Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Η Επιστολή του Οσίου Παϊσίου «Σημεῖα τῶν Καιρῶν, 666» και οι απόψεις του Γέροντος Μαξίμου του Ιβηρίτη – Θεολογικές, Εσχατολογικές και Εκκλησιολογικές Προσεγγίσεις


1. Εισαγωγή και Ιστορικό Πλαίσιο της Επιστολής «Σημεῖα τῶν Καιρῶν, 666»

Η ιδιόγραφη επιστολή του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου συνιστά κομβικό σημείο αναφοράς στη σύγχρονη ορθόδοξη εσχατολογική φιλολογία. Συντάχθηκε σε μια περίοδο ομαδικής ανησυχίας σχετικά με την εισαγωγή νέων τεχνολογικών συστημάτων και διοικητικών εγγράφων. Για την πλήρη ιστορική και θεολογική πλαισίωση του κειμένου, καθίσταται αναγκαία η αποσύνδεση της ορολογίας του Οσίου από μεταγενέστερες παρερμηνείες. Συγκεκριμένα, η αναφορά του Οσίου Παϊσίου (Νοέμβριος 1984) σε μια «νέα ασθένεια» και ένα «εμβόλιο» συνδεόταν ιστορικά με την τότε έξαρση του AIDS και τις δημόσιες δηλώσεις της Υπουργού Υγείας των ΗΠΑ (Margaret Heckler, Απρίλιος 1984) περί παρασκευής εμβολίου κατά του HIV εντός διετίας. Η αναφορά αυτή αποσπάστηκε εκ των υστέρων από το αυθεντικό της ιστορικό πλαίσιο και χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά από μεταγενέστερους σχολιαστές για τη θεμελίωση εσχατολογικών θεωριών.

  • Ημερομηνία και Τόπος Συγγραφής: 15/28 Φεβρουαρίου 1987 (Σάββατο Α΄ Νηστειῶν), στο Κουτλουμουσιανό Κελλίον της Παναγούδας στο Άγιον Όρος.
  • Μέθοδος Διακίνησης & Σκοπός: Αυτοπρόσωπη μέριμνα του Οσίου Παϊσίου για την ευρεία κυκλοφορία του κειμένου σε φωτοτυπίες, προκειμένου να διασφαλιστεί η αυθεντικότητα του περιεχομένου και να αποτραπεί οποιαδήποτε μελλοντική παραχάραξη ή αμφισβήτηση των απόψεών του.
  • Εμπλεκόμενα Πρόσωπα & Διαβίβαση: Παραλαβή του φωτοτυπημένου χειρογράφου στις Καρυές από τον Γέροντα Μάξιμο Ιβηρίτη μέσω πατέρων του περιβάλλοντος του Οσίου. Αποστολή του κειμένου προς δημοσίευση κατόπιν παρακλήσεως του νομικού και θεολόγου Αθανασίου Σακαρέλλου (ο οποίος αρθρογραφούσε στον εκκλησιαστικό τύπο με τα ψευδώνυμα «Ἀθωνίτης» και «Λατρηνός»).
  • Δημοσίευση στον Εκκλησιαστικό Τύπο: Η 7σέλιδη ιδιόγραφη επιστολή δημοσιεύθηκε αυτούσια στην εκκλησιαστική εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» της Αθήνας, στο φύλλο της 13ης Μαρτίου 1987.

 

2. Η Υπεράσπιση της Επιστολής από τον Γέροντα Μάξιμο Ιβηρίτη

2.1 Θεολογική Θεμελίωση & Ερμηνεία του Αρέθα

Ο Γέρων Μάξιμος Ιβηρίτης προέβη σε συστηματική υπεράσπιση της αυθεντικότητας και του κύρους της επιστολής του Αγίου Παϊσίου, διακηρύσσοντας ότι τα γραφέντα υποτυπώθηκαν «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» και σε απόλυτη αρμονία με την Αγία Γραφή και τους θεοφόρους Πατέρες. Η χρήση του ευαγγελικού όρου «σημεῖα τῶν καιρῶν» (Ματθ. ιστ΄, 3) αποδίδεται στα έσχατα ιστορικά συμβάντα και στις ορατές ενέργειες του «ἀνόμου».

Για τη θεολογική θεμελίωση της αντίθεσης προς τις ηλεκτρονικές ταυτότητες, ο Γέρων Μάξιμος προσφεύγει στην ερμηνευτική παράδοση του Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Αρέθα για το βιβλίο της Αποκαλύψεως. Ταυτίζει την πατερική αναφορά σε «ψῆφον ἐντριβῆ καί ἐγνωσμένην ἀνθρώποις» με το σύγχρονο πλακίδιο ή την κάρτα καθημερινής χρήσης. Παράλληλα, ο Γέρων Μάξιμος τονίζει ότι οι νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες φέρουν τον μηχανογραφικό κωδικό του «θηρίου» σε συνδυασμό με «ἀπόῤῥητα προσωπικά δεδομένα», στοιχείο που κατά την εκτίμησή του ενισχύει τον χαρακτήρα τους ως μέσου ολοκληρωτικού ελέγχου.

2.2  Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση ως «Αρραβώνας» Σφραγίσματος

Στο πλαίσιο της εσχατολογικής αναλύσεως του Γέροντος Μαξίμου Ιβηρίτου, η εισαγωγή των συστημάτων Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, του barcode και του αριθμού 666. Προπαρασκευάζει το έδαφος για το «νόθον σφράγισμα τοῦ Ἀντιχρίστου», το οποίο επιδιώκει να υποκαταστήσει το γνήσιο σφράγισμα του Χριστού. Συνιστά σε πρώτη φάση τον «πρό τοῦ γάμου ἀῤῥαβῶνα» για την αποδοχή της τελικής αποστασίας και του χαράγματος.

 

3. Η Θεολογική, Ιστορική και Δογματική Κριτική του Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελετίου

Ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος (Καλαμαράς), δια των θεολογικών του έργων («Το χάραγμα του Αντίχριστου στην ορθόδοξη παράδοση» και «Παραχάραξη εις βάρος της αλήθειας και της ευπρέπειας»), υπέβαλε την τεχνοφοβική εσχατολογία σε αυστηρό δογματικό και ιστορικό έλεγχο, αποδομώντας τους πυλώνες της σχετικής παραφιλολογίας:

  1. Σύμφωνα με την πατερική ερμηνευτική και το κείμενο της Αποκαλύψεως (κεφ. 13, στιχ. 18), ο αριθμός 666 αποτελεί «αριθμό ανθρώπου» και συνδέεται με συγκεκριμένο πρόσωπο (τον Αντίχριστο) μέσω της ισοψηφίας, καθώς τα γράμματα στην ελληνική και εβραϊκή γλώσσα λειτουργούσαν παράλληλα ως αριθμητικά σύμβολα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεθόδου, το οποίο παραθέτει και ο Μητροπολίτης Μελέτιος, είναι το όνομα «Βενέδικτος», όπου το άθροισμα της αριθμητικής αξίας των γραμμάτων του (Β=2, Ε=5, Ν=50, Ε=5, Δ=4, Ι=10, Κ=20, Τ=300, Ο=70, Σ=200) δίνει ακριβώς το αποτέλεσμα 666.
  2. Για την Ορθόδοξη Παράδοση, εφόσον δεν υφίσταται το συγκεκριμένο πρόσωπο του Αντιχρίστου, το 666 παραμένει ένας «απλός αριθμός όπως όλοι», στερούμενος οποιασδήποτε αυτόνομης δαιμονικής ισχύος ή «σωτηριολογικής αυτονομίας».
  3. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος υπογραμμίζει την απαρέγκλιτη δογματική αλληλουχία των εσχατολογικών συμβάντων:
    • Πρώτον: Η ιστορική εμφάνιση του συγκεκριμένου προσώπου του Αντιχρίστου.
    • Δεύτερον: Η απαίτηση του Αντιχρίστου να λατρευτεί από την ανθρωπότητα ως Θεός.
    • Τρίτον: Η επιβολή του χαράγματος στους συνειδητούς οπαδούς του.

Όσο δεν έχει προηγηθεί η έλευση του Αντιχρίστου, «χάραγμα δεν υπάρχει» σε κανένα τεχνολογικό μέσο ή έγγραφο, ενώ ο Μητροπολίτης Μελέτιος καταδεικνύει τη λογική ασυνέπεια και τις συνεχείς υπαναχωρήσεις των υποστηρικτών της δαιμονοποίησης του barcode. Ενώ αρχικά κήρυτταν την απόλυτη απαγόρευση των προϊόντων, στη συνέχεια πρότειναν την απόρριψη μόνο της συσκευασίας και κατόπιν θεώρησαν ότι «ό,τι πάει στην κοιλιά ή στην τσέπη δεν βλάπτει», για να καταλήξουν τελικά να επικεντρωθούν στις ταυτότητες με το πρόσχημα ότι αποτελούν το «πρόσωπο» του ανθρώπου — υποχωρήσεις που ο Μητροπολίτης χαρακτηρίζει «γελοιότητες», αποδεικνύοντας τον δογματικό εκτροχιασμό της σχετικής παραφιλολογίας.

Η δαιμονοποίηση της πληροφορικής, του barcode και των υπολογιστών αποδεικνύεται πλήρως ξένη προς το ορθόδοξο φρόνημα. Ιστορικά διαμορφώθηκε κατά τη δεκαετία 1970-1980 στις ΗΠΑ, αρχικά σε σατανιστικούς κύκλους και ακολούθως σε προτεσταντικές περιθωριακές σέκτες (μέσω μυθευμάτων όπως ο υπερυπολογιστής «Beast of Brussels» και το σφράγισμα με ακτίνες laser). Η παραφιλολογία αυτή εισήχθη στην Ορθόδοξη Εκκλησία μέσω της μεταφράσεως των συγγραμμάτων της Αμερικανίδας προτεστάντισσας Mary Stuart Relfe (When Your Money Fails, The New Money System). Τα έργα αυτά μεταφράστηκαν στο Άγιον Όρος από τον μοναχό Παρθένιο υπό τον τίτλο «Ανησυχητικά Σημεία των Καιρών», προκαλώντας σοβαρή αλλοίωση της πατερικής θεώρησης και καλλιεργώντας έναν τεχνοφοβικό χιλιασμό.

Ο Μητροπολίτης Μελέτιος επισημαίνει ότι η ερμηνεία των εσχατολογικών κειμένων αποτελεί αντικείμενο της επιστήμης της Ορθόδοξης Θεολογίας. Η Ιερά Σύνοδος δεν διαθέτει αρμοδιότητα να αποφαίνεται δογματικά για επιστημονικά ή αβέβαια εσχατολογικά ζητήματα, διότι κινδυνεύει να διολισθήσει στο σφάλμα της Δυτικής Εκκλησίας στην υπόθεση του Γαλιλαίου.

 

Η Εκκλησιολογική Διαφωνία του Αγίου Πορφυρίου

Ο Άγιος Πορφύριος (1906–1991), σύγχρονος του Οσίου Παϊσίου, διατήρησε διακριτή και σαφώς διαφοροποιημένη εκκλησιολογική στάση απέναντι στην καλλιεργούμενη εσχατολογική ανησυχία.

  • Η Μαρτυρία του π. Ακακίου: Όταν ο π. Ακάκιος προσκόμισε το φυλλάδιο του Οσίου Παϊσίου στον Άγιο Πορφύριο, εκείνος αφού το μελέτησε προσεκτικά, δήλωσε: «Α, διαφωνώ. Εγώ δεν τα βλέπω έτσι τα πράγματα».
  • Η Μαρτυρία του Γέροντος Μακαρίου Μαρούδα: Επιβεβαιώνει ότι ο Όσιος Παΐσιος επηρεάστηκε από αγγλόφωνο προτεσταντικό φυλλάδιο που του μεταφράστηκε, ενώ ο Άγιος Πορφύριος του συνέστησε να παύσει να ασχολείται με τα θέματα αυτά, χαρακτηρίζοντας την άκαιρη εσχατολογία ως παράγοντα που προκαλεί αναστάτωση και πνευματική αδιαφορία για τη σωτηρία της ψυχής.
  • Η Μαρτυρία του Μητροπολίτη Μόρφου Νεοφύτου: Αναφέρθηκε στην ύπαρξη επιστολής του Αγίου Πορφυρίου προς τον Όσιο Παΐσιο με την παράκληση να σταματήσει τη σχετική αρθρογραφία—αίτημα το οποίο ο Όσιος Παΐσιος σεβάστηκε. Ωστόσο, ο Μητροπολίτης Μόρφου εξέφρασε εκ των υστέρων τη μετάνοια και την εκτιμητική του επιφύλαξη για τη δημόσια αυτή αναφορά, διευκρινίζοντας ότι δεν είχε δει την εν λόγω επιστολή με τα ίδια του τα μάτια.

Στο κρίσιμο εκκλησιολογικό ερώτημα του π. Ακακίου σχετικά με τη στάση των πιστών όταν δύο σύγχρονοι Άγιοι εμφανίζουν διαφωνία, ο Άγιος Πορφύριος διατύπωσε την ύψιστη εκκλησιολογική αρχή:«Όλοι μαζί θα κάνουμε υπακοή στην Εκκλησία»

Η ορθόδοξη δογματική αναγνωρίζει ότι οι Άγιοι, παρά την προσωπική τους αγιότητα και τα χαρίσματά τους, είναι δυνατόν να σφάλλουν σε μη δογματικά, ιστορικά ή τεχνολογικά ζητήματα (όπως συνέβη ιστορικά με τους Αγίους Ιουστίνο τον Μάρτυρα και Ειρηναίο Λυώνος, οι οποίοι είχαν υιοθετήσει τις πλάνες του Χιλιασμού). Η συνοδική αποφαντική αρμοδιότητα και το αλάθητο δεν ανήκουν σε ατομικές γνώμες ή μεμονωμένους γέροντες, αλλά αποκλειστικά στη Ορθόδοξη Σύνοδο της Εκκλησίας.


5. Συγκριτική Αντιπαραβολή Θέσεων

Θεματικός Άξονας

Θέση Γέρ. Μαξίμου Ιβηρίτου / Οσ. Παϊσίου

Αντίθετη Θεολογική / Εκκλησιολογική Κριτική (Μητρ. Μελέτιος / Άγ. Πορφύριος)

Προέλευση Ιδεών & Πηγές

Αγιογραφική θεμελίωση («ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»), ερμηνευτική αξιοποίηση του Αρέθα Καισαρείας και ατομική προφητική διάγνωση των «σημείων των καιρών».

Αμερικανική προτεσταντική παραφιλολογία (Mary Relfe, «Beast of Brussels», laser), η οποία μεταφράστηκε από τον μοναχό Παρθένιο ως «Ανησυχητικά Σημεία των Καιρών».

Φύση του 666 & Barcode

Μηχανογραφικός κωδικός του ονόματος του «θηρίου», ταύτιση του barcode με το 666 και δαιμονικό σύμβολο υποταγής.

Απλός ουδέτερος αριθμός που προκύπτει αποκλειστικά από την ισοψηφία ονόματος (π.χ. «Βενέδικτος» = 666). Η τεχνολογία και τα barcode στερούνται αυτόνομης δαιμονικής ισχύος.

Προϋποθέσεις Αποστασίας / Χαράγματος

Η παραλαβή ηλεκτρονικών καρτών/ταυτοτήτων με 666 και απόρρητα δεδομένα συνιστά «αρραβώνα» του σφραγίσματος του Αντιχρίστου.

Απαιτείται η προηγούμενη ιστορική έλευση του Αντιχρίστου, η απαίτηση λατρείας και η συνειδητή άρνηση του Χριστού. Η σωτηρία κρίνεται από την ελεύθερη βούληση.

Εκκλησιαστική Αυθεντία & Στάση

Καλλιέργεια εσχατολογικής ανησυχίας, διακίνηση ιδιόγραφων προειδοποιήσεων και φωτοτυπιών για την αποτροπή αλλοίωσης των θέσεων.

Απόλυτη υπακοή στις αποφάσεις της Συνόδου της Εκκλησίας. Αρμοδιότητα της Θεολογικής Επιστήμης και αποφυγή εσχατολογικών εκτροχιασμών.

 

Τελικά Συμπεράσματα

  1. Η ταύτιση των ηλεκτρονικών συστημάτων, των γραμμωτών κωδίκων (barcode) και των κρατικών εγγράφων με το «χάραγμα του Αντιχρίστου» αποδεικνύεται ιστορικά ότι δεν πηγάζει από την Πατερική Παράδοση, αλλά μεταφέρθηκε στον ορθόδοξο χώρο από αμερικανικούς προτεσταντικούς κύκλους της δεκαετίας του 1970-1980 μέσω εκδόσεων όπως τα βιβλία της Mary Relfe.
  2. Σύμφωνα με την ορθόδοξη δογματική, το 666 είναι ο αριθμός του ονόματος (ισοψηφία) ενός συγκεκριμένου ιστορικού προσώπου. Χωρίς την προηγούμενη παρουσία του προσώπου αυτού και την εκ μέρους του απαίτηση για λατρεία, οποιοσδήποτε αριθμός ή τεχνολογικό μέσο παραμένει θεολογικά ουδέτερο.
  3. Η σωτηρία ή η απώλεια του ανθρώπου στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί ζήτημα εσωτερικής συνειδητής πίστεως και ελεύθερης επιλογής. Είναι αδύνατον να επέλθει απώλεια της σωτηρίας μηχανικά ή εξωτερικά, μέσω της παραλαβής ενός διοικητικού εγγράφου ή της χρήσεως μιας τεχνολογικής εφαρμογής.
  4. Όπως διακήρυξε ο Άγιος Πορφύριος, η τελική αυθεντία στην Εκκλησία δεν ανήκει στις ατομικές εσχατολογικές εκτιμήσεις οποιουδήποτε Αγίου ή Γέροντος, αλλά στη Σύνοδο της Εκκλησίας, στην οποία οφείλεται η ενιαία εκκλησιαστική υπακοή.

 


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Η Ορθόδοξη Θεολογία του Αυτεξουσίου, η Τεχνολογία και τα Όρια της Πολιτικής Ελευθερίας

 Έρευνα:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Τον τελευταίο καιρό δημοσιεύονται πάλι κείμενα Αγιορειτών που συνδέουν την ηλεκτρονική ταυτότητά, τον προσωπικό αριθμό και το αυτεξούσιο του ανθρώπου.

Η  ορθόδοξη θεολογία για το αυτεξούσιο είναι συγκεκριμένη και διατυπωμένη από Αγίους της Εκκλησίας . Τονίζουμε για μια ακόμα φορά ότι και η ηλεκτρονική ταυτότητα και ο προσωπικός αριθμός δεσμεύουν, ως φασιστικά πολιτικά μέτρα, την πολιτική ελευθερία του ανθρώπου και ΟΧΙ ΤΟ ΘΕΟΣΔΟΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ.

Η παραλαβή τους ή όχι αποτελεί ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΟΧΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ. Οπότε ο καθένας να πράξει κατά συνείδηση. Υπενθυμίζω την αξιόλογη ποαρατήρηση ενός αναγνώστη, η οποία είναι απόσπασμα από το βιβλίο από το βιβλίο του Γέροντος Ιωάννη της Μονής των Σπηλάιων .

«Και δεν θα θυμηθούμε όλους εκείνους τους κληρικούς και τους χριστιανούς λαϊκούς, οι οποίοι για μεγάλο διάστημα της ζωής τους έπρεπε να ξεχάσουν τα ονόματα και τα επώνυμά τους — τους είχε αντικαταστήσει ένας αριθμός — και πολλοί από αυτούς έφυγαν στην αιωνιότητα με τον αριθμό; Και ο Θεός τους δέχθηκε στις πατρικές Του αγκάλες ως ιερομάρτυρες και μάρτυρες, και οι λευκοί νικηφόροι χιτώνες έκρυψαν από κάτω τους τα ρούχα των κρατουμένων. Δεν υπήρχε όνομα, αλλά ο Θεός ήταν κοντά, και η καθοδήγησή Του οδηγούσε τον πιστό κρατούμενο καθημερινά μέσα από τη σκιά του θανάτου.» (από το βιβλίο του Γέροντος Ιωάννη της μονής των σπηλαίων: "δεν είναι ο αντίχριστος που θα μας καταστρέψει").


Το Αυτεξούσιο ως Πυρήνας της Χριστιανικής Ανθρωπολογίας

Η χριστιανική ανθρωπολογία θεμελιώνεται στην οντολογική παραδοχή ότι το ανθρώπινο αυτεξούσιο αποτελεί δομικό και αναφαίρετο στοιχείο του προσώπου. Στην Ορθόδοξη Θεολογία, η πνευματική ελευθερία δεν αποτελεί εξωτερικό κοινωνικό δικαίωμα ή σύμβαση, αλλά την ίδια την οντολογία του προσώπου, η οποία χορηγήθηκε αμετάκλητα από τον Δημιουργό Θεό. Ως εκ τούτου, το αυτεξούσιο είναι αδύνατον να καταργηθεί, να αλλοιωθεί ή να αφαιρεθεί μηχανικά από κάποιο  εξωτερικό τεχνολογικό μέσο, αριθμό, ηλεκτρονικό τσιπ ή διοικητικό έγγραφο, καθώς η σωτηριολογική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό εδράζεται αποκλειστικά στη συνειδητή και ελεύθερη βούληση.

Θεολογική και Πατερική Θεμελίωση του ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟΥ.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Θεού, έχοντας ως αρχέτυπο της ύπαρξής Του την ίδια τη Θεότητα. Η δομή της ανθρώπινης ύπαρξης διασώζει και αντανακλά τον τριαδολογικό τρόπο υπάρξεως του Θεού, θεμελιώνοντας παράλληλα την ελευθερία της βουλήσεως και την κυριαρχική εξουσία του ανθρώπου επί της αλόγου κτίσεως:

  • Νοῦς: Το νοερό και ηγεμονικό στοιχείο της ψυχής, το οποίο απαλλάσσει τον άνθρωπο από τη «μωρία» των αλόγων όντων και τον καθιστά λογικό υποκείμενο.
  • Λόγος: Η εσωτερική και εκπεφρασμένη δυνατότητα κοινωνίας, σοφίας και μετοχής στη δύναμη του θείου Λόγου.
  • Πνεῦμα: Η πνευματική διάσταση που παρέχει τη δυνατότητα ζωοποιού κοινωνίας με τον Δημιουργό.

Το Αυτεξούσιο ως «Κατ' Εικόνα Θεού».

Η ορθόδοξη ανθρωπολογία διδάσκει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ελεύθερος και αυτεξούσιος. Η σωτηρία του εξαρτάται αποκλειστικά από την ελεύθερη βούληση, την πίστη, τη μετάνοια και τη ζώσα σχέση του με τον Χριστό. Κανένα εξωτερικό διοικητικό έγγραφο, τεχνολογικό μέσο, γραμμωτός κώδικας (bar code) ή αριθμός δεν μπορεί να αφαιρέσει μηχανικά, μαγικά ή ακούσια τη Θεία Χάρη από τον πιστό. Το πραγματικό εσχατολογικό «σφράγισμα» ή η αποστασία δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας ή τεχνικής εξαπάτησης, αλλά ενσυνείδητη, ελεύθερη ομολογία πίστης και υποταγής στο κακό. Όποιος επιλέξει να ακολουθήσει την ανομία, θα το πράξει εν πλήρει επιγνώσει χάριν ιδιοτέλειας και αυτοθέωσης, όπως συνέβη ιστορικά με την έκπτωση του βασιλιά Σολομώντα.

Το αυτεξούσιο είναι η απαραίτητη προϋπόθεση που επιτρέπει στον άνθρωπο να επιστρέψει οικειοθελώς στην κοινωνία με τον Θεό και να επιτύχει τη σωτηρία του.

Η τεχνολογία αυτή καθαυτή δεν συνιστά πνευματικό κίνδυνο· το πρόβλημα έγκειται αποκλειστικά στη χρήση της και στον προσανατολισμό της ανθρώπινης καρδιάς («όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί εσται και η καρδία υμών»).

Δεσμεύει η ταυτότητα και ο προσωπικός αριθμός το αυτεξούσιο;

Σύμφωνα με τη θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας, η αστυνομική ταυτότητα και ο Προσωπικός Αριθμός ΔΕΝ δεσμεύουν ούτε καταργούν το πνευματικό αυτεξούσιο του ανθρώπου.Ο άνθρωπος δεν υποχρεώνεται να αλλάξει την πίστη του και είναι ελεύθερος να επιλέξει τον δρόμο πρός τον Θεό ή τον δρόμο πρός τον διάβολο.

Η κριτική που διατυπώνεται από ορισμένους εκκλησιαστικούς κύκλους αφορά τον κίνδυνο υπερσυγκέντρωσης εξουσίας και ελέγχου των προσωπικών δεδομένων από το κράτος, δηλαδή την πολιτική και ατομική ελευθερία του πολίτη. Ακόμη όμως και αν εγείρονται ενστάσεις για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στο πολιτικό πεδίο, αυτό δεν συνεπάγεται απώλεια της σωτηρίας ούτε θίγει το εσωτερικό αυτεξούσιο του ανθρώπου. Η πνευματική έκπτωση ή αποστασία δεν είναι αποτέλεσμα τεχνικής εξαπάτησης ή διοικητικής διαδικασίας, αλλά απαιτεί ελεύθερη, ενσυνείδητη και ομολογιακή άρνηση του Χριστού από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Η Διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης επισημαίνει ότι ο άνθρωπος εισέρχεται στον κόσμο προικισμένος με το «αδέσποτον» και «αυτεξούσιον», στοιχεία που τον διαφοροποιούν πλήρως από τα υπόλοιπα κτίσματα. Δεν εισέρχεται ως δοῦλος, αλλά ως βασιλέας («βασιλείας ἐνέργειαν ἐπιτήδειον»), προκειμένου να επιτευχθεί η οργανική σύνδεση του υλικού και του νοητού κόσμου:

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

«[Ὁ ἄνθρωπος] κοσμεῖται τῷ ἀδεσπότῳ καὶ αὐτεξουσίῳ... ὡς ἔχων βασιλείας ἐνέργειαν ἐπιτήδειον... ὅπως πραγματοποιηθεῖ ἡ μίξις τε καὶ ἀνάκρασις τοῦ νοητοῦ πρὸς τὸ αἰσθητόν, ὡς ἂν μηδὲν ἀπόβλητον εἴη τῆς κτίσεως... μηδὲ τῆς θείας κοινωνίας ἀπόκληρον.»

 

Ο άνθρωπος] κοσμείται με την αδέσποτη και αυτεξούσια [φύση]... σαν να διαθέτει βασιλική ενέργεια κατάλληλη... ώστε να πραγματοποιηθεί η σύμμιξη και η κράση του νοητού με το αισθητό, ώστε τίποτε από τη δημιουργία να μην είναι απορριπτέο... ούτε αποκλεισμένο από τη θεία κοινωνία.

 

Ο άνθρωπος, ελεύθερος κατά την ομοιότητα του Δημιουργού του και έχοντας την αυτοκυριαρχία στη φύση του, τοποθετείται ως οργανικός σύνδεσμος της κτίσεως, ώστε κανένα στοιχείο της δημιουργίας να μην μείνει απόβλητο ή στερημένο της θείας κοινωνίας.

-----------------------------------------

Η Σωτηριολογική Προοπτική κατά τον Μέγα Αθανάσιο

Κατά τη διδασκαλία του Μεγάλου Αθανασίου, ο Θεός ελέησε το ανθρώπινο γένος περισσότερο από όλα τα δημιουργήματα. Βλέποντας την αδυναμία του ανθρώπου να παραμείνει όπως δημιουργήθηκε εξ αρχής, του μετέδωσε επιπλέον τη δύναμη του δικού Του Λόγου, ώστε να διατηρεί σκιές του Λόγου και να παραμένει λογικός και σε κοινωνία μαζί Του.

Στη σωτηριολογική αυτή προοπτική, η ενανθρώπηση και η θεία οικονομία του Χριστού ενεργούν με απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία της βουλήσεως του ανθρώπου, αλλά ακόμα και στην ελευθερία αυτού του ίδιου του διαβόλου. Ο Χριστός δεν ασκεί καταναγκαστική κυριαρχία μέσω της θεϊκής Του δύναμης, αλλά μεταχειρίζεται τη σοφία και τη δικαιοσύνη. Αναλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, προκαλώντας ελεύθερα τον διάβολο, ώστε η σωτηρία να μην επιβληθεί μηχανικά, αλλά να αποτελεί καρπό της ελεύθερης επιθυμίας και συγκατάθεσης του ανθρώπου.


Τεχνολογία, Διοικητικά Έγγραφα και η Αδυναμία Μηχανικής Αφαίρεσης της Θείας Χάριτος

Η Σωτηριολογική Αυτονομία και το Απαραβίαστο της Πίστης

Η Θεία Χάρις και η εν Χριστώ σωτηρία εξαρτώνται αποκλειστικά από την πίστη, την ελεύθερη βούληση και τη συνειδητή μυστηριακή ζωή του προσώπου. Κανένα εξωτερικό αντικείμενο, τεχνολογικό μέσο (όπως τσιπ ή γραμμωτός κώδικας/bar code) ή αριθμός δεν δύναται να στερήσει ακούσια, μαγικά ή μηχανικά τη Θεία Χάρη, εφόσον δεν υφίσταται συνειδητή άρνηση του Χριστού από το ίδιο το άτομο.

Φοβικές Αντιλήψεις

Ορθόδοξη Θεολογική Θεώρηση

Μηχανική αφαίρεση Χάριτος.

 Θεώρηση ότι εξωτερικά αντικείμενα, τσιπ ή γραμμωτοί κώδικες στερούν ακούσια τη Θεία Χάρη.

Μαγική θεώρηση

Φόβος ότι αριθμοί ή σύμβολα «σφραγίζουν» τον άνθρωπο χωρίς τη θέλησή του.

Ταύτιση διοικητικών  εγγράφων με αποστασία και άρνηση πίστης.

Συνειδητή ομολογία / άρνηση.

 Απαιτείται πλήρης επίγνωση και ελεύθερη προσωπική συγκατάθεση για την αποδοχή ή άρνηση της πίστης.

---------------------------------

Διάκριση πεδίων.

 Τα διοικητικά έγγραφα αποτελούν μέσο πολιτικής οργάνωσης («Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι») και όχι θρησκευτική πράξη.

 

Ο Αριθμός 666 και η Αποκάλυψη: Ιστορική και Συμβολική Προσέγγιση

Ο αριθμός 666 απαντάται στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο Γ' Βασιλειών (10,14), όπου αναφέρεται ότι

«ἦν ὁ σταθμός τοῦ χρυσίου τοῦ ἐληληθότος τῷ Σαλωμών ἐν ἐνιαυτῷ ἑνί ἑξακόσια και ἑξηκονταέξ τάλαντα χρυσίου».

 

Ο αριθμός αυτός συνδέθηκε ιστορικά με την πτώση του Σολομώντος από την ευσέβεια στην ειδωλολατρία εξαιτίας του πλούτου, της φιλαργυρίας και της αυτοθέωσης.

Η Αποκάλυψη χρησιμοποιεί την αποκαλυπτική γλώσσα της ελληνιστικής περιόδου, η οποία εδράζεται σε εβραϊκό ποιητικό μέτρο. Μέσω εικόνων και υπερβολών περιγράφει ενδιάθετες, εσωτερικές καταστάσεις του ανθρώπου τις οποίες αδυνατεί να συλλάβει η αμιγώς ορθολογική αναλυτική.

Τα γεγονότα της Αποκαλύψεως δεν εξαντλούνται σε μελλοντολογικές χρονικές καθηλώσεις, αλλά περιγράφουν τον διαρκή πόλεμο μεταξύ των δυνάμεων του φωτός και του σκότους που λαμβάνει χώρα συνεχώς μέσα στην ιστορία και εντός της καρδιάς κάθε πιστού.

Ο εσχατολογικός χρόνος δεν ταυτίζεται με τον ιστορικό χρόνο της φθοράς. Τα έσχατα βιώνονται στο «εδώ και τώρα» της Εκκλησίας μέσω της Θείας Λειτουργίας. Η Β' Παρουσία του Κυρίου ψηλαφάται λειτουργικά ως πραγματικότητα παρούσα αλλά και προσδοκώμενη.

Ιστορικά, η προσπάθεια ψηφαρίθμησης του αριθμού 666 οδήγησε σε ποικίλες παρερμηνείες.

Κατά τους πρώτους αιώνες, οι εκκλησιαστικοί ερμηνευτές συνέδεαν τον αριθμό με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Νέρων, Διοκλητιανός, Τίτος) ή αργότερα με τον Μωάμεθ. Στους νεότερους χρόνους, Προτεστάντες ερμηνευτές τον ταύτισαν με τον Πάπα, Ρωμαιοκαθολικοί με τον Λούθηρο, ενώ αργότερα αναζητήθηκε πίσω από πρόσωπα όπως ο Ναπολέων, ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β', ο Χίτλερ ή ο Στάλιν.

Η σύγχρονη φοβική φιλολογία περί «σφραγίσματος» μέσω του bar code στα προϊόντα εισήχθη το 1981 από την Αμερικανίδα Προτεστάντισσα Mary Stewart Relfe (στο βιβλίο της When Your Money Fails) και διαδόθηκε στην Ελλάδα το 1983 από τον ζηλωτή μοναχό Παρθένιο. Η μεταφορά αυτών των δυτικών, προτεσταντικών συνομοσιολογικών μοτίβων στον ορθόδοξο χώρο συνιστά αλλοίωση της πατερικής εσχατολογίας.

Η Θεμιτή Ανησυχία για την Πολιτική Ελευθερία και τα Προσωπικά Δεδομένα

Παράλληλα με τη δογματική αποσαφήνιση, υφίσταται μια ουσιαστική θεσμική διάσταση που αφορά τα πολιτικά δικαιώματα. Όπως αναλύει ο Μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος, το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κανονισμός ΕΕ 2019/1157) ορίζει την ταυτοποίηση του προσώπου. Ωστόσο, η τροποποιητική Κοινή Υπουργική Απόφαση υπ' αριθμ. 8200/0-109568/17.2.2023 (ΦΕΚ Β' 824/17.2.2023, Άρθρο 1, παρ. 4) εισήγαγε τη δυνατότητα αποθήκευσης πρόσθετων στοιχείων, προβλέποντας ότι στο ηλεκτρονικό μέσο:

«θα δύναται να αποθηκευτούν τα στοιχεία που απαιτούνται για τις Υπηρεσίες Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, εάν αποφασισθεί να συμπεριληφθούν στο εν λόγω μέσο».

Η πρόβλεψη αυτή γεννά εύλογες ανησυχίες για την πιθανότητα υφαρπαγής προσωπικών δεδομένων και την ανεξέλεγκτη πρόσβαση του κράτους ή υπερεθνικών κέντρων εξουσίας (Ε.Ε., ΟΗΕ, ΠΟΥ, Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ) στις επιλογές των πολιτών.

Η πολιτική και νομική διεκδίκηση δικαιωμάτων εκ μέρους των πολιτών είναι απόλυτα θεμιτή, καθώς η τεχνολογική επιτήρηση εγκυμονεί τον κίνδυνο μετατροπής του ελεύθερου ανθρώπου σε «μετρήσιμο μέγεθος» και υποχείριο της εκάστοτε εξουσίας (κατά το παράδειγμα απολυταρχικών καθεστώτων). Η διεκδίκηση όμως αυτή πρέπει να κινείται αυστηρά στο πολιτικό/νομικό πεδίο και να διαχωρίζεται σαφώς από τη δογματική και σωτηριολογική αλλοίωση, καθώς η όποια πολιτική καταπίεση δεν συνεπάγεται απώλεια της εν Χριστώ σωτηρίας.

Η Αποκάλυψη ως Μήνυμα Ελπίδας

Ο εσχατολογικός φοβισμός παραμορφώνει την πνευματική ζωή. Όπως υπογράμμιζε ο Όσιος Πορφύριος, η Αποκάλυψη είναι βιβλίο νίκης του Χριστού, αγάπης και ελπίδας, και όχι εγχειρίδιο καλλιέργειας πανικού. Ο πνευματικός αγώνας του Χριστιανού είναι καθημερινός, εσωτερικός και στρέφεται κατά των προσωπικών παθών, χωρίς να εξαντλείται σε εξωτερικές φοβίες.

«ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καί ὁ ῥυπαρός ῥυπαρευθήτω ἔτι, καί ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καί ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (Αποκ. 22,11).

Η Ορθόδοξη Θεολογία αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής με νηφαλιότητα, δογματική ακρίβεια και βαθύ ανθρωπολογικό σεβασμό. Ο Χριστιανός δεν φοβάται την τεχνολογία αυτή καθ' αυτήν, αλλά ελέγχει την κακή χρήση της που δύναται να περιορίσει την πολιτική ελευθερία. Το θεόσδοτο αυτεξούσιο παραμένει  αλώβητο και κρατείται ενεργό δια μέσου της μετανοίας, της προσευχής και της μυστηριακής ζωής. Με εμπιστοσύνη στη ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ   της Εκκλησίας και μακριά από παραθρησκευτικούς φοβισμούς, οι πιστοί καλούνται να παραμείνουν «το άλας της γης», δίδοντας τη μαρτυρία της εν Χριστώ ελευθερίας με αγάπη, υπομονή και διακριτικότητα μέσα στον σύγχρονο κόσμο.

 

 


Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Σχόλια σε κείμενο των Αγιορειτών πατέρων για την παραλαβή της ηλεκτρονικής ταυτότητας και τον προσωπικό αριθμό.


Tο κείμενο των Αγιορειτών δημοσιεύεται στην  διεύθυνση:
https://apotixisi.blogspot.com/2026/09/27-2026.html
------------------------------------------------------------------

Εξετάζοντας τις θέσεις των  Αγιορειτών πατέρων  υπό το φως της Ορθόδοξης Θεολογίας, εντοπίζονται σοβαρά σφάλματα. Η απόδοση πνευματικής σημασίας σε έναν Προσωπικό Αριθμό συνιστά δεισιδαιμονία. Η Θεία Χάρις εξαρτάται από τη συνειδητή πίστη, όχι από κρατικά έγγραφα. Επιπλέον, η αντίληψη ότι μια ταυτότητα καταργεί το αυτεξούσιο αντιβαίνει στην πατερική διδασκαλία. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας (όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής), η ελευθερία μας είναι ένα φυσικό δώρο από τον Θεό. Κανένας νόμος, καμία κάρτα και κανένα κρατικό χαρτί δεν μπορεί να μας πάρει την εσωτερική ελευθερία. Μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να τη χάσουμε, αν επιλέξουμε συνειδητά να κάνουμε το κακό.Η ελευθερία της συνειδήσεως είναι γνώρισμα που δεν ακυρώνεται από εξωτερικούς καταναγκασμούς.

Τέλος, η σύνδεση του αριθμού με το χάραγμα του Αντιχρίστου αγνοεί την αγιογραφική παράδοση. Το βιβλικό χάραγμα προϋποθέτει ρητή και ελεύθερη άρνηση του Χριστού. Κανείς δεν χάνει τη σωτηρία του ακούσια ή μηχανικά μέσω μιας διοικητικής πράξεως, όσο φασιστική πολιτικά και αν είναι αυτή.Η παραλαβή ή όχι της ηλεκτρονικής ταυτότητας αειναι ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΟΧΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΠΡΑΞΗ ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.


ΠΗΓΗ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Σχόλια και Παρατηρήσεις επί της «Ανοικτής Επιστολής Οδύνης» των Βουλγάρων Ορθοδόξων προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη (23 Σεπτεμβρίου 2026)

 


Ομάδα  Βουλγάρων κληρικών και λαϊκών απέστειλαν στο Πατριάρχη Βαρθολομαίο «Ανοικτή επιστολή οδύνης» με αφορμή την επίσκεψή του τον Οκτώβριο στην Μονή Αγίου Ιωάννη της Ρίλας. Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται στο link. https://orthodoxostypos.gr/%E1%BC%80%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CF%84%E1%BD%B4-%E1%BC%90%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%E1%BD%B4-%E1%BD%80%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B3%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD/

 

Βασικά σημεία του περιεχομένου της επιστολής.

Οι συντάκτες της επιστολής  διατυπώνουν τρεις βασικές κατηγορίες:

  1. Κατηγορούν τον Πατριάρχη για συστηματική κήρυξη της καταδικασμένης «θεωρίας των κλάδων», μνημονεύοντας ρητώς πρόσφατες ομιλίες του στο Βίλνιους (8 Ιουνίου 2026) και τη Βουδαπέστη (4 Σεπτεμβρίου 2026) περί «αγωνίας του διηρημένου Χριστιανισμού». Του καταλογίζουν ότι διαστρέφει το ορθόδοξο βίωμα απορρίπτοντας τον δογματικό ζήλο ως «στεῖραν ὁμολογιακὴν περιχαράκωσιν», ενώ παράλληλα εισάγει έναν «νομικὸν οἰκουμενισμόν» που αναγνωρίζει το πρωτείο του Βατικανού χωρίς προηγούμενη δογματική μετάνοια της Ρώμης.
  2. Στηλιτεύουν δημόσια τοποθέτησή του στην Κωνσταντινούπολη (29 Ιουλίου 2025), διατείνοντες ότι εξίσωσε τη Θεία Αποκάλυψη με αλλότριες θρησκευτικές παραδόσεις μέσω της αναφοράς ότι το Ἱερόν εκφράζεται εξίσου δια του «Θεοῦ, τοῦ Ἀλλάχ, τοῦ Μπράχμαν ἢ τῆς Φωτεινῆς Κενότητος», ενέργεια την οποία χαρακτηρίζουν ως «βαρεῖα βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
  3. Αποδίδουν στον Οικουμενικό Θρόνο «ἀντικανονικὴν εἰσβολὴν εἰς ἀλλοτρίαν δικαιοδοσίαν» κατά το έτος 2019, υποστηρίζοντας ότι η χορήγηση της Αυτοκεφαλίας αποτέλεσε το υπόβαθρο για βίαιους διωγμούς, φυλακίσεις ιεραρχών και αρπαγές ναών σε βάρος της υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο κανονικής Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

4.      Οι συντάκτες του κειμένου ζητούν με αγωνία από τον Πατριάρχη να μην κάνει τη γιορτή αφορμή για διχασμό (σχίσμα) στην Εκκλησία και να προστατεύσει το ποίμνιό του από κακοτεχνίες και εντάσεις.

Η επιστολή τονίζει σωστά ότι η Θεία Λειτουργία απαιτεί απόλυτη ομονοία και αγάπη μεταξύ των πιστών. Ωστόσο, χρησιμοποιούν οι συντάκτες αυτή τη θέση για να δικαιολογήσουν  την άρνησή τους να συμπροσευχηθούν , στηριζόμενη σε απόφαση της Βουλγαρικής Εκκλησίας του 2016 (η οποία είχε απορρίψει τη Σύνοδο της Κρήτης και είχε δηλώσει ότι εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν υπάρχουν άλλες «εκκλησίες»).

Με βάση αυτή τη γραμμή, οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι υπάρχει αγεφύρωτη διαφωνία ανάμεσα στις φιλικές σχέσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη με άλλες ομολογίες (οικουμενισμός) και στη γραμμή της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Γι' αυτόν τον λόγο, θεωρούν ότι η παρουσία του Πατριάρχη στη Ρίλα προσβάλλει τη συνείδηση των Βουλγάρων πιστών.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η αντικειμενική επιστημονική προσέγγιση της «Επιστολής Οδύνης» επιβάλλει μια σταθμισμένη ανάγνωση, η οποία συνεκτιμά την έκδηλη ποιμαντική αγωνία του λαϊκού και μοναστικού πληρώματος έναντι των ατοπημάτων κανονικής τάξεως.Η επιστολή αντικατοπτρίζει την υπαρκτή ποιμαντική αγωνία του πληρώματος απέναντι  σε θεολογικές διατυπώσεις που προκαλούν σύγχυση στην ορθόδοξη πίστη.

  1. Οι συντάκτες θεμελιώνουν την θέση τους  στην επίσημη στάση της Εκκλησίας της Βουλγαρίας. Ειδικότερη Παρατήρηση: Η Εκκλησία της Βουλγαρίας δεν συμμετείχε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (2016), χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε επίσημη αποκήρυξη ή δογματική καταδίκη της ως «αιρετικής» , αλλά τήρησε στάση επιφυλακτικότητας και απόρριψης των κειμένων της ως μη αντιπροσωπευτικών Πανορθοδόξως. Με βάση αυτή την πραγματικότητα, οι συντάκτες της επιστολής επιχειρούν να πιέσουν την τοπική τους Ιεραρχία, αξιοποιώντας την απουσία και την κριτική στάση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας για να προσδώσουν κύρος στις δικές τους ενστάσεις.

Η στάση της Εκκλησίας της Βουλγαρίας για την Σύνοδο της Κρήτης

 Η Εκκλησία της Βουλγαρίας βασίστηκε σε συγκεκριμένες δογματικές και κανονικές θεολογικές ενστάσεις για να δικαιολογήσει την αποχή της από τη Σύνοδο της Κρήτης και την πλήρη απόρριψη των κειμένων της, εστιάζοντας κυρίως στην εκκλησιολογία και τις σχέσεις με τους ετερόδοξους.

Η μεγαλύτερη θεολογική διαφωνία αφορούσε το κείμενο σχετικά με τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, με την Ιερά Σύνοδο της Βουλγαρίας να υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να αποδοθεί ο όρος «Εκκλησία» σε καμία άλλη χριστιανική ομολογία, καθώς για αυτήν μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ενώ κάθε άλλη ομάδα θεωρείται αίρεση ή σχίσμα.

Η Βουλγαρική Εκκλησία αντιτάχθηκε σθεναρά στη φράση των προσυνοδικών κειμένων περί αναζήτησης της χαμένης ενότητας των Χριστιανών, υποστηρίζοντας θεολογικά ότι η ενότητα της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού είναι αδιαίρετη, άρα δεν νοείται επανένωση μέσω συμβιβασμών αλλά μόνο επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία.

Υπήρξε έντονη κριτική για τον τρόπο με τον οποίο η Σύνοδος της Κρήτης νομιμοποιούσε τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους, τους οποίους η Βουλγαρική Εκκλησία θεωρεί επικίνδυνους για δογματικό μινιμαλισμό και συγκρητισμό.

Η Βουλγαρική Εκκλησία τόνισε ότι τα κείμενα της Συνόδου έπρεπε να εκφράζουν την απόλυτη ομοφωνία όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών προτού ψηφιστούν, κρίνοντας ότι η άρνηση της Κρήτης να αναβάλει τη Σύνοδο παραβίαζε την πανορθόδοξη ενότητα.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέρριψε τα επιχειρήματα της Βουλγαρικής Εκκλησίας, υπενθυμίζοντας ότι όλα τα κείμενα είχαν ήδη συνδιαμορφωθεί και συνυπογραφεί από όλες τις Εκκλησίες (και την εκκλησία της Βουλγαρίας) κατά τις προσυνοδικές φάσεις.

Το Πατριαρχείο υποστήριξε ότι η απουσία ορισμένων Εκκλησιών δεν ακυρώνει τη Σύνοδο, ενώ σχετικά με τον όρο «Εκκλησία» διευκρινίστηκε ότι αναγνωρίστηκε απλώς η ιστορική ονομασία των άλλων ομολογιών, με την Ορθόδοξη Εκκλησία να διατηρεί ακέραιη την ταυτότητά της ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

 

 

2.      Η χρήση χαρακτηρισμών όπως «θρασύτητα», «βαρεία βλασφημία» και «πονηρὸς λύκος» έρχεται σε αντίθεση με το ευαγγελικό ήθος και την πατερική σύνεση.

  1. Υπογραμμίζεται ορθά ότι η Θεία Ευχαριστία προϋποθέτει πλήρη δογματική ομοφροσύνη και δεν μπορεί να εργαλειοποιείται διπλωματικά.

4.      Το θεμελιώδες εκκλησιολογικό ολίσθημα των συντακτών συνίσταται στην απευθείας σύνταξη και επίδοση κειμένου-τελεσίγραφου προς τον Προκαθήμενο μιας άλλης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας (τον Οικουμενικό Πατριάρχη), προσπερνώντας πλήρως την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Βουλγαρίας .

 

5.      Το ζήτημα της κοινωνίας με «ακατακριτούς αιρετικούς» (Ο κανόνας «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ»):

Οι συντάκτες επικαλούνται εμμέσως την αρχή ότι όποιος κοινωνεί με κάποιον που θεωρούν αιρετικό καθίσταται και ο ίδιος κοινωνός της ακοινωνησίας (βάσει των κανόνων που προβλέπουν κυρώσεις για όσους συμπροσεύχονται ή κοινωνούν με καθαιρεμένους ή εκτός Εκκλησίας).

Οι συντάκτες που θεωρούν τον Οικουμενικό Πατριάρχη «αιρετικό» (ή αιρετίζοντα ) και επικαλούνται την αυστηρότητα των κανόνων περί αποχής από την κοινωνία, πέφτουν σε σοβαρή εκκλησιολογική αντίφαση: συνεχίζουν να μνημονεύουν και να βρίσκονται σε πλήρη ευχαριστιακή κοινωνία με τη δική τους Ιερά Σύνοδο και τον Πατριάρχη Βουλγαρίας, οι οποίοι με τη σειρά τους διατηρούν κανονική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Κατά την αυστηρή ερμηνεία του κανόνα που οι ίδιοι επικαλούνται, εφόσον η τοπική τους Εκκλησία συνεχίζει να κοινωνεί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, θα έπρεπε –για να είναι συνεπείς προς τη λογική της αποτείχισης– να έχουν διακόψει την κοινωνία και με τους οικείους τους Ιεράρχες. Η παράλειψη αυτή αποκαλύπτει μια ημιτελή και προβληματική κανονικά στάση («επιλεκτική αποτείχιση»).

π.Δ.Α

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Προς τους αναγνώστες του ιστολογίου-ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ



Ενημερώνουμε τους αναγνώστες του ιστολογίου ότι δημιουργήσαμε ένα άλλο αρχειο pdf με τίτλο «ΟΙ ΔΙΜΕΡΕΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ-ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ». Το αρχείο περιέχει τα παρακάτω σχετικά  άρθρα που δημοσιεύτηκαν στα ιστολόγια ΟΜΟΛΟΓΙΑ και ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.

1.      Σταθμοί των διμερών θεολογικών διαλόγων Ορθοδόξων–Ρωμαιοκαθολικών μετά την Σύνοδο της Κρήτης (Ιούνιος 2016 – Σεπτέμβριος 2026)-

2.      Κριτικός σχολιασμός των προβληματικών άρθρων του κειμένου του CHIETI (ΚΕΪΤΙ): «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία: Προς μια κοινή κατανόηση στη διακονία της ενότητας της Εκκλησίας».

3.      Το κείμενο της Αλεξάνδρειας :( Συνοδικότητα καὶ πρωτεῖο στὴ δεύτερη χιλιετία καὶ σήμερα)

4.      Δύο κριτικές του κειμένου της Αλεξάνδρειας.

5.      Το Κείμενο της Αλεξανδρείας, το κείμενο του Kέϊτι  και οι ορθόδοξες αντιδράσεις.

6.      Αποκρυπτογραφώντας την ομιλία του Μητροπολίτη Περιστερίου « Ο Επίσκοπος της Ρώμης . Από τις αρχαίες παραδόσεις στους μελλοντικούς ορίζοντες για Καθολικούς και Ορθοδόξους

 

Όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν το αρχείο αυτό, όπως και τα άλλα τέσσερα που αφορούν την Σύνοδο της Κρήτης, χωρίς καμία υποχρέωσή τους, μπορούν να μας στείλουν μήνυμα στο e-mail.

melitinisdometianos@gmail.com.

Eπίσης στο ίδιο  e-mail μπορείτε να στέλνετε κρίσεις και απόψεις για τα περιεχόμενα των παραπάνω αρχείων pdf.

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟ ΑΞΙΩΜΑ ΚΑΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ.


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Επειδή στον χώρο των αποτειχισμένων συμβαίνουν διάφορα σοβαρά και λυπηρά γεγονότα, τα οποία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης ορθής εκκλησιολογικής κατήχησης σε κληρικούς και λαϊκούς, αναγκάζομαι να δημοσιεύσω το παρόν άρθρο, προκειμένου να απαντήσω γραπτά  σε σχετικές ερωτήσεις που μου υποβλήθηκαν.

Συγχρόνως, επιθυμώ, το άρθρο αυτό να αποτελέσει αφορμή προβληματισμού, ώστε να κατανοηθούν τα εξής. Εφόσον οι αποτειχισμένοι δεν αποτελούν αναγνωρισμένη  νομική θρησκευτική κοινότητα και ζουν σε ένα έννομο κράτος (με σεβασμό στους νόμους), θα έπρεπε να κινούνται με τους όρους της Εκκλησίας των Κατακομβών. (ο έχων νουν, νοείτω)

Το αρχιερατικό αξίωμα: ποιες ιδιότητες φέρει και ποιες «αφαιρεί» ο ΙΕ΄ Κανόνας

Για να κατανοηθεί πλήρως το νόημα του χαρακτηρισμού «ψευδεπίσκοπος και ψευδοδιδάσκαλος», είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί  τι ακριβώς περιλαμβάνει το αρχιερατικό αξίωμα. Στην Ορθόδοξη κανονική παράδοση, ο επίσκοπος δεν είναι, απλώς, ένας ανώτερος κληρικός· είναι ο κατ' εξοχήν φορέας της πληρότητας της Ιερωσύνης, ο «τύπος και εικόνα» του Χριστού εν τω οίκω αυτού. Όταν αναφερόμαστε στον Αρχιερέα (τον Επίσκοπο), η ύπαρξη και το έργο του συνδέονται άμεσα με τα τρία αξιώματα του Χριστού (το προφητικό, το αρχιερατικό και το βασιλικό), τα οποία εκφράζει με έναν ιδιαίτερο και ολοκληρωμένο τρόπο μέσα στην Εκκλησία:

1. Το Προφητικό Αξίωμα (Ο Διδάσκαλος της Αλήθειας)

Ως διάδοχος των Αποστόλων, ο Αρχιερέας έχει χρέος και εξουσία να κηρύττει το Θείο Λόγο. Είναι ο βασικός διδάσκαλος και θεματοφύλακας της ορθόδοξης πίστης στην επαρχία του, εξηγώντας τις Γραφές και καθοδηγώντας το ποίμνιο στην πνευματική αλήθεια.

2. Το Αρχιερατικό / Ιερατικό Αξίωμα (Ο Λειτουργός των Μυστηρίων)

Είναι η κορυφαία του ιδιότητα. Κατέχει την πληρότητα της ιερωσύνης.

Μόνος του μπορεί να τελέσει τις χειροτονίες των νέων κληρικών (διακόνων και ιερέων), να καθιερώνει ναούς, να αγιάζει τα Αντιμήνσια και να προΐσταται των μυστηρίων, αποτελώντας τον «τύπο και τόπο Χριστού» μέσα στη Θεία Λειτουργία.  Σύμφωνα με την Ορθόδοξη κανονική παράδοση και θεολογία, τα μυστήρια ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου είναι έγκυρα και έχουν θεία χάρη μέχρι τη στιγμή της επίσημης καθαιρέσεώς του από Σύνοδο.

3. Το Βασιλικό Αξίωμα (Ο Ποιμένας και Διοικητής)

Εκδηλώνεται μέσα από την πνευματική εξουσία και τη διακυβέρνηση της τοπικής Εκκλησίας (της Μητρόπολης ή της Επισκοπής). Δεν πρόκειται για κοσμική εξουσία τυραννικού τύπου, αλλά για διακονία αγάπης, προστασίας και τάξης, ώστε το σώμα της Εκκλησίας να οδηγείται με ασφάλεια στη Βασιλεία του Θεού, τιθασεύοντας τα πνευματικά εμπόδια και τις διχόνοιες.

Τι «αφαιρεί» λοιπόν ο ΙΕ΄ Κανόνας;

Καμία από τις παραπάνω ιδιότητες δεν αίρεται τυπικώς και δικανικώς με την πράξη της αποτείχισης. Ο ΙΕ΄ Κανόνας δεν είναι κανόνας καθαιρέσεως. Ο κανόνας, ωστόσο, αναγνωρίζει και βεβαιώνει μια ήδη συντελεσθείσα πνευματική απώλεια, η οποία εκτείνεται ως εξής:

•Αφαιρεί την αληθή ιδιότητα του ποιμένος. Ο επίσκοπος διατηρεί το όνομα — «τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον» — αλλά παύει να είναι αληθινός ποιμήν· γίνεται ψευδεπίσκοπος. Η χειροτονία του δεν χάνεται, χάνεται όμως η ουσία που την νοηματοδοτεί: η πίστη την οποία οφείλει να φυλάσσει.

•Αφαιρεί τη νομιμότητα της διδασκαλίας του. Από τη στιγμή που κηρύσσει αίρεση «δημοσίᾳ καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», κάθε διδασκαλία του καθίσταται πνευματικώς άκυρη· γίνεται ψευδοδιδασκαλία, έστω και αν προσφέρεται με τα εξωτερικά σημεία της επισκοπικής αξίωσης.

•Αφαιρεί το δικαίωμα  της εκκλησιαστικής  κοινωνίας. Οι συνειδητοί Ορθόδοξοι υποχρεούνται να μη μνημονεύουν αυτόν και να μη κοινωνούν μαζί του. Το μνημόσυνο, ως σημείο ενότητας, μετατρέπεται σε σημείο αποχωρισμού.

•ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ωστόσο, τη δικαιοδοσία του — ακόμη. Η διοικητική εξουσία του επίσκοπου πάνω στην επαρχία παραμένει τυπικώς εν ισχύϊ μέχρι τη συνοδική καθαίρεση. Αυτή, ακριβώς, η διάκριση — όσα ο κανόνας αναγνωρίζει ως χαμένα πνευματικά και όσα δεν αίρει διοικητικά — συνιστά τον πυρήνα της ερμηνείας του και αποτρέπει τη μετατροπή της αποτείχισης σε αυτοδίκαιο καθαιρετικό δικαστήριο από μεμονωμένους κληρικούς.

Ο  ΙΕ΄ Κανόνας δεν αποσύρει από τον αιρετικό επίσκοπο τη χειροτονία του, ούτε τον θρόνο του.Τον απογυμνώνει, όμως, από τη μοναδική ιδιότητα που καθιστούσε το αξίωμά του πηγή ζωής για το ποίμνιο — την ορθή διδασκαλία της πίστεως και από τη  ιδιότητα του ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΠΟΙΜΕΝΑ.

.

Παράλληλα, εφόσον ο επίσκοπος δεν έχει καθαιρεθεί ακόμη συνοδικά, τυπικά διατηρεί το δικαίωμα να ελέγξει τον κληρικό που εισήλθε αυθαιρέτως στην επαρχία του. Φαινομενικά, αυτό φαντάζει αντίφαση — πώς ο αιρετικός ελέγχει τον ομολογητή; — όμως εξηγείται από την κανονική τάξη: ο εισερχόμενος χωρίς «γράμματα απολύσεως» παραβιάζει εκκλησιαστικούς  Κανόνες, και ο τοπικός επίσκοπος, έστω κατ' όνομα, κατέχει τη διοικητική δικαιοδοσία της περιοχής.

Εδώ έγκειται και η παγίδα. Ένας ακατάκριτος αιρετικός επίσκοπος μπορεί να χρησιμοποιήσει την τυπική διοικητική του ισχύ, για να τιμωρήσει κληρικούς όχι επειδή υπερασπίστηκαν την Ορθοδοξία, αλλά επειδή παραβίασαν την κανονική τάξη. Γι' αυτό η ορθόδοξη θεολογία τονίζει ότι η ομολογία και η αποτείχιση πρέπει να γίνονται με τεράστια προσοχή, ώστε να μη δίδεται στον εσφαλμένο επίσκοπο το πλεονέκτημα να ελέγξει τον ομολογητή σε επίπεδο κανονικής πειθαρχίας.


Ποιος ορίζει ΕΠΙΣΗΜΑ ότι η ηγεσία μιας τοπικής Εκκλησίας ή μια ΣΥΝΟΔΟΣ  είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο και την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επίσημος φορέας αρμόδιος να κηρύξει ΕΠΙΣΗΜΑ  την εκκλησιαστική ηγεσία μιας τοπικής εκκλησίας ως ΑΙΡΕΤΙΚΗ ή να καταδικάσει επισήμως μια διδασκαλία ως αίρεση και –κατ' επέκταση– να διαπιστώσει ότι μια εκκλησιαστική κοινότητα ή ηγεσία έχει αποκοπεί λόγω κακοδοξίας είναι αποκλειστικά ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Τοπική, Μείζων ή Οικουμενική).

Η περίπτωση του Νεστορίου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα εφαρμογής της εκκλησιαστικής τάξης, καθώς γύρω στο 428 μ.Χ. άρχισε να κηρύττει αιρετικές απόψεις διαχωρίζοντας τις δύο φύσεις του Χριστού και αρνούμενος τον όρο Θεοτόκος, ωστόσο, παρότι υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες, παρέμενε στον θρόνο του ως «ακατάκριτος» και όλα τα μυστήρια που τέλεσε τότε θεωρούνταν έγκυρα, μέχρις ότου το 431 μ.Χ. συγκλήθηκε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, η οποία καταδίκασε τη διδασκαλία του και τον καθαίρεσε επίσημα, με αποτέλεσμα από τη στιγμή της καθαίρεσής του και μετά να παύσει να είναι επίσκοπος, κάθε μετέπειτα ιεροπραξία του στην εξορία να είναι παντελώς άκυρη και όσοι τον ακολούθησαν να αποκοπούν από την Εκκλησία δημιουργώντας δικό τους σχίσμα

Μέχρις ότου μια  ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ Σύνοδος αποφανθεί επίσημα και συνοδικά για μια τοπική Εκκλησία ή ηγεσία ότι είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ εφαρμόζονται πλήρως όλοι οι ιεροί κανόνες που αφορούν την ιερατική διακονία. Μέχρι την σύγκληση της Συνόδου  αν  ο τοπικός επίσκοπος η οι  επίσκοποι προωθούν  φανερά και απροκάλυπτα κακοδοξίες που έχουν ήδη καταδικαστεί από προηγούμενες Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους και Πατέρες, οι πιστοί και οι κληρικοί έχουν όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και την κανονική υποχρέωση (βάσει του περίφημου 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επί Φωτίου του Μεγάλου) να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία. Ωστόσο, η ενέργεια αυτή είναι ομολογιακή και προσωπική ευθύνη και δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αυτή έχει αυτόματα κηρυχθεί συλλήβδην «ανυπόστατη» πριν από μια Πανορθόδοξη Συνοδικὴ απόφαση.

Ο  15ος Κανόνας δίνει το δικαίωμα της διακοπής μνημοσύνου για λόγους πίστης, αλλά δεν παρέχει κανονική άδεια αλλαγής δικαιοδοσίας, ούτε καταργεί τους κανόνες που απαγορεύουν την αυθαίρετη μετακίνηση κληρικών.

 

Τα όρια του ΙΕ΄ Κανόνα

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η ιερωσύνη δεν αντλεί την εξουσία της από τον ίδιο τον κληρικό, ούτε λειτουργεί με όρους «ελεύθερου επαγγέλματος της πίστης». Ο ιερέας αποκτά την ιδιότητά του δια της χειροτονίας  από την Ιερωσύνη του Χριστού και ασκεί τη διακονία του αποκλειστικά με βάση τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και των αναγνωρισμένων από αυτές τοπικών Συνόδων.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Εφόσον ένας κληρικός δεν αναγνωρίζει την εκκλησιαστική διοίκηση λόγω αποδοχής αιρετικών διδασκαλιών, γιατί απαιτείται να ζητήσει την άδειά της, για να φύγει από την επαρχία στην οποία ανήκει;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ' αρχάς, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε τη φύση του ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.  Στην  Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η διοικητική δομή και η μυστηριακή ζωή δεν είναι αποσπασμένα θέματα. Ο ΙΕ κανόνας δεν δίνει το δικαίωμα δημιουργίας προσωπικών, απομονωμένων ποιμνίων γύρω από ένα πρόσωπο. Αν υπήρχε σοβαρός λόγος πίστεως, η πατερική οδός ήταν η παραμονή στο πόστο με ομολογιακή σταθερότητα ή η προσφυγή στη συνοδική οδό ή η εκκλησιαστική κοινωνία με άλλη ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ και όχι η μετατροπή της αποτείχισης σε μέσο διαδικτυακής προβολής και αυτοδικίας. Η αυθαίρετη μετακίνηση σε ξένη επαρχία, η ίδρυση νέων ναών και η συγκρότηση αποκλειστικά «αποτειχισμένου» ποιμνίου αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη και συζητημένα ζητήματα στο πεδίο του  εκκλησιαστικού  κανονικού δικαίου. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, μια τέτοια πρακτική αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, καθώς τέμνει τα όρια μεταξύ ομολογίας πίστεως και κανονικού παραπτώματος.

Ακόμη και αν η αρχική αφορμή για την αποτείχιση είναι θεολογικά ορθή —βάσει του ΙΕ΄ Κανόνα, λόγω κήρυξης αίρεσης «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»— η αυθαίρετη είσοδος κληρικών σε ξένη επαρχία ή δημιουργία ναών (χωρίς εκκλησιαστική και νομική κάλυψη) και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς την άδεια του τοπικού κανονικού επισκόπου (εφόσον παραμένουν οι αποτειχισμένοι στην Εκκλησία της Ελλάδος) συνιστούν σαφή παράβαση εκκλησιαστικών Κανόνων.

Η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου».

Ο ΛΑ΄ (31ος) Αποστολικός Κανόνας είναι καταπέλτης:

«Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς ἐκκλησίας ποιήσῃ, καὶ τὸ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ... καθαιρείσθωσαν ὡς  φίλαρχοι».

 

Παρόμοιες απαγορεύσεις περιέχονται στον ΣΤ΄ Κανόνα της Συνόδου της Γάγγρας και στους ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ Κανόνες της Συνόδου της Αντιοχείας, οι οποίοι καθαιρούν όσους κληρικούς περιπλανώνται και προκαλούν διχοστασίες εκτός της κανονικής τάξης.

Οι κυριότεροι Iεροί Κανόνες που αφορούν ειδικά τους πρεσβυτέρους (καθώς και τους διακόνους και λοιπούς κληρικούς) και απαγορεύουν την αυθαίρετη εγκατάλειψη της ενορίας ή της επαρχίας τους, παρατίθενται παρακάτω.

1. Ο 15ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων

Κείμενο:

«Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστὰς διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ ἐκκλησίᾳ χωρὶς τῆς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου γνώμης, μὴ λειτουργεῖν ἔτι κελεύομεν αὐτόν· μάλιστα μὲν εἰ καὶ τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου καλοῦντος αὐτὸν ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐμμένων τῇ ἀτάκτῳ διατριβῇ. Ὡς λαϊκὸς δὲ ἐκεῖ κοινωνείτω μόνον».

Ερμηνεία: Εάν κάποιος πρεσβύτερος ή διάκονος αφήσει την παροικία (ενορία/επαρχία) του και πάει σε άλλη χωρίς την άδεια του επισκόπου του, του απαγορεύεται να ιερουργεί. Αν μάλιστα ο επίσκοπός του τον καλέσει πίσω κι εκείνος αρνηθεί, τότε εκπίπτει πλήρως και περιορίζεται στην ιδιότητα του λαϊκού στη νέα του θέση.

2. Ο 15ος Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια)

Κείμενο:

«Διὰ τὴν πολλὴν ταραχὴν καὶ τὰς στάσεις τὰς γινομένας, ἔδοξε παντελῶς περιαιρεθῆναι τὴν συνήθειαν τὴν παρὰ τὸν κανόνα εὑρεθεῖσάν τισι, ὥστε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλεως μὴ μεταβαίνειν μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Εἰ δὲ μετὰ ταύτην τὴν ὁρισιωδίαν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλῃς συνόδου, ἐπιχειρήσει τίς τι τοιοῦτον, ἢ ἐπιδῷ ἑαυτὸν τῇ τοιαύτῃ πράξει, ἄκυρος μὲν ἔσται παντελῶς ἡ τοιαύτη ἐπίθεσις, ἀποκατασταθήσεται δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ περεχειροτονήθη τῆς παροικίας».

Ερμηνεία: Απαγορεύει ρητά τη «μετανάστευση» κληρικών από πόλη σε πόλη (από επαρχία σε επαρχία) για την αποφυγή συγκρούσεων και αταξίας. Οποιαδήποτε τέτοια αυθαίρετη κίνηση κρίνεται απολύτως άκυρη και ο κληρικός υποχρεούται να επιστρέψει στην αρχική Εκκλησία, όπου χειροτονήθηκε.

3. Ο 57ος (κατ' άλλους 56ος) Κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης

Κείμενο (σε μετάφραση/απόδοση από το Πηδάλιο):

«Ὥστε τοὺς πρεσβυτέρους, καὶ διακόνους, καὶ τοὺς λοιπούς κατωτέρους κληρικούς, μὴ ἀξιοῦν βοηθοὺς αἰτεῖν παρὰ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, οὐδὲ ἀποχωρίζειν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν ἐκκλησιῶν αὐτῶν...».

(Σημείωση επί του περιεχομένου): Οι κανόνες της τοπικής αυτής Συνόδου (που ενσωματώθηκαν στο επίσημο Κανονικό Δίκαιο από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο) απαγορεύουν στους πρεσβυτέρους να εγκαταλείπουν αυθαιρέτως την εκκλησία στην οποία εντάσσονται, ούτε να επιδιώκουν αλλαγή ή μετάθεση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και κανονική άδεια της εκκλησιαστικής αρχής

 

 

Η Εκκλησία είναι βασίλειο τάξεως: κάθε επίσκοπος και πρεσβύτερος έχει συγκεκριμένα γεωγραφικά και διοικητικά όρια. Η δημιουργία «παράλληλων» δικαιοδοσιών ή ανεξάρτητων ναών εντός της ίδιας μητρόπολης, (που ανήκει στην ίδια Σύνοδο της τοπικής εκκλησίας με τον αποτειχισμένο κληρικό π.χ. Εκκλησία της Ελλάδος) χωρίς κανονική άδεια, οδηγεί μαθηματικά σε αυτό που οι κανόνες καταδικάζουν ως παρασυναγωγή ή σχίσμα.

Πριν τη συνοδική καταδίκη των αιρετικών επισκόπων, οι κανόνες που απαγορεύουν την αυθαιρεσία, την εγκατάλειψη της θέσης ή τη δημιουργία σχισμάτων  ισχύουν αυστηρότερα από ποτέ.  Η μόνη άδεια που δίνει το ΟΡΘΟΔΟΞΟ Κανονικό Δίκαιο είναι η παύση μνημόνευσης (και όχι η αυτόνομη φυγή ή η αλλαγή επαρχίας) και μόνο εάν ο επίσκοπος έχει προβάλει ανοιχτά μια ήδη συνοδικώς καταδικασμένη αίρεση.

Ο ΙΕ΄ Κανόνας επιτρέπει —και επαινεί— τη διακοπή μνημονεύσεως για την προστασία από την αίρεση. Δεν δίδει όμως το δικαίωμα σε κανέναν κληρικό να λειτουργεί ως «αυτοκέφαλος» επίσκοπος ή να ιδρύει δικά του αυτόνομα θρησκευτικά μορφώματα, ναούς και ενορίες κατά το δοκούν. Όταν οι αποτειχισμένοι κληρικοί, αντί να ενταχθούν σε ευρύτερο υγιές ορθόδοξο σώμα ή να ακολουθήσουν την οδό της τοπικής μαρτυρίας εντός των ορίων τους, αρχίζουν να στήνουν «δικές τους» εκκλησίες, κινδυνεύουν να πέσουν στην κακοδοξία της αυτοδικίας και στη δημιουργία σχισματικών δομών.

Η αποτείχιση δύναται να λειτουργήσει αποκλειστικά ως έσχατο θεραπευτικό μέτρο ανάγκης —όπως η χειρουργική τομή για να σωθεί το σώμα από τη γάγγραινα. Αντίθετα, η αυθαίρετη ίδρυση παράλληλων ενοριών εντός ξένων επαρχιών δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά βαρύ εκκλησιαστικό νόσημα (παρασυναγωγή ) που υπονομεύει θεμελιωδώς την ενότητα του Σώματος του Χριστού. Όταν ένας απλός πρεσβύτερος διακόπτει τη μνημόνευση του επισκόπου του λόγω αίρεσης δεν κηρύσσει αυθαίρετα την εποχή ως «περίοδο αίρεσης» με βάση τη δική του κρίση. Απλώς, διαπιστώνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ότι δηλ. ο επίσκοπός του διδάσκει κάτι που ήδη η Εκκλησία (οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι) έχει επισήμως καταδικάσει ως αίρεση.

Ο  Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιμετώπισαν αιρετικές διοικήσεις διακόπτοντας το μνημόσυνο. Ποτέ όμως δεν εγκατέλειψαν αυθαιρέτως τη γεωγραφική τους περιοχή, για να ανοίξουν «εκκλησίες» και να ιδρύσουν αυτόνομα ποίμνια έξω από τη συνοδική δομή. Παρέμειναν αγωνιζόμενοι εντός των ορίων τους ή υπέστησαν το μαρτύριο με σταυρική υπομονή.

Ας αφήσουν στην  άκρη μερικοί αποτειχισμένοι κληρικοί και λαϊκοί  εκκοσμικευμένες πρακτικές, που αποσκοπούν στην ανάδειξη ορισμένων εξ αυτών ως «σύγχρονων ομολογητών του διαδικτύου», καταπατώντας έτσι βασικούς κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας.

Η σύγχρονη  εκκλησιαστική ιστορία μας διδάσκει ότι η ομολογία των σύγχρονων κληρικών —και μάλιστα επισκόπων— γινόταν πάντα εντός των εκκλησιολογικών  πλαισίων που ορίζουν οι ιεροί κανόνες, με σεβασμό στους νόμους του κράτους, ασκώντας παράλληλα αυστηρή κριτική σε ό,τι από αυτούς τους νόμους ερχόταν σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Πίστη.

Τέλος, υπενθυμίζουμε για μια ακόμα φορά ποιοι είναι οι σκοποί της αποτείχισης.

Σύμφωνα με τη θεολογική έρευνα και τη διαχρονική συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum), η αποτείχιση (διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου από ακατάκριτο αιρετίζοντα επίσκοπο) δεν αποτελεί μια απλή διοικητική διαμαρτυρία, αλλά εξυπηρετεί πρωτεύοντες σωτηριολογικούς και δευτερεύοντες εκκλησιαστικούς σκοπούς:

1. Ο Πρωτεύων και Άμεσος Σκοπός (Σωτηριολογικός)

Η αποφυγή του πνευματικού συμμολυσμού: Ο κύριος και άμεσος λόγος της αποτείχισης είναι η προστασία της ψυχής του πιστού από τον συμμολυσμό. Διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας ή της μνημονεύσεως τίθεται σε ισχύ η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων», μέσω της οποίας ο ορθόδοξος καθίσταται συνυπεύθυνος και μέτοχος στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην κατάκριση του αιρετικού, ακόμη κι αν ο ίδιος διατηρεί ορθόδοξο φρόνημα.

Η αυτοπροστασία από το σχίσμα και η διατήρηση της ενότητας με τον Χριστό: Το σχίσμα στην Εκκλησία το προκαλεί ο επίσκοπος που διδάσκει δημόσια την αίρεση, διασπώντας την ένωση με τον Χριστό. Διακόπτοντας την κοινωνία μαζί του, ο πιστός οχυρώνεται («αποτειχίζεται») και αυτοπροστατεύεται, διασώζοντας την οργανική του ενότητα με την αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό.

2. Οι Δευτερεύοντες και Παρεπόμενοι Σκοποί

Συναγερμός και αφύπνιση του ποιμνίου: Η αποτείχιση λειτουργεί ως πνευματική «σήμανση κινδύνου» προς όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Εμποδίζει την εδραίωση της αιρέσεως και προστατεύει τον λαό από το να συνηθίσει στην κακοδοξία λόγω της αδιαφορίας των ποιμένων.

Έλεγχος και πίεση προς τον αιρετίζοντα ποιμένα: Στοχεύει στην καταγγελία της κακοδοξίας και στην άσκηση θεραπευτικής πίεσης στον εκτραπέντα επίσκοπο, ώστε να συναισθανθεί το σφάλμα του και να οδηγηθεί σε μετάνοια.

Πρόκληση συγκροτήσεως Συνόδου: Αποτελεί μέσο πίεσης προς τα αρμόδια θεσμικά όργανα για την άμεση σύγκληση μιας Ορθόδοξης Συνόδου, η οποία θα δικάσει την αίρεση, θα θεραπεύσει το σχίσμα και είτε θα αποκαταστήσει τον μετανοημένο είτε θα καθαιρέσει τον αμετανόητο αιρεσιάρχη.

Έμπρακτη ομολογία πίστεως και παρρησία: Αποτελεί τη διακοπή της «ενόχου σιωπής» και τη φανέρωση παρρησίας και θάρρους ενώπιον Θεού και ανθρώπων για την υπεράσπιση των πατροπαράδοτων  δογμάτων.