Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Οι Σύνοδοι κατά των «Λατινοφρόνων» (17ος - 19ος αιώνας)


  • Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, λόγω της έντονης προσηλυτιστικής δράσης των ουνιτών και των καθολικών ιεραποστολών στην Ανατολή, συγκλήθηκαν τοπικές αλλά σημαντικές σύνοδοι που καταδίκασαν συγκεκριμένες δογματικές πλάνες του Παπισμού:

    • Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (1722): Εξέδωσε εγκύκλιο κατά των λατινικών καινοτομιών, τονίζοντας την εμμονή της Εκκλησίας στους όρους των επτά Οικουμενικών Συνόδων.

    • Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (1838): Διακήρυξε ρητά ότι οι διδασκαλίες των Λατίνων (όπως το Filioque και το καθαρτήριο πυρ) αποτελούν αίρεση.

    • Συνοδική Εγκύκλιος των Πατριαρχών της Ανατολής (1848): Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα. Οι Πατριάρχες (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) απάντησαν στην εγκύκλιο του Πάπα Πίου Θ΄, καταδικάζοντας τον Παπισμό ως «αιρετικό» λόγω του Filioque και του πρωτείου εξουσίας, χαρακτηρίζοντας τον Παπισμό ως «τη μεγάλη αίρεση της εποχής».

    • Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (1895): Απαντώντας σε νέα παπική πρόσκληση για ένωση, η Σύνοδος υπό τον Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄ επαναβεβαίωσε ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει παρεκκλίνει από την αλήθεια των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, διατηρώντας το χαρακτηρισμό της ως αιρετικής.

Μια άποψη του Αγίου Φιλαρετου Μόσχας για ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ, που πρέπει να διερευνηθεί.


Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


Ο Ρώσος Μητροπολίτης πρώην Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίων γράφει τα εξής:

«Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἡ στάση ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς ἦταν πολὺ αὐστηρή. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ἀπαγόρευαν ὄχι μόνο τὴ συμμετοχὴ στὴν εὐχαριστία, ἀλλὰ καὶ τὴ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικούς. Ἐν τούτοις δὲν πρέπει κάποιος νὰ ξεχνᾶ, ὅτι οἱ αἱρέσεις τῶν πρώτων αἰώνων, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός, ὁ Σαβελλιανισμὸς καὶ ὁ Μονοφυσιτισμὸς ἀρνοῦνταν τὶς συμφυεῖς βάσεις τῆς χριστιανικῆς πίστης −τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁμοτιμία τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος, τὴν πληρότητα τῆς θείας καὶ ἀνθρώπινης φύσης στὸ Χριστό. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ κάποιος γιὰ τὶς σύγχρονες χριστιανικὲς ὁμολογίες, γιατὶ ἀποδέχονται τὰ θεμελιώδη δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανισμὸς θὰ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ συνέπεια σὲ θέση, νὰ διακρίνει μεταξὺ αἱρετικῶν καὶ ἑτεροδόξων. Ὁ Ἅγιος Φιλάρετος τῆς Μόσχας θεωροῦσε, ὅτι εἶναι «ἄσπλαχνο καὶ ὄχι ὀρθό, τὸν παπισμό (δηλ. τὸν Καθολικισμό) νὰ τὸν τοποθετεῖ κανεὶς στὸ ἴδιο ἐπίπεδο μὲ τὸν Ἀρειανισμό». Κατὰ πολὺ λιγότερο εἶναι ὀρθὸ νὰ ἐφαρμόζει κανεὶς στοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους, αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ Πατέρες τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων Συνόδων γιὰ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς κοινωνίας μὲ αὐτούς»

------------------------------------------------------------------------------

πηγή. Hilarion Alfejev, Geheimnis des Glaubens. Einführung in die orthodoxe dogmatische Theologie (Übers. von H. - J. Röhring), Freiburg/Schweiz 2003, 142-146.

 

Απο εκκλησιολογικης άποψης ειναι σωστή η παραπάνω άποψη;

Α. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης (συχνά κινούμενοι στον χώρο της οικουμενικής θεολογίας) χρησιμοποιούν τα εξής επιχειρήματα:

  1. Η  Εκκλησία έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει τους ετεροδόξους με «οικονομία» (επιείκεια), αναγνωρίζοντας στοιχεία αλήθειας που έχουν διατηρήσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζεται μαζί τους δογματικά.
  2. Εφόσον η Εκκλησία σε πολλές περιπτώσεις δέχεται τους ετεροδόξους (π.χ. Καθολικούς ή κάποιους Προτεστάντες) μέσω της «ομολογίας» και όχι μέσω αναβαπτισμού, αυτό συνεπάγεται μια έμμεση αναγνώριση ότι διατηρούν έναν βαθμό εκκλησιαστικότητας.
  3. Υποστηρίζουν ότι οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων για τους «αιρετικούς» αφορούσαν συγκεκριμένα πρόσωπα και διδασκαλίες που ανέτρεπαν τη σωτηριολογική βάση της πίστης. Η μεταφορά αυτών των αποφάσεων σε σύγχρονες ομολογίες που δέχονται το Σύμβολο της Πίστεως θεωρείται από την πλευρά αυτή ως κατάχρηση της ιστορικής εμπειρίας.

Β. Από την άλλη πλευρά, πολλοί θεολόγοι και εκκλησιαστικοί κύκλοι θεωρούν τη θέση αυτή εκκλησιολογικά προβληματική για τους εξής λόγους:

  1. Η επικρατούσα παραδοσιακή άποψη τονίζει ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και δεν μπορεί να «τεμαχίζεται». Κατά συνέπεια, όποιος βρίσκεται εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας (είτε λόγω δόγματος είτε λόγω σχίσματος) στερείται της μυστηριακής χάριτος.
  2. Η  διάκριση μεταξύ «αιρέσεως» και «ετεροδοξίας» οδηγεί στον «θεολογικό σχετικισμό». Υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε απόκλιση από το δόγμα, ακόμη και αν δεν αφορά άμεσα τον Χριστό ή την Τριάδα, αλλοιώνει τη ζωή της Εκκλησίας και άρα εμπίπτει στην έννοια της αίρεσης.
  3. Οι  Ιεροί Κανόνες που απαγορεύουν τη συμπροσευχή δεν είναι απλώς «πειθαρχικά μέτρα» μιας συγκεκριμένης εποχής, αλλά δογματικά όρια που προστατεύουν την ταυτότητα της Εκκλησίας. Θεωρούν ότι η αποδοχή της «ετεροδοξίας» ως κάτι λιγότερο κακό από την «αίρεση» υπονομεύει την αποκλειστικότητα της αλήθειας που πρεσβεύει η Ορθοδοξία.

 

 

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Eνα προφητικό κείμενο του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς για την Σύνοδο της Κρήτης.

ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ : ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ”ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ” ΤΟ 1977

Πανιερώτατε,

Προσφάτως ἐπραγματοποιήθη ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» (21-28 Νοεμβρίου 1976). Λαβὼν εἰς χεῖρας καὶ μελετήσας τὰ Πρακτικὰ καὶ τὰς Ἀποφάσεις τῆς Διασκέψεως ταύτης, αἰσθάνομαι τὴν εὐαγγελικὴν ἀνάγκην, ὅπως, κατὰ τὴν συνείδησίν μου, ὡς μέλος τῆς Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καίτοι ὁ ἐλάχιστος ἐκ τῶν λειτουργῶν Αὐτῆς, ἀπευθυνθῶ διὰ τοῦ παρόντος ἱκετευτικοῦ ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ δι' Ὑμῶν πρὸς τὴν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ὀρθοδόξου Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρων τὰς διαπιστώσεις καὶ παρατηρήσεις μου ὡς πρὸς τὴν προετοιμασίαν τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου. Παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ τοὺς λοιποὺς Πανιερωτάτους Ἀρχιερεῖς, ὅπως μετ' εὐαγγελικῆς ἀγάπης καὶ προσοχῆς ἀκούσητε τὴν φωνὴν ταύτην μιᾶς ὀρθοδόξου συνειδήσεως, τοσούτω μᾶλλον, καθ' ὅσον ἡ φωνὴ αὕτη, δόξα τῷ Θεῷ, σήμερον οὐδόλως εἶναι μία, οὔτε ἀπομονωμένη εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον, προκειμένου περὶ τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου.

Ἐκ τῶν Πρακτικῶν καὶ τῶν Ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς νῦν ὀνομαζομένης «Πρώτης Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως», λαβούσης χώραν, – ἀγνοῶ διὰ ποιὸν λόγον – ἐν Γενεύῃ, ὅπου μόλις ὀλίγαι ἑκατοντάδες ὀρθοδόξων ὑπάρχουν, φαίνεται ὅτι αὕτη ἔχει ἀποφασίσει καὶ ἑτοιμάσει ἕνα καινούργιο κατάλογον τῶν θεμάτων διὰ τὴν μέλλουσαν «Μεγάλην Σύνοδον» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν λόγῳ πρόσφατος Διάσκεψις δὲν ὑπῆρξε πλέον μία ἐκ τῶν λεγομένων «Πανορθοδόξων Διασκέψεων», ὅπως ἦσαν αἱ Διασκέψεις τῆς Ρόδου καὶ αἱ μετ' αὐτάς, οὔτε πάλιν ὑπῆρξεν ἡ οὕτω καλουμένη «Προσύνοδος», διὰ τὴν ὁποίαν μέχρι πρὸ τινὸς εἰργάζοντο, ἀλλ' ἦτο ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις», εἰσερχομένη πλέον εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀμέσου προετοιμασίας τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ Διάσκεψις αὕτη δὲν εἰργάσθη πλέον βάσει τοῦ προτέρου “Καταλόγου θεμάτων”, ὁρισθέντος εἰς τὴν Α΄ Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Ρόδου τὸ 1961, καὶ παραμείναντος ὑπὸ ὑπεξεργασίαν μέχρι καὶ τοῦ ἔτους 1971, ἀλλά προέβη εἰς «ἀναθεώρησιν» ἐκείνου καὶ καθώρισε νέον, ἰδικόν της, «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Σύνοδον. Ἐν τούτοις, φαίνεται ὅτι οὔτε αὐτός εἶναι ὁ τελικὸς κατάλογος, ἀλλ' ἐνδέχεται μάλλον νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτός ἀλλαγὴν τινα ἢ νὰ συμπληρωθῇ.

Ἡ Διάσκεψις ἔχει περαιτέρω ἀναθεωρήσει καὶ τὴν ἕως προσφάτως τηρουμένην «μεθοδολογίαν» ἐπεξεργασίας καὶ τελικῆς προετοιμασίας θεμάτων διὰ τὴν Σύνοδον, συντομεύσασα τὴν ὅλην «διαδικασίαν», λόγῳ τῆς καταφανοῦς σπουδῆς καὶ βίας ὡρισμένων πρὸς σύγκλησιν τῆς Συνόδου ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Διότι, κατὰ τὴν κατηγορηματικὴν τοῦ προεδρεύοντος εἰς τὴν Διάσκεψιν ταύτην μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουυπόλεως καὶ ἄλλοι ἐπείγονται, ἵνα «τὸ ταχύτερον συγκληθῇ» καὶ πραγματοποιηθῇ ἡ μέλλουσα Σύνοδος.

Ἡ Σύνοδος, λέγεται, πρέπει νὰ εἶναι «βραχείας διαρκείας», νὰ ἀπασχοληθῇ «μὲ περιορισμένον ἀριθμὸν θεμάτων», καὶ ἀκόμη, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Μελίτωνος, «ἡ Σύνοδος πρέπει νὰ ἐγκύψῃ εἰς φλέγοντα προβλήματα παρακωλύοντα τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν συνειρμοῦ τοῦ συστήματος τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς μιᾶς ἑνιαίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας…» (Πρακτικά, σ. 55).

Ταῦτα πάντα θέτουν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἐρώτημα : Τί πρέπει νὰ σημαίνουν ὅλα αὐτά; Πρὸς τί δὲ αἱ ἐσπευσμέναι αὗται ἐνέργειαι; Καὶ ποῦ ὁδηγοῦν αὐταί;

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς συγκροτήσεως νέας «Οἰκουμενικῆς Συνόδου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὔτε νέον οὔτε πρόσφατον εἶναι κατὰ τὸν παρόντα ἡμέτερον αἰῶνα τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα ἀνεκινήθη ἤδη ἐπὶ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου Μεταξάκη – γνωστοῦ ὡς ὑψηλόφρονος “μοντερνιστοῦ” καὶ μεταρρυθμιστοῦ, ἐξ οὗ καὶ σχισματοποιοῦ ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ – καὶ δὴ εἰς τὸ ὑπ' αὐτοῦ συγκληθὲν ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1923 οὕτω καλούμενον “Πανορθόδοξον Συνέδριον”…

Μετὰ τὸν Β' Παγκόσμιον πόλεμον ἦλθεν εἷς τὸ προσκήνιον ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας καὶ συνεκάλεσε τὰς ἐν Ρόδῳ «Πανορθοδόξους Διασκέψεις». Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, ἡ ὁποία ἔγινε τῷ 1961, ἀνεκίνησε καὶ πάλιν τὸ θέμα τῆς προετοιμασίας τῆς «Πανορθοδόξου Συνόδου», ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ γίνη προηγουμένως μία «Προσύνοδος», καὶ ἐνέκρινε τὸν ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑποβληθέντα τότε ἕτοιμον «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Προσύνοδον.

Εἶναι ὁ γνωστὸς «Κατάλογος θεμάτων τῆς Ρόδου» : ὀκτὼ μεγάλα κεφάλαια, περιέχοντα τεσσαράκοντα περίπου κύρια θέματα καὶ διπλάσιον ἀριθμὸν παραγράφων καὶ ὑποπαραγράφων. Μετὰ τὰς ἐφεξῆς Διασκέψεις τῆς Ρόδου, τὴν Β' (1963) καὶ τὴν Γ' (1964), ἠκολούθησεν ἡ «Διάσκεψις τοῦ Βελιγραδίου» τῷ 1966.

Αὕτη κατ' ἀρχὰς μὲν ἐπωνομάσθη «Τετάρτη Πανορθόδοξος Διάσκεψις», ὕστερον δὲ ὑπεβιβάσθη ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸ ἐπίπεδον «Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς», διὰ νὰ καταλάβῃ ἀντ' αὐτῆς τὴν θέσιν καὶ τὴν ὀνομασίαν τῆς «Τετάρτης Πανορθοδόξου Διασκέψεως» ἡ ἑπομένη διάσκεψις, λαβοῦσα χώραν ἐπὶ τοῦ «ἐδάφους» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (εἰς τὸ «ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης) τὸ ἔτος 1968. Εἰς αὐτὴν τὴν Δ' Διάσκεψιν τῆς Γενεύης ἔσπευσαν οἱ ὀργανωταὶ αὐτῆς, μᾶλλον ὡς ἐξ ἀνυπομονησίας, ὅπως συντομεύσουν τὴν πρὸς Οἰκουμενικὴν Σύνοδον πορείαν των, διὸ καὶ λαβόντες εἰς χεῖρας τὸν ὑπέρογκον καὶ ἀσυνάρτητον Κατάλογον τῆς Ρόδου (κατασκεύασμα, σημειωθήτω πάλιν, αὐτῶν τῶν ἰδίων, οὐχὶ ἑτέρου τινός), ἐπέλεξαν καὶ ἐχώρισαν ἐξ αὐτοῦ «τὰ πρῶτα ἕξ θέματα» πρὸς συντομωτέραν ἐπεξεργασίαν, ὥρισαν δὲ ἐν ταύτῷ καὶ νέαν «διαδικασίαν» ἐργασίας καὶ προετοιμασίας.

Εὐκαιρίας δοθείσης, ἐσχηματίσθη τότε καὶ ἕν νέον σῶμα, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἡ Διορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή». Αὕτη θὰ ἐφρόντιζε περὶ τοῦ «συντονισμοῦ» τῆς ἐπεξεργασίας τῶν θεμάτων.

Ταυτοχρόνως συνεστήθη καὶ ἡ «Γραμματεία ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου», δηλαδὴ διωρίσθη εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἷς ἐπίσκοπος τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὡς γραμματεύς, ἔχων ἕδραν τὸ εἰρημένον Κέντρον ἐν Σαμπεζύ Γενεύης, ἐνῶ ἀπερρίφθησαν αἱ προτάσεις περὶ ἐντάξεως καὶ συμμετοχῆς καὶ ἄλλων ὀρθοδόξων μελῶν, προερχομένων ἐκ τῶν ὑπολοίπων ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἰς τὴν ἐν λόγῳ «Γραμματείαν». Ἡ «Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ» καὶ ἡ Γραμματεία ἐπραγμάτωσαν τὴν συνεδρίαν των, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τὸ αὐτὸ κέντρον τῆς Γενεύης, κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1971.

Εἰς τὴν συνεδρίαν αὐτὴν ἐθεωρήθησαν ἀπὸ κοινοῦ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἕτοιμαι εἰσηγήσεις ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ἕξ θεμάτων, «ἐνηρμονίσθησαν» καὶ «ἐνεκρίθησαν» πρὸς ἐπικύρωσιν ὑπὸ τῆς «Προσυνόδου».

Ἐὰν, Πανιερώτατε, ἐξετάσωμεν προσεκτικῶς ὅλα ταῦτα, ἐκ τῆς ἀρχῆς μέχρι τοῦ νῦν, θὰ διαπιστώσωμεν μὲ κατάπληξιν καὶ φόβον Θεοῦ, ὅτι ἡ ὅλη «προετοιμασία» τῆς μελλούσης Συνόδου ἔχει λάβει ἕναν χαρακτῆρα ὄχι πλέον «ἐκκλησιαστικόν», ἀλλὰ «κοσμικόν», «διπλωματικόν», «γραφειοκρατικόν», θὰ ἔλεγον, κατὰ τὰ πρότυπα τῶν σημερινῶν διεθνῶν ὀργανισμῶν.

Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχουν «Γραμματεῖαι» αἱ ὁποῖαι «σχεδιάζουν» τὴν Θείαν Ἀλήθειαν, οὐδὲ «Διορθόδοξοι Ἐπιτροπαὶ» αἱ ὁποῖαι «ἐναρμονίζουν» τὰ Δόγματα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ Σύνοδος αὐτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν τῇ ὁποίᾳ συμμετέχουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἐν μετανοίᾳ, ἐν προσευχῇ, ἐν ταπεινώσει, ἀποκαλύπτοντες τὴν Αἰώνιον Ἀλήθειαν τοῦ Θεανθρώπου.

Ἡ σπουδὴ καὶ ἡ βία τῶν διοργανωτῶν τῆς μελλούσης Συνόδου, ἡ ἀπομόνωσις τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν παράδοσιν, ἡ ἐνσωμάτωσις ξένων πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν “μεθοδολογιῶν”, ὅλα ταῦτα μαρτυροῦν ὅτι ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν πνευματικὴν ἀτμόσφαιραν τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Διὰ τοῦ παρόντος, Πανιερώτατε, ἐκφράζω τὴν βαθειάν μου ἀνησυχίαν ὅτι, ἐὰν συνεχισθῇ ἡ αὐτὴ πορεία, ὁδηγούμεθα εἰς μίαν Σύνοδον ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι Ἁγία καὶ Οἰκουμενική, ἀλλὰ ἕνα συνέδριον τὸ ὁποῖο θὰ ἐπικυρώσῃ ἁπλῶς τὰς ὑπαρχούσας αιρέσεις, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητος. Ἡ ἑνότης ἄνευ τῆς Ἀληθείας εἶναι ἡ ἑνότης τοῦ ψεύδους, καὶ ἡ ἀγάπη ἄνευ τῆς Πίστεως εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου τούτου, ἡ ὁποία χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεόν.

Παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα, ὅπως μετὰ παρρησίας ἐγείρητε τὸ θέμα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἵνα μὴ γένωμεν ὑπεύθυνοι τῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς Αἰωνίου Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

Ἐν ταπεινότητι,

Ἰουστῖνος Πόποβιτς