Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Ανασκόπηση της Εγκυκλίου της Συνόδου της Κρήτης (Πρωτοπρεσβύτερος- Ljubo Milošević)

Εισαγωγικά

Προκειμένου να κατανοήσουμε το παρακάτω κείμενο του Σέρβου πρωτοπρεσβυτέρου  Ljubo Milošević, διακρίνουμε τα επιχειρήματά του σε τρία επίπεδα: το Εκκλησιολογικό, το Μεθοδολογικό/Κανονικό και το Ιδεολογικό/Γεωπολιτικό.

1. Εκκλησιολογικό Επίπεδο: Η έννοια της «Συνοδικότητας»

Ο Milošević τοποθετείται ενάντια σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως «κοσμικοποίηση» της Εκκλησίας. Επικρίνει την εισαγωγή κοινοβουλευτικών όρων στην Εκκλησία. Για τον ίδιο, η Συνοδικότητα δεν είναι «ψηφοφορία» ή «πλειοψηφία», αλλά η ΑΠΟΛΥΤΗ ΟΜΟΦΩΝΙΑ  που καθρεφτίζει τη σχέση των Προσώπων της Αγίας Τριάδας. Θεωρεί «αίρεση» την προσπάθεια να εξομοιωθεί η εκκλησιαστική λειτουργία με τη δυτική δημοκρατική διαδικασία.

Ένα κεντρικό σημείο του κειμένου είναι η διαφωνία για το πώς πρέπει να συγκροτείται μια Σύνοδος. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η «επισκοποκεντρική» προσέγγιση (όπου κάθε επίσκοπος είναι φορέας της πληρότητας της Εκκλησίας) παραγκωνίστηκε από το Φανάρι υπέρ μιας «αντιπροσωπευτικής» λογικής (εκπρόσωποι-επίσκοποι), την οποία θεωρεί ξένη προς την παράδοση και εργαλείο ελέγχου.

2. Μεθοδολογικό και Κανονικό Επίπεδο: Η αποτυχία της «Συναίνεσης»

Ο συγγραφέας εστιάζει στην «αρχιτεκτονική» της Συνόδου και γιατί αυτή κατέρρευσε.

  • Επισημαίνει ότι η προετοιμασία της Συνόδου είχε βασιστεί στην αρχή του consensus (ομοφωνίας ). Όταν αυτή η αρχή παραβιάστηκε (λόγω της άρνησης συζήτησης θεμάτων ή της επιβολής διαδικασιών), η Σύνοδος έπαψε αυτόματα να έχει κανονική ισχύ.
  • Η στάση της Αντιοχείας, της Γεωργίας, της Βουλγαρίας και της Ρωσίας δεν παρουσιάζεται ως απουσία, αλλά ως κανονική πράξη αυτοπροστασίας. Ο Milošević υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που οι Εκκλησίες αυτές αρνήθηκαν να υπογράψουν, η Σύνοδος έχασε τον «Πανορθόδοξο» χαρακτήρα της, μετατρεπόμενη σε μια περιφερειακή σύναξη.
  • Επικρίνει τη στάση των διοργανωτών που, παρά τις απουσίες, προσπάθησαν να επιβάλλουν την εικόνα μιας επιτυχημένης Συνόδου. Χαρακτηρίζει αυτή την τακτική ως «ζωή σε άρνηση» (living in denial) και «επικοινωνιακό ζογκλερισμό» με την αλήθεια.

3. Ιδεολογικό και Γεωπολιτικό Επίπεδο: Η «σύγκρουση των κόσμων»

Αυτό είναι το πιο «αιχμηρό» μέρος του κειμένου, όπου ο συγγραφέας συνδέει τη θεολογία με τη διεθνή πολιτική.Ο Milošević βλέπει τον οικουμενικό διάλογο όχι ως μαρτυρία πίστης, αλλά ως «συγκρητισμό» που αλλοιώνει την ορθόδοξη ταυτότητα. Τον χαρακτηρίζει ως «σπόρο διχόνοιας» και υποστηρίζει ότι η Εκκλησία πρέπει να απομακρυνθεί από αυτόν. Ο συγγραφέας χωρίζει τον ορθόδοξο κόσμο σε δύο μπλοκ: Το Δυτικό Μπλοκ: Εκκλησίες που, κατά τον ίδιο, ακολουθούν μια φιλοδυτική/ΝΑΤΟϊκή πολιτική, επηρεάζονται από τον «δυτικό μεταχριστιανικό τρόπο ζωής» και δέχονται τις επιταγές του «Φαναρίου».

Το Ανατολικό Μπλοκ (με επικεφαλής τη Ρωσία): Εκκλησίες που επιδιώκουν, κατά τον ίδιο, την εσωτερική πνευματική και οικονομική ελευθερία, μακριά από την «ιδεολογία της πνευματικής και οικονομικής υποτέλειας».

Κατηγορεί τις «ελληνόφωνες» Εκκλησίες ότι διακατέχονται από έναν «ιστορικό φθόνο» και έναν έντονο εθνοφυλετισμό, ο οποίος τις οδηγεί να αποδέχονται ξένα «dictat» προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση τους στο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι.

Ο Milošević γράφει από μια θέση που υποστηρίζει την αυστηρή προσκόλληση στην πατερική παράδοση και είναι επιφυλακτική έως εχθρική απέναντι σε κάθε εκσυγχρονιστική ή συγκεντρωτική τάση μέσα στην Ορθοδοξία.

  • Το βασικό του συμπέρασμα: Η Σύνοδος της Κρήτης δεν ήταν «γεγονός της Εκκλησίας» αλλά «γεγονός ενός εστιασμένου κύκλου», ο οποίος, προσπαθώντας να επιβληθεί, κατέληξε να αποκαλύψει τις βαθιές διαιρέσεις που ήδη υπήρχαν στο σώμα της Ορθοδοξίας.
  • Το κάλεσμά του: Ζητά την επιστροφή στην «απλή ευσέβεια» και την ομολογία της αλήθειας, ανεξάρτητα από το πολιτικό ή εκκλησιαστικό κόστος.

 

---------------------------------------------------------------------------------------------

 



Αυτή η πρόσφατη Σύνοδος εγείρει πολλά ερωτήματα, και οι απαντήσεις σε αυτά προκαλούν σοβαρό φόβο. Πράγματι, πόσο καλοπροαίρετοι και ειλικρινείς άνθρωποι είμαστε, πρωτίστως υπεύθυνοι με τον λόγο μας στην υπηρεσία του Λόγου, πόσο σεβόμαστε την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, το κατ' εικόνα Θεού και το πρόσωπο στον πλησίον μας, σε κάθε μέλος της Εκκλησίας ξεχωριστά, καθώς και στους λειτουργούς της κατά βαθμό και υπακοή, όταν σε τόσο υψηλό επίπεδο, στο πρόσωπο των εκπροσώπων των τοπικών Εκκλησιών, γράφουμε μια Εγκύκλιο ή ένα μήνυμα προς το κοινό που περιέχει μια απλή αυτοάρνηση;

Στο πρώτο άρθρο του Μηνύματος της Συνόδου της Κρήτης διαβάζουμε τα εξής: «Πρωταρχική προτεραιότητα της Συνόδου ήταν η διακήρυξη της ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η υπάρχουσα ενότητα, βασισμένη στην Ευχαριστία και την αποστολική διαδοχή των επισκόπων της, πρέπει να ενισχυθεί και να αποφέρει νέους καρπούς.»

Παρά την ευσεβώς καλλιεργημένη συνείδηση σεβασμού προς οποιαδήποτε κανονική εκκλησιαστική σύναξη, είναι δύσκολο να απορρίψουμε την αλήθεια που προβάλλει μπροστά στα μάτια μας. Στις πρώτες γραμμές αυτού του επίσημου μηνύματος αποκαλύπτεται ένα φαινόμενο που ολοένα και περισσότερο συναντάται, από το οποίο υποφέρει η σύγχρονη ανθρωπότητα, το οποίο στην ψυχολογία είναι γνωστό ως «ζωή σε συνειδητή άρνηση της πραγματικότητας» (living in denial). Στη στάση μας αυτή ασφαλώς επηρεάζει η επιλογή του όρου «πρωταρχική», που οφείλει να πείσει για μια «ενότητα», η οποία στην ουσία αυτού του γεγονότος, αυτής της ανοιχτής διάστασης στην κατανόηση της Συνόδου της Κρήτης, δεν υπάρχει καθόλου. Ας προσέξουμε τον ίδιο τον όρο «ενότητα», διότι αυτή στην Ευχαριστία δεν έχει ποσότητα, δεν έχει κάποια αριθμητική αξία ώστε να την «ενισχύσουμε» ή να την αυξήσουμε, αλλά είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει. Όμως, στη σύγκληση της Συνόδου «πρωταρχικά» δεν υπήρξε επιθυμία για την ενότητα, την οποία αντικατέστησε η νομικιστική-σχολαστική αρχή, η οποία δεν την ενισχύει, αλλά τη δηλητηριάζει και στο τέλος την απορρίπτει. Στις φαντασιακές της αρμοδιότητες, η ανολοκλήρωτη Σύνοδος της Κρήτης, σε αυτές τις πρώτες της γραμμές, αναιρεί τον εαυτό της, διότι με την έκφρασή της αποδεικνύει ότι ήταν μόνο μια Σύνοδος ορισμένων τοπικών Εκκλησιών όπου «συμβουλεύονταν» (και η ίδια η Εγκύκλιος λέει ότι η Σύνοδος «συμβουλεύει»). Στο περιορισμένο πεδίο της (θα μου επιτρέψετε να πω και περιορισμένη έκφραση της καθολικής Εκκλησίας), προσπάθησε να επισημάνει ορισμένα προβλήματα της σημερινής Εκκλησίας. Μια Σύνοδος που «συμβουλεύει» και δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύει, είναι το παν άλλο εκτός από αυτό για το οποίο την προετοίμαζαν επί χρόνια, και στο τέλος όλη αυτή τη δουλειά των προηγούμενων γενεών απλώς την υπονόμευσαν.

Ήδη κατά την προετοιμασία της, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που μάθαμε οριστικά ότι ορισμένες Εκκλησίες δεν θα συμμετείχαν, είδαμε και ακούσαμε ότι δεν ήταν συνοδικώς συμφωνημένη, και με ποια κανονική μορφή θα έπρεπε να παρουσιαστεί στην Εκκλησία; Παραβιάστηκε και ο κανονισμός αυτής της συμφωνημένης εργασίας, η συναίνεση (consensus), λόγω της οποίας υπήρξαν ανοιχτές συγκρούσεις κατά την προετοιμασία. Επομένως, η συναίνεση, δηλαδή η ομοφροσύνη και η ομοψυχία, σε αυτή την περίπτωση ήταν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας της πραγματικής συνοδικότητας, διότι ακριβώς πάνω σε αυτήν ασκούνταν, δοκιμάζονταν και ελέγχονταν, για να καταλήξει στο τέλος να αποτύχει.

Είναι απλή και καθαρή αλήθεια ότι η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν έδωσε τη συγκατάθεσή της για την τελική σύγκληση αυτής της Συνόδου της Κρήτης[1]. Αυτό αποτελεί το πρώτο «de jure» αξεπέραστο εμπόδιο για τη διεξαγωγή της. Το πράττει αυτό βάσει του φυσικού της δικαιώματος ύπαρξης ως Αυτοκέφαλη Εκκλησία, καθώς και του κεκτημένου δικαιώματος της αδελφικής συμφωνίας όλων των τοπικών Εκκλησιών – πάνω σε εκείνο το από κοινού διαμορφωμένο έγγραφο που υπέγραψαν όλοι, το οποίο αναφέρει ότι η μεθοδολογία της προετοιμασίας και της ίδιας της Συνόδου πρέπει να βασίζεται στη συναίνεση. Θεολογικά ειπωμένο, στην ομοφροσύνη και την ομοψυχία.

Κατά την προετοιμασία της σύγκλησης αυτής της Συνόδου, στο πλευρό της Αντιοχείας στάθηκε και η Εκκλησία της Γεωργίας, η οποία προχώρησε βαθύτερα και έθεσε «θεολογικό βέτο». Διότι οι ανησυχίες της αφορούν την ίδια τη διδασκαλία της Εκκλησίας, και αυτό είναι ήδη σοβαρό ζήτημα, καθώς φτάνει στην «κόκκινη γραμμή» πέρα από την οποία δεν μπορεί να προχωρήσει κανείς. Αυτή η Εκκλησία, στην απαραβίαστη ελευθερία της, αρνείται να υπογράψει ένα από τα θέματα το οποίο, παρά αυτό το κανονικό εμπόδιο, μπαίνει στο τραπέζι της ημερήσιας διάταξης της Συνόδου. Επομένως, παραβιάστηκε ξανά η υπογεγραμμένη αρχή της συναίνεσης ως οδηγός αυτής της Συνόδου. Η Εκκλησία της Γεωργίας θέτει ως όρο για τη συνοδικότητα σε αυτή τη Σύνοδο το ζήτημα «Το Μυστήριο του Γάμου και τα κωλύματα αυτού». Αρνήθηκε κατηγορηματικά να το συζητήσει με τη μορφή που προσφέρθηκε προς επεξεργασία, το οποίο χωρίς τη συγκατάθεσή της δεν θα μπορούσε να βρεθεί στην ημερήσια διάταξη. Τι είδους Σύνοδος και συνοδικότητα είναι αυτή που απορρίπτει τις παρατηρήσεις επί της διδασκαλίας, όχι κάποιου μεμονωμένου προσώπου, αλλά ολόκληρης της Ιεράς Συνόδου μιας κανονικής τοπικής Εκκλησίας; Ασφαλώς και αυτό είναι ένα αξεπέραστο εμπόδιο για τη σύγκληση της Συνόδου της Κρήτης με τη μορφή που είχε σχεδιαστεί.

Για τη Βουλγαρική Εκκλησία, το μεγαλύτερο πρόβλημα αποτελεί η επιβεβλημένη μεθοδολογία εργασίας κατά την «τεχνική» προετοιμασία, η οποία περιέχει γι' αυτούς απαράδεκτο συμβολισμό πρωτοκολλικής διαφοροποίησης του Οικουμενικού Πατριάρχη από τους άλλους προκαθημένους των Εκκλησιών και την απουσία διάθεσής του, ως προεδρεύοντος, να ακούσει τις παρατηρήσεις. Ασφαλώς, αξίζει κάθε έπαινο το γεγονός ότι προβάλλουν και πραγματιστικούς λόγους, κάτι που για εμάς είναι πολύ ενδιαφέρον, διότι σε τόσο υψηλό επίπεδο αναφέρεται για πρώτη φορά ένα πρόβλημα που υπάρχει από καιρό, τουλάχιστον στη δική μας Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρόκειται για το χρήμα. Ποιος πληρώνει όλα αυτά; Λένε πολύ απλά ότι για μια τόσο αποτυχημένα οργανωμένη Σύνοδο απλώς δεν έχει νόημα να δαπανάται εκκλησιαστικό χρήμα. Ιδού, να ειπωθεί κι αυτό μία φορά. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να πάει σε Σύνοδο όπου όλα είναι προαποφασισμένα.

Προσέξτε, εδώ οι Εκκλησίες από την οικογένεια των υπολοίπων Εκκλησιών ασκούν τα ουσιαστικά στοιχεία της συνοδικότητάς τους, χωρίς την οποία, στον δεδομένο ιστοριοσοφικό χρόνο του τρέχοντος Διπτύχου των Εκκλησιών, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πανορθόδοξη συνοδικότητα. Εάν αυτές είναι αληθινές Εκκλησίες, δεν έχει σημασία γιατί δεν δέχτηκαν να συμμετάσχουν, ούτως ή άλλως παραβιάζεται η ευχαριστιακή και, ασφαλώς, η νομική συνοδικότητα. Η συνοδικότητα δεν ήταν παρούσα στην Κρήτη, απλώς διότι δεν υπήρξε στο τέλος, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες υποστηρίζουν πως οι προετοιμασίες ξεκίνησαν συνοδικώς. Είναι αλήθεια ότι ξεκίνησαν συνοδικώς, αλλά είναι ακόμη πιο αληθές ότι δεν ολοκληρώθηκαν συνοδικώς, και όλες αυτές οι προσπάθειες παροχής νομιμοποίησης είναι απλώς αβάσιμες, και ακόμη λιγότερο οι γενικόλογες επικρίσεις που απευθύνονται στις Εκκλησίες που εξέθεσαν τους λόγους της μη μετάβασής τους στην Κρήτη.

Μόνο αυτά που αναφέραμε αρκούν για να γίνει κατανοητή η ουσιαστική απουσία συνοδικότητας. Ακριβώς εδώ σταματά κάθε συζήτηση, όπως και οι διάφοροι σοφιστικοί πειρασμοί περί ορθόδοξης συνοδικότητας, η οποία προφανώς δεν υπήρξε. Από όσα ειπώθηκαν, είναι σαφές ότι υπήρχε εμπόδιο για τη σύγκληση αυτής της Συνόδου, το οποίο δυστυχώς δεν θέλησαν να άρουν, επειδή δεν τους ενδιέφερε η συναίνεση.

Επιστρέφοντας στα πρώτα λόγια της εν λόγω Εγκυκλίου, γνωρίζουμε ότι η Σύνοδος στην Κρήτη δεν «διακήρυξε» ούτε εμφάνισε την «ενότητα» της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Απέτυχε στη βασική δοκιμασία της κανονικής της ύπαρξης σε σχέση με την εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η απουσία συνοδικότητας («ενότητας» που, κυριολεκτικά, δεν υπήρξε) βάθυνε τη δυσπιστία και προκάλεσε ανοιχτές δυσαρέσκειες στην Ορθοδοξία. Επομένως, χειροτέρεψε την κατάσταση στην Εκκλησία, προκαλώντας της τεράστιες ζημιές, ιδιαίτερα στη δεκαετή προετοιμασία της για την πιθανή επίλυση πραγματικών, και όχι φανταστικών, προβλημάτων της σημερινής Εκκλησίας: μεταξύ των πρώτων ξεχωρίζουν το ημερολογιακό σχίσμα, το ζήτημα του Πασχαλίου της Φινλανδικής Εκκλησίας και η για την Ορθοδοξία απαράδεκτη μορφή διαλόγου με τους ετερόδοξους – ο οικουμενιστικός συγκρητισμός. Σύμφωνα με τα λεχθέντα, έπραξε ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που διατυπώθηκε στα πρώτα λόγια του πρώτου άρθρου του κειμένου της Κρήτης.

Αυτή η «λειψή» Σύνοδος, στη στάση της απέναντι στις Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν, απλώς αλλάζει τις θέσεις περί ορθόδοξης συνοδικότητας. Σε μεγάλο βαθμό διαίρεσε την Εκκλησία, με τέτοιο τρόπο ώστε απλώς εδραίωσε ακόμη περισσότερο τις σφαίρες επιρροής στη σημερινή «πολιτικο-ιδεολογικά»[2] διαιρεμένη Ορθοδοξία, οι οποίες ασφαλώς βρίσκονται υπό την τρέχουσα πίεση των γεωπολιτικών ολοκληρώσεων και προσδιορισμών σε σχέση με τα ισχυρά συμπτώματα μιας μελλοντικής ορθόδοξης αυτοκρατορικότητας. Τέσσερα από τα πέντε ορθόδοξα Πατριαρχεία (Πενταρχία), που προέκυψαν από την ελευθερία και το πνεύμα της όμορφης βυζαντινής χριστιανικής αυτοκρατορικότητας, απαρνήθηκαν την ίδια. Έλαβαν το κανονικό τους καθεστώς πάνω σε αυτοκρατορικές αρχές πολιτικής ελευθερίας, η οποία απορρέει από την ορθόδοξη χριστιανική κρατική υπόσταση, δηλαδή την εμπειρία της εσωτερικής εκκλησιαστικής και πολιτικής ανεξαρτησίας. Είτε λόγω ιστορικού φθόνου ότι μόνο οι Έλληνες μπορούν να έχουν Ορθόδοξη αυτοκρατορία και «ηγεσία» στην Εκκλησία (Ορθοδοξία), είτε λόγω του έντονου εθνοφυλετισμού των ελληνικών εκκλησιών, εκείνες προτιμούν να δέχονται το «dictat» απ' έξω, δηλαδή την ιδεολογία της πνευματικής και οικονομικής καταπίεσης, προτιμούν να επιλέγουν αυτή τη δυτική μεταχριστιανική ιδεολογία ζωής και κοινωνικής συγκρότησης και σε αυτήν βλέπουν παράλογα το μέλλον της Εκκλησίας. Μαζί με αυτή την ιδεολογία πηγαίνουν και όλες οι άλλες ηθικές και δεοντολογικές ήττες μπροστά στο χολιγουντιανό παγκόσμιο εργοστάσιο ψεύτικων εικόνων ανθρώπινης ευτυχίας και ευημερίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα είναι διαιρεμένη σε σφαίρες επιρροής των παγκόσμιων δυνάμεων, συγκεκριμένα του ΝΑΤΟ, και χωρών που επιθυμούν να ζήσουν αυτή τη ζωή με εσωτερική πνευματική και οικονομική ελευθερία, με επικεφαλής τη μεγάλη Ορθόδοξη χώρα, τη Ρωσία. Στις «λειψές» και μη ολοκληρωμένες κανονικές μορφές της, η Σύναξη στην Κρήτη διαιρεί και δεν ενώνει τις τοπικές Εκκλησίες.

Σε αυτή την ανολοκλήρωτη Πανορθόδοξη Σύνοδο στην Κρήτη, αποκαλύπτεται με τραχύ τρόπο η απουσία θεολογικής οικοδόμησης της εκκλησιαστικής ενότητας, καθώς και η απουσία πνευματικής γλώσσας κατά τις συνεδριάσεις της συνόδου. Όλα αυτά θίγουν το ίδιο το θεολογικό ζήτημα της πανορθοδοξότητας, η οποία παρουσιάζεται με τρόπο μη ορθόδοξο, φτάνοντας μέχρι την βεβήλωση της οντολογικής ομορφιάς των εκκλησιαστικών εκφράσεων, καθώς η συνοδικότητα συγκρίνεται αναλογικά με τη δημοκρατία![3]. Το γεγονός ότι στην περίπτωση της Κρήτης καθοδηγείται από τη δημοκρατική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αποτελεί διδασκαλία ισάξια με αίρεση σε σχέση με τη συνοδικότητα της οντολογικής μοναρχίας της Αγίας Τριάδας. Ο Μητροπολίτης Αντώνιος μας διδάσκει «ότι η Εκκλησία είναι ξένη προς την έννοια της ενότητας μέσα στην αμαρτωλή διαιρεμένη ανθρωπότητα... ότι η ουσία της δεν έχει ομοίωμα ενότητας στη γη, όπου δεν υπάρχει καθόλου, παρά μόνο διαιρέσεις, αλλά στον ουρανό όπου υπάρχει η ενότητα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»[4].

Εδώ θα ήταν υπερβολή να θυμίσουμε τη «συναίνεση», τον προηγουμένως υπογεγραμμένο κανονισμό εργασίας, διότι δημοσίως, με τραχιά απόκλιση από τον ορθόδοξο όρο της ομοφροσύνης, συμφωνούν σε μια κοσμική εργασία βασισμένη στην εμπειρία διαφόρων πολιτικών ψηφοφοριών και απαρτιών. Αυτό απαιτεί εξήγηση ότι η ορθόδοξη συνοδικότητα δεν είναι ένα δεδομένο από μόνο του (όπως ο παποκεντρισμός στον ρωμαιοκαθολικισμό), και το λιγότερο είναι μια εξωτερική αυτο-εφαρμογή με την έννοια «έξω από την έκφραση της ομοφροσύνης», ούτε είναι καταναγκασμός από κάποιους ξένους, άγνωστους στην Εκκλησία παράγοντες, ή από κάποιες ελιτίστικες ομάδες εντός της. Τι είναι η συνοδικότητα; Είναι μια ενεργός και δυναμική πραγματικότητα της ζωντανής εκκλησιαστικής κοινωνίας και ομοφροσύνης, όπως ακριβώς και η Λειτουργία είναι ζωντανή, ενεργός, δυναμική, πραγματική. Παρούσα εδώ και τώρα στις καθορισμένες της «αρμοδιότητες»: τοπικό επίπεδο, επαρχιακό και πανορθόδοξο! Δημιουργείται η εντύπωση ότι για τους συντάκτες αυτού του Μηνύματος, η συνοδικότητα φαίνεται να πηγάζει από κάποιο «μεταλλαγμένο δόγμα». Σαν να είναι παρούσα στην Εκκλησία από μόνη της, η οποία παθητικά σιωπά και περιμένει τη στιγμή της στην πορεία της ιστορίας της Εκκλησίας, την οποία κατά καιρούς μπορούν να κινήσουν ελίτ ή οργανωμένες ομάδες ανθρώπων που δεν χρειάζονται όλες τις Εκκλησίες της Ορθοδοξίας (όπως τώρα στην Κρήτη), ανεξάρτητα από τη μορφή της συνοδικής παρουσίας – αυτοκέφαλη-αντιπροσωπευτική (συμβουλιακή, όπως σε αυτή την περίπτωση, ασφαλώς εκκλησιολογικά λανθασμένη) ή επισκοπική. Γι' αυτό οι συμμετέχοντες σε αυτή τη Σύναξη φαίνεται να συμβουλεύουν ότι μια ορθόδοξη Σύνοδος μπορεί να πραγματοποιηθεί ελλείψει της ουσίας της – της συνοδικότητας; Πρέπει να εξηγηθεί ότι δεν υπάρχει παθητική συνοδικότητα του «κέντρου», την οποία αυτό κατά καιρούς κινεί, αλλά το «Κέντρο» οικοδομείται (πραγματοποιείται) με τη σύναξη των επισκόπων και την ομολογία. Σε εμάς δεν υπάρχει πάπας που θα ήταν το κέντρο της καθολικής συνοδικότητας. Ο μηχανισμός οικοδόμησης της πανορθόδοξης συνοδικότητας είναι η απόκριση και η παρουσία όλων των Εκκλησιών της Οικουμένης, και αυτό είναι αξίωμα της ορθόδοξης συνοδικότητας. Αν δεν υπάρχει συμφωνία, τότε δεν υπάρχει ούτε συνοδικότητα, ούτε ενότητα, και το λιγότερο οι καλοί καρποί που αναφέρει η Εγκύκλιος.

Σε ορισμένους σερβικούς εκκλησιαστικούς κύκλους, σίγουρα εκκλησιαστικά-πολιτικά φαναριώτικα φιλελεύθερου προσανατολισμού, όπως και ιδεολογικά φιλοδυτικού, παρά τα εκτεθειμένα εκκλησιολογικά γεγονότα που εκφράζονται στο περιεχόμενο σαφών επίσημων δηλώσεων ορισμένων τοπικών Εκκλησιών, βλέπουμε ακόμη ότι η Σύνοδος στην Κρήτη περιγράφεται ως «Μεγάλη και Αγία». Ναι, το διαβάζουμε αυτό χωρίς εισαγωγικά; Μπροστά μας είναι το ερώτημα πού είναι τα όρια της εκκλησιαστικά-πολιτικής ανοχής όταν τα δόγματα της Εκκλησίας δεν μπορούν να τους παραχωρήσουν τη θέση τους; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς αν καταστρέφεται η βασική θεολογία; Τέτοιοι ισχυρισμοί αγγίζουν τη βασική ακαδημαϊκή κουλτούρα και τον αυτοσεβασμό, διότι αυτή δεν είναι πλέον θεολογική επιστήμη αλλά αλαζονεία, όταν κοιτάξει κανείς τι συνέβαινε μπροστά στα μάτια μας σε αυτή την αποτυχημένη Πανορθόδοξη Σύνοδο στην Κρήτη.

Αυτή η σύνοδος, κατά το περιεχόμενό της, δεν μπορεί να μείνει στη μνήμη της Εκκλησίας ως Πανορθόδοξη, πόσο μάλλον «Μεγάλη και Αγία», όταν μας μετέφεραν τόσο συγκεχυμένα αυτούς τους όρους, ώστε ένας επίσκοπος να λέει το ένα και ο άλλος το άλλο. Εδώ, ήδη βλέπουμε ότι οι επίσκοποι-συμμετέχοντες, οι οποίοι βρήκαν το θάρρος να γράψουν κάτι στη σερβική κοινή γνώμη (όπως για παράδειγμα τα «Ημερολόγια» του Επισκόπου Μαξίμου), κατανοούν τη συνοδικότητα ως μια συγκεντρωτική «δεδομένη κατάσταση». Σύμφωνα με αυτή τη γραπτή αναφορά, αυτή δεν πηγάζει από εμάς όλους ως σύνολο, ως μοναδική προϋπόθεση γι' αυτήν, αλλά από κάπου από το «κέντρο», στο οποίο φυλάσσεται και έτσι μετά τη «χρήση» παραδίδεται περαιτέρω στην ιστορία, έως ότου εκείνη ξανά την κινήσει. Ναι, συμφωνούμε, αυτή η Σύνοδος στην Κρήτη ήταν σχεδιασμένη, προγραμματισμένη, ήταν καλεσμένη να είναι ίσως «Μεγάλη και Αγία»[5]. Ας το δεχτούμε κι αυτό. Ίσως θα είχε παραδοθεί ως τέτοια στις επόμενες γενιές, ώστε εκείνη («re-receptio») να την αναγνωρίσει και να την αποδεχτεί, και αυτό δεν είναι αμφισβητήσιμο, αλλά το αξεπέραστο εμπόδιο είναι ότι στην βασική της μορφή δεν πραγματοποιήθηκε ως τέτοια. Με άλλα λόγια, δεν ήταν «Μεγάλη» και επομένως ούτε «Αγία», διότι δεν πέτυχε την ενότητα ούτε τη συμφωνία, παρόμοια με εκείνη στον Θεό, την αγιότητα της ύπαρξης αυτών των ιδιοτήτων[6]. Τίποτα δεν συνέβη πανορθόδοξα, αλλά κυριολεκτικά! Τότε πώς να συμφωνήσουμε με τις σκέψεις του Επισκόπου Μαξίμου, ο οποίος θα ήθελε να της δώσει πάντως μια «ενδοφλέβια» για το μέλλον, να την διατηρεί έτσι κι αλλιώς στη ζωή, χωρίς τους βασικούς δείκτες της συνοδικότητας;

Είναι αποκαρδιωτικό ότι δεν γίνεται με κανέναν τρόπο κατανοητό ότι είναι όλοι απλώς άνθρωποι με τη διακονία τους στην Εκκλησία, και όλα όσα απαιτούνται πέρα από αυτό είναι του Θεού. Αυτά τα πράγματα δεν τα λύνει ο άνθρωπος αλλά ο Θεός. Και αυτό είναι θέμα απλής ευσέβειας και όχι σοφιστείας. Γι' αυτό απλώς γνωρίζουμε ότι, με τη θέληση του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι πάνω από τις επιθυμίες και τα οράματά μας, αυτή η Σύνοδος δεν ανακηρύχθηκε ούτε κατά διάνοια ως «Μεγάλη και Αγία», ούτε πανορθόδοξη.

Και το πρόβλημα παραμένει στο εξής: Φοβίζει ή ερεθίζει, ανάλογα με τον καθένα, η ίδια η μεθοδολογία της λεκτικά-επιθετικής «εγκαινίασης» μιας αποτυχημένης Σύναξης, η οποία παρέμεινε σε περιφερειακό καθεστώς από άποψη μορφής και ουσίας. Ανησυχεί αυτό το επιλεγμένο ή συμφωνημένο «μάντρα», η επίμονη και αβάσιμη επανάληψη ότι η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε. Αυτή είναι μια επιλογή ανάμεσα στην αλήθεια και σε κάτι άλλο που δεν είναι αυτή! Υπάρχει έστω και λίγη αξιοπρέπεια μπροστά στην αλήθεια, η οποία εξηγείται στο βασικό σχολικό Κατηχητικό που μας διδάσκει για τη συνοδικότητα, αλλά και για την τιμιότητα; Φοβίζει η ολοφάνερη αλήθεια ότι οι ιδεολογικοί υποστηρικτές αυτής της Συνόδου είναι έτοιμοι να εξαπατήσουν τις επόμενες γενιές και να πουν ότι αυτή η σύνοδος πραγματοποιήθηκε ως «Μεγάλη και Αγία».

Εδώ τα πράγματα είναι τόσο διαφανή και σταθερά διαμορφωμένα στην αλήθεια. Επιβεβαιώθηκε επίσημα ότι τρεις τοπικές εκκλησίες από το Ένα και Μοναδικό Σώμα του Χριστού ανακοίνωσαν ότι αυτή η Σύνοδος, ελλείψει μορφής και ουσίας, το λιγότερο που μπορεί να είναι είναι «Μεγάλη και Αγία». Πρώτα το έκανε αυτό με διπλωματική γλώσσα προ της συνόδου η Ρωσική Εκκλησία σε έκτακτη συνεδρίαση της Συνόδου της στις 13 Ιουνίου. Στο άρθρο 4 του εγγράφου εργασίας της για το ζήτημα αυτό διαβάζουμε: «Με κάθε δυνατό τρόπο να καταβληθούν προσπάθειες για την ενίσχυση της πανορθόδοξης συνεργασίας στην προετοιμασία της μελλοντικής Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η οποία καλείται να γίνει αληθινή απόδειξη της ενότητας της Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». Στο άρθρο 6 ολοκληρώνει τη σκέψη της ότι η «μελλοντική Σύνοδος» δεν είναι αυτή στην Κρήτη, διότι ζητά αλλαγή της μεθοδολογίας συμμετοχής των επισκόπων σε αυτή τη Σύνοδο[7]. Μετά από αυτή την αποτυχημένη σύνοδο, πρώτη μίλησε επίσημα η Εκκλησία της Αντιοχείας στη συνεδρίαση της Συνόδου της στις 27 Ιουνίου. Ξεχωρίζουμε την καθαρή της άποψη, την οποία διατύπωσε στο άρθρο 2 του εγγράφου εργασίας της: «Η Εκκλησία της Αντιοχείας αρνείται να αναγνωρίσει ότι η συνάντηση στην Κρήτη μπορεί να ονομαστεί "Μεγάλη Ορθόδοξη Σύνοδος" ή "Μεγάλη Αγία Σύνοδος"». Εάν αυτή η Εκκλησία είναι κανονικός παράγοντας στο Δίπτυχο των υπολοίπων Εκκλησιών, και είναι, τότε χάρη στην αυτοκέφαλη νομική αυτάρκεια (πληρότητα), επιλέγει να απουσιάζει από τη Σύνοδο. Στέλνει ένα σαφές μήνυμα της ομολογίας της, το οποίο είναι το εγγυημένο δικαίωμά της, και λέει σε όλους μας ότι στη σύνοδο της Κρήτης δεν συνέβη τίποτα «μεγάλο» και οικουμενικό. Αυτή τη Σύνοδο την αρνείται. Ιδού, τώρα τη μετα-συνοδικά αρνείται και η Ρωσική Εκκλησία, κάτι που επιβεβαίωσε επίσημα στη συνεδρίαση της Συνόδου στις 15 Ιουλίου: «Τα μέλη της Συνόδου διαπίστωσαν ότι η διεξαχθείσα Σύνοδος δεν είναι σε συμφωνία με έναν αριθμό αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, διότι παραβιάστηκε η αρχή της συναίνεσης. Σύμφωνα με τα λεχθέντα, η Σύνοδος που διεξήχθη στην Κρήτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πανορθόδοξη, όπως ούτε τα έγγραφα που υιοθετήθηκαν σε αυτήν ως έκφραση πανορθόδοξης συναίνεσης[8].»

Χρειάζεται βασικός σχολικός θεολογικός εγγραμματισμός για να γίνει επιτέλους κατανοητό αυτό;

Στη σερβική γλώσσα, είτε μεταφρασμένα από τα ελληνικά είτε ειπωμένα στα σερβικά, μέχρι στιγμής δημόσια έχουμε ίσως τρεις πηγές που μπορούμε να τεκμηριώσουμε ως αυθεντικές δηλώσεις των αρχιερέων μας. Πρώτα θα αναφερθούμε σε εκείνες σε γραπτή μορφή. Πρόκειται για μια σύντομη και περιεκτική συνέντευξη του Επισκόπου Μπάτσκας Ειρηναίου, την οποία παραχώρησε στην αξιόπιστη και σεβαστή ελληνική διαδικτυακή πύλη «Romfea». Δεν χρειάστηκε να πει πολλά για να γίνει κατανοητός: «Η Σύνοδος δεν είναι Θεσμός ενός και ενιαίου Εκκλησιαστικού Σώματος, αλλά κάτι σαν κοινοβούλιο που αποτελείται από ανεξάρτητες και αυτάρκεις Εκκλησίες. Η Σύναξη των προκαθημένων των Εκκλησιών στην ουσία ενεργεί ως σύναξη παπών. Είτε εσκεμμένα είτε όχι, η σύνοδος υποβαθμίζεται στο επίπεδο των προκαθημένων των Τοπικών Εκκλησιών που έχουν μόνο εκτεταμένη συνοδεία... Επομένως, η διαφορά μεταξύ του ορθόδοξου αρχιερέα και του ετερόδοξου παρατηρητή στη σύνοδο συνίσταται μόνο στο ότι ο πρώτος μπορεί να μιλάει κατά βούληση, ενώ ο δεύτερος κάθεται σιωπηλός: ούτε ο ένας ούτε ο άλλος επιλύουν τίποτα»[9].

Ασφαλώς είναι σημαντικό να αναφερθούμε και στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο της συνέντευξης του Μητροπολίτη Παραθαλασσίας και Μαυροβουνίου Αμφιλοχίου, το οποίο έδωσε στην «TV Atlas». Δυστυχώς, μπερδεύτηκε αρκετά αντιφατικά μιλώντας για την ενότητα που είναι «ιδεώδες»; Πώς να το καταλάβουμε αυτό; Ότι είναι ο στόχος ως ιδεώδες αλλά ανέφικτος στην Εκκλησία; Στη συνέχεια λέει ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ανησύχησε ότι «δεν θα μπορέσει να επιτευχθεί συναίνεση (ενότητα σκέψης), η οποία είναι η βασική αρχή» (υπογεγραμμένη) της προετοιμασίας και της διεξαγωγής της Συνόδου, διότι είναι γι' αυτήν «μέτρο» (Συνοδικότητας..., Εκκλησίας...;)... «Και αποδείχθηκε ότι δεν θα υπάρξει συναίνεση που είχε προβλεφθεί, και το Πατριαρχείο Μόσχας είπε ότι δεν μπορούμε να τη διεξάγουμε (τη Σύνοδο)... Από τη μία πλευρά έχει δίκιο το Πατριαρχείο Μόσχας..., ενώ από την άλλη εμείς (ΣΟΕ) είχαμε υπογράψει...»[10]. Εδώ έχουμε τη «συναίνεση», που με εκκλησιαστικό λεξιλόγιο είναι ομοφροσύνη και ομοψυχία, «από τη μία πλευρά» – όπως λέει ο Μητροπολίτης, και καθαρή νομικιστική «από την άλλη», η οποία δυστυχώς επικράτησε ώστε η ΣΟΕ να πάει στη Σύνοδο γνωρίζοντας ότι εκ των προτέρων δεν είχε πιθανότητες για ενότητα;

Γιατί με αυτή την τελική μορφή η Σύναξη της Κρήτης δεν είναι Μεγάλη σύνοδος ούτε Αγία;

Ένας τέτοιος ισχυρισμός απλώς δεν είναι βιώσιμος γεωγραφικά. Ακόμη και κυριολεκτικά γεωγραφικά εννοούμενο, διότι σε αυτήν δεν συμμετέχει σχεδόν τα δύο τρίτα των τέκνων της Εκκλησίας. Δεν είναι αγία στη θεολογική της ουσία, διότι η αγιότητα απαιτεί ενότητα στην πίστη και την ομολογία. Εξαιρετική εξήγηση διαβάζουμε στον μακάριο Θεοδώρητο Κύρου, όταν, όπως λέει: «Ο Απόστολος Παύλος ονομάζει τους Κορινθίους μία Εκκλησία, ονομάζει και τους συνδέει με τους πιστεύοντες σε ολόκληρη την Οικουμένη, διδάσκοντας ότι όχι μόνο αυτοί πρέπει να είναι σε ομοφροσύνη, αλλά και με όλους όσους πίστεψαν στη σωτήρια κήρυξη, ώστε να έχουν έναν τρόπο σκέψης, που γεμίζουν ένα σώμα του Δεσπότη Χριστού»[11]. Αυτό σίγουρα δεν επιτεύχθηκε. Και κάτι ακόμη, δεν υπάρχει τίποτα άγιο όταν καταλογίζονται ευθύνες στους άλλους! Όλα αυτά φαίνονται τόσο αξιολύπητα και σε σχέση με τη δοξολογική θεολογία της Πεντηκοστής, όταν αυτή ομολογεί: «Εις ενότητα εκάλεσε, και συμφώνως δοξάζομεν (ομολογούμε) το Πανάγιον Πνεύμα..., τα πάντα δίδωσι το Πνεύμα το Άγιον, αναβλύζει θεολογίαν και συγκροτεί σύνοδον εκκλησιαστικήν»[12].

«Εκκλησιαστικές Σύνοδοι» της Γεωργιανής, Αντιοχειανής, Βουλγαρικής και Ρωσικής Εκκλησίας δεν ήταν συγκροτημένες; Σε αυτό το πανορθόδοξο επίπεδο δεν συγκροτήθηκε εκείνη η «Σύνοδος Εκκλησιαστική», παρά τις σχολαστικές-πολιτικάντικες δηλώσεις που μας προσφέρθηκαν. Και αυτές τις δείχνουμε καλύτερα στις δηλώσεις των γραφείων τύπου και των εκπροσώπων των παρόντων τοπικών Εκκλησιών. Μας θύμιζαν περισσότερο, στο δεδομένο περιβάλλον, πολιτικά briefing που βλέπουμε σε κρατικά όργανα, παρά ποιμένες της Εκκλησίας που πρέπει να χρησιμοποιούν τη σαφή συμβουλή του Κυρίου: «Έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου· το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστιν» (Μτθ. 5, 37). Σε αρκετές παρατηρήσεις δημοσιογράφων: Δεν απουσιάζουν τέσσερις τοπικές Εκκλησίες και πώς, παρά το γεγονός αυτό, ονομάζετε αυτή τη Σύνοδο «Μεγάλη και Αγία»; Καμία προσφερθείσα εξήγηση δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτά τα λόγια του Κυρίου. Δεν μπορέσαμε καθόλου να ακούσουμε θεολογικές και εκκλησιαστικά-οικοδομητικές απαντήσεις, ούτε καν απόπειρες υποκριτικής ώστε αυτές οι δηλώσεις να ακούγονται ευσεβείς, αλλά ακούσαμε φθηνό πολιτικάντικο-διαλεκτικό ζογκλερισμό με την αλήθεια.

Συνεχίζουμε να διαβάζουμε αυτό το πρώτο άρθρο της Εγκυκλίου: «Αυτές οι Συνάξεις αποτελούνται από κανονικούς επισκόπους ορισθέντες από τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες».

Πρέπει να διευκρινιστεί ποιος τους «όρισε».

Είναι βέβαιο ότι δεν αποφάσιζαν όλες οι τοπικές εκκλησίες πόσοι επίσκοποι θα τις εκπροσωπούν! Υπήρξαν προτάσεις σε αυτή τη σύνοδο οι Εκκλησίες να εκπροσωπηθούν επισκοπικά (αυτό το μαρτυρά και αυτή η νεότερη ανοιχτή πρόταση της Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της 13ης Ιουνίου), αλλά απορρίφθηκαν. Είναι ευρέως γνωστό ότι σε πανορθόδοξο προκαταρκτικό επίπεδο κατά την προετοιμασία για αυτή τη Σύνοδο ζητήθηκε οι Εκκλησίες να εκπροσωπούνται «συμβουλιακά» (επιλεγμένοι επίσκοποι) και όχι επισκοποκεντρικά (όλοι οι επίσκοποι της Ορθοδοξίας). Ασφαλώς η Εγκύκλιος γράφει σωστά: «Κάθε τοπική Εκκλησία που τελεί την θεία Ευχαριστία αντιπροσωπεύει την τοπική παρουσία και εμφάνιση της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Τότε ποιο είναι το πρόβλημα; Έτσι διδάσκουμε σήμερα και σε ανώτερες θεολογικές σχολές, και αυτό είναι σωστό, έτσι διαβάζουμε και στον άγιο Ιουστίνο τον Νέο. Αλλά για αυτή τη Σύνοδο, αυτό είναι μόνο μια σωστή βιβλιακή σκέψη, ακαδημαϊκή, σωστή θεωρία που απέχει πολύ από την πραγματικότητα του πώς βλέπει το Φανάρι τη σημερινή Εκκλησία και τον ρόλο του σε αυτήν.

Στην Κρήτη υπήρχαν τα πάντα, αλλά λιγότερο η φροντίδα για την πραγματική και ζωντανή ζωή της Εκκλησίας, για τους πραγματικούς ανθρώπους, για την πραγματική ομοφροσύνη και ομοψυχία. Αυτή η Εγκύκλιος μοιάζει να γράφτηκε βιαστικά και νευρικά, προφανώς με δυσπιστία μεταξύ των ίδιων των συντακτών της, διότι κρύβει μέσα της ασυνέπεια και ακόμη και παραλογισμούς. Οι επίσκοποι δεν «ορίστηκαν» εντός της τοπικότητάς τους, δηλαδή από πλήρη αυτοκέφαλη ελευθερία ώστε η απόφαση να είναι δική τους επιλογή, αλλά αυτός ο «ορισμός» προέρχεται έξω από τη συνοδικότητά τους. Είναι περισσότερο ένας συμβιβασμός «από τα πάνω», μια συμφωνία, πάνω στην οποία εξηγούνται οι προηγούμενες δηλώσεις ότι αυτή η Σύνοδος δεν έχει εκκλησιολογική βάση για να είναι Οικουμενική (Πατριάρχης Κύριλλος). Ο ορισμός των επισκόπων βασίζεται στην απορριφθείσα πρόταση να εκπροσωπηθεί η Εκκλησία επισκοπικά, επομένως επιβλήθηκε. Ασφαλώς αυτή η επισκοποκεντρικότητα ήταν μεγάλο πρόβλημα για την προεδρεύουσα Εκκλησία και τους ελληνόφωνους-εθνικούς δορυφόρους της, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των μη-ελληνόφωνων αλλά δυτικά-ιδεολογικά προσανατολισμένων, ακόμη και στρατιωτικά. Σε αυτόν τον χρόνο τέλειων συγκοινωνιών και ανέσεων, το να συγκεντρωθούν περίπου 800 επίσκοποι της Εκκλησίας είναι οργανωτικά μια ασήμαντη προσπάθεια. Η Χαλκηδόνα ή η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος, υπό εκείνες τις δύσκολες συνθήκες ταξιδιού, συγκέντρωσε 630 πατέρες; Για παράδειγμα, εξειδικευμένα συμπόσια συγκεντρώνουν πολύ περισσότερους ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Διατηρεί την αξιοπρέπειά της μπροστά στον κόσμο και την ιστορία μια πανορθόδοξη Σύνοδος που θέλουν ακόμη, ούτε λίγο ούτε πολύ, να την ονομάσουν «Μεγάλη και Αγία»; Να μείνει ως τέτοια χαραγμένη στην ιστορία της Εκκλησίας;

Η πρόταση να εκπροσωπηθεί η Εκκλησία επισκοπικά αποτελεί «κόκαλο στο λαιμό» για το Φανάρι εδώ και δεκαετίες, διότι γνωρίζει ότι σε τέτοιες σωστά και επιμελώς εκπληρωμένες δογματικές και κανονικές προϋποθέσεις[13] για Σύνοδο, χάνει όλες τις θέσεις του. Εδώ και μερικές δεκαετίες επιμένει επίμονα στο αντίθετο και ζητά οι Εκκλησίες να εκπροσωπούνται αντιπροσωπευτικά ή συμβουλιακά. Είναι κατανοητό ότι προτιμά μια τέτοια εκκλησιαστική-πολιτική διπλωματία και γι' αυτό είναι έτοιμο να τεντώσει τις σχέσεις με τις υπόλοιπες τοπικές Εκκλησίες, διότι αυτό είναι το μόνο του πλεονέκτημα. Αυτός ο αφύσικος για την Εκκλησία «ορισμός» των εκκλησιών σε σχέση με τις άλλες, η συμβουλιακή ή διμερής εκπροσώπηση της Εκκλησίας είναι ο μόνος τρόπος για το Φανάρι να επιβιώσει σε σχέση με τις νέες μοίρες και πραγματικότητες της ζωής της Εκκλησίας. Ο ορισμός δεν περιέχει «συνοδικότητα», αν αυτός (ο ορισμός) δεν πηγάζει από την αυτοκέφαλη συνοδικότητα και την άσκηση πλήρους ελευθερίας των τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες μαζί απαρτίζουν τη Σύνοδό τους. Ο ορισμός, η αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση και η ψηφοφορία δεν υπάρχουν στο θεολογικό και λειτουργικό λεξικό, αλλά μόνο στο κοσμικό.

Για να καταλήξουμε. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν εκδηλώθηκε στην Κρήτη! Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι η μορφή εκπροσώπησης της Εκκλησίας δεν ήταν πατερική, αυτή η Σύνοδος δεν είχε ποτέ την πιθανότητα να ανακηρυχθεί τώρα ή αργότερα ως Οικουμενική, δεν πέτυχε ούτε καν εκείνο που προσπάθησαν να συμφωνήσουν οι Εκκλησίες. Η ενότητα δεν επιβεβαιώθηκε πρώτα «par excellence» στη Λειτουργία, στη συνέχεια ούτε νομικά ή δικαιικά, δηλαδή κανονικά. Δεν αρνούμαστε ότι υπήρχε λειτουργική ενότητα μεταξύ των περιφερειακά συγκεντρωμένων Εκκλησιών, αλλά αυτή παραμένει μόνο σε εκείνο το κατώτερο επίπεδο της συγκεντρωμένης διαβούλευσης ή του ορθόδοξου φόρουμ. Όπως ήταν έτσι και είναι, όπως την είδα έτσι την περιγράφω! Γι' αυτό ανακοινώνουμε ότι από τις 19 έως τις 25 Ιουνίου 2016 δεν υπήρξε ούτε διεξήχθη πανορθόδοξη ούτε «Μεγάλη και Αγία» Σύνοδος στην Κρήτη. Υπήρξε μόνο μια απόπειρα συνόδου που μας λέει τώρα ότι η Ορθοδοξία είναι επικίνδυνα διαιρεμένη, πρώτα εκκλησιολογικά και στη συνέχεια και εκκλησιαστικά-πολιτικά. Υπάρχουν πολλοί κακοί άνθρωποι με κακές ατζέντες και οράματα στο ανθρώπινο κατεστημένο της σημερινής Εκκλησίας! Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας βρίσκεται σε μεγάλη κρίση και το συντομότερο δυνατό πρέπει να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα (παράγοντες) που τη διαιρούν. Πρωτίστως και πάνω από όλα πρέπει να επιλυθεί το ζήτημα του οικουμενιστικού συγκρητισμού, πίσω από τον οποίο κρύβεται μια επικίνδυνη και για την Εκκλησία και για τον Χριστιανισμό άγνωστη και ολοένα και πιο εχθρική προς αυτήν θρησκεία. Ο οικουμενισμός ως μαρτυρία της Εκκλησίας και της πίστης στον υπόλοιπο κόσμο είναι ο σπόρος της διχόνοιάς μας και μια από καιρό αποτυχημένη απόπειρα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: [1] Πόσο ανοργάνωτη ήταν αυτή η σύνοδος δείχνει η περίπτωση όπου η Εκκλησία της Αντιοχείας αποφάσισε να δείξει το φαξ του εγγράφου στο οποίο δεν βλέπουμε την υπογραφή της, διότι οι οικοδεσπότες-διοργανωτές έφτασαν στο σημείο να ισχυρίζονται κάτι άλλο σε σχέση με την αλήθεια! [2] Ασφαλώς έχει δίκιο ο Αρχιμανδρίτης π. Νικόδημος (Bogosavljević) όταν λέει ότι «πρόκειται για διαίρεση των Τοπικών Εκκλησιών σε δυτικό και ανατολικό μπλοκ, στα οποία ανήκουν οι συμμετέχουσες και οι μη συμμετέχουσες της Συνόδου της Κρήτης. Η γραμμή οριοθέτησης πηγαίνει προς την κατεύθυνση βορρά-νότου. Στο δυτικό μπλοκ ανήκουν όλες οι Τοπικές Εκκλησίες κρατών και λαών των οποίων οι αρχές ασκούν φιλοδυτική και, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, αντιρωσική πολιτική. Σύμπτωση;! Γι' αυτό η Σύνοδος της Κρήτης πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος της δυτικής αντιρωσικής εκστρατείας...». Αρχιμ. Δρ Νικόδημος Bogosavljević, »Μετά τη εκκοσμικευμένη «Σύνοδο» στην Κρήτη», Ταμείο Στρατηγικού Πολιτισμού (ηλεκτρονική έκδοση), 7 Ιουλίου 2016.

 [3] Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια του briefing, δημοσιογράφος του τηλεοπτικού καναλιού RT έθεσε ερώτημα σχετικά με την πλειοψηφική απουσία εκπροσώπων μελών της Εκκλησίας και πώς αυτή μπορεί να ονομαστεί Πανορθόδοξη; Σε αυτόν απαντά ο Αρχιεπίσκοπος Τελμησσού Ιώβ, εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Γραμματεία της Πανορθόδοξης Συνόδου: «Απαντώντας στην ερώτησή σας, θα θέσω εγώ ο ίδιος μια απλή ερώτηση. Προέρχεστε από μια δημοκρατική χώρα στην οποία ο καθένας αναμένεται να ψηφίσει. Δυστυχώς, σε κάθε δημοκρατική χώρα δεν έρχονται όλοι να ψηφίσουν. Σημαίνει αυτό ότι η ψηφοφορία που πέρασε δημοκρατικά δεν είναι έγκυρη;»

 [4] Μητροπολίτης Αντώνιος Χραποβίτσκι, Ηθική ιδέα του δόγματος της Εκκλησίας. Συλλογή έργων Μ. Αντωνίου, σελ. 23, Βελιγράδι, 1935.

 [5] Γνωρίζουμε ότι η Ρωσική Εκκλησία μέσω του Προκαθημένου της απέρριπτε αποφασιστικά τον πιθανό οικουμενικό της χαρακτήρα, και ότι ο π. Κύριλλος τη θεωρούσε ΜΟΝΟ ως πανορθόδοξη σύνοδο.

[6] Ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός διασαφηνίζει την προσευχή του Ιησού που ειπώθηκε για την ενότητα της Εκκλησίας, την οποία διαβάζουμε σε ολόκληρο το 17ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου κατά Ιωάννη: «Πατήρ και Υιός ποιούν έν εν τη ουσία και εν πολλώ ετέρω, και ούτω και κατά την εαυτών συμφωνίαν. Και ο Ιησούς λέει: «καθώς και ημείς» – κατά την αδιαίρετο και αδιάσπαστο». Αυτό θα το καταλάβουμε ακόμη καλύτερα στον Αγ. Κύριλλο Αλεξανδρείας: «Ωστόσο (Αυτός) επιθυμεί σε πλήρη συμφωνία και αρμονία να διατηρήσει τους μαθητές, αμοιβαία ενωμένους με ψυχή και καρδιά, – και με τον νόμο της ειρήνης και την αμοιβαία φιλία συνδέει σε κάποια αδιάσπαστη συμμαχία αγάπης, ώστε και αυτοί έτσι να φτάσουν σε παρόμοια ενότητα, ώστε από την αντανάκλαση και της φυσικής ενότητας, την οποία κατανοούμε στον Πατέρα και τον Υιό, να γίνει η εθελούσια ένωσή τους, η οποία είναι αδιάσπαστη και αμείωτη, την οποία δεν εμποδίζουν κανένα κοσμικό αντικείμενο ή πάθη διαφορετικών επιθυμιών, αλλά στη διατήρηση της ενότητας της ευσέβειας και της αγιότητας της αμείωτης δύναμης της αγάπης, όπως και πραγματικά συνέβη». Έτσι και στις Πράξεις των Αποστόλων διαβάζουμε: (Και) «ην η καρδία και η ψυχή μία» (Πράξεις 4:32), προφανώς στην ενότητα του Πνεύματος... Ως μελλοντικούς συγκληρονόμους (Εφ. 3:6), μετόχους ενός και του αυτού Πνεύματος, (Αυτός) επιθυμεί να προστατεύσει τους μαθητές του στην ενότητα του πνεύματος, εξ ου και αδιάσπαστη και στην ομοφροσύνη (συμφωνία) μη τραυματισμένη». Ερμηνεία του Ευαγγελίου κατά Ιωάννη, Βιβλίο 11, κεφ. 9.

[7] «Να ζητηθεί ως πολύ επιθυμητό, λαμβάνοντας υπόψη και τις προτάσεις των υπολοίπων τοπικών Ορθόδοξων Εκκλησιών, ώστε στη μελλοντική Σύνοδο να μπορούν χωρίς περιορισμούς να συμμετέχουν όλοι οι επίσκοποι των αγίων Εκκλησιών του Θεού, διότι έτσι σίγουρα θα αυξήσει την αυθεντία των αποφάσεων που θα ληφθούν με Συνοδική απόφαση».

[8] Επίσημη ιστοσελίδα του Πατριαρχείου Μόσχας, 15 Ιουλίου 2016. [9] Romfea.gr, 8 Ιουλίου 2016. [10] «Ζωντανή αλήθεια», «Atlas TV Μαυροβουνίου», 4 Ιουλίου 2016.

[11] Έργα, Ερμηνεία στην επιστολή προς Κορινθίους. [12] Πεντηκοστάριο, Κοντάκιο της εορτής· Εσπερινός, στιχηρό 3ο στον Κύριε εκέκραξα.

[13] Στον άγιο Κυπριανό Καρχηδόνας, στο βιβλίο του περί Ενότητας της Εκκλησίας διαβάζουμε: «Η επισκοπική είναι μία και καθένας από τους επισκόπους σε αυτήν ολοκληρωμένα συμμετέχει». Έργα, σελ. 235. Μόσχα 1999. Αναπτύσσοντας αυτή τη σημαντική σκέψη, ο άγιος Ιουστίνος ο Νέος γράφει στην Ιερά Αρχιερατική Σύνοδο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας: «Οι Κωνσταντινουπολίτες πρωτεργάτες μιας τέτοιας αρχής «εκπροσώπησης» της Ορθόδοξης Εκκλησίας..., ξέχασαν εν τω μεταξύ ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία από τη φύση της και τη δογματικά αμετάβλητη σύστασή της είναι επισκοπική και επισκοποκεντρική. Διότι: ο επίσκοπος με το πλήθος των πιστών γύρω του είναι έκφραση και εκδήλωση της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού, ιδιαίτερα στη Θεία Λειτουργία· η Εκκλησία είναι Αποστολική και Καθολική μόνο μέσω του επισκόπου, ως κεφαλές των πραγματικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων – επισκοπών». «Με αφορμή τη σύγκληση της «Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας» της 7ης Μαΐου 1977.

Πηγη. https://svetosavlje.org/osvrt-na-encikliku-kritskog-sabora/


Η Εκκλησία και οι «Εκκλησίες» - μετά τη Σύνοδο της Κρήτης

Το κείμενο  αποτελεί μια εκτενή θεολογική και κριτική ανάλυση από την οπτική γωνία της παραδοσιακής ορθόδοξης θεολογίας, η οποία αμφισβητεί έντονα τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης (2016) και τις οικουμενιστικές τάσεις που παρατηρούνται στον διαχριστιανικό διάλογο. Καταλήγει στο ότι η Σύνοδος της Κρήτης δημιούργησε ένα κλίμα «σύγχυσης» επειδή απέτυχε να διαχωρίσει με σαφήνεια την Εκκλησία από τις αιρέσεις. Προτρέπει τους πιστούς να μην παρασύρονται από τις «κοσμικές» επιδιώξεις για ενότητα που δεν εδράζονται στην ορθόδοξη πίστη, προβάλλοντας τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό ως πρότυπο ακλόνητης στάσης απέναντι στα δόγματα.

--------------------------------------------

Η Εκκλησία και οι «Εκκλησίες» - μετά τη Σύνοδο της Κρήτης

Αρχιερέας- SRBOLJUB Miletić

Οικουμενική αγάπη

Οι Ορθόδοξοι έχουν διαφορετική κατανόηση της Εκκλησίας και της έννοιας του ανήκειν σε αυτήν από τους Καθολικούς, διάφορους Προτεστάντες και άλλους μη Χριστιανούς. Σήμερα, αυτή η διαφορά εξασθενεί ολοένα και περισσότερο στο μυαλό των Ορθοδόξων, επειδή οι θεολόγοι, οι επίσκοποι και οι κληρικοί μας σπάνια μιλούν γι' αυτήν. Αντίθετα, τα μέσα ενημέρωσης αναφέρουν όλο και περισσότερο διάφορα συνέδρια, διαλέξεις, διαθρησκευτικές συναντήσεις και συγκεντρώσεις, στα οποία λέγεται ότι «πρέπει να αναζητούμε τα σημεία που μας ενώνουν, όχι τα σημεία που μας χωρίζουν», ότι «έχουμε κοινά προβλήματα, κοινές προκλήσεις, ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα πράγματα που μας συνδέουν παρά μας χωρίζουν» και τα συναφή. Αυτές οι συναντήσεις, οι συγκεντρώσεις και οι τελετές που τις συνοδεύουν στέλνουν ένα μήνυμα στον λαό ότι «η αμοιβαία γνωριμία, η συνεργασία, η πολυπολιτισμική και πολυομολογιακή συμβίωση θα γιατρέψουν τις πληγές που μας χωρίζουν, που έχουμε προκαλέσει ο ένας στον άλλον σε όλη την ιστορία.

Επομένως, η θέση τους είναι σαφής: δεν θα επιτύχουμε ενότητα στην Αλήθεια και τη Δικαιοσύνη μέσω της ταπεινότητας και της μετάνοιας. Αντίθετα, θα επιτύχουμε κάποιο είδος «ενότητας» μέσω της γνωριμίας, της συναδελφικότητας και της συνεργασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι υποστηρικτές της «ενότητας» συμβουλεύουν τους Ορθόδοξους Χριστιανούς «να μην κλείνονται στον εαυτό τους» και ότι είναι «καλύτερο να είσαι μέρος της λύσης παρά μέρος του προβλήματος» (κατά κανόνα, δεν προσδιορίζεται: ποιανού η λύση και ποιο πρόβλημα;).

Υπό την επήρεια τέτοιων και παρόμοιων ιδεών βρίσκονται επίσης και οι Ορθόδοξοι που ενδιαφέρονται να συμβαδίζουν με τον κόσμο. Μιμούμενοι Καθολικούς και Προτεστάντες και συνεργαζόμενοι μαζί τους στον μοντερνισμό και τον οικουμενισμό, ορισμένοι αφελώς πιστεύουν ότι οι ιδέες που μας επιβάλλονται από τη Δύση είναι στην πραγματικότητα μόνο ένα «φιλικό χέρι απλωμένο» και ότι η αποδοχή αυτών των ιδεών θα μας φέρει τελικά το δυτικό οικονομικό πρότυπο, πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Είναι φυσικό, εξαιτίας αυτού, να θέλουν να αναμειχθούν και να συγχωνευθούν με τους ειδωλολάτρες, επιθυμώντας ορατή, διοικητική και δικαιοδοτική ενότητα με άλλες και διαφορετικές θρησκείες που «γενναιόδωρα» αποκαλούν «άλλους Χριστιανούς». Και αυτή τη φιλόδοξη επιθυμία και γενναιοδωρία τους, εις βάρος της δικής τους Πίστης και Εκκλησίας, την παρουσιάζουν ως – χριστιανική, οικουμενική αγάπη.

Πιθανότατα, σε τέτοιο οικουμενικό πνεύμα και διάθεση συνεργασίας, η Σύνοδος της Κρήτης έκανε επίσης τις δηλώσεις της σχετικά με τις «εκκλησίες», σχετικά με τους υποτιθέμενους «άλλους Χριστιανούς», αγωνιζόμενη να εξηγήσει πως η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται υποτίθεται «το ιστορικό όνομα άλλων ετερόδοξων χριστιανικών εκκλησιών και ομολογιών που δεν βρίσκονται σε κοινωνία με αυτήν». Αυτή η αντιφατική δήλωση έγινε παρά τις πολλές διαφωνίες, προειδοποιήσεις και αποφάσεις που ελήφθησαν ενώπιον της Συνόδου της Κρήτης, όπως για παράδειγμα η ομόφωνη απόφαση της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ότι οι ετερόδοξες κοινότητες στα κείμενα της Συνόδου δεν μπορούσαν να ονομαστούν «εκκλησίες». Η Σύνοδος της Κρήτης απλώς αγνόησε την απόφαση της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και οτιδήποτε άλλο δεν ήταν σύμφωνο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις.

Από την άλλη πλευρά, οι Καθολικοί και οι λεγόμενοι «άλλοι Χριστιανοί» δεν έχουν κανένα πρόβλημα με το όνομα «εκκλησία». Στο πνεύμα της παγκόσμιας ενότητας, ο Πάπας καλωσόρισε τη Σύνοδο της Κρήτης, στέλνοντας αντιπροσωπεία στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο με ένα ειδικό μήνυμα που διαβάστηκε στο τέλος της Λειτουργίας στο Φανάρι. Με τα δικά του λόγια, ο Πάπας «επιβεβαίωσε τη γενική επιθυμία για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας», τονίζοντας τον ρόλο του οικουμενικού διαλόγου, ο οποίος «βοηθά τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς να εκτιμούν τα ταλέντα ο ένας του άλλου και να συνεργάζονται στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, στην προώθηση της ειρήνης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, των οικογενειακών αξιών και της φροντίδας για το κοινό σπίτι». (Δεν διευκρινίζεται εδώ ποιο «Ευαγγέλιο» εννοείται: το «Ευαγγέλιο» κατά τον Πάπα ή το Ευαγγέλιο κατά τον Χριστό όπως το γνωρίζουμε;)

Το ζήτημα της αληθινής Εκκλησίας

Ποια είναι η διαφορά στην κατανόηση της Εκκλησίας και της συμμετοχής στην Εκκλησία μεταξύ ημών και των Ρωμαιοκαθολικών; Μεταξύ άλλων λεγόμενων Χριστιανών, δεν υπάρχει σαφής και συνεπής διδασκαλία επί του θέματος, επομένως θα σταθούμε σε αυτή τη διαφορά, ελπίζοντας ότι στη βάση της οι άλλες διαφορές θα είναι σαφέστερες.

Η έννοια του ανήκειν στην εκκλησία γίνεται αντιληπτή από τους Ρωμαιοκαθολικούς πρωτίστως ως έννοια εξουσίας – δικαιοδοσίας: πνευματικής, εκκλησιαστικής, νομικής και διοικητικής, μέσω της αναγνώρισης του Πάπα ως «Διάδοχου του Πέτρου» και «Βικάριου του Χριστού» ως κεφαλής, ανώτατου δικαστή και αρχιερέα. Για την ενότητα με αυτήν την «εκκλησία», αρκεί μια κοινότητα να αναγνωρίζει τον Πάπα ως την ανώτατη εξουσία και να αποτελεί οργανικό μέρος του Ρωμαιοκαθολικισμού, επί του οποίου ο Επίσκοπος Ρώμης έχει πλήρη εξουσία και δικαιοδοσία.

Σε αντίθεση με αυτούς, η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί την ενότητα της πίστης, όχι την ενότητα της διοικητικής δικαιοδοσίας. Διότι, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Χριστού, η Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήρια ομολογία της πίστης στον Θεό. Το ζήτημα της αληθινής πίστης είναι ταυτόχρονα και ζήτημα της αληθινής Εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, είναι ζήτημα της αληθινής πίστης και όχι ζήτημα της «αληθινής δικαιοδοσίας». Έτσι, ακόμη και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν ρωτήθηκε σε ποια δικαιοδοσία ανήκε, κατέθεσε αυτό που η Εκκλησία έχει ομολογήσει εξαρχής, εξηγώντας ότι: «Ο Θεός και Κύριος όλων είπε ότι η Καθολική Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήρια ομολογία της πίστης σε Αυτόν!»

Ο Επίσκοπος Αθανάσιος (Γέφτιτς) το συνόψισε ως εξής: «Τα Ρωμαιοκαθολικά πρότυπα και κριτήρια για την Εκκλησία και την εκκλησιαστικότητα δεν είναι τα ίδια με τα Ορθόδοξα πρότυπα. Διότι σε αυτά το «υπέρτατο πρότυπο» είναι ο Ρωμαίος Πάπας και η υποταγή σε αυτόν, η κοινωνία μαζί του· ενώ σε εμάς είναι το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία του Χριστού. Επομένως, το ζήτημα της αληθινής πίστης είναι ταυτόχρονα και ζήτημα της αληθινής Εκκλησίας. Αλλά η ΠΙΣΤΗ ως η Θεοαποκαλυπτόμενη Αλήθεια, η Οδός και η Ζωή (Ιωάννης 14:6).

Όταν απεσταλμένοι του αυτοκράτορα και του πατριάρχη ήρθαν στον φυλακισμένο Άγιο Μάξιμο για να τον πείσουν να συμφωνήσει σε έναν συμβιβασμό σχετικά με την αίρεση του Μονοθελιτισμού, ρώτησαν τον Μάξιμο: «Σε ποια Εκκλησία ανήκετε; Κωνσταντινούπολη, Ρώμη, Αντιόχεια, Αλεξάνδρεια, Ιερουσαλήμ; Διότι όλες αυτές οι Εκκλησίες, με τις υπαγόμενες σε αυτές επισκοπές, έχουν ενωθεί· αν λοιπόν ανήκετε και εσείς στην Καθολική Εκκλησία, ενωθείτε κι εσείς!» Σε αυτό ο Άγιος Ομολογητής απάντησε χαρακτηριστικά (και το επανέλαβε σε επιστολή προς τον μαθητή του Αναστάσιο): «Ο Θεός και Κύριος των πάντων είπε ("απεφώνατο" = δηλωμένο, θεσμοθετημένο) ότι η Καθολική Εκκλησία είναι η σωστή (την "ορθήν" = ορθόδοξη) και σωτήρια ομολογία πίστης σε Αυτόν", και γι' αυτό αποκάλεσε μακάριο τον Πέτρο (τον απόστολο) που τον ομολόγησε καλά... και είπε ότι σε αυτό (σε αυτό που ομολόγησε) θα οικοδομήσει μια τέτοια (ορθόδοξη) Εκκλησία» (Ματθ. 16:16-18.)

Οι Καθολικοί, οι οποίοι υποτίθεται ότι έχουν ακούσει αυτή την απάντηση πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν πώς οι Ορθόδοξοι μπορούν να έχουν «μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία» και να είναι μέλη της, χωρίς να αναγνωρίζουν έναν Πάπα και να μην υποτάσσονται στον «διάδοχο του Πέτρου». Τι είδους ενότητα είναι αυτή χωρίς έναν ηγέτη και κεφαλή!; Οι Καθολικοί θέτουν τέτοια και παρόμοια ερωτήματα, στα οποία είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι δεν γνωρίζουν την απάντηση και ότι είναι τόσο απληροφόρητοι. Είναι πιο πιθανό να μην θέλουν να γνωρίζουν ή να ακούσουν καθόλου ότι οι Ορθόδοξοι έχουν όχι μόνο Έναν, αλλά και τον Μόνο Ηγέτη και Κεφαλή, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον Μέγα Ιεράρχη, ο οποίος έτσι απεικονίζεται στον θρόνο σε κάθε Ορθόδοξη εκκλησία. Διότι ο ίδιος είπε: «Ιδού, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου!» (Ματθ. 28:20).

Η απάντηση αυτή εγείρει ένα διττό ζήτημα για τη ρωμαιοκαθολική θεολογία: Αφενός, η κεφαλή της Εκκλησίας είναι αποκλειστικά ο Χριστός και όχι ο Πάπας. Αφετέρου, η ενότητα των πιστών δεν μπορεί να θεμελιωθεί στο πρόσωπο κανενός επισκόπου, ηγέτη ή θεσμού ανθρώπινης προέλευσης –είτε στη Ρώμη είτε στην Κωνσταντινούπολη–, αλλά αποκλειστικά στο πρόσωπο του Χριστού.

Νομοθετική και εκτελεστική εξουσία

Από την αρχή κιόλας, ήταν σαφές στους αποστόλους και τους Χριστιανούς ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ότι οι άνθρωποι είναι τα μέλη της: «Εσείς είστε σώμα Χριστού και μέλη ο ένας του άλλου». (Α΄ Κορινθίους 12:27). Το Σώμα του Χριστού περιλαμβάνει τους αποστόλους, τους μετέπειτα επισκόπους, τους ιερείς και μέχρι σήμερα όλους τους πιστούς και όλες τις εκκλησιαστικές τάξεις, από τον πατριάρχη μέχρι τους επιτρόπους, επειδή όλες οι εκκλησιαστικές τάξεις υποτάσσονται στον Χριστό, ως μέλη και μέλη του Σώματος του Χριστού. Όπως λέει η Αγία Γραφή, ο Κύριος ο Θεός «κατά την ενέργεια της παντοδύναμης δύναμής του, την οποία ενήργησε εν Χριστώ, όταν τον ανέστησε από τους νεκρούς, και τον κάθισε στα δεξιά του στους ουρανούς, πολύ πάνω από κάθε αρχή και δύναμη και ισχύ και κυριαρχία και κάθε όνομα που ονομάζεται, όχι μόνο σε τούτον τον αιώνα, αλλά και στον μέλλοντα· και όλα τα υπέταξε κάτω από τους πόδας του, και τον έδωσε ως κεφαλή πάνω από όλα στην εκκλησία, η οποία είναι το σώμα Του, το πλήρωμα Εκείνου που πληροί τα πάντα σε όλα». (Εφεσ. 1:20-23.) «Διότι δεν είσθε πλέον ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίτες των αγίων και οίκος του Θεού, εποικοδομημένοι επί του θεμελίου των αποστόλων και προφητών, έχοντες τον ίδιον Ιησούν Χριστόν ακρογωνιαίον λίθον, εν ω πάσα η οικοδομή, συναρμολογημένη, υψούται εις ναόν άγιον εν Κυρίω· εν ω και σεις συνοικοδομείστε εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι.» (Εφεσ. 2:19-22.)

Δεν είναι μόνο οι Απόστολοι και οι Προφήτες εκείνοι που καλούνται στην κοινωνία με τον Θεό, αλλά κάθε άνθρωπος που ακολουθεί τον Χριστό μέσω της πίστης και του βαπτίσματος. Όποιος κατέχει την πίστη του Χριστού και αποκτά το "φρόνημα Χριστού", γίνεται ομοϊδεάτης Του και, μέσω της χάρης που απορρέει από Αυτόν, καθίσταται υιός του Θεού.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) διακηρύσσει:

"Έχοντας γίνει άνθρωπος και έχοντας ιδρύσει την Εκκλησία εντός Του, μέσω του Εαυτού Του και επί του Εαυτού Του, ο Κύριος ως Θεάνθρωπος εξύψωσε τον άνθρωπο υπερβατικά. Δεν τον έσωσε απλώς από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο, αλλά τον ανύψωσε πάνω από όλα τα επουράνια όντα και τα κτίσματα. Η ιερότητα του ανθρώπου πηγάζει από την ιερότητα του Θεανθρώπου, που είναι η Εκκλησία – η Κεφαλή και το Σώμα μαζί. Ο άνθρωπος, ως συν-ενσαρκωμένο μέλος του Θεανθρώπινου Σώματος του Χριστού, μετέχει στο πιο άγιο και αγαπητό μυστήριο του Θεού, στο 'μυστήριο των μυστηρίων'. Η Εκκλησία είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός που επεκτείνεται στους αιώνες και στην αιωνιότητα· αλλά, εξίσου, η Εκκλησία είναι και ο άνθρωπος, που συμπορεύεται με τον Θεάνθρωπο Χριστό μέσα στον χρόνο και την αιωνιότητα".

 

Η κεφαλή είναι αυτή που κυβερνά το σώμα, και όχι το σώμα από την κεφαλή. Έτσι, ο Κύριος έχει κρατήσει όλη τη νομοθετική, διοικητική εξουσία σε όλα τα ζητήματα πίστης αποκλειστικά για τον Εαυτό Του. Στους ανθρώπους, που είναι συν-σώματα του Σώματος του Χριστού = της Εκκλησίας, σε ζητήματα πίστης ο Κύριος έχει δώσει μόνο εκτελεστική εξουσία, όχι νομοθετική. Το μέτρο της συνόδου είναι η αληθινή πίστη, και όχι το αντίστροφο. Η σύνοδος δεν είναι το μέτρο της πίστης, αλλά η πίστη είναι το μέτρο της συνόδου. «Μηδείς ας κυριαρχεί επί της πίστεώς μας, ούτε ο βασιλιάς, ούτε ο επίσκοπος, ούτε η ψευδοσύνοδος, ούτε οποιοσδήποτε άλλος, αλλά μόνον – ο ένας Θεός, ο Οποίος Αυτός και μέσω των μαθητών Του παρέδωσε αυτή την πίστη σε εμάς»! (Αγ. Μάρκος, Επιστολή προς τον Ηγούμενο Βατοπαιδίου). Όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος: «ό,τι δεν είναι από πίστη είναι αμαρτία!» (Ρωμ. 14:23). Επομένως, κάθε τι που δεν είναι από τον Χριστό Θεό – είναι επιβλαβές για τον άνθρωπο!

Αυτό επίσης καθιερώθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους, επειδή δεν μιλούσαν από μόνες τους, αλλά, διδαγμένες από το Άγιο Πνεύμα, μετέδιδαν, συνέλεγαν, επιβεβαίωναν, υπέδειξαν τα λόγια του Χριστού και την αποκάλυψη του Θεού, διαμόρφωναν στη γλώσσα μας τις θεοαποκαλυπτόμενες αλήθειες - τα δόγματα της Εκκλησίας, και με κανέναν τρόπο δεν επινόησαν τίποτα δικό τους. Η ερμηνεία τους ήταν αληθινή, όχι «κατά γιαγιάδες και θείους». Οι Σύνοδοι δεν αποφασίζουν για την Πίστη, αλλά μόνο διαφυλάσσουν και μαρτυρούν την αληθινή ομολογία της πίστης ενώπιον του Θεού, ενώπιον των ίδιων, ενώπιον των αποστόλων, του λαού, της Εκκλησίας και όλου του κόσμου, ουράνιου και επίγειου. Η αληθινή Ευαγγελική Πίστη είναι το μέτρο των Συνόδων και στέκεται πάνω από αυτές. Μια Σύνοδος που δεν εμμένει σε ό,τι αποκάλυψε ο Κύριος δεν είναι αληθινή. το μέτρο είναι η πίστη και όχι η Σύνοδος. Ομοίως, οι Σύνοδοι της Εκκλησίας δεν αποφασίζουν κανέναν, αλλά μόνο μαρτυρούν ότι κάποιος έχει αποφασίσει για τον εαυτό του αν δεν στέκεται στην αληθινή και αληθινή πίστη.

Το αντίθετο από αυτό είναι απλώς - η αντικατάσταση του Αγίου Πνεύματος με έναν άνθρωπο ή έναν ανθρώπινο θεσμό, η τοποθέτηση ενός ανθρώπου ή ενός λαού στη θέση του Θεού. Η λογική μπορεί να είναι ένα σκεύος της αλήθειας και ένα όργανό της, αλλά σε καμία περίπτωση η πηγή της. Η πηγή της αλήθειας, η πηγή της ενότητας είναι μόνο το Πνεύμα της Αλήθειας - το Άγιο Πνεύμα. Διότι, η ταυτότητα της Εκκλησίας, το όνομά της, η αυτογνωσία, η γνώση του ποια και τι είναι η Εκκλησία, τα προσόντα της, η πίστη, η πεποίθησή της, ολόκληρη η γνώση του εαυτού της, όλα όσα η ίδια σκέφτεται για τον εαυτό της, πιστεύει και λέει... όλα αυτά είναι ένας και μόνο Χριστός, για τον Οποίο μαρτυρούν τόσο ο Πατήρ όσο και το Άγιο Πνεύμα, καθώς και όλος ο άγιος λαός του Θεού - διδασκόμενος από το Άγιο Πνεύμα.

Από την άλλη πλευρά, ο Πάπας έχει αναμείξει, μεταμορφώσει και επεκτείνει τη διοικητική νομοθετική του εξουσία σύμφωνα με τον ανθρώπινο νόμο σε θέματα πίστης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Ορθόδοξοι έχουν απορρίψει τον Πάπα, επειδή δεν είναι, και δεν θέλουν να είναι, το σώμα του Πάπα, αλλά το Σώμα του Χριστού. Δεν υπακούν σε έναν άνθρωπο - τον Πάπα, αλλά σε Εκείνον που «τα πάντα υπέταξε κάτω από τους πόδας του (τον Χριστό) και τον έδωσε ως κεφαλή πάνω από όλα στην Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα του, το πλήρωμα εκείνου που τα πάντα πληροί σε όλα». (Εφεσ. 1:23).

Αυτό μαρτυρείται επίσης από τον Επίσκοπο Ειρηναίο της Μπάτσκα, στη διατριβή του για τον Άγιο Μάρκο της Εφέσου, δηλώνοντας: «Εφόσον η Κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας είναι ο Χριστός, ο Ενσαρκωμένος Λόγος του Θεού και η Υποστατική Αλήθεια του Θεού, το θεμέλιο και η βάση της ενότητας και της μοναδικότητας της Εκκλησίας είναι η Ορθοδοξία, η ορθοδοξία, η Αλήθεια. Χριστός, Εκκλησία, Ορθοδοξία - αυτά είναι συνώνυμα. Επομένως, ο Άγιος Μάρκος, στην απάντησή του στον Μανουήλ Καλέκι, ο οποίος επιτέθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή δήθεν αντιφάσκει σε διάφορες περιόδους, γράφει τα εξής: «Τι λοιπόν; Να στεφανώσουμε αυτές τις θείες συνόδους με μαλλί και να τις διώξουμε στην έρημο, επειδή πριν από αυτές στην ίδια Εκκλησία εκφράστηκε αντίθετη γνώμη για το ίδιο θέμα; Ή μήπως να σκεφτούμε την Εκκλησία ως πάντα μία και την αυτή, και όχι κατά τόπους, αλλά σύμφωνα με τον χαρακτήρα της Ορθόδοξης γνώμης, σύμφωνα με την οποία οι εκκλησίες σε όλο τον κόσμο ονομάζονται μία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία , και τα τετράστιχα που κατά καιρούς εισχωρούν σε αυτήν - όχι για την πληρότητα της Εκκλησίας, ούτε για ποιμένες και δασκάλους, αλλά - για άγριους λύκους, που δεν λυπούνται το ποίμνιο, σύμφωνα με την αποστολική πρόβλεψη;» Συνεπώς, όλοι όσοι αποχωρίζονται από την ενότητα της καθολικής εκκλησιαστικής πίστης αποχωρίζονται με αυτόν τον τρόπο από την Εκκλησία - και αυτοί είναι αιρετικοί. Απομακρύνονται από την Εκκλησία, βρίσκονται έξω από αυτήν, και η Εκκλησία παραμένει η Μία Αγία. Παραμένει, ομολογουμένως, τραυματισμένη και κατεστραμμένη από την απώλεια και την αποστασία των προηγούμενων παιδιών της, αλλά όχι λιγότερο ολοκληρωμένη, όχι λιγότερο καθολική και καθολική από πριν. Για τον Άγιο Μάρκο και για την Εκκλησία γενικά: «Είναι αιρετικός, και όποιος αποκλίνει έστω και στο ελάχιστο από την αληθινή πίστη υπόκειται στους νόμους κατά των αιρετικών». Σύμφωνα με τον Άγιο Μάρκο, οι αιρετικοί διαφόρων ειδών είναι «παραποιητές των Θείων δογμάτων» - και όλοι τους, χωρίς διάκριση, έχουν κοινό χαρακτηριστικό την παρερμηνεία των λόγων των αγίων θεολόγων και Πατέρων με τον δικό τους τρόπο».

Γιατί είμαστε διχασμένοι;

Δεν είναι μόνο ψευδείς διδασκαλίες περί Θεού και πίστης, όπως το Filioque και το καθαρτήριο, που προκαλούν την απομάκρυνση των ανθρώπων από την Εκκλησία, αλλά και ο ίδιος ο Καθολικός Πάπας ως τέτοιος, δηλαδή η κατανόηση και η άσκηση ενός ρόλου ως επισκόπου της πόλης της Ρώμης, ως ανώτατου ηγέτη, κριτή και άρχοντα της θρησκευτικής κοινότητας, καθώς και η κατανόηση της ενότητας εντός αυτής ως τέτοιας. Όσοι το αναγνωρίζουν και το ομολογούν αυτό δεν είναι ποιμένες και δάσκαλοι, αλλά είναι, σύμφωνα με τον Άγιο Μάρκο, αιρετικοί διαφόρων ειδών και παραποιητές των Θείων δογμάτων.

Ο Απόστολος Ιωάννης μαρτυρεί ότι εμείς, ως Χριστιανοί, «είμαστε εν τω Αληθινώ, εν τω Υιώ αυτού Ιησού Χριστού. Αυτός εστί ο αληθινός Θεός και η αιώνια ζωή». (Α΄ Ιωάννου 5:20). Το να είσαι εν Χριστώ σημαίνει να είσαι εν τη Εκκλησία. Εν ενότητι με τον Χριστό - εν ενότητι με την Εκκλησία. Οποιαδήποτε άλλη ενότητα εκτός του Χριστού είναι ταυτόχρονα και εκτός της Εκκλησίας του Χριστού. Όσοι δεν ακολουθούν τον Χριστό αλλά αυτόν τον κόσμο, το σύστημά του, κάτι ή κάποιον άλλο, δεν μπορούν να είναι ούτε η Εκκλησία ούτε εν τη Εκκλησία. Όσοι των οποίων η κεφαλή δεν είναι ο Χριστός αλλά ο Πάπας ή κάποιος άλλος, δεν μπορούν να είναι το Σώμα του Χριστού. Ο Επίσκοπος Ειρηναίος μαρτυρεί επίσης γι' αυτό στην προαναφερθείσα διατριβή για τον Άγιο Μάρκο:

«Όχι μόνο σήμερα, στην εποχή του λεγόμενου «οικουμενισμού», αλλά και στην εποχή του Αγίου Μάρκου υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν ότι οι Δυτικοί Χριστιανοί απλώς «διατύπωναν διαφορετικά» τις αλήθειες της πίστης που δόθηκε από τον Θεό, αλλά ότι δεν πλανιόντουσαν στην πίστη και ότι, επομένως, δεν ήταν αιρετικοί. Να τι λέει ο Άγιος Μάρκος σχετικά με αυτό: «Ποτέ, λένε μερικοί, δεν θεωρήσαμε τους Λατίνους ως αιρετικούς, αλλά μόνο ως σχισματικούς! - Όσοι το λένε αυτό, το πήραν από τους ίδιους τους Λατίνους· γιατί μας αποκαλούν σχισματικούς, μη έχοντας τίποτα να μας κατηγορήσουν σχετικά με την πίστη μας, αλλά μάλλον μας κατηγορούν επειδή τους αρνηθήκαμε την υπακοή την οποία, κατά τη γνώμη τους, ήμασταν υποχρεωμένοι να τηρήσουμε». Λίγο αργότερα συνεχίζει: «Εμείς ήμασταν οι πρώτοι που χωριστήκαμε από αυτούς, ή μάλλον, χωριστήκαμε και αποκόψαμε τους εαυτούς μας από το κοινό Σώμα της Εκκλησίας. Γιατί, πείτε μου; Μήπως επειδή έχουν την αληθινή πίστη, ή επειδή έχουν προσθέσει σωστά μια προσθήκη (στο Σύμβολο της Πίστεως); Ποιος θα μπορούσε να το πει αυτό, εκτός αν είχε υποστεί σοβαρή εγκεφαλική διάσειση; Όχι, αλλά, επειδή σκέφτονται άτοπα και καθόλου ευσεβή πράγματα, και επειδή έχουν προσθέσει άδικα αυτή την προσθήκη. Απομακρυνθήκαμε, λοιπόν, από αυτούς, ως από αιρετικούς, και για αυτόν τον λόγο χωριστήκαμε από αυτούς». Αργότερα, ο Άγιος Μάρκος γράφει: «Αν οι Λατίνοι δεν παρεκκλίνουν από την αληθινή πίστη σε τίποτα, τότε φαίνεται ότι τους χωρίσαμε από εμάς μάταια. Αλλά αν παρεκκλίνουν, και αυτό σχετικά με τη θεολογία του Αγίου Πνεύματος (και η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος είναι ο σοβαρότερος από όλους τους κινδύνους), τότε είναι αιρετικοί και ως αιρετικοί τους αποκόπτουμε».

Η Εκκλησία δεν μπορεί να αποκαλεί «εκκλησίες» τους Καθολικούς, διάφορους τύπους Προτεσταντών και άλλες μη Καθολικές θρησκείες που δεν βρίσκονται σε κοινωνία μαζί της. Τι βλέπουμε όμως σήμερα με κάποιες; Το αντίθετο μάλιστα. Όταν ορισμένες τοπικές Ορθόδοξες εκκλησίες έγιναν «οργανικό μέρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών», οι δημοσιεύσεις τους άρχισαν αρχικά δειλά, σε σχέση με τους Καθολικούς και άλλους μη Καθολικούς, να χρησιμοποιούν τα ονόματα «εκκλησίες» με πεζό «c», με την εξήγηση ότι η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία γράφεται με κεφαλαίο «Σ», σε αντίθεση με τις άλλες, τις οποίες δεν θεωρούμε εκκλησίες και επομένως γράφουμε με πεζό «c». Την τελευταία δεκαετία περίπου, ο εκκλησιαστικός μας τύπος άρχισε επίσης να γράφει για Καθολικούς και Προτεστάντες με κεφαλαίο «Σ». Στη συνέχεια ήρθε η Κρητική Σύνοδος, η οποία εξέδωσε μια δήλωση - μια απόφαση για τις «εκκλησίες» στον πληθυντικό, φυσικά, με πεζό «c». Υποθέτω ότι το κεφαλαίο «C» θα γραφτεί όταν μια από αυτές τις διάσημες κρητικές «εκκλησίες» γίνει λόγος στον ενικό. Γιατί, για όνομα του Θεού, αυτό είναι το «ιστορικό της όνομα», όπως ακριβώς και τα ονόματα «άλλων ειδωλολατρικών χριστιανικών εκκλησιών και ομολογιών που δεν έχουν κοινωνία με την Εκκλησία»!;!

Θα πούμε, λοιπόν, την αλήθεια ή θα κολακευτούμε από τους εαυτούς μας; Θα είμαστε ειλικρινείς ή θα χειραγωγούμε και θα χειραγωγούμε τις λέξεις; Τίνος πνευματικά παιδιά θα είμαστε και ποιος θα είναι ο πνευματικός μας πατέρας: ο Νικολό Μακιαβέλι ή ο Άγιος Σάββας Νεμάνιτς;

«Η Εκκλησία του Χριστού έχει ορίσει άπαξ και δια παντός τη στάση της απέναντι στους αιρετικούς, και αιρετικοί είναι όλοι όσοι δεν είναι Ορθόδοξοι, μέσω των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων· δηλαδή, μέσω της αγίας Θεανθρώπινης Παράδοσης, η οποία είναι μοναδική και αμετάβλητη. Σύμφωνα με αυτή τη στάση: στους Ορθόδοξους απαγορεύεται κάθε προσευχητική κοινωνία και συναναστροφή με αιρετικούς. Ο Κανόνας 45 των Αγίων Αποστόλων προστάζει: «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, όστις προσεύχεται και μετά αιρετικών, ας αφορισθή· εάν όμως επιτρέψει εις αυτούς, ως κληρικούς, να κάμουν κάτι, ας καθαιρεθεί». Αυτός ο ιερός Κανόνας των Αγίων Αποστόλων δεν καθορίζει κανενός είδους θεία λειτουργία, αλλά απαγορεύει οποιαδήποτε κοινή προσευχή, ακόμη και ατομική (συνευξάμενος) με αιρετικούς. Και δεν προκύπτει κάτι μεγαλύτερο και πιο ομαδικό στις οικουμενικές κοινές προσευχές;»

Αλλά, αλίμονο! Υπάρχουν όλο και περισσότεροι από εκείνους που, φοβούμενοι τις συνέπειες των πονηρών εχθρών, κάνουν συμβιβασμούς μαζί τους επιθυμώντας να διατηρήσουν την ειρήνη, την εργασία, τον βαθμό, τη θέση, τα πλεονεκτήματα και τα οφέλη τους... Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τροποποιήσει την πίστη και να καταστρέψει την Εκκλησία με το πρόσχημα ότι απειλείται η ζωή του! Αλλά φοβούνται να κρατηθούν στην αλήθεια και να είναι έντιμοι, νομίζοντας ότι η αλήθεια δεν αποδίδει, και ότι η ειλικρίνεια είναι ένα είδος αδυναμίας. Και ο Απόστολος Παύλος λέει ότι «ο Θεός δεν μας έδωσε πνεύμα δειλίας, αλλά δύναμης και αγάπης και σωφροσύνης!» (Β' Τιμ. 1:7). Και ο άγιος Πατέρας Ιουστίνος ο Κέλσος προειδοποιεί: «Πρέπει να υπακούμε στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους (Πράξεις 5:29) – Αυτή είναι η ψυχή, αυτή είναι η καρδιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας· αυτό είναι το Ευαγγέλιό της, το Πανευαγγέλιό της. Ζει σύμφωνα με αυτό και ζει γι’ αυτό. Σε αυτό βρίσκεται η αθανασία και η αιωνιότητά της· σε αυτό βρίσκεται η άφθαρτη παγκόσμια αξία της. Το να υπακούμε στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους – αυτή είναι η αρχή της πάνω από τις αρχές, το ιερό πάνω από τις αγιότητες, το πρότυπο πάνω από τα πρότυπα. Αυτό το Πανευαγγέλιο είναι η ουσία όλων των ιερών δογμάτων και όλων των ιερών κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εδώ, πάση θυσία, η Εκκλησία δεν πρέπει να κάνει καμία παραχώρηση σε κανένα πολιτικό καθεστώς, ούτε να κάνει κανέναν συμβιβασμό, ούτε με ανθρώπους ούτε με δαίμονες!»

Συνέλευση των Συγχυσμένων

Έτσι, κάποιοι πιστεύουν ειλικρινά ότι η Σύνοδος της Κρήτης ήταν ένα «συμβούλιο λύκων». Φαίνεται ότι υπήρχαν λύκοι στην οργάνωσή της, ειδικά στο παρασκήνιο. Όσο για την ίδια τη συνάντηση, φαίνεται ότι ήταν μόνο μία - μια σύνοδος των συγχυμένων. Ή μήπως κάποιος πιστεύει ότι ορισμένες βαθμίδες αποτελούν εγγύηση κατά της σύγχυσης;

Όσοι προσδίδουν στις κοσμικές και επίγειες δυνάμεις μεγαλύτερη βαρύτητα από τη Θεοαποκαλυπτόμενη Πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, από τον λόγο της Αγίας Γραφής και τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, βρίσκονται αναπόφευκτα σε σύγχυση. Η Εκκλησία του Χριστού, μέσω των Αγίων Αποστόλων και της αγίας Θεανθρώπινης Παράδοσης, έχει καθορίσει μια για πάντα τη στάση της απέναντι στους αιρετικούς –όσους δηλαδή δεν είναι Ορθόδοξοι– παραδίδοντάς μας μια αμετάβλητη γραμμή πλεύσης. Οι ιεροί κανόνες δεν αφορούσαν μόνο την αρχαιότητα, αλλά παραμένουν πλήρως ενεργοί και για εμάς τους σύγχρονους πιστούς, καθορίζοντας τη στάση μας απέναντι στον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό. Άλλωστε, ο Ρωμαιοκαθολικισμός αποτελεί μια πολυσχιδή αίρεση, όπως ορθώς επισήμανε ο Άγιος Σάββας ήδη από τον 13ο αιώνα, χαρακτηρίζοντάς τον ως "λατινική αίρεση" – μια αίρεση που, έκτοτε, έχει προσθέσει πλήθος νέων, αυθαίρετων δογμάτων υπό το πρόσχημα του αλαθήτου του Πάπα

Από πού πηγάζει αυτή η σύγχυση; Προέρχεται από την έλλειψη διάκρισης των πνευμάτων, την άγνοια του Χριστού και την ελλιπή κατανόηση του Ευαγγελίου και της ουσίας της Εκκλησίας. Πολλοί πλανώνται, θεωρώντας ότι οι καλές προθέσεις και τα έργα, ακόμη και όταν αντιστρατεύονται το Ευαγγέλιο, θα τύχουν της θείας ευλογίας. Όμως, η αλήθεια είναι ρητή: τα έργα αυτά δεν ευλογούνται. Οφείλουμε να διακρίνουμε τα έργα πίστεως από τα έργα της πεσμένης μας φύσης ή της ανθρώπινης διπλωματικής σοφίας. Ο Κύριος ζητά καρπούς πίστεως, όχι ανθρώπινα τεχνάσματα.

Το θεμέλιο και ο ακρογωνιαίος λίθος της Εκκλησίας δεν είναι οι ανθρώπινες επιδιώξεις, αλλά ο Θεάνθρωπος Χριστός, τον οποίο προσεγγίζουμε με πνεύμα και πίστη, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων. Όπως επισημαίνει η Γραφή: "οι λογισμοί των θνητών είναι δειλοί και οι επινοήσεις τους αβέβαιες" (Σοφ. Σαλ. 9, 14). Συνεπώς, η Εκκλησία δεν οικοδομείται πάνω σε διαθρησκευτικές συμφωνίες, αποφάσεις συνεδρίων ή συμπεράσματα θεολογικών συμποσίων. Πηγή της Αλήθειας είναι αποκλειστικά ο Χριστός και η σωτηρία μας εξαρτάται από την προσήλωσή μας στα όρια που Εκείνος έθεσε. Άλλωστε, χωρίς αυτά τα όρια, η ιδιότητα του Χριστιανού εκφυλίζεται. "Φίλοι του Θεού" είναι μόνον εκείνοι που τηρούν τους νόμους αυτής της θείας φιλίας και τους διδάσκουν στους υπολοίπους, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: "Εάν τηρήσετε τις εντολές μου, θα μείνετε στην αγάπη μου, καθώς εγώ τήρησα τις εντολές του Πατέρα μου και μένω στην αγάπη του" (Ιωάν. 15, 10)

 

Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ ρωτάει: «Λέτε: «Οι αιρετικοί είναι επίσης Χριστιανοί». Από πού το πήρατε αυτό; Η Παγκόσμια Εκκλησία πάντα θεωρούσε την αίρεση θανάσιμο αμάρτημα, πάντα αναγνώριζε ότι ένα άτομο που έχει μολυνθεί από την τρομερή ασθένεια της αίρεσης είναι νεκρό στην ψυχή, μακριά από τη χάρη και τη σωτηρία, σε κοινωνία με τον διάβολο και την καταστροφή του. Η αίρεση είναι αμαρτία του νου. Η αίρεση είναι περισσότερο διαβολική αμαρτία παρά ανθρώπινη. Είναι κόρη του διαβόλου, επινόησή του, ντροπή, κοντά στην ειδωλολατρία. Οι Πατέρες συνήθως αποκαλούν την ειδωλολατρία απιστία, και την αίρεση - κακή πίστη!»

Η αίρεση, επομένως, σκοτώνει την ψυχή για πάντα! «Θα σας δώσω ένα παράδειγμα εδώ. Ας φανταστούμε ότι ο σύζυγος μιας γυναίκας αρρωσταίνει από φυματίωση, αλλά δεν τη θεωρεί επικίνδυνη ασθένεια και θεωρεί τα συμπτώματά του ως ατομικά χαρακτηριστικά ενός άνδρα. Κινείται στο διαμέρισμα, παίζει με τα παιδιά, βήχει εδώ κι εκεί και αρνείται να νοσηλευτεί. Η σύζυγος παίρνει τα παιδιά και τον αφήνει, λέγοντας ότι μπορούν να είναι μαζί μόνο αφού θεραπευτεί.

Η κατανόησή μας για τις πράξεις αυτής της γυναίκας εξαρτάται από το αν αναγνωρίζουμε ότι η φυματίωση είναι μια θανατηφόρα ασθένεια. Αν ναι, τότε η συμπεριφορά της γυναίκας γίνεται κατανοητή σε εμάς ως επίδειξη της αγάπης της τόσο για τα παιδιά της όσο και για τον σύζυγό της, τον οποίο με αυτόν τον τρόπο θέλει να ενθαρρύνει να συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης και να ξεκινήσει θεραπεία. Αν πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει φυματίωση ή ότι δεν βλάπτει καθόλου την υγεία, τότε η συμπεριφορά της γυναίκας μας φαίνεται ανεπαρκής, ακόμη και στα όρια της ψυχικής διαταραχής. Το ίδιο ισχύει και για την ιστορία της Εκκλησίας.

«Αν η Εκκλησία εμφανίζεται ως «ΜΙΑ» στο Σύμβολο της Πίστεως και στην αυτογνωσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε πώς μπορούμε ταυτόχρονα να μιλάμε για άλλες χριστιανικές εκκλησίες;» Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να δεχτεί «ιστορικά ονόματα» ή «άλλες ειδωλολατρικές χριστιανικές εκκλησίες και ομολογίες που δεν βρίσκονται σε κοινωνία με αυτήν» - ως εκκλησίες, μεταξύ άλλων, για τους ίδιους ιστορικούς λόγους. Γιατί ποτέ στην ιστορία της η Εκκλησία δεν έχει αποδεχτεί οποιαδήποτε ιδέα για την ύπαρξη πολλαπλών εκκλησιών. Η συνέλευση των πατριαρχών στην Κύπρο εξέδωσε μια συγκεχυμένη και αντιφατική δήλωση με την οποία ούτε οι επίσκοποι στην ακολουθία τους, ούτε όλες οι τοπικές ορθόδοξες εκκλησίες, πόσο μάλλον όλος ο κλήρος, οι μοναχοί και ο ορθόδοξος λαός, συμφώνησαν.

Ας τελειώσουμε πάλι με τα λόγια του Αγίου Μάρκου: «Όλοι οι Πατέρες και οι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, όλες οι Σύνοδοι και όλες οι Θείες Γραφές μας διδάσκουν να φεύγουμε από εκείνους που πιστεύουν διαφορετικά και να αποστασιοποιούμαστε από την κοινωνία μαζί τους. Έτσι, εγώ, αφού περιφρονούσα όλους αυτούς τους Πατέρες και τις Συνόδους, θα πρέπει να ακολουθήσω εκείνους που, με το πρόσχημα της ψεύτικης ειρήνης, μας καλούν να ενωθούμε με εκείνους που έχουν παραβιάσει το άγιο και θείο Σύμβολο της Πίστης... Είθε να μην μου συμβεί, Αγαθέ Παράκλητε, να απομακρυνθώ ποτέ έτσι από Εσένα και από τις υγιείς σκέψεις και την υγιά πίστη, αλλά είθε να προσκολλώμαι πάντα στη διδασκαλία Σου και στους ευλογημένους ανθρώπους που εμπνέονται από Εσένα, και έτσι να ενώνομαι με τους Πατέρες μου, μεταφέροντας από εδώ στη γη στον ουρανό, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον αυτήν - την αληθινή πίστη (την Ευσεβείαν = Ορθοδοξία)».

Την Κυριακή του Ακάθιστου 2017.

Πηγη. https://svetosavlje.org/biblioteka-index/#prolog


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894-1979): Θεολογία των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου

 


1. Η Ενότητα της Εκκλησίας: Χριστοκεντρική και όχι Ανθρωποκεντρική

Ο Ιουστίνος Πόποβιτς θεμελιώνει την ενότητα της Εκκλησίας αποκλειστικά στον Θεάνθρωπο Χριστό και όχι σε οποιονδήποτε ανθρώπινο θεσμό. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι προϊόν οργανωτικής ή διοικητικής δομής, αλλά χαρισματική πραγματικότητα που πηγάζει από την κοινωνία με τον Θεάνθρωπο.

Στο έργο του «Na Bogocovecanskom putu» (Στο Θεανθρώπινο Δρόμο), ο Πόποβιτς γράφει: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία = Οικουμενικότητα δια της Καθολικότητας (sobornost)». Η καθολικότητα (sobornost) δεν είναι απλώς γεωγραφική ή αριθμητική έννοια, αλλά πνευματική κοινότητα που συγκεντρώνεται γύρω από τον Θεάνθρωπο Χριστό. Όπου υπάρχει ο Χριστός, εκεί υπάρχει η πλήρης καθολικότητα, η πλήρης οικουμενικότητα, η πλήρης ενότητα. «Όλα από Αυτόν και όλα σε Αυτόν! Όλα προς Αυτόν».

Αυτή η θεολογία της ενότητας έχει άμεσες συνέπειες για την κατανόηση του ρόλου των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Οι Απόστολοι δεν είναι θεμελιωτές της Εκκλησίας με ανθρώπινη εξουσία, αλλά μάρτυρες της Αναστάσεως και διακόνοι της ενότητας που υπάρχει ήδη εν Χριστώ.

2. Ο Ρόλος του Πέτρου: Πρωτείο Τιμής και Πίστεως, όχι Εξουσίας

Ο Πόποβιτς απορρίπτει κατηγορηματικά το πρωτείο εξουσίας (primacy of jurisdiction) που αποδίδει ο παπισμός στον Πέτρο και τους διαδόχους του. Για τον Πόποβιτς, ο Πέτρος είναι «πρωτόθρονος» λόγω της πίστης του, όχι λόγω κοσμικής ή διοικητικής εξουσίας.

Η ερμηνεία του Ματθ. 16:16-19 από τον Πόποβιτς είναι χριστοκεντρική: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος» — αυτή η ομολογία της πίστεως είναι η πέτρα πάνω στην οποία οικοδομείται η Εκκλησία, όχι το πρόσωπο του Πέτρου ως τέτοιο. Ο Πόποβιτς ακολουθεί την πατερική παράδοση (Χρυσόστομος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ιωάννης της Δαμασκού) που ερμηνεύει το «πέτρα» ως την ομολογία της πίστεως του Πέτρου, όχι ως το πρόσωπό του.

Ο Πόποβιτς δεν αρνείται το πρωτείο τιμής  του Πέτρου μεταξύ των Αποστόλων. Ο Πέτρος είναι πρώτος μεταξύ ίσων , όχι κυρίαρχος επί των άλλων. Αυτό το πρωτείο τιμής είναι χαρισματικό, όχι δικαιοδοτικό. Ο Πέτρος ομιλεί «εν ονόματι των άλλων» (όπως σημειώνει ο Χρυσόστομος), αλλά ποτέ υπέρ των άλλων με εξουσιαστικό τρόπο.

Η σχέση Πέτρου-Παύλου στην ερμηνεία του Πόποβιτς είναι συμπληρωματική και όχι ιεραρχική. Ο Παύλος δεν υποτάσσεται στον Πέτρο, αλλά συνεργάζεται με αυτόν «εν ομοψυχία». Η σύγκρουση στην Αντιόχεια (Γαλ. 2:11-14) δεν επιλύεται με απόφαση του Πέτρου, αλλά με θεολογικό διάλογο — ο Παύλος «αντέστη αυτώ κατά πρόσωπον», δείχνοντας ότι η αλήθεια υπερτερεί της προσωπικής εξουσίας.

3. Ο Παύλος ως Απόστολος των Εθνών: Η Καθολικότητα της Εκκλησίας

Ο Παύλος, ως Απόστολος των Εθνών, συμπληρώνει το έργο του Πέτρου και επεκτείνει την Εκκλησία πέρα από τα όρια του Ισραήλ. Αυτή η διπλή αποστολή (Πέτρος προς τα έθνη της διασποράς, Παύλος προς τα έθνη γενικά) απεικονίζει την καθολικότητα της Εκκλησίας.

Ο Πόποβιτς τονίζει ότι ο Παύλος δεν λαμβάνει την αποστολή του από τον Πέτρο, αλλά απευθείας από τον Χριστό (Γαλ. 1:1, 1:11-12). Αυτό είναι κρίσιμο για την Ορθόδοξη εκκλησιολογία: η αποστολική εξουσία δεν μεταβιβάζεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά από τον Θεάνθρωπο Χριστό σε κάθε Απόστολο ξεχωριστά.

Η σχέση Πέτρου-Παύλου στον Πόποβιτς είναι συμβολική της ενότητας εν ποικιλία:

  • Ο Πέτρος εκπροσωπεί την συνέχεια με το Ισραήλ και την εκκλησιαστική παράδοση
  • Ο Παύλος εκπροσωπεί την καινότητα του Ευαγγελίου και την επέκταση στα έθνη
  • Μαζί απεικονίζουν ότι η Εκκλησία είναι μία και καθολική, ταυτόχρονα ρίζα και κλάδος, παράδοση και καινοτομία

 

4. Η Αποστολική Διαδοχή: Εκκλησιαστική και όχι Προσωπική

Για τον Πόποβιτς, η αποστολική διαδοχή είναι θέμα της ολόκληρης Εκκλησίας, όχι μόνο ενός ατόμου ή θρόνου. Αυτή η θέση είναι θεμελιωδώς αντίθετη στον παπισμό, που θεωρεί τον Πάπα ως μοναδικό διάδοχο του Πέτρου.

Ο Πόποβιτς, ακολουθώντας τον Άγιο Μάρκο τον Εφέσου, θεωρεί ότι κάθε επίσκοπος είναι διάδοχος του Πέτρου και όλων των Αποστόλων, όχι μόνο ο επίσκοπος Ρώμης. Η διαδοχή δεν είναι γενεαλογική (από Πέτρο σε Πάπα), αλλά χαρισματική και ευχαριστιακή: κάθε επίσκοπος συνεχίζει το έργο όλων των Αποστόλων εν τη Εκκλησία.

Στο έργο του «Na Bogocovecanskom putu» ((Στο Θεανθρώπινο Δρόμο σ. 393), ο Πόποβιτς επικαλείται τον Άγιο Μάρκο τον Εφέσο: «Όποιος αποχωρεί έστω και λίγο από την Γνήσια Πίστη, θεωρείται αιρετικός και υπόκειται στους νόμους κατά των αιρετικών... Οι Λατίνοι [Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία] είναι συνεπώς αιρετικοί και τους έχουμε αποκόψει ως αιρετικούς». Αυτή η σκληρή θέση δεν αφορά το πρόσωπο του Πάπα ως ανθρώπου, αλλά την ιδεολογία του παπισμού που θέτει τον άνθρωπο (τον Πάπα) στο κέντρο αντί για τον Θεάνθρωπο.

5. Η Κριτική του Πόποβιτς στον Παπισμό: Οι Τρεις Μεγάλες Πτώσεις

Ο Πόποβιτς είναι ιδιαίτερα σκληρός στην κριτική του για τον παπισμό, τον οποίο θεωρεί μία από τις τρεις μεγαλύτερες πτώσεις της ανθρωπότητας, μαζί με την πτώση του Αδάμ και του Ιούδα. Στο «Na Bogocovecanskom putu» (σ. 376, 387, 403), αναπτύσσει αυτή τη θέση:

α) Ο Πάπας ως «Υπεράνθρωπος» (Übermensch): Ο Πόποβιτς βλέπει τον Πάπα ως το μοντέλο της αντιχριστιανικής θεωρίας του «υπεράνθρωπου». Η παπική αλάθητη είναι για τον Πόποβιτς «δαιμονική» και το «Άδης του Ρωμαιοκαθολικισμού». Ο Πάπας δεν είναι απλώς ένας επίσκοπος με πρωτείο τιμής, αλλά ένας άνθρωπος που τοποθετείται στη θέση του Θεανθρώπου.

β) Ο Παπισμός ως Παν-Αίρεση: Ο Πόποβιτς αποκαλεί τον παπισμό «παν-αίρεση»  του ανθρωπισμού. Ο παπισμός είναι η τοποθέτηση του ανθρώπου πριν από τον Θεάνθρωπο, η μετατροπή του ανθρώπου σε μέτρο όλων των πραγμάτων αντί για τον Θεό. Αυτή η «ανθρωπολατρία»  και «ανθρωποθεΐα» είναι η ρίζα όλων των δυτικών αιρέσεων.

γ) Ο Παπισμός ως Πατέρας του Προτεσταντισμού: Ο Πόποβιτς βλέπει τον Προτεσταντισμό ως τελικό στάδιο του παπισμού: «κάθε [Προτεστάντης] πιστός — ένας αυτοδιορισμένος και ξεχωριστός πάπας» . Αν ο Πάπας είναι αλάθητος στην ερμηνεία της πίστεως, τότε κάθε Προτεστάντης είναι αλάθητος στην ερμηνεία της Βίβλου. Και τα δύο είναι «ανθρωπολατρία».

 

6. Η Θεραπεία: Συνοδικότητα και Μετάνοια

Η θεραπεία για την «αλάθητη» και τον «Άδη του Ρωμαιοκαθολικισμού» είναι, σύμφωνα με τον Πόποβιτς, η συνοδικότητα . Αυτή είναι η «ταπείνωση του ανθρώπου ενώπιον του Θεανθρώπου, ενώπιον της Θεοτόκου και όλων των αγίων» — μια μετάνοια «που οδηγεί σε πλήρη γνώση της αλήθειας» (2 Τιμ. 2:25).

Η συνοδικότητα είναι το μέσο που βρίσκεται εν τω Θεανθρώπω και ο μόνος τρόπος να σωθεί ο οικουμενισμός από τον «δεύτερο θάνατό» του. Ο πρώτος θάνατος ήταν μέσω του «παπισμού» και άλλων ανθρωπισμών.

Σημαντικό είναι ότι ο Πόποβιτς δεν αρνείται το ιστορικό πρωτείο του επισκόπου Ρώμης (ως primus inter pares, «πρώτος μεταξύ ίσων»), αλλά απορρίπτει το παπικό πρωτείο ως ιδεολογία και πρακτική μετά το Σχίσμα, που περιλαμβάνει Σταυροφορίες, Μεταρρύθμιση, Αντιμεταρρύθμιση, Διαφωτισμό και τις δύο Βατικάνιες  Συνόδους.

 

7. Οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος ως Μάρτυρες της Ενότητας

Στην Ορθόδοξη παράδοση που υπηρετεί ο Πόποβιτς, οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος εορτάζονται μαζί στις 29 Ιουνίου. Αυτή η κοινή εορτή έχει βαθύτατη θεολογική σημασία:

  • Η ενότητα εν ποικιλία: Ο Πέτρος (ο «αποχωρών») και ο Παύλος (ο «εισερχόμενος») απεικονίζουν ότι η Εκκλησία είναι μία παρά τις διαφορές
  • Η μαρτυρία ως κορύφωση: Και οι δύο μαρτύρησαν στη Ρώμη, ο Πέτρος σταυρωμένος ανάποδα, ο Παύλος αποκεφαλισμένος — η μαρτυρία είναι η τελική επιβεβαίωση της αποστολής
  • Η Ρώμη ως τόπος μαρτυρίου, όχι εξουσίας: Η Ρώμη είναι ιερή ως τόπος αίματος των Αποστόλων, όχι ως έδρα εξουσίας

Ο Πόποβιτς, ακολουθώντας την πατερική παράδοση, βλέπει τους Αποστόλους όχι ως ιδρυτές εξουσίας, αλλά ως θεμέλιο της Εκκλησίας με την έννοια ότι είναι οι πρώτοι μάρτυρες που ενσωματώνουν την Εκκλησία στον Χριστό. Το θεμέλιο δεν είναι ανθρώπινο, αλλά Θεανθρώπινο.

 

Συμπέρασμα

Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ως αυθεντικός εκφραστής της Ορθόδοξης πατερικής παραδόσεως, προσεγγίζει τους Πρωτοκορυφαίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο μέσα από την θεανθρώπινη εκκλησιολογία του. Για τον Πόποβιτς:

  • Η ενότητα της Εκκλησίας είναι χριστοκεντρική, όχι ανθρωποκεντρική
  • Ο Πέτρος έχει πρωτείο τιμής και πίστεως, όχι εξουσίας
  • Ο Παύλος συμπληρώνει τον Πέτρο, αποκαλύπτοντας την καθολικότητα της Εκκλησίας
  • Η αποστολική διαδοχή είναι εκκλησιαστική, όχι προσωπική
  • Ο παπισμός είναι η αντίθεση της αληθινής εκκλησιολογίας, η τοποθέτηση του ανθρώπου αντί του Θεανθρώπου

Η θεολογία του Πόποβιτς για τους Πρωτοκορυφαίους Αποστόλους είναι, τελικά, θεολογία της αγάπης εν αληθεία — η αλήθεια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αγάπη, και η αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αλήθεια. Ο Χριστός είναι και τα δύο, και όλα εν ενί.