Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Ο Ορθόδοξος Λαός ως Θεματοφύλακας της Πίστεως και τα Όρια της Ομολογίας


Εισαγωγή

Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία αναγνωρίζει στον λαό του Θεού έναν ιδιαίτερο και αναντικατάστατο ρόλο στη διαφύλαξη και μετάδοση της αληθείας της πίστεως. Ο όρος «λαός του Θεού» (λαός του Θεού) δεν αναφέρεται απλώς σε ένα συνονθύλευμα πιστών, αλλά στο σύνολο του σώματος της Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, που συμμετέχουν ενεργά στη ζωή και την ομολογία της πίστεως. Η θεολογική παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας έχει διαχρονικά υπογραμμίσει τη σημασία του λαού ως θεματοφύλακα της παραδόσεως, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο ρόλος αυτός είναι αυθαίρετος ή ανεξέλεγκτος.

 

Ι. Η Θεολογική Βάση του Ρόλου του Λαού

Η Συνοδικότητα και η Συμμετοχή του Λαού

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι εξ ορισμού συνοδική. Η συνοδικότητα δεν περιορίζεται μόνο στους επισκόπους και τους κληρικούς, αλλά εκτείνεται σε όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Ο λαός του Θεού, ως «βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον» (Α' Πέτρ. β' 9), καλείται να συμμετέχει ενεργά στη ζωή της Εκκλησίας. Αυτή η συμμετοχή δεν είναι παθητική αλλά δυναμική, καθώς ο λαός καλείται να «δοκιμάζει τα πνεύματα» (Α' Ιωαν. δ' 1) και να διακρίνει την αλήθεια από το ψεύδος.

Η ιστορική μαρτυρία της Εκκλησίας είναι σαφής: στις Οικουμενικές Συνόδους, η αποδοχή των αποφάσεων από τον λαό ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την κανονική ισχύ τους. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παρά την εκθρόνισή του από τη Σύνοδο της Οάσεως, βρήκε καταφύγιο στην αγάπη και την αναγνώριση του λαού της Κωνσταντινούπολης. Ο λαός, με την «ακριβή συναίνεσή» του (κριβς συναίνεσις), αποτελούσε τον τελικό κριτή της ορθότητας των αποφάσεων της Εκκλησίας.

Η «Συνείδηση της Εκκλησίας»

Ο πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ έχει υπογραμμίσει τη σημασία της «συνειδήσεως της Εκκλησίας»  ως κανόνα της αληθείας. Αυτή η συνείδηση δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά συλλογική πραγματικότητα που εκφράζεται μέσα από το σύνολο του λαού του Θεού. Ο λαός, διαμέσου των αιώνων, έχει διαφυλάξει την πίστη με την προσευχή, τη λατρεία, την τέχνη και την καθημερινή του ζωή.

 

ΙΙ. Ο Ρόλος του Λαού ως Θεματοφύλακα

Η Διαφύλαξη της Παραδόσεως

Ο λαός της Εκκλησίας είναι ο πρωταγωνιστής της παραδόσεως . Η παράδοση δεν είναι απλώς μια σειρά δογμάτων, αλλά η ζωντανή εμπειρία της Εκκλησίας που μεταδίδεται από γενεά σε γενεά. Ο λαός, με τη συμμετοχή του στα μυστήρια, την τήρηση των εθίμων και την προσευχή, διαφυλάσσει αυτή την παράδοση ζωντανή.

Η λαϊκή ευσέβεια, η λεγόμενη «θεοσέβεια του λαού», έχει συχνά προλάβει τις επίσημες αποφάσεις της Εκκλησίας. Η λατρευτική ζωή, η υμνολογία, η εικονογραφία και η λαϊκή θεολογία αποτελούν εκφράσεις αυτής της  φύλαξης  της λειτουργίας του λαού. Οι Άγιοι της Εκκλησίας, στην πλειονότητά τους, προήλθαν από το λαό και αναγνωρίστηκαν από το λαό πριν από την επίσημη αγιοκατάταξή τους.

Η Αντιμετώπιση των Αιρέσεων

Ιστορικά, ο λαός έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση των αιρέσεων. Οι μονοφυσίτες, οι εικονομάχοι, οι ουνίτες αντιμετωπίστηκαν όχι μόνο από τους επισκόπους αλλά και από την άρνηση του λαού να αποδεχθεί την παραχάραξη της πίστεως. Η λαϊκή αντίσταση κατά της εικονομαχίας, με τις γυναίκες που κρύβανε τις εικόνες και τους μοναχούς που διακήρυτταν την ορθοδοξία, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του ρόλου του λαού ως θεματοφύλακα.

 

ΙΙΙ. Τα Όρια της Ομολογίας του Λαού

Η Υποταγή στην Ιερά Παράδοση

Ωστόσο, ο ρόλος του λαού ως θεματοφύλακα δεν είναι αυθαίρετος. Ο λαός οφείλει να υποτάσσεται στην ιερά παράδοση της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την Αγία Γραφή, τους ιερούς κανόνες και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Η «συνείδηση της Εκκλησίας» δεν ταυτίζεται με την ατομική γνώμη ή τις προτιμήσεις του λαού, αλλά με την ομολογία της πίστεως που έχει παραδοθεί από τους Αποστόλους.

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος προειδοποιούσε ήδη από τον 2ο αιώνα: «όπου άν ο επίσκοπος φαίνηται, εκεί και το πλήθος έστω». Η ενότητα της Εκκλησίας εξασφαλίζεται μέσα από την κοινωνία με τον επίσκοπο, ο οποίος είναι ο εγγυητής της ορθότητας της πίστεως στην τοπική Εκκλησία. Ο λαός δεν μπορεί να ομολογεί ανεξάρτητα από τον επίσκοπο, ούτε να απορρίπτει την εκκλησιαστική τάξη.

Όταν ο Επίσκοπος Δεν Ορθοδοξεί: Η Αντίσταση του Λαού

Ι. Το Δίλημμα της Υπακοής

Το ερώτημα που θέτετε είναι κρίσιμο και ιστορικά διαχρονικό: Τι οφείλει να πράξει ο λαός όταν ο επίσκοπος, που είναι ο εγγυητής της ορθότητας της πίστεως, ο ίδιος αποκλίνει από αυτήν;

Η απάντηση δεν είναι απλή, γιατί εμπλέκονται δύο θεμελιώδεις αρχές που φαίνονται να συγκρούονται:

  • Η υπακοή στον επίσκοπο ως εκφραστή της ενότητας της Εκκλησίας
  • Η υπακοή στην αλήθεια της πίστεως που είναι ανώτερη από κάθε πρόσωπο

 

ΙΙ. Η Πατερική Διδασκαλία: Υπακοή στον Θεό μάλλον ή στους ανθρώπους

Ο Απόστολος Πέτρος: Το Κριτήριο της Πίστεως

Η Αγία Γραφή δίνει το πρώτο και αυθεντικό κριτήριο: «Δει πειθαρχείν Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. ε' 29). Οι Απόστολοι, όταν κλήθηκαν να σιωπήσουν, απάντησαν: «Ου δυνάμεθα γαρ ημείς ά είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν» (Πράξ. δ' 20).

Αυτή η αρχή ισχύει και για τη σχέση λαού και επισκόπου. Η υπακοή στον επίσκοπο είναι υποχρεωτική όταν ομιλεί σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας. Όταν όμως ο επίσκοπος αποκλίνει, ο λαός οφείλει να προτιμήσει την αλήθεια της πίστεως.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Το Παράδειγμα της Αντίστασης

Ο ίδιος ο Χρυσόστομος, αν και εκθρονίστηκε από τη Σύνοδο της Οάσεως (403 μ.Χ.), δεν αποδέχθηκε την απόφαση ως δίκαιη. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης τον υποστήριξε, αναγνωρίζοντας ότι η Σύνοδος είχε συγκληθεί μεθοδευμένα και αντικανονικά. Η αντίσταση του λαού δεν ήταν ανταρσία, αλλά μαρτυρία υπέρ της αληθείας.

Στην επιστολή του προς τον Πάπα Ιννοκέντιο, ο Χρυσόστομος γράφει ότι η Σύνοδος ήταν «συνοδος ληστρική», και ο λαός το αναγνώρισε. Αυτό δείχνει ότι ο λαός μπορεί να διακρίνει και να κρίνει, όταν έχει πνευματική διαίσθηση.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: Η Άρνηση της Κοινωνίας

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (7ος αι.). Όταν ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Πύρρος και οι επίσκοποι της Ανατολής αποδέχθηκαν το μονοθελητικό συμβιβασμό με τους μονοφυσίτες, ο Μάξιμος δεν τους ακολούθησε. Αρνήθηκε την κοινωνία με τους επισκόπους που είχαν εγκαταλείψει την ορθοδοξία, ακόμη και όταν αυτό σήμαινε διωγμό, εξορία και βασανιστήρια.

Ο Μάξιμος δεν δημιούργησε σχίσμα, αλλά διατήρησε την ενότητα με την Εκκλησία των Πατέρων. Άρνησε την κοινωνία με τους αιρετικούς επισκόπους, παραμένοντας πιστός στην ορθόδοξη πίστη. Αυτή η στάση αργότερα αναγνωρίστηκε ως ορθή από την ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο.

 

ΙΙΙ. Η Διάκριση: Πότε ο Επίσκοπος «Δεν Ορθοδοξεί»

Επίπεδα Αποκλίσεως

Δεν κάθε διαφωνία ή ατέλεια του επισκόπου συνιστά αιρετική απόκλιση. Η Εκκλησία διακρίνει:

  1. Ατομικές αδυναμίες ή αμαρτίες – Αυτές δεν ακυρώνουν την εκκλησιαστική ιδιότητα του επισκόπου, αν και τον καθιστούν ανάξιο.
  2. Διοικητικά λάθη ή αδικίες – Ο λαός μπορεί να ζητήσει διόρθωση, αλλά δεν αρνείται την κοινωνία.
  3. Θεολογικές αποκλίσεις από την πίστη – Εδώ αρχίζει το κρίσιμο ζήτημα. Αν ο επίσκοπος διδάσκει αίρεση ή εισάγει καινοτομίες που παραβιάζουν την παράδοση, τότε ο λαός οφείλει να αντισταθεί.
  4. Καθαρή αίρεση και αποστασία – Όταν ο επίσκοπος δημόσια και επιμόνως αρνείται δογμάτα της πίστεως, τότε η άρνηση κοινωνίας είναι όχι μόνο δικαίωμα αλλά υποχρέωση.

Το Κριτήριο της Εκκλησιαστικής Συνειδήσεως

Ο λαός δεν αποφασίζει αυθαίρετα ότι ο επίσκοπος «δεν ορθοδοξεί». Το κριτήριο είναι:

  • Η Αγία Γραφή
  • Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων
  • Η διδασκαλία των Αγίων Πατέρων
  • Η ενεργής παράδοση της Εκκλησίας

Όταν η διδασκαλία του επισκόπου έρχεται σε σύγκρουση με αυτά, τότε ο λαός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να διαμαρτυρηθεί.

ΙV. Τα Μέσα της Λαϊκής Αντίστασης

1. Η Διαμαρτυρία και η Έκκληση

Ο λαός οφείλει πρώτα να διαμαρτυρηθεί εντός των εκκλησιαστικών πλαισίων. Η επιστολή προς τον επίσκοπο, η έκκληση σε ανώτερες εκκλησιαστικές αρχές (Σύνοδο, Πατριάρχη), η κοινοποίηση της ανησυχίας στο πλήρωμα της Εκκλησίας είναι τα πρώτα βήματα.

2. Η Άρνηση της Κοινωνίας (Αποτείχιση)

Αν ο επίσκοπος επιμένει στην αίρεση, ο λαός μπορεί να αρνηθεί την κοινωνία μαζί του. Αυτό σημαίνει:

  • Να μην μετέχει των μυστηρίων που τελεί ο συγκεκριμένος επίσκοπος
  • Να αναζητήσει πνευματική καθοδήγηση από ορθόδοξους κληρικούς
  • Να διατηρήσει την ενότητα με την Εκκλησία των Πατέρων, όχι με τον αιρετικό επίσκοπο

Η άρνηση κοινωνίας δεν είναι σχίσμα, όταν γίνεται υπέρ της αληθείας. Το σχίσμα είναι η απομάκρυνση από την Εκκλησία, ενώ η ακοινωνησία με τον αιρετικό είναι η διαφύλαξη της ενότητας με την ορθόδοξη πίστη.

3. Η Μαρτυρία της Ομολογίας

Ο λαός καλείται να ομολογήσει την αλήθεια, ακόμη και με κίνδυνο. Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από λαϊκούς ομολογητές που αντιστάθηκαν σε αιρετικούς επισκόπους:

  • Οι γυναίκες της Κωνσταντινούπολης που κρύψανε τις εικόνες κατά την εικονομαχία
  • Οι μοναχοί του Αγίου Όρους που αντιστάθηκαν στον ουνιτισμό
  • Οι λαϊκοί της Ρωσίας που δεν αποδέχθηκαν τις καινοτομίες του Πατριάρχη Νίκωνα (παλαιοί ορθόδοξοι)

 

V. Τα Όρια της Αντίστασης

Η Αποφυγή του Σχίσματος

Ο λαός δεν έχει το δικαίωμα να δημιουργήσει δική του «Εκκλησία» ή να χειροτονήσει δικούς του κληρικούς. Αυτό θα ήταν σχίσμα. Η άρνηση κοινωνίας με έναν αιρετικό επίσκοπο δεν συνεπάγεται την ίδρυση νέας εκκλησιαστικής δομής.

Ο λαός παραμένει μέλος της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ακόμη και όταν ο τοπικός του επίσκοπος έχει αποκλίνει. Αναζητεί κοινωνία με άλλους ορθόδοξους κληρικούς ή επισκόπους, διατηρώντας την ενότητα με την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας.

Η Ταπείνωση και η Αποφυγή του Φανατισμού

Η αντίσταση δεν πρέπει να συνοδεύεται από υβριστικό λόγο, προσωπικές επιθέσεις ή διάθεση εξουσίας. Ο λαός ομολογεί την αλήθεια με ταπείνωση και αγάπη, ακόμη και προς τον αιρετικό επίσκοπο. Η κατάκριση του προσώπου απαγορεύεται· η κατάκριση της αίρεσης είναι υποχρεωτική.

 

VΙ. Η Ευθύνη του Λαού

Όταν ο επίσκοπος δεν ορθοδοξεί, ο λαός δεν μπορεί να επικαλεστεί την «υπακοή» για να δικαιολογήσει την αποδοχή της αίρεσης. Η υπακοή στον επίσκοπο είναι συνθήκη, όχι απόλυτη υποχρέωση. Η προϋπόθεση είναι η ορθοδοξία του επισκόπου.

Ο λαός οφείλει:

  1. Να γνωρίζει την πίστη – Χωρίς γνώση, δεν μπορεί να διακρίνει
  2. Να διαμαρτύρεται – Με σεβασμό, αλλά με σαφήνεια
  3. Να αρνείται την κοινωνία – Όταν η αίρεση είναι προφανής
  4. Να ομολογεί την αλήθεια – Ακόμη και ως μάρτυρας
  5. Να παραμένει στην Εκκλησία – Χωρίς να δημιουργεί σχίσμα

Η ιστορία της Εκκλησίας αποδεικνύει ότι ο λαός, όταν είναι πνευματικά ζωντανός, είναι ικανός να διακρίνει την αλήθεια και να αντισταθεί στην πλάνη, ακόμη και όταν αυτή προέρχεται από τον επίσκοπο. Η «συνείδηση της Εκκλησίας» εκφράζεται μέσα από το πλήρωμα των πιστών, και όχι μόνο μέσα από την ιεραρχία.

Όπως έγραψε ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης: «Η αλήθεια είναι μία, και αυτήν πρέπει να ακολουθούμε, όποιος κι αν είναι ο λαλών».

Ο Κίνδυνος του Λαϊκισμού

Η υπερβολική ανάδειξη του ρόλου του λαού μπορεί να οδηγήσει σε μορφές λαϊκισμού που υπονομεύουν την εκκλησιαστική τάξη. Ο λαϊκισμός  αποτελεί αίρεση κατά την οποία ο λαός αντιμετωπίζεται ως η μόνη πηγή της εξουσίας στην Εκκλησία, αποκόπτοντας τον από την ιεραρχική δομή και την παράδοση. Αυτή η τάση, που εμφανίστηκε έντονα κατά τη Δύση με τον προτεσταντισμό, αποτελεί απειλή για την ενότητα και την αποστολική διαδοχή της Εκκλησίας.

Ο λαός δεν είναι κυρίαρχος της πίστεως, αλλά φύλακάς της. Δεν δημιουργεί την αλήθεια, αλλά την παραλαμβάνει και την διαφυλάσσει. Η ομολογία του λαού είναι έγκυρη μόνο όταν είναι ενσωματωμένη στην εκκλησιαστική ζωή και υποταγμένη στην παράδοση των Αγίων Πατέρων.

Η Σχέση Κλήρου και Λαού

Τα όρια της ομολογίας του λαού καθορίζονται επίσης από τη σχέση του με τον κλήρο. Ο κλήρος, και ιδιαίτερα ο επίσκοπος, είναι ο διδάσκαλος της πίστεως και ο εγγυητής της ορθότητας. Ο λαός οφείλει να ακούει τον κλήρο, όταν αυτός ομιλεί «εν ονόματι Κυρίου» και σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας. Αντιστρόφως, ο κλήρος οφείλει να ακούει τον λαό, να σέβεται την «συνείδηση της Εκκλησίας» και να μην επιβάλλει αυθαίρετες αποφάσεις.

Η υγιής σχέση κλήρου και λαού είναι συμπληρωματική. Ο κλήρος χωρίς τον λαό είναι κενός τελετουργικός θεσμός, ο λαός χωρίς τον κλήρο είναι ακέφαλο σώμα. Η ομολογία της πίστεως απαιτεί την ενότητα και των δύο.

 

ΙV. Σύγχρονες Προκλήσεις και Προοπτικές

Η Παγκοσμιοποίηση και η Ορθόδοξη Ταυτότητα

Στο σύγχρονο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης, ο ρόλος του Ορθόδοξου λαού ως θεματοφύλακα της πίστεως καθίσταται κρισιμότερος από ποτέ. Οι προκλήσεις του οικουμενισμού, του θρησκευτικού συγκρητισμού και του κοσμικού ανθρωπισμού απειλούν την ορθόδοξη ταυτότητα. Ο λαός καλείται να διακρίνει και να ομολογήσει την αλήθεια, χωρίς όμως να πέσει σε φονταμενταλισμό ή απομονωτισμό.

Η Συμμετοχή των Λαϊκών στα Συνοδικά Σώματα

Η σύγχρονη εκκλησιαστική πρακτική έχει αναγνωρίσει την ανάγκη ενεργού συμμετοχής των λαϊκών στα συνοδικά σώματα. Οι λαϊκοί θεολόγοι, οι επιστήμονες και οι εκπρόσωποι των λαϊκών οργανώσεων συμμετέχουν στις συνεδριάσεις των Ιερών Συνόδων, προσφέροντας τη μαρτυρία και τη γνώση τους. Αυτή η συμμετοχή δεν υποκαθιστά τον ρόλο του κλήρου, αλλά τον συμπληρώνει, εμπλουτίζοντας τη συνοδική διαδικασία με τη λαϊκή εμπειρία.

Η Παιδεία της Πίστεως

Η άσκηση του ρόλου του θεματοφύλακα προϋποθέτει την παιδεία της πίστεως. Ο λαός χρειάζεται κατήχηση, θεολογική μόρφωση και πνευματική καθοδήγηση για να μπορεί να διακρίνει την αλήθεια. Η κατήχηση δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των παιδιών, αλλά δια βίου ανάγκη για κάθε πιστό. Η άγνοια της πίστεως οδηγεί σε εύκολη χειραγώγηση και παραχάραξη της παραδόσεως.

 

Επίλογος

Ο Ορθόδοξος λαός είναι πράγματι θεματοφύλακας της πίστεως, αλλά αυτός ο ρόλος έχει σαφή όρια και προϋποθέσεις. Ο λαός διαφυλάσσει την πίστη όταν είναι ενωμένος με τον κλήρο, υποταγμένος στην ιερά παράδοση και ζωντανός στην ευχαριστιακή κοινωνία. Η ομολογία του λαού είναι έγκυρη όταν εκφράζει τη «συνείδηση της Εκκλησίας» και όχι ατομικές απόψεις ή κοινωνικές τάσεις.

Η πρόκληση για τη σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία είναι να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ της ενεργού συμμετοχής του λαού και της διαφύλαξης της εκκλησιαστικής τάξης. Ο λαός δεν είναι κυρίαρχος, αλλά συνοδοιπόρος στο ταξίδι της Εκκλησίας προς τη Βασιλεία του Θεού. Η ομολογία του είναι δώρο και ευθύνη, χάρισμα και διακονία, που καλείται να ασκήσει «εν αγάπη» και «εν αληθεία».

 


Βασίλειον Ιεράτευμα και Βαθμοί Ιεροσύνης


Η θεολογική σύγχυση μεταξύ της «βασιλείου ιερατεύματος» και των βαθμών της ιεροσύνης αποτελεί ένα από τα πλέον επικίνδυνα νοηματικά ασαφή που διαπερνούν τη σύγχρονη εκκλησιαστική συζήτηση. Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να διαλευκάνει αυτή τη διάκριση, εξετάζοντας τις βιβλικές, πατερικές και κανονικές διαστάσεις του ζητήματος.

 

Η βιβλική βάση της σύγχυσης

Η φράση «βασίλειον ιεράτευμα» προέρχεται από την Α' προς Πέτρον επιστολή (2:9): «υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν». Ο Απόστολος Πέτρος εφαρμόζει εδώ τον τύπο του Εξόδου (19:6), όπου ο Ισραήλ καλείται «βασίλειον ιεράτευμα» ως αντίθεση προς «τα έθνη».

Η χριστολογική μετατόπιση είναι καθοριστική: ο Ισραήλ του νόμου γίνεται ο νέος Ισραήλ της χάριτος, η Εκκλησία. Ωστόσο, αυτή η μετατόπιση δεν συνεπάγεται κατάργηση της εσωτερικής διαφοροποίησης. Ο Λευιτικός νόμος διατηρούσε την Ααρωνική ιεροσύνη παράλληλα με την «βασίλειον ιεράτευμα» του Ισραήλ. Ομοίως, η Καινή Διαθήκη δεν καταργεί τα χαρίσματα, αλλά τα πληροί.

 

Η διάκριση των χαρισμάτων στον Απόστολο Παύλο

Η προς Εφεσίους επιστολή (4:11-12) είναι απολύτως σαφής: «και αυτός έδωκεν τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού».

Τα χαρίσματα αυτά δεν είναι ισοδύναμα. Είναι διατεταγμένα, ιεραρχημένα, καταρτιστικά. Ο σκοπός τους δεν είναι η αυτοπροβολή, αλλά η «οικοδομή του σώματος». Ο Παύλος διακρίνει σαφώς: «οι μεν απόστολοι, οι δε προφήται, οι δε ευαγγελισταί, οι δε ποιμένες και διδάσκαλοι». Το «οι μεν... οι δε» είναι διακριτικό, όχι απλώς αριθμητικό.

Η προς Κορινθίους Α' επιστολή (12:28-29) επαναλαμβάνει: «και ούς μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους». Η τάξη είναι σαφής: «πρώτον... δεύτερον... τρίτον».

 

Η πατερική διάκριση

Ο Ιερός Χρυσόστομος, στο «Περί Ιερωσύνης», αναπτύσσει την έννοια της ειδικής ιεροσύνης ως «χάρισμα» και «λειτούργημα». Η διάκριση μεταξύ «βασιλείου ιερατεύματος» και «ιερατικής ιεροσύνης» είναι σαφής στην πατερική παράδοση: το πρώτο είναι κοινό σε όλους τους βαπτισμένους, το δεύτερο είναι χάρισμα που δίδεται μέσω της χειροτονίας.

Ο Μέγας Αθανάσιος, στο «Περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου», διακρίνει την «κοινήν χάριν» του βαπτίσματος από την «εξαίρετον χάριν» της ιεροσύνης. Η διάκριση είναι ουσιώδης, όχι επουσιώδης.

 

Η κανονική παράδοση

Οι Αποστολικοί Κανόνες είναι αυστηροί ως προς τους βαθμούς της ιεροσύνης:

Κανών 1: «Επίσκοπος υπό δύο ή τριών επισκόπων χειροτονείσθω».

Κανών 2: «Πρεσβύτερος υπό ενός επισκόπου χειροτονείσθω, ως και διάκονος και οι λοιποί κληρικοί».

Κανών 6: «Επίσκοπον μη χειροτονείν άνευ συνόδου».

Η χειροτονία είναι συνοδική πράξη, όχι λαϊκή. Ο λαός συμμετέχει με την αποδοχή (αναφορά), όχι με την επιλογή (εκλογή). Η διάκριση είναι καθοριστική: ο λαός «επιφωνεί», δεν «χειροτονεί».

 

Η σύγχρονη σύγχυση

Η σύγχρονη θεολογική συζήτηση, επηρεασμένη από προτεσταντικά και φιλελεύθερα μοντέλα, τείνει να ισοπεδώσει τη διάκριση. Η «βασιλείος ιερωσύνη» των βαπτισμένων παρουσιάζεται ως ανταγωνιστική προς την «ιερατικήν ιερωσύνην», ενώ στην πραγματικότητα είναι συμπληρωματική.

Ο Νέλλας, στο «Βασίλειον ιεράτευμα», προσθέτει αμέσως: «ο όρος λαϊκός χρησιμοποιείται όχι με ιεραρχική έννοια, αλλά ως υενθύμιση ότι όλοι είμαστε λαός του Θεού». Η παράλειψη αυτής της διευκρίνισης οδηγεί σε παρερμηνείες.

 

Η ορθή διάκριση

Η ορθόδοξη εκκλησιολογία διακρίνει:

Πρώτον, τη «βασίλειον ιερωσύνην» — την κοινή συμμετοχή όλων των βαπτισμένων στη βασιλεία και την ιεροσύνη του Χριστού, μέσω του βαπτίσματος και του χρίσματος.

Δεύτερον, την «ιερατικήν ιερωσύνην» — το ειδικό χάρισμα της διακονίας του λόγου και των μυστηρίων, που δίδεται μέσω της χειροτονίας.

Η διάκριση είναι λειτουργική, όχι ουσιαστική: όλοι μετέχουν της θείας φύσεως, αλλά όχι όλοι λειτουργούν ως πρόσωπα της χριστοπαρουσίας. Η λειτουργική διαφορά είναι θεσμοθετημένη από το Άγιο Πνεύμα και κατοχυρωμένη στην αποστολική παράδοση.

Η σύγχυση της «βασιλείου ιερατεύματος» με την κατάργηση των βαθμών της ιεροσύνης αποτελεί θεολογικό αντιφατότητα. Η Εκκλησία δεν είναι ούτε ιεροκρατία (αποκλεισμός του λαού), ούτε λαϊκοκρατία (ισοπέδωση των βαθμών), αλλά ιεραρχική κοινωνία όπου η «βασιλείος ιερωσύνη» των βαπτισμένων συνυπάρχει με την «ιερατικήν ιερωσύνην» των κεχειροτονημένων, ενούμενες στην κοινωνία του σώματος του Χριστού.

Η παράθεση των Πατέρων για τη νομιμοποίηση της λαϊκής αυτοδικίας αποτελεί θεολογική νοθεία. Οι Πατέρες διακρίνουν, δεν ισοπεδώνουν. Η ιεροσύνη είναι χάρισμα, όχι επάγγελμα· λειτούργημα, όχι δικαίωμα· διακονία, όχι εξουσία.

 


Μία παρερμηνεία της εκκλησιολογίας του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ


Από το έργο Bible, Church, Tradition: An Eastern Orthodox View (τόμος 1 των Collected Works), στο κεφάλαιο «The Catholicity of the Church» γράφεται η ακόλουθη φράση: «The duty of obedience ceases when the bishop deviates from the catholic norm, and the people have the right to accuse and even to depose him».

Μετάφραση: «Το καθήκον της υπακοής παύει να ισχύει, όταν ο επίσκοπος ξεφεύγει από το καθολικό πρότυπο, οπότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήσει ακόμη και να τον καθαιρέσει».

Το κρίσιμο ερώτημα: Τι σημαίνει «καθαιρέσει»;

Η φράση «accuse and even to depose him» πρέπει να ερμηνευθεί μέσα στο πλαίσιο της συνοδικότητας που αναπτύσσει ο Φλωρόφσκυ. Ο ίδιος αναφέρεται σε δύο άρθρα του για περισσότερες λεπτομέρειες: «The Work of the Holy Spirit in Revelation», The Christian East, 1932 και «The Sacrament of Pentecost», The Journal of the Fellowship of St. Alban and St. Sergius, 1934.

Η «καθαίρεση» στον Φλωρόφσκυ δεν είναι ατομική πράξη λαϊκού, αλλά συλλογική πράξη της Εκκλησίας-σώματος. Ο λαός «καθαιρεί» όχι ως άθροισμα ατόμων, αλλά ως καθολική εμπειρία που εκφράζεται συνοδικά.

Ο Φλωρόφσκυ αναφέρεται σε ιστορικά παραδείγματα (Αρειανισμός, Μονοφυσιτισμός) όπου η κρίση γίνεται από συνόδους, όχι από ατομικές αποφάσεις.

 

Η απόρριψη του προτεσταντισμού

Ο ίδιος ο Φλωρόφσκυ απορρίπτει ρητά την ατομική γνώμη: «In the Church there is not and cannot be any outward authority... But this does not mean that everyone has received unlimited freedom of personal opinion. It is precisely in the Church that "personal opinions" should not and cannot exist».

Μετάφραση: «Στην Εκκλησία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει καμιά εξωτερική εξουσία... Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθένας έχει λάβει απεριόριστη ελευθερία προσωπικής γνώμης. Είναι ακριβώς στην Εκκλησία όπου οι "προσωπικές γνώμες" δεν πρέπει και δεν μπορούν να υπάρχουν».

 

Η εσωτερική, κοινωνική, συνοδική εξουσία

Για τον Φλωρόφσκυ, η φράση «δεν υπάρχει εξωτερική εξουσία» δεν σημαίνει αναρχία, αλλά εσωτερική, κοινωνική, συνοδική εξουσία:

  • Η εξουσία δεν επιβάλλεται άνωθεν (παπικό ex cathedra)
  • Η εξουσία αναδύεται από την κοινωνία της Εκκλησίας
  • Η εξουσία εκφράζεται συνοδικά, όχι ατομικά

 

Η έννοια της σομπορνόστ (sobornost)

Κεντρική για τον Φλωρόφσκυ είναι η ρωσική θεολογική έννοια της σομπορνόστ, που υποδηλώνει οργανική ενότητα όπου τα μέρη διαφέρουν αλλά συνυπάρχουν, όπου η πολλαπλότητα δεν αναιρεί την ενότητα, και όπου η ενότητα δεν ισοπεδώνει την πολλαπλότητα.

Αυτή η σομπορνόστ είναι που χαρακτηρίζει την Εκκλησία ως καθολική. Η καθολικότητα δεν είναι το άθροισμα των τοπικών Εκκλησιών, ούτε η επικράτηση μιας τοπικής Εκκλησίας επί των άλλων. Είναι η κοινωνία (κοινωνία προσώπων, κοινωνία πίστεως, κοινωνία ευχαριστίας) που καθιστά την Εκκλησία καθολική.

 

Η σημασία του «even» (ακόμη και)

Η αγγλική λέξη «even» στη φράση «accuse and even to depose him» έχει κρίσιμη σημασιολογική λειτουργία. Δεν είναι απλώς σύνδεσμος πρόσθεσης («και»), αλλά επιρρηματικός τόνος έμφασης που υποδηλώνει:

  • Ιεραρχία: η κατηγορία είναι το κανονικό, η καθαίρεση το ακραίο
  • Συνθήκη: η καθαίρεση ακολουθεί, δεν προηγείται
  • Σπανιότητα: η καθαίρεση είναι το έσχατο όριο, όχι η ρουτίνα

Η μετάφραση «ακόμη και» διατηρεί αυτή τη σημασία, αλλά η ερμηνεία που παρουσιάζεται συχνά την αποδυναμώνει, παρουσιάζοντας την καθαίρεση ως εύκολη, σχεδόν αυτονόητη επιλογή.

 

Η συνοδική παράδοση

Ο Φλωρόφσκυ παραπέμπει σε δύο άρθρα του για περισσότερες λεπτομέρειες. Αυτά τα κείμενα αναπτύσσουν την πνευματολογική βάση της εκκλησιολογίας του. Το Πνεύμα το Άγιο δεν επιβάλλεται από άνωθεν, αλλά αναδύεται από την κοινωνία της Εκκλησίας. Αυτή η αναδυόμενη εξουσία είναι που χαρακτηρίζει την ορθόδοξη εκκλησιολογία.

Η «καθαίρεση» στο πλαίσιο αυτό δεν είναι απόφαση ατόμων, αλλά αναγνώριση από την κοινωνία ότι κάποιος έχει αποκοπεί από την κοινωνία. Είναι εκκλησιαστικό γεγονός, όχι διοικητική πράξη.

Η παρερμηνεία σε τρία σημεία

Ο Φλωρόφσκυ εννοεί συνοδική Εκκλησία-σώμα, ενώ η παρερμηνεία το εκλαμβάνει ως ατομική λαϊκή αυτοδικία. Ο Φλωρόφσκυ μιλά για κοινή απόφαση, ενώ η παρερμηνεία το μεταφράζει ως προσωπική γνώμη. Ο Φλωρόφσκυ θέτει το έσχατο όριο, ενώ η παρερμηνεία το παρουσιάζει ως καθημερινή πρακτική. Ο Φλωρόφσκυ αναφέρεται στη σομπορνόστ, ενώ η παρερμηνεία το εκλαμβάνει ως δημοκρατία ή λαϊκοκρατία.

 

Συμπέρασμα

Ο «λαός» που «κατηγορεί» και «καθαιρεί» στον Φλωρόφσκυ είναι αυτή η καθολική κοινωνία, όχι το άθροισμα των προσωπικών γνωμών που ο ίδιος απορρίπτει ρητά.

Η φράση του Φλωρόφσκυ δεν δίνει δικαίωμα σε κάθε πιστό να κρίνει μόνος του τον επίσκοπο. Δίνει δικαίωμα στην Εκκλησία ως σύνολο να προστατεύει την πίστη της. Ο λαός δεν είναι άθροισμα ατόμων, αλλά ζωντανό σώμα που αποφασίζει συνοδικά.


Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΣ. ΘΕΟΔΩΡΟ ΤΟΝ ΣΤΟΥΔΙΤΗ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ


 




π.Ευθυμίου Τρικαμηνά

         Ἔχουμε τή γνώμη καί τήν πεποίθησι ὅτι δέν θά ἠδύνατο νά εὑρεθῆ ἀκριβέστερη καί πληρέστερη διδασκαλία διά τήν ἐκκλησιαστική Οἰκονομία ἀπό αὐτή τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Ἀλλά καί τά παραδείγματα τά ὁποῖα προσάγει ὡς ἀκριβής γνώστης τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, καθώς καί αὐτά, τά ὁποῖα ἐξάγουμε ἀπό τήν ἴδια τήν ζωή του, μᾶς ὁδηγοῦν ἀβίαστα εἰς τό συμπέρασμα ὅτι καί μόνο αὐτόν νά παρουσιάσωμε διά τό ἐν λόγῳ θέμα, εἶναι ἀρκετό διά νά ἔχωμε μία πλήρη καί σαφῆ εἰκόνα περί τῆς θεολογίας καί τοῦ δέον γενέσθαι σήμερα εἰς αὐτήν τήν ὑπόθεσι.

         Ὡς γνωστόν ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης θεωρεῖται σήμερα ἀπό τήν πλειονότητα τῶν Ὀρθοδόξων ὡς ὑπέρμαχος καί ἀγωνιστής ὑπέρ τῆς ἀκριβείας καί ὄχι τῆς Οἰκονομίας, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι σωστό, διότι ὁ ὅσιος ἐχρησιμοποιοῦσε καί τήν Οἰκονομία ἐκεῖ ὅπουυ ἐχρειάζετο καί μάλιστα εἶναι ὁ μόνος ἴσως, ὁ ὁποῖος δίδει θεολογικό ὁρισμό, ἀναλυτικό καί σαφῆ μέ πρακτικά παραδείγματα, τοῦ τί ἐστί Οἰκονομία καί πῶς χρησιμοποιεῖται εἰς τήν Ἐκκλησία.

         Σέ ἐπιστολή μέ παραλήπτη τόν μάγιστρο Θεόκτιστο ὁ ὅσιος δίδει ἀκριβέστατο ὁρισμό του τί ἐστί ἐκκλησιαστική Οἰκονομία: «Οἰκονομίας γάρ  ὅρος, ὡς οἶσθα, μήτε τι τῶν κειμένων ἀθετεῖν καθόλου, μήτε ἐφ' ὧ οἷόν τε μικρόν ὑφεῖναι κατά καιρόν καί λόγον· ὡς ἐντεῦθεν εὑρεῖν τό ζητούμενον ἀτεχνῶς· πρός τό σφοδρότερον ὑπάγεσθαι τῷ πράγματι, καί ζημιοῦσθαι τά τελεώτερα».    (Φατ. 24,64,23).

Ὁ ὅσιος λοιπόν μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ Οἰκονομία δέν ἔχει τήν ἔννοια νά ἀθετήσωμε κάτι ἀπό τά παραδεδομένα, οὔτε ἀκόμη νά ἀθετήσωμε καί αὐτό εἰς τό ὁποῖο ὑποχωρήσαμε ἐξ αἰτίας κάποιας ἀνάγκης γιά κάποιο χρονικό διάστημα, καί νά θελήσωμε ἔτσι μέ κακό τρόπο νά φθάσωμε στόν σκοπό μας, διότι θά χειροτερέψωμε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο τήν κατάστασι καί θά ζημιωθοῦμε τά οὐσιωδέστερα καί ἀνώτερα.

Ἐξ αὐτοῦ γίνεται φανερό ὅτι καταδικάζονται ὅσοι, γιά δῆθεν Οἰκονομία, συμπροσεύχονται μέ αἱρετικούς, αἴρουν τά ἀναθέματα εἰς τά ὁποῖα αὐτοί ὑπεβλήθησαν, ἀναγνωρίζουν αἱρετικές ἐκκλησίες τύπου Π.Σ.Ε., ἀναγνωρίζουν μυστήρια αἱρετικῶν τύπου Μπελαμέντ κ.λπ., διότι πέραν τοῦ ὅτι δέν ὑπῆρχε λόγος καί ἀνάγκη δι’ αὐτές τίς δῆθεν Οἰκονομίες, δέν ἔχουν ἐπί πλέον προσωρινό ἀλλά μόνιμο χαρακτῆρα, δηλαδή ἀθέτησι εὐαγγελικῶν καί Πατερικῶν Παραδόσεων.

Ἐπίσης καταδικάζονται καί ὅσοι ἀνάγουν εἰς Παραδόσεις καί, τρόπον τινά, δογματοποιοῦν τό ἡμερολόγιο, ἤ ἀκόμη δογματοποιοῦν τήν λεγομένη λειτουργική ἑνότητα εἰς βάρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς, διότι καί αὐτά δέν εἶναι παραδεδομένα, οὔτε ἀπό τίς Γραφές, οὔτε ἀπό τούς Πατέρες, δηλαδή δέν ἀνήκουν εἰς αὐτά τά ὁποῖα ἀναφέρεται ὁ ὅσιος «μήτε τι τῶν κειμένων ἀθετεῖν καθόλου». Αὐτά τά ὁποῖα ὀνομάζονται Παραδόσεις καί δόγματα εἶναι σαφῶς παραδεδομένα καί ἀπολύτως προσδιορισμένα ἀπό τίς Γραφές καί τούς Πατέρες. Καί αὐτό τέλος τό παραδεδομένο, τό ὁποῖο γιά σοβαρό λόγο ἀθετήσαμε, πρέπει γρήγορα νά τό ἐπαναφέρωμε γιά νά μήν ζημιωθοῦμε τά οὐσιώδη καί ἔχοντα σχέσι μέ τήν σωτηρία μας.

         Ἐν συνεχείᾳ φέρνει ὁ ὅσιος παραδείγματα ἀπό τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς Πατέρες: «Καί τοῦτο δεδιδάγμεθα, ἐν μέν τοῖς ἀποστόλοις, παρά τοῦ Παύλου, ἁγνισαμένου καί περιτεμόντος τόν Τιμόθεον· ἐν δέ τοῖς Πατράσι παρά τοῦ μεγάλου Βασιλείου προσηκαμένου τό λῆμμα τοῦ Οὐάλεντος, καί ὑποσιωπήσαντος· πρός καιρόν τήν Θεός φωνήν γυμνήν ἐπί τοῦ Πνεύματος. Ἀλλ' οὔτε ὁ Παῦλος ἔμεινεν ἁγνιζόμενος, οὔτε Βασίλειος προσηκάμενος ἔτι τό τοῦ Οὐάλεντος δῶρον, καί μή κηρύττων Θεόν τό Πνεῦμα· τοὐναντίον μέν οὖν ἀμφότεροι ὑπέρ ἑκατέρων θανάτους αἱρησάμενοι φαίνονται» (Φατ. 24,65,27).

Ἀπό τά παραδείγματα τοῦ ὁσίου κατανοοῦμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Οἰκονομία δύναται νά φθάση καί σέ δογματικό ἐπίπεδο, ὅπως ἦταν τό θέμα τῆς Ἰουδαϊκῆς Περιτομῆς καί ἡ ἀποσιώπησις τῆς Θεότητος τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἀρκεῖ νά γίνεται γιά σοβαρό λόγο καί γιά λίγο χρονικό διάστημα.  Διά νά φέρωμε δέ σέ συμφωνία τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ὅπως π.χ. τοῦ Ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ «εἰς τά τῆς πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις» κ.λπ., ἀναφέρομε ὅτι ἐδῶ ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος γιά μόνιμη συγκατάβασι καί Οἰκονομία, ὅπως ἦταν στήν περίπτωσι ἐκείνη ἡ ἕνωσις μέ τούς Παπικούς, ἐνῶ ἐδῶ ὁ ὅσιος ἀναφέρεται σέ προσωρινές Οἰκονομίες καί ἔτσι κατανοοῦμε ὅτι δέν ὑπάρχει κατ’ οὐσίαν διάστασις Γραφῶν καί Πατέρων ἤ διάστασις μεταξύ τῶν Πατέρων.

         Ἀπό τήν διδασκαλία αὐτή ἐπίσης τοῦ ὁσίου κατανοοῦμε ὅτι, ὅταν γίνεται μία Οἰκονομία, φαίνεται ἐξ ἀρχῆς ἄν ἔχη μόνιμο ἢ προσωρινό χαρακτῆρα, ὅπως π.χ. ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων μέ τούς Παπικούς, ἡ ἔνταξις στό Π.Σ.Ε. κ.λπ., καί ὡς ἐκ τούτου φαίνεται ἐξ ἀρχῆς ἄν εἶναι Ὀρθόδοξος Οἰκονομία ἤ, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, παρανομία καί προδοσία πίστεως. Ἀκόμη γίνεται κατανοητό ὅτι δέν δυνάμεθα νά ἀναγάγωμε σέ Παραδόσεις κάτι γιά τό ὁποῖο οὐδέποτε ὡμίλησαν οἱ Γραφές καί οἱ Πατέρες, ὅπως εἶναι τό ἡμερολόγιο καί μάλιστα Παραδόσεις ἔχουσες δογματικές διαστάσεις, γιά τίς ὁποῖες νομιμοποιεῖται ἡ Ἀποτείχισις.

         Ἡ συνέχεια τῆς διδασκαλίας τοῦ ὁσίου εἶναι τόσο διαφωτιστική, ὅσο καί καταλυτική, γιά τίς σημερινές αἰτίασεις Οἰκουμενιστῶν καί Ἀντιοικουμενιστῶν: «Οὕτως τις ἐκ τοῦ αἰῶνος οἰκονομῶν, οὐ διέσφαλται τοῦ καλοῦ· θᾶττον γάρ ἐπεδράξατο ὅ μικρόν ἐνέλιπεν. Ὡς ἐπί τοῦ οἰακοστρόφου, ὑπανέντος μικρόν τό πηδάλιον, διά τήν ἀντιπνεύσασαν καταιγίδα. Ἑτέρως δέ διενεχθείς διήμαρτε τοῦ σκοποῦ· ἀντί οἰκονομίας παράβασιν τελέσας. Καί τά παραδείγματα πολλά, ἅ παρέλκον ἐστί γράφειν διά τό μακρηγορές» (Φατ. 24,65,35).


         Ἐδῶ νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «καλοῦ» δέν εἶναι ἀόριστη ἀλλά περικλείει τήν Ὀρθόδοξο πίστι καί ἀλήθεια καί τό «ἐπεδράξατο» σημαίνει ὅτι ἐπανῆλθε εἰς αὐτό τό ὁποῖο προσωρινῶς ἄφησε μέ μεγαλύτερη σφοδρότητα.  Στό θέμα λοιπόν τῆς Ὀρθοδόξου Οἰκονομίας, γιά νά μήν ὑπάρχη σφάλμα καί παρέκκλισις εἰς τήν πίστι πρέπει ὁπωσδήποτε, αὐτό τό ὁποῖο γιά σοβαρό λόγο προσωρινῶς ἀφήσαμε, νά τό ἐπαναφέρωμε καί νά τό ἀποκαταστήσωμε μέ μεγαλυτέρα δύναμι.  Ἄρα, αὐτοί οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον δέν ἐπαναφέρουν αὐτά τά ὁποῖα ἀθέτησαν, ἀλλά, στηριζόμενοι εἰς αὐτά, προχωροῦν σέ μεγαλύτερες παραβάσεις, εἶναι ἀποστάτες τῆς πίστεως, γιά τόν ἐπιπρόσθετο λόγο τῆς ἐνδοτικῆς καί συμβιβαστικῆς των προαιρέσεως· καί αὐτοί οἱ ὁποῖοι τούς ἀκολουθοῦν καί συμπορεύονται μαζί των σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο, εἶναι οἱ βολεμένοι καί μή ἔχοντες διάθεσι κατ’ οὐσίαν, οὔτε γιά τήν ἐλαχίστη καί παραμικρή θυσία καί ἀγῶνα εἰς τά θέματα τῆς πίστεως.  Δηλαδή θέλουν τόν καιρό τῆς αἱρέσεως καί τοῦ διωγμοῦ τῆς πίστεως νά τόν διέλθουν, κατά τό δή λεγόμενο, ἀβρόχοις ποσί.

         Τό παράδειγμα ἐν προκειμένῳ, τό ὁποῖο προσάγει ὁ ὅσιος, εἶναι θά λέγαμε ἀκριβέστατο καί ἀνταποκρίνεται πλήρως εἰς αὐτό τό ὁποῖο θέλει νά διδάξη. Ἡ «ἀντιπνεύσασα καταιγίδα» εἶναι αὐτή ἡ ὁποία ἀναγκάζει τόν κυβερνήτη τοῦ πλοίου γιά λίγο νά ἀλλάξη πορεία γιά νά μήν προξενήση βλάβη εἰς τό πλοῖο. Ἄν ὅμως δέν ἐπαναφέρη τό πλοῖο εἰς τήν ἀρχικήν του πορεία, δηλαδή ἐν προκειμένῳ νά μεταβῆ ἀπό τήν Οἰκονομία εἰς τήν Ἀκρίβεια, τότε «διήμαρτε τοῦ σκοποῦ, ἀντί οἰκονομίας παράβασιν τελέσας», δηλαδή ἄλλαξε πορεία και, ἀπό τήν ὁδό τῆς σωτηρίας, ἀκολουθεῖ πλέον τήν ὁδό τῆς πλάνης καί αἱρέσεως. Αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει σήμερα μέ τούς Οἰκουμενιστές καί τούς Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι τούς ἀκολουθοῦν.

         Δέν θά πρέπει νά παρέλθη ἀπαρατήρητο αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ὅσιος, ὅτι δηλαδή ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἔχει ὑπ’ ὄψιν του πολλά παραδείγματα, προφανῶς ἐκκλησιαστικά, τά ὁποῖα δέν ἀναφέρει γιά νά μήν μακρυγορήση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ περί Οἰκονομίας διδασκαλία του ἑδράζεται στήν πρακτική τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἄρα ἐνσωματώνεται στήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.

         Ὅλη αὐτή ἡ ἐπιστολή τοῦ ὁσίου εἶναι ἕνα κειμήλιο Ὀρθοδόξου διδασκαλίας. Ἐμεῖς διδασκόμενοι ἀπό αὐτόν, δηλαδή διά νά μήν μακρυγορήσωμε, θά ἀναφερθοῦμε στό τελευταῖο τμῆμα της, τό ὁποῖο ἔχει σχέσι μέ τήν ὑπόθεσι τῆς Ὀρθοδόξου Οἰκονομίας: «Οὐκ ἔστιν οὖν, οὐκ ἔστιν, ὦ δέσποτα, οὔτε τήν καθ' ἡμᾶς Ἐκκλησίαν, οὔτε ἑτέραν, παρά τούς κειμένους νόμους καί κανόνας ποιεῖν τι. Ἐπεί εἰ τοῦτο δοθείη, κενόν τό Εὐαγγέλιον, εἰκῇ οἱ κανόνες καί ἕκαστος κατά τόν καιρόν τῆς οἰκείας ἀρχιερωσύνης, ἐπειδή ἔξεστιν αὐτῷ ὡς δοκεῖ μετά τῶν σύν αὐτῷ πράσσειν, ἔστω νέος εὐαγγελιστής, ἄλλος ἀπόστολος, ἕτερος νομοθέτης. Ἀλλ' οὐδαμῶς».

         Ἡ ἐπανάληψις τοῦ «οὐκ  ἔστιν» σημαίνει τό ἀδύνατον καί ἀδιανόητον· καί τό «οὔτε τήν  καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησίαν οὔτε ἑτέραν», σημαίνει τίς τοπικές Ἐκκλησίες· οἱ νόμοι δέ καί οἱ Κανόνες εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ ἱεροί Κανόνες. Ὅταν λοιπόν κάποιος Ἐπίσκοπος ἤ κάποια Σύνοδος πράττει παρά τόν Εὐαγγελικό νόμο καί τούς ἱερούς Κανόνες σέ δημόσια, ἐννοεῖται, καί ἐκκλησιαστικά θέματα, ἀκυρώνει κατ’ οὐσίαν τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες καί γίνεται ὁ Ἐπίσκοπος ἤ ἡ Σύνοδος, Ἀπόστολος, Εὐαγγελιστής καί νομοθέτης, δημιουργώντας οὐσιαστικά ἄλλο Εὐαγγέλιο καί ἄλλους κανόνες, ὅ,τι δηλαδή κοντολογίς γίνεται σήμερα μέ τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.  Εἶναι ἀπαράμιλλη ἡ ἀκρίβεια καί ἡ σαφήνεια τοῦ ὁσίου εἰς τό σημεῖο αὐτό καί εἶναι θά λέγαμε, ὡσάν νά ὁμιλῆ διά τήν ἐποχή μας.

         Ἐδῶ πρέπει, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, νά παρουσιάσουν οἱ ΓΟΧ ἤ καί κάποιοι Ἀποτειχισμένοι  ποῦ παρελάβαμε ὡς Κανόνα καί Νόμο τό ἡμερολόγιο ἤ καί τό νά θέσωμε τήν λειτουργική ἑνότητα ἀνώτερη ἤ καί ἰσάξια μέ τήν ἐκκλησιαστική, ὥστε χάριν τῆς λειτουργικῆς λεγομένης ἑνότητος νά θυσιάζωμε  διά τῆς Ἀποτειχίσεως τήν ἐκκλησιαστική.  Ἄν πάλι ἡ λειτουργική ἑνότης θεωρηθῆ ὡς θέμα πίστεως, πρέπει νά ἀποδειχθῆ ὅτι πάντοτε αὐτή ὑπῆρχε, σύμφωνα μέ τήν Ἁγ. Γραφή (Ἰουδ. 3), εἰδάλλως μεταπίπτομε στήν παπική μέθοδο νά δημιουργοῦμε δηλαδή ἄλλη Παράδοσι καί ἄλλη πίστι. Ἐξυπακούεται βεβαίως ὅτι δέν ἀντιλέγομε εἰς τό ὅτι εἶναι καλό καί θεάρεστο νά ὑπάρχη  καί ἡ λεγομένη λειτουργική ἑνότητα, ἀλλά εἶναι πλάνη νά τήν ἐξισώνωμε μέ τήν ἐκκλησιαστική καί, ὡς ἐκ τούτου, νά θυσιάζωμε τήν ἐκκλησιαστική χάριν τῆς λειτουργικῆς.

         Ἡ κατάληξις τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς τοῦ ὁσίου εἶναι ὄντως μεγαλοπρεπής καί συγχρόνως αὐστηρή δι’ αὐτούς οἱ ὁποῖοι καινοτομοῦν καί ἑδράζεται ἀποκλειστικῶς καί μόνο εἰς τήν Ἁγ. Γραφή, δι’ αὐτό ἔχει καί τό ἀσφαλές καί ἀναντίρρητο: «παραγγελίαν γάρ ἔχομεν ἐξ αύτοῦ τοῦ ἀποστόλου, παρ’ ὅ παρελάβομεν, παρ’ ὅ οἱ κανόνες τῶν κατά καιρούς συνόδων καθολικῶν τε καί τοπικῶν, ἐάν τις δογματίζῃ ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, ἀπαράδεκτον αὐτὸν ἔχειν μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων· καί τό δύσφημον παρῆμεν λέγειν, ὅ αὐτός εἴρηκεν». Ἐδῶ ὁμιλεῖ μέ ἄκρα σαφήνεια καί ἀπόλυτη συνέπεια στήν Ἁγ. Γραφή, γιά τό πῶς πρέπει νά συμπεριφερώμεθα ἐμεῖς πρός ὅσους καινοτομοῦν ἤ μᾶς προστάσσουν νά ὑπακούσωμε σέ κάτι ἀντίθετο ἀπό τίς Γραφές καί τούς ἱερούς Κανόνες. Ὁ κλῆρος τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ μερίς τῶν Ὀρθοδόξων, δηλαδή δέν θά τόν συγκαταριθμοῦμε αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο ἤ τήν Σύνοδο, ἐφ’ ὅσον καινοτομοῦν εἰς τήν μερίδα τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά θά ἀπομακρυνώμεθα διά τῆς Ἀποτειχίσεως ἀπό αὐτούς.  Αὐτή εἶναι ἡ ἐν καιρῷ αἱρέσεως παραμονή εἰς τήν Ἐκκλησία.

Τό δύσφημο (κακόφημο) τό ὁποῖο δέν ἀναφέρει ὁ ὅσιος, ἀλλά ἀντιπαρέρχεται γιά συντομία, εἶναι ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Γαλατ. 1,8-9) πρός οἱονδήποτε καινοτομεῖ, ἀπό ἀνθρώπου ἕως ἀγγέλου.

         Θά ἀναφερθοῦμε ἐν συνεχείᾳ καί σέ ἄλλες ἐπιστολές τοῦ ὁσίου γιά νά κατανοήσωμε τό σπουδαῖο γιά τίς ἡμέρες μας θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας.

          Ὑπάρχει μία ἐπιστολή τοῦ ὁσίου, ἡ ὁποία ἔχει ὡς παραλήπτη τόν μοναχό Γρηγόριο καί ἡ ὁποία δέν ἔχει καταχωρηθῆ στήν συλλογή τοῦ JMigne ἀλλά στήν ὁλοκληρωμένη συλλογή τοῦ Γ. Φατούρου (ἐπιστ. 556,853 σελ.) Ἐδῶ περιγράφεται μία Οἰκονομία  τοῦ ὁσίου, ἡ ὁποία πολλά θά ἔχη νά εἰπῆ καί στίς ἡμέρες μας, ἄν βεβαίως ἔχωμε καί ἐμεῖς τό ἴδιο πνεῦμα μέ τόν ὅσιο. Ἡ ὑπόθεσις ἡ ὁποία περιγράφεται διά πολλῶν λεπτομερειῶν στήν ἐπιστολή ἀπό τόν ὅσιο εἶναι ἡ ἑξῆς.

         Ὑπῆρχαν κάποιοι, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τόν ὅσιο ὡς πρός τήν τοποθέτησί του ἐπί τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως. Αὐτοί κατηγοροῦσαν αὐτόν ὅτι  κάνει λάθος εἶναι αὐστηρός, θά ἐκπέση τῆς Ἐκκλησίας ἄν δέν διορθωθῆ, θά κάνη σχίσμα κλπ. Τό σημαντικό σημεῖο τῆς διαφορᾶς των δέν ἦταν ὡς πρός τήν Ἀποτείχισι ἀπό τούς Μοιχειανούς, ἀλλά ὡς πρός τόν χαρακτηρισμό τῆς καταστάσεως. Ὁ ὅσιος δηλαδή ἐδίδασκε ὅτι ἡ δημοσία καί Συνοδική ἀθέτησις τῆς εὐαγγελικῆς ἐντολῆς τοῦ γάμου εἶναι αἵρεσις, ἐνῶ αὐτοί ἔλεγον ὅτι δέν εἶναι αἱρετικοί, ἀλλά ἁπλῶς παραβάτες τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καταπατητές τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἀνίεροι, ἀκοινώνητοι κλπ: «…ἐπεί φησί, ὅτι πάντες οἱ φίλοι καί εὐσεβεῖς τῷ μή λέγειν αἵρεσιν ἀλλ’ ἤ μόνον παράβασιν τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ, καταπατητάς τῶν θείων κανόνων καί ἀνιέρους, φεύγετε αὐτῶν τήν κοινωνίαν παντάπασι, καί ἕτερα πρός τοῖς εἰρημένοις ἐπιπλήττων, ὡς οὐχ οἷόν τε τό γράμμα ἀπαγγεῖλαι διά τό πλῆθος».

         Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης τότε ἀπέστειλε πρός αὐτούς μία μελέτη μέ ἁγιογραφικές καί πατερικές μαρτυρίες διά νά ἐπιλύση τίς ἀπορίες καί ἐνστάσεις των. Βλέποντας ὅμως αὐτούς νά ἐπιμένουν, ἴσως διότι ἐφοβοῦντο τήν ἐξουσία καί τά δεινά, ἴσως ἐπειδή δέν τό ἐχωροῦσε αὐτό ὁ νοῦς των, ἤ καί ἀπό ἄλλες ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, φθόνου κλπ. καί ἐπειδή ἐφοβήθηκε μήπως ἐπέλθει σχίσμα μεταξύ των, τό ὁποῖο θά ἦτο ἡ χαρά τοῦ διαβόλου καί τῶν αἱρετικῶν, ἤ καί τό χειρότερο, φοβούμενος δηλαδή μήπως ἐπιστρέψουν αὐτοί πάλι στούς αἱρετικούς, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἦταν ἀποστασία ἐκ τῆς ἀληθείας, μέ τήν συνεργασία καί συμφωνία τοῦ ἀδελφοῦ Εὐπρεπιανοῦ, ἀπεφάσισαν νά κάνουν Οἰκονομία κατά μίμησι σέ τέτοιες περιπτώσεις τῶν Ἁγ. Πατέρων, ἡ ὁποία δέν θά εἶχε καμμία βλάβη, οὔτε ἀθέτησι τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ: «…ὁρῶν οὖν ὅτι τό μή φέρειν αὐτούς τήν ἐκ τοῦ λέγειν αἵρεσιν ὀργήν τοῦ κρατοῦντος αἴτιον τῆς ἀσυμφωνίας ἤ νοός ἐν τοῖς μέν ἀχωρησίαν ἤ τάχα καί τοῦ φθόνου ὑποσμηχόμενον τό κέντρον καί πάντοθεν ἀπορῶν τό τε σχίσμα ἡμῶν αὐτῶν δεδιώς, εἰς χαράν ὄν τοῦ διαβόλου καί τῶν αἱρετιζόντων, τό τε συνελθεῖν αὐτοῖς ἀποστασίαν εἶναι ἀληθείας, συμβουλίᾳ καί τοῦ ἀδελφοῦ ἐπί οἰκονομίαν ἦλθον μιμήσει τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, μηδέν ἔχουσαν, ὡς οἶμαι, τό βλάπτον καί παρά τό εἰκός εἰς νόμον θεοῦ· καί δή ταύτην παρατίθημι, ἔχουσαν ὧδε».

         Ἐδῶ βλέπομε ὅτι τό πνεῦμα τῶν Πατέρων ἐν καιρῷ αἱρέσεως εἶναι νά οἰκονομοῦμε τίς μεταξύ μας διαφορές καί ἀντιγνωμίες, ἐφ’ ὅσον δέν βλάπτεται ἡ πίστις καί ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, νά μήν ὑπάρχουν μεταξύ μας σχίσματα καί νά τά ἐξαλείφωμε, ὅταν αὐτά δημιουργοῦνται, μέ ὑποχωρήσεις, οἱ ὁποῖες ἀποβλέπουν εἰς τό νά διατηρῆται ἡ μεταξύ μας συνοχή καί κοινωνία καί ἡ Ἀποτείχισις ἀπό τήν αἵρεσι. Τό ὅτι εἰς τό σημεῖο αὐτό ὁ ὅσιος ἐκθέτει ὅλες τίς σκέψεις του καί τούς προβληματισμούς του, καθώς καί τήν ἀπόφασί του περί Οἰκονομίας, μᾶς καθοδηγεῖ πῶς πρέπει καί ἐμεῖς νά σκεπτώμεθα σέ ἀνάλογες περιπτώσεις.

Ἡ Οἰκονομία, τήν ὁποία ἔκανε, προκειμένου νά ἀποφευχθῆ ἡ μεταξύ των διάστασις, ἦταν ἡ ἑξῆς. Κάθε μία πλευρά θά διατηροῦσε τήν ἄποψί της διά τήν δημιουργηθεῖσα στήν Ἐκκλησία κατάστασι, δηλαδή αὐτοί θά ἔλεγαν ὅτι αὐτό ἦτο παράβασις ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἱερῶν Κανόνων καί ὅτι αὐτοί πού τό ἔκαναν ἦταν ἀνίεροι καί ἀκοινώνητοι, καί ὁ ὅσιος καί οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτόν θά ἔλεγαν ὅτι αὐτό εἶναι αἵρεσις καί οἱ προσχωρήσαντες εἰς αὐτήν ἦσαν ἀκοινώνητοι. Θά ἐσυναντῶντο δηλαδή καί οἱ μέν καί οἱ δέ εἰς τήν Ἀποτείχισι ἀπό τούς Μοιχειανούς.  Αὐτοί δέ οἱ ὁποῖοι θά τούς ἐκατηγοροῦσαν ὅτι τάχα δέν συμφωνοῦν μεταξύ των θά ἀποστομώνοντο ἀπό τήν μεταξύ των συμφωνία εἰς τήν Ἀποτείχισι.  Ὁ χρόνος μόνο τῆς Οἰκονομίας θά ἦτο ἀόριστος, μέχρι δηλαδή νά κατανοήσουν καί νά τούς πληροφορήση ὁ Θεός ὅτι καί τό σχίσμα δέν εἶναι μικρότερο κακό ἀπό τήν αἵρεσι, σύμφωνα μέ τόν Χρυσορρήμονα ἅγιο: «Ἐπεί ὁρῶ ὑμᾶς εἰς τοσοῦτον ὑπενδοῦται ὥστε ἀπορραγήν γενέσθαι εἰς ἡμᾶς, τοῦτο φρονεῖν γέγονέ μοι εὖ ἔχειν εἰς οἰκονομίας τρόπον. εἰ μή φέροι τις λέγειν αἵρεσιν ἀχωρησίᾳ νοός, ἀσθενείας μέν ἐστι, κἄν οὐ βούληται, λογίζεσθαι οὕτως ὁ ἀκούων, συγχωρητέον δέ ὅμως τήν φωνήν χάριν τῆς συναφείας, τῶν ἄλλων σῳζωμένων, λέγω δή τῆς τε ἀκοινωνησίας καθόλου καί ἄλλης πως οὐ συγκαταβάσεως, καθά καί οἱ φίλοι δῆθεν ἐπαινοῦσιν ὑμᾶς· κἀμοί καί τοῖς ὁμοίως μοι αἱρουμένοις ἔστω τό λέγειν αὐτήν αἵρεσιν, καθώς πεπιστεύκαμεν ἐν ἀποδείξει τῆς ἀληθείας, καί εἰ οἱ δι’ ἐναντίας τοῦτο ὁρῶντες ἐνδιαβάλλουσιν ἡμᾶς ἀσυμφώνους εἶναι, μηδετέρῳ μέρει μελέτω· ἐν γάρ τῇ ἀφωνίᾳ συμφωνία ἡμῖν πραγματεύεται τοῖς πράγμασι, ἐξ ἴσου ἀφισταμένοις τῆς κοινωνίας αὐτῶν, ἕως ἄν ὁ θεός πληροφορήσῃ ἡμᾶς, τοῦτο εἰδότας, ὡς καί τό σχίσμα οὐδέν ἔλαττον αἱρέσεως, ὡς τῷ Χρυσοστόμῳ εἴρηται».

Μέ βάσι τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου πρέπει καί ἐμεῖς νά ἀναλογισθοῦμε ἄν εἶναι σωστό νά «κολλοῦμε» σήμερα στά ἡμερολόγια, σέ ἡγετικές ἀπαιτήσεις καί ἐξαναγκασμό τῶν ἄλλων νά ἀποδεχθοῦν τήν ἄποψί μας, ἤ νά δημιουργοῦμε διαστάσεις καί διχόνοιες γιά δευτερεύοντα θέματα.  Βλέπομε τόν ὅσιο νά παραιτῆται κάθε ἡγετικῆς τάσεως καί τό μόνο του μέλημα νά εἶναι ἡ ἀποφυγή σχισμάτων καί διαστάσεων. Καί ἐδῶ ἡ Οἰκονομία ἔχει τή θέσι της καί μάλιστα σύμφωνα μέ τόν ὅσιο εἶναι ἡ πατερική γραμμή «ἐπί οἰκονομίᾳ ἦλθον μιμήσει τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν». Ἡ μεταξύ μας συμφωνία θά ἔχη μεγίστη ὠφέλεια, ὄχι μόνο σέ ἐμᾶς, ἀλλά καί σέ ὅσους προβληματίζονται καί ἐπιθυμοῦν νά ἐξέλθουν ἀπό τήν αἵρεσι καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου βεβαίως ἡ μεταξύ μας ἀσυμφωνία καί διάστασις θά προξενήση βλάβη, ὄχι μόνο σέ ἐμᾶς, ἀλλά καί στούς προβληματισμένους καί καλοπροαίρετους καί εὑρισκομένους εἰς τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γιά τούς ὁποίους ἴσως ἀπό τόν Θεό θεωρηθοῦμε τελικά ὑπεύθυνοι καί ὑπαίτιοι τῆς παραμονῆς των εἰς αὐτήν.

         Ἄν τέλος ἰδοῦμε ἀπό μία ἄλλη ἄποψι τήν διάστασι καί διαφωνία αὐτή, τήν ὁποία ἀνωτέρω περιγράψαμε, θά πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι αὐτοί οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦσαν μέ τόν ὅσιο, ἦσαν κατ’ οὐσίαν αὐστηρότεροι ἀπό αὐτόν, ἐφ’ ὅσον ἐθεωροῦσαν νόμιμο τήν Ἀποτείχισι ἀπό αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς δημοσίως καί Συνοδικῶς παρανομοῦσαν καί καταπατοῦσαν τούς ἱερούς Κανόνες, ἐνῶ ὁ ὅσιος ἐθεωροῦσε νόμιμο τήν Ἀποτείχισι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπάρξεως τῆς αἱρέσεως.  Καταλαβαίνει λοιπόν ἕκαστος πόσο μακρυά ἀπό τό πνεῦμα τῶν Πατέρων εἶναι ὅσοι διστάζουν στήν Ἀποτείχισι σήμερα πού ὑπάρχει ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Παναίρεσις καί ὁδηγεῖ μέ μαθηματική ἀκρίβεια στά ἔσχατα, στόν Ἀντίχριστο κλπ.

Θά ἀναφερθοῦμε ἐν συνεχείᾳ καί σέ μία ἄλλη Οἰκονομία τοῦ Ὁσίου, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στίς ἐπιστολές του.

Αὐτή ἦτο ὅτι γιά κάποιο χρονικό διάστημα ἐσιωποῦσε καί, ἐνῶ ἐγνώριζε τήν ὑπόθεσι τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ οἰκονόμου Ἰωσήφ εἰς τήν ἱερωσύνη ἀπό τόν Πατριάρχη ἅγιο Νικηφόρο, κατόπιν βέβαια πιέσεων ἀπό τόν αὐτοκράτορα Νικηφόρο τόν ἀπό Γενικοῦ, ὁ ὅσιος ἁπλῶς δέν συμμετεῖχε σέ συλλείτουργα καί ἐκκλησιαστικές τελετές, περιμένοντας διά τῆς σιωπῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἀπομακρύνσεως νά ἰδῆ τήν ἔκβασι τῆς ὑποθέσεως. Αὐτό τό γεγονός τό περιγράφει σέ ἐπιστολή πρός τούς μοναχούς τῆς Μονῆς Σακκουδίωνος: «Ἕως μὲν ἦν καιρὸς τοῦ οἰκονομεῖν καὶ κρύπτειν τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀκοινωνησίας Ιωσήφ τοῦ οἰκονόμου, ἐποιοῦμεν τοῦτο, τέκνα καὶ ἀδελφοί, οὐκ ἐκ φόβου κρατούμενοι, κἂν ἁμαρτωλοὶ τυγχάνωμεν, ἀλλ' ἐξ οἰκονομικῆς συγκαταβάσεως, ἐκμιμούμενοί πως τοὺς ἁγίους πατέρας ἡμῶν, καθὰ κἀκεῖνοι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι χρώμενοι ταύτῃ ὑπεξήγαγον ἑαυτοῖς τὸν πειρασμόν, τὸ μὲν φειδόμενοι τῶν ἀσθενεστέρων καὶ κακούντων, τὸ δὲ μικρὸν ὑπενδιδοῦντες κυβερνητικῶς, ἵνα τὸ ζητούμενον μικρὸν ὕστερον ἀντιλάβωσι κατόρθωμα. ἐπὰν δὲ νῦν ηὐδόκησεν ὁ ἀγαθὸς ἡμῶν θεὸς εἰς προῦπτον ἐκβῆναι τὴν ὑπόθεσιν, φανερῶς ἄρτι καὶ γράφομεν. πῶς δέ; διὰ τῆς τοῦ λογοθέτου τοῦ δρόμου ἐπερωτήσεως καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἀποκρίσεως» (Φατ. 31, 84, 2).

Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ Ὅσιος ὅτι οἱ οἰκονομίες γίνονται χάριν τῶν ἀσθενεστέρων ἀδελφῶν καί αὐτῶν οἱ ὁποῖοι μέ κακή διάθεσι ζητοῦν αἰτίας γιά νά κατηγορήσουν καί νά σκανδαλίσουν τούς Χριστιανούς. Ἡ ἀπομάκρυνσις ὅμως αὐτή ἔγινε γνωστή καί ἐστάλη ὁ λογοθέτης τοῦ δρόμου να ἐρωτήση εὐθέως γιά ποίαν αἰτίαν σέ τόσες ἑορτές ἀπουσίασαν οἱ Ὅσιοι καί δέν συμμετεῖχον εἰς αὐτές. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἔγινε φανερή ἡ ὑπόθεσις, ὁ ἀδελφός τοῦ Ὁσίου ἅγιος Ἰωσήφ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἀπήντησε εἰς τον ἀπεσταλμένο καί ἐξήγησε τόν λόγο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπομακρύνσεως: «Φησὶ γάρ, "διατί ἕως τοῦ παρόντος οὐ συνεκοινώνησας ἡμῖν καὶ τῷ πατριάρχῃ, τοσούτων ἑορτῶν διελθουσῶν"; καὶ ὅτι "εἰπὲ παρρησίᾳ τὸ αἴτιον". καὶ ὡμολόγησεν ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ οὐκ ἠρνήσατο, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι "οὔτε πρὸς τοὺς εὐσεβεῖς ἡμῶν βασιλεῖς ἔχω τι οὐδ' αὖ πρὸς τὸν πατριάρχην, ἀλλὰ πρὸς τὸν οἰκονόμον τὸν στεφανώσαντα τὸν μοιχὸν καὶ διὰ τοῦτο καθῃρημένον παρὰ τῶν ἱερῶν κανόνων". πρὸς οἷς ἡ ἀπόκρισις τοῦ λογοθέτου ὅτι  "οἱ εὐσεβεῖς ἡμῶν βασιλεῖς χρείαν σου οὐκ ἔχουσιν οὔτε ἐν Θεσσαλονίκῃ οὔτε ἀλλῇ"» (Φατ. 31, 85,14).

Ἡ σιωπή, λοιπόν, εἶναι καί αὐτή τρόπος οἰκονομίας, ὅταν δέν γίνεται ἀπό φόβο καί δειλία, ἀλλά χάριν τῶν ἀσθενῶν καί ἀδυνάτων στήν πίστι. Οὔτε βέβαια, ὅταν προσβάλλεται εὐθέως ἡ πίστις, διότι τότε ὁ Ὅσιος τήν σιωπή αὐτή τήν κατηγορεῖ καί τήν θεωρεῖ προδοσία (π.χ. «Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾶν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως· λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα» κ.λπ. Φατ. 425, 595, 12).

Τελικῶς ἔγινε γνωστή ἡ ὑπόθεσις τῆς παρανομίας σέ ὅλη τήν πόλι: «ἐξηχήθη δὲ ἡ ὑπόθεσις ἐπί τε τοῦ πατριάρχου καὶ πάσης τῆς πόλεως σχεδόν, καὶ εἰσὶ μὲν πολλοὶ συνθλιβόμενοι καὶ συμφθεγγόμενοι ἡμῖν, ἀλλὰ νυκτερινοὶ θεοσεβεῖς, μὴ δυνάμενοι ἐν φωτὶ παρρησιασθῆναι» (Φατ. 31.85,26).

Ἐδῶ εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀναφερθοῦμε στούς «νυκτερινούς θεοσεβεῖς», τό ὁποῖο εἶναι μιά θαυμαστή καί παραστατική ἔκφρασι τοῦ ὁσίου, ἡ ὁποία ἀποδίδεται σέ ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι συμπαρίστανται, συνθλίβονται καί ὁμιλοῦν μέχρις ἐκεῖ πού δέν κινδυνεύει ἡ ἡσυχία των, ἡ ἐξουσία των καί τό λεγόμενο βόλεμά των. Τό «μὴ δυνάμενοι ἐν φωτὶ παρρησιασθῆναι», σημαίνει ὅτι ὅλοι αὐτοί δέν ὁμολογοῦν καί δέν κινδυνεύουν χάριν τῆς ἀληθείας.

Θά ἠδυνάμεθα καί ἄλλα νά ἀναφέρωμε ἀπό τίς ἐπιστολές τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας, ἀλλά τά ἀντιπαρερχόμεθα θεωρώντας ὅτι ἀναφέραμε τίς βασικές θέσεις του ἐπί τοῦ θέματος τούτου.

Διερευνώντας το θέμα: «εκκλησιαστική οικονομία» και τα όριά της (Δ)

Η εκκλησιαστική «οἰκονομία», ὡς πρὸς τὸν Πατέρα Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.




Αυτός ὑπέγραψε ἡμιαρειανικὸ σύμβολο. Λέγεται σχετικῶς ἐπ’ αὐτοῦ: «Ὅταν ὁ Γεώργιος Λαοδικείας ἐκόμισεν εἰς Καισάρειαν τον ἑνωτικόν τύπον τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίου, ὁ ἐπίσκοπος Διάνιος, ἐν τῇ εὐπιστίᾳ του, ὑπέγραψε, ὡς ἄλλωστε ἔπραξαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐν Κπόλει, ἐν οἷς καὶ ὁ ὁμώνυμος πατηρ τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, ταχθέντες μετὰ τῶν "ὁμοιουσιανῶν"». Ὁ λόγος ποὺ δεν τοῦ διέκοψε τὴν κοινωνία ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἐπειδὴ ἐξ ἁπλότητος ἐξαπατήθηκε ὁ Πατέρας του καὶ γνώριζε ὅτι ἦταν ὀρθόδοξος καὶ διὰ τοῦτο δεν την διέκοψε, ποὺ ἄλλωστε ἀπολογήθηκε καὶ εὐθαρσῶς…….

Ὁ Πατήρ τοῦ Θεολόγου, ἅγιος Γρηγόριος, δὲν ὑπῆρξε ποτέ  αἱρετικός στο φρόνημα ἂν καὶ ὑπέγραψε ἡμιαρειανικὸ σύμβολο. «... ὑπέγραψε ἀπὸ ἁπλότητα ἕνα αἱρετικό, ἡμιαρειανικὸ σύμβολο πίστεως (361)»·.«Ὑπῆρχε δηλαδὴ σ’ αὐτόν πάντοτε ἡ "καθαρότης τοῦ δόγματος", καὶ κατὰ συνέπεια ἡ "ὁμοδοξία" (κοινὴ πίστις) μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν "στασιαζόντων" μοναχῶν.

 Ἐπὶ πλέον, τὸ ὅτι την  δημόσια ἀπολογία του ὁ πατήρ Γρηγόριος την πραγματοποίησε τὸ 364 τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι δεν ὀφείλεται στον πατέρα –ὁ ὁποῖος σημειωτέον τότε ἦταν ἐνενήντα ἐτῶν– ἀλλὰ στον υἱὸ Γρηγόριο, διότι ἄργησε νὰ τοῦ τὸ προτείνει.

Συμπερασματικῶς καταλήγουμε στὰ ἑξῆς: ὁ υἱός Γρηγόριος ἦταν ἡ αἰτία ποὺ ἄργησε ὁ πατερας του  νὰ ἀπολογηθεῖ δημοσίως· καὶ ὁ πατηρ Γρηγόριος ἦταν πάντοτε ὀρθόδοξος στὸ φρόνημα ἀκόμη καὶ τὴν στιγμὴ τῆς ὑπογραφῆς του· ἀπ απλότητα παρασύρθηκε ὁ ἐνενηκοντούτης γέρων. Ὡς πρὸς την ὑπογραφή του, ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει ὅτι μόλις ἀντιλήφθηκε τον δόλο ἀμέσως.  Συνεπῶς τί ἐκκλησιαστικὴ οἰκονομία δύναται νὰ ἀσκηθεῖ σὲ κάποιον (καὶ μάλιστα ἅγιο) ποὺ ἦταν ὀρθόδοξος στὸ φρόνημα, δεν κήρυξε ποτὲ την αἵρεση, ἀμέσως μετανόησε γιὰ τὸ ἐκ παραδρομῆς σφάλμα του καὶ δεν εἶχε καμία ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τους Ὁμοίους Ἀρειανους (ὅταν ἀντιλήφθηκε τὸν δόλο τους); Σαφῶς καμία.

(ΠΗΓΗ.Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ -Ιερομονάχου Ευγενίου. Διαμορφωμένο κείμενο)

Διερευνώντας το θέμα: «εκκλησιαστική οικονομία» και τα όριά της (Γ)

Η ΧΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΟΨΟΥΕΣΤΙΑΣ




         Γιά τήν ὑπόθεσι αὐτή τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας ἀπό τόν ἅγ. Κύριλλο στό θέμα τοῦ αἱρετικοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας θά χρησιμοποιήσωμε τίς μαρτυρίες τοῦ ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐπειδή τά κείμενα ἀπό τά ὁποῖα αὐτός ἔλαβε αὐτές τίς πληροφορίες, καί εἶναι τοῦ ἁγ. Εὐλογίου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, δέν ὑπάρχουν στήν ἔκδοσι τῆς Πατρολογίας τοῦ JP. Μigne. Γιά τό θέμα τῶν Οἰκονομιῶν καί τίς σχετικές μέ αὐτές διδασκαλίες τοῦ ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου θά κάνωμε εἰδική ἀναφορά κατωτέρω. Ἐδῶ παραθέτομε μόνο τά κείμενα τά ὁποῖα ἀφοροῦν τό θέμα τοῦ ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, σχετικά μέ τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας.

         Ὁ ἅγ. Ναυκράτιος λοιπόν ὁ Στουδίτης, συναγωνιστής  καί σύγχρονος τοῦ ὁσ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐρωτᾶ σέ ἐπιστολή του τόν ὅσιο Θεόδωρο γιά τό θέμα αὐτῆς τῆς Οἰκονομίας ἀπό τόν ἅγ. Κύριλλο. Ἴσως ἀποσκοποῦσε ἡ ἐρώτησις αὐτή τοῦ Ναυκρατίου στή συμβουλή ὡς πρός τό τί στᾶσι ἔπρεπε νά κρατήσουν οἱ Ἀποτειχισμένοι κληρικοί καί λαϊκοί λόγῳ τῆς Μοιχειανικῆς αἱρέσεως: «Ἐπί τάς ἐρωτήσεις σου τρεπτέον τόν λόγον. Ἔφης ἀνθ’ ὅτου ὁ θεῖος Κύριλλος ᾠκονόμει μή ἀποσχίζεσθαι τῶν τῆς Ἑῴας ἐν διπτύχοις ἀναφερόντων τόν Θεόδωρον τόν Μοψουεστίας αἱρετικόν ὄντα. Ἐπ’ ἄν ὀρθότατα καί καιριώτατα τά τῆς εὐσεβείας δόγματα παρ’ αὐτοῖς ἐσέσωστο» (ΕΠΕ Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 18 Β,250,3).

         Ἡ ἐκκλησιαστική λοιπόν Οἰκονομία τοῦ ἁγ. Κυρίλλου ἦταν ὅτι δέν ἀποσχίσθηκε ἀπό κάποιους ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐμνημόνευαν εἰς τά δίπτυχα τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο Θεόδωρο Μοψουεστίας. Ἡ ἀκρίβεια ἄρα καί Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἦταν νά ἀποτειχίζωνται οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί ἀπό αὐτούς οἱ ὁποῖοι τούς ἐμνημόνευαν ἐπισήμως εἰς τά δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας δέν εἶχε καταδικασθῆ ἀπό Σύνοδο ὡς αἱρετικός αὐτήν τήν περίοδο καί ἄρα ὑπάρχει ἐφαρμογή τοῦ 15ου ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τετρακόσια (400) χρόνια καί πλέον, πρίν ἐξαγγελθῆ αὐτός ὁ Κανόνας. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες κατέγραψαν τήν ἤδη ὑπάρχουσα Ὀρθόδοξο Παράδοσι, ἡ ὁποία ἔχει ὡς βάσι τήν διδασκαλία τῆς Ἁγ. Γραφῆς. Εἶναι ἀξιοσημείωτο, ὅπως ἀναφέρει τό ἀνωτέρω κείμενο, ὅτι αὐτοί οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τούς ὁποίους κατ’ ἀκρίβειαν ὁ ἅγ. Κύριλλος ἔπρεπε νά ἀποτειχισθῆ, ἦσαν κατά τά ἄλλα Ὀρθόδοξοι. Ἡ Γραφή μάλιστα στήν ἔκδοσι Γ. Φατούρου καί σέ ἄλλες ἐκδόσεις εἶναι ὀρθότερη καί ἔχει τό «ἐπ’ ἄν ὀρθότατα κλπ.» κατόπιν κόμματος (,) καί ὄχι τελείας, ὅπως ἡ ἔκδοσις τῆς ΕΠΕ καί τοῦ Migne, ὁπότε θεωρεῖται ὡς ἐπεξήγησις γιά τό τί  ἐπίστευαν κατά τά ἄλλα οἱ Ἐπίσκοποι αὐτοί, ἀπό τούς ὁποίους ἔπρεπε  ὁ ἅγιος νά ἀποτειχισθῆ.

         Ἐν συνεχείᾳ ἀπαντῶντας ὁ ὅσιος Θεόδωρος εἰς τήν ἐρώτησι τοῦ Ναυκρατίου κάνει μία θαυμασία καί μοναδική ἐξήγησι καί διδασκαλία γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας: «Σαφηνείας δέ ἕνεκεν ἔστω τά παρ’ ἡμῶν  ἐχόμενα τῆς αὐτῆς ἐννοίας ὅτι τῶν οἰκονομιῶν αἱ μέν πρός καιρόν γεγόνασι παρά τῶν Πατέρων,  αἱ δέ τό διηνεκές ἔχουσιν» (ΕΠΕ 18 Β, 250,12). Ἀναφέρει λοιπόν ὅτι ὑπάρχουν δύο εἴδη Οἰκονομίας, αὐτές δηλαδή, οἱ ὁποῖες γίνονται λόγῳ ἀνάγκης γιά λίγο χρονικό διάστημα, καί αὐτές οἱ ὁποῖες γίνονται καί ἔχουν μόνιμο χαρακτῆρα καί ἰσχύ.

         Ἐν συνεχείᾳ ἐξηγεῖ αὐτά τά δύο εἴδη, ἀναφέροντας ἀνάλογα παραδείγματα: «Οἷον διηνεκές μέν, ὡς ἀντί τῶν ὑποστάσεων παραχωρεῖσθαι τά πρόσωπα πρός τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῖς Ἰταλοῖς. Πρός καιρόν δέ, οἷον τοῦ Ἀποστόλου ἐπί τῆς περιτομῆς, τοῦ μεγάλου Βασιλείου ἐπί τοῦ ἁγίου Πνεύματος· οἷον καί τόν νῦν τοῦ θείου Κυρίλλου».  Ἀπό τά παραδείγματα τά ὁποῖα ἀναφέρει ὁ ὅσιος, κατανοοῦμε ὅτι οἱ μόνιμες καί διαρκεῖς Οἰκονομίες δέν ἐπιφέρουν καμμία παρέκκλισι καί ἀλλοίωσι στήν πίστι  καί γίνονται διά κάποια ἀνάγκη, ὅπως στήν προκειμένη περίπτωσι τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου,  τήν στενότητα καί πτωχεία τῆς Λατινικῆς γλώσσας, χάριν τῆς ὁποίας ἐπετράπη εἰς τό διηνεκές νά ὀνομάζουν τίς ὑποστάσεις τῆς Ἁγ. Τριάδος, πρόσωπα. Στίς διαρκεῖς καί μόνιμες Οἰκονομίες θά ἠδυνάμεθα νά συναριθμήσωμε καί τόν νηπιοβαπτισμό, τήν μετάδοσι τῆς Θ. Κοινωνίας διά τῆς λαβίδος κλπ.

         Οἱ Οἰκονομίες ἀντιθέτως, οἱ ὁποῖες  ἐπιφέρουν μία ἀλλοίωσι στήν πίστι καί Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλες προσωρινές καί γίνονται ἐξ αἰτίας κάποιας μεγάλης ἀνάγκης, ἡ ὁποία ὅταν παρέλθη ἐπανερχόμεθα πάλι εἰς τήν ἀκρίβεια ὡς ἀσφαλῆ ὁδό σωτηρίας. Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ ὅσιος σάν παραδείγματα τήν περιτομή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τόν Τιμόθεο, τήν ἀποσιώπησι τῆς θεότητος τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἀπό τόν Μ. Βασίλειο καί τήν συνέχισι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας πρός αὐτούς πού ἐμνημόνευαν στά δίπτυχα τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας ἀπό τόν ἅγ. Κύριλλο.

         Ἐν συνεχείᾳ, ἀναφερόμενος ὁ ὅσιος στίς προσωρινές Οἰκονομίες, ἐπεξηγεῖ ὅτι αὐτές, ἐφ’ ὅσον γίνονται προσωρινά καί λόγῳ μεγάλης ἀνάγκης δέν εἶναι κατακριτέες, οὔτε παράνομες, ὅμως λόγῳ ἐλλείψεως τῆς ἀκριβείας ἔχουν μία κατωτερότητα. Μέ τήν διδασκαλία αὐτή ὁ ὅσιος καταρρίπτει τά ἐπιχειρήματα τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι δῆθεν χρησιμοποιῶντας τήν ὁδό τῆς Οἰκονομίας, ὡδήγησαν τούς Ὀρθοδόξους στήν αἱρετική ὁδό τῆς ἐντάξεως π.χ. στό Π.Σ.Ε., στίς συμπροσευχές στά πλαίσια τοῦ διαλόγου μέ  τούς αἱρετικούς, στήν ἀναγνώρισι τῶν μυστηρίων τους κλπ.  Διότι  προφανῶς ἐδῶ οὔτε ἀνάγκη ὑπῆρχε, οὔτε προσωρινό χαρακτῆρα ἔχουν αὐτές οἱ δῆθεν Οἰκονομίες, ἀλλά ἀντιθέτως ἔχουν προσλάβει τήν μορφή τῆς ἐπιδημίας καί τῆς λοιμικῆς νόσου. Ἐλέγχει ἐπίσης ὁ ὅσιος καί τούς Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι γιά λόγους δῆθεν οἰκονομίας παραμένουν στήν αἵρεσι, χωρίς καμμία ἀπολύτως ἀνάγκη. Ποία ἄλλωστε ἀνάγκη δύναται νά σέ κάνη νά παραμείνης στό στόμα τοῦ λύκου;

Κατωτέρω ὁ ὅσιος ἀναφέρει μερικά πρακτικά παραδείγματα ἀπό τήν καθημερινή ζωή, γιά νά γίνη κατανοητό τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας καί συνεχίζει: «Οὕτω κἀν τοῖς ἁγίοις ἐν ταῖς οἰκονομίαις, ὡς καί Κυρίλλῳ τῷ μεγάλῳ ἐν τῷδε. Μικρόν γάρ πάντως ἀνέμενε τῶν Ἀνατολικῶν τό βραδύνουν ἤ προσπαθές, πρός τό αἱρετικόν μή ὑπολαμβάνειν τόν ὄντως αἱρετικόν. Τί γάρ ἦν ἄλλο τό μεσολαβοῦν, ἐπ’ ἄν ὀρθοδόξως ἐκήρυττον τήν πίστιν κἀν τούτῳ αὐτόν τόν  μνημονευόμενον αὐτοῖς ἀναθεματίζοντες;» (ΕΠΕ 18 Β, 250,26). Ὁ ἅγ. Κύριλλος λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ ὁσίου, ἔκανε τήν Οἰκονομία, ἀναμένοντας νά κατανοήσουν οἱ Ἐπίσκοποι αὐτοί αὐτό τό θέμα, ὅτι δηλαδή διά τῆς μνημονεύσεως τόν αἱρετικό τόν θεωροῦν Ὀρθόδοξο, ἐνῶ διά τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τόν ἐκλαμβάνουν ὡς ὄντως αἱρετικό. Ἐδῶ κατανοοῦμε καί τόν σκοπό τῆς μνημονεύσεως καί τό ἀδιανόητο στήν σκέψι καί διδασκαλία τῶν Πατέρων νά μνημονεύσωμε ἐπ’ Ἐκκλησίαις κάποιον ὄντως αἱρετικό.

         Ἡ ἐξήγησις, τήν ὁποία παραθέτει ὁ ὅσιος ἀμέσως στή συνέχεια, δι’ ὅλα αὐτά εἶναι καταλυτική καί διδάσκει κάθε Ὀρθόδοξο τό τί πρέπει νά κάνη ἀνά πᾶσα στιγμή ἀπέναντι στούς αἱρετικούς. «Ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα, πάντα αἱρετικόν δυνάμει, κἄν οὐ ρήματι, ἀναθεματίζει». Δηλαδή διά νά εἶναι κάποιος κατά πάντα Ὀρθόδοξος πρέπει ὁπωσδήποτε μέ κάθε τρόπο καί μέσο (αὐτό σημαίνει τό «δυνάμει») νά ἀναθεματίζη τόν κάθε αἱρετικό, ἔστω καί ἄν δέν τό λέγη μέ τά λόγια. Ἐδῶ κατανοοῦμε ὅτι κατ’ οὐσίαν καί ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν εἶναι ὁ ἀναθεματισμός τούς μέσα στήν λατρευτική σύναξι τῆς Ἐκκλησίας.  Ἀντιθέτως δέ ἡ μνημόνευσίς των εἶναι ἡ ἐπισημοποίησις καί πιστοποίησις τῆς ὀρθοδοξότητός των.  Καί φυσικά δέν ἀναφέρεται ὁ ὅσιος σέ καταδικασμένους ὑπό Συνόδου, ὅπως δολίως καί πονηρῶς ἐφεύραμε ἐμεῖς σήμερα χάριν τοῦ βολέματος καί τοῦ ἐφησυχασμοῦ μας.

         Ἀκολούθως ἀναφέρει ὁ ὅσιος τήν κατ’ ἀκρίβειαν ἕνωσι τοῦ ἁγ. Κυρίλλου μέ τούς Ἐπισκόπους αὐτούς καί τό τέλος τῆς Οἰκονομίας:  «Ἔπειτα, ὅτε αὐτοῖς ἀνῆψεν ὁ τέλειος νοῦς, τότε αὐτοῖς συναφθέντος κατά πάντα τοῦ ἁγίου ἴσως». Ἐδῶ γίνεται κατανοητό ὅτι ὁ ἅγ. Κύριλλος  ἐχρησιμοποίησε τήν ὁδό τῆς Οἰκονομίας καί δέν ἀποσχίσθηκε ἀπό Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὄντως ἀγαθή προαίρεσι, ἦταν κατά πάντα τά ἄλλα Ὀρθόδοξοι καί ἁπλῶς δέν κατανοοῦσαν αὐτήν τήν διδασκαλία καί Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας στό θέμα τῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν. Καί ἐμεῖς σήμερα παίρνομε αὐτό τό παράδειγμα (καί κάποια ἄλλα βέβαια παρεμφερῆ) καί νομίζομε ὅτι μᾶς κατοχυρώνουν νά μνημονεύωμε δεδηλωμένους αἱρετικούς μέ διεστραμμένη προαίρεσι, μέ ξεκάθαρη πορεία καί σκοπό, μέ κανένα Ὀρθόδοξο στοιχεῖο καί χαρακτηριστικό πλήν τῆς ἐξωτερικῆς των ἐμφανίσεως καί θέσεως,  καί μάλιστα ἔπειτα ἀπό τόσα χρόνια πού βλέπομε ποῦ ὁδηγοῦν τήν Ἐκκλησία, τί ἐπιδιώκουν καί ἀπό ποῦ κατευθύνονται.

         Εἶναι ἀναγκαῖο καί χρήσιμο διά τήν Ἀποτείχισι νά ἀναφερθῆ, πρίν κλείσουμε αὐτήν τήν ἑνότητα, καί ἡ διδασκαλία τήν ὁποία ἐν συνεχείᾳ κάνει ὁ ὅσιος διά τό ὅτι πρέπει νά παραβλέπωμε τίς μικρές μεταξύ μας διαφορές καί νά μήν διακόπτωμε χάριν αὐτῶν τήν μεταξύ μας ἐκκλησιαστική κοινωνία: «Ἤ οὐχί καί ἡμεῖς τό αὐτό ποιοῦντες φαινόμεθα; Ἐσθ’ ὅτε τινῶν ὁμογνωμόνων ἡμῖν κατά τι διαφερομένων, ἔνθα οὐ πολύ τό λυποῦν ἤ ἐξιστῶν τῆς ἀκριβείας, καί ὅμως καταδεχόμεθα τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν, ἵνα μή διά μικρόν τι μικρόν ὕστερον δυνάμενον κατορθωθῆναι ἀπολέσωμεν τό πᾶν· τοῦτο δέ ἀτέχνων καί οὐ μυστηρίων Θεοῦ οἰκονόμων. Τοιοῦτο μέν τό πρός καιρόν οἰκονομεῖν τούς λόγους καί τούς τρόπους ἐν κρίσει καί ἀληθείᾳ καί νόμῳ, ἀλλ’ οὐκ ἐν παρανομίᾳ καί ψεύδει τό καθόλου» (ΕΠΕ 18 Β,252 1).

         Οἱ Οἰκονόμοι λοιπόν τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, καταλήγει ὁ ὅσιος, δέν σκέπτονται καί ἀποφασίζουν μέ προσωπικά δεδομένα, ἀλλά μέ ἐκκλησιαστικά καί δι’ αὐτό παραβλέπουν τά μικρά καί τίς  μικρότητες, ὥστε  θυσιάζοντας αὐτά τά μικρά νά κερδίσουν τά μεγάλα καί νά βοηθήσουν διά τῆς Οἰκονομίας τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν καί ὄχι ἐκ τοῦ ἀντιθέτου κολλῶντας στά μικρά καί στίς μικρότητες νά ἀπωλέσουν τό πᾶν, δηλαδή νά γίνουν ἐμπόδιο καί νά ἀποκλείσουν ἔτσι τήν σωτηρία τῶν ἄλλων.  Αὐτό ἀναφέρει ὁ ὅσιος εἶναι ἔργο «ἀτέχνων καί οὐ μυστηρίων Θεοῦ οἰκονόμων» δηλαδή ἀνειδίκευτων εἰς τήν τέχνη αὐτή, κάτι σάν νά λέμε ὁ κρεοπώλης νά κάνη τόν ἰατρό καί ὁ μανάβης τόν καθηγητή.

(απόσπασμα απο άρθρο π.Ε.ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ)

Θα ακολουθήσε ΕΝΣΤΑΣΗ¨και ΑΠΑΝΤΗΣΗ  στην παραπάνω "οικονομία"