Η Αποτείχιση ως Μέσο Δημιουργίας Συνόδου για την Καταδίκη
των Αιρέσεων
Η αποτείχιση, όπως έχει θεσμοθετηθεί από τον ΙΕ΄ Κανόνα της
Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861 μ.Χ.), δεν αποτελεί απλώς προσωπική ή ομαδική
διαμαρτυρία απέναντι σε επίσκοπο που κηρύττει αίρεση. Ένας βασικός της σκοπός
είναι η πίεση προς τη σύγκληση συνοδικού σώματος, ώστε να επιβεβαιωθεί η
ορθόδοξη διδασκαλία και να καταδικαστούν οι αιρέσεις και οι αιρετικοί. Με άλλα
λόγια, η αποτείχιση λειτουργεί ως θεραπευτικό και κανονικό μέσο για τη
διασφάλιση της πίστης και της συνοδικότητας της Εκκλησίας: οι πιστοί διακόπτουν
την κοινωνία με τον επίσκοπο που εκτρέπεται, όχι για να δημιουργήσουν σχίσμα,
αλλά για να υποχρεώσουν την Εκκλησία να ενεργοποιήσει τα σωστικά της μέσα.
.
Ο ΙΕ΄ Κανόνας ως ρυθμιστικό εργαλείο.
Ο κανόνας προβλέπει ότι οι πιστοί έχουν το δικαίωμα και την
υποχρέωση να αποτειχίζονται όταν ο επίσκοπος κηρύττει αίρεση ανοιχτά («δημοσία
και γυμνή τη κεφαλή»), ακόμη και προ της συνοδικής καταδίκης, ώστε να ασκηθεί
πίεση για τη σύγκληση συνόδου που θα αποκαταστήσει την κανονικότητα και θα
καταδικάσει την αίρεση.
Η Αποτείχιση ως «Εργαλείο Πίεσης» και όχι ως σχισματική
κατάσταση
Είναι κρίσιμο να διαχωριστεί η αποτείχιση ως μέσο
υπεράσπισης της πίστης από τη σχισματική στάση.
Σωστή χρήση: Οι πιστοί αποτείχονται προσωρινά και με
σεβασμό στην Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, με στόχο τη σύγκληση συνόδου. Η διακοπή
κοινωνίας λειτουργεί ως κανονικό «σήμα κινδύνου» προς την Εκκλησία,
υπενθυμίζοντας ότι η αίρεση δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη.
Λανθασμένη χρήση: Όταν η αποτείχιση μετατρέπεται σε
εκκλησιολογική ταυτότητα, σε άρνηση συνοδικής θεραπείας ή σε μονομερή καταδίκη
των άλλων, τότε δεν πιέζει για σύνοδο αλλά δημιουργεί σχίσμα. Η ταυτότητα του
«αποτειχισμένου» υπερισχύει της πίστης και της συνοδικότητας.
Όταν η Αποτείχιση Οδηγεί σε Σχίσμα
Η αποτείχιση μπορεί να εξελιχθεί σε σχίσμα όταν παύει να
είναι εργαλείο υπεράσπισης της πίστεως και μετατρέπεται σε ταυτότητα. Σημάδια
σχισματικής εκτροπής είναι η ιδιότητα του «αποτειχισμένου» να γίνεται
αυτοσκοπός, όχι απλώς ένα μέσο για την υπεράσπιση της πίστης. Η προσωπική ή
ομαδική ταυτότητα αντικαθιστά την πίστη στην Εκκλησία ως Σώμα Χριστού. Με άλλα
λόγια, η αποτείχιση χάνει τον χαρακτήρα της «προστασίας της πίστης».
Επίσης, η αντίληψη ότι «η Εκκλησία χάθηκε», ή η μονομερής
απόφαση για το ποιοι είναι εντός και ποιοι εκτός της Εκκλησίας, αποτελεί
ένδειξη σχισματικής εκτροπής. Η εξαφάνιση της προσδοκίας θεραπείας και η
ανάπτυξη κλειστού και αυτοτελούς πνεύματος, καθώς και ο ζηλωτισμός, η
πνευματική έπαρση, η υπερτίμηση προσωπικής «καθαρότητας» και η καταδίκη των
άλλων, αποτελούν περαιτέρω σημάδια.
Η έλλειψη κοινών αρχών καθιστά αδύνατη την ενότητα και την
κανονική λειτουργία, ενώ η υπερβολική αυστηρότητα και η κριτική καθιστούν την
αποτείχιση ένα εργαλείο καταδίκης αντί για προστασίας.
Αντίθετα, υγιές εκκλησιαστικό φρόνημα χαρακτηρίζεται από
προσευχή, ταπείνωση και προσωπική αφοσίωση, στενή σύνδεση με το εκκλησιαστικό
πνεύμα των Αγίων και Ομολογητών και πόνο για τυχόν σφάλματα, καθώς και
προσδοκία συνοδικής θεραπείας, χωρίς υποκατάσταση της Εκκλησίας με ομάδες ή
πρεσβυτεριακή εκκλησία.
Με λίγα λόγια, η αποτείχιση παύει να είναι σταυρός και
γίνεται σημαία όταν χάνει την εκκλησιαστική κοινωνία, καταντά ζηλωτική και
αντικαθιστά την Εκκλησία με ομάδες, τότε αρχίζει να μετατρέπεται σε σχίσμα.
Ο Κληρικαλισμός και των Δύο Πλευρών
Ο κληρικαλισμός, δηλαδή η μετατροπή της Εκκλησίας από Σώμα
Χριστού σε ιεραρχικό μηχανισμό εξουσίας, δεν αφορά μόνο την επίσημη ιεραρχία,
αλλά και τις αντιπολιτευόμενες ομάδες.
Ο «Επισκοποκεντρισμός» της Ιεραρχίας
Η τάση να θεωρείται ο επίσκοπος απόλυτη πηγή εξουσίας και
αυθεντίας συνιστά μορφή κληρικαλισμού. Σε αυτή την προοπτική, ο λαός θεωρείται
απλώς «παρών» στο Σώμα του Χριστού, ενώ η ιεραρχία ταυτίζεται με την Εκκλησία.
Η μνημόνευση μετατρέπεται από έκφραση κοινωνίας πίστεως σε μηχανισμό υποταγής.
Η επισκοπική εξουσία ταυτίζεται με την αλήθεια, με κίνδυνο απομόνωσης της
θεσμικής συνοδικότητας.
Ο «Κληρικαλισμός των Αποτειχισμένων»
Ο όρος «κληρικαλισμός των αποτειχισμένων» περιγράφει
φαινόμενα στα οποία ομάδες ή άτομα που έχουν αποτειχιστεί υιοθετούν στάσεις και
πρακτικές που παραμορφώνουν την εκκλησιολογική πραγματικότητα. Πρακτικά, ο
«κληρικαλισμός» σε αυτό το πλαίσιο σημαίνει ότι η θρησκευτική ζωή και η
διοίκηση αυτών των ομάδων καθοδηγούνται σχεδόν αποκλειστικά από κληρικούς, με
έντονη ιεραρχική δομή και συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια τους, συχνά χωρίς τους
αντίστοιχους ελέγχους ή την εκκλησιαστική νομιμότητα που υπάρχει στις κανονικές
δομές.
Παράλληλα με τον κλασικό κληρικαλισμό της ιεραρχίας, οι
αποτειχισμένοι συχνά επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη: την ταύτιση της Εκκλησίας με
την αυθαίρετη εξουσία των λίγων και την υποκατάσταση της συνοδικότητας με
προσωπική ή ομαδική κρίση.
Αυθαίρετος ρόλος κριτή και προστάτη της Ορθοδοξίας:
Όταν μία ομάδα ή ένα άτομο αυτοανακηρύσσεται «φύλακας της Ορθοδοξίας», θεωρεί
ότι μόνο εκείνοι κατέχουν την πλήρη αλήθεια και μπορούν να αποφασίσουν ποιοι
είναι «ορθόδοξοι» και ποιοι όχι. Έτσι δημιουργείται μονομερής κρίση που
παρακάμπτει τη συνοδικότητα της Εκκλησίας. Η πίστη μετατρέπεται σε εργαλείο
εξουσίας και ελέγχου αντί για κοινή εμπειρία συμμετοχής στο Σώμα του Χριστού.
Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν σε ομάδες αποτειχισμένων κατά τη διάρκεια των
Εικονομαχικών κρίσεων, όταν κάποιες τοπικές κοινότητες αυτοανακηρύσσονταν
«αυθεντικοί φύλακες της πίστης» χωρίς συνοδική καθοδήγηση.
Αυθαίρετη χρήση των Κανόνων: Οι εκκλησιαστικοί
Κανόνες είναι θεσμοθετημένα εργαλεία για την πνευματική καθοδήγηση και την
προστασία της πίστης. Όταν οι αποτειχισμένοι τους χρησιμοποιούν αυθαίρετα και
αυστηρά για να καταδικάσουν ή να αποκλείσουν άλλους πιστούς, οι Κανόνες δεν
εφαρμόζονται ως μέσα θεραπείας αλλά ως όπλα τιμωρίας. Η ατομική ή ομαδική
ερμηνεία αντικαθιστά τη συλλογική κρίση της Εκκλησίας.
Αναγόρευση κληρικών ως κριτών της Ορθοδοξίας: Η τρίτη
μορφή κληρικαλισμού των αποτειχισμένων αφορά την υποβάθμιση της συνοδικότητας
και την υπερτίμηση της αυθεντίας συγκεκριμένων κληρικών. Όταν οι κληρικοί της
ομάδας θεωρούνται αποκλειστικοί «κριτές της Ορθοδοξίας», η κοινότητα
μετατρέπεται σε αυταρχική δομή: οι αποφάσεις και η κρίση των λίγων
αντικαθιστούν τη συνοδική λειτουργία της Εκκλησίας. Ενισχύεται η σχισματική
ταυτότητα: οι πιστοί συνδέουν την πίστη όχι με την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού
αλλά με την ομάδα και τους κληρικούς της. Η εκκλησιολογική εκτροπή οδηγεί στην
αντικατάσταση της Εκκλησίας από μια «παράλληλη ΟΜΆΔΑ », η οποία λειτουργεί
εκτός κανονικών ορίων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου