Δημοσιεύω
ένα απόσπασμα από μια διαδικτυακή συζήτηση που είχα με κάποιον εν Χριστώ αδελφό
με θέμα τα Μυστήρια των «μη κεκριμένων» από Σύνοδο αιρετικών.
Για
την διευκόλυνση των αναγνωστών θα ονομάζω στο κείμενο ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ τον αδελφό
και π.Δ.Α τον γράφοντα.
------------------------------------------------------------------------
π.Δ.Α: Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ…Διατύπωσες την
εξής άποψη για το θέμα:
«Η μνημόνευση αιρετικού
επισκόπου και η εισαγωγή μερίδος για αυτόν στο Ποτήριο είναι στοιχείο που καθιστά
αδύνατο τον καθαγιασμό του οίνου και του άρτου.».
Θέτεις λοιπόν δύο αίτια στην ακυρότητα
του μυστηρίου.
Α. Την μνημόνευση του αιρετικού επισκόπου
Β. Την εισαγωγή της μερίδας του επισκόπου στο Άγιο
Ποτήριο.(αυτό γίνεται κατά την συστολή των Τιμίων δώρων και μετά το
καθαγιασμό).
Επειδή ο καθαγιασμός γίνεται από το Άγιο Πνεύμα (και
όχι από τον επίσκοπο),γιατί Αυτό επικαλούμαστε την ώρα εκείνη, θα μου
επιτρέψεις να εκφράσω την εξής άποψή .
Η μνημόνευση του αιρετικού επισκόπου δημιουργεί
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΜΟΛΥΣΜΟ ΠΙΣΤΕΩΣ στους μνημονεύοντες.
Η εισαγωγή της μερίδος του Επσκόπου δημιουργεί
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΜΟΛΥΣΜΟ στο περιεχόμενο του Αγίου Πότηρίου.
Έτσι το μυστήριο και για τους δύο παραπάνω
λόγους χάνει την σωτηριολογική του διάσταση και σημασία και γίνεται κρίμα ή
κατάκριμα.
Η ακυρότητα του μυστηρίου που γράφεις είναι αρκετά
παρακινδυνευμένη άποψη γιατί τότε καταργείται η Ιερωσύνη. Μόνο Σύνοδος
Ορθοδόξων επισκόπων μπορεί να πάρει απόφαση για την ακυρότητα Μυστηρίων και το
άκυρο της ιερωσύνης.
------------------------------------------------------------------------------------------------
ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ. Το σκεπτικό του σχολιασμού σας
καταλήγει στο συμπέρασμα οτι: «Η ακυρότητα του μυστηρίου είναι
αρκετά παρακινδυνευμένη άποψη γιατί τότε καταργείται η Ιερωσύνη. Μόνο Σύνοδος Ορθοδόξων
επισκόπων μπορεί να πάρει απόφαση για την ακυρότητα Μυστηρίων.»
Έτσι η αναίμακτη θυσία στο θυσιαστήριο από τον
αιρετικό είναι αγία γιατί είναι σύμφωνη με τις πλάνες των Προκαθημένων,
ενώ η προσφορά του αιρετικού ιερέα, για την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες
είναι «προσφορά ψόφιου σκύλου».
Το δε ζήτημα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων
δεν είναι απλώς μια χρονική αλληλουχία ευχών αλλά πρωτίστως κοινωνία με την
αληθινή Πίστη, την οποία δίδαξαν ο Χριστός και οι Απόστολοι, και συνεπεία
αυτής της κοινωνίας με την αληθινή πίστη επέρχεται ο καθαγιασμός. Άνευ
αυτής της κοινής πίστης όπως σημειώνει ο Μ. Βασίλειος ό,τι συμβαίνει στο
θυσιαστήριο είναι «απάτη» διότι ο Θεός δεν εμπαίζεται!
Υπάρχουν βέβαια αιρέσεις που λόγω της λεπτότητας των
νοημάτων τους χρειάζεται να αναλυθούν και να «καταγνωστούν» απο Συνόδους
και Πατέρες. Όμως υπάρχουν και αιρέσεις που οι θεωρίες τους είναι εμφανώς
αντίθετες με την Αγία Γραφή. Αυτές είναι «κατεγωσμένες» ήδη απο την Αγία Γραφή
και δεν χρειάζεται καμία Σύνοδος να τις αναγνωρίσει ως αιρέσεις. Όταν ο Χριστός
λέει «Εγώ ειμί η οδός και η ζωή και μόνο δι εμού πηγαίνει κανείς εις τον
Πατέρα» και οι οικουμενιστές λένε ότι «όλες οι θρησκείες οδηγουν στον
Θεό», η θέση τους αποτελεί εμφανώς αίρεση. Όποιος λοιπόν θεωρεί τον
οικουμενιστή κληρικό όργανο της Χάριτος του Θεού που σώζει μέσω των μυστηρίων
του ανθρώπους που δεν ξέρουν σε τι πιστεύουν...δικαίωμα του.
π.Δ.Α :Θα προσπαθήσω σύντομα να σχολιάσω τις
παραπάνω απόψεις….
Α. Ποτέ δεν αποδέχτηκα το γραφόμενο περί της
ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ .Απλά είπα ότι είναι
παρακινδυνευμένο να θεωρούμε ΑΚΥΡΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ
ΑΠΟ ΣΥΝΟΔΟ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ.
Β. Εμείς όμως γνωρίζουμε από την διδασκαλία της
Εκκλησίας μας ότι μόνο οι καταδικασθέντες αιρετικοί κι όσοι μετά την καταδίκη
τους ακολουθούν, εκείνοι μόνο δεν έχουν μυστήρια. Γι’ αυτό σοφά η Εκκλησία μας
έχει καθορίσει την διακοπή μνημοσύνου και την αποτείχιση από τους παραπάνω
συγχρόνους αιρετίζοντες Επισκόπους (και όλους τους αιρετικούς), ώστε
αυτοί να απομονώνονται και να μη μας μολύνουν.
Γ. Οι Άγιοι Πατέρες (εκτός των άλλων) μας
διαφωτίζουν για τον χρόνο απωλείας του χαρίσματος της ιερωσύνης των αιρετικών.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα τον Δόσκορο. Αυτός ήταν υπόδικος στην Δ΄ Οικουμενική
Σύνοδο, αλλά, μέχρι την καθαίρεσή του είχε το ιερατικό αξίωμα. Διότι αν
δεν το είχε, δεν θα μπορούσε να του αφαιρεθεί, μιας και το «μη υπαρκτόν»
δεν δύναται να αφαιρεθεί. Στα Πρακτικά της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου
γράφεται ότι ο αιρετικός Διόσκορος που ήταν και Πρόεδρος της Ληστρικής Συνόδου
του 449 (αντίστοιχος του Βαρθολομαίου της Κολυμπαρίου Συνόδου της Κρήτης και
όσων τον ακολουθούν) αρχικά περιλαμβάνεται στο κατάλογο των Επισκόπων, και
μάλιστα μετά τον Ανατόλιο Κων/πόλεως και πριν από τα ονόματα των Πατριαρχών
Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
Η Σύνοδος τον αποδέχεται ως Επίσκοπο και τον
δικάζει μεν, αλλ’ ως Επίσκοπο με έγκυρα μυστήρια, καθώς προσφωνείται
«ευλαβέστατος και οσιώτατος επίσκοπος». Στη συνέχεια της διαδικασίας, αφού
κατεδείχθησαν οι πλάνες του και η ανυπακοή-περιφρόνηση της Συνόδου, του
επιβλήθηκε η ποινή της καθαίρεσης. Και καθαίρεση για θέματα πίστεως
-αίρεσης σημαίνει ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ. Πρέπει βέβαια να επαναληφθεί πως, το
ότι δεν είχε καθαιρεθεί, δεν σήμαινε ότι δεν ήταν αιρετικός, ότι δεν μόλυνε
τους πιστούς με την διδασκαλία του. Και αιρετικός ήταν και τον μολυσμό της
αιρέσεως μετέδιδε «ως πανούκλαν» (κατά τον άγιον Νικόδημο τον Αγιορείτη) και
διά τούτο όφειλαν οι πιστοί να απομακρύνονται από τους αιρετικούς ως «από
όφεως», όπως οφείλουν και σήμερα, από τους συγχρόνους αιρετικούς να
απομακρύνονται, διότι είτε είναι καταδικασμένος ο αιρετικός, είτε δεν είναι
καταδικασμένος, η ζημιά που προκαλεί στους πιστούς και στο σώμα της Εκκλησίας
γενικότερα, είναι μεγάλη. Αξιοσημείωτο είναι και το ιστορικό γεγονός της
χειροτονίας από τον Διόσκορο, του αγίου Ανατολίου, ο οποίος «υπό Διοσκόρου του
δυσσεβούς κεχειροτόνητο παρόντος και Ευτυχούς» του αιρεσιάρχου (Ζ΄ Οικουμενικής
Συνόδου, Μ. 12, 1042). «Εχειροτόνησε δε τον Ανατόλιον ο Διόσκορος, ότε δεν είχε
καθαιρεθεί εισέτι, ήτοι μετά την εν Εφέσω ληστρικήν Σύνοδον και προ της Δ΄
Οικουμενικής Συνόδου, ήτις καθήρεσε και τον Διόσκορο και τον Ευτυχή» (Θ.Η.Ε. τ.
2, σ. 642). «Και τότε εξεδηλώθη εν Κωνσταντινουπόλει αντίδρασις κατά της
χειροτονίας ταύτης» (οπ. παρ. και Μ. 6, 44). «Αλλ’ όμως η Δ΄ Οικουμενική
Σύνοδος εδέχθη τον Ανατόλιον ως έξαρχον αυτής» (Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Μ. 6,
565). «Η δε Ορθόδοξος Εκκλησία τιμά και τούτον ως Άγιον την 3ην Ιουλίου μηνός».
Δ. Τούτο βλέπουμε να ισχύει και με τη στάση των
Πατέρων και σε άλλες Συνόδους· π.χ. στην περίπτωση των τριών Επισκόπων που
υπεστήριζαν τον Άρειο· στην περίπτωση των πιστών της Κων/πόλεως που επαινούνται
από τον άγιο Κύριλλο για την απομάκρυνσή τους εκ του Νεστορίου (ο Άγιος δεν
μιλάει επ’ ουδενί στις επιστολές του στους αποτειχισμένους πιστούς για άκυρα
Μυστήρια, αλλά μόνο για απομάκρυνση από την αίρεση). Κι εδώ ο Άγιος θεωρεί τον
Νεστόριο ως έχοντα το χάρισμα της ιερωσύνης, το οποίο η Σύνοδος, με το να τον
καθαιρέσει, του το αφαίρεσε. Το ίδιο και στην περίπτωση του Καλέκα επί εποχής
αγίου Γρηγορίου του Παλαμά κ.α
Άλλο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η
περίπτωση του Ωριγένη και των μαθητών του, π.χ. του Ηρακλά, επισκόπου
Αλεξανδρείας, ο οποίος χειροτόνησε 20 επισκόπους και μετέδωσε την διδασκαλία
του Ωριγένη. Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε την διδασκαλία του Ωριγένη και
αναθεμάτισε τον ίδιο, αλλά αυτό συνέβη …αιώνες μετά τον θάνατο του Ωριγένη!!! Η
Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος, όμως, δεν ασχολήθηκε μέ τα μυστήρια των οπαδών του
Ωριγένη, ούτε για να τα ακυρώσει, ούτε για να τα επικυρώσει, αν και οι οπαδοί
τους λειτουργούσαν και πραγματοποιούσαν μυστήρια για 300 χρόνια μετά τον θάνατό
του. Άρα τα χιλιάδες μυστήρια που τελέστηκαν στις περιοχές που υπήρχαν
ωριγενιστές για 300 χρόνια, ήταν άκυρα;
Άλλο σύγχρονο παράδειγμα για αυτές τις σκέψεις
αποτελεί το πρόσωπο του εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, ο οποίος αποδείχθηκε
–τα στοιχεία σήμερα είναι επιστημονικά αποδεδειγμένα και αδιαμφισβήτητα– ότι
ήταν όχι μόνο μασώνος αλλά και πρόδρομος του Οικουμενισμού, και Οικουμενιστής.
Απ’ όσους έχουν ασχοληθεί με το θέμα, κανείς δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα των
μυστηρίων και των χειροτονιών που αυτός ως επίσκοπος έπραξε. Αλλά ακόμα και για
τον επίσης μασώνο και Οικουμενιστή πατριάρχη Κων/πόλεως Μελέτιο Μεταξάκη δεν
έχουν αμφισβητηθεί οι χειροτονίες του· δεν τόλμησαν να το κάνουν αυτό ούτε οι
ΓΟΧ.
Ε .Γράφεις τα εξής:
|
Το δε ζήτημα
του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων δεν είναι απλώς μια χρονική αλληλουχία
ευχών αλλά πρωτίστως κοινωνία με την αληθινή Πίστη, την οποία
δίδαξαν ο Χριστός και οι Απόστολοι, και συνεπεία αυτής της κοινωνίας με
την αληθινή πίστη επέρχεται ο καθαγιασμός. Άνευ αυτής της κοινής
πίστης όπως σημειώνει ο Μ. Βασίλειος ό,τι συμβαίνει στο θυσιαστήριο
είναι «απάτη» διότι ο Θεός δεν εμπαίζεται! |
Σχόλια.
Άλλο το θέμα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων και
άλλο το θέμα της συμμετοχής μας στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Ο
καθαγιασμός απαιτεί την ύπαρξη ειδικής Κανονικής Ιερωσύνης και
επιτελείται από το ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.
Η δεητική ευχή του καθαγιασμού είναι ξεκάθαρη.
|
Έτι
προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν, και παρακαλούμέν
σε και δεόμεθα και ικετεύομεν· κατάπεμψον το Πνεύμά σου το Άγιον εφ' ημάς και
επί τα προκείμενα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μεν άρτον τούτον τίμιον σώμα
του Χριστού σου. Αμήν· το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον αίμα του Χριστού σου.
Αμήν· μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω Αγίω. Αμήν, αμήν, αμήν. |
Στην συνέχεια εύχεται ο λειτουργός
|
Ώστε γενέσθαι
τοις μεταλαμβάνουσιν εις νήψιν ψυχής, εις άφεσιν αμαρτιών, εις κοινωνίαν του
Αγίου σου Πνεύματος, εις βασιλείας ουρανών πλήρωμα, εις παρρησίαν την προς
σε, μη εις κρίμα η εις κατάκριμα. Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην
λατρείαν υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών,
προφητών, αποστόλων, κηρύκων, ευαγγελιστών, μαρτύρων, ομολογητών, εγκρατευτών
και παντός πνεύματος δικαίου εν πίστει τετελειωμένου. |
Η συμμετοχή στο Μυστήριο εκ μέρους των πιστών ΦΥΣΙΚΑ
ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ, ώστε να μην γίνει ΚΡΙΜΑ και ΚΑΤΑΚΡΙΜΑ. Προσέρχεται ο
πιστός εν γνώσει του, συνειδητά, ότι δέχεται την κοινωνία από αιρετικό· από
κάποιον που διαστρέφει και πολεμά την Πίστη· από κάποιον που είναι εχθρός του
Χριστού. Πως τότε θα πεί: «Οίδας των κακών το πλήθος, οίδας και τα τραύματά
μου· και τους μώλωπας οράς μου αλλά και την πίστιν οίδας», αφού συγκοινωνεί
μετά αιρετικού που πραγματοποιεί προσβολή-διαστροφή της Πίστεως;
Η αιρετική πίστη επισκόπου και του
συμμετέχοντος στο Μυστήριο με την πίστη του επισκόπου ΜΟΛΥΝΟΥΝ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ με
ο.τι αυτό συνεπάγεται.
----------------------------------------------------------------------------------------
Αυτά που υποστηρίζετε στην απάντησή σας προϋποθέτουν
την ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ και την ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ.
Δηλ.εμείς που αποτειχιστήκαμε από την Κρατική Εκκλησία (μετά το 2016) ΔΕΝ
ΕΧΟΥΜΕ ΙΕΡΩΣΥΝΗ επειδή κάποιοι χειροτονήθηκαν πριν από το 2016 από επισκόπους
που αποδέχτηκαν την Κολυμπάριο Σύνοδο;
Το πρόβλημα βρίσκεται στον κοινωνούντα με τον
αιρετικό· ο αιρετικός είναι ήδη ψευδεπίσκοπος και εστερημένος της Θ.
Χάριτος σε προσωπικό επίπεδο (κι αν δεν μετανοήσει θα καταδικαστεί με την
αφαίρεση του δικαιώματος να ιερουργεί). Έτσι δεν πρέπει να περιμένουμε να
συνέλθει σύνοδος για να μας πεί ότι αυτός διδάσκει κάτι αντι-Ευαγγελικό (αυτό
για τον συνειδητό Χριστιανό είναι φανερό, εκτός αν είναι τόσο δυσδιάκριτη η
αίρεση και μη καταδικασμένη). Δεν χρειάζεται απαραιτήτως να συνέλθει σύνοδος
για να μας πεί ότι αυτός είναι αιρετικός (ψευδεπίσκοπος, όταν είναι φανερή η
αίρεση), αλλά χρειάζεται Σύνοδος να καταδικάσει αυτόν τον αιρετίζοντα
ψευδεπίσκοπο και να του αφαιρέσει την εξουσία να τελεί μυστήρια (τούτο δεν
είναι έργο του κάθε πιστού παρά μόνο της Συνόδου), ακριβώς επειδή είναι
ψευδεπίσκοπος και εμφανίζεται στον λαό ως ορθοδοξών· ενώ διδάσκει «άλλο Ευαγγέλιο»,
παρότι ανήκει ακόμα στην Εκκλησία ως σαπρό μέλος (ο ίδιος βέβαια μπορεί να
ισχυρίζεται ότι είναι μέλος και ανήκει στην Εκκλησία, και μάλιστα να νομίζει
ότι είναι ορθόδοξος, ότι δεν σφάλλει· η να παραμένει εκ σκοπιμότητος σ’
αυτήν, ενώ είναι ψευδεπίσκοπος).
Κάθε αιρετικός που διαστρέφει τα ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΑ ΔΟΓΜΑΤΑ
της Εκκλησίας είναι καταδικασμένος, με την έννοια ότι αυτοκαταδικάζεται, έχει
χάσει την Θ. Χάρη για τον εαυτό του, όχι όμως και την εξουσία να τελεί μυστήρια
χάριν του λαού, έως ότου αυτήν την εξουσία του την πάρει η Σύνοδος, η οποία του
την έδωσε, διά των χειρών των Επισκόπων που τον χειροτόνησαν.
Ο μακαριστός π.Αθανάσιος Μυτηλιναίος έγραψε;
««Τα πρόσωπα πολλάκις δεν ανταποκρίνονται στο αξίωμα
που κατέχουν, ως πρόσωπα ανάξια. Δεν σημαίνει όμως ότι και τα αξιώματα πρέπει
να απορρίπτονται. Ξεπέφτει το πρόσωπο, όχι όμως και το αξίωμα, όχι η θέσις.
Έτσι θα λέγαμε, άλλο ιερεύς και άλλο ιερωσύνη. Είναι δυό ξεχωριστά πράγματα.
Δεν μπορούμε να υποπτευόμεθα την εγκυρότητα των μυστηρίων της Εκκλησίας, επειδή
ο ιερεύς είναι ανάξιος, κι εφ’ όσον έχει ο ιερεύς κανονική ιερωσύνη. Μη
ξεχνούμε ότι και ο Ιούδας ως Απόστολος, παρότι ήτο ανάξιον πρόσωπον, όμως
αγαπητοί μου, επειδή κλήθηκε στο αποστολικόν αξίωμα, και από τα χέρια του Ιούδα
έγιναν θαύματα. Που σημαίνει· και από τον ανάξιο ιερέα μπορείς να κοινωνήσεις.
Το μυστήριο είναι έγκυρον. Άλλο τώρα, αυτός ο άνθρωπος, τι λόγο θα δώσει εις
τον Θεόν, για τις πράξεις του απέναντι στον Θεό. Πρέπει να καταλάβουμε· άλλο
ανάξιος ιερεύς, κι άλλο μυστήρια. Τα μυστήρια είναι έγκυρα, εφ’ όσον φυσικά ο
ιερεύς αυτός έχει κανονικήν και ακώλυτη, ανεμπόδιστη –έστω φαινομενικά–
ιερωσύνη· δηλαδή η Εκκλησία δεν του αφήρεσε το δικαίωμα να ιερουργεί».
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου