Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (Π.Σ.Ε). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (Π.Σ.Ε). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016-) Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις (Γ)-Η ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΡΟΝΤΟ.



Εισαγωγικά:

ΜΕΡΟΣ Α: https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/2016.html

 

ΜΕΡΟΣ Β: https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/2016_0774462888.html

 

 

ΜΕΡΟΣ -Γ

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ Π.Σ.Ε ΣΤΟ  ΤΟΡΟΝΤΟ (1950)

Με τίτλο «Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», η δήλωση συντάχθηκε για να λύσει τις παρεξηγήσεις που είχαν δημιουργηθεί αμέσως μετά την ίδρυση του ΠΣΕ (1948) και να διασφαλίσει τη συμμετοχή των Εκκλησιών (ειδικά των Ορθοδόξων)  στη Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ στο Τορόντο) ΤΟ 1950.

Τα βασικά σημεία της Δήλωσης του Τορόντο (1950) που θεωρούνται από τις πηγές ότι προάγουν τον Οικουμενισμό και αλλοιώνουν την Ορθόδοξη εκκλησιολογία επικεντρώνονται στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας εκτός της Ορθοδοξίας και στη σχετικοποίηση της «Μίας» Εκκλησίας.

Σύμφωνα με τις πηγές, τα κύρια σημεία είναι:

Α.  Η Δήλωση (παρ. 4.3) αναφέρει ότι το να είναι κάποιος μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι «περιεκτικώτερον»  από το να είναι μέλος της δικής του Εκκλησίας. Αυτό ερμηνεύεται ως αποδοχή μιας αόρατης «υπέρ-Εκκλησίας» που περιλαμβάνει όλες τις ομολογίες, υποσκάπτοντας την πίστη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Β. Οι Εκκλησίες-μέλη αναγνωρίζουν στις άλλες ομολογίες «στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας» (παρ. 4.5). Αυτή η παραδοχή θεωρείται η βάση για τη «θεωρία των ατελών εκκλησιών» και τη «θεωρία των κλάδων», καθώς υποστηρίζει ότι η χάρη και η αλήθεια υπάρχουν σε διάφορους βαθμούς και εκτός των ορίων της Ορθοδοξίας.

Γ. Η Δήλωση υποστηρίζει ότι η αναγνώριση του βαπτίσματος των άλλων ομολογιών ως έγκυρου (παρ. 4.3) συνεπάγεται την ύπαρξη μελών της Εκκλησίας «εκτός των τειχών» (ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ). Έτσι, τα όρια της Εκκλησίας ταυτίζονται με τα όρια του βαπτίσματος, ανεξαρτήτως δογματικής αλήθειας.

Δ.Η παρ. 4.8 (ή 8 σε κάποιες αναφορές) δηλώνει ότι οι Εκκλησίες-μέλη εισέρχονται σε «πνευματικές σχέσεις» για να «οικοδομηθή το Σώμα του Χριστού». Αυτό  αποτελεί  βλασφημία, καθώς προϋποθέτει ότι το Σώμα του Χριστού είναι διαιρεμένο και οικοδομείται μέσω της συνεργασίας της Ορθοδοξίας με αιρέσεις.

Ε.  Η Εισαγωγή της Δήλωσης αναφέρει ότι οι ομολογίες «βρίσκουν την ενότητά τους εν Χριστώ». Αυτό θεωρείται αιρετικό, καθώς υποδηλώνει ότι οι αιρετικοί είναι ήδη ενωμένοι με τον Χριστό παρά τις κακοδοξίες τους, και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναζητά μια ενότητα που υποτίθεται ότι δεν είχε.

ΣΤ. Η Δήλωση διακηρύσσει ότι το Π.Σ.Ε. δεν βασίζεται σε καμία συγκεκριμένη αντίληψη για την Εκκλησία (παρ. 3.3). Αυτό επιτρέπει έναν δογματικό μινιμαλισμό, όπου οι διαφορές στην πίστη αντιμετωπίζονται ως απλές «ποικιλίες» που δεν εμποδίζουν την ενότητα.

Ζ. Η Δήλωση ισχυρίζεται ότι οι Εκκλησίες «απέφυγαν να δώσουν λεπτομερείς και ακριβείς ορισμούς» για τη φύση της Εκκλησίας. Οι πηγές το χαρακτηρίζουν ως υποκρισία και πλήρη άρνηση του Ορθοδόξου δόγματος, το οποίο ορίζει με σαφήνεια την Εκκλησία ως κοινωνία ανθρώπων ενωμένων στην Ορθόδοξη Πίστη και τα Μυστήρια.

Η Δήλωση του Τορόντο (1950) ήταν μια προσπάθεια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών να βρει τρόπο ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετέχει μαζί με Προτεστάντες και άλλους χριστιανούς, χωρίς να χρειάζεται να πει ότι αυτοί είναι «Εκκλησίες» με την πλήρη έννοια του όρου.  Αυτή η «λύση» δημιούργησε έναν οργανισμό που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών» αλλά δεν ξέρει τι σημαίνει «Εκκλησία». Σαν να φτιάχναμε ένα «Συμβούλιο Γιατρών» όπου συμμετέχουν και όσοι έχουν διαβάσει βιβλία ιατρικής αλλά δεν είναι γιατροί — και να λέμε «δεν χρειάζεται να θεωρούμε ο ένας τον άλλον γιατρό με την πλήρη έννοια».

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία αυτό σημαίνει: Συμμετέχουμε σε έναν οργανισμό όπου η λέξη «Εκκλησία» χάνει το νόημά της. Αποδεχόμαστε ότι η ενότητα μπορεί να υπάρχει χωρίς κοινωνία στην αλήθεια. Η δική μας πίστη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία μετατρέπεται από δογματική βεβαιότητα σε «προσωπική πεποίθηση που σεβόμαστε»

 

 

 

Οι συμμετέχοντες.

Οι αντιπροσωπείες της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου που συμμετείχαν στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΣΕ στο Τορόντο και συνέβαλαν στη διαμόρφωση και την αποδοχή της δήλωσης αποτελούνταν από κορυφαίες θεολογικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ιεράρχες και καθηγητές που έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα ορθόδοξη παρουσία στο Συμβούλιο:

 

Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (Στρινόπουλος): Ήταν μία από τις κεντρικότερες μορφές της Οικουμενικής Κίνησης και εκ των Προέδρων του ΠΣΕ.

Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Τότε νεαρός θεολόγος (μετέπειτα Μητροπολίτης Μύρων και έπειτα Εφέσου), ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σύνταξη του κειμένου.

Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Αν και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετείχε ενεργά και στις διεργασίες της πατριαρχικής αντιπροσωπείας λόγω του διεθνούς κύρους του στο Κανονικό Δίκαιο.

Εκκλησία της Ελλάδος

 

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε κυρίως από διαπρεπείς καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι είχαν οριστεί ως επίσημοι σύνεδροι:

 

Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Καθηγητής Κανονικού Δικαίου και Ποιμαντικής, εκ των κορυφαίων Ελλήνων θεολόγων με τεράστια συμβολή στις πρώτες δεκαετίες του ΠΣΕ.

Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης: Καθηγητής Δογματικής, ο οποίος παρακολουθούσε στενά τα θεολογικά κείμενα για να διασφαλίσει ότι η Δήλωση θα ξεκαθάριζε πως το ΠΣΕ δεν είναι μια «Υπερ-εκκλησία» (κάτι που τελικά ενσωματώθηκε στο τελικό κείμενο).

Καθηγητής Βασίλειος Ιωαννίδης: Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, με συστηματική παρουσία στα διεθνή θεολογικά fora της εποχής.

 

 

Η Επικύρωση της Δήλωσης του Τορόντο από την Σύνοδο της Κρήτης

Η επικύρωση αυτών των σημείων από τη Σύνοδο της Κρήτης (2016) θεωρείται από τους συντάκτες των πηγών ως συνοδική νομιμοποίηση του Οικουμενισμού, καθώς η Δήλωση του Τορόντο χαρακτηρίστηκε ως «κεφαλαιώδους σημασίας» για την ορθόδοξη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε

Στο επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» (παράγραφος 19), η Σύνοδος αναφέρθηκε ρητά στη Δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) στο Τορόντο το 1950, χαρακτηρίζοντας τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις του εν λόγω κειμένου ως «κεφαλαιώδους σημασίας» για την ορθόδοξη συμμετοχή στον διαχριστιανικό διάλογο. Η Δήλωση του Τορόντο είχε συνταχθεί αρχικά ως ένα πλαίσιο προστασίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. δεν συνεπάγεται την αναγνώριση των άλλων μελών ως «Εκκλησιών» με την πλήρη εκκλησιολογική έννοια, ούτε την αποδοχή μιας «ομοσπονδιακής» θεωρίας για την Εκκλησία. Ωστόσο, η συνοδική επιβεβαίωση της χρήσης της από την Ορθόδοξη Εκκλησία το 2016 θεωρήθηκε από σημαντική μερίδα θεολόγων ως μια βαθιά εκκλησιολογική τομή.

Τι Σημαίνει αυτό για την Ορθόδοξη Θεολογία

Από την σκοπιά της κριτικής θεολογικής θεώρησης, η υιοθέτηση αυτή συνεπάγεται ουσιαστικές μετατοπίσεις στην παραδοσιακή εκκλησιολογική αυτό-συνειδησία της Ορθοδοξίας:

A.Η Σύνοδος της Κρήτης  νομιμοποίησε θεσμικά και συνοδικά ένα κείμενο το οποίο δεν συντάχθηκε αποκλειστικά από Ορθοδόξους Πατέρες, αλλά διαμορφώθηκε σε συνεργασία με ετεροδόξους (Προτεστάντες, Αγγλικανούς κ.ά.).

B. Στην εκκλησιαστική ιστορία, οι Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι περιφρουρούσαν την αλήθεια συντάσσοντας δικούς τους Όρους και Κανόνες. Η θεσμική υιοθέτηση ενός κειμένου που προέρχεται από έναν διαχριστιανικό οργανισμό  αποτελεί πρωτοφανή αλλοίωση της συνοδικής ορθόδοξης  μεθοδολογίας.

Γ. Η Δήλωση του Τορόντο αντιμετωπίζεται πλέον όχι απλώς ως ένα τακτικό ή διπλωματικό εργαλείο διαλόγου, αλλά αναδεικνύεται σε θεμελιώδη «στύλο» του οικουμενισμού και σε «Magna Charta» (Κασταστατικό Χάρτη) της παρουσίας της Ορθοδοξίας στο Π.Σ.Ε.

 

Εκλαϊκευμένη κριτική της Δήλωσης του ΤΟΡΟΝΤΟ

Η μεγαλύτερη και πιο βαθιά παγίδα της Δήλωσης του Τορόντο βρίσκεται στην εκκλησιολογική σχετικοποίηση της Αλήθειας μέσω της διπλωματικής γλώσσας.

Αν έπρεπε να την απομονώσουμε σε μία φράση, η παγίδα είναι η εξής: Η Δήλωση επέτρεψε στα μέλη του ΠΣΕ να συνυπάρχουν, αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται «Εκκλησία», χωρίς όμως να απαιτείται κοινή συμφωνία για το τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «Εκκλησία».

Αυτή η κεντρική παγίδα αναλύεται σε τρία συγκεκριμένα επίπεδα, τα οποία εξηγούν γιατί πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι μιλούν για «θεολογική νάρκωση»:

Α. Το κείμενο λέει ότι κανένα μέλος δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει τα άλλα μέλη ως «Εκκλησίες στην αληθινή και πλήρη έννοια».  Ενώ αυτό ακούγεται ως προστασία για την Ορθοδοξία (ώστε να μην αναγνωρίσει τους Προτεστάντες ως πραγματική Εκκλησία), στην πραγματικότητα δημιουργεί έναν χώρο όπου η ίδια η έννοια της Εκκλησίας υποβαθμίζεται. Αν κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι ενός οργανισμού που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών», αλλά αποδέχεσαι ότι οι διπλανοί σου μπορεί να μην είναι καν Εκκλησία (ή αυτοί να θεωρούν εσένα απλώς ένα «κομμάτι» της Εκκλησίας), τότε αποδέχεσαι τη χρήση της λέξης «Εκκλησία» ως έναν απλό κοινωνιολογικό τίτλο και όχι ως τη μοναδική, σωστική κιβωτό.

Β. Στην Ορθόδοξη θεολογία, η Αλήθεια είναι απόλυτη, ιστορικά αποκαλυμμένη και βιώνεται ως πληρότητα. Το Τορόντο δημιούργησε ένα πλουραλιστικό μοντέλο όπου όλες οι απόψεις είναι ισότιμες. Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία καταθέτει τη μαρτυρία της ότι «Εγώ είμαι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», μέσα στο περιβάλλον του Τορόντο αυτή η δήλωση δεν αντιμετωπίζεται ως η αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως η «ιδιαιτερότητα» ή η «υποκειμενική πεποίθηση» των Ορθοδόξων. Έτσι, η δογματική βεβαιότητα υποβιβάζεται σε μια «θρησκευτική άποψη» ανάμεσα σε δεκάδες άλλες.

Γ. Η μεγαλύτερη παγίδα είναι ότι το Τορόντο νομιμοποίησε τη διαίρεση παρουσιάζοντάς την ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό. Υποσχόμενο έναν «ασφαλή χώρο» όπου κανείς δεν θα πιέσει κανέναν να αλλάξει πίστη, το ΠΣΕ αφαίρεσε το κίνητρο για τον πραγματικό σκοπό του διαλόγου: την επιστροφή στην κοινή, αδιαίρετη πίστη των πρώτων αιώνων. Όταν όλοι είναι «ασφαλείς» και κανείς δεν ελέγχεται για τις αιρέσεις ή τις θεολογικές του αποκλίσεις, ο διάλογος σταματά να αναζητά την Αλήθεια και μετατρέπεται σε ένα αέναο διπλωματικό φόρουμ (έναν εκκλησιολογικό αγνωστικισμό), όπου η ειρηνική συνύπαρξη έγινε πιο σημαντική από τη δογματική ακρίβεια.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι έδωσε στην Ορθοδοξία ένα «πιστοποιητικό» ότι δεν κινδυνεύει η πίστη της εντός του Συμβουλίου, αλλά το τίμημα αυτού του πιστοποιητικού ήταν η αποδοχή ενός περιβάλλοντος όπου η ίδια η έννοια της μίας και μοναδικής Αλήθειας είχε ήδη τεθεί στο περιθώριο.

Μια φανταστική ιστορία

Για να καταλάβουμε το μέγεθος της παγίδας  ας δούμε μια φανταστική ιστορία που αφορά  μια κληρονομιά.

Υπάρχει μια  γνήσια, αληθινή  διαθήκη που άφησε ένας πατέρας (ο Χριστός) στα παιδιά του. Αυτή η διαθήκη λέει ποιος κληρονομεί το σπίτι. Εσύ (η Ορθοδοξία) κρατάς στα χέρια σου το αυθεντικό χαρτί, σφραγισμένο και υπογεγραμμένο.

Ξαφνικά, εμφανίζονται άλλοι δέκα άνθρωποι (οι ετερόδοξοι/αιρέσεις). Ο καθένας κρατάει από ένα φωτοαντίγραφο. Ο ένας έχει σβήσει μερικές σειρές. Ο άλλος έχει προσθέσει δικές του λέξεις. Ο τρίτος έχει αλλάξει τελείως το νόημα.

Όλοι μαζί μαζεύεστε σε ένα γραφείο (το ΠΣΕ) για να λύσετε το θέμα. Επειδή όμως όλοι φωνάζουν, ο δικηγόρος του γραφείου σού φέρνει να υπογράψεις ένα χαρτί (τη Δήλωση του Τορόντο) που λέει: «Υπέγραψε εδώ για να έχουμε ησυχία. Το χαρτί αυτό λέει ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να παραδεχτείς ότι τα δικά τους χαρτιά είναι αληθινά. Εσύ μπορείς να πιστεύεις ότι μόνο το δικό σου είναι το γνήσιο».

Εσύ υπογράφεις, κάθεσαι στην καρέκλα σου και ηρεμείς. Πού είναι η τεράστια παγίδα;

Η παγίδα είναι ότι με αυτό το χαρτί δέχτηκες 3 πράγματα χωρίς να το καταλάβεις:

1. Με το να κάθεσαι στο ίδιο γραφείο και να υπογράφεις κοινά χαρτιά, δέχεσαι ότι οι παραποιημένες διαθήκες των άλλων έχουν το δικαίωμα να εξετάζονται δίπλα στη δική σου. Η γνησιότητα του δικού σου χαρτιού χάνει την ισχύ της, αφού αντιμετωπίζεται σαν «μία από τις πολλές εκδοχές».

2. Μέσα σε αυτό το γραφείο, αν σηκωθείς και πεις: «Αυτό είναι το μόνο αληθινό έγγραφο, τα δικά σας είναι πλαστά», ο δικηγόρος και οι άλλοι θα σου πουν: «Μα τι αγενής που είσαι! Εδώ υπογράψαμε να σεβόμαστε ο ένας την άποψη του άλλου. Κράτα τη γνώμη σου για τον εαυτό σου και μην μας προσβάλλεις». Έτσι, η αλήθεια υποβιβάζεται σε μια απλή ξεροκεφαλιά.

3. Ο σκοπός σου όταν πήγες εκεί ήταν να τους δείξεις το γνήσιο χαρτί για να καταλάβουν το λάθος τους και να σωθούν. Με το Τορόντο όμως, όλοι βολεύτηκαν. Οι άλλοι νιώθουν σίγουροι με τα πλαστά τους χαρτιά (αφού κανείς δεν τους ελέγχει) κι εσύ νιώθεις σίγουρος με το δικό σου. Η αναζήτηση της μίας αλήθειας σταμάτησε και απλώς πίνετε καφέ μαζί.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι αντάλλαξε την Αλήθεια με την Ευγένεια. Σου επέτρεψε να λες ότι έχεις δίκιο, αρκεί να μην ενοχλείς αυτούς που έχουν άδικο.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

 


Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Η Εκκλησία της Ελλάδος και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών από το 1948 μέχρι σήμερα


Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Εκκλησία της Ελλάδος (Ε.τ.Ε.) διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό και καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση και τη διαμόρφωση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), συμμετέχοντας ενεργά στις προπαρασκευαστικές διαδικασίες ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η πορεία αυτή υπήρξε καρπός της αυτοσυνειδησίας της Ορθοδοξίας ως φορέα της αρχαίας παράδοσης, αλλά παράλληλα σημαδεύτηκε από εσωτερικές εντάσεις, θεολογικές αντιπαραθέσεις και γεωπολιτικές ανακατάξεις.

1. Η Συμβολή στην Ίδρυση του Π.Σ.Ε. (1919–1948)

Η συμβολή της Εκκλησίας της Ελλάδος στην αναδυόμενη Οικουμενική Κίνηση αναπτύχθηκε σε τρεις βασικούς άξονες:

  • Πρωτοβουλίες Προσέγγισης: Η Ε.τ.Ε. υπήρξε από τους πρώτους αποδέκτες και υποστηρικτές της ιστορικής Πατριαρχικής Εγκυκλίου του 1920, η οποία πρότεινε την ίδρυση μιας «Κοινωνίας των Εκκλησιών» στα πρότυπα της Κοινωνίας των Εθνών. Παράλληλα, συμμετείχε ενεργά στους δύο βασικούς προδρόμους του Π.Σ.Ε.: τις κινήσεις «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) και «Ζωή και Εργασία» (Life and Work). Ήδη από το 1919, η Ιερά Σύνοδος υποδέχθηκε επίσημα αντιπροσωπεία της «Πίστης και Τάξης» στην Αθήνα, αναθέτοντας την παρακολούθησή της στον τότε Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο και τον καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο.
  • Διαμόρφωση Θεσμικού Πλαισίου: Στο προκαταρκτικό συνέδριο της Γενεύης (1920), η ελληνική αντιπροσωπεία κατέθεσε ολοκληρωμένη πρόταση για την κατάργηση του προσηλυτισμού, την αμοιβαία γνωριμία και την τελική ένωση των Εκκλησιών. Αργότερα, στη διάσκεψη της Ουτρέχτης (1938), ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (ο οποίος συνεργαζόταν στενά με τους Ελλαδίτες θεολόγους) συμμετείχε στην «Επιτροπή των 14» που επεξεργάστηκε το Καταστατικό του νέου Οργανισμού.
  • Η Ιδρυτική Φάση: Μετά τις ιστορικές διασκέψεις της Οξφόρδης και του Εδιμβούργου (1937), όπου αποφασίστηκε η συγχώνευση των δύο κινήσεων, η Ε.τ.Ε. λειτούργησε ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το 1947 υποδέχθηκε επίσημη αντιπροσωπεία του υπό ίδρυση Π.Σ.Ε. στην Αθήνα, επιβεβαιώνοντας τη βούλησή της να καταστεί ιδρυτικό μέλος. Στην Ιδρυτική Συνέλευση του Άμστερνταμ (1948), εκπροσωπήθηκε από δεκαμελή αντιπροσωπεία επιφανών ιεραρχών και θεολόγων.

Η σημασία της ελληνικής συμβολής αναγνωρίστηκε έμπρακτα με την εκλογή του Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανού ως ενός από τους πέντε πρώτους Προέδρους του Π.Σ.Ε., ενώ ο Μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος και ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος εκλέχθηκαν μέλη της πρώτης Κεντρικής Επιτροπής.

2. Οι Ρεύματα Θεολογικής Σκέψης στην Ελλάδα

Η συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. δεν υπήρξε ανέφελη. Στους κόλπους της Ε.τ.Ε. διαμορφώθηκαν τρεις διακριτές θεολογικές τάσεις:

Α. Η Φιλοοικουμενιστική Τάση

Με κύριους εκφραστές τον Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανό, τον καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο και τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Παπαγεωργίου, η τάση αυτή θεωρούσε τη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. ως ιερό καθήκον της Ορθοδοξίας. Πίστευαν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως η Una Sancta (Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία), όφειλε να καταθέτει τη μαρτυρία της στους ετεροδόξους χωρίς φόβο, ώστε να αποτραπεί η πρόσληψη αμιγώς προτεσταντικού χαρακτήρα από την Οικουμενική Κίνηση.

Β. Η Αντιοικουμενική Τάση

Με εκπροσώπους όπως ο Αρχιμανδρίτης (και μετέπειτα Μητροπολίτης Κορινθίας) Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, οι καθηγητές Παναγιώτης Μπρατσιώτης και Ιωάννης Καρμίρης, καθώς και ο Μητροπολίτης Σάμου Ειρηναίος, η πλευρά αυτή αντιμετώπιζε το εγχείρημα με έντονο σκεπτικισμό. Εστίαζαν τις ενστάσεις τους στην κίνηση «Πίστη και Τάξη», φοβούμενοι τον κίνδυνο δογματικής αλλοίωσης και αποδοχής της «θεωρίας των κλάδων» (branch theory). Προέκριναν τη συνεργασία μόνο σε πρακτικά και κοινωνικά ζητήματα («Ζωή και Εργασία»).

Γ. Η Μετριοπαθής Τάση (Γεράσιμος Κονιδάρης)

Ο καθηγητής Γεράσιμος Κονιδάρης πρότεινε μια ενδιάμεση οδό. Ενώ αναγνώριζε τη χρησιμότητα του διαλόγου, ζητούσε τη διατήρηση «αποστάσεων» για τη διαφύλαξη του κύρους της Εκκλησίας. Πρότεινε την ανάκληση των Ιεραρχών από τα διοικητικά όργανα του Π.Σ.Ε. και την εκπροσώπηση μόνο από λαϊκούς θεολόγους, ώστε να μην εκτίθεται το επισκοπικό αξίωμα.

Παράλληλα, ο Κονιδάρης διατύπωσε αυστηρούς όρους συμμετοχής:

  1. Προκαταρκτικούς: Ρητή αναγραφή σε κάθε επίσημο έγγραφο ότι η Ορθοδοξία είναι η Una Sancta.
  2. Πρωτεύοντες: Τροποποίηση του «άρθρου-βάσης» του Π.Σ.Ε. προς μια σαφέστερη τριαδολογική διατύπωση (ως απαράβατο όρο παραμονής).
  3. Δευτερεύοντες: Κατάργηση κάθε προσηλυτιστικής δραστηριότητας των Προτεσταντών σε ορθόδοξες χώρες, αύξηση του ποσοστού των Ορθοδόξων στη διοίκηση, ίδρυση μόνιμου Ορθόδοξου Γραφείου στη Γενεύη και διεξαγωγή συζητήσεων μόνο μεταξύ «συγγενών ομολογιών».

Η μετριοπαθής αυτή τάση σταδιακά ατόνησε κατά την περίοδο 1954–1961 λόγω της έντονης πόλωσης, με τον ίδιο τον Κονιδάρη να συντάσσεται τελικά με τη φιλοοικουμενική πλευρά.

3. Αμίλκας Αλιβιζάτος: Το «Πρόσωπο-Κλειδί» και η Κρίση του 1957

Ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, αναγνωρίζεται διεθνώς ως η σημαντικότερη ορθόδοξη φυσιογνωμία της Οικουμενικής Κίνησης στον 20ό αιώνα.

Η προσφορά του υπήρξε πολύπλευρη:

  • Διορθόδοξος Συντονισμός: Πρωτοστάτησε στη σύγκληση του Α' Πανορθόδοξου Θεολογικού Συνεδρίου στην Αθήνα (1936).
  • Διεθνής Ακτινοβολία: Υπήρξε ο εμπνευστής των λαμπρών εορτασμών για τα 1.900 χρόνια από την έλευση του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα (1951), που έφεραν εκατοντάδες ξένους αντιπροσώπους σε επαφή με την Ορθοδοξία.
  • Ανθρωπιστικό Έργο: Ως Γενικός Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής Διεκκλησιαστικής Βοήθειας, διαχειρίστηκε την τεράστια υλική βοήθεια των ξένων Εκκλησιών για την ανασυγκρότηση της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Η Παραίτηση του 1957

Η δράση του Αλιβιζάτου προκαλούσε συχνά τις αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων. Η ρήξη κορυφώθηκε όταν η Ιερά Σύνοδος, στις 20 Μαρτίου 1957, εξέδωσε μια περιοριστική απόφαση: απαγόρευσε τη συμμετοχή κληρικών στα οικουμενικά συνέδρια (λόγω της παρουσίας ομάδων που θεωρούσε «αιρετικές») και περιόρισε τους λαϊκούς καθηγητές σε ρόλο «απλών παρατηρητών».

Παράλληλα, ο νέος Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος επιχείρησε να περιθωριοποιήσει τον Αλιβιζάτο, απαιτώντας η αλληλογραφία με το Π.Σ.Ε. να διεξάγεται απευθείας από τον ίδιο. Αντιδρώντας στην παράκαμψη των ακαδημαϊκών θεολόγων και θεωρώντας την απόφαση «παλινωδία» που οδηγούσε σε διεθνή απομόνωση, ο Αλιβιζάτος υπέβαλε στις 28 Απριλίου 1957 την παραίτησή του από όλες τις συνοδικές και διεθνείς επιτροπές (C.W.S., C.C.I.A.), η οποία έγινε δεκτή στις 8 Μαΐου.

Η Αντίδραση του Π.Σ.Ε.

Η απομάκρυνση του Αλιβιζάτου προκάλεσε σοκ στη Γενεύη. Ο Γενικός Γραμματέας Visser’ t Hooft και η ηγεσία του Π.Σ.Ε. εξέφρασαν την έντονη ανησυχία τους για το μέλλον των προγραμμάτων βοήθειας στην Ελλάδα. Απέστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ενώ η κρίση αυτή οδήγησε το Π.Σ.Ε. στην απόφαση να αναβάλει την προγραμματισμένη για το 1958 συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής στη Ρόδο για το επόμενο έτος (1959).

4. Ο Αντίκτυπος στις Διορθόδοξες Σχέσεις: Η Ρήξη του 1948 και η Υπέρβασή της

Η ίδρυση του Π.Σ.Ε. επηρέασε βαθύτατα τις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αναδεικνύοντας τόσο τη διαχρονική καχυποψία απέναντι στη Δύση όσο και τις πολιτικές πιέσεις της εποχής.

Η Ιστορική Καχυποψία: Το Βάρος της «Ουνίας»

Η στάση των Ορθοδόξων απέναντι στον διεκκλησιαστικό διάλογο επηρεαζόταν διαχρονικά από το τραύμα της Ουνίας. Η μέθοδος αυτή, που υιοθετήθηκε από τη Ρωμαϊκή Εκκλησία μετά την Άλωση (με ορόσημο τη Σύνοδο της Βρέστης το 1596), εκλαμβανόταν από την Ανατολή ως προσχηματικός προσηλυτισμός και πνευματική υποταγή. Ακόμη και στο πλαίσιο του Π.Σ.Ε., το ζήτημα του προσηλυτισμού από προτεσταντικές ομάδες παρέμενε κεντρικό, με τους Ορθοδόξους να απαιτούν σταθερά την πλήρη καταδίκη του.

Χαρακτηριστικό της ευαισθησίας αυτής ήταν το επεισόδιο του 1959 στη Ρόδο, όταν η παρουσία Ρωμαιοκαθολικών παρατηρητών στη συνεδρίαση της Κ.Ε. του Π.Σ.Ε. προκάλεσε διογκωμένα δημοσιεύματα περί επικείμενης «ένωσης», οδηγώντας σε ανασταλτικό συντηρητικό ανακλαστικό.

Η Ρήξη Ελληνοφώνων και Σλαβοφώνων (1948)

Το 1948, υπό τη σκιά του αναδυόμενου Ψυχρού Πολέμου, επήλθε σοβαρή διάσταση στους κόλπους της Ορθοδοξίας:

  • Η «Γραμμή της Μόσχας»: Στη Διάσκεψη της Μόσχας (Ιούλιος 1948), η Ρωσική Εκκλησία και οι Εκκλησίες των χωρών του ανατολικού μπλοκ (Πολωνίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Αλβανίας) κατεδίκασαν το Π.Σ.Ε. ως όργανο δυτικών πολιτικών συμφερόντων και απείχαν από την Ιδρυτική Συνέλευση του Άμστερνταμ. Θεολογικά, κατηγόρησαν το Π.Σ.Ε. ότι παραμερίζει τη δογματική ενότητα χάριν πολιτικοκοινωνικών σκοπιμοτήτων.
  • Η «Ελληνική Γραμμή»: Τα ελληνόφωνα Πατριαρχεία και η Εκκλησία της Ελλάδος επιβεβαίωσαν τη συμμετοχή τους, αναλαμβάνοντας μόνοι το βάρος της ορθόδοξης εκπροσώπησης στη Δύση και διατηρώντας ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας.

Η Πανορθόδοξη Συνάντηση της Ρόδου (1961)

Η κρίση άρχισε να ξεπερνιέται μετά το 1958, όταν η στάση της Μόσχας μεταβλήθηκε. Στην Γενική Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961, οι σλαβόφωνες Εκκλησίες εντάχθηκαν τελικά στο Π.Σ.Ε.

Καταλυτικό ρόλο στην αποκατάσταση της ενότητας διαδραμάτισε η Α' Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου (1961). Για πρώτη φορά, 14 Αυτοκέφαλες Εκκλησίες συντονίστηκαν, εδραιώνοντας τη συλλογική και ενιαία παρουσία της Ορθοδοξίας στον παγκόσμιο χριστιανικό διάλογο.

Συμπέρασμα

Η πορεία της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών υπήρξε μια δυναμική διαδικασία. Παρά τους εσωτερικούς προβληματισμούς, τις θεολογικές διαφωνίες και τις γεωπολιτικές αναταράξεις του 20ού αιώνα, η Ε.τ.Ε. παρέμεινε σταθερή στην απόφασή της για διαλογική παρουσία. Με τη δράση εμβληματικών προσωπικοτήτων όπως ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, κατάφερε να διασφαλίσει ότι ο οικουμενικός διάλογος δεν θα αποτελούσε μια εσωτερική υπόθεση του Προτεσταντισμού, αλλά ένα βήμα για τη ζώσα μαρτυρία της Ορθόδοξης παράδοσης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Από το  1961 μέχρι σήμερα.

Η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) από το 1961 έως σήμερα χαρακτηρίζεται από ενεργό θεολογική συμμετοχή, περιόδους εσωτερικών εντάσεων και επαναπροσδιορισμού, αλλά και ουσιαστική θεσμοθέτηση της ορθόδοξοι παρουσίας.

Αν και η Εκκλησία της Ελλάδος υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ΠΣΕ (1948), η περίοδος από το 1961 και μετά αποτελεί το πιο δυναμικό και σύνθετο κεφάλαιο αυτής της πορείας.

1. Η Τομή του 1961 (Γενική Συνέλευση Νέου Δελχί)

Το 1961 αποτέλεσε κομβικό έτος για τη σχέση ολόκληρης της Ορθοδοξίας με το ΠΣΕ:

  • Διεύρυνση της Ορθόδοξης παρουσίας: Στη Συνέλευση του Νέου Δελχί εντάχθηκαν στο ΠΣΕ το Πατριαρχείο Μόσχας και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ανατολικής Ευρώπης.
  • Θεολογική επίδραση: Η Εκκλησία της Ελλάδος, με κορυφαίες θεολογικές προσωπικότητες (όπως ο καθηγητής Νίκος Νησιώτης, ο οποίος διετέλεσε αργότερα και Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του Bossey), συνέβαλε καθοριστικά ώστε οι αποφάσεις του ΠΣΕ να αποκτήσουν βαθύτερο τριαδολογικό και πνευματολογικό προσανατολισμό.

2. Η Περίοδος της Δικτατορίας (1967–1974)

Κατά τη διάρκεια της επταετίας, οι σχέσεις πέρασαν από διπλές πιέσεις:

  • Διεθνής κριτική: Το ΠΣΕ ασκούσε έντονη κριτική στο στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις διώξεις πολιτικών κρατουμένων.
  • Εσωτερική στάση: Η τότε ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος προσπαθούσε να διατηρήσει τις ισορροπίες, ενώ παράλληλα στην Ελλάδα άρχισε να φουντώνει ο αντίλογος από συντηρητικούς και μοναστικούς κύκλους (όπως το Άγιον Όρος) που αντιμετώπιζαν τη συμμετοχή στο ΠΣΕ ως επικίνδυνο «οικουμενισμό».

3. Κρίση και Επαναπροσδιορισμός (Δεκαετίες 1980 & 1990)

Στις δεκαετίες του '80 και '90, οι σχέσεις της Ελλαδικής Εκκλησίας (και των λοιπών Ορθοδόξων) με το ΠΣΕ έφτασαν στο χαμηλότερο σημείο τους:

  • Ηθικές και εκκλησιολογικές διαφωνίες: Η προώθηση από ορισμένες προτεσταντικές εκκλησίες-μέλη φιλελεύθερων κοινωνικών και ηθικών θεμάτων (π.χ. χειροτονία γυναικών, αλλαγή γλώσσας περί Θεού), καθώς και ο πλειοψηφικός τρόπος ψηφοφορίας, παραγκώνιζαν τις Ορθόδοξες θέσεις.
  • Η Συνέλευση της Καμπέρας (1991): Αναδείχθηκε η βαθιά διαφωνία στην εκκλησιολογία.
  • Η Ειδική Επιτροπή (Special Commission, 1998): Στη Συνέλευση του Χαράρε (1998), μετά από πιέσεις και της Εκκλησίας της Ελλάδος, συγκροτήθηκε η Ειδική Επιτροπή για τη Συμμετοχή των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ. Αυτό οδήγησε στην ιστορική αλλαγή του καταστατικού, ώστε οι αποφάσεις στο ΠΣΕ να λαμβάνονται πλέον με συναίνεση (consensus) και όχι με πλειοψηφία, προστατεύοντας τη δογματική αυτοσυνειδησία των Ορθοδόξων.

4. Εποχή Εξωστρέφειας και Συνεργασίας (2000 – Σήμερα)

Τις τελευταίες δεκαετίες, η Εκκλησία της Ελλάδος πέρασε σε μια φάση ενεργού και θεσμικής παρουσίας:

  • 2005: Η Εκκλησία της Ελλάδος φιλοξένησε στη Θεσσαλονίκη την Παγκόσμια Συνέλευση του Τμήματος Παγκόσμιας Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού (CWME) του ΠΣΕ.
  • 2006: Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη επίσκεψη Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος στην έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη. Εκεί ανακοίνωσε τη θεσμοθέτηση υποτροπών στο όνομα του Νίκου Νησιώτη για νέους θεολόγους.
  • Σήμερα (Επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Β΄): Η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετέχει σταθερά στα διοικητικά όργανα (Κεντρική και Εκτελεστική Επιτροπή) και τις Γενικές Συνελεύσεις (όπως η 11η Συνέλευση στην Καρλσρούη το 2022).

Η σημερινή εστίαση: Η συνεργασία επικεντρώνεται πλέον λιγότερο σε δογματικές υποχωρήσεις και περισσότερο στην κοινωνική διακονία, την προστασία των προσφύγων, την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και την προάσπιση της ειρήνης.

Οι συμμετέχοντες

Στη διαμόρφωση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) από το 1961 έως σήμερα έχουν εμπλακεί κορυφαίοι Ιεράρχες, πανεπιστημιακοί θεολόγοι και επίσημες συνοδικές επιτροπές.

Η συμμετοχή χωρίζεται σε τέσσερις κύριες κατηγορίες προσωπικοτήτων και φορέων:

1. Κορυφαίοι Θεολόγοι & Ακαδημαϊκοί (Η «Χρυσή Εποχή» του Διαλόγου)

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε από επιφανείς καθηγητές θεολογίας, οι οποίοι ανέλαβαν διοικητικές και θεολογικές θέσεις ευθύνης στο ίδιο το ΠΣΕ:

  • Νίκος Νησιώτης (1924–1986): Η πλέον εμβληματική μορφή. Διετέλεσε Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του ΠΣΕ στο Bossey (Ελβετία), Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ.
  • Καθηγητής Βασίλειος Σταυρίδης, Καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου, Καθηγητής Μέγας Φαράντος: Συμμετείχαν επί δεκαετίες στις θεολογικές επιτροπές (όπως η Επιτροπή «Πίστη και Τάξη» / Faith and Order).
  • Σύγχρονοι Ακαδημαϊκοί: Καθηγητές όπως ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δράγας, ο Πέτρος Βασιλειάδης, ο Σταύρος Γιαγκάζογλου, η Δήμητρα Κούκουρα και η Νίκη Παπαγεωργίου έχουν εκπροσωπήσει την Εκκλησία της Ελλάδος σε Γενικές Συνελεύσεις και θεολογικούς διαλόγους.

2. Αρχιεπίσκοποι Αθηνών & Προκαθήμενοι

Οι επικεφαλής της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισαν τη στάση της απέναντι στο ΠΣΕ σε διαφορετικές περιόδους:

  • Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (1998–2008): Πραγματοποίησε την ιστορική πρώτη επίσημη επίσκεψη Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος στην έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη (2006). Παρά τις επιφυλάξεις συντηρητικών κύκλων, επιβεβαίωσε τη θεσμική συμμετοχή της Εκκλησίας, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική και πολιτισμική συνεργασία.
  • Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β΄ (2008–Σήμερα): Διατηρεί μια σταθερή, ρεαλιστική και θεσμική σχέση με το ΠΣΕ, εστιάζοντας σε πρακτικά ζητήματα όπως το προσφυγικό, η φτώχεια, η ειρήνη και η περιβαλλοντική κρίση.

3. Εκκλησιαστικές Αντιπροσωπείες & Συνοδικά Όργανα

Η εκπροσώπηση δεν είναι ατομική αλλά θεσμική. Στις Γενικές Συνελεύσεις του ΠΣΕ (από το Νέο Δελχί το 1961 μέχρι την Καρλσρούη το 2022) συμμετέχουν επίσημες αντιπροσωπείες που ορίζονται από την Ιερά Σύνοδο:

  • Συνοδική Επιτροπή Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων: Το αρμόδιο όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος που παρακολουθεί τις εργασίες του ΠΣΕ, προετοιμάζει τα κείμενα θέσεων και προτείνει τους εκπροσώπους.
  • Μητροπολίτες-Εκπρόσωποι: Κατά καιρούς, εξέχοντες Ιεράρχες έχουν ηγηθεί των ελληνικών αντιπροσωπειών, όπως ο Μητροπολίτης Περιστερίου Κλήμης, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Καθηγητής Θεολογίας και δραστήριο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ) και ο Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας Γαβριήλ.

Βιβλιογραφία

1.      ΒΑΣΙΛΙΚΗ H. ΣΤΑΘΟΚΩΣΤΑ-ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΛΛ ΟΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ 1948-1961

2.      Σταυρίδης, Βασίλειος Θ. (1964)  Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως, Αθήνα.

3.      Τσέτσης, Γεώργιος (1987)  Οικουμενικά Ανάλεκτα: Συμβολή στην Ιστορία του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη.

4.      Περιοδικό «Εκκλησία» (Επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος)