Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΟΧ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΟΧ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Συμπληρωματικές απόψεις και σχόλια «σε διαδικτυακή συζήτηση με θέμα: «Οικουμενισμός – Αποτείχιση – Πάτριο Εορτολόγιο (παλαιό) – Γ.Ο.Χ.»

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Η δημοσίευση του άρθρου «Σχόλια και απόψεις στη διαδικτυακή συζήτηση με θέμα: “Οικουμενισμός – Αποτείχιση – Πάτριο Εορτολόγιο (παλαιό) – Γ.Ο.Χ.”» αποτέλεσε την αφορμή για μια νέα και εκτεταμένη συζήτηση, τόσο στο ιστολόγιο «Ψηφίδες Ορθόδοξης Ομολογίας», όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός απολύτως αναμενόμενο λόγω της σοβαρότητας και της πολυπλοκότητας του ζητήματος.

Επειδή στο αρχικό άρθρο διατυπώθηκαν γενικότερες θέσεις του γράφοντος, η συζήτηση επεκτάθηκε σε ειδικότερα θέματα, τα οποία τέθηκαν με επιμονή και απαιτούν διευκρίνιση. Για τον λόγο αυτό κρίνεται αναγκαία η παρούσα συμπληρωματική παρέμβαση, προς πληρέστερη ενημέρωση των ενδιαφερομένων.

Υπενθυμίζεται ότι πάγια θέση του γράφοντος είναι πως η ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1924 συνιστά πρωτίστως ποιμαντικό και αστρονομικό ζήτημα και όχι εκκλησιολογικό ή δογματικό, για λόγους που έχουν επανειλημμένως αναλυθεί. Ωστόσο, η ποιμαντική πρακτική που ακολουθήθηκε και συνεχίζει να εφαρμόζεται μέχρι σήμερα υπήρξε αδιάκριτη και απαράδεκτη, με αποτέλεσμα το ημερολογιακό θέμα να ταλαιπωρεί το εκκλησιαστικό σώμα για περισσότερο από έναν αιώνα.

Η κατάσταση αυτή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της σοβαρής δυσλειτουργίας του συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας, γεγονός που συνέβαλε στην όξυνση του ζηλωτικού διχασμού μεταξύ παλαιοημερολογιτών και νεοημερολογιτών, με όλες τις οδυνηρές συνέπειες που αυτός συνεπάγεται. Επίσης η ταύτιση ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ και ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ δημιουργεί ΣΟΒΑΡΟΤΑΤΟ πρόβλημα συνεννόησης.

Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένες χαρακτηριστικές απόψεις που διατυπώθηκαν στη συζήτηση, μαζί με τις αντίστοιχες απαντήσεις, ενώ στο τέλος επιχειρείται μια συνολική αποτίμηση της συζήτησης.


Άποψη πρώτη

Δεν είναι δυνατόν να διακόπτει κανείς την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Οικουμενισμό και τους φορείς του και ταυτόχρονα να αρνείται να ενωθεί με εκείνους που προηγήθηκαν χρονικά στην απόρριψη του Οικουμενισμού και στην εμμονή στην πάτρια ευσέβεια, δηλαδή με την επάνοδο στο παλαιό ημερολόγιο.

Απάντηση

Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μια αυθαίρετη ταύτιση ανόμοιων ζητημάτων και οδηγεί σε εσφαλμένα εκκλησιολογικά συμπεράσματα. Η απόρριψη του Οικουμενισμού αποτελεί πράξη δογματικής ομολογίας και στάση πίστεως, ενώ η επάνοδος στο παλαιό ημερολόγιο συνιστά συγκεκριμένη ιστορική και διοικητική επιλογή. Η μετατροπή της δεύτερης σε αναγκαίο και μοναδικό επακόλουθο της πρώτης δεν θεμελιώνεται ούτε στην πατερική παράδοση, ούτε στους ιερούς κανόνες, αλλά αποτελεί ιδεολογική κατασκευή εκ των υστέρων.

Επιπλέον, αποσιωπάται επιλεκτικά το καθοριστικό γεγονός ότι στον χώρο του παλαιού ημερολογίου ανήκουν και Τοπικές Εκκλησίες με έντονη οικουμενιστική δραστηριότητα, όπως η Ρωσία, η Σερβία, τα Ιεροσόλυμα, η Αντιόχεια, καθώς και το Άγιον Όρος. Ανακύπτει, λοιπόν, ένα εύλογο και σοβαρό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να πολεμάται ο Οικουμενισμός μέσω μιας ένωσης με φορείς του Οικουμενισμού, απλώς και μόνο επειδή ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο;

Η ημερολογιακή ταύτιση, όπως αποδεικνύεται εμπράκτως, δεν λειτουργεί ως κριτήριο εκκλησιολογικής διάκρισης, ούτε ως εγγύηση ορθόδοξης ομολογίας.


Άποψη δεύτερη

Ο νεοημερολογιτισμός αποτελεί το πρώτο πρακτικό βήμα του Οικουμενισμού. Είναι απαράδεκτη η αποδοχή λειτουργικής ανομοιομορφίας μέσω της ημερολογιακής διαφοροποίησης. Η επιβολή της ημερολογιακής καινοτομίας διέλυσε την εορτολογική ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για την ενότητα αυτή αγωνίστηκαν οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθορίζοντας το αιώνιο Πασχάλιο. Ο Μέγας Κωνσταντίνος σημειώνει ρητώς ότι η μη εορτολογική ενότητα είναι αναρμόδια για την Εκκλησία. Είναι άραγε ασήμαντο να εορτάζουμε μαζί το Πάσχα και χωριστά τα Χριστούγεννα, άλλοι να νηστεύουν και άλλοι να καταλύουν;

Απάντηση

Με τη θέση αυτή η ημερολογιακή μεταρρύθμιση των ετών 1923–1924 αξιολογείται με εκκλησιολογικά κριτήρια, ως δήθεν καταργούσα την ενότητα της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό, έμμεσα, αλλά σαφώς, αποδίδεται στο λεγόμενο Πανορθόδοξο Συνέδριο του 1923 πανορθόδοξο κύρος και οι αποφάσεις του χαρακτηρίζονται ως αιρετικές.

Ωστόσο, το Συνέδριο του 1923 στην Κωνσταντινούπολη δεν υπήρξε Πανορθόδοξο με την κανονική, εκκλησιολογική και ιστορική έννοια του όρου. Μια Πανορθόδοξη Σύνοδος προϋποθέτει τη σύγκληση ή, τουλάχιστον, τη σαφή συναίνεση όλων των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, την ισότιμη και κανονική εκπροσώπησή τους και την αποδοχή των αποφάσεών της από το σύνολο της Εκκλησίας. Τίποτε από αυτά δεν συνέβη το 1923.

Από το Συνέδριο απουσίαζαν τρία από τα τέσσερα αρχαία Πατριαρχεία της Ανατολής, ενώ δεν υπήρξε κανονική συμμετοχή της Ρωσικής Εκκλησίας, της πολυπληθέστερης τότε Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η παρουσία ελάχιστων ιεραρχών και λαϊκών, πολλοί εκ των οποίων δεν είχαν επίσημη εντολή εκπροσώπησης, αναιρεί κάθε ισχυρισμό πανορθόδοξου χαρακτήρα.

Σε αντίθεση με τις Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες συγκλήθηκαν για τη διαφύλαξη της σωτηριώδους πίστεως και αναγνωρίστηκαν από την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας ως καρπός του Αγίου Πνεύματος, το 1923 δεν υπήρξε καθολική σύναξη ούτε πανορθόδοξη αποδοχή. Το αντικείμενο δεν ήταν δογματική ανάγκη, αλλά αλλαγές στη λατρευτική τάξη, επιβληθείσες χωρίς την προηγούμενη συμφωνία της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία δεσμεύεται μόνο από εκείνο που επικυρώνεται από το Άγιο Πνεύμα στη ζωή της. Γι’ αυτό και οι Οικουμενικές Σύνοδοι έφεραν ειρήνη και ενότητα, ενώ οι αποφάσεις του 1923 προκάλεσαν αντίδραση, διχασμό και μια μακροχρόνια πληγή στο εκκλησιαστικό σώμα. Η παρατεταμένη μη αποδοχή τους αποτελεί από μόνη της μαρτυρία ότι δεν εκφράζουν το φρόνημα της Ορθοδοξίας.

Συνεπώς, η εξίσωση του Συνεδρίου του 1923 με τις αυθεντικές Πανορθόδοξες και Οικουμενικές Συνόδους δεν αποτελεί απλώς ιστορικό σφάλμα, αλλά σοβαρή εκκλησιολογική πλάνη. Εκεί, όπου απουσιάζει η καθολική σύναξη, η πανορθόδοξη αποδοχή και η πιστότητα στην Παράδοση, δεν υφίσταται Σύνοδος της Εκκλησίας, αλλά ανθρώπινη σύναξη χωρίς δεσμευτικό κύρος. Η Ορθοδοξία δεν πορεύεται με καινοτομίες και επιβολές, αλλά με τη συνοδική εμπειρία και τη διαχρονική μαρτυρία της αλήθειας.

Η Εγκύκλιος του 1920, ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΉΘΗΚΕ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ δεν συνιστά συνοδική δέσμευση, αλλά ένα κείμενο προτάσεων. Από τις ένδεκα προτάσεις της, η πρώτη –που αφορά στο ημερολόγιο– απέτυχε ως εργαλείο προώθησης του Οικουμενισμού, ακριβώς διότι οικουμενιστικότατες τοπικές Εκκλησίες εξακολουθούν να ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο. Το γεγονός αυτό καταρρίπτει την αντίληψη ότι το ημερολόγιο αποτελεί καθεαυτό μηχανισμό δογματικής αλλοίωσης.

Περαιτέρω, διατυπώνεται η άποψη ότι η αποδοχή λειτουργικής ή ημερολογιακής ανομοιομορφίας είναι απαράδεκτη, διότι η επιβολή της ημερολογιακής καινοτομίας διέσπασε την εορτολογική ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πράγματι, οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου αγωνίστηκαν για την ενότητα στον εορτασμό του Πάσχα, και ο Μέγας Κωνσταντίνος υπογράμμισε ότι η εορτολογική διάσπαση δεν αρμόζει στην Εκκλησία. Όμως τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: ισχύουν τα ίδια επιχειρήματα και για τους Ορθοδόξους του Νοτίου Ημισφαιρίου, όπου λόγω της διαφοράς ωρών και φυσικών συνθηκών υπάρχουν αναπόφευκτα διαφορετικές ημερομηνίες και χρονικές αποκλίσεις; Και όμως, ουδέποτε θεωρήθηκε ότι αυτό πλήττει την εκκλησιαστική ενότητα. Η νηστεία, εξάλλου, δεν αποτελεί από μόνη της κριτήριο ενότητας. Η Εκκλησία γνώριζε πάντοτε οικονομίες, εξαιρέσεις και διαφοροποιήσεις, χωρίς να διασπάται η κοινωνία. Το αληθινό κριτήριο της ενότητας είναι το «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ», το οποίο περιλαμβάνει το Ορθόδοξο Βάπτισμα και την Ορθόδοξη Πίστη. Εκεί εδράζεται η ενότητα της Εκκλησίας και όχι σε απόλυτες ημερολογιακές ταυτίσεις, οι οποίες ούτε συνοδικά θεσπίστηκαν, ούτε πατερικά απολυτοποιήθηκαν.

Άποψη τρίτη.

Όσο για το δήθεν διορθωμένο Ιουλιανό, αυτό κι αν είναι ξύλινη γλώσσα και ξαναζεσταμένο φαγητό εκ των σαθρών επιχειρημάτων του μασόνου Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου. Ελπίζω να έχετε μελετήσει τα κείμενα του Μελετίου Πηγά, του αγίου αυτού Πατριάρχου, και πώς θεωρεί και αντιμετωπίζει την ημερολογιακή καινοτομία του Πάπα. Είναι πλέον ή σαφές ότι την απορρίπτει συνολικώς και πλήρως και ομιλεί για το παγκόσμιο σκάνδαλο των δέκα ημερών, όπως και ο πολύς Ιερεμίας ο Τρανός.

Προσωπικώς κατανοώ ότι στην εποχή μας το ημερολογιακό φαντάζει μικρό λόγω της πλημμύρας του Οικουμενισμού. Όμως, όπως σημειώνει ο λόγιος μοναχός Παύλος ο Κύπριος (+) και συνασκητής του οσίου Ιωάννου του Ρουμάνου, η αποστροφή στον Οικουμενισμό πρέπει να είναι και επιστροφή στην προμεταξακική εκκλησιαστική κατάσταση.

Απάντηση.

Η απόρριψη της παπικής ημερολογιακής καινοτομίας κατά τον 16ο αιώνα αποτελεί αναμφισβήτητο ιστορικό και εκκλησιολογικό γεγονός, πλήρως τεκμηριωμένο από τις πηγές της εποχής. Ο Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός δεν αντιμετώπισαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο ως ουδέτερη αστρονομική διόρθωση, αλλά ως μονομερή, αντικανονική και βαθύτατα εκκλησιολογικά προβληματική ενέργεια της Ρώμης. Στα κείμενα του Μελετίου Πηγά η παπική «διόρθωση» χαρακτηρίζεται καθολικό σκάνδαλο, διότι συνιστά αυθαίρετη παρέμβαση στον εκκλησιαστικό χρόνο, χωρίς συνοδική συναίνεση, και συνεπώς πράξη που διαρρηγνύει την ενότητα της Εκκλησίας και παραβιάζει την πατερική και συνοδική Παράδοση. Ο Ιερεμίας Β΄ κινείται στο ίδιο ακριβώς πνεύμα, τονίζοντας ότι η Ανατολή δεν απορρίπτει απλώς μια τεχνική ή επιστημονική πρόταση, αλλά την παπική αξίωση εξουσίας επί του εκκλησιαστικού χρόνου, η οποία αλλοιώνει όρο Οικουμενικής Συνόδου σχετικό με τον εορτασμό του Ορθοδόξου Πάσχα σε σχέση με το νομικό-ιουδαϊκό Πάσχα.

 

Η απόρριψη αυτή είναι καθολική ως προς το Γρηγοριανό ημερολόγιο και τη ρωμαϊκή προέλευσή του και εντάσσεται πλήρως στο γενικότερο πλαίσιο της αντιπαπικής εκκλησιολογίας της Ανατολής. Ωστόσο, από αυτή τη σαφή και αυστηρή στάση δεν προκύπτει η διατύπωση δογματικού κανόνα που να ταυτίζει το ημερολόγιο καθαυτό με την ορθόδοξη πίστη ούτε η θέσπιση ενός αμετάβλητου ημερολογιακού δόγματος «εἰς τοὺς αἰῶνας». Ούτε ο Μελέτιος Πηγάς, ούτε ο Ιερεμίας Β΄ προχώρησαν σε αναθεματισμό κάθε ενδεχόμενης μελλοντικής ημερολογιακής μεταβολής υπό άλλες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις, ούτε επικαλέστηκαν Οικουμενική Σύνοδο για να κατοχυρώσουν ένα τέτοιο απόλυτο σχήμα. Το επιχείρημά τους είναι σαφώς εκκλησιολογικό: καμία αλλαγή σε ζήτημα που επηρεάζει την ενότητα της Εκκλησίας και τον λειτουργικό της χρόνο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μονομερώς, εκτός Παράδοσης και χωρίς καθολική, γνήσια συνοδική συναίνεση.

 

Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να αξιολογηθεί και η εισαγωγή του λεγόμενου «διορθωμένου Ιουλιανού» ημερολογίου τον 20ό αιώνα. Παρά την ονομασία του, πρόκειται πράγματι για νέα αστρονομική κατασκευή και όχι για απλή συνέχιση ή διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, γεγονός που ουσιαστικά αναγνωρίστηκε και από το Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινουπόλεως το 1923. Η υιοθέτησή του το 1924 υπήρξε αντικανονική, ποιμαντικά βίαιη και ιστορικά συνδεδεμένη με μια ευρύτερη εκκλησιολογική μετατόπιση, η οποία αργότερα θα εκφραστεί και θεσμικά μέσω του Οικουμενισμού. Όλα αυτά συνιστούν σοβαρή κανονική εκτροπή και ποιμαντικό σκάνδαλο, με πραγματικές συνέπειες για την εκκλησιαστική ενότητα και το εκκλησιαστικό φρόνημα.

 

Ωστόσο, κατά την ορθόδοξη πατερική παράδοση, η Εκκλησία διακρίνει σαφώς μεταξύ κανονικής παραβάσεως, ποιμαντικού σκανδάλου και αιρέσεως. Η αίρεση ορίζεται συνοδικά, όταν αλλοιώνεται το δόγμα της πίστεως, δηλαδή η ορθόδοξη διδασκαλία περί Θεού, Εκκλησίας και σωτηρίας. Το ημερολόγιο, όσο σοβαρό κι αν είναι ως σύμπτωμα εκκλησιολογικής παρεκκλίσεως και ως ένδειξη ευρύτερης νοοτροπίας, δεν ταυτίζεται αυτομάτως με δόγμα, ούτε μετατρέπεται από μόνο του σε κριτήριο σωτηρίας. Η θεολογική κρίση οφείλει να παραμένει νηφάλια, πατερική και συνοδική, αποφεύγοντας τόσο τη σχετικοποίηση της Παράδοσης, όσο και τη μετατροπή κανονικών ζητημάτων σε απόλυτα δογματικά όρια εκτός του τρόπου με τον οποίο τα όρισε η ίδια η Εκκλησία.

Άποψη τέταρτη.

Το ημερολόγιο αποτελεί δόγμα της εκκλησίας και η εκκλησιαστική μεταρρύθμιση έχει δογματικές διαστάσεις, επειδή διασπά την ενότητα της Εκκλησίας.

Απάντηση.

Το ημερολόγιο, ως σύστημα οργανώσεως του λειτουργικού χρόνου, δεν αποτελεί φορέα αποκαλυπτικής αληθείας. Δεν εισάγει νέο δόγμα, δεν αλλοιώνει υφιστάμενο όρο πίστεως και δεν επηρεάζει τη χριστολογική ή τριαδολογική ομολογία της Εκκλησίας. Ο λειτουργικός χρόνος νοηματοδοτείται θεολογικώς μέσω των εορτών και της ευχαριστιακής ζωής, όχι μέσω της αστρονομικής ακριβείας ή της επιλογής συγκεκριμένου ημερολογιακού συστήματος.

Η δογματοποίηση του ημερολογιακού ζητήματος οδηγεί σε εκκλησιολογία «καθαρότητας», όπου η Εκκλησία ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη εξωτερική επιλογή. Μια τέτοια προσέγγιση υπονομεύει την καθολικότητα της Εκκλησίας και αλλοιώνει τη συνοδική της αυτοσυνειδησία. Η Εκκλησία δεν συγκροτείται ως σώμα βάσει λειτουργικών δεικτών, αλλά ως κοινωνία πίστεως και μυστηριακής ζωής.

Η άποψη ότι  η αλλαγή του ημερολογίου αυτή καθ’ εαυτήν προσβάλλει το δόγμα της ενότητας, δεν  λαμβάνει υπόψη ότι: η Εκκλησία ιστορικά γνώρισε διαφοροποιήσεις στη λατρευτική πράξη χωρίς να διαρραγεί η δογματική ενότητα. Επίσης, η ενότητα της Εκκλησίας δεν ταυτίζεται με απόλυτη ομοιομορφία τυπικών πρακτικών.

Η εκκλησιολογική ενότητα θεμελιώνεται πρωτίστως στην ευχαριστιακή κοινωνία και την ορθόδοξη πίστη, όχι αποκλειστικά στην ταύτιση ημερολογιακών πρακτικών.

Εξάλλου στο σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε πίστη  ΕΙΣ ΜΙΑΝ  ΑΓΙΑΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗΝ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ.

Εξάλλου μια ματιά στους χώρους των ΓΟΧ θα διαπιστώσουμε τον πολυκερματισμό, τις αλληλοκαθαιρέσεις και τους αναθεματισμούς. Για ποια ενότητα επομένως μιλάμε;;

Άποψη πέμπτη.

Ο Νεοημερολογιτισμός είναι καταδικασμένος από Συνόδους του 16 ου αιώνος.(1583 και 1593)

" Ὅποιος δέν ἀκολουθᾶ τά ἔθιμα τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, καθώς αἱ ἑπτά Ἅγιαι Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἐθέσπισαν, καί τό Ἅγιον Πάσχα καί τό Μηνολόγιον καλῶς ἐνομοθέτησαν νά ἀκολουθῶμεν, καί θέλει νά ἀκολουθᾶ τό νεοεφεύρετον Πασχάλιον καί νέον Μηνολόγιον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα, καί ἐναντιώνεται εἰς αὐτά ὅλα καί θέλει νά ἀνατρέψῃ καί νά χαλάσῃ τά πατροπαράδοτα δόγματα καί ἔθιμα τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, ἄς ἔχει τό ἀνάθεμα καί ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καί τῆς τῶν Πιστῶν ὁμηγύρεως ἄς εἶναι.

Ἐσεῖς δέ οἱ εὐσεβεῖς καί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μένετε ἐν οἷς ἐμάθετε, ἐγεννήθητε καί ἀνετράφητε καί ὅταν τό καλέσῃ ὁ καιρός καί ἡ χρεία, καί αὐτό τό αἷμα σας νά χύνετε, διά νά φυλάξετε τήν πατροπαράδοτον πίστιν καί ὁμολογίαν σας καί νά φυλάγεσθε ἀπό τῶν τοιούτων, καί προσέχετε, ἵνα καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός σᾶς βοηθᾶ, ἅμα καί ἡ εὐχή τῆς ἡμῶν μετριότητος εἴη μετά πάντων ὑμῶν. Ἀμήν."

1583 Ἰνδικτίων ιβ΄, Νοεμβρίου κ' "

 

 

2η Ἀπόφασις τοῦ 1593, ἡ ὁποία ὑπογράφεται ἀπό τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Ἱερεμίαν, Ἀλεξανδρείας, Μελέτιον Πηγᾶν, Ἀντιοχείας, Ἰωακείμ καί Ἱεροσολύμων, Σωφρόνιον καί τήν περί αὐτούς Ἱεράν Σύνοδον τῶν Ἀρχιερέων:

"Ἀπαρασάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς πατρᾶσιν διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου καί σωτηρίου Πάσχα. Ἔχει δέ οὕτως:

Ἅπαντας τούς τολμῶντας παραλύειν τούς ὅρους τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς πρώτης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης ἐπί παρουσίᾳ τοῦ εὐσεβοῦς καί Θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου περί τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ Σωτηρίου Πάσχα, ἀκοινωνήτους καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένειν φιλονικώτερον, ἐνιστάμενοι πρός τά καλῶς δεδιδαγμένα. Καί ταῦτα ἡγήσθω περί τῶν λαϊκῶν.

Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς Ἐκκλησίας Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, μετά τόν ὅρον τοῦτον, τολμήσειεν ἐπί διαστροφῇ τῶν λαῶν καί ταραχῇ τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν, καί μετά τῶν Λατίνων καί Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τό Πάσχα, τοῦτον ἡ ἁγία Σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκανε τῆς Ἐκκλησίας. Δεῖ δέ στοιχεῖν τῷ τῶν Πατέρων κανόνι, μέχρι καί σήμερον Θεοῦ χάριτι, ὅ, καθ’ ὅ δεῖ καί τά λοιπά ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία διαφυλάττει.

Ἐν ἔτει σωτηρίῳ, Ζρα΄: αφηγ,΄ Φεβρουαρίου ιβ΄ 1593."

 

 

Απάντηση.

Η επίκληση δήθεν «πανορθόδοξων» αναθεμάτων του 16ου αιώνα για να θεμελιωθεί η άποψη ότι το ημερολόγιο αποτελεί αμετάβλητο δογματικό κριτήριο δεν αντέχει ούτε ιστορικά, ούτε θεολογικά. Τα κείμενα που κυκλοφορούν στον παλαιοημερολογιτικό χώρο και αποδίδονται σε Σύνοδο του 1583 αποδεικνύονται αναξιόπιστα, διότι το βασικό εξ αυτών, στο οποίο στηρίζονται και τα υπόλοιπα, είναι πλαστό. Η πλαστότητα του λεγόμενου «Σιγγιλίου του 1583» έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά και εκκλησιαστικά, μεταξύ άλλων, στη μελέτη του ΓΟΧ επισκόπου Κυπριανού, όπου αποδεικνύεται ότι στο κείμενο έχει προστεθεί μεταγενέστερα η κρίσιμη φράση «ή καλενδάριον του καινοτομηθέντος μηνολογίου», η οποία δεν ανήκει στο αυθεντικό σώμα του κειμένου.

Η προσθήκη αυτή δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά αλλοίωση ουσίας. Μετατρέπει μια συγκεκριμένη πατριαρχική καταδίκη του παπικού Πασχαλίου σε υποτιθέμενο αιώνιο ανάθεμα κατά κάθε ημερολογιακής μεταβολής. Πρόκειται για θεολογικά αυθαίρετη γενίκευση, ξένη προς το πνεύμα της Παράδοσης και αντίθετη προς την πατερική μεθοδολογία, η οποία είναι πάντοτε συγκεκριμένη, ιστορικά προσδιορισμένη και εκκλησιολογικά ακριβής.

Επιπλέον, η επίκληση του 1593 ή του 1583 ως δήθεν προληπτικής καταδίκης της ημερολογιακής μεταρρύθμισης του 1924 είναι ιστορικά άτοπη. Τον 16ο αιώνα δεν υφίστατο το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, ούτε τέθηκε ποτέ ζήτημα ενδεχόμενης ημερολογιακής αλλαγής υπό ορθόδοξες συνοδικές προϋποθέσεις. Οι πατριαρχικές αποφάσεις της εποχής στρέφονται αποκλειστικά κατά της παπικής μονομερούς επέμβασης στον εκκλησιαστικό χρόνο και κατά της αλλοίωσης όρου Οικουμενικής Συνόδου που αφορά τον εορτασμό του Πάσχα σε σχέση με το ιουδαϊκό Πάσχα. Δεν συνιστούν, ούτε διατυπώνουν, δογματικό κανόνα ημερολογιακής ακινησίας.

Κατά συνέπεια, άλλο πράγμα είναι η απολύτως θεμιτή και πατερικά τεκμηριωμένη απόρριψη του Γρηγοριανού ημερολογίου ως παπικής, αντικανονικής και εκκλησιολογικά απαράδεκτης καινοτομίας, και άλλο η απόδοση στην Εκκλησία μιας ανύπαρκτης δογματικής αποφάσεως περί «αιωνίου αναθέματος» για κάθε αλλαγή ημερολογίου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει διάκριση μεταξύ δόγματος και κανονικής τάξεως· καταδικάζει αιρέσεις, όταν θίγεται η πίστη, όχι όταν παραβιάζεται, έστω σοβαρά, η εκκλησιαστική ευταξία.

Η μετατροπή του ημερολογίου σε απόλυτο εκκλησιολογικό κριτήριο δεν αποτελεί συνέχεια της Παράδοσης, αλλά νεότερη ιδεολογική κατασκευή, η οποία συγχέει την κανονική ακρίβεια με τη δογματική αλήθεια και οδηγεί τελικά σε εκκλησιολογική απομόνωση. Η κριτική στο ημερολόγιο οφείλει να παραμένει αυστηρή, αλλά και θεολογικά διακριτική, αν θέλει να είναι πραγματικά ορθόδοξη.

https://www.imoph.org/pdfs/2011/06/22/20110622aSigglion1583/20110622aSigglion1583.pdf

ΕΠΙΣΗΣ, ΠΙΣΤΕΥΩ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΕ ΟΤΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΣΙΓΙΛΛΙΟΥ ΤΟΥ 1593  ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ  1924 ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΙΩΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΑ.ΤΟ 1593  ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ. ΕΠΙΣΗΣ, ΑΛΛΟ ΠΡΑΓΜΑ  ΕΙΝΑΙ «Η Εκκλησία το 1583 απέρριψε το Γρηγοριανό ημερολόγιο», και άλλο: «Η Εκκλησία εξέδωσε αιώνιο ανάθεμα για κάθε αλλαγή ημερολογίου».....

Άποψη έκτη

Η αποτείχιση των παλαιοημερολογιτών το 1924 ήταν βασισμένη στον ΙΕ ΚΑΝΟΝΑ της ΑΒ ΣΥΝΌΔΟΥ.

Απάντηση.

Η αποτείχιση, όπως νοείται στην ορθόδοξη κανονική και εκκλησιολογική παράδοση, δεν αποτελεί απλώς μία πράξη διαμαρτυρίας ή προσωπικής ευσεβείας, αλλά ένα κατ’ εξαίρεσιν εκκλησιαστικό μέτρο, αυστηρά προσδιορισμένο από τους Ιερούς Κανόνες. Ιδίως ο 15ος Κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου προβλέπει τη διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας μόνο στην περίπτωση κατά την οποία επίσκοπος κηρύσσει δημόσια, απροκαλύπτως και συστηματικώς αίρεση, δηλαδή δογματική πλάνη που αλλοιώνει το περιεχόμενο της πίστεως της Εκκλησίας. Η αποτείχιση, επομένως, δεν αποτελεί μηχανισμό πρόληψης υποτιθέμενων κινδύνων, ούτε εφαρμόζεται βάσει υποψιών, ιστορικών συνδέσεων ή εκτιμήσεων προθέσεων, αλλά προϋποθέτει σαφή και συγκεκριμένη δογματική εκτροπή.

Το ημερολογιακό ζήτημα, αν και συνδέεται άμεσα με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι επέφερε σοβαρές συνέπειες, δεν εντάσσεται στον πυρήνα των δογμάτων της πίστεως. Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο ανήκει στη σφαίρα της κανονικής και λειτουργικής τάξεως, η οποία, αν και δεν είναι θεολογικά αδιάφορη, διακρίνεται σαφώς από το δογματικό περιεχόμενο της πίστεως. Η Εκκλησία, καθ’ όλη την ιστορική της πορεία, γνώρισε ποικιλίες και διαφοροποιήσεις στη λατρευτική πράξη, χωρίς να διασπασθεί η δογματική της ενότητα.

Η ιστορική αντίδραση της Ορθόδοξης Ανατολής στο Γρηγοριανό ημερολόγιο ερμηνεύεται κυρίως μέσα στο πλαίσιο της απορρίψεως παπικών αξιώσεων πρωτείου και δικαιοδοσίας και καταστρατήγηση του Πασχαλίου κανόνα  και όχι ως απόρριψη ενός ημερολογιακού συστήματος καθ’ εαυτό. Η καχυποψία έναντι της ημερολογιακής μεταρρύθμισης της Δύσης ήταν θεολογικά εύλογη, δεδομένου ότι συνδεόταν με εκκλησιολογικές αξιώσεις ασύμβατες προς την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Ωστόσο, η ιστορική αυτή στάση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε συνοδική καταδίκη της ημερολογιακής αλλαγής ως αιρέσεως με τη στενή δογματική έννοια.

Η σύνδεση της ημερολογιακής μεταρρύθμισης του 1924 με οικουμενιστικές τάσεις και με επιδιώξεις προσεγγίσεως προς τη Δύση αποτελεί ιστορικό δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Παρά ταύτα, από εκκλησιολογικής απόψεως, οι προθέσεις ή οι στρατηγικές ορισμένων εκκλησιαστικών προσώπων δεν αρκούν για να θεμελιώσουν κατηγορία αιρέσεως. Η Εκκλησία κρίνει τη δογματική ορθότητα όχι βάσει των συνεπειών ή των συσχετισμών μιας πράξεως, αλλά βάσει του αν αυτή αλλοιώνει ρητώς το περιεχόμενο της πίστεως που ομολογείται συνοδικά και ευχαριστιακά.

Η αναγωγή του ημερολογιακού ζητήματος σε δογματική αίρεση οδηγεί σε σοβαρή εκκλησιολογική εκτροπή, διότι απολυτοποιεί ένα στοιχείο της εκκλησιαστικής πράξεως και το μετατρέπει σε κριτήριο εκκλησιαστικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ενότητα της Εκκλησίας παύει να θεμελιώνεται στην κοινή πίστη, στην αποστολική διαδοχή και στην ευχαριστιακή κοινωνία και αντικαθίσταται από την τήρηση ενός συγκεκριμένου λειτουργικού τύπου. Μια τέτοια προσέγγιση αλλοιώνει την ορθόδοξη εκκλησιολογία και προσεγγίζει μορφές εκκλησιολογικού τυπικισμού.

Η αποτείχιση αποκλειστικά για ημερολογιακούς λόγους οδηγεί, πρακτικά και θεολογικά, στη δημιουργία παράλληλων εκκλησιαστικών δομών και στη θεσμοποίηση του σχίσματος. Ενώ ο 15ος Κανόνας σκοπεύει στην αποτροπή της διασπάσεως και στη διαφύλαξη της ενότητας εν αληθεία, η εφαρμογή του σε μη δογματικό ζήτημα παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα, παγιώνοντας τη διαίρεση και δυσχεραίνοντας την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Συνεπώς, εκκλησιολογικά ορθή στάση απέναντι στο ημερολογιακό ζήτημα δεν είναι η αποτείχιση, αλλά η άσκηση θεολογικής κριτικής, η διαμαρτυρία εντός της Εκκλησίας, η προσήλωση στη συνοδικότητα και η αναζήτηση θεραπευτικών λύσεων που δεν διαρρηγνύουν το εκκλησιαστικό σώμα. Το ημερολογιακό αποτελεί αναμφίβολα ένα βαθύ εκκλησιολογικό τραύμα, το οποίο όμως δεν μπορεί να θεραπευθεί μέσω νέων σχισμάτων. Η αποκατάσταση της ενότητας δεν επιτυγχάνεται διά της απομονώσεως, αλλά διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας, της υπομονής και της πιστότητας στη συνοδική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

Συνολική αποτίμηση της συζήτησης

Η παρούσα συζήτηση ανέδειξε με σαφήνεια ότι το ημερολογιακό ζήτημα εξακολουθεί να λειτουργεί ως πεδίο έντονης θεολογικής και εκκλησιολογικής σύγχυσης, στην οποία συχνά συγχέονται ανόμοια επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής: το δογματικό, το κανονικό, το λειτουργικό και το ποιμαντικό. Η σύγχυση αυτή οδηγεί σε υπεραπλουστεύσεις και σε απόλυτες τοποθετήσεις, οι οποίες, αντί να θεραπεύουν το εκκλησιαστικό τραύμα, το βαθαίνουν.

Από τη μία πλευρά, καθίσταται σαφές ότι η ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1924 δεν υπήρξε θεολογικά ουδέτερη πράξη. Πραγματοποιήθηκε χωρίς πανορθόδοξη συμφωνία, χωρίς επαρκή ποιμαντική προετοιμασία και σε ένα ιστορικό πλαίσιο έντονων οικουμενιστικών ζυμώσεων, γεγονός που δικαιολογεί τις σοβαρές επιφυλάξεις και την κριτική που ασκήθηκε και εξακολουθεί να ασκείται. Το ημερολογιακό, ως στοιχείο της λειτουργικής και κανονικής τάξεως, συνδέεται άμεσα με την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιπόλαια ή τεχνοκρατικά.

Από την άλλη πλευρά, η αναγωγή του ημερολογιακού ζητήματος σε δογματικό κριτήριο εκκλησιαστικότητας και η θεμελίωση της αποτείχισης αποκλειστικά επ’ αυτού συνιστούν σοβαρή εκκλησιολογική εκτροπή. Η Εκκλησία δεν συγκροτείται, ούτε διασώζεται διά της απολυτοποιήσεως επιμέρους πρακτικών, αλλά διά της κοινής πίστεως, της αποστολικής διαδοχής και της ευχαριστιακής κοινωνίας. Η δογματοποίηση του ημερολογίου αλλοιώνει το περιεχόμενο της εκκλησιολογίας και οδηγεί σε έναν λειτουργικό ή τυπικό «εκκλησιαστισμό», ξένο προς το ορθόδοξο φρόνημα.

Είναι δυνατή η σύγκλιση θέσεων Παλαιοημερολογιτών και νέο-αποτειχισμένων για τη Σύνοδο της Κρήτης;

Η συζήτηση για το αν μπορούν να συγκλίνουν οι θέσεις παλαιοημερολογιτών και νέο-αποτειχισμένων σχετικά με τη Σύνοδο της Κρήτης χρειάζεται πρώτα να ξεχωρίσει δύο πράγματα: τη θεολογική κριτική των κειμένων και τον τρόπο με τον οποίο κάθε πλευρά κατανοεί τι είναι και πού βρίσκεται σήμερα η Εκκλησία. Στο επίπεδο της θεολογικής κριτικής υπάρχει πράγματι σημαντική συμφωνία. Και οι δύο πλευρές απορρίπτουν τις προβληματικές διατυπώσεις της Συνόδου για τις «ετερόδοξες Εκκλησίες», τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι διαχριστιανικοί διάλογοι και τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας σε οργανισμούς που αντιμετωπίζουν όλες τις ομολογίες ως εκκλησιολογικά ισότιμες. Με αυτή την έννοια, υπάρχει κοινή εκτίμηση ότι τα κείμενα της Συνόδου αποκλίνουν σοβαρά από την πατερική διδασκαλία και κοινή αναγνώριση ότι ο Οικουμενισμός αποτελεί εκκλησιολογική πλάνη.

Ωστόσο, η σύγκλιση αυτή εξαντλείται στο επίπεδο της κριτικής και δεν επεκτείνεται στον τρόπο κατανοήσεως της Εκκλησίας μετά τη συνοδική αυτή κρίση.

Η παλαιοημερολογίτικη θεώρηση, στη βασική της εκδοχή, αντιμετωπίζει τις αποφάσεις της Κρήτης ως επιβεβαίωση μιας ήδη συντελεσμένης αποστασίας και θεωρεί ότι οι νεοημερολογίτικες Εκκλησίες έχουν απωλέσει την εκκλησιαστική τους υπόσταση. Αντιθέτως, οι νέο-αποτειχισμένοι, ακόμη και όταν ασκούν δριμεία κριτική στη Σύνοδο, δεν αποκόπτουν την Εκκλησία από την ιστορική και κανονική της συνέχεια, αλλά αντιλαμβάνονται την κρίση ως εσωτερική πληγή που καλείται να θεραπευθεί συνοδικά. Η αποτείχιση, στη δική τους αυτοσυνειδησία, νοείται ως προσωρινό, προληπτικό και κανονικά ανεκτό μέτρο, όχι ως οριστική έξοδος από το εκκλησιαστικό σώμα.

Το σημείο αυτό αποτελεί τον πυρήνα της εκκλησιολογικής αποκλίσεως και καθιστά αδύνατη την πλήρη σύγκλιση. Η διαφορετική απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα «πού είναι η Εκκλησία σήμερα» δεν αφορά δευτερεύουσα κανονική λεπτομέρεια, αλλά αγγίζει την ίδια τη φύση της Εκκλησίας ως ιστορικού και ορατού Σώματος του Χριστού. Χωρίς κοινή εκκλησιολογική βάση, κάθε απόπειρα ενοποιήσεως υπερβαίνει τα όρια της θεολογικής συνέπειας και κινδυνεύει να καταλήξει είτε σε σχισματική αυτάρκεια, είτε σε επιφανειακή σύμπλευση χωρίς πραγματική ενότητα.

Κατά συνέπεια, μπορεί να γίνει λόγος για μερική και θεματική σύγκλιση σε επίπεδο αντι-οικουμενιστικού λόγου και θεολογικής αποδομήσεως των αποφάσεων της Κρήτης, όχι όμως για πλήρη εκκλησιολογική σύγκλιση ή κοινή εκκλησιαστική πράξη. Η αληθινή ενότητα προϋποθέτει όχι μόνο κοινή καταγγελία της πλάνης, αλλά και κοινό φρόνημα ως προς τη λειτουργία της Εκκλησίας, τη συνοδικότητα και την ιστορική της συνέχεια. Χωρίς αυτά, κάθε σύγκλιση παραμένει αναγκαστικά περιορισμένη και εύθραυστη.

 


Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

ΝΙΚΑΙΑ - ΦΑΝΑΡΙ: ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΥΝΕΒΗ;

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (ΓΟΧ) ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: 

 



Μεγάλος θόρυβος προκλήθηκε ἐσχάτως σχετικὰ μὲ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἐπετείου τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὴν Κωνσταντινούπολη (28-30 Νοεμβρίου).


+Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμεντος


 Πάπας Ρώμης Λέων ΙΔ΄ καὶ ὁ Πατριάρχης Κων/λεως Βαρθολομαῖος μὲ τὶς συνοδίες τους, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος, ὅπως καὶ πολλοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου εὐρύτερα, βρέθηκαν στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος. Τὸ γεγονὸς προβλήθηκε καὶ ἐπαινέθηκε ὡς ἱστορικῆς σημασίας μὲ ἰδιαίτερα θετικὸ τρόπο. Οἱ λόγοι περὶ ἑνότητος καὶ ἀγάπης, οἱ εἰκόνες καὶ σκηνὲς ἐναγκαλισμῶν, ἀσπασμῶν, ὅπως καὶ κοινῶν τελετῶν, προσευχῶν, ὑπογραφῶν, εὐλογιῶν, μηνυμάτων καὶ χειρονομιῶν εὐμενῶν ἔκαναν τὸν γῦρο τοῦ κόσμου καὶ ἐξέπεμψαν ἔντονες ἐντυπώσεις ἀπὸ κοσμικῆς καὶ συναισθηματικῆς πλευρᾶς.


μως, ἀπὸ καθαρὰ πνευματικῆς σκοπιᾶς ὅλα αὐτὰ τὰ συμβάντα τί ἐντύπωση προκάλεσαν; Βάσει τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κριτηρίου, ὅπως τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν θεολογία μας, τὴν ἱστορία μας, τὴν παράδοσή μας καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μας, ποῦ μποροῦμε νὰ κατατάξουμε αὐτοὺς τοὺς ἑορτασμοὺς καὶ πῶς νὰ τοὺς ἀξιολογήσουμε καὶ χαρακτηρίσουμε; Ἤδη κάποιοι ἔχουν προβεῖ ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς στὸ ἔργο αὐτὸ καὶ ὑπενθύμισαν ὅτι τηρήθηκαν τὰ ἴδια, ὅπως συνέβη καὶ σὲ ἐπισκέψεις Παπῶν στὸ Φανάρι τὶς προηγούμενες δύο δεκαετίες (2006, 2014) μὲ τὶς ἀντικανονικὲς συμπροσευχὲς καὶ συνδιακηρύξεις, ὅπως καὶ μὲ τὰ ἀτελῆ συλλείτουργα. Καὶ ὅτι αὐτὰ συνιστοῦν ἀπερίφραστα μέγα θεολογικὸ ψεῦδος. Διότι ἐπρόκειτο γιὰ συγκρητιστικὲς ἐκδηλώσεις πρὸς τὸ θεαθῆναι μὲ ἕναν καὶ μοναδικὸ σκοπό: αὐτὸν τῆς προωθήσεως καὶ ἑδραιώσεως τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.


Παπικοὶ καὶ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές, ὅπως καὶ ἀντιπρόσωποι Οἰκουμενικῶν Ὀργανισμῶν καὶ λοιπῶν αἱρέσεων, ἐξέφρασαν γιὰ ἄλλη μία φορὰ μὲ τὸν πιὸ ἐπίσημο τρόπο τὴν ταύτισή τους στὸ Οἰκουμενιστικό τους ὅραμα. Κατ’ αὐτοὺς ὑπάρχει ἀγάπη, ὑπερτονισμὸς τῆς ἀγάπης, χωρὶς ὅμως Ἀλήθεια. Ὁμιλοῦν καὶ ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους χωρὶς Ἀλήθεια, πρᾶγμα ἀφύσικο ὀρθοδόξως.


Α. Νίκαια – ἐπετειακὸς ἑορτασμὸς


κεῖ ἀκριβῶς ποὺ καταισχύνθηκε ἡ ἀρειανικὴ αἵρεση, στὴν Νίκαια, ἐκεῖ ἔγινε συνεορτασμὸς μὲ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ Πρωτεῖο καὶ κυρίως μὲ τὸ Ἀλάθητό του συνιστᾶ καὶ ἐκπροσωπεῖ ἕναν θλιβερὸ Νεο-αρειανισμό, σύμφωνα μὲ τὸν Ὁμολογητὴ Πατέρα Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ τραγικὸ καὶ ἐπαίσχυντο! Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἐδῶ καὶ ἕναν αἰῶνα μὲ ὅσα καινοφανῆ κηρύσσουν, πράττουν καὶ ὑπηρετοῦν, οὐσιαστικὰ διασχίζουν τὸν ἄρραφο χιτῶνα τῆς Πίστεως καὶ καταργοῦν τὴν Ἁγιοπατερικὴ τάξη καὶ εὐπρέπεια τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας.


Οἱ θλιβερὲς αὐτὲς διαπιστώσεις δὲν εἶναι ὑπερβολικές. Ἡ μνήμη τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καθόρισε καὶ ἐπιβεβαίωσε τὴν ὀρθόδοξη δογματικὴ ἀλήθεια ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς «ὡς προκάλυμμα γιὰ τὴν θόλωση τῶν δογματικῶν ὁρίων» (Μητροπολίτης Ζαπορίζιε Λουκᾶς, «Ρομφαία», 6-12-2025). Καὶ αὐτὸ γίνεται ἀκόμη πιὸ τραγικὸ ἀπὸ τὴν διαπίστωση ὅτι ἐπιδιώκεται ἑνότητα μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ λοιποὺς ἑτεροδόξους -παρὰ τὴν ἀπουσία τῆς Ἀληθείας, χωρὶς νὰ ὑπάρχει πρωτίστως οὐσιαστικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ ἐπούλωση καὶ θεραπεία φοβερῶν διασπάσεων, οἱ ὁποῖες συνέβησαν παλαιότερα καὶ πρόσφατα ἐξ αἰτίας ἀκριβῶς ἀποφάσεων καὶ ἐνεργειῶν τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν. Θυμίζουμε τὸ Ἡμερολογιακὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ στὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως καὶ τὸ Οὐκρανικό.


Εἶναι σημαντικὴ διαπίστωση, ὅτι ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει Μετάνοια καὶ διόρθωση τῶν ἐπταισμένων, μόνο πνευματικὴ σύγχυση προκαλεῖται καὶ ἐντείνεται. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀντιμετωπίζουμε, δυστυχῶς, χωρὶς νὰ διαφαίνεται λύση στὸν ὁρίζοντα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὀρθῶς παρατηρεῖται ὅτι «τὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη στὴν Νίκαια δὲν εἶναι ἁπλὸ πολιτιστικὸ δρώμενο· εἶναι σημεῖο πορείας. Καὶ ἡ πορεία δείχνει ὄχι πρὸς τὴν ὀρθόδοξη συνοδικότητα, ἀλλὰ πρὸς μία νέα μορφὴ Οὐνίας» (Μητρ. Ζαπορίζιε Λουκᾶς). Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, οἱ Οἰκουμενιστὲς πανηγυρίζουν γιὰ τὸ «μήνυμα ἑνότητας, καταλλαγῆς, ἀλήθειας καὶ ἀγάπης» ποὺ δῆθεν ἐκπέμφθηκε στὴν Νίκαια (Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἱστολόγιο «Panorthodox Synod», 29-11-2025).


Βέβαια, οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀναγνωρίζουν ὅτι ὑπάρχουν «θεολογικὲς διαφορές» ποὺ δὲν μποροῦν νὰ παρακαμφθοῦν, ὅμως τονίζουν ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο «γιὰ νὰ ἐκφράσουν οἱ χριστιανικὲς Ἐκκλησίες τὴν ἑνότητά τους μέσα ἀπὸ ἕναν ἐποικοδομητικὸ λόγο στὴ σύγχρονη κοινωνία καὶ νὰ δώσουν ἀπαντήσεις στὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου» (Μεσσηνίας Χρυσόστομος). Ὁμολογοῦν δηλαδὴ ὅτι κάνουν τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὅλων τῶν κατοπινῶν. Ἐκεῖνοι διεκήρυτταν καὶ διασφάλιζαν τὴν ἑνότητά τους στὴν βάση τῆς δογματικῆς συμφωνίας καὶ τῆς ἐπιλύσεως ἀκόμη καὶ διοικητικῶν θεμάτων Κανονικῆς εὐταξίας. Οἱ σημερινοὶ ὅμως πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ αἰσθάνονται ἑνωμένοι μὲ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ νὰ ἐκφέρουν κοινὸ λόγο οἰκοδομῆς ὡς ἀπάντηση στὰ προβλήματα, χωρὶς πρωτίστως νὰ συνομολογήσουν ἕνωση πίστεως καὶ ἀληθείας!


 Κων/λεως Βαρθολομαῖος μίλησε στὴν Νίκαια γιὰ «ἱστορικὸ κοινὸ προσκύνημα», «γιὰ κοινὴ εὐλάβεια καὶ κοινὸ αἴσθημα ἐλπίδος» καὶ γιὰ παροχὴ «ζωντανῆς μαρτυρίας τῆς ἴδιας πίστεως ποὺ ἐξέφρασαν οἱ Πατέρες τῆς Νίκαιας»! Ὁ δὲ Πάπας Λέων, ἐκφραστὴς ἐκ τῆς θέσεώς του τοῦ Βατικανείου Ρωμαιοκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ «παγκοσμίου ποιμένος», μίλησε γιὰ ἀνάγκη «παγκόσμιας συμφιλίωσης καὶ ἀδελφοσύνης» καὶ εὐχήθηκε «τὸ ἐπετειακὸ ὁρόσημο νὰ ἀποτελέσει ἀφετηρία νέων καρπῶν ἑνότητας, συμφιλίωσης καὶ εἰρήνης γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα»… Γίνεται σαφὲς ὅτι οἱ Οἰκουμενιστὲς στὴν πραγματικότητα δὲν σχετίζονται μὲ τὴν Ἀλήθεια τῆς Νίκαιας, οἱ δὲ ἀπὸ κοινοῦ ἑόρτιες καὶ ἐπετειακὲς τελετές τους συνιστοῦν ἀντικανονικὲς καὶ ἀσεβεῖς πράξεις, ἀπομειωτικὲς τῆς ἀληθοῦς Πίστεως.


Β. «Κοινὴ Δήλωση» Πάπα καὶ Πατριάρχη


Πάπας καὶ Πατριάρχης συνυπέγραψαν «Κοινὴ Δήλωση» στὸ Φανάρι, τὸ Σάββατο 29 Νοεμβρίου, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσα τάξη σὲ τέτοιες περιπτώσεις. Σὲ αὐτὴν θεωροῦν ὅτι ἔχουν κοινὴ πίστη καὶ ὁμολογία μὲ αὐτὴν ποὺ ἐκφράσθηκε στὴν Νίκαια. Ἡ θέση αὐτὴ ἔχει διατυπωθεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες ἀπὸ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές, ὡς ἰδιαίτερα ἐξυπηρετικὴ στοὺς στόχους τους. Γιὰ παράδειγμα, ὁ τότε Μύρων Χρυσόστομος διεκήρυττε στὸ Φανάρι ὅτι «πᾶσαι αἱ Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι συμπίπτουν καὶ συναντῶνται ἐπὶ τῆς αὐτῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως» (περιοδ. «Ἐπίσκεψις», 15-6-1981, σελ. 6).


Τοῦτο ὅμως ἀμφισβητεῖται ἀφοῦ οἱ θεολογικὲς προϋποθέσεις κάθε πλευρᾶς εἶναι διαφορετικὲς ἔστω καὶ ἄν λεκτικῶς δύνανται νὰ ἀπαγγείλουν ἀπὸ κοινοῦ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο χωρὶς κάποια παραποίηση. Ὅμως, κοινὴ Τριαδολογία δὲν ὑπάρχει μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς λοιποὺς ἑτεροδόξους, οὔτε κοινὴ Χριστολογία, Ἐκκλησιολογία καὶ Σωτηριολογία στὸ φῶς βέβαια καὶ τῶν λοιπῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀλληλένδετες, ἀλληλεξαρτώμενες καὶ ἀλληλοσυμπληρούμενες. Κύριο σημεῖο τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: «Εἶναι κοινή μας ἐπιθυμία νὰ συνεχισθεῖ ἡ διαδικασία διερεύνησης μιᾶς πιθανῆς λύσης γιὰ ἀπὸ κοινοῦ τέλεση τῆς Ἑορτῆς τῶν Ἑορτῶν κάθε ἔτος. Ἐλπίζουμε καὶ προσευχόμεθα ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ “ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ” (Κολ. 1, 9) νὰ δεσμευθοῦν στὴν διαδικασία ἐπιτεύξεως κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῆς λαμπρᾶς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁ ἀπὸ κοινοῦ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα, ὅπως σχολιάζεται, δύναται «νὰ ἐμπνεύσει νέα καὶ θαρραλέα βήματα» πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἑνότητος (“Voria.gr”, 10-12-2025).


Οἱ Οἰκουμενιστὲς καὶ στὸ ζήτημα αὐτὸ διακρατοῦν τὸ ὅμοιο λανθασμένο σκεπτικό τους. Παρὰ τὶς διαφορὲς πίστεως, θεωροῦν ὅτι δύνανται ὄχι μόνο νὰ ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους στὴν παροχὴ «κοινῆς μαρτυρίας», ἀλλὰ καὶ νὰ συνεορτάζουν τὶς ἑορτὲς –πρᾶγμα ποὺ συνέβη ἀκριβῶς μὲ τὴν Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τοῦ 1924 βάσει τοῦ Πατριαρχικοῦ Διαγγέλματος τοῦ 1920, καὶ μάλιστα αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἅγιον Πάσχα.


Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὲς ἐξέφρασαν ξεκάθαρα στὴν Β΄ Προσυνοδικὴ Διορθόδοξη Διάσκεψη στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης τὸ 1982 τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἀπὸ ὅλους τὸ λεγόμενο «νέο ὀρθόδοξο ἡμερολόγιο» ὡς ἀκριβέστερο τόσο γιὰ τὶς ἀκίνητες ἑορτὲς ὅσο καὶ γιὰ τὸ Πασχάλιο (βλ. ἀνάλυση στὸ βιβλίο μας: 100 χρόνια Ἡμερολογιακῆς Μεταρρύθμισης…, Λάρισα 2024, σελ. 80-88). Αὐτὸ εἶναι ποὺ προβάλλει ὁ Κων/λεως Βαρθολομαῖος ὡς κοινὴ ἡμερομηνία «σύμφωνα πρὸς τὸ Πασχάλιο τῆς καθ’ ἡμᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Αὐτὸ θὰ ὁλοκληρώσει καὶ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴ τῆς Ἡμερολογιακῆς Μεταρρυθμίσεως, ἡ ὁποία ἀποφασίσθηκε ἀπὸ τὸν Μελέτιο Μεταξάκη στὸ λεγόμενο «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τοῦ 1923 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ποὺ ὁ Βαρθολομαῖος ἔχει φαίνεται ὄνειρο ζωῆς νὰ ἀποτελειώσει, ἄν βεβαίως τὸ ἐπιτρέψει ὁ Κύριος.


κόμη καὶ οἱ σχολιαστὲς κοσμικῶν ἐφημερίδων διαβλέπουν στὴν δήλωση περὶ «Κοινοῦ Πάσχα» τὴν «ἔνδειξη ἑνότητας», δηλαδὴ ὅτι «ἡ κοινὴ ἡμερομηνία θὰ ἀποτελεῖ ὁρατὸ σημεῖο σύγκλησης μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν», καὶ ὅτι τοῦτο συνιστᾶ «βασικὸ κεντρικὸ ἄξονα μὲ ἄμεση παγκόσμια σημασία» (βλ. ἐφημερ. «δημοκρατία», 4-12-2025). Πάντως, ἐφ’ ὅσον δὲν προσδιορίσθηκε στὴν «Κοινὴ Δήλωση» κάτι τὸ συγκεκριμένο ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, πέραν τῆς ἐπισημάνσεως καὶ τῶν εὐχῶν, σημαίνει ὅτι τὸ θέμα δὲν ἔτυχε ἀκόμη εἰδικῆς κοινῆς ἐπεξεργασίας. Προφανῶς, θὰ προσπαθήσουν ἐντὸς τοῦ 2026 νὰ προχωρήσουν σὲ κοινὴ συμφωνία, διότι ἔχει ἤδη ἐκφρασθεῖ ὅτι «Κοινὸ Πάσχα» ἐλπίζουν νὰ καθιερώσουν ἀπὸ τὸ ἔτος 2027 καὶ ἑξῆς.


Στὴν «Κοινὴ Δήλωση» γίνεται ἐπίσης εὔφημος μνεία στὴν 60ὴ ἐπέτειο τῆς «ἱστορικῆς Κοινῆς Διακηρύξεως» Πάπα Παύλου ΣΤ΄ καὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τοῦ 1965, ἡ ὁποία «ἐξάλειψε τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ χαρακτηρίζεται ὡς «προφητικὴ χειρονομία». Ὀρθοδόξως, ἡ λεγόμενη «ἄρση τῶν ἀναθεμάτων» τίθεται στὸ πλαίσιο τοῦ ἐξουνιτισμοῦ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν, ὅπως περιγράφουμε στὸ ἀναφερθὲν ἔργο μας (βλ. 100 χρόνια Ἡμερολογιακῆς Μεταρρύθμισης…, σελ. 73-75). Ἐπίσης, στὴν «Κοινὴ Δήλωση» τοῦ Φαναρίου (29-11-2025) γράφεται ὅτι «ὅσοι διστάζουν σὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ διαλόγου νὰ ἀκούσουν προσεκτικὰ τὶ τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις (Ἀποκαλ. 2, 29), τὸ ὁποῖο στὶς τρέχουσες περιστάσεις τῆς ἱστορίας μᾶς παρακινεῖ νὰ προσφέρουμε στὸν κόσμο ἀνανεωμένη μαρτυρία εἰρήνης, συνδιαλλαγῆς καὶ ἑνότητος».


τσι οἱ Οἰκουμενιστές, βέβαιοι ὄντες ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνουν εἶναι ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσπαθοῦν ἀτυχῶς νὰ κάμψουν τὶς ἀντιστάσεις ὅσων εἶναι ἀκόμη διστακτικοί. Ἄν καὶ στὸ ἐνδεχόμενο ἑνὸς πραγματικοῦ Διαλόγου Ἀληθείας κατὰ τὸ Πατερικὸ ὑπόδειγμα οὐδεὶς ἀληθινὰ Ὀρθόδοξος θὰ εἶχε τὸν ὁποιονδήποτε δισταγμό. Ἡ ἀντίρρηση ἔγκειται τόσο στὸ πλαίσιο διεξαγωγῆς του (1980 ἑ.), ὅσο καὶ κυρίως στὴν ὅλη του Οἰκουμενιστικὴ προϋπόθεση καὶ στοχοθεσία. Οἱ ὑπογράφοντες τὴν «Κοινὴ Δήλωση» Πάπας καὶ Πατριάρχης, παραδέχονται ὅτι διεξάγεται καὶ θεολογικὸς διάλογος «στὴν διαδικασία ἐπαναπροσέγγισης μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν μας», ὅμως παραδέχονται ὅτι στὴν διαδικασία περιλαμβάνονται καὶ ἄλλα «ἀναγκαῖα στοιχεῖα», ὅπως «τῶν ἀδελφικῶν ἐπαφῶν, προσευχητικοῦ καὶ κοινοῦ ἔργου σὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς τομεῖς ὅπου ἡ συνεργασία εἶναι ἤδη ἐφικτή».


Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα: προτάσσουν αὐτὰ ποὺ ἕπονται, χωρὶς νὰ ἐπιλύσουν αὐτὰ ποὺ προηγοῦνται! Θυμίζουμε ὅμως ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐλάλησε διὰ τῶν Ἱερῶν Συνόδων, τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων σχετικὰ μὲ τὸν καθορισμὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων ποὺ ἀντιλέγονται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδει τώρα «ἀνανεωμένη» ὁδηγία περὶ αὐτῶν προτρέποντας καὶ ἐπιτρέποντας πράγματα, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα ἦταν καὶ εἶναι μὴ ἀποδεκτά, μὴ ἐπιτρεπτὰ καὶ καταδικαστέα! Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δυστυχεῖς Οἰκουμενιστὲς ἐμπαίζονται ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ ἐκλαμβάνουν τὶς ὑποδείξεις του, τὶς ἀντίθετες πρὸς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὅτι εἶναι δῆθεν ὑποδείξεις θεῖες, ἀληθινὲς καὶ ἀναγκαῖες! Ὥστε καὶ οἱ ἴδιοι νὰ ἐξαπατῶνται οἰκτρῶς, ἀλλὰ νὰ συμπαρασύρουν στὸν ὄλεθρο καὶ ὅσους τυχὸν τοὺς ἐμπιστεύονται καὶ τοὺς θεωροῦν ἀληθεῖς καὶ ἀξιοπίστους.



Γ. Θρονικὴ Ἑορτὴ Κωνσταντινουπόλεως


Πρὶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως», νωρὶς τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου 29 Νοεμβρίου, ὁ Πάπας Λέων ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο στὸν Πατριαρχικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, ὅπου ἐψάλη Δοξολογία καὶ ἀντηλλάγησαν μηνύματα.


 Πάπας Λέων μνημονεύθηκε κανονικὰ ὡς Ἐπίσκοπος Ρώμης ἀπὸ Πατριαρχικὸ Διάκονο, πρὶν ἀπὸ τὴν μνημόνευση τοῦ ἰδίου τοῦ Λατινόφρονος Πατριάρχου. Ἐπίσης, τοῦ ἐψάλη ἀπὸ τὸν Χορὸ «Πολυχρόνιον» σὰν σὲ κανονικὸ καὶ κοινωνικὸ Ἐπίσκοπο καὶ Προκαθήμενο. Ἀντηλλάγη ἀσπασμὸς καὶ ἔγινε συνευλόγηση τῶν παρευρισκομένων στὸν χῶρο τοῦ Ναοῦ ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ χῶρο κοσμικοῦ θεάματος, ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε εἶχε μολυνθεῖ γιὰ ἄλλη μία φορά. Οἱ πάντες καὶ οἱ πάσες μὲ ἐπαγγελματικὴ ἤ ἐρασιτεχνικὴ φωτογραφικὴ ἤ κινηματογραφικὴ συσκευή, συναγωνιζόμενοι καὶ συνωθούμενοι σὲ ἐκστατικὴ κατάσταση, προσπαθοῦσαν νὰ ἀπαθατίσουν τὶς «μοναδικὲς» κατ’ αὐτοὺς στιγμές. Καμία αἴσθηση ἱερότητος, κανένα ἴχνος συναισθήσεως. Ὅλα τὰ φῶτα στὰ «ἰνδάλματα», στοὺς «πρωταγωνιστὲς τοῦ δράματος», χωρὶς νὰ ἀφήνεται κανένα περιθώριο λατρείας καὶ τιμῆς στὸν οὕτως ἤ ἄλλως Μεγάλο Ἀπόντα: στὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό! Πρόκειται ὅμως γιὰ κάτι ποὺ ἔχει καθιερωθεῖ, γιὰ ἔθος Οἰκουμενικό. Ἐδῶ καὶ μιὰ ἑξηκονταετία ἰδίως λαμβάνει χώρα συνεχὴς λειτουργικὸς συγχρωτισμὸς σὲ πολλὰ ἐπίπεδα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους.


Γιὰ τοὺς ἐξουνιτισθέντες Οἰκουμενιστὲς τοῦτο εἶναι ἀπολύτως φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς διατυπωθείσης πίστεώς τους. Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμὸς γιὰ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, συναποτελοῦν «τὸ ἑνιαῖον σῶμα τοῦ Χριστοῦ» (περιοδ. «Ὀρθοδοξία», Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 1994, σελ. 444). Μαζί, ὅπως καὶ μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς, ἔχουν -κατὰ Βαρθολομαῖον- κοινὴ εὐθύνη «ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ» (περιοδ. «Ἐπίσκεψις», 499/31-12-1993, σελ. 6). Θυμίζουμε ἄλλωστε ὅτι μυστηριακὴ ἀλληλο-αναγνώριση συνέβη ἐπίσημα καὶ στὰ πλαίσια τοῦ διαλόγου τους στὸ Βελεμένδιο τοῦ Λιβάνου τὸ ἔτος 1993, χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχουν ἐπιλυθεῖ τὰ θέματα πίστεως τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι τοὺς χωρίζουν.


Θυμίζουμε καὶ πάλι ὅτι κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Κανονικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση τοῦτο εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἀπαράδεκτο. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες Βασίλειος ὁ Μέγας καὶ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, γιὰ παράδειγμα, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπισαν παρόμοιες καταστάσεις, θεωροῦν μία τέτοιου εἴδους κοινωνία «ὀλέθρια» καὶ «ψυχοφθόρα». Οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς Ἁγιορεῖτες Πατέρες τὸν ΙΓ΄ αἰ., σὲ ἐπιστολή τους πρὸς τὸν Λατινόφρονα Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγο, τονίζουν ὅτι «μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτὸ (τὸ ὄνομα κακοδόξου ἐπισκόπου στὴν Θ. Λειτουργία) κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων». Ἄν οἱ Λατινόφρονες δὲν μνημονεύονται, ἀλλὰ ἡ ἀναφορά τους μολύνει τὸν ἀναφέροντα ἔστω καὶ ἄν εἶναι ὀρθόδοξος κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Λατίνων καὶ Λατινοφρόνων Πάπας Ρώμης δύναται νὰ μνημονεύεται;!


Δηλαδή, 650 χρόνια μετὰ τὴν ὡς ἄνω ἐπιστολή, ὅταν ὁ Παπισμὸς δογμάτισε τόσες ἄλλες κακοδοξίες καὶ αἱρέσεις, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ τὴν καταδικασθεῖσα Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμισή του τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ., μπορεῖ νὰ μνημονεύεται στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀρχηγοῦ του χωρὶς καμία ἐπίπτωση; Χωρὶς νὰ προξενεῖται κανένας πλέον μολυσμὸς καὶ χωρὶς κανένα ψυχικὸ κόστος; Θεωροῦμε ὅτι ὅποιος καὶ διὰ τῆς ἐνόχου σιωπῆς του καταπίνει τὶς πικρὲς ἀλήθειες ποὺ ἐξάγονται αὐτονόητα ἀπὸ ὅλα αὐτά, αὐτὸς καθίσταται συνένοχος στὸν Λατινισμὸ τοῦ Πατριάρχου του καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. Ὁ μολυσμὸς τῆς νέας αὐτῆς Οὐνίας ἔχει καταμολύνει τὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα. Ὅσοι ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν τὸ πασιφανὲς τοῦτο, ὅσοι παρὰ ταῦτα νομίζουν ὅτι πλέουν σὲ πελάγη ψυχικῆς εὐεξίας καὶ ἀνατάσεως, σημαίνει ὅτι ἔχουν φθάσει σὲ ἀξιοθρήνητη πνευματικὴ ἀναισθησία, ἀπὸ τὴν ὁποία εἴθε νὰ μᾶς φυλάξει ὁ Κύριος! Ἐπιστρέφοντες στὰ τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς, λέγουμε ὅτι μετὰ καὶ τὴν ὑπογραφὴ τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως», ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος παρέστη ἐπισήμως μετὰ μανδύου ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα σὲ λειτουργία ποὺ τέλεσε ὁ Πάπας Λέων γιὰ τοὺς Παπικοὺς ποὺ ζοῦν στὴν Τουρκία σὲ στάδιο τῆς Πόλεως.


Εἶχε προηγηθεῖ τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου «Οἰκουμενικὴ Συνάντηση προκαθημένων καὶ ἐκπροσώπων ἐκκλησιῶν, ποὺ πραγματοποιήθηκε στὸν νεόδμητο Συροϊακωβιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ, στὸ προάστιο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου». Τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, 30 Νοεμβρίου, τελέσθηκε πατριαρχικὸ συλλείτουργο στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, τοῦ Πάπα Λέοντος παρισταμένου στὸ Ἀντίθρονο σὲ περίοπτη θέση. Ἀντηλλάγη λειτουργικὸς ἀσπασμὸς στὸ «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» μεταξὺ Πατριάρχου καὶ Πάπα, ὅπως καὶ μεταξὺ τοῦ Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Πάπα. Ὁ Πάπας ἀπήγγειλε λατινικὰ τὴν Κυριακὴ προσευχὴ («Πάτερ ἡμῶν»). Στὸ τέλος ἀντηλλάγησαν μηνύματα, ἐψάλησαν καὶ πάλι τὰ Πολυχρόνια Πάπα καὶ Πατριάρχου καὶ ἀκολούθησαν ἀσπασμοὶ καὶ συνευλογίες πρὸς τὸ ἐκκλησίασμά τους. Τέλος, ἀπὸ τὸν ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου εὐλόγησαν τοὺς παρισταμένους. Ἀκολούθησε ἐπίσημο γεῦμα στὴν πατριαρχικὴ τράπεζα. Οἱ Οἰκουμενιστὲς συνευωχούμενοι προχωροῦν ἀκάθεκτοι στὴν ἐν τῇ πράξει ἐφαρμογὴ τῶν σκοπῶν τους, σοβαρᾶς ἀντιστάσεως μὴ ὑπαρχούσης…


Δ. Δικαιολογίες ἐξαπατήσεως


νῶ θὰ ἔπρεπε νὰ προβληθεῖ σθεναρὴ ἀντίδραση ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταιγιστικῆς ἀντορθοδόξου πραγματικότητος, ἐν τούτοις τέτοιο πρᾶγμα δὲν φαίνεται νὰ συμβαίνει. Ὅταν ἡ Ἀλήθεια τῆς πίστεως καταπατεῖται καὶ περοφρονεῖται τόσον σκαιῶς, ὅταν αὐτὴ συσκοτίζεται καὶ χάνεται, ἡ κατὰ Θεὸν ἀντίσταση εἶναι μονόδρομος. Πρόκειται γιὰ καίριο ζήτημα πνευματικῆς ἐπιβιώσεως, μαρτυρίας καὶ εὐθύνης. Ὅμως, κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ στὴν Ἑλλάδα καὶ εὐρύτερα, οἱ ὁποῖοι βεβαίως γνωρίζουν ὅλα ὅσα συνέβησαν μετὰ πάσης λεπτομερείας, παρουσιάζουν τὶς ἑξῆς κύριες τάσεις:


α. Αὐτὴν τῆς αἰδήμονος σιωπῆς, τουλάχιστον δημοσίως, τοῦ ἀπολύτου στρουθοκαμηλισμοῦ, ποὺ συνιστᾶ ὅπως τονίσαμε συνενοχή. Ἐπικρατεῖ ἐκκωφαντικὴ προσποίηση ὅτι δὲν συνέβη καὶ δὲν συμβαίνει κάτι τὸ ὁποῖο νὰ τοὺς ἀφορᾶ. Σὰν νὰ ὑπάρχει μία ἄλλη πραγματικότητα, ἕνα παράλληλο σύμπαν, ὅπου ὅλα ἔχουν καλῶς καὶ βαίνουν ἀσφαλῶς!… β. Ὑπάρχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ εἴτε λόγῳ συνειδησιακοῦ ἐλέγχου εἴτε λόγῳ πιέσεως ἀπὸ τὸ περιβάλλον τους, προσπαθοῦν δυστυχῶς νὰ δικαιολογήσουν τὰ ἀδικαιολόγητα γινόμενοι δημοσίως οἰκτρὰ καταγέλαστοι. Ἔτσι, ἄλλοι διατείνονται ὅτι ὁ Πάπας μετέβη στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι σὰν ἀρχηγὸς κράτους, διότι ἔχει καὶ αὐτὴ τὴν ἐξαμβλωματικὴ ἰδιότητα, καὶ ἔτσι ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο παρὰ ὡς Προκαθήμενος Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα «Ἀδελφῆς»!


λλοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἁπλῶς γίνεται διάλογος ἤ δηλώσεις καὶ ἐνέργειες «ἀπὸ ἀγάπη», ἀκόμη καὶ στὰ περὶ Κοινοῦ Πάσχα, χωρὶς ὅμως ἀντίκρισμα στὴν πραγματικότητα. Ἄλλοι ἐπιμένουν ὅτι δὲν ἔγινε πλῆρες συλλείτουργο, ἀφοῦ δὲν ἔφθασαν σὲ κοινὸ ποτήριο, καὶ ἄρα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει ταραχὴ καὶ ἀνησυχία. Δηλαδή, σὰν νὰ ἔχουμε ἕνα ἀστεφάνωτο ζευγάρι ποὺ ἐπιτελεῖ ὅλα τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ πέραν τοῦ «συγκυλισμοῦ», ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν «ὁλοκληρώνει» πλήρως, ἄρα δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κατηγορήσουμε, οὔτε νὰ τοῦ προσάψουμε σοβαρὴ εὐθύνη! Ἁπλῶς χαριεντίζεται ἀπὸ ἀγάπη! Τί θὰ ἔλεγαν οἱ Πνευματικοί; Πρόκειται γιὰ κάτι ἀθῶο καὶ ἀκατηγόρητο; Ἀλήθεια, ἀπέμεινε σὲ κάποιους ἴχνος σοβαρότητος;! Ζητοῦμε συγγνώμην γιὰ τὴν ἀναλογία, ἀλλὰ πῶς ἀλλιὼς νὰ παραστήσουμε τὸ ἔκτροπο;


λλοι τονίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως εἶναι Μία, ἡ Ὀρθόδοξη, καὶ ἄρα δὲν ὑπάρχει θέση γιὰ τοὺς Παπικούς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ ἐπιστρέψουν ἐν μετανοίᾳ γιὰ νὰ ἑνωθοῦν σὲ αὐτήν. Συμφωνοῦμε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη θέση, ἀλλὰ ὅσοι ἐν ὄψει ὅσων συμβαίνουν λέγουν ἀφελῶς τὴν δική τους αὐτὴ θεωρία, θὰ πρέπει νὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια τους καὶ νὰ ἀντικρίσουν τὴν ζοφερὴ πραγματικότητα ὡς πρὸς τὸν χῶρο ποὺ βρίσκονται. Ἄλλοι βεβαιώνουν ὅτι ἀρκοῦνται νὰ προσεύχονται καὶ νὰ τελοῦν τὴν Θ. Λειτουργία, χωρὶς ὅμως νὰ ἐνδιαγέρονται γιὰ τὸ μνημόσυνο τῶν «ἀμνημονεύτων». Αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμη τους δὲν ἔχει σημασία οὔτε κάποια σοβαρὴ ἀρνητικὴ ἐπίπτωση. Ἐν τούτοις, εἴδαμε ὅτι ἄλλα κηρύσσει καὶ ὁμολογεῖ ἡ ἁγία Ὀρθοδοξία. Συναφῶς, ἄλλοι λέγουν ὅτι χρειάζεται προσευχὴ γιὰ τὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς Οἰκουμενιστὲς σὲ ἑνότητα βέβαια μαζί τους, μήπως καὶ ἀνανήψουν. Προσευχὴ ὑπὲρ μετανοίας τους ναί, ἀλλὰ προσευχὴ μαζί τους καὶ σὲ κοινωνία μὲ αὐτοὺς ὄχι μόνον δὲν τοὺς ἐπαναφέρει στὴν Ἀλήθεια, ἀλλὰ ἀντιθέτως μιαίνει τοὺς ὀρθοδόξους στὸ φρόνημα, οἱ ὁποῖοι νομίζουν σφαλερῶς ὅτι μποροῦν νὰ συνδυάσουν τὰ ἀσυνδύαστα καὶ νὰ συμμετέχουν ἀκίνδυνα σὲ πράγματα ἀντιθετικὰ καὶ ἀλληλο-αποκλειόμενα.


λλοι ἐπικαλοῦνται τὴν στάση ἐπιφανῶν Γερόντων προηγουμένων δεκαετιῶν, γιὰ δῆθεν ἀνοχὴ τῶν αἱρετιζόντων, ἄν καὶ γνωρίζουν τὴν ἀντι-οικουμενιστική τους στάση, ὅπως καὶ τὴν κατὰ πολὺ χειροτέρευση τῶν Οἰκουμενιστῶν κατὰ τὶς τελευταῖες τρεῖς δεκαετίες. Δὲν ἀποτελεῖ ἐπαρκὲς ἄλλοθι μιὰ τέτοια ἐπιλεκτικὴ ἐπίκληση, ἡ ὁποία γίνεται σκόπιμα γιὰ ἀπόσβεση καὶ ὄχι γιὰ ἀνόρθωση τοῦ ἀγωνιστικοῦ ζήλου ὑπὲρ πίστεως. Ἀγῶνας σωτηρίας σοβαρὸς σὲ τέτοια βοῶσα πνευματικὴ κατάντια δὲν ἐπιτελεῖται. Ἄλλοι πάλι ἐπικαλοῦνται τὸ «μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε» τοῦ Κυρίου, σὰν νὰ μὴ γνωρίζουν τὸν Πατερικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος διευκρινίζει ὅτι αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ στὰ θἐματα τῆς πίστεως. Ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοιά τους ἀποτελοῦν ὑπεκφυγὲς καὶ στεροῦνται ὀρθοδόξου θεμελιώσεως καὶ σοβαροῦ Ἁγιοπατερικοῦ καὶ Ἱεροκανονικοῦ ἐρείσματος.


πάρχουν βέβαια καὶ οἱ ὀλίγοι ἀντιδρῶντες (μόνον ἕνας ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὡς πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς!), οἱ ὁποῖοι ἀρκοῦνται ἐπὶ τοῦ παρόντος σὲ γνωστὸ «χαρτοπόλεμο», θεωροῦντες ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου λήγει τὸ καθῆκον τους. Τοῦτο δείχνει μὲν κάποια εὐαισθησία, ἀλλὰ παράλληλα ἀπογοητεύει, ἐφ’ ὅσον ἐξαντλεῖ τὸν ἀγῶνα σὲ μία γραπτὴ ἀντίρρηση, χωρὶς περαιτέρω συνέχεια, πρᾶγμα ὄχι ἰδιαίτερα ἐνοχλητικὸ καὶ καθοριστικὸ γιὰ τοὺς παραβάτες τῆς πίστεως. Δὲν θὰ παραλείψουμε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὑπάρχουν σίγουρα καὶ ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς ποὺ ὁ Κύριος γνωρίζει, οἱ ὁποῖες σιωπηρῶς, χωρὶς θλιβερὲς δικαιολογίες καὶ πολυλογίες, ὀδυνῶνται πραγματικῶς καὶ εὔχονται εἰλικρινῶς περὶ τοῦ πρακτέου. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ τὶς εἰσακούσει καὶ νὰ δώσει πληροφορία λυτρωτική! Ἐμεῖς, χωρὶς καμία διάθεση ὑπεροχῆς αὐτο-εξυψωτικῆς ἤ σκληρῆς καταδίκης τῶν ἄλλων, θυμίζουμε ὅτι τὸ μεῖζον πρόβλημα Πίστεως ἀπὸ τὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ καὶ ἡ κατάργηση τοῦ κηρύγματος τῆς Μετανοίας. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀρκεῖται στὴν εἰρηνικὴ ἀλληλο-αναγνώριση, ἀλληλο-αποδοχὴ καὶ ἀδιατάρακτη ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ καὶ ὄχι στὴν ὁπωσδήποτε ἑνωτικὴ συγχώνευση.


Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ ἐκτροπὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νοθεύεται ἡ Θεανθρώπινη Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ὑφίσταται ὁ κίνδυνος τῆς ψυχικῆς ἀπωλείας. Δὲν πρόκειται γιὰ «διαλόγους» οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ἀπέτυχαν ἤ καρκινοβατοῦν, ἀλλὰ γιὰ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Τὰ συνεχῆ συνθήματα γιὰ εἰρήνη, ἑνότητα, ἀγάπη καὶ ἀδελφοσύνη ἀποδεικνύουν ἁπλῶς τὴν ἐγκόσμια προοπτικὴ τῆς παρούσης αἱρέσεως. Ἀποτελοῦν γυμνὲς καλολογίες καὶ ὡραιολογίες, ἐπιφανειακοὺς ὅρους καλῆς θελήσεως, χωρὶς σφραγῖδα Ἁγιοπνευματική. Ὅσοι ξεγελοῦν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους μὲ δικαιολογίες στερούμενες θείας ἐπιμαρτυρίας, τίθενται σαφῶς ἐκτὸς τῆς ἀγωνιζομένης κατὰ τῆς αἱρέσεως Ὀρθοδοξίας, ὡς ἀρνούμενοι τὸ θεῖον ἄθλημα τῆς κατὰ Θεὸν Ὁμολογίας ἔργῳ καὶ λόγῳ, πρᾶγμα πρώτιστης σημασίας σήμερα.


Εὐχόμαστε ἡ θεία Χάρις νὰ στηρίζει τοὺς ἀγωνιζομένους καλῶς καὶ θεοφιλῶς στὸν Ἀγῶνα τῆς πίστεως ἕως τέλους. Νὰ καλέσει στὴν ὀρθὴ ὁδὸ τοὺς ἀναποφασίστους καὶ τοὺς προβληματιζομένους καὶ νὰ κατατροπώσει τὴν αἵρεση αὐτὴ τῶν ἐσχάτων, ἡ ὁποία συνιστᾶ καταφανῶς τὴν Ἀποστασία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς φυλάξει καὶ νὰ μᾶς σώσει στὴν Βασιλεία Του! Ἀμήν.



Λάρισα, 30-11/13-12-2025
Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου



 Ιεράς Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΌΠΟΥ ΒΑΔΗΣ & ΒΥΡΤΕΜΒΕΡΓΗΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ





Εισαγωγικά.

Μας στάλθηκε  ηλεκτρονικά από τον επίσκοπο Βάδης και Βυρτεμβέργης Παϊσιο ( του παλαιού ημερολογίου) το παρακάτω κείμενο. Είναι πρώτη φορά που δημοσιεύουμε στο ιστολόγιο κείμενο του συγκεκριμένου επισκόπου, από τότε που προσχώρησε στο παλαιό ημερολόγιο. Δημοσιεύουμε το κείμενο για τους παρακάτω λόγους.

1.Λόγω σεβασμού στην αντι-οικουμενιστική Σύνοδο της ΡΟΕΔ.

2.Για λόγους εκκλησιολογικής ελευθεροτυπίας .

3.Για λόγους  σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας, επειδή αναφέρει ιστορικά στοιχεία που αφορούν χειροτονίες ομάδας (Σύνοδος Μιλάνου)  που προήλθε από την ΡΟΕΔ.Η ενημέρωση ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΒΛΑΠΤΕΙ.

Επίσης σημειώνουμε ‘ότι διαφωνούμε με επιλογές του συγκεκριμένου επισκόπου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε τον αντι-οικουμενιστικό του αγώνα και ο, τι κόστος είχε αυτός.

Γνωρίζουμε ότι στα ιστολόγια εν Χριστώ αδελφών που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο δημοσιεύτηκαν άρθρα, που έθεταν υπό αμφισβήτηση την Αποστολική διαδοχή της συγκεκριμένης ομάδος της ΡΟΕΔ όπως φαίνεται στα παρακάτω link

1.https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2023/05/1935-2019.html

2.https://churchgoc.blogspot.com/2017/10/

3.https://churchgoc.blogspot.com/2023/07/blog-post.html

Αυτά όμως είναι θέματα που θα τα κρίνει Σύνοδος Ορθοδόξων επισκόπων αν και όταν γίνει και ΟΧΙ ΕΜΕΙΣ. Επίσης αξιομνημόνευτη είναι και η παρακάτω δημοσίευση.

https://archive.romfea.gr/patriarxeia/patriarxeia/patriarxeio-mosxas/6908-7804

Προκειμένου να διευκολύνουμε την κατανόηση της παρακάτω δημοσίευσης, αναφέρουμε και τα παρακάτω:

Ο πρώην Μητροπολίτης Μιλάνου και Δυτικής Ευρώπης κυρός Ευλόγιος. (1935-2019).

(Πατριαρχείο Κιέβου).

Ο κατά κόσμον Κλάους Αουγκοστίν Χέσλερ γεννήθηκε στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας στις 21 Φεβρουαρίου 1935. Προερχόμενος από Ρωμαιοκαθολική οικογένεια ασπάστηκε την Ορθοδοξία και το 1970 εκάρη μοναχός. Το 1971 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Σούροζ Αντώνιο στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ρωσίας. Υπηρέτησε ως Εφημέριος στην Ιταλία. Μετά το 1975 εγκατέλειψε τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ρωσίας και εντάχθηκε στη δικαιοδοσία των Παλαιοημερολογιτών της Ελλάδας (παράταξη Φλωρίνης και μετά το 1985 στην ομάδα του Αυξεντίου). Στις 9 Σεπτεμβρίου 1984 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Μιλάνου. Τη χειροτονία τέλεσε ο Μητροπολίτης Λισσαβώνος Γαβριήλ, συμπαραστατούμενος από τον Επίσκοπο Κοΐμπρας και Αβέιρας Ιάκωβο. Το 1990 διαφώνησε έντονα με την ένταξη της Επισκοπής του στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Πολωνίας κκαι ίδρυσε δική του δικαιοδοσία με το όνομα "Ορθόδοξη Αυτόνομη Μητρόπολη Δυτικής Ευρώπης", γνωστή και ως Σύνοδος του Μιλάνου. Στις 18 Νοεμβρίου 1993 εντάχθηκε στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κιέβου. Στις 27 Δεκεμβρίου 1996 αποχώρησε από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κιέβου. Το 2011 προσπάθησε να επιστρέψει στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ρωσίας ως Αρχιμανδρίτης χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αργότερα προσέλαβε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Μιλάνου και Λογγοβαρδίας και Μητροπολίτη Ακυληίας και Δυτικής Ευρώπης. Εκοιμήθη στο Μιλάνο στις 20 Ιανουαρίου 2019.

---------------------------------------------------------------------------------------------------

 Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΌΠΟΥ ΒΑΔΗΣ & ΒΥΡΤΕΜΒΕΡΓΗΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

1. ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ

 

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λισσαβώνος και πάσης Πορτογαλίας κυρός Γαβριήλ. (1938-1997).

 

Ο κατά κόσμον Εδουάρδος Ερρίκος Πίντο ντα Ρότσα γεννήθηκε στη Λισσαβώνα το 1938. Το 1966 εντάχθηκε στην Υπερόριο Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάννης από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Γενεύης και Δυτικής Ευρώπης Λεόντιο. Διάκονος και Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1968 και έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Το ίδιο έτος μετέβη στην Πορτογαλία όπου κατόρθωσε να δημιουργήσει μία ομάδα πεντακοσίων περίπου πιστών, οι οποίοι υπήχθησαν στη δικαιοδοσία της Υπερορίου Ρωσικής Εκκλησίας. Η ομάδα αυτή αποτέλεσε την Εξαρχία της Πορτογαλίας υπό την Υπερόριο Ρωσική Εκκλησία ενώ το 1976 αναγνωρίστηκε από το Πορτογαλικό κράτος ως Ορθόδοξη Εκκλησία της Πορτογαλίας. Το έτος 1978 ιδρύθηκε από τη Σύνοδο του Παλαιού Ημερολογίου της Ελλάδος υπό τον Μητροπολίτη Αυξέντιο (παράταξη Φλωρίνης) η Επισκοπή Δυτικής Ευρώπης. Στην Επισκοπή αυτή χειροτονήθηκε Επίσκοπος ο Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Ρότσα, ο οποίος υπάγονταν μέχρι τότε στην Υπερόριο Ρωσική Εκκλησία. Η χειροτονία τελέσθηκε στις 18 Ιουνίου 1978 (ήδη είχε προηγηθεί στις 17 Ιουνίου 1978 μοναχική κουρά στο μεγάλο σχήμα με το όνομα Γαβριήλ) από τους Αρχιερείς των Γ.Ο.Χ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Αυξέντιο και τους Μητροπολίτες Κορίνθου Κάλλιστο, Πειραιώς και Σαλαμίνος Γερόντιο και Μεγάρων Αντώνιο. Ο τίτλος του νέου Επισκόπου ήταν Επίσκοπος Λισσαβώνος και Έξαρχος Πορτογαλίας. Σύντομα ο Επίσκοπος Γαβριήλ ονομάστηκε Έξαρχος Δυτικής Ευρώπης. Το Σεπτέμβριο του 1984 η Σύνοδος των Γ.Ο.Χ. της Ελλάδος απένειμε καθεστώς Αυτονομίας στην Εξαρχία της Δυτικής Ευρώπης και ο Επίσκοπος Γαβριήλ ονομάστηκε Μητροπολίτης Λισσαβώνος και Πορτογαλίας.

 

2. άκωβος Κομπρα  

 

 Σύνοδος π τν ρχιεπίσκοπο Αξέντιο τν περίοδο τς διαστάσεως θεώρησε καλ ν προ βε σ χειροτονία Βοηθο πισκόπου γι τν Πορτογαλίας Γαβριήλ, το Κομπρα ακώβου τ 1984, γεγονς πο νοιξε τν δ γι νέες χειροτονίες στν Ερώπη.

 

3. Ελόγιος Μιλάνου

 

 Πορτογαλίας Γαβριλ μ τν Βοηθό του πίσκοπο άκωβο προέβησαν σ χειροτονία κα λλου πισκόπου γι τν Πορτογαλία, το βούρα Θεοδώρου, κα ν συνεχεί σ χειροτονίες πισκόπων γι τν ταλία, πως το Τορνο Γρηγορίου, Μιλάνο Ελογίου. 

 

Οι τρεις Λισσαβώνος Γαβριήλ, Κομπρα Ιακωβος και Μιλάνου Ευλόγιος χειροτόνησαν τον Φιλόθεο Κυνηγαλάκη. Αυτός μαζί με άλλους χειροτόνησαν πρώτα τον Ραφαήλ* και έπειτα τον Πρόδρομο**

 

 Φιλοθεος Κυνηγαλάκης ως Λητής & Ρεντίνης

 Ραφαήλ Πετρίτσης ως Πενταπόλεως

 Πρόδρομος Καρυδιάς Φιλίππων

 

Οι τρεις τελευταίοι χειροτόνησαν με τον τίτλο Βάδης & Βυρτεμβεργης τον υπογράφοντα Παΐσιο Παπαδόπουλο.

 

Δεν αμφισβητώ την Αποστολοκή Διαδοχή κανενός από αυτούς -πέραν του ότι, στο απώτερο παρελθόν υπήρξαν προβλήματα, που λίγοι γνωρίζουν ως διχοστασίες και μπερδέματα εις την διοίκησιν του Πατρώου, και την περίοδο του Αυξεντίου, ακόμη και κάποιες αταξίες του Ευλογίου που δεν ήμουν όμως ενήμερος τί ακριβώς έγινε, τις προθέσεις, τις συνθήκες, τα κίνητρα και τέλος την μετάνοιά του. Αν υπήρχαν, αυτά σαφώς δεν αίρουν την κανονικότητα της χειροτονίας του και δεν καταλύουν την Αποστολική Διαδοχή με την οποία έλαβε την αρχιερατικήν Χαριν, διότι δεν καταδικάσθηκε ποτέ με κάποια καθαίρεσιν ο Ευλογιος, ούτε από κάποιο εκκλησιαστικό δικαστηριο των Γ.Ο.Χ. Το να εστιάζουν ορισμένοι εκ της κεντρικής παρατάξεως των Γ.Ο.Χ στην προσωπικότητα του Ευλογίου, μήπως είναι, διότι θέλουν να έχουν την αποκλειστικότητα εις την Αποστολικήν Διαδοχήν και την ρύθμισιν των εκκλησιαστικών πραγμάτων εις τον χώρον του Πατρίου; Και αν ακόμη δεν είχε καλή πολιτεία ο Ευλογιος, εν τούτοις η χειροτονία του Φιλοθέου Κυνηγαλάκη "εγένετο"!!!, και μάλιστα όχι από τον τελευταίο μόνον, αλλά και απο τους τρεις, και αρχαιότερος αυτών ήταν ο Λισαβώνος Γαβριήλ που μάλλον αυτός έκανε την χειροτονία, διότι και τον Ευλογιο ο ίδιος τον χειροτόνισε με τον Ιακωβο. Οπωσδήποτε, επιθυμούμε να μας ενημερώσει ο θεοφιλέστατος Φιλόθεος, καθώς επισης, ποιοί ακριβώς συμμετείχαν και στις χειροτονίες του Ραφαήλ και του Προδρόμου. Προσωπικώς, εννοείται ότι αναγνωρίζω τις χειροτονίες των προηγουμένων και των μετέπειτα, γι' αυτό και δέχθηκα την χειροτονία μου από τους θεοφιλεστάτους επισκόπους Φιλόθεο, Ραφαήλ και Πρόδρομο, όμως για ιστορικούς λόγους και για να έχουμε τα διαπιστευτήρια όταν μας ζητούν λόγο χρειαζόμαστε της περαιτέρω πληροφορίες.