Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΣΙΚΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ (ΡΟΕΔ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΣΙΚΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ (ΡΟΕΔ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Η επιστολή της Συνόδου του Μονάχου της Ρωσικής διασποράς (ROCOR) καλεί για προσευχή, ενότητα και πνευματική εγρήγορση.(κείμενο-θεολογικός σχολιασμός)



------------------------------------------------------------

«Διατηρήστε την Ορθόδοξη πίστη» - Οι επίσκοποι της ROCOR προειδοποιούν κατά της εκκοσμίκευσης

Οι επίσκοποι της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Εκτός Ρωσίας κατά την επίσκεψή τους στο Κάστρο Σάιφριντσμπεργκ, τη μελλοντική τοποθεσία του μοναστηριού και της επισκοπικής διοίκησης, με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Κουρσκ εξέδωσε επιστολή προς τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους πιστούς παγκοσμίως το βράδυ της Τρίτης (5 Μαΐου 2026), καλώντας σε πίστη, εντατική πνευματική άσκηση και αυξημένη προσευχή για ειρήνη.

Η επιστολή της Συνόδου του Μονάχου καλεί για προσευχή, ενότητα και πνευματική εγρήγορση.

Το Συμβούλιο των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Εκτός Ρωσίας (ROCOR) εξέδωσε επιστολή προς τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους πιστούς παγκοσμίως το βράδυ της Τρίτης (5 Μαΐου 2026), καλώντας σε πίστη, εντατική πνευματική άσκηση και αυξημένη προσευχή για ειρήνη.

Στην επιστολή, που δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια της συνέλευσης στη Μονή Μπούχεντορφ κοντά στο Μόναχο, υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Ανατολικής Αμερικής και Νέας Υόρκης Νικολάι, οι ιεράρχες περιγράφουν την αυξανόμενη εκκοσμίκευση και την έλλειψη κατεύθυνσης. «Όλοι βλέπουμε πώς οι διαδικασίες εκκοσμίκευσης εντείνονται, πώς τα ηθικά πρότυπα θολώνουν και πώς η πίστη μειώνεται σε πολλές καρδιές», αναφέρει. Ειδικά υπό αυτές τις συνθήκες, είναι ζωτικής σημασίας να διατηρήσουμε «την πίστη στην Ορθοδοξία και στις παραδόσεις». Οι πιστοί προτρέπονται με ένα βιβλικό απόσπασμα από την Αποκάλυψη 2:10: «Γίνε πιστός μέχρι θανάτου, και θα σου δώσω το στέφανο της ζωής».

Κατά τη διάρκεια των «λαμπρών ημερών του Πάσχα», οι επίσκοποι ζητούν μια βαθύτερη πνευματική ζωή. Αυτό περιλαμβάνει «τακτική προσευχή, μετάνοια, λήψη των αγίων μυστηρίων, συμμετοχή στις θείες λειτουργίες», καθώς και ανάγνωση της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι ενορίες θα πρέπει να είναι «ζωντανές κοινότητες» και οι οικογένειες «καταφύγια χριστιανικής αγάπης».

Το Συμβούλιο των Επισκόπων βλέπει την παγκόσμια πολιτική κατάσταση με ανησυχία. Μιλάει για «πολέμους, συγκρούσεις και διωγμούς εναντίον Χριστιανών» και τονίζει ιδιαίτερα τον «αδελφοκτόνο πόλεμο μεταξύ Χριστιανών που προήλθαν από την ίδια βαπτιστική πηγή των Ρως του Κιέβου». Οι πιστοί καλούνται να «εντείνουν την προσευχή για την ειρήνη, για τον τερματισμό της αιματοχυσίας» και να μεσολαβούν για όλους όσους υποφέρουν, καθώς και να διατηρήσουν «την ενότητα του Πνεύματος εν δεσμώ ειρήνης».

Επίσης η σύνοδος ανακοινώνει τη δημιουργία ενός ταμείου ανακούφισης για τους άπορους κληρικούς και τις οικογένειές τους. Οι πιστοί της διασποράς προτρέπονται θερμά: «Διατηρήστε την Ορθόδοξη πίστη. Ακολουθείτε τις εντολές του Θεού. Επιμένετε στα καλά έργα» και αφήστε τη ζωή σας να γίνει «ζωντανή μαρτυρία του Ευαγγελίου».

Η επισκοπική σύνοδος πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εορτασμών για την 100ή επέτειο της Γερμανικής Επισκοπής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Εκτός Ρωσίας. Οι συζητήσεις ολοκληρώθηκαν με επίσκεψη στο Κάστρο Seyfriedsberg, τη μελλοντική τοποθεσία του ανδρικού μοναστηριού και της επισκοπικής διοίκησης.

Τις επόμενες ημέρες θα ακολουθήσει διεθνές ακαδημαϊκό συνέδριο αφιερωμένο στην εκατονταετηρίδα της επισκοπής. Σκοπός του είναι να εντοπίσει ολοκληρωμένα την ιστορική πορεία της επισκοπής και να συζητήσει τις τρέχουσες προκλήσεις και προοπτικές για τη μελλοντική της ανάπτυξη.

Θεολογικός Σχολιασμός της Πασχάλιας Επιστολής του 2026 της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς

Η Πασχάλια Επιστολή του Συμβουλίου των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς (ROCOR) αποτελεί ένα χαρακτηριστικό κείμενο σύγχρονης παραδοσιακής ορθόδοξης θεολογίας. Η Πασχάλια Επιστολή του 2026 αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της θεολογικής και πνευματικής ταυτότητας της ROCOR. Πρόκειται για ένα κείμενο:

  • βαθιά πατερικό,
  • ασκητικό,
  • αντι-εκκοσμικευμένο,
  • εσχατολογικό,
  • και έντονα ποιμαντικό.

Η επιστολή προβάλλει την Εκκλησία ως χώρο διατηρήσεως της αλήθειας μέσα σε έναν κόσμο πνευματικής συγχύσεως και καλεί τους πιστούς σε μετάνοια, εγρήγορση, υπομονή και πιστότητα στον Χριστό. Παράλληλα, επιχειρεί να δώσει ορθόδοξη απάντηση στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής χωρίς να εγκαταλείπει το παραδοσιακό πατερικό ήθος της Ορθοδοξίας.


1. Η Εκκλησία ως κιβωτός πίστεως μέσα στην εκκοσμίκευση

Κεντρικός θεολογικός άξονας της επιστολής είναι η αίσθηση ότι ο σύγχρονος κόσμος διέρχεται περίοδο βαθιάς πνευματικής κρίσεως. Οι επίσκοποι μιλούν για εξασθένηση της πίστεως, για σύγχυση των ηθικών ορίων και για εντεινόμενη εκκοσμίκευση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Εκκλησία παρουσιάζεται ως ο χώρος διαφυλάξεως της αληθείας και της πνευματικής ζωής.

Η έμφαση στη «διατήρηση της Ορθοδοξίας» και στην «ευσέβεια των πατέρων» αποκαλύπτει την αυτοσυνειδησία της ROCOR ως φορέως της αδιάκοπης εκκλησιαστικής παραδόσεως. Η Εκκλησία δεν καλείται να προσαρμοστεί στο πνεύμα της εποχής, αλλά να διαφυλάξει ανόθευτη την αποστολική πίστη. Η στάση αυτή έχει βαθιές ρίζες στην ιστορική εμπειρία της ρωσικής Διασποράς, η οποία διαμορφώθηκε μέσα από την εμπειρία της επανάστασης, της εξορίας και των διωγμών.

 

2. Η ασκητική διάσταση της χριστιανικής ζωής

Η επιστολή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πνευματική και ασκητική ζωή. Η προτροπή προς τα Μυστήρια, την προσευχή, τη μετάνοια, τη συμμετοχή στις ακολουθίες και τη μελέτη των Αγίων Πατέρων δείχνει ότι η σωτηρία νοείται πρωτίστως ως θεραπεία και μεταμόρφωση του ανθρώπου.

Η ορθόδοξη θεολογία δεν αντιλαμβάνεται την πίστη ως απλή ιδεολογική αποδοχή δογμάτων, αλλά ως βίωμα κοινωνίας με τον Θεό. Γι’ αυτό και η επιστολή επιμένει στη λειτουργική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Η ενορία παρουσιάζεται ως ζωντανή κοινότητα σωτηρίας και η οικογένεια ως «καταφύγιο χριστιανικής αγάπης».

Η έμφαση αυτή συνδέεται με την πατερική διδασκαλία περί καθάρσεως, φωτισμού και θεώσεως. Ο άνθρωπος καλείται να αγωνιστεί εσωτερικά ώστε να ανακαινιστεί η ύπαρξή του διά της θείας χάριτος.

 

3. Η θεολογία του μαρτυρίου και της υπομονής

Η χρήση του χωρίου της Αποκαλύψεως «Γίνου πιστός άχρι θανάτου» φανερώνει ότι η επιστολή εντάσσει τη σύγχρονη χριστιανική ζωή μέσα στη θεολογία του μαρτυρίου και της ομολογίας. Η ROCOR φέρει βαθιά ιστορική μνήμη των διωγμών που υπέστη η ρωσική Εκκλησία κατά τον 20ό αιώνα και ιδιαίτερα της εμπειρίας των νεομαρτύρων της κομμουνιστικής περιόδου.

Έτσι, η ζωή του πιστού παρουσιάζεται ως σταυρικός αγώνας μέσα σε έναν κόσμο πνευματικής συγχύσεως. Η υπομονή, η σταθερότητα στην πίστη και η αντοχή στις δοκιμασίες αποκτούν εσχατολογική σημασία. Ο χριστιανός καλείται να παραμείνει πιστός ακόμη και όταν η κοινωνία απομακρύνεται από το Ευαγγέλιο.

 

4. Η σημασία της πιθανής αγιοκατάταξης του Ιερομονάχου Σεραφείμ (Ρόουζ)

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στον Ιερομόναχος Σεραφείμ (Ρόουζ) και στην έναρξη της διαδικασίας εκκλησιαστικής του δοξολογήσεως. Η επιλογή αυτή είναι ιδιαίτερα συμβολική, διότι ο Σεραφείμ Ρόουζ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της αμερικανικής Ορθοδοξίας του 20ού αιώνα.

Η θεολογία του χαρακτηριζόταν από:

  • έντονο ασκητισμό,
  • προσήλωση στους Πατέρες,
  • κριτική προς τη νεωτερικότητα,
  • προειδοποίηση απέναντι στον πνευματικό συγκρητισμό,
  • και έμφαση στην εσωτερική μετάνοια.

Η αναγνώριση της αγιότητάς του δείχνει ότι η ROCOR θεωρεί δυνατή την άνθηση της ορθόδοξης αγιότητας ακόμη και μέσα στον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Παράλληλα, επιβεβαιώνει το ιδεώδες μιας Ορθοδοξίας αυστηρά πατερικής και αντι-εκκοσμικευμένης.

 

5. Ο πόλεμος ως τραύμα εκκλησιαστικής ενότητας

Η επιστολή αναφέρεται με πόνο στον «αδελφοκτόνο πόλεμο» μεταξύ χριστιανών που προέρχονται από την ίδια «κολυμβήθρα του βαπτίσματος της Ρως του Κιέβου». Η γλώσσα αυτή είναι βαθιά εκκλησιολογική και ιστορική.

Η αναφορά στη Ρως του Κιέβου υπενθυμίζει την κοινή πνευματική καταγωγή Ρώσων, Ουκρανών και Λευκορώσων. Ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται μόνο ως γεωπολιτική τραγωδία αλλά ως τραύμα της εκκλησιαστικής και πνευματικής ενότητας ενός λαού που ενώθηκε ιστορικά μέσω του βαπτίσματος.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η επιστολή αποφεύγει πολιτικές καταγγελίες και ιδεολογικές διατυπώσεις. Αντίθετα, επιλέγει γλώσσα ποιμαντική και λειτουργική, καλώντας κυρίως σε προσευχή, ειρήνη και πνευματική συμφιλίωση.

 

6. Βιοηθική, τεχνολογία και ανθρώπινο πρόσωπο

Ένα από τα πιο σύγχρονα στοιχεία της επιστολής είναι η αναφορά στα βιοηθικά ζητήματα και στις νέες τεχνολογίες. Οι επίσκοποι εκφράζουν ανησυχία για τη δυνατότητα του ανθρώπου να παρεμβαίνει στα όρια ζωής και θανάτου μέσω των βιοϊατρικών εξελίξεων.

Η θέση αυτή στηρίζεται στην ορθόδοξη ανθρωπολογία, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι εικόνα Θεού και η ζωή αποτελεί δώρο του Δημιουργού. Όταν ο άνθρωπος επιχειρεί να αποκτήσει απόλυτο έλεγχο πάνω στη ζωή, υπάρχει κίνδυνος απώλειας της πνευματικής διάστασης του προσώπου.

Η ίδρυση βιοηθικής επιτροπής δείχνει προσπάθεια της Εκκλησίας να δώσει συστηματικές απαντήσεις σε σύγχρονα ζητήματα όπως:

  • η γενετική παρέμβαση,
  • η ευθανασία,
  • η τεχνητή αναπαραγωγή,
  • η τεχνητή νοημοσύνη,
  • και οι μεταβολές της ανθρώπινης ταυτότητας.

Παράλληλα, η επιστολή εκφράζει επιφυλακτικότητα απέναντι στην υπερβολική εξάρτηση από το διαδίκτυο και το ψηφιακό περιβάλλον, θεωρώντας ότι η άκριτη χρήση τους αποδυναμώνει την εσωτερική ζωή και την αληθινή ανθρώπινη κοινωνία.

 

7. Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της επιστολής

Ολόκληρο το κείμενο διαπερνάται από έναν ήπιο αλλά σαφή εσχατολογικό τόνο. Η ιστορία αντιμετωπίζεται ως πεδίο πνευματικού αγώνα και δοκιμασίας, ενώ η τελική ελπίδα του ανθρώπου βρίσκεται στη Βασιλεία του Θεού.

Η αναφορά στην πασχάλια χαρά ως «πρόγευση της αιώνιας χαράς» αποκαλύπτει την ορθόδοξη κατανόηση της Εκκλησίας ως εικόνας της ερχόμενης Βασιλείας. Η Εκκλησία δεν υπάρχει απλώς για να βελτιώσει κοινωνικές συνθήκες, αλλά για να οδηγήσει τον άνθρωπο στη σωτηρία και στη θέωση.

ΠΗΓΗ.ΕΟΔ


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Εἶναι οἱ ὅροι «Χριστιανὸς» καὶ «Ὀρθόδοξος» ἀκριβεῖς εἰς τοὺς χρόνους μας;


Ἀρχιεπισκόπου Ἀβερκίου (†1976) Ἀρχιεπισκόπου Συρακουσῶν καὶ Τριάδος τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Διασπορᾶς
Μέχρι πρό τινος, αἱ ἔννοιαι καὶ οἱ ὅροι «Χριστιανὸς» καὶ «Ὀρθόδοξος» ἦσαν ἀναμφισβήτητοι καὶ σημαίνοντες. Τώρα, ἐν τούτοις, ζῶμεν εἰς χρόνους τόσον δεινούς, τόσον πεπληρωμένους ψεύδους καὶ ἀπάτης, ὅπου τοιαῦται ἔννοιαι καὶ τοιοῦτοι ὅροι δὲν μεταδίδουν πλέον κάτι τὸ σημαντικόν, ὅταν χρησιμοποιῶνται ἄνευ περαιτέρω διευκρινίσεως. Δὲν ἀντανακλοῦν τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων, ἀλλ' ἔχουν γίνει μᾶλλον ἐτικέττες καὶ ἐξαπατοῦν.
Πολλαὶ κοινωνίαι καὶ ὀργανισμοὶ εἰς τὰς ἡμέρας μας αὐτο-ἀποκαλοῦνται «Χριστιανικοί», ἂν καὶ δὲν ὑπάρχῃ τίποτε τὸ Χριστιανικὸν εἰς αὐτούς, ἐφ' ὅσον ἀπορρίπτουν τὸ πρωταρχικὸν δόγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ: τὴν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως πράττουν ἀρκεταὶ ἐκ τῶν πολὺ προσφάτων σεκτῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ καθ' αὑτὸ πνεῦμα τοῦ γνησίου Χριστιανισμοῦ, τὸ ὁποῖον προκύπτει τόσον φυσιολογικῶς καὶ τόσον ἀβιάστως ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι ἐν πολλοῖς σχεδὸν ἀνύπαρκτον.
Τοιοῦτοι, παραδείγματος χάριν, εἶναι εἰς τὰς ἡμέρας μας οἱ Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ παρελθὸν ἀνεγνώρισαν τὴν «Ζῶσαν Ἐκκλησίαν» εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ρωσίαν ὡς νόμιμον καὶ τώρα ἀναγνωρίζουν τὸν Πάπαν τῆς Ῥώμης, ὡς τὴν «κεφαλὴν ὁλοκλήρου τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας», καὶ ἀκόμη ἀποδέχονται τοὺς Παπικοὺς Λατίνους εἰς τὴν ἁγίαν Κοινωνίαν, δίχως τὴν προτέραν ἔνταξιν αὐτῶν εἰς τὴν ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἐσχάτως, ὁ ὅρος «Ὀρθόδοξος» ἔχει ἐπίσης παύσει εἰς μεγάλον βαθμὸν νὰ ἐκφράζῃ αὐτὸ ποὺ σημαίνει, διότι ἀκόμη καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ εἰς τὴν πραγματικότητα ἔχουν ἀποστατήσει ἀπὸ τὴν γνησίαν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἔχουν γίνει προδόται τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ Ἐκκλησίας, ἐν τούτοις ἐξακολοθοῦν νὰ αὐτοαποκαλῶνται Ὀρθόδοξοι.
Τοιοῦτοι εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπράκτως συμμετέχουν εἰς τὴν οὕτω καλουμένην Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, ἡ ὁποία ἀγωνίζεται τόσον κραυγαλέως νὰ δημιουργήσῃ ἕν εἶδος ψευδο-ἐκκλησίας, ἀπαρτιζομένης ἀπὸ ὅλας τὰς Ὁμολογίας ποὺ ὑφίστανται αὐτὴν τὴν στιγμήν.
Τοιοῦτοι ἀκριβῶς εἶναι ὅλοι οἱ καινοτόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν τὸ γνήσιον πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ κατωφερὲς μονοπάτι τῶν ἀμοιβαίων σχέσεων μὲ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ ὁποῖοι προπαγανδίζουν διὰ κοινὴν προσευχήν, ἀκόμη καὶ διὰ λειτουργικὴν κοινωνίαν μὲ ἐκείνους ποὺ δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Τοιοῦτοι ἐπίσης εἶναι πολλοὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλήρως πιστοὶ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἁγίαν Του Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀχρείους ἐχθροὺς Αὐτοῦ ἤ τοὺς εὐαρεστοῦν μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλον τρόπον, βοηθοῦντες αὐτοὺς νὰ πραγματοποιήσουν τοὺς ἀντιχριστιανικοὺς σκοποὺς αὐτῶν εἰς ἕνα κόσμον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸν Θεόν.
Τοιοῦτοι ἀκριβῶς εἶναι οἱ «ἀνακαινισταὶ» (τὸ ὄνομα τῶν μελῶν τῆς «Ζώσης Ἐκκλησίας» ἐντὸς τῆς Ρωσίας, οἱ ὁποῖοι καθωδηγοῦντο ὑπὸ τῶν Μπολσεβίκων τοῦ 1920), καὶ οἱ σύγχρονοι «νεο-ἀνακαινισταί», οἱ «νεο-ὀρθόδοξοι», (ὅπως μερικοὶ ἐξ αὐτῶν αὐτοχαρακτηρίζονται), οἱ ὁποῖοι φωνάσκουν περὶ τοῦ πόσον οὐσιαστικὸν εἶναι νὰ «ἀνανεωθῇ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία»· ἐπίσης ὁμιλοῦν περὶ πολλῶν εἰδῶν «μεταρρυθμίσεων εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν», ἡ ὁποία δῆθεν ἔχει περιέλθει εἰς «ἀπολίθωσιν» καὶ εἶναι «ἑτοιμοθάνατος». Αὐτοὶ κοσκινίζουν τοιαῦτα πράγματα, ἀντὶ νὰ συγκεντρώσουν τὴν προσοχήν των προσευχητικῶς ἐπάνω εἰς τὴν ἀληθῶς οὐσιαστικὴν ἀνανέωσιν τῶν ψυχῶν των καὶ τὴν ἐκ θεμελίων ἀνακαίνισιν τῆς ἁμαρτωλῆς των φύσεως ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰς ἐπιθυμίας. Αὐτοὶ ἐπιμόνως προκηρύσσουν ἕνωσιν μὲ αἱρετικούς, μὴ Ὀρθοδόξους, ἀκόμη καὶ μὴ Χριστιανούς. Προκηρύσσουν τὴν «ἕνωσιν τῶν πάντων», ἀλλὰ δίχως τὴν ἑνότητα τοῦ πνεύματος καὶ τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία κάμνει μία τοιαύτην ἕνωσιν δυνατήν.
Ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ μᾶς ἀρνηθῇ τὸ νόμιμον δικαίωμά μας νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν τοιούτους ἀνθρώπους ὡς Ὀρθοδόξους, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτοὶ ἠμπορεῖ νὰ ἐμμένουν εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος, φέροντες ποικίλους ὑψηλοὺς βαθμοὺς καὶ τίτλους;
Ἀπὸ τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν γνωρίζομεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ὀλίγοι αἱρετικοὶ ἤ ἀκόμη καὶ αἱρεσιάρχαι ὑψηλῶν βαθμῶν (ἱερωσύνης), οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἐπισήμως ἀπὸ τὴν (Ὀρθόδοξον) Καθολικὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὰς θέσεις των.

Ἀλλὰ τί παρατηροῦμεν σήμερον;

Αὐτή, δυστυχῶς, εἶναι μία ἐποχὴ ἀπεριορίστων παραχωρήσεων καὶ πονηρῶν συναλλαγῶν, ὅπου ἀκόμη καὶ αἱ πλέον σκανδαλῶδεις αἱρετικαὶ πράξεις ἤ δηλώσεις δὲν ἐνοχλοῦν κανένα. Πολὺ ὀλίγοι ἀντιδοῦν ὅπως θὰ ἔπρεπε εἰς αὐτὴν τὴν ἀνοικτὴν ἀποστασίαν ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν, καὶ ὅσον διατὴν καταδίκην αὐτῶν τῶν νεοφανῶν αἱρετικῶν καὶ ἀποστατῶν, οὔτε καν νὰ τὸ σκεφθῇ κανείς.
Σήμερον τὸ πᾶν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς πάντας καὶ τίποτε δὲν ἀπαγορεύεται εἰς κανένα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰς περιπτώσεις ὅπου κάποιος θίγεται προσωπικῶς, δυσαρεστεῖται καὶ προσβάλλεται, καθὼς αἱ ἀνοησίαι αὐτῶν (τῶν Οἰκουμενιστῶν) φανεροῦνται δημοσίως.
Ὢ, εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις κάτι τέτοιον εἶναι ἀσυγχώρητον! Ἀμέσως ἀπειλαὶ κάμνουν τὴν ἐμφάνισίν των, βασιζόμεναι εἰς ἐκείνους τοὺς λησμονημένους ἱεροὺς Κανόνας, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν θεωροῦνται «πεπαλαιωμένοι, ἀσυγχρόνιστοι καὶ μὴ ἀποδεκτοὶ» εἰς τοὺς προχωρημένους, προοδευτικοὺς καιρούς μας!
Αὐτὸ εἶναι τὸ εἶδος τῆς ἠθικῆς ἀποσυνθέσεως, τῆς πραγματικῆς πνευματικῆς τερατωδίας, τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον παντοῦ.
Ἡ ἀλήθεια προθύμως ἀγνοεῖται καὶ ἀναιδῶς παραμερίζεται, καθὼς ὁ διάβολος, μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν, ἑορτάζει τὴν θριαμβευτικήν του νίκην καὶ χαιρεκάκως περιγελᾷ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκτοπίσει καὶ ἀντικαταστήσει διὰ τοῦ ψεύδους.
Εἶναι δυνατὸν νὰ συμφιλιώσῃ κανεὶς τὴν συνείδησίν του μὲ αὐτὴν τὴν σύγχρονον κατάστασιν; Ἡμπορεῖ νὰ κλείσῃ κάποιος τοὺς ὀφθαλμοὺς του εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ψεύδη καὶ νὰ διάγῃ ἡρέμως, ὡσὰν νὰ μὴ βλέπῃ τίποτε λανθασμένον; Μόνον ἄτομα, τῶν ὁποίων αἱ συνειδήσεις ἐπωρώθησαν ἤ πλήρως ἐχάθησαν, ἠμποροῦν νὰ πράξουν τοῦτο.
Ἰδοὺ διατὶ εἶναι περισσότερον ἀπὸ παράξενον νὰ ἀκούῃ κανεὶς μερικούς, ποὺ φαντάζονται ὅτι εἶναι ὀρθόδοξοι, νὰ ἀποκαλοῦν τὴν Ῥωσικὴν Ἐκκλησίαν τῆς Διασπορᾶς: «Παλαιόπιστον», «σχισματικήν», «ὀπισθοδρομικήν», «μυστικίζουσαν» καὶ οὕτω καθ' ἑξῆς, ἁπλῶς ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν συμπορευόμεθα μὲ αὐτοὺς τοὺς καιροὺς καὶ δὲν τολμῶμεν νὰ παρεκκλίνωμεν εἰς τίποτε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν γνησίαν διδασκαλίαν τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, θεωροῦντες ἑπομένως ὡς ὑποχρέωσιν τῆς συνειδήσεώς μας νὰ καταδικάσωμεν αὐτὸ τὸ καθαρὸν καὶ ἀπροκάλυπτον κακὸν τῆς συγχρόνου ζωῆς, ποὺ ἔχει ἤδη διεισδύσει ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.
Εἰς τὴν πραγματικότητα, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς σχισματικοί, ἀλλ' ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ πνεῦμα αὐτῶν τῶν καιρῶν καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ τὰς πράξεις των αὐτὰς ἀποκόπτονται ἀπὸ τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, ἀποστατοῦντες ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴν Πίστιν, ἀπὸ τὴν Πίστιν τῶν Πατέρων, τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν, ἡ ὁποία ἐστήριξε τὴν οἰκουμένην...
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ φανερῶς κατακρημνίζονται εἰς τὴν ἀποστασίαν, ἐντὸς τῆς ὀλεθρίας ἀβύσσου, μαζὶ μὲ ὅλον τὸν σύγχρονον κόσμον, ἐνταφιαζόμενοι εἰς τὴν ἀπομάκρυνσίν των ἀπὸ τὸν ζωοποιὸν Χριστόν.
Ἔχετε ἀκούσει τοὺς ἐμπνευσμένους θείους λόγους τῶν Ἀποστόλων, σεις νεωτερισταί, ποὺ ἀποπειρᾶσθε νὰ παραμορφώσετε τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι τόσον προθύμως καὶ μὲ τοιοῦτον ζῆλον συσχηματίζεσθε μὲ τὸν κόσμον αὐτόν, ὅσον πονηρὸν καὶ ἑλκυστικὸν καὶ ἂν εἶναι αὐτό;
Δεχόμεθα προθύμως τὴν κατηγορίαν σας, ὅτι εἴμεθα «παλαιόπιστοι», θεωροῦντες αὐτὸ τιμὴν εἰς τὴν παραδοσιακότητά μας· ἀλλὰ πῶς ἡ χριστιανική σας συνείδησις συμμορφώνεται μὲ τὰς καινοτομίας σας, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουν οὐσιαστικῶς τὴν ἀρχαίαν γνησίαν πίστιν καὶ τὴν ἀκαινοτόμητον Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ;
Ὁ Ἀπόστολος δὲν προειδοποίησεν ὅλους τοὺς Χριστιανούς: «Καὶ μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν, εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ῥωμ. ιβ΄ 2);
Εἴμεθα «παλαιόπιστοι», ἀλλ' ὄχι σχισματικοί, διατὸν λόγον ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀποκοπῆ ἀπὸ τὴν ἀληθῆ Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Εἴμεθα ἡνωμένοι μὲ τὴν Κεφαλήν μας, μὲ τὸν Σωτῆρα Χριστόν, μὲ τοὺς ἁγίους Του Μαθητὰς καὶ Ἀποστόλους, μὲ τοὺς Ἀποστολικοὺς Πατέρας, μὲ τοὺς μεγάλους Πατέρας καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ τοὺς μεγάλους Φωστῆρας καὶ στύλους τῆς πίστεως καὶ εὐσεβείας τῆς Πατρίδος μας, τῆς ἁγίας Ρωσίας.
Ἀλλὰ σεις εἶσθε ἡνωμένοι μὲ κάποιους καινοτόμους, αὐτοδιοριζομένους διδασκάλους, τοὺς ὁποίους διαφημίζετε ὁπουδήποτε τόσον ἀνόμως καὶ ἐπιμόνως, ὑποτιμῶντες καὶ κατὰ καιροὺς τολμῶντες ἀκόμη καὶ νὰ ἀσκήσετε κριτικὴν τῶν γνησίων φωστήρων τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δοξασθῆ εἰς τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνας τῆς εὐσεβείας καὶ θαυματουργοῦν διὰ μέσου τῆς δισχιλιετοῦς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας.
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα σχισματικός; Ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἐκεῖνοι (οἱ ὁποῖοι παραμένουν) εἰς τὸ πνεῦμα τῆς παραδοσιακῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλ' ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποστατήσει ἀπὸ τὴν γνησίαν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπέρριψαν τὸ γνήσιον πνεῦμα τῆς Χριστιανικῆς εὐσεβείας, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλοι οἱ σύγχρονοι Πατριάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀλλάξει τὴν παραδοθεῖσαν Πατερικὴν Ὀρθοδοξίαν, εἶναι μὲ τὸ μέρος τῶν δευτέρων, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ πλειονότης τῶν συγχρόνων καλουμένων Χριστιανῶν.
Πράγματι, ὁ Σωτὴρ Χριστὸς δὲν ὑπεσχέθη αἰώνιον σωτηρίαν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλ' ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον· ὑπεσχέθη αὐτὴν εἰς τὸ «μικρὸν ποίμνιον» Του, τὸ ὁποῖον θὰ παραμείνῃ πιστὸν εἰς Αὐτὸν ἕως τέλους, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς Ἐνδόξου καὶ Φοβερᾶς Δευτέρας Παρουσίας Του, ὅταν θὰ ἔλθῃ «κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς».
«Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον», εἶπε, θέτων πρὸ τῶν νοερῶν ὀφθαλμῶν μας τὴν φοβερὰν εἰκόνα τῶν ἐσχάτων καιρῶν τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τοῦ διωγμοῦ τῆς Πίστεως, «ὅτι εὐδόκησεν ὁ Πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν» (Λουκ. ιβ΄ 32). Ἰδοὺ διατὶ ὅλα ὅσα ἔχομεν προαναφέρει μᾶς ὠθοῦν εἰς τὸ νὰ ἐπανεξετάσωμεν τὴν ὁρολογίαν ποὺ εἶναι παραδεκτὴ κατὰ τὸ παρόν.
Εἶναι ἀνεπαρκὲς εἰς τοὺς καιρούς μας νὰ λέγῃς μόνον «Χριστιανός»· τώρα εἶναι ἀναγκαῖον νὰ λέγῃς «γνήσιος Χριστιανός». Ὁμοίως εἶναι ἀνεπαρκὲς νὰ λέγῃς «Ὀρθόδοξος»· εἶναι οὐσιαστικὸν νὰ τονίζῃς ὅτι δὲν ἀναφέρεσαι εἰς καινότομον νεωτεριστὴν «Ὀρθόδοξον», ἀλλ' εἰς γνήσιον Ὀρθόδοξον.
Ὅλοι οἱ ζηλωταὶ τῆς γνησίας πίστεως, ποὺ ὑπηρετοῦν μόνον τὸν Σωτῆρα Χριστόν, ἔχουν ἤδη ἀρχίσει νὰ πράττουν τοῦτο: καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὴν Πατρίδα μας, ποὺ ὑποδουλωμένοι εἰς θηριώδεις ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, ἀνεχώρησαν μέσα εἰς τὰς κατακόμβας, ὡσὰν τοὺς ἀρχαίους Χριστιανούς, ὅπως ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ἀδελφόν μας Ἔθνος, ὅπου οἱ «Παλαιοημερολογῖται» ὄχι μόνον ἀρνοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ Νέον Ἡμερολόγιον, ἀλλ' ἀπορρίπτουν καὶ ὅλας τὰς καινοτομίας κάθε εἴδους. Αὐτοὶ διατηροῦν μίαν εἰδικὴν τιμὴν εἰς τὸν πρωταθλητὴν τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας, Ἅγιον Μᾶρκον, Μητροπολίτην Ἐφέσου, χάρις εἰς τὴν σταθερότητα τοῦ ὁποίου ἀπέτυχεν ἡ ἀσεβὴς ἕνωσις τῆς Φλωρεντίας μὲ τὴν παπικὴν Ῥώμην τὸ 1439.
Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι καὶ ἡ Ἐκκλησία τῶν κατακομβῶν εἰς Ἐ.Σ.Σ.Δ., οἱ λεγόμενοι «Τυχωνῖται», καὶ οἱ Ἕλληνες Παλαιοημερολογῖται, μεταξὺ τῶν ὁποίων δυστυχῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἐπικοινωνία, ἔχουν ἀρχίσει νὰ αὐτοαποκαλῶνται «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί».
Εἰς τὴν αὐστηρὰν μας στάσιν ὑπὲρ τῆς γνησίας Πίστεως καὶ Ἐκκλησίας τὸ μόνον οὐσιαστικὸν εἶναι νὰ ἀποφεύγεται ὁ, τιδήποτε προσωπικόν, ὑπερήφανον καὶ ἐπιδεικτικόν, τὸ ὁποῖον ἀναποφεύκτως ὁδηγεῖ εἰς νέα σφάλματα καὶ ἐνδεχομένως ἀκόμη καὶ εἰς πτῶσιν. Εἴμεθα ἤδη μάρτυρες πολλῶν τοιούτων περιπτώσεων.
Δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπαινῶμεν τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ τὴν γνησίαν καὶ ἄμωμον Πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ φανατισμὸς δὲν γίνεται δεκτὸς ἐδῶ, διότι εἶναι ἱκανὸς νὰ τυφλώσῃ τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι ζηλωταὶ «οὐ κατ' ἐπίγνωσιν». Αὐτὸς ὁ τυφλὸς φανατισμός, ἀντὶ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὴν πίστιν, ἠμπορεῖ κάποτε νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ αὐτήν.
Εἶναι σημαντικὸν νὰ γνωρίζωμεν καὶ νὰ ἐνθυμούμεθα, ὅτι γνήσιος Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς αὐτὸς ποὺ ἀποδέχεται τυπικῶς τὰ Δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλ' ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος - ὅπως διδάσκει τόσον εὐστόχως ὁ μέγας Ρῶσος Ἱεράρχης Ἅγιος Τύχων τοῦ Ζαντόνσκ - σκέπτεται κατὰ ἕνα Ὀρθόδοξον τρόπον, αἰσθάνεται κατὰ ἕνα Ὀρθόδοξον τρόπον καὶ ζῇ κατὰ ἕνα Ὀρθόδοξον τρόπον, ἐνσαρκῶν τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὴν ζωήν του.
Αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἀσκήσεως καὶ ἀρνήσεως τοῦ κόσμου, ὅπως καθαρῶς ἐκτίθεται εἰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὰς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀποκρούεται ἀποτόμως καὶ ἀπροκαλύπτως ἀπὸ τοὺς νεωτεριστάς, τοὺς «νεορθοδόξους», οἱ ὁποῖοι θέλουν εἰς ὅλα νὰ συμβαδίζουν μὲ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ κόσμου ποὺ κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ, τοῦ ὁποίου ὁ ἄρχων, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου, δὲν εἶναι οὐδεὶς ἄλλος ἀπὸ τὸν διάβολον (Ἰω. ιβ΄ 31).
Τοιουτοτρόπως, δὲν εἶναι ὁ Θεὸς τὸν Ὁποῖον ἐπιθυμοῦν νὰ εὐαρεστήσουν, ἀλλ' ὁ «ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου», ὁ διάβολος· καὶ οὕτω παύουν νὰ εἶναι γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἀκόμη καὶ ἐὰν αὐτοαποκαλῶνται τοιοῦτοι.
Ἐὰν θεωρήσωμεν ὅλα αὐτὰ περισσότερον σοβαρῶς καὶ βαθέως, τότε θὰ ἴδωμεν ὅτι οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα καὶ ὅτι ὁ νεωτερισμὸς μὲ τὰς καινοτομίας του μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Χριστὸν καὶ τὴν ἀληθῆ Ἐκκλησίαν Του.
Ἄς αἰσθανώμεθα φρίκην διατὸ πόσον γοργῶς ἡ ἀποστασία ἔχει προχωρήσει, ἂν καὶ οἱ καινοτόμοι δὲν τὸ βλέπουν οὔτε τὸ αἰσθάνωνται, πολὺ περισσότερον καθὼς αὐτοὶ λαμβάνουν ἐνεργὸν μέρος εἰς αὐτήν. Ἄς μὴ φοβώμεθα νὰ παραμείνωμεν εἰς τὴν μειοψηφίαν, μακρὰν ἀπὸ ὅλους τοὺς βαρύγδουπους τίτλους καὶ βαθμοὺς των. Ἄς ἐνθυμούμεθα πάντοτε, ὅτι ἀκόμη καὶ ὁ Καϊάφας ἦτο Ἀρχιερεὺς τοῦ ἀληθοῦς Θεοῦ, καὶ εἰς τί βάθη (κακίας) περιῆλθεν: εἰς τὸ φρικτὸν ἁμάρτημα τῆς Θεοκτονίας!
Καθὼς ζῶμεν εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον ποὺ ἔχει ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεόν, ἄς μὴ ἀγωνιζώμεθα διατὶ εὐλογοφανῆ ἀνθρώπινον δόξαν καὶ φθηνὴν δημοτικότητα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μᾶς σώσουν, ἀλλὰ μόνον νὰ συμπεριλαμβανώμεθα εἰς τὸ «μικρὸν ποίμνιον» τοῦ Χριστοῦ.
Ἄς εἴμεθα Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὄχι καινοτόμοι (νεωτερισταί)!

(Μετάφρασις τοῦ ἐξόχως ἐπικαίρου τούτου κειμένου ἐκ τοῦ περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ζωή» (Orthodox Life), Τόμος 25, ἀριθ. 3, Μαΐου-Ἰουνίου 1975, σελ. 4-8, ἐν ἔτει 1990. Ἀναδημοσίευσις: Νοέμβριος 2025)
ΠΗΓΗ.https://www.imoph.org/Theology_el/3a4015Averkios-Oroi.pdf

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Η έννοια του αναθέματος της Συνόδου των Ρώσων της Διασποράς (ΡΟΕΔ, Αύγουστος 1983)



Ένα επιχείρημα που επιστρατεύεται ως προς την καθαίρεση των Ιερέων που κοινωνούν με την αίρεση του Οικουμενισμού, άνευ άλλης συνοδικής πράξεως, είναι το ανάθεμα της συνόδου των Ρώσων της Διασποράς (ΡΟΕΔ).

 Ανάγκη λοιπόν να φέρουμε εις το μέσον το κείμενο:

«Τοις βάλλουσι κατά της Εκκλησίας του Χριστού και διδάσκουσιν ότι η του Χριστού Εκκλησία μεμέρισται εν ούτω καλουμένοις "κλάδοις", οίτινες διαφέρουσιν αλλήλων εν διδασκαλία και τρόπω ζωής, η ότι η Εκκλησία ουχ υφίσταται ορατώς, αλλ’ απαρτισθήσεται εν τω μέλλοντι, όταν άπαντες οι "κλάδοι" η τμήματα η ομολογίαι η προσέτι και θρησκείαι ενωθώσιν εν ενί σώματι· και οίτινες ου διακρίνουσι την ιερωσύνην και τα μυστήρια των αιρετικών, αλλά λέγουσιν ότι το βάπτισμα και η ευχαριστία των αιρετικών εισίν ικανά προς σωτηρίαν· ωσαύτως, τοις κοινωνούσιν εν γνώσει τοις προμνημονευθείσιν αιρετικοίς η συνηγορούσι, διαδίδουσι, η υπεραμυνομένοις της καινοφανούς αυτών αιρέσεως του οικουμενισμού εν προσχήματι αδελφικής αγάπης, η υποτιθεμένης ενώσεως των διαχωρισθέντων χριστιανών. Α Ν Α Θ Ε Μ Α».

 

 

Το ίδιο το κείμενο χωρίζεται σε τρία μέρη:

1) Αυτοί οι οποίοι βάλλουν κατά της Εκκλησίας και διδάσκουν την θεωρία των κλάδων η όταν ενωθούν οι κλάδοι η οι θρησκείες τότε έχουμε την Εκκλησία. Εδώ το κείμενο αναφέρεται σ’ αυτούς που ενσυνειδήτως πλήττουν την Εκκλησία (όσο το κατ’ αυτούς) και διδάσκουν τα ανωτέρω.

2) Και αυτοί που (εννοείται βάλλουν κατά της Εκκλησίας και) δεν διακρίνουν την ιερωσύνη και τα μυστήρια της Εκκλησίας από τα μυστήρια των αιρετικών και λέγουν πως είναι ικανά προς σωτηρία. Εδώ πρέπει να ερμηνευθεί η λέξη αιρετικοί. Δύο εκδοχές υπάρχουν:

α) να εννοεί τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούς, το και πιθανότερο, όπως και από άλλα κείμενα της συνόδου φαίνεται (βλ. επιστολές πόνου) και

β) τους ίδιους τους Οικουμενιστές που δρούν εντός της Εκκλησίας, που εμείς θεωρούμε ως απίθανο, ωστόσο το συμπεριλαμβάνουμε διότι έτσι εκλαμβάνεται υπό ορισμένων.

 3) Ομοίως (με τους ανωτέρω), εις όσους κοινωνούν εν γνώσει με αυτούς τους αιρετικούς που έχει προμνημονεύσει η υπερασπίζουν, διαδίδουν η υπεραμύνονται τα του Οικουμενισμού.

Και για τις τρεις αυτές κατηγορίες εξαπολύει το ανάθεμα, το οποίο αναφέρεται σε λαικούς και μη. Εμείς επικεντρώνουμε την προσοχή μας μόνον ως προς κληρικούς που έχουν ιερωσύνη. Εάν προς στιγμή δεχθούμε ότι το ανάθεμα (ως προς το κείμενο αυτό) σημαίνει καθαίρεση και άκυρα - ανυπόστατα μυστήρια, ως το θέλει αυτή η θεωρία, οι δύο πρώτες ομάδες καθαιρούνται αυτομάτως.

 Ως προς την τρίτη:

α) Κατά την πρώτη εκδοχή, όσοι Ιερείς κοινωνούν εν γνώσει με τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούς καθίστανται λαικοί, όσοι εν αγνοία παραμένουν ως Ιερείς. Οι υπόλοιποι όσοι δεν κοινωνούν μ’ αυτούς τους αιρετικούς, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος και είναι Ορθόδοξοι στο φρόνημα, αυτούς δεν τους αναθεματίζει το κείμενο, άρα παραμένουν ακαθαίρετοι. Το αποτέλεσμα που προκύπτει εξ όλων αυτών είναι να συλλειτουργούν εντός του ιερού βήματος κληρικοί με λαικούς η το εξ ίσου παράδοξο να μνημονεύουν λαικούς ως Επισκόπους, δηλαδή επέρχεται πλήρη σύγχυση εντός της Εκκλησίας.

β) Κατά την δευτέρα εκδοχή, όσοι Ιερείς κοινωνούν με τους Οικουμενιστές που δρούν εντός της Εκκλησίας (οι οποίοι Οικουμενιστές ήδη καθαιρέθηκαν άνευ άλλης πράξεως κατά την θεωρία αυτή), εν γνώσει, καθίστανται και αυτοί λαϊκοί, όσοι κοινωνούν εν αγνοία παραμένουν ως Ιερείς. Και εδώ έχουμε μείξη των αμείκτων ως αποτέλεσμα, δηλαδή να συλλειτουργούν Ιερείς με λαϊκούς εντός του ιερού βήματος η μνημόνευση των λαϊκών ως Επισκόπων. Αυτά είναι τα τραγικά αποτελέσματα που επιφέρει αυτή η ερμηνεία και μάλιστα από πότε ισχύουν; Δεν αναφέρει πουθενά το κείμενο περί συνοδικής αναγνωρίσεως της αιρέσεως αλλά από την στιγμή της εκδόσεως και δημοσιοποιήσεώς του, δηλαδή τον Αύγουστο του 1983. Δηλαδή από τον Σεπτέμβριο του αυτού έτους μέχρι σήμερα παρατηρείται αυτό το εξωφρενικό φαινόμενο και δεν προβλέπεται να σταματήσει και αυτό το εισήγαγε ένα κείμενο. Το πρόβλημα όμως δεν λήγει εδώ, έχουμε και συνέχεια· όσοι εβαπτίσθησαν, ενυμφεύθησαν και όποια άλλη ιερατική πράξη ετελέσθη υπό Ιερέως εν γνώσει κοινωνούντος, θεωρούνται ως μη γενόμενα και πρέπει να επαναληφθούν, εκτός εάν τελούσε εν αγνοία ο Ιερεύς. Πως όμως θα γίνει γνωστό αυτό εάν έχει κοιμηθεί; Αλλά και εάν ζει και ψεύδεται; Νομίζουμε πως επαρκούν τα ανωτέρω για να καταδειχθεί σε πόσα άτοπα οδηγεί αυτή η θεωρία. Κατέστη σαφές ότι η έννοια του αναθεματισμού στο κείμενο αυτό δεν νοείται ως καθαίρεση. Εάν τα μυστήρια καθίστανται άκυρα και έχουμε απώλεια της ιερωσύνης, αυτό πρέπει να συμβαίνει για όλους και στους εν γνώσει και στους εν αγνοία κοινωνούντες. Η εισαγωγή του εν γνώσει δείχνει πως είναι καταδικαστέοι, πρέπει να τους καθαιρέσει σύνοδος.

Σ’ αυτά συνάδουν και τα εξής:

«Ο εν Καναδά επίσκοπος της Ρ. Διασποράς Βιτάλιος, αξιολογών εις πρόσφατον άρθρον του το κατά των οικουμενιστών ανάθεμα της Συνόδου του, γράφει τα εξής σημα- ντικά, τα οποία πρέπει να προσέξουν ιδιαιτέρως οι απανταχού γης ορθόδοξοι επίσκοποι.

"Ούτω διά της δηλώσεως του αναθέματος επροστατεύσαμε το ποίμνιόν μας από αυτόν τον αποκαλυπτικόν πειρασμόν και ακουσίως εθέσαμε συγχρόνως ένα σοβαρόν ερώτημα εις την συνεί- δησιν όλων των τοπικών Εκκλησιών, εις το οποίον οφείλουν αργά η γρήγορα, ούτως η άλλως, να δώσουν μίαν απάντησιν. Το πνευματι- κον των μέλλον εν τη παγκοσμίω Ορθοδόξω Εκκλησία θα εξαρτηθή από την απάντησιν του ερωτήματος αυτού.

Συμφώνως τω εκκλησιαστικώ Δικαίω το ανάθεμα το οποίον εξηγγέλθη από ημάς είναι καθαρώς τοπικού χαρακτήρος της Ρωσικής δηλ. Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Διασπορά αλλά πράξει (de facto) έχει τεραστίαν ιστορικήν σπουδαιότητα, παγκο- σμίως, ιστορικώς και εκκλησιαστικώς, ακριβώς διότι ο Οικουμενισμός ο ίδιος είναι μία αίρεσις παγκοσμίου ευρύτητος.

Η θέσις αύτη της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Διασπορά είναι σαφεστάτη εις τας συνειδήσεις όλων των Ορθοδόξων. Δι’ ημάς αυτό αποτελεί ένα μεγάλο σταυρόν τον οποίον ο Κύριος έθεσε επάνω μας. Αλλά δεν ηδυνάμεθα να σιγώμεν έτι πλέον, καθόσον η σιωπή θα ισοδυνάμει με προδοσίαν της αληθείας, εκ της οποίας προ- δοσίας είθε ο Κύριος να διαφυλάξη πάντας ημάς"759.

Και η έκδοσις του παρόντος ακριβώς εις αυτό αποβλέπει· να προκαλέση διακοπήν της ενόχου σιωπής, ώστε να αυξήση το με- τωπον των ενισταμένων κατά της αιρέσεως Ορθοδόξων προς σωτηρίαν των αθανάτων ψυχών των, μιάς των οποίων ουκ έστιν άξιος όλος ο κόσμος.

(ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ.Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ.
Οι παραπομπές στο βιβλίο)