Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016)-Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις (Α)



()

ΜΕΡΟΣ -Α

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Η Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη, 2016) υπήρξε το αποτέλεσμα μιας μακράς και εντατικής προπαρασκευαστικής πορείας που διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του προβληματισμού, των θεμάτων και της θεολογικής γλώσσας έπαιξαν τόσο οι Γενικές Συνελεύσεις του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) όσο και οι διμερείς και πολυμερείς Θεολογικοί Διάλογοι. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αναδείξει τους κρίσιμους σταθμούς αυτής της πορείας.

Ξεκινάμε από σήμερα μια σειρά άρθρων, προκειμένου να καταγράψουμε τους βασικούς σταθμούς που έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στη σύγκληση της Συνόδου της Κρήτης. Ωστόσο, αυτή η μακρά και παρασκηνιακή προπαρασκευαστική πορεία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης δεν υπήρξε απλώς μια γραφειοκρατική διαδικασία δεκαετιών, αλλά μια συστηματική και ασυγχώρητη προδοσία της Συνοδικής φύσης της Ορθοδοξίας. Οι Επίσκοποι και οι τοπικές Σύνοδοι, οχυρωμένοι πίσω από την αλαζονεία της εξουσίας τους, επέλεξαν συνειδητά το πέπλο της μυστικότητας, καταδικάζοντας το πιστό πλήρωμα της Εκκλησίας σε πλήρη άγνοια. Αντί να ενημερώσουν υπεύθυνα, να διαφωτίσουν και να αφουγκραστούν την αγωνία των πιστών, προτίμησαν να παραπλανήσουν τον λαό του Θεού με ασαφείς διακηρύξεις και θεολογικούς ελιγμούς, υποτιμώντας τη συνείδησή του και αντιμετωπίζοντάς τον ως αμέτοχο θεατή. Αντί να καλλιεργηθεί η εκκλησιαστική συνείδηση των πιστών, το ποίμνιο αφέθηκε θεολογικά ακατήχητο, ανίκανο να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, ώστε να καταστεί ένας παθητικός και χειραγωγήσιμος θεατής.

Αυτή η ηχηρή και ένοχη σιωπή των ποιμένων δεν αποτελεί απλώς διοικητική αμέλεια, αλλά ευθεία καταγγελία μιας εκκλησιαστικής ηγεσίας που περιφρόνησε τον ίδιο της τον λαό για να εξυπηρετήσει διπλωματικές σκοπιμότητες. Όσο ο πιστός λαός παραμένει ακατήχητος και στο περιθώριο, τόσο ευκολότερα μετατρέπεται η Ορθόδοξη Μαρτυρία σε ακαδημαϊκή εισήγηση και διπλωματικά ανακοινωθέντα, σε μια προσπάθεια να φανεί αρεστή στον «σύγχρονο κόσμο» αντί να τον καλέσει σε μετάνοια.

Η Θεολογία δεν είναι ακαδημαϊκό προνόμιο των πανεπιστημίων και των γραφειοκρατών, αλλά βίωμα και αίμα των Αγίων και του πιστού Λαού. Όταν η ηγεσία επιλέγει να κρατά το ποίμνιο ακατήχητο για να αποφεύγει τον εκκλησιαστικό έλεγχο, υπονομεύει την ίδια την υπόσταση της Συνοδικότητας. Οι Σύνοδοι που αγνοούν το πλήρωμα της Εκκλησίας και σχετικοποιούν την Εκκλησιολογία, αυτοακυρώνονται στη συνείδηση του Ορθοδόξου λαού.Όταν η Θεολογία αποκόπτεται από έναν ακατήχητο και περιθωριοποιημένο Λαό και μετατρέπεται σε ακαδημαϊκή διπλωματία, παύει να είναι Ορθόδοξη.

 

ΜΕΡΟΣ -Α.

1902:  Πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιος προς τους προκαθημένους των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών

Η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1902, επί Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄, αποτελεί κομβικό σημείο στην εκκλησιαστική ιστορία.  Αρχικά, διαπιστώνεται μια επικίνδυνη μετάτοπιση από την παραδοσιακή «επιστροφή» στη «συνεργασία». Ενώ η αυθεντική ορθόδοξη εκκλησιολογία πρεσβεύει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία —όπου η ενότητα νοείται αποκλειστικά ως επιστροφή των αλλοδόξων στη μία αλήθεια και πίστη— η εγκύκλιος εισήγαγε μια διπλωματική διαμόρφωση του διαλόγου και τη διερεύνηση σημείων επαφής. Με τον τρόπο αυτό άνοιξε την πόρτα σε μια λογική εξίσωσης ή συνδιαλλαγής με τις ετερόδοξες κοινότητες, όπως τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες, παραμερίζοντας τη θεμελιώδη απαίτηση της μετανοίας.

Παράλληλα, καταγράφεται μια μορφή εκκοσμίκευσης και εκκλησιολογικού συμβιβασμού, καθώς το ιστορικό πλαίσιο των αναταραχών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο ανερχόμενος εθνικισμός ώθησαν το Πατριαρχείο να αναζητήσει συμμάχους στη Δύση. Ωστόσο, η Εκκλησία δεν επιτρέπεται να υποτάσσει τη δογματική αλήθεια σε σκοπιμότητες διπλωματίας ή γεωπολιτικής επιβίωσης, διότι η προσπάθεια δημιουργίας ενός μετώπου χριστιανικών λαών απέναντι σε εξωτερικές απειλές αλλοίωσε την πνευματική της φύση.

Τέλος, η εγκύκλιος λειτούργησε ως ο «Δούρειος Ίππος» του μεταγενέστερου οικουμενισμού. Αν και διατηρούσε ακόμη ορισμένες παραδοσιακές ορθόδοξες επιφυλάξεις σε σύγκριση με την εγκύκλιο του 1920, αποτέλεσε το πρώτο ράγισμα, νομιμοποιώντας την ιδέα ότι η Ορθοδοξία οφείλει να συζητά επισημοποιημένα με την αιρετική Δύση σε θεσμικό επίπεδο και προετοιμάζοντας το έδαφος για τη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και τις μεταγενέστερες συμπροσευχές.

Η  πρωτοβουλία του 1902, υπό το πρόσχημα της πανορθόδοξης ενότητας και της αντιμετώπισης των ιστορικών προκλήσεων, διολίσθησε από την ομολογία της αλήθειας στον θεολογικό μινιμαλισμό, ανοίγοντας την πόρτα στον εκκλησιολογικό σχετικισμό που ταλανίζει την Εκκλησία μέχρι σήμερα.

1920: Συνοδική εγκύκλιος προς «τάς απανταχού Εκκλησίας του Χριστού»

Η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1920 (με τίτλο «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού») εκδόθηκε σε μια περίοδο που ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως τελούσε σε χηρεία (μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Γερμανού Ε΄ το 1918)

Θεωρείται ως το πλέον καθοριστικό και επικίνδυνο βήμα στην ιστορία του  οικουμενισμού. Αν και παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια ανανέωσης της πανορθόδοξης ενότητας και διαμόρφωσης μιας κοινής χριστιανικής φωνής απέναντι στα δεινά της νέας εποχής, η εγκύκλιος αυτή εισήγαγε μια πρωτοφανή εκκλησιολογική εκτροπή.

Ο πυρήνας της  εκτροπής  είναι η επίσημη αναγνώριση των ετερόδοξων χριστιανικών ομολογιών ως ισότιμων «Εκκλησιών του Χριστού». Με τη χαρακτηριστική αυτή προσφώνηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεωρείται ότι εξίσωσε την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία με τις αιρετικές κοινότητες της Δύσης, αμβλύνοντας τα δογματικά όρια και προωθώντας την ιδέα μιας αόριστης, «πλατιάς» χριστιανικής οικογένειας.

Επιπλέον, η πρόταση της εγκυκλίου για τη δημιουργία μιας «Κοινωνίας των Εκκλησιών» —στα πρότυπα της πολιτικής Κοινωνίας των Εθνών— αποδεικνύει την έντονη εισβολή της εκκοσμίκευσης και της πολιτικής διπλωματίας στα εκκλησιαστικά πράγματα, καθώς η δογματική ακρίβεια θυσιάστηκε στον βωμό της κοινωνικής αλληλεγγύης και της γεωπολιτικής σκοπιμότητας. Η εισαγωγή πρακτικών μέτρων, όπως η υιοθέτηση του κοινού ημερολογίου για τον συνεορτασμό των εορτών με τους ετεροδόξους και η διεξαγωγή συμπροσευχών, θεωρείται από τους επικριτές της ως η πρακτική εφαρμογή μιας «δογματικής αδιαφορίας».

Με την αντι-οικουμενιστική προσέγγιση, η Εγκύκλιος του 1920 δεν αποτελούσε απλώς μια διπλωματική πρωτοβουλία, αλλά μια ουσιαστική αλλοίωση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας, η οποία νομιμοποίησε τον εκκλησιολογικό σχετικισμό και άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για τη μεταγενέστερη οργανική συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Συνυπογράφηκε από τον ίδιο και τα μέλη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου: † Ο Κυζίκου Αθανάσιος, † Ο Νικομηδείας Φιλόθεος, † Ο Νικαίας Ιερώνυμος, † Ο Προύσης Ναθαναήλ, † Ο Νεοκαισαρείας Αλέξανδρος, † Ο Μυτιλήνης Κύριλλος, † Ο Δυρραχίου Προκόπιος, † Ο Βελλάς και Κονίτσης Κωνστάντιος, † Ο Δρυϊνουπόλεως Λεόντιος, † Ο Ελασσώνος Πολύκαρπος, † Ο Καρπάθου και Κάσου Σωφρόνιος.

 


1923

Το 1923 αποτελεί σημείο-καμπή για τη σύγχρονη ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς σηματοδοτεί την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια υλοποίησης της ιδέας μιας Πανορθόδοξης Συνόδου. Η πρωτοβουλία ήταν του Οικουμενικού Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ (Μεταξάκη) για τη σύγκληση του Πανορθοδόξου Συνεδρίου στην Κωνσταντινούπολη (10 Μαΐου – 8 Ιουνίου 1923)  έγινε μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η κατάρρευση της Οθωμανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας αναδιαμόρφωσε ριζικά τον χάρτη: το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρέθηκε σε εξαιρετικά εύθραυστη θέση στο έδαφος της αναδυόμενης Τουρκικής Δημοκρατίας εν μέσαις των διαπραγματεύσεων της Λωζάνης, ενώ η Εκκλησία της Ρωσίας δεχόταν σκληρούς διωγμούς από το μπολσεβικικό καθεστώς.

Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση για τη σύσταση ειδικής Επιτροπής επί της συγκλήσεως της «μεγάλης Συνόδου», υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Κυζίκου Καλλινίκου (1855-1934), φανέρωνε τη σοβαρότητα της πρόθεσης και το θεσμικό βάρος του εγχειρήματος. Ο Καλλίνικος (Δεληκανής), ανέλαβε να συντονίσει την προπαρασκευαστική διαδικασία και να κωδικοποιήσει τα ζητήματα που απασχολούσαν τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Παρά την απουσία ορισμένων Πατριαρχείων (όπως Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) λόγω επιφυλάξεων, το Συνέδριο έλαβε σημαντικές αποφάσεις, με κυριότερη τη διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου (Διορθωμένο  Ιουλιανό) για τις ακίνητες εορτές, καθώς και τη μελέτη ποιμαντικών και κανονικών θεμάτων (όπως ο γάμος των κληρικών μετά τη χειροτονία).

Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες και οι έντονες ενδοορθόδοξες διαφωνίες καθυστέρησαν την υλοποίηση της Μεγάλης Συνόδου για δεκαετίες. Η εφαρμογή του Νέου Ημερολογίου προκάλεσε εσωτερικούς διχασμούς και το Παλαιοημερολογίτικο ζήτημα , ενώ οι πολιτικές πιέσεις οδήγησαν σύντομα τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ σε παραίτηση. Αντί να θέσει τις βάσεις για την ενότητα, τραυμάτισε το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διέσπασε το ποίμνιο και καθυστέρησε την πραγματική πανορθόδοξη συνεννόηση για έναν σχεδόν αιώνα.

Στο Συνέδριο συμμετείχαν εκπρόσωποι από ορισμένες από τις κυριότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες της εποχής:

  • Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εκτός από τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ και τον Μητροπολίτη Κυζίκου Καλλίνικο, συμμετείχε ο Μητροπολίτης Νίκαιας Βασίλειος (μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄).
  • Την Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσώπησαν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α΄ και ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευγένιος.
  • Την Εκκλησία της Σερβίας εκπροσώπησε ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Γαβριήλ (μετέπειτα Πατριάρχης Σερβίας), συνοδευόμενος από τον διακεκριμένο Σέρβο αστρονόμο και μαθηματικό Μιλούτιν Μιλάνκοβιτς (Milutin Milanković), ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της επιστημονικής πρότασης για τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου.
  • Από την Εκκλησία της Ρουμανίας συμμετείχε ο Μητροπολίτης Σουτσεάβης Δημήτριος.
  • Την Εκκλησία της Κύπρου εκπροσώπησε αντιπροσωπεία εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Βασιλείου.

Στον αντίποδα, υπήρξαν ηχηρές απουσίες: τα παλαίφατα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων απουσίαζαν λόγω σοβαρών επιφυλάξεων σχετικά με τη σκοπιμότητα, την αντικανονικότητα και το βεβιασμένο της σύγκλησης, αλλά και εξαιτίας των τοπικών πολιτικών αναταραχών. Παράλληλα, η Εκκλησία της Ρωσίας αδυνατούσε να συμμετάσχει επισήμως λόγω του αμείλικτου διωγμού της από το σοβιετικό καθεστώς.

Παρά την ελλιπή αυτή σύνθεση, το Συνέδριο έλαβε σημαντικές αποφάσεις, με κυριότερη τη διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου (Διορθωμένο Ιουλιανό) για τις ακίνητες εορτές, καθώς και τη μελέτη ποιμαντικών και κανονικών θεμάτων, όπως ο γάμος των κληρικών μετά τη χειροτονία.

Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες και οι έντονες ενδοορθόδοξες διαφωνίες καθυστέρησαν την υλοποίηση μιας πραγματικής Μεγάλης Συνόδου για δεκαετίες. Η εφαρμογή του Νέου Ημερολογίου προκάλεσε εσωτερικούς διχασμούς και τη γέννηση του Παλαιοημερολογίτικου ζητήματος, ενώ οι πολιτικές πιέσεις οδήγησαν σύντομα τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ σε παραίτηση. Αντί να θέσει τις βάσεις για την ενότητα, το εγχείρημα τραυμάτισε το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διέσπασε το ποίμνιο και καθυστέρησε την πραγματική πανορθόδοξη συνεννόηση για έναν σχεδόν αιώνα.

Στη συνέχεια, η επικράτηση συμπαγών αθεϊστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη κατά τον 20ό αιώνα κατέστησε αδύνατη την άμεση πραγμάτωση της Συνόδου, η οποία τελικά υλοποιήθηκε δεκαετίες αργότερα, με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016.

 

 

Στο Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινούπολης (10 Μαΐου – 8 Ιουνίου 1923), το οποίο συγκλήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ (Μεταξάκη), παρευρέθηκαν ως παρατηρητές/εκπρόσωποι ετερόδοξων χριστιανικών ομολογιών οι εξής:

  1. Αγγλικανική Εκκλησία:
    • Επίσκοπος Charles Gore (πρώην Επίσκοπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας στην Αγγλία, της Διοίκησης της Οξφόρδης). Παρακολούθησε τις συνεδριάσεις ως εκπρόσωπος της Αγγλικανικής Κοινωνίας, στο πλαίσιο του οικουμενικού διαλόγου και των προσπαθειών προσέγγισης μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών.
  2. Παλαιοκαθολική Εκκλησία:
    • Adolf Küry (Ελβετός θεολόγος, ο οποίος στη συνέχεια χειροτονήθηκε Επίσκοπος των Παλαιοκαθολικών στην Ελβετία). Συμμετείχε ως παρατηρητής εκπροσωπώντας την Παλαιοκαθολική Εκκλησία.

 

Το «Πανορθόδοξο»  Συνέδριο του 1923 δεν αποτελεί συνέχεια της Ορθόδοξου Παραδόσεως, αλλά την πρώτη επίσημη εισαγωγή του μοντερνισμού και του οικουμενιστικού συγκρητισμού στην Εκκλησία, η οποία διέσπασε την ενότητα των πιστών και δημιούργησε το τραγικό εσωτερικό σχίσμα.

Στη συνέχεια, η επικράτηση συμπαγών αθεϊστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη κατά τον 20ό αιώνα κατέστησε αδύνατη την άμεση πραγμάτωση της Συνόδου, η οποία τελικά υλοποιήθηκε αιώνες μετά, με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016.

 

Η περίοδος 1924–1926.

Το 1924 εκδηλώθηκε έντονη κινητικότητα για τη σύγκληση μιας Πανορθόδοξης ή Οικουμενικής Συνόδου. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ΄ απηύθυνε πρόσκληση για τη διεξαγωγή της στα Ιεροσόλυμα την Πεντηκοστή του 1925, ενώ ο Μητροπολίτης Νικαίας Βασίλειος απέστειλε το σχετικό διάγραμμα εργασιών. Παράλληλα, οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων με κοινό γράμμα ζήτησαν την εσπευσμένη σύγκληση Μεγάλης Τοπικής ή Οικουμενικής Συνόδου εντός του 1924.

Παρά την ευρεία υποστήριξη, η πρώτη αυτή απόπειρα (1925) απέτυχε λόγω ανυπέρβλητων πρακτικών δυσκολιών, έλλειψης συναίνεσης και των οξυμένων πολιτικών συνθηκών της εποχής (συνέπειες του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, ανταλλαγή πληθυσμών). Η δεύτερη προσπάθεια (1926) οδήγησε στην απόφαση σύγκλησης μιας Προσυνόδου, εγκαινιάζοντας τη λογική των προπαρασκευαστικών σταδίων για όλες τις μελλοντικές πρωτοβουλίες.

Η Σταδιακή Προετοιμασία και η Αναβολή (1929–1932)

Για την αποτελεσματικότερη προετοιμασία της Προσυνόδου, αποφασίστηκε το 1929 η συγκρότηση μιας Προκαταρκτικής Διορθοδόξου Επιτροπής. Η Επιτροπή αυτή συνεδρίασε το 1930 στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου στο Άγιο Όρος —έναν χώρο με ιδιαίτερο συμβολισμό για την πανορθόδοξη ενότητα— σηματοδοτώντας την έναρξη της ουσιαστικής προπαρασκευαστικής διαδικασίας.

Ωστόσο, η πορεία αυτή ανέκοψε βίαια το 1932, όταν η σύγκληση της Προσυνόδου αναβλήθηκε επ' αόριστον εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των αυξανόμενων πολιτικών εντάσεων στην Ευρώπη.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Η πνευματική ταυτότητα και το ήθος του αληθινού ομολογητή

«Πρέπει να υπακούμε στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους» (Πράξεις 5:29)


Του Αρχιμανδρίτου Αδριανού της επισκοπής Δυτικής Ευρώπης

1. Η διαχρονική δοκιμασία της πίστης και η υπόσχεση του Χριστού

Κάθε εποχή της Εκκλησίας είχε τις δοκιμασίες της, κάθε γενιά σήκωσε τον σταυρό της και κάθε περίοδος αναταραχής απαιτούσε από τους Χριστιανούς να απαντήσουν σε ένα αμείλικτο ερώτημα: Πόσο εκτιμούμε την αλήθεια της πίστης μας και ως πού είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε για να μην την προδώσουμε;

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν υποσχέθηκε στους μαθητές Του μια ζωή απαλλαγμένη από αντιξοότητες. Δεν τους είπε ότι ο κόσμος θα τους κατανοούσε πάντα, ότι οι αρχές θα τους προστάτευαν ή ότι η ορατή ειρήνη θα συνόδευε συνεχώς το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Αντίθετα, τους προειδοποίησε: «Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν». Η Εκκλησία δεν έλαβε την υπόσχεση ότι θα γλιτώσει από τα βάσανα, αλλά ότι δεν θα νικηθεί από αυτά. Δεν υποσχέθηκε ο Χριστός ότι η Εκκλησία θα είναι ισχυρή στα μάτια του κόσμου, αλλά ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».

2. Η αληθινή Ιστορία της Εκκλησίας: Η μαρτυρία των Αγίων Πατέρων

Η ιστορία της Εκκλησίας δεν είναι απλώς η ιστορία μεγάλων ναών, συνόδων, θεσμών και ορατών ιδρυμάτων. Είναι, πάνω απ' όλα, η ιστορία συνειδήσεων που δεν εξαγοράστηκαν· ανθρώπων που παρέμειναν δίπλα στον Χριστό όταν αυτό τους κόστιζε την ελευθερία, την τιμή, τη διακονία ή ακόμα και τη ζωή τους. Αυτοκράτορες πέθαναν, νόμοι άλλαξαν, άδικες αποφάσεις λησμονήθηκαν και ληστρικές σύνοδοι καταγράφηκαν στην ιστορία ως ντροπή. Η ομολογία όμως των Αγίων παρέμεινε ζωντανή, επειδή η αλήθεια τους δεν θεμελιώθηκε στη δύναμη των ανθρώπων, αλλά στον Χριστό.

  • Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας εξορίστηκε πεντάκις από τον θρόνο του, μένοντας φαινομενικά μόνος απέναντι σε έναν κόσμο κατακλυσμένο από την αρειανική πλάνη.
  • Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καθαιρέθηκε από μια άδικη σύνοδο και εξορίστηκε, ενώ όσοι τον καταδίκασαν νόμιζαν ότι σίγησαν για πάντα τη φωνή της αλήθειας.
  • Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δικάστηκε, φυλακίστηκε και ακρωτηρίστηκε επειδή δεν δέχθηκε δογματικό συμβιβασμό.
  • Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης υπέστη εξορίες και διωγμούς υπερασπιζόμενος την εκκλησιαστική τάξη.
  • Ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου ο Αρχιεπίσκοπος στάθηκε μόνος απέναντι σε μια ψευδή ένωση (Σύνοδος Φερράρας - Φλωρεντίας), αλλά αυτή η «μοναξιά» αποδείχθηκε ισχυρότερη από το πλήθος εκείνων που υπέγραψαν τον συμβιβασμό.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ανθρώπινη εξουσία φαινόταν να επικρατεί. Υπήρχαν αποφάσεις, καταδίκες και θεσμοί που επεδείκνυαν έγγραφα λέγοντας: «Αυτός ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος». Όμως ο χρόνος έδειξε ότι μια διοικητική καταδίκη δεν ταυτίζεται με την κρίση του Θεού, ούτε μετατρέπεται σε δογματική αλήθεια απλώς και μόνο επειδή φέρει νομική μορφή.

3. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου και η εκκλησιαστική συνείδηση

Το μάθημα αυτό είναι επίκαιρο. Σήμερα υπάρχουν κληρικοί που διέκοψαν τη μνημόνευση ορισμένων ιεραρχών (αποτείχιση), θεωρώντας ότι αυτοί κηρύσσουν δημόσια διδασκαλίες ξένες προς την ορθή πίστη. Για τη στάση τους αυτή, ορισμένοι υπέστησαν αργία, απαγόρευση διακονίας ή καθαίρεση. Γύρω από αυτά τα ζητήματα επικρατούν διαφωνίες, κανονικές ερμηνείες και οξύτητα. Απαιτείται, επομένως, μεγάλη διάκριση: ούτε η ομολογία της αλήθειας πρέπει να αναμειγνύεται με εμπαθή ζήλο, ούτε η εκκλησιαστική υπακοή να μετατρέπεται σε συνειδησιακή σιωπή.

Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως δεν ευλογεί την αταξία, την προσωπική φιλοδοξία ή τη διάσπαση για ανθρώπινους λόγους. Δεν συνιστά κάθε διαφωνία με έναν επίσκοπο «ομολογία», ούτε κάθε διακοπή μνημόνευσης συνιστά απόδειξη αγιότητας. Ο Κανόνας αναφέρεται σε μια πολύ συγκεκριμένη και σοβαρή περίπτωση: όταν ένας επίσκοπος κηρύσσει δημόσια («γυμνή τ κεφαλ») αίρεση καταδικασμένη από Αγίες Συνόδους ή Πατέρες.

Σε αυτή την περίπτωση, όσοι διακόπτουν την κοινωνία μαζί του πριν από συνοδική διάγνωση:

«Ο σχίζουσιν τν κκλησίαν, λλ τς κκλησίας τν νότητα διαφυλάττουσιν». Δεν ονομάζονται σχισματικοί, αλλά θεωρούνται άξιοι τιμής, διότι προάσπισαν την Εκκλησία από την ψευδή ενότητα που γεννά η αίρεση.

4. Διοικητικές ποινές και η κρίση του Θεού

Μια εκκλησιαστική κύρωση δεν κλείνει αυτόματα την εξέταση της δικαιοσύνης της. Η Εκκλησία δεν είναι γραφειοκρατικός μηχανισμός και οι Ιεροί Κανόνες δεν είναι όργανα τιμωρίας στις ιδιοτροπίες του ισχυρού. Είναι όρια που τέθηκαν για τη διατήρηση της αλήθειας και τη σωτηρία των ψυχών. Εάν επιβληθεί ποινή για μια πράξη που στην πραγματικότητα προστατεύει την πίστη, η εκκλησιαστική συνείδηση οφείλει να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης και όχι μόνο τον εξωτερικό τύπο της απόφασης.

Φυσικά, δεν είναι κάθε καθαίρεση άδικη. Η Εκκλησία έχει το δικαίωμα και το καθήκον να απομακρύνει όσους υποπίπτουν σε αίρεση, ανηθικότητα, απάτη ή ανυπακοή. Όμως η Ιστορία διδάσκει ότι υπήρξαν Άγιοι που καθαιρέθηκαν από συνόδους.

Ακόμη και στην εκκλησιαστική ιστορία της Ρουμανίας υπάρχει ένα μάθημα ταπεινότητας: Ο Διάκονος Ίων Κρεάνγκα (Ion Creangă) καθαιρέθηκε τον 19ο αιώνα και, μετά από έναν αιώνα, η ποινή του ήρθη μεταθανάτια. Παρόλο που η υπόθεσή του δεν ήταν δογματικής φύσεως, αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι της Εκκλησίας μπορούν να σφάλουν και ότι μια γενιά μπορεί να κληθεί να διορθώσει όσα αποφάσισε βιαστικά μια άλλη.

Η ευθύνη των κρινόντων: Μια γενιά καταδικάζει και μια επόμενη αποκαθιστά. Όμως ο άνθρωπος που υπέφερε δεν παίρνει πίσω τα χαμένα χρόνια, τη διακοπτόμενη διακονία, τα δάκρυα της οικογένειάς του ή την απαξίωση του ονόματός του. Γι' αυτό, όσοι δικάζουν στην Εκκλησία οφείλουν να το πράττουν με φόβο Θεού.

5. Εκκλησιαστική εξουσία, Κράτος και θρησκευτική συνείδηση

Το ζήτημα γίνεται σοβαρότερο όταν η εκκλησιαστική διοίκηση επικαλείται τη συνδρομή της κρατικής εξουσίας. Το Κράτος οφείλει να διατηρεί τη δημόσια τάξη και να αποτρέπει την απάτη. Όμως η θρησκευτική συνείδηση, η δογματική αλήθεια και η εγκυρότητα μιας ομολογίας δεν κρίνονται με αστυνομικά μέτρα.

  • Ο Καίσαρας δεν μπορεί να ορίσει την Πίστη.
  • Μπορεί να κλείσει έναν ναό, αλλά δεν μπορεί να καταργήσει την Εκκλησία.
  • Μπορεί να απαγορεύσει τα ράσα, αλλά δεν μπορεί να σβήσει τη Χάρη του Θεού.
  • Μπορεί να τιμωρήσει το σώμα, αλλά δεν μπορεί να υποδουλώσει τη συνείδηση.

Όταν οι δογματικές διαφωνίες επιλύονται με πολιτικό ή αστυνομικό καταναγκασμό, η πληγή στην Εκκλησία βαθαίνει. Η αλήθεια δεν χρειάζεται χωροφύλακες· χρειάζεται ομολογία, συνοδικό διάλογο, μετάνοια και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.

……………………………………………………………………

6. Η Αποστολική Διαδοχή και η προστασία της Εκκλησίας από τον Θεό

Σε περιόδους κρίσης αναδύεται το ερώτημα: Αν οι δοκιμασίες πληθύνουν, ποιος θα διατηρήσει την Αποστολική Διαδοχή; Ποιος θα χειροτονήσει τους μελλοντικούς ιερείς;

Η απάντηση βρίσκεται στην υπόσχεση του Χριστού. Η Εκκλησία είναι το Σώμα Του, όχι ιδιοκτησία μιας διοίκησης. Ο Κύριος δεν θα την εγκαταλείψει την ώρα της δοκιμασίας:

  • Επί Αρειανισμού, υπήρξαν Ορθόδοξοι Επίσκοποι.
  • Επί Εικονομαχίας, υπήρξαν ποιμένες που δεν υπέκυψαν στα αυτοκρατορικά διατάγματα.
  • Επί Κομμουνισμού, υπήρξαν ομολογητές που κράτησαν τη Φλόγα ζωντανή.

Ο Θεός μπορεί να επιτρέπει να είναι λίγοι οι ομολογητές, αλλά δεν επιτρέπει να εξαφανιστεί η Αλήθεια. Η συνέχεια της Εκκλησίας δεν φαίνεται πάντα στη λαμπρότητα των θεσμών, αλλά συχνά στη σιωπή ενός κελιού, στη Θεία Λειτουργία που τελείται σε κατακόμβες ή στα χέρια ενός διωκόμενου επισκόπου.

7. Τα γνωρίσματα του Αληθινού Ομολογητή

Ωστόσο, η επίκληση της ομολογίας δεν πρέπει να γίνεται αφορμή για αυθαίρετες αποσχίσεις, καθώς το να δηλώνει απλώς κανείς «ομολογητής» δεν σημαίνει ότι είναι κιόλας. Ο αληθινός ομολογητής διακρίνεται πρωτίστως από την ταπεινοφροσύνη και τη μετάνοια· δεν υπερηφανεύεται, ούτε αυτοανακηρύσσεται δίκαιος, αλλά φοβάται διαρκώς μήπως σφάλει από εγωισμό. Παράλληλα, διαπνέεται από πνεύμα προσευχής και συγχωρητικότητας, προσευχόμενος ειλικρινώς για όσους τον διώκουν και χωρίς να χαίρεται ποτέ για την πτώση των άλλων. Η στάση του πηγάζει αποκλειστικά από την αγνή αγάπη για την αλήθεια, καθώς δεν αναζητά την προσωπική του προβολή, αλλά δέχεται τη θλίψη και τις δοκιμασίες μόνο για τη δόξα του Χριστού.

Γι' αυτόν τον λόγο, δεν μετατρέπει τον 15ο Κανόνα σε όπλο ξεκαθαρίσματος προσωπικών λογαριασμών, ούτε καταργεί την Επισκοπή ή αναγορεύει τον εαυτό του σε ανώτατη αυθεντία της Εκκλησίας. Αντίθετα, κατανοεί βάσει της πατερικής σοφίας την αληθινή Ορθόδοξη Υπακοή: γνωρίζει ότι η υπακοή δεν συνιστά μια τυφλή υποταγή, αλλά μια συνειδητή στάση εν Χριστώ, εν αληθεία και εντός των ορίων της Ιεράς Παραδόσεως, όπου ούτε ο επίσκοπος βρίσκεται πάνω από το Ευαγγέλιο, ούτε ο ιερέας καθίσταται ανεύθυνος, ούτε ο λαϊκός επιτρέπεται να μετατρέπει την προσωπική του γνώμη σε μέτρο της αληθείας.

 

8. Ο κίνδυνος του συμβιβασμού και η ειρήνη της συνειδήσεως

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Εκκλησία δεν είναι ο φανερός διωγμός — ο διωγμός συχνά αφυπνίζει συνειδήσεις και αναδεικνύει Μάρτυρες. Πιο επικίνδυνος είναι ο εθισμός στον συμβιβασμό, η εξωτερική «ειρήνη» που αγοράζεται με τη σιωπή και η αντίληψη ότι η σταθερότητα του θεσμού αξίζει περισσότερο από την Αλήθεια για την οποία υπάρχει ο θεσμός.

Ο ομολογητής δεν είναι ένας άνθρωπος χωρίς φόβο. Νιώθει τον φόβο, αλλά δεν τον αφήνει να γίνει κύριος της συνειδήσεώς του. Μπορεί να κλαίει για την απώλεια του ναού του ή την εγκατάλειψη από τους φίλους του, αλλά μέσα του βασιλεύει η ειρήνη του Θεού — η ειρήνη εκείνου που δεν πούλησε τη συνείδησή του.

Ακόμη κι αν η αποκατάστασή του έρθει μετά θάνατον, ο άνθρωπος που υπέφερε για την αλήθεια θα σταθεί ενώπιον του Χριστού λέγοντας ταπεινά:

«Κύριε, ήμουν αδύναμος και αμαρτωλός. Ίσως δεν τα είπα όλα όπως έπρεπε. Ίσως ανέμειξα τον πόνο μου με την ομολογία μου. Όμως δεν ήθελα να Σε προδώσω. Έπραξα ό,τι κατάλαβα για να διατηρήσω την Πίστη που παρέλαβα από τους Αγίους Πατέρες. Αν στάθηκα όρθιος, Εσύ με ενίσχυσες· αν έσφαλα, ας με διορθώσει το έλεός Σου».

9. Η Τελική Κρίση και η Νίκη της Εκκλησίας

Την Ημέρα της Κρίσεως, οι τίτλοι, τα αξιώματα και τα διοικητικά διατάγματα δεν θα έχουν ισχύ:

  • Ο Επίσκοπος θα απολογηθεί αν διετήρησε την Πίστη και αν αγάπησε το ποίμνιό του.
  • Ο Ιερέας αν υπηρέτησε με καθαρή καρδιά χωρίς προσωπικές φιλοδοξίες.
  • Ο Μοναχός αν κράτησε το πνεύμα της μετανοίας.
  • Ο Λαϊκός αν ομολόγησε την αλήθεια με αγάπη και ταπεινοφροσύνη.

Τότε θα φανεί ποιος πραγματικά διατήρησε την ενότητα της Εκκλησίας και ποιος απλώς υπερασπίστηκε την ησυχία μιας διοίκησης.

Αυτή είναι η νίκη της Εκκλησίας:

  • Όχι ο θρίαμβος μιας παράταξης επί της άλλης, αλλά η παραμονή στον Χριστό.
  • Όχι η ήττα κάποιου προσώπου, αλλά η απελευθέρωση όλων από το ψεύδος.
  • Όχι η εκδίκηση, αλλά η μετάνοια και η σωτηρία των πάντων.

Όταν όλες οι ανθρώπινες αποφάσεις παρέλθουν, θα απομείνει μόνο ένα ερώτημα: «Υπήρξαμε πιστοί στον Χριστό;» Μπροστά σε αυτό το ερώτημα, κάθε φόβος διαλύεται. Διότι ο Χριστός δεν εγκατέλειψε ποτέ την Εκκλησία Του, ούτε θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο που με ταπεινοφροσύνη και μετάνοια επέλεξε «πειθαρχείν Θεώ μάλλον ή ανθρώποις»

 


Θαυμαστή διδακτική διήγηση από το Λειμωνάριο με αφορμή την μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κοσμά του Ερημίτη. (03 Αυγούστου)



Εισαγωγικά

Η παρακάτω διήγηση από το Λειμωνάριον συμπυκνώνει τη διδασκαλία ότι η αληθινή πνευματική ζωή απαιτεί ορθή πίστη (δογματική αλήθεια), ισορροπία μεταξύ αγώνα και προσευχής (Πράξη και Θεωρία), καθώς και ταπεινή μαθητεία στους Αγίους Πατέρες. Το κείμενο αυτό δεν αποτελεί απλώς μια διήγηση θαυμάτων, αλλά έναν οδικό χάρτη της ορθόδοξης πνευματικής ζωής.

π.Δ.Α

Η ΔΙΗΓΗΣΗ

Η   αφήγηση για αυτόν τον σεβάσμιο πατέρα Κοσμά δίνεται από τον πρεσβύτερο της Μονής Βικάντιου, αββά Βασίλειο:

«Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Αντιόχεια, ο αββάς Κοσμάς, ένας ερημίτης από τη Λαύρα της Φαρανά, ήρθε από τα Ιεροσόλυμα στον αγιώτατο Πατριάρχη Γρηγόριο — έναν άνθρωπο εξαιρετικής ασκητικότητας, έναν ζηλωτή πιστό στην πίστη, έναν σταθερό φύλακα των εκκλησιαστικών δογμάτων και έναν εξαιρετικό γνώστη των Αγίων Γραφών. Λίγες μέρες μετά την άφιξή του στην Αντιόχεια, ο γέροντας εκοιμήθη. Ο Πατριάρχης διέταξε να ταφεί το σεβάσμιο σώμα του στο πατριαρχικό του μοναστήρι, όπου ήταν θαμμένος ένας επίσκοπος.»

2. Το Θαύμα της Θεραπείας και η Αποκάλυψη για τον Αιρετικό Επίσκοπο

«Κάποτε πήγα στον τάφο του αγίου γέροντα για να προσκυνήσω τα σεβάσμια λείψανά του, και εκεί είδα έναν ζητιάνο να ζητάει ελεημοσύνη από όσους έμπαιναν στην εκκλησία. Παρατηρώντας ότι υποκλίθηκα τρεις φορές στον τάφο και απήγγειλα την ιερατική ευχή για την ανάπαυση του αποθανόντος, ο ζητιάνος μου είπε:

«Κύριε ηγούμενο, υπήρχε ένας μεγάλος γέροντας που θάψατε εδώ πριν από δύο μήνες».

«Πώς το ξέρετε;» τον ρώτησα.

Απάντησε:

«Σας λέω την αλήθεια, κύριε ηγούμενο, για δώδεκα χρόνια ήμουν αδύναμος, και μέσω αυτού του γέροντα ο Κύριος με θεράπευσε. Όταν έχω κάποια ταλαιπωρία, έρχεται και με παρηγορεί και μου δίνει ανακούφιση. Επιπλέον, ακούστε ένα άλλο θαύμα γι' αυτόν: από τότε που τον θάψατε, κάθε βράδυ τον ακούω να λέει στον επίσκοπο: "Μη με αγγίζεις και μην πλησιάζεις, αιρετικέ, γιατί είσαι εχθρός της αγίας παγκόσμιας Εκκλησίας του Θεού"».

Αφού το άκουσα αυτό από τον θεραπευμένο ζητιάνο, πήγα και το είπα στον πατριάρχη και τον παρακάλεσα να πάρει το σώμα του γέροντα από εκεί και να το βάλει σε άλλο μέρος. Η Αυτού Αγιότητα ο Πατριάρχης μου είπε:

«Πίστεψέ με, παιδί μου, ότι αυτός ο αιρετικός δεν μπορεί να βλάψει τον αββά Κοσμά στο ελάχιστο».

Ωστόσο, αυτό συνέβη για να γίνει γνωστός σε εμάς ο ζήλος του αγίου γέροντα για την πίστη και η αρετή του, και για να αποκαλυφθεί η κακή πίστη του επισκόπου, ώστε να μην τον θεωρούμε Ορθόδοξο.»

3. Η Δοκιμασία στην Έρημο και η Ερμηνεία των «Δύο Μαχαιριών»

«Ο ίδιος πρεσβύτερος Βασίλειος λέει επίσης τα εξής για τον σεβάσμιο αββά Κοσμά:

Πήγα σε αυτόν στο μοναστήρι, και ο γέροντας μου είπε για τον εαυτό του, ότι κάποτε γεννήθηκε στην ψυχή του η επιθυμία να καταλάβει το νόημα των λόγων που απηύθυνε ο Κύριος στους μαθητές Του:

«Όποιος έχει βαλάντιο, ας το πάρει, και επίσης ένα σακίδιο· και όποιος δεν έχει, ας πουλήσει το ένδυμά του και ας αγοράσει μαχαίρι» (Λουκάς 22:36)

και την απάντησή Του: «Αρκεί», όταν οι μαθητές του είπαν: «Ιδού δύο μαχαίρια» (Λουκάς 22:38).

Επειδή ο γέροντας σκεφτόταν αυτά τα λόγια για πολύ καιρό, αλλά δεν μπορούσε να τα καταλάβει, το μεσημέρι έφυγε από το κελί του και πήγε στο μοναστήρι που ονομαζόταν Πύργα στον αββά Θεόφιλο, για να τον ρωτήσει για το νόημα αυτών των λόγων του Κυρίου.

Πηγαίνοντας στον δρόμο μέσα από την έρημο, είδε ένα τεράστιο φίδι κοντά στην Καλαμώνα, όπου κατέβαινε από το όρος Καλαμών. Το φίδι ήταν τόσο μεγάλο που το βάρος του άφησε ένα βαθύ σημάδι στο έδαφος, και η κάμψη του σώματός του σχημάτισε μεγάλα τόξα, και σύρθηκε ακριβώς πάνω στο μονοπάτι του γέροντα. Συνειδητοποιώντας ότι αυτό ήταν το τέχνασμα του διαβόλου που ήθελε να εμποδίσει το ταξίδι του, ο γέροντας οπλίστηκε με προσευχή και συνέχισε άφοβα το ταξίδι του. Προστατευμένος από τη δύναμη του Θεού, πέρασε μέσα από τις καμάρες του σώματος του φιδιού σαν μέσα από μια πόρτα χωρίς κανέναν τραυματισμό.

Πηγαίνοντας στον αββά Θεόφιλο, του έκανε την επιθυμητή ερώτηση και έλαβε από αυτόν την εξής απάντηση:

«Τα δύο μαχαίρια σημαίνουν δύο είδη θεάρεστης ζωής: δράση (ή εργασία) και στοχασμό (ή βύθιση του νου στη θεόπνευστη σκέψη και προσευχή). Όποιος έχει αυτές τις δύο αρετές είναι τέλειος».»

4. Η Ευλάβεια προς τους Πατέρες της Εκκλησίας και ο Επίλογος

«Επιπλέον, ο Πρεσβύτερος Βασίλειος είπε και τα εξής για τον σεβάσμιο Κοσμά:

Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής μου στη Φαράνα Λαύρα με τον αββά Κοσμά, ωφελήθηκα πολύ από τις θεόπνευστες συζητήσεις του. Κάποτε, μιλώντας για τη σωτηρία της ψυχής, παρέθεσε κάτι από τον Άγιο Αθανάσιο τον Μέγα, και κάνοντας αυτό μου είπε:

«Όταν ακούσεις ή βρεις κάποια λέξη από τα βιβλία του Αγίου Αθανασίου, αν δεν έχεις χαρτί, γράψε την στο ένδυμά σου».

Τέτοια ήταν η ευλάβεια που έτρεφε ο Άγιος Κοσμάς για τους μεγάλους πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, με τους οποίους κι αυτός, μετά το τέλος της θεοσεβούς ζωής του στη γη, έλαβε μετοχή στην αιώνια ζωή, με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, ας είναι η δόξα τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πηγή. ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ


Οικουμενικός Πατριάρχης: Ως Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών επιδιώκουμε ενεργά την εν Χριστώ ενότητά μας (Σχόλια στις απόψεις της νέας εκκλησιολογίας του Πατρ.Βαρθολομαίου σε ομιλία του στο ΠΣΕ τον Ιούνιο 2023 ).



Τα βασικά σημεία της ομιλίας

“Για άλλη μια φορά, συγκεντρωνόμαστε ως Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών για να επιδιώξουμε ενεργά την εν Χριστώ ενότητά μας – στο μυαλό, στην καρδιά, στο πνεύμα και στην πρακτική ζωή. Σε αυτή την ζωή, όπου η διαίρεση καλλιεργείται καθημερινά στην ανθρωπότητα, το καθήκον μας είναι ακόμη πιο επιτακτικό”, ανέφερε στο κήρυγμά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

“Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης έχει επίσης την ιδιαίτερη χαρά να εορτάζει την 75η επέτειο από την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, όντας ένα από τα ιδρυτικά μέλη του», συνέχισε.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπενθύμισε ότι το 1920 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο απευθυνόμενη προς τις Εκκλησίες του Χριστού παντού. Η εγκύκλιος χρησίμευσε ως «σύνταγμα», όπως αναφέρει ο ίδιος, πράγμα το οποίο οδήγησε στην ίδρυση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών το 1948.

Το παρεκκλήσι του Οικουμενικού Κέντρου στη Γενεύη, όπου το ΠΣΕ έχει τα γραφεία του, ήταν κατάμεστο για την εναρκτήρια προσευχή, η οποία περιελάβανε ύμνους, αναγνώσεις και προσευχές στα αρμενικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και σουαχίλι.

Η κεντρική επιτροπή του ΠΣΕ συνεδριάζει συνήθως κάθε δύο χρόνια και αποτελεί το κύριο διοικητικό όργανο του ΠΣΕ.

Η φετινή συνάντηση αποτελεί την πρώτη από τότε που η κεντρική επιτροπή εξελέγη στη 11η Συνέλευση του ΠΣΕ στην Καρλσρούη της Γερμανίας το 2022.

Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής μέσα από προσευχή ενθυμήθηκαν τη σοφία, τη γνώση, τα δώρα και τη δέσμευση για ενότητα όσων δραστηριοποιούνταν στο οικουμενικό κίνημα και είχαν αποδημήσει εις Κύριον από την προηγούμενη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής το 2022.

Έγινε επίσης ειδικό αφιέρωμα στην Δρ. Agnes Abuom, της Αγγλικανικής Εκκλησίας της Κένυας, η οποία απεβίωσε από οξεία καρδιακή ανεπάρκεια στις 31 Μαΐου, έχοντας υπηρετήσει ως συντονίστρια της κεντρικής επιτροπής του ΠΣΕ από το 2013 έως το 2022.

Στο κήρυγμά του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος περιέγραψε πώς οι Χριστιανοί καλούνται να γίνουν μαθητές και οπαδοί του Χριστού καθώς και μέλη του σώματός του, δηλαδή της Εκκλησίας.

«Όλοι μπορεί να έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις για το τι, πού και πώς συγκροτείται η Εκκλησία, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία για την ένδειξη ότι κάποιος ή κάποια αποτελεί αληθινός μαθητής ή αληθινή μαθήτρια», συνέχισε. Μόνο η αγάπη του ενός για τον άλλο και η αγάπη μας για έναν κόσμο που δεν αγαπιέται, φανερώνει την αξία μας και ως εκ τούτου μπορούμε να ονομαζόμαστε «Χριστιανοί».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια του κηρύγματός του στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η οποία είχε δημιουργήσει μια «βαθιά πληγή» στην παγκόσμια Ορθοδοξία και είχε βλάψει βαθιά την «Ορθόδοξη χριστιανική αφοσίωση στη δική μας ουσιαστική ενότητα».

Ευχαρίστησε το ΠΣΕ για τη στάση του, την υπεράσπιση της ειρήνης και για την υποστήριξη που είχε παράσχει στην Ουκρανία και το λαό της. Είπε ότι όλοι και όλες πρέπει να προσευχηθούν για μια «γρήγορη και δίκαιη» λήξη του πολέμου.

Ζήτησε επίσης την εκ νέου δέσμευση για ανιδιοτελή αγάπη για τους ίδιους και τις ίδιες αλλα΄και για οκτώ δισεκατομμύρια συνανθρώπους μας στον κόσμο.

«Είναι η απόλυτη οικουμενική στάση, διότι χωρίς αγάπη, η διαχριστιανική μαρτυρία μας δεν θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπόψη από τον κόσμο ή, ίσως, ακόμη και από τις δικές μας κοινότητες», δήλωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

“Ας είναι η αγάπη το «έργο» μας … και ο κύριος στόχος όλων μας των προσπαθειών κατά τη συνεργασία μας. Μετά από δύο χιλιάδες πολύπλοκα χρόνια, οι εκκλησίες δεν μπορούν να κρυφτούν από τον κόσμο. Και ύστερα από εβδομήντα πέντε χρόνια, ούτε το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών μπορεί να κρυφτεί”, είπε.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το κήρυγμα αναπαράγει την κλασική οικουμενιστική ρητορική: αποφυγή δογματικής σαφήνειας, εξύψωση του συναισθήματος έναντι της αλήθειας, και πολιτική ορθότητα μεταμφιεσμένη σε θεολογία. Για τον αντι-οικουμενισμό, αυτό δεν είναι «εν Χριστώ ενότητα» — είναι η τελική φάση της παναιρέσεως

Α. Το ΠΣΕ αποτελεί ολέθριο όργανο πλάνης και όχι δίαυλο ενοποίησης εν Χριστώ. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι αντικείμενο διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ούτε οικοδομείται με υποκριτικές συνεδριάσεις, κοσμικά ψηφίσματα και νοθευμένους συμβιβασμούς· υφίσταται ήδη, ακέραιη και αδιαίρετη, αποκλειστικά και μόνο εντός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όταν ο Βαρθολομαίος επικαλείται αόριστες «ενότητες μυαλού, καρδιάς και πράξης», προσπερνά δολίως το μόνο αδιαπραγμάτευτο θεμέλιο: την κοινή, αμετακίνητη Ορθόδοξη Πίστη. Χωρίς την απόλυτη ταυτότητα Δόγματος και Ομολογίας, κάθε επίκληση «ενότητας» δεν είναι παρά μια έκπτωτη, ανθρωποκεντρική συναίνεση των αιρέσεων — ένα επικίνδυνο υποκατάστατο που προσβάλλει και αρνείται το ίδιο το Θεανθρώπινο Μυστήριο της Εκκλησίας.

Β.  Η διαβόητη εγκύκλιος του 1920 δεν υπήρξε ποτέ «σύνταγμα» ενότητας, αλλά προδοτική αποστασία από την ορθόδοξη αλήθεια. Η επίκλησή της ως θεμέλιο του ΠΣΕ αποδεικνύει περίτρανα  ότι ο οικουμενισμός κυοφορήθηκε ως βέβηλη ρήξη με την πατερική παρακαταθήκη. Οι Άγιοι Πατέρες δεν συνέτασσαν εγκυκλίους προς τους αιρετικούς για να τους αναγνωρίσουν ψευδεπίγραφα ως «εκκλησίες», αλλά για να στηλιτεύσουν την πλάνη τους και να τους καλέσουν σε μετάνοια. Το να αναγορεύεται αυτό το κείμενο σε «καταστατικό χάρτη» επιβεβαιώνει απερίφραστα ότι το ΠΣΕ δεν αποτελεί όργανο ενότητας, αλλά τη θεσμοθετημένη κατοχύρωση της παναιρέσεως του οικουμενισμού.

Γ.  Η επίκληση της «αγάπης» ως μοναδικού κριτηρίου χριστιανικότητας αποτελεί θεολογικό προπέτασμα καπνού, επικίνδυνα ανεπαρκές και πλήρως παραπλανητικό. Το εκφυλισμένο κήρυγμα ότι δήθεν «μόνο η αγάπη καθορίζει την αξία μας και μας επιτρέπει να λεγόμαστε Χριστιανοί» συνιστά ευθεία αναίρεση του Ευαγγελίου. Ο Χριστός δεν έθεσε ως γνώρισμα των μαθητών Του ένα αόριστο συναίσθημα, αλλά την αυστηρή και ακριβή τήρηση των εντολών και των δογμάτων Του (Ιω. 14,21). Η «αγάπη» αποκομμένη από την Ορθοδοξία δεν είναι πνευματική αρετή, αλλά ένας κοσμικός, ανθρωποκεντρικός συναισθηματισμός. Και οι αιρετικοί αγαπούν με τον δικό τους πεπλανημένο τρόπο — αυτό όμως ποσώς δεν τους καθιστά μέλη του Θεανθρώπινου Σώματος του Χριστού.

Δ. Η ένοχη σιωπή και η απόκρυψη των δογματικών ζητημάτων δεν αποτελεί ταπείνωση, αλλά προδοτική δειλία. Η ισοπεδωτική αναφορά ότι δήθεν «όλοι μπορεί να έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις για το τι, πού και πώς συγκροτείται η Εκκλησία» συνιστά ευθεία ομολογία απιστίας. Η Εκκλησία δεν είναι ένα υποκειμενικό αφήγημα ή μια αόριστη «αντίληψη» — είναι το ακλόνητο Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, περιχαρακωμένο με απόλυτη σαφήνεια από τα Ιερά Μυστήρια, τους Θείους Κανόνες και την Πατερική Εκκλησιολογία. Όταν ο Πατριάρχης υποβαθμίζει τη Δογματική Αλήθεια σε μια απλή «αντίληψη», αμνηστεύει τη δογματική πλάνη και εξευτελίζει την Ορθοδοξία, μετατρέποντάς την σε μια ασημαντολογούσα «γνώμη» ανάμεσα στις αναρίθμητες αιρέσεις.

Ε. Το ΠΣΕ ουδέποτε υπηρέτησε την αληθινή ειρήνη — υπήρξε ανέκαθεν πειθήνιο όργανο προώθησης των δυτικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Η βαθύτερη και πλέον αιμορραγούσα πληγή στο σώμα της Ορθοδοξίας δεν είναι η ρωσική εισβολή, αλλά η αντικανονική «αυτοκεφαλία» που παραχωρήθηκε από τον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος κατακρεούργησε την εσωτερική ενότητα της Ουκρανικής Εκκλησίας προς όφελος αλλότριων πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η αδίστακτη προβολή του ΠΣΕ ως δήθεν «υπερασπιστή της ειρήνης» συνιστά ακραίο κυνισμό, την ίδια στιγμή που το ίδιο το Φανάρι εργαλειοποιεί προκλητικά την εκκλησιαστική δικαιοδοσία για να εξυπηρετήσει κοσμικές σκοπιμότητες.

ΣΤ. Η κατάληξη ότι «ούτε το ΠΣΕ μπορεί να κρυφτεί» συνιστά τη μοναδική ακούσια ομολογία αλήθειας σε ολόκληρο το κήρυγμα. Το ΠΣΕ είναι πράγματι ολοφάνερο για αυτό που πραγματικά αντιπροσωπεύει: έναν κοσμικό, μη κερδοσκοπικό οργανισμό διαθρησκειακής αλληλοαποδοχής, παντελώς γυμνό από Θεία Μυστήρια, στερημένο από Αποστολική Διαδοχή και με μηδενική σωτηριολογική αξία. Το γεγονός ότι δεν μπορεί να κρυφτεί δεν αποτελεί επίτευγμα, αλλά την απόλυτη καταδίκη του. Εβδομήντα πέντε χρόνια οικουμενιστικού κατήφορου δεν θεράπευσαν κανένα σχίσμα και δεν έφεραν καμία ενότητα· το μόνο που πέτυχαν ήταν να θεσμοθετήσουν την προδοτική παραδοχή ότι η αιρετική πλάνη δεν συνιστά πλέον αίρεση, αλλά μια ισότιμη «εκκλησιαστική παράδοση».