαναλαμβάνεται ένας κύκλος αλαζονείας και ψυχικής απομόνωσης — εμποδίζοντας την πρόσβαση στην εσωτερική ειρήνη και στην αληθινή συγχώρηση του Θεού.

Ψυχολογικό Προφίλ  του Τελώνη

 Αντίθετα, ο Τελώνης παρουσιάζει ένα εντελώς διαφορετικό ψυχολογικό προφίλ, βασισμένο στην ταπεινότητα, τη μεταμέλεια, την ενδοσκόπηση και την ειλικρίνεια. Αναγνωρίζει τις αδυναμίες και τα λάθη του — δεν τα κρύβει. Νιώθει ειλικρινή λύπη για τα παραπτώματα και θέλει να γίνει καλύτερος. Είναι εσωστρεφής και αναστοχαστικός, κοιτάζει μέσα του και αξιολογεί τη συμπεριφορά του με κριτική ματιά, χωρίς να προσποιείται ή να επιδεικνύει ψεύτικη αρετή.

Συναισθηματικά είναι ευαίσθητος· νιώθει λύπη και τύψεις για τα λάθη του, αλλά ταυτόχρονα κατανοεί τις αδυναμίες των άλλων και δεν τους κρίνει σκληρά — δείχνει βαθιά συμπόνοια. Γνωρίζει τα όριά του και δέχεται την ανθρώπινη φύση του, ενώ νοητικά αναλογίζεται τις συνέπειες των πράξεων και μαθαίνει από τα λάθη, προσπαθώντας συνεχώς να βελτιωθεί.

Στις κοινωνικές σχέσεις παραμένει ταπεινός, δεν επιδιώκει να φαίνεται ανώτερος και είναι προσεκτικός στις κρίσεις του, γνωρίζοντας ότι όλοι κάνουν λάθη. Συνολικά, ο Τελώνης είναι μετανοητικός και αυτοκριτικός, με βαθιά συναισθηματική ωριμότητα· παρότι αρχικά θεωρείται αμαρτωλός, η στάση του δείχνει ψυχική δύναμη, ταπεινότητα και συνειδητή πρόθεση αλλαγής — ένα παράδειγμα ενδοσκόπησης, μεταμέλειας και ηθικής ​‍​‌‍​‍‌βελτίωσης.

π.Δ.Α

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Μη αποστρέψεις το πρόσωπό Σου από του παιδός Σου....


visit counter
Μη αποστρέψεις το πρόσωπό Σου από του παιδός Σου, ότι θλίβομαι∙ ταχύ επάκουσόν μουʹ πρόσχες τη ψυχή μου, και λύτρωσαι αυτήν.
------------------------------------------------------------------------------

Ακούστε τη θαυμάσια μελωδία του στίχου τούτου, αυτή την κραυγή που ξαφνικά γεμίζει την εκκλησία «... ότι θλίβομαι!» - και θα καταλάβετε το σημείο από το οποίο ξεκινάει η Μεγάλη Σαρακοστή: το μυστηριώδες μίγμα της ελπίδας με την απογοήτευση, του φωτάς με το σκοτάδι. Η όλη προετοιμασία έφτασε πια στο τέλος. Στέκομαι μπροστά στο Θεό, μπροστά στη δόξα και στην Ομορφιά της Βασιλείας Του. Συνειδητοποιώ ότι ανήκω σʹ αυτή, ότι δεν έχω άλλη κατοικία, ούτε άλλη χαρά, ούτε άλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ακόμα ότι είμαι εξόριστος από αυτή μέσα στο σκοτάδι και στη λύπη της αμαρτίας γιʹ αυτό «θλίβομαι»! Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να με βοηθήσει σʹ αυτή τη θλίψη, ότι μόνον σʹ Αυτόν μπορώ να πω «πρόσχες τη ψυχή μου». Μετάνοια πάνω απ' όλα, είναι το απελπισμένο κάλεσμα για τη Θεία βοήθεια.

Πέντε φορές επαναλαμβάνουμε αυτό το Προκείμενο. Και τότε να! η Μεγάλη Σαρακοστή αρχίζει. Τα φωτεινά χρωματιστά άμφια και καλύμματα του ναού αλλάζουν τα φώτα σβήνουν. Ο ιερέας εκφωνεί τις αιτήσεις, ο χορός απαντάει με τα «Κύριε ελέησον» την κατʹ εξοχήν σαρακοστιανή απάντηση. Για πρώτη φορά διαβάζεται η προσευχή του Αγίου Εφραίμ που συνοδεύεται από μετάνοιες. Στο τέλος της ακολουθίας όλοι οι πιστοί πλησιάζουν τον ιερέα και ο ένας τον άλλο, ζητώντας την αμοιβαία συγχώρεση. Αλλά καθώς γίνεται αυτή η ιεροτελεστία της συμφιλίωσης, καθώς η Μεγάλη Σαρακοστήεγκαινιάζεται μʹ αυτή την κίνηση της αγάπης, της ενότητας και της αδελφοσύνης, ο χορός ψάλλει πασχαλινούς ύμνους. Πρόκειται τώρα πια να περιπλανηθούμε σαράντα ολόκληρες μέρες στηνέρημο της Μεγάλης Σαρακοστής. Όμως από τώρα βλέπουμε να λάμπει στο τέλος το φως της Ανάστασης, το φως της Βασιλείας του Θεού.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Mεγάλη Σαρακοστή.Προετοιμασία για το Πάσχα


Μεγάλη Σαρακοστή: να μην ξεχάσω…



visit counter


…να προσπαθήσω γερά να εφαρμόσω όσο γίνεται τις εντολές του Χριστού μου. Αυτές (όπως γράφει ο άγιος Γέροντας Σωφρόνιος του Essex) δεν είναι εντολές, αλλά αποκάλυψη του τρόπου ζωής του Θεού (που είναι η αγάπη) και πρόσκληση για μίμηση αυτού του τρόπου. Και είναι δύο: 
«Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτη· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (κατά Ματθ. κεφ. 22, στίχ. 37-39).


Και, για να μην απομένει αμφιβολία για το τι εννοεί ο Κύριος ως αγάπη στον πλησίον, υπάρχει ανάλυση στο κατά Λουκά, κεφ. 6, στ. 27-45:
«Αλλά υμίν λέγω τοις ακούουσιν· αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμίν, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς. τω τύπτοντί σε επί την σιαγόνα πάρεχε και την άλλην, και από του αίροντός σου το ιμάτιον και τον χιτώνα μη κωλύσης. παντί δε τω αιτούντί σε δίδου, και από του αίροντος τα σά μη απαίτει. και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως.
Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. πλήν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς. Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί. Και μη κρίνετε, και ου μη κριθήτε· μη καταδικάζετε, και ου μη καταδικασθήτε· απολύετε, και απολυθήσεσθε· δίδοτε, και δοθήσεται υμίν· […]» κ.τ.λ.
…να τηρήσω τη νηστεία, όπως την έχουν καθορίσει οι άγιοι Πατέρες κι όχι τροποποιώντας την όπως μου λέει ο εγωισμός μου ή η πνευματική μου τεμπελιά. Τη Μεγάλη Σαρακοστή δεν τρώμε ούτε ψάρι, παρά μόνο δύο φορές: τη γιορτή του Ευαγγελισμού (25 Μαρτίου) και την Κυριακή των Βαΐων. Μπορούμε όμως να τρώμε καλαμαροχτάποδα και ταραμά.
Για τη νηστεία προσθέτω μερικές επεξηγήσεις, από άλλο άρθρο (αυτό).

Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;
Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.
Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.
Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής:
α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙
β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙
γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.
Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (Ματθ. 4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).
  
…να προσπαθήσω με νύχια και δόντια (και με μεγάλη ταπείνωση και πολλή προσευχή) ν’ αλλάξω τις κακές μου συνήθειες, αυτές που με αποκόβουν από το Θεό και το συνάνθρωπό μου, όποιος κι αν είναι.
Για παράδειγμα, αν κλέβω την εφορία ή τους πελάτες μου ή ξεγελάω τους συνεταίρους μου, να σταματήσω (όχι μόνο κατά τη διάρκεια της σαρακοστής, αλλά να το πολεμήσω για όσο κρατάει η σαρακοστή, με σκοπό να το σταματήσω για πάντα!!). Αν είμαι νευρικός και βίαιος, να γλυκάνω το χαρακτήρα μου, να βάλω αγάπη και τρυφερότητα στο φέρσιμό μου, να μειώσω τα ξεσπάσματά μου και να μάθω να ζητάω συγγνώμη (και να το εννοώ) όταν πληγώνω τον άλλο, ακόμα κι αν είμαι σίγουρος πως έχω δίκιο. Ιδίως αν ξεσπάω στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου, να το κόψω μαχαίρι – είναι έγκλημα που καταστρέφει ζωές και μεγάλη αμαρτία, από τις χειρότερες.
Αν απατάω το σύζυγο ή τη σύζυγό μου, να φροντίσω σήμερα κιόλας να σταματήσω. Λέγεται «μοιχεία» και δεν έχω καμιά δικαιολογία γι’ αυτό. Να χωρίσω χωρίς δεύτερη κουβέντα από τον εραστή ή την ερωμένη μου. Δεν είμαι ηλίθιος για να γίνω μοιχός και δεν παντρεύτηκα για να γίνω προδότης!
Αν βλαστημάω, να το πολεμήσω όσο σκληρά χρειάζεται. Αν πρέπει να παλέψω μια φορά ενάντια στο κάπνισμα, δέκα φορές πρέπει ενάντια στις βλαστήμιες.Όταν μου ’ρχεται να βλαστημήσω, να μάθω να λέω (αντί για ό,τι έλεγα πριν) «ήμαρτον, Κύριε», «Κύριε, ελέησον», «Παναγία, βόηθα» και τέτοιες φράσεις, που με πλησιάζουν στο Θεό αντί να με απομακρύνουν ανόητα.

Φωτο από εδώ

Πολύ περισσότερο, αν το επάγγελμά μου είναι αντίθετο απ’ το θέλημα του Θεού, όπως φανερώνεται στο ευαγγέλιο. Αν είμαι κακοποιός, αν είμαι πόρνη ή εκπορνεύω γυναίκες, αν πουλάω ναρκωτικά… να σταματήσω αμέσως και να τρέξω να εξομολογηθώ. Τι κερδίζω; Λεφτά, ηδονή, εξουσία; Σκουπίδια μπροστά στη χαρά του να αγαπάς και στην αιώνια απόλαυση του παραδείσου. Σκουπίδια και μπροστά στην οδύνη της κόλασης. Τις δικαιολογίες, ότι δεν υπάρχει κόλαση κι ότι ο παράδεισος είναι πολύ μακριά και ίσως δεν υπάρχει, να τις αφήσω για άλλους. Ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχει παράδεισος και κόλαση, από τις εμπειρίες των αγίων και πολλών κοινών ανθρώπων όλων των εποχών, που είδαν τη μετά θάνατον πραγματικότητα ενώ ακόμα ζούσαν. Άλλωστε, το κακό δεν πρέπει να το σταματάμε από φόβο για την κόλαση ή από σκοπιμότητα για τον παράδεισο, αλλά από αγάπη στο Θεό και στον πλησίον.

…να εξομολογηθώ τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της σαρακοστής καινα κοινωνήσω (να μεταλάβω) τουλάχιστον δύο φορές…
Αν δεν έχω εξομολογηθεί ποτέ μέχρι τώρα, να μια καλή ευκαιρία ν’ αρχίσω.Φέτος, όχι του χρόνου, σήμερα, όχι αύριο – γιατί δεν ξέρω αν θα ζω του χρόνου ή αύριο, και μπορεί να φύγω χωρίς να έχω καθαρίσει καμιά αμαρτία από την ψυχή μου, καταλεκιασμένος και καταλερωμένος! Όχι, δεν πρέπει να πάθω τέτοιο κακό από την ανοησία μου.
Για να δώσεις αίμα χρειάζεται θάρρος, και για να εξομολογηθείς το ίδιο. Άμα φτάσεις εκεί θα δεις ότι όχι μόνο δεν είναι τίποτα, αλλά αντίθετα είναι μια πράξη πάρα πολύ ευχάριστη, που αναπαύει την ψυχή και τη βοηθάει να λυτρωθεί ακόμη κι από το άγχος της καθημερινότητας.
Για την εξομολόγηση παραθέτω μερικές επεξηγήσεις, πάλι από το άλλο άρθρο:
Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στον εγωισμό μας, που μας σκανδαλίζει αφάνταστα, είναι ότι η Εκκλησία μας ζητάει να βρούμε έναν άνθρωπο αμαρτωλό σαν εμάς και να του αποκαλύψουμε τις αμαρτωλές πράξεις και σκέψεις μας. Φυσικά ήδη καταλάβατε το σκοπό αυτής της πράξης, που είναι το να γίνουμε ταπεινοί. Η «εξομολόγηση στην εικόνα» ή «απευθείας στο Θεό» ή «στην Παναγία» δεν μας ταπεινώνει, εκτός αν είμαστε ήδη ταπεινοί. Μπορεί να μας βοηθήσει, κάτω από ειδικές συνθήκες (π.χ. αν δεν υπάρχει ιερέας), όμως δεν υποκαθιστά την πραγματική εξομολόγηση.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:
α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).
β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό.
Ο μυθικός Νάρκισσος, ερωτευμένος με τον εαυτό του (από αυτό το πολύ ενδιαφέρον post).
Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών. Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδαριογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.
Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες (κι όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν κάποιοι), παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.
Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσειςχιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».
Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙ χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.

…να παρακολουθήσω (πιο σωστά: να συμμετάσχω) στην προηγιασμένη και να πάω ν’ ακούσω τους Χαιρετισμούς, έστω κι αν χρειαστεί να κλείσω το μαγαζί μου, ν’ αφήσω τη δουλειά μου, ν’ αναβάλω ένα ραντεβού ή να λείψω απ’ το φροντιστήριο (αν είμαι μαθητής) για κανα-δυο ωρίτσες. Αξίζει!
Η «προηγιασμένη» είναι μια σύντομη λειτουργία, που τελείται στο ναό συνήθως κάθε Τετάρτη βράδυ και κάθε Παρασκευή πρωί όλη τη Μεγ. Σαρακοστή. Η βραδινή προηγιασμένη είναι μια πανέμορφη λειτουργία, με χαμηλό φωτισμό, τον ιερέα στα μαύρα και γενικά ατμόσφαιρα γεμάτη συγκίνηση («κατάνυξη»). Σ’ αυτή τη λειτουργία δεν τελείται η θεία Μετάληψη, αλλά ο ιερέας φέρνει και προσφέρει σε όποιον θέλει να μεταλάβει θεία Μετάληψη από την προηγούμενη Κυριακή – γι’ αυτό λέγεται «προ-ηγιασμένη» ή θεία λειτουργία «των προηγιασμένων Δώρων» [=θεία Μετάληψη], επειδή δεν αγιάζεται εκείνη την ώρα, αλλά έχει αγιαστεί από πριν.

Η προετοιμασία της θείας μετάληψης στην πρόθεση (λεπτομέρειες εδώ)

Τη Μεγ. Σαρακοστή δεν γίνεται κανονική λειτουργία, παρά μόνο Σάββατο, Κυριακή και κάποιες μεγάλες γιορτές (π.χ. του Ευαγγελισμού). Τις άλλες μέρες γίνεται μόνο προηγιασμένη. [Σημείωση: "λειτουργία" ονομάζεται ΜΟΝΟ εκείνη η τελετή, στην οποία μεταλαβαίνουμε, ΟΧΙ κάθε τελετή που γίνεται στην εκκλησία]. Ο λόγος; Η ορθόδοξη λειτουργία έχει κεντρική αναφορά στην ανάσταση του Χριστού, ενώ η Μεγ. Σαρακοστή είναι μια περίοδος με κεντρική αναφορά στη σταύρωση. Έτσι, δεν ταιριάζει η κανονική λειτουργία. Την Κυριακή όμως ταιριάζει, γιατί κάθε Κυριακή όλο το χρόνο είναι πάντα γιορτή της ανάστασης του Χριστού, ενώ το Σάββατο γίνεται λειτουργία για τις ψυχές των νεκρών, γιατί το Σάββατο είναι η μέρα των νεκρών στην Ορθοδοξία (δε λέμε «νεκρών», αλλά «κεκοιμημένων», γιατί δεν υπάρχει θάνατος, όλοι είναι ζωντανοί στον ουρανό και περιμένουν την ανάστασή τους στη Δευτέρα Παρουσία, για την οποία μίλησε πολλές φορές ο Ιησούς).
Οι Χαιρετισμοί σίγουρα ξέρεις τι είναι: ένα μεγάλο ποίημα, από τα ωραιότερα παγκοσμίως, που απευθύνεται στην Παναγία και το έχει γράψει μάλλον ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ένας μεγάλος ποιητής και μουσικός του 7ου αιώνα μ.Χ. Έχει 24 στροφές, που αρχίζει κάθε μία και με ένα γράμμα της αλφαβήτου, κατά σειρά. Το κόβουμε σε 4 μέρη και λέμε ένα κάθε Παρασκευή βράδυ τη Μεγ. Σαρακοστή, ενώ την 5η Παρασκευή το λέμε όλο μαζί (είναι ο Ακάθιστος Ύμνος). Τους Χαιρετισμούς τους λέει ο παπάς (κάνει μια μουσική απαγγελία, όπως γινόταν στο Βυζάντιο), αλλά, πριν βγει να τους απαγγείλει μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, οι ψάλτες ψάλλουν ένα άλλο υπέροχο μουσικό και ποιητικό έργο, γραμμένο από τον άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο (μεγάλο ποιητή και μουσικό του 9ου αιώνα), τον «κανόνα των Χαιρετισμών» (κανόνας ας πούμε ότι είναι ένα είδος της κλασικής μουσικής του Βυζαντίου).

Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, μεγάλος ποιητής, μουσικός και μελετητής της ανθρώπινης ψυχής, δημιουργός του Μεγάλου Κανόνα.

…να πάω στην εκκλησία ν’ ακούσω το Μεγάλο Κανόνα την Τετάρτη της 5ηςεβδομάδας της Σαρακοστής. Ο Μεγ. Κανόνας είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο μουσικό και ποιητικό έργο του αγίου Ανδρέα Κρήτης (έζησε ανάμεσα στον 6ο και τον 7ο αι. μ.Χ.), που, με πολλά παραδείγματα από την Αγία Γραφή (που τα έχει κάνει ποίημα), κάνει εξαιρετικές αναλύσεις της ανθρώπινης ψυχής και μιλάει για το πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, τι μορφές παίρνουν τα πάθη (οι πνευματικές εξαρτήσεις που οδηγούν στην αμαρτία) και πώς μπορεί να πλησιάσει ξανά το Θεό και ν’ απαλλαγεί από τα πάθη του. Είναι ένα ποίημα με μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο για τους πιστούς, αλλά και για τους ψυχολόγους, γιατί εμβαθύνει πολύ σ’ αυτά που έχει κάθε άνθρωπος στην ψυχή του ....

ΠΗΓΗ.ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ-ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Η Κυριακή της Τυρινής


visit counter



Η τέταρτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της τρυφής. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως το τελειότερο και εκλεκτότερο δημιούργημα του Θεού, ως «εικόνα και καθ' ομοίωσις» αυτού ( Γέν.1,26). Πλάστηκε να ζει αιώνια μέσα στη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, ατέρμονο βίο άπαυτης ευδαιμονίας. Αυτή τη σημασία έχει η βιβλική διήγηση περί του κήπου της Εδέμ (Γεν.2 ο κεφ.). Ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελεύθερης βούλησής του και προτίμησε το κακό. Ο αρχέκακος διάβολος τον παρέσυρε στην πτώση και την καταστροφή. Αυτό του στέρησε τον παράδεισο, δηλαδή την αέναη και ζωοποιό παρουσία του Θεού και την κοινωνία των ακένωτων ευλογιών Του.
Μέγα χάσμα ανοίχτηκε ανάμεσά τους (Εφ.2,13). Η αγία Γραφή αναφέρει συμβολικά πως οι πρωτόπλαστοι διώχτηκαν από τον κήπο της Εδέμ και δύο αγγελικά όντα τάχθηκαν να φυλάγουν με πύρινες ρομφαίες την πύλη του, για να μην μπορούν να την παραβιάσουν αυτοί. Το ατέλειωτο δράμα του ανθρωπίνου γένους άρχισε!
Ο Αδάμ και η Εύα τότε κάθισαν απέναντι από τον κήπο της τρυφής και θρηνούσαν για το κακό που τους βρήκε. Αναλογίζονταν την πρότερη ευδαιμονία τους, την σύγκριναν με την τωρινή δυστυχία τους, προέβλεπαν το μέλλον ζοφερό και γι' αυτό έκλαιγαν γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές τους έσπαζαν την ηρεμία της έξω του παραδείσου ερήμου.
Όμως δυστυχώς ο θρήνος των πρωτοπλάστων δεν ήταν αποτέλεσμα μεταμέλειας για την ανυπακοή και την ανταρσία τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη μετάνοιας και αίτημα συγνώμης προς το Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δε θρηνούσαν για τη χαμένη αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου. Ούτε ένας λόγος μετάνοιας δεν ακούστηκε από τα χείλη τους! Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως αν εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές μας μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγνώμη από τον απόλυτα φιλάνθρωπο Θεό, θα είχαν αποκατασταθεί στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή τους.
Η ενθύμηση του αδαμιαίου θρήνου αυτή την ημέρα υπήρξε επιβεβλημένη από την Εκκλησία μας. Από την επόμενη ημέρα αρχίζει η αυστηρή νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ο σκληρός αγώνας κατά των ψυχοκτόνων παθών μας. Οι προπάτορές μας αποτελούν πολύ καλό παράδειγμα συνετισμού μας. Η λαιμαργία τους, να φάνε από τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου της Εδέμ, τους οδήγησε στην απώλεια. Η πολύμορφη νηστεία η δική μας και η άσκηση των αρετών, μας φέρνει στην ουρανοδρόμο πορεία για να συναντήσουμε ξανά το Θεό. Ο θρήνος ο δικός μας δεν είναι (δεν θα πρέπει να είναι) ωφελιμιστικός, όπως των πρωτοπλάστων, αλλά οντολογική συντριβή και μετάνοια για την αμαρτωλότητά μας. Είναι το μόνο αντίδοτο για την ύβρη μας απέναντι στο Θεό και ο μόνος τρόπος της σωτηρίας μας.
Η Εδέμ βρίσκεται δίπλα μας κλεισμένη. Ο φιλάνθρωπος Θεός μας έδωσε το κλειδί να ανοίξουμε τη θύρα και να εισέλθουμε, το οποίο είναι η ειλικρινής μετάνοιά μας. Ας είναι ζωντανό παράδειγμά μας ο μετανοών συσταυρούμενος με τον Κύριο ληστής, ο οποίος σύμφωνα με το θαυμάσιο επίγραμμα της υμνολογίας της Μ. Παρασκευής, άνοιξε τον παράδεισο «βαλών κλείδα το μνήσθητί μου».

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ Τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη


visit counter


  
Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, ἐγνώριζε στόν Παράδεισο τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι, μετά τήν ἔξωσή του ἀπό τόν Παράδεισο γιά τό ἁμάρτημά του, ἐγκαταλειμμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρά καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς στεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του. Ἡ ψυχή του βασανιζόταν μέ τή σκέψη: «Ἐλύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό». Δέν μετάνοιωνε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού τραβᾶ ἀχόρταγα τήν ψυχή στό Θεό.
Τό ἴδιο καί κάθε ψυχή πού γνώρισε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τό Θεό κι ὕστερα ἔχασε τή χάρη, δοκιμάζει τό ἀδαμιαῖο πένθος. Θλίβεται ἡ ψυχή καί μεταμελεῖται σφοδρῶς, ὅταν προσβάλη τόν ἀγαπημένο Κύριο.
Βασανιζόταν κι ὀδυρόταν στή γῆ ὁ Ἀδάμ κι ἡ γῆ δέν τοῦ ἔδινε χαρά. Νοσταλγοῦσε τό Θεό κι ἐφώναζε:
 
Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο καί Τόν ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μήν Τόν ζητῶ;
Ὅταν ἤμουν μαζί Του, ἀγαλλόταν εἰρηνικά ἡ ψυχή μου καί ἤμουν ἀπρόσιτος γιά τούς ἐχθρούς.
 
Τώρα ὅμως ἀπέκτησε ἐξουσία πάνω μου τό πονηρό πνεῦμα καί κλονίζει καί τυραννεῖ τήν ψυχή μου. Γι᾽ αὐτό λυώνει ἡ ψυχή μου γιά τόν Κύριο μέχρι θανάτου. Τό πνεῦμα μου ὁρμᾶ πρός τό Θεό καί τίποτε τό γήϊνο δέν μέ παρηγορεῖ· κι ἡ ψυχή μου δέν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, ἀλλά ποθεῖ διψασμένα νά Τόν δῆ καί νά Τόν ἀπολαύση ὡσότου χορτάση. Δέν μπορῶ νά Τόν λησμονήσω οὔτε στιγμή κι ἀπό τόν πολύ μου πόνο στενάζω καί ὀδύρομαι: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τό παραπεσόν Σου πλάσμα».
Ἔτσι ὀδυρόταν ὁ Ἀδάμ κι ἔτρεχαν ποτάμι τά δάκρυα ἀπό τό πρόσωπό του κι ἔπεφταν στό στῆθος του καί στή γῆ.
Μέ δέος ἄκουγε ὅλη ἡ ἔρημος τούς στεναγμούς του.
Ζῶα καί πουλιά σιωποῦσαν ἀπό θλίψη.
Κι ὁ Ἀδάμ ὀδυρόταν, γιατί μέ τό ἁμάρτημά του στερήθηκαν ὅλοι τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη.
Ἦταν μεγάλη ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἐξορία του ἀπό τόν Παράδεισο. Σάν εἶδε ὅμως τό γυιό του Ἄβελ σκοτωμένο ἀπό τόν Κάϊν, αὐξήθηκε ἀκόμα πιό πολύ ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ· φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε κι ἔκλαιγε: 
 
«Ἐξ ἐμοῦ λαοί ἐξελεύσονται καί πληθυνθήσονται ἐπί τῆς γῆς· κι ὅλοι θά ὑποφέρουν, θά ζοῦν μέσα στήν ἔχθρα καί στόν ἀλληλοσκοτωμό».
 Κι ἦταν ἡ θλίψη του μεγάλη σάν τόν ὠκεανό· καί τήν καταλαβαίνουν μόνον οἱ ψυχές πού γνώρισαν τόν Κύριο καί τήν ἀνείπωτη ἀγάπη Του.
Κι ἐγώ ἔχασα τή χάρη καί φωνάζω μαζί μέ τόν Ἀδάμ:
 
  «Σπλαγχνίσου με Κύριε. Δῶσε μου πνεῦμα ταπεινώσεως καί ἀγάπης».
Ὤ ἀγάπη τοῦ Κυρίου! Ὅποιος σέ γνώρισε, σ᾽ ἀναζητεῖ ἀκούραστα καί φωνάζει μέρα καί νύχτα:
 
«Σέ ποθῶ, Κύριε, καί Σ᾽ ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μή Σέ ζητῶ; Ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά Σέ γνωρίσω μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι αὐτή ἡ θεία γνώση τραβᾶ ἀδιάκοπα τήν ψυχή μου κοντά Σου».
Θρηνεῖ ὁ Ἀδάμ:
 
«Δέν μέ τέρπει ἡ σιγή τῆς ἐρήμου.
 
Δέν μέ τραβοῦν τῶν βουνῶν τά ψηλώματα.
 
Δέν μ᾽ ἀναπαύει ἡ ὀμορφιά τῶν δασῶν καί τῶν λειβαδιῶν.
Δέν καταπραΰνει τόν πόνο μου τῶν πουλιῶν τό κελάδημα.
 
Τίποτε, τίποτε δέν μοῦ δίνει τώρα χαρά,
 
Ἡ ψυχή μου ράγισε ἀπό τήν πολύ στενοχώρια.
 
Τόν ἀγαπημένο Θεό μου ἐπρόσβαλα.
 
Κι ἄν μέ ξανάπαιρνε στόν παράδεισο ὁ Κύριος καί ἐκεῖ θά
 
θρηνοῦσα λυπητερά, πονεμένα
 
Γιατί πίκρανα τόν ἀγαπημένο μου Θεό».
 
Διωγμένος ἀπό τόν Παράδεισο ὁ Ἀδάμ ἀνάβλυζε πηγές ἀπό δάκρυα ἀπό τήν πληγωμένη του καρδιά. Τό ἴδιο κάθε ψυχή πού γνώρισε τόν Κύριο θρηνεῖ γι᾽ Αὐτόν καί λέει:
«Ποῦ εἶσαι, Κύριε;
 
Γιατί κρύβεις τό πρόσωπό Σου;
 
Πολύν καιρό τώρα δέν βλέπει τό Φῶς Σου ἡ ψυχή μου καί
 
Σ᾽ ἀποζητᾶ θλιμμένη.
Ποῦ εἶναι ὁ Κύριός μου;
 
Γιατί δέν Τόν βλέπω στήν ψυχή μου;
Τί Τόν ἐμποδίζει νά κατοικεῖ ἐντός μου;
 
Δέν ὑπάρχει μέσα μου, λοιπόν, ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς.
 
Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ἄπειρη καί ἀνερμήνευτη».
Πορευόταν πάνω στή γῆ ὁ Ἀδάμ καί δάκρυζε ἀπό τό σφίξιμο τῆς καρδιᾶς καί μέ τό νοῦ συλλογιζόταν ἀδιάκοπα τό Θεό. Κι ὅταν τό ταλαιπωρημένο του σῶμα δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε φλογιζόταν γιά τό Θεό τό πνεῦμα του, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήση τόν Παράδεισο καί τήν ὡραιότητά του. Ἀγαποῦσε ὅμως ὅλο καί πιό πολύ τό Θεό ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν.
Ψάλλε μας, Ἀδάμ, τοῦ Κυρίου τό ἄσμα, γιά νά χαρῆ ἡ καρδιά μου γιά τόν Κύριο καί νά σηκωθῆ νά Τόν ὑμνήση καί νά Τόν δοξολογήση, ὅπως Τόν δοξάζουν στούς οὐρανούς τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν.
Τραγούδησέ μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, τήν ὠδή τοῦ Κυρίου, γιά νά τήν ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ὑψώσουν ὅλα τά παιδιά σου τό νοῦ τους στό Θεό καί νά αἰσθανθοῦν τήν γλυκύτητα τοῦ οὐράνιου ὕμνου, ξεχνώντας τίς θλίψεις τῆς γῆς.
Πές μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, μίλησε στά παιδιά σου γιά τόν Κύριο. Ἡ ψυχή σου ἐγνώριζε τόν Θεό, ἐγνώριζε καί τή γλυκύτητα καί τήν ἀγαλλίαση τῆς Ἐδέμ, καί τώρα κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τή δόξα τοῦ Κυρίου.
Πές μας, πῶς δοξάζεται ὁ Κύριός μας γιά τά πάθη Του καί πῶς ψάλλονται οἱ ὠδές στούς οὐρανούς καί πόσο γλυκειές εἶναι αὐτές οἱ ὠδές πού τραγουδιοῦνται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Μίλα μας γιά τή δόξα τοῦ Κυρίου καί πόσο σπλαγχνικός εἶναι.
Μίλησέ μας καί γιά τήν ἁγία Θεοτόκο. Πῶς μεγαλύνεται στούς οὐρανούς καί μέ ποιούς ὕμνους τήν μακαρίζουν.
Πές μας πῶς ἀγάλλονται ἐκεῖ οἱ Ἅγιοι καί πῶς τούς καταυγάζει ἡ χάρη· πῶς ἀγαποῦν τόν Κύριο καί μέ ποιάν ἅγια ταπείνωση παρουσιάζονται μπροστά στό θρόνο Του.
Παρηγόρησε, Ἀδάμ, καί χαροποίησε τίς θλιμμένες μας ψυχές.
Διηγήσου μας, τί βλέπεις στούς οὐρανούς;
Δέν ἀποκρίνεσαι; Γιατί αὐτή ἡ σιγή;
Νά, θλίβεται ὅλη ἡ γῆ.
Ἤ ἀπό τή Θεία ἀγάπη δέν μπορεῖς οὔτε κἄν νά μᾶς θυμηθῆς;
Ἤ βλέπεις τή Θεομήτορα στή δόξα της καί δέν μπορεῖς νά ἀποχωριστῆς ἀπ᾽ αὐτή τήν οὐράνια ὀπτασία; Καί γι᾽ αὐτό ἀφήνεις τά θλιμμένα παιδιά σου χωρίς λόγια στοργῆς, γιά νά ξεχάσωμε τά δεινά τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας;
Ἀδάμ, πατέρα μας, δέν ἀποκρίνεσαι;
Ἐσύ βλέπεις τή θλίψη τῶν γυιῶν σου στή γῆ.
Γιατί τάχα αὐτή ἡ σιωπή;
Ὁ Ἀδάμ λέγει:
 
«Ἀφῆστε με στήν εἰρήνη, ἀγαπητά μου παιδιά. Δέν μπορῶ ν᾽ ἀποχωριστῶ ἀπό τή θέα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή μου λαβώθηκε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καί σκιρτᾶ μέ τήν ἀγαθότητά Του. Ὅσοι ζοῦν στό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Δεσπότη δέν μποροῦν νά θυμηθοῦν τά γήϊνα».
‒ Ἀδάμ, πατέρα μας, μᾶς ἐγκατέλειψες, τά ὀρφανά παιδιά σου, ἐνῶ βυθιζόμαστε στήν ἄβυσσο τῶν δεινῶν τῆς γῆς; Πές μας, τουλάχιστον, πῶς μποροῦμε νά εὐαρεστήσωμε στό Θεό;
Ἄκουσε τά παιδιά σου, πού εἶναι σκορπισμένα σ᾽ ὅλη τή γῆ. Ὁ νοῦς τους εἶναι συγχυσμένος καί δέν μπορεῖ νά συλλάβη τό Θεῖο, καί πολλοί ἀποστάτησαν ἀπό τό Θεό καί ζώντας στό σκοτάδι πορεύονται στίς ἀβύσσους τοῦ ἅδη.
‒ Μή διακόπτετε τήν ἔκστασή μου. Βλέπω τή Θεομήτορα δοξασμένη καί δέν μπορῶ ν᾽ ἀποσπάσω τό νοῦ μου ἀπό τή θεϊκή τούτη θεωρία καί νά σᾶς μιλήσω.
Βλέπω καί τούς ἅγιους Προφῆτες καί Ἀποστόλους κι ἐκπλήττομαι πῶς μοιάζουν ὅλοι τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
Περπατῶ στήν Ἐδέμ καί, νά, παντοῦ ἡ δόξα τοῦ Κυρίου, γιατί Αὐτός ζῆ μέσα μου καί μ᾽ ἔκανε ὅμοιο μέ τόν Ἑαυτό Του.
Ἔτσι δοξάζει ὁ Κύριος τόν ἄνθρωπο.
‒ Μίλησέ μας, Ἀδάμ· εἴμαστε παιδιά σου κι ὑποφέρουμε στή γῆ.
Πές μας, πῶς μποροῦμε νά κληρονομήσωμε τόν παράδεισο, γιά νά βλέπωμε κι ἐμεῖς, ὅπως καί σύ, τή δόξα τοῦ Κυρίου; Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν γιά τόν Κύριο, ἐνῶ σύ χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι στούς οὐρανούς μέ τή θεία δόξα.
Σέ ἱκετεύομε, παρηγόρησέ μας.
‒ Γιατί φωνάζετε πρός ἐμένα, παιδιά μου; Ὁ Κύριος σᾶς ἀγαπᾶ καί σᾶς ἔδωσε σωτήριες ἐντολές. Τηρήσατε τίς ἐντολές καί ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, κι ἔτσι θά βρῆτε τήν ἀνάπαυση κοντά στό Θεό.
Μετανοεῖτε κάθε ὥρα γιά τά παραπτώματά σας, γιά νά ἀξιωθῆτε νά συναντήσετε τό Χριστό. Ὁ Κύριος εἶπε:
 
  «Ἀγαπῶ ὅσους μέ ἀγαποῦν καί θά δοξάσω ὅσους μέ δοξάζουν».
‒ Ὤ Ἀδάμ, πρέσβευε γιά μᾶς, τά παιδιά σου. Ἡ ψυχή μας εἶναι γεμάτη πόνο ἀπό τίς πολλές μας θλίψεις.
‒ Ἀδάμ, πατέρα μας, σύ κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τόν Κύριο νά κάθεται δοξασμένος στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ἐσύ βλέπεις τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλους τούς Ἁγίους. Ἐσύ ἀκοῦς τά οὐράνια ἄσματα καί ἡ γλυκύτητά τους ἀπορροφᾶ τήν ψυχή σου. Ἐμεῖς ὅμως λαχταροῦμε γιά τό Θεό ἀκατάπαυστα, σκυθρωποί καί στερημένοι τή χάρη.
Τραγούδησέ μας κάτι ἀπό τίς ὠδές πού ἀκοῦς στούς οὐρανούς, γιά νά τ᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ξυπνήσουν ὅλοι ἀπό τό θανατερό λήθαργο.
 
‒ «Μή μέ κουράζετε, παιδιά μου. Ὁ καιρός τῶν δικῶν μου θλίψεων πέρασε. Ἡ γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ τρυφή τοῦ Παραδείσου μ᾽ ἐμποδίζουν νά γυρίσω τήν προσοχή μου στή γῆ. Ἀλλά καί πάλι θά σᾶς πῶ:
 
Σᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος καί ζήσετε κι ἐσεῖς μέ ἀγάπη. Νά πείθεσθε στούς προϊσταμένους σας, νά ταπεινώνετε τίς καρδιές σας, καί τότε θά κατοικήση μέσα σας Πνεῦμα Θεοῦ. Αὐτό ἔρχεται ἤρεμα καί δίνει εἰρήνη στήν ψυχή καί μαρτυρεῖ γιά τή σωτηρία της χωρίς λόγια.
 
Ψάλλετε ὕμνους στό Θεό μέ ἀγάπη καί πνευματική ταπείνωση, γιατί ὁ Κύριος χαίρετε μ᾽ αὐτό.
 
‒ Ὤ Ἀδάμ, ἐμεῖς ψάλλομε, ἀλλά δέν ἔχουμε μέσα μας οὔτε ἀγάπη οὔτε ταπείνωση.
 
‒ Μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε. Κι ἐγώ μετανοοῦσα γιά πολύν καιρό καί στενοχωριόμουν, γιατί πρόσβαλα τό Θεό καί γιατί μέ τά δικά μου ἁμαρτήματα χάθηκε ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς. Τά δάκρυά μου χύνονταν στό πρόσωπό μου καί πότιζαν τό στῆθος μου κι ἔπεφταν στή γῆ· κι ὅλη ἡ ἔρημος ἄκουγε τούς στεναγμούς μου.
 
Ἐσεῖς δέν μπορεῖτε νά ἐννοήσετε τό βάθος τῆς θλίψεώς μου, οὔτε πῶς ὀδυρόμουν γιά τό Θεό καί τόν Παράδεισο. Στόν Παράδεισο ἤμουν καταχαρούμενος. Μέ εὔφραινε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν ὅμως διώχτηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μ᾽ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μ᾽ ἀποφεύγουν· οἱ κακοί λογισμοί σπάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν· ὁ ἥλιος μ᾽ ἔκαιγε καί μ᾽ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στό Θεό.
 
Καί ἐσεῖς, παιδιά μου, ὑπομείνετε τούς πόνους τῆς μετάνοιας· ἀγαπᾶτε τίς θλίψεις, ἀποξηραίνετε τά σώματά σας μέ ἄσκηση καί ἐγκράτεια, ταπεινῶστε τόν ἑαυτό σας κι ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς, γιά νά κατοικήση μέσα σας τό Ἅγιο Πνεῦμα.
 
Τότε θά γνωρίσετε καί θά βρῆτε τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
 
Μήν ταράζετε ὅμως τήν εἰρήνη μου. Ἀπό τή θεία ἀγάπη δέν μπορῶ τώρα νά στραφῶ πρός τή γῆ. Ξέχασα ὅλα τά ἐπίγεια. Ξέχασα ἀκόμα κι αὐτόν τόν Παράδεισο πού ἔχασα, γιατί βλέπω τήν αἰώνια δόξα τοῦ Κυρίου καί τή δόξα τῶν Ἁγίων, πού τό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ τούς κάνει νά λάμπουν κι οἱ ἴδιοι σάν κι Αὐτόν.
‒ Ψάλλε, Ἀδάμ, ψάλλε μας τόν οὐράνιο ὕμνο, γιά ν᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά νοιώση τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ποθοῦμε πολύ ν᾽ ἀκούσωμε αὐτούς τούς γλυκούς ὕμνους, γιατί ψάλλονται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Ἀδάμ ἔχασε τόν ἐπίγειο Παράδεισο καί τόν ἀναζητοῦσε μέ θρήνους:
 
  «Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».
Κι ὁ Κύριος μέ τήν ἀγάπη Του στό σταυρό τοῦ χάρισε ἄλλο Παράδεισο, καλύτερον ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχασε, στούς οὐρανούς, ὅπου εἶναι τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἀρχιμ. Σωφρονίου
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ