Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη. Δηλαδή, δεν
καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το
κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum»
(=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον
Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε
δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο.
Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι
εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε,
αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την
διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι
επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας,
Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης –
και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο
Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της
Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά
συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την μνημόνευση αυτού του αιρετικού
Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι
Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί).
Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε
ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου. Η αποτείχισις
έχει την έννοια της παρεμβολής τείχους μεταξύ του Επισκόπου που έχει διακόψει
την διαμνημόνευση του αιρετικού Πατριάρχου μ’ αυτόν τον Πατριάρχη που του
διακόπηκε η διαμνημόνευση. Δηλαδή, δι’ αυτής της διακοπής κοινωνίας
αυτοπροστατεύεται ο Επίσκοπος από το σχίσμα του Πατριάρχου ώστε να μη
συμμετέχει και ο ίδιος.
Επαναλαμβάνουμε λοιπόν δεν αποκόπτεται της Εκκλησίας
ούτε ο ίδιος ο Επίσκοπος, ούτε όσοι πιστοί τον ακολουθούν. Και ούτε οι
αποτειχισθέντες γίνονται η Εκκλησία όπως λέγεται υπό της ενστάσεως, αποτελούν
όμως το υγιές τμήμα της Εκκλησίας κατά τον Μ. Βασίλειο,.
Η αποτείχιση πατερικώς εξεταζομένη, κυρίως έχει
σωτηριολογικό χαρακτήρα, δια τούτο και είναι υποχρεωτική. Για να ισχύει ο
άκρατος αυτός επισκοποκεντρισμός που υποστηρίζεται υπό της ενστάσεως, πρέπει να
μην υπάρχει συμμολυσμός στον ορθόδοξο εκ της κοινωνίας του ακατακρίτου
αιρετικού. Το «consensus Patrum» όμως λέγει, ότι υπάρχει αυτός ο συμμολυσμός.
Άρα τα όσα λέγονται υπό της ενστάσεως έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την
διδασκαλία της Εκκλησίας, (βλ. υποσ. 850).
Η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του
Χρυσοστόμου και ο Επισκοποκεντρισμός
Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου
του Χρυσοστόμου και για το σχίσμα, το οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο
κακό, όσο και η αίρεση: "Του εις αίρεσιν εμπεσεῖν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ
έλαττόν εστι κακόν" (Εις την Προς Εφεσίους Ομιλ. 11, 5, ΕΠΕ20, 712). Η
γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά και στις ημέρες μας,... (όταν κάποιοι)
φθάνουν μέχρι του σημείου να σκέπτονται διακοπή της κοινωνίας με τους
οικουμενιστάς επισκόπους. Τότε τους επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος με
την επίκληση και αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς,
διότι η συνάφεια στην οποίαν διατύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν την θέση είναι
τελείως διαφορετική. Ο ίδιος δε δεν δίστασε να διακόψει την κοινωνία με άλλους
επισκόπους και να επαινέσει στα κείμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές του που
στέλνει από την εξορία, όσους κληρικούς και λαϊκούς ηρνούντο να δεχθούν ως
νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τους διώκτες και διαδόχους του. Η συνολική
έρευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου
προς τους διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη που συνήθως προβάλλεται με βάση
σύσταση και συμβουλή του Χρυσοστόμου προς τους οργισμένους για την εξορία του
κληρικούς και λαϊκούς να κάνουν υπακοή στον διάδοχό του και να τον
αναγνωρίσουν, διότι δεν μπορεί η Εκκλησία να μείνει χωρίς επίσκοπο, να είναι
"ανεπίσκοπος". Αντίθετα, από την διδασκαλία και την ζωή του προκύπτει
ότι διακοπή της κοινωνίας προς τον επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σε
περίπτωση που κηρύσσει αίρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία με τον 15ο
Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο και προφανές, αλλά
ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας,
προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως και ζωής. Η διδασκαλία
του Ευαγγελίου για την πίστη και την ζωή είναι ενιαία, ο δε απόστολος Παύλος
απέκοψε από την εκκλησιαστική κοινωνία τον αιμομίκτη της Κορίνθου για ηθικό
παράπτωμα και όχι για αιρετική διδασκαλία. Αυτή την χρυσοστομική γραμμή
ακολούθησε μετά από τέσσερις αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος
Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε την κοινωνία για το ηθικό θέμα
της "μοιχοζευξίας", για το ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχή
του πατριάρχου, ευλόγησε τον δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κων/νου ΣΤ’
(780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος».
Πατερικές μαρτυρίες και η στάση απέναντι
στους παρανομοούντες.
Στη συνέχεια, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινεί τους επισκόπους που διέκοψαν κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία με τη διεφθαρμένη εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής του και τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν αυτή τη στάση, ακόμα κι αν οι περισσότεροι υποχώρησαν στις πιέσεις των ισχυρών. Θεωρεί ότι αυτή η αποχή είναι η μόνη ελπίδα για να διορθωθούν τα κακά, τονίζοντας πως η απομάκρυνση των υγιών πιστών από όσους πράττουν πονηρά έργα αποτελεί την αρχή για να περάσει η καταιγίδα, την ασφάλεια της Εκκλησίας και τη θεραπεία των κακών (Επιστολή 89, Θεοδοσίω επισκόπω Σκυθοπόλεως PG 52, 655). Δεν σταματά όμως μόνο στη δική τους απομάκρυνση, αλλά τους συμβουλεύει να παρακινήσουν και όλους τους πιστούς να πράξουν το ίδιο (Επιστολή 90, Μωϋσή επισκόπω PG 52, 655). Μάλιστα, θεωρεί ότι όσοι αγωνίζονται υπερασπιζόμενοι τους πατρικούς νόμους και τους θεσμούς της Εκκλησίας, δείχνοντας θάρρος με λόγια και έργα και πεθαίνοντας καθημερινά —άνδρες, γυναίκες και παιδιά— είναι δίκαιο να καταταγούν χιλιάδες φορές στη χορεία των Μαρτύρων (Προς σκανδαλισθέντας 18, ΕΠΕ 33, 608).
Για να μη μείνει όμως η Εκκλησία τελείως χωρίς καλούς επισκόπους, ο Χρυσόστομος συνιστά στους επισκόπους που τον ακολουθούσαν να παραμείνουν προσωρινά στις θέσεις τους, διατηρώντας μια τυπική επικοινωνία με όσους παρανομούσαν, ώστε να μην παραδοθεί εντελώς το σκάφος της Εκκλησίας σε ακατάλληλους ανθρώπους. Αυτό ήταν ένα μέτρο προσωρινής υπομονής και υποχωρητικότητας, όπως φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι την ίδια ακριβώς εποχή ο ίδιος αποκαλεί αυτούς τους παρανομοούντες επισκόπους «λύκους» και «μοιχούς», εκφράζοντας την πραγματική και αυστηρή γνώμη του. Την ίδια γραμμή ακολουθεί και στις οδηγίες προς τις διακόνισσες, προετοιμάζοντας το έδαφος για να απορριφθούν εντελώς αυτοί που θα τον διαδεχθούν. Για τον σκοπό αυτό θέτει δύο πολύ αυστηρούς όρους: να μην επιδιώξει ο ίδιος ο νέος επίσκοπος τη θέση αλλά να εκλεγεί παρά τη θέλησή του, και η εκλογή του να γίνει με τη συναίνεση ολόκληρου του πληρώματος της Εκκλησίας.
Αυτοί οι όροι όμως δεν τηρήθηκαν, καθώς οι διάδοχοί του, όπως ο Αρσάκιος και ο Αττικός, ανέλαβαν τη θέση αντικανονικά. Όταν ένας επίσκοπος παραβιάζει τους κανόνες και οι υπόλοιποι Πατέρες σταματούν να τον μνημονεύουν, ο επίσκοπος αυτός αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας. Βάζοντας τον εαυτό του πάνω από την Εκκλησία προκαλεί σχίσμα, το οποίο αποτελεί βαρύτατο αμάρτημα που, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, δεν ξεπλένεται ούτε με το αίμα του μαρτυρίου
Ανακεφαλαίωση και Ιστορικά Παραδείγματα
Αγίων
Η απάντηση: Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη, ως
ισχυρίζεται η ένσταση. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη
διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου,
κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν
αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών
ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι
οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε
ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου
από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η
ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. Η Εκκλησία είναι
Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος
και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως
προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να
είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός
στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της
αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την διαμνημόνευση αυτού του
αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι
Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί).
Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που
εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου ως
υποκριτάς κέρδους χάριν και κενοδοξίας τούτο εργαζομένους... Πάντας μεν οὖν τους τοιούτους δει αποστρέφεσθαι,
κολλάσθαι δε τοις και την από των αποστόλων, καθώς προέφαμεν, διαδοχήν τηρούσι
και συν τη πρεσβυτερική τάξει λόγον υγιή και αναστροφήν ακατάγνωστον
παρεχομένοις εις μόρφωσιν και κατόρθωσιν των λοιπών»451. «Βαδίζοντες δε την
απλανή και ζωηφόρον οδόν, οφθαλμόν μεν εκκόψωμεν σκανδαλίζοντα· μη τον
αισθητόν, αλλά τον νοητόν· οίον εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, οι όντες
οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν, χρή
αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον,
ή μετ’ αυτών εμβληθῆναι,
ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις την γέεναν του πυρός. Ομοίως και η χείρ ο
διάκονος, εάν ανάξιόν τι πράττη, χωριζέσθω του θυσιαστηρίου»452. Και κλείνουμε
την απάντηση αυτής της ενστάσεως με τα εξής: «Υποστήριξαν ότι η διακοπή
μνημόνευσης των επισκόπων, δηλαδή η αποτείχιση, προκαλεί σχίσμα, σε θέτει εκτός
Εκκλησίας, ωσάν να είναι τόσο αμαθείς και αθεολόγητοι, ώστε να μη σκεφθούν ότι
τόσοι Άγιοι και σύγχρονοι Επίσκοποι και Γέροντες που διέκοψαν την μνημόνευση
αιρετικών και αιρετιζόντων δεν ήσαν ασφαλώς σχισματικοί, ούτε βρέθηκαν εκτός
Εκκλησίας. Ήσαν λοιπόν σχισματικοί ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όλοι οι επιφανείς Πατέρες που
αγωνίσθηκαν εναντίον των αιρέσεων και δεν είχαν κοινωνία με τους αιρετικούς, ο
Μ. Αθανάσιος, ο Μ. Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης
Χρυσόστομος, ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης και το
σύνολο των ομολογητών Αγίων; Ήταν ποτέ δυνατόν μία αναγνωρισμένη και έγκυρη
Σύνοδος, όπως η Πρωτοδευτέρα του Μ. Φωτίου που μνημονεύσαμε του 861, να
συμβουλεύει (το ορθό είναι εντέλλεται σ.σ., βλ. σχετικώς στην οικεία ενότητα
των διακοπή μνημοσύνου, δηλαδή αποτείχιση και να σε καθιστά σχισματικό και
εκτός Εκκλησίας; Ήσαν λοιπόν σχισματικοί και εκτός Εκκλησίας οι τρεις επίσκοποι
των καιρών μας που, μαζί τους όλο το Άγιον Όρος και ο Άγιος Παΐσιος επειδή
διέκοψαν την μνημόνευση του ονόματος του πατριάρχη Αθηναγόρα;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου