Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

«Η Πόλις Εάλω – Εάλω η Πόλις» (Λόγος Επιμνημόσυνος)-Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου



Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου

Λόγος Επιμνημόσυνος, που εκφωνήθηκε την 29η Μαΐου του 1916

 ---------------------------------------------

Η εορτή της Πεντηκοστής του έτους 1916 συνέπεσε να είναι την 29η Μαΐου, αποφράδα ημέρα της αλώσεως της των πόλεων Βασιλίδος, της «Θεοτοκουπόλεως και Αγιοτόκου» Κωνσταντινουπόλεως. Ο εκ Κομοτηνής καταγόμενος και ορμώμενος, αοίδιμος Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών) κατ’ εκείνη την μεγάλη Κυριακή της Πεντηκοστής λειτουργούσε στον Μητροπολιτικό ναό της Τραπεζούντος και εκφώνησε εμπνευσμένο  λόγο για την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εν είδει «πιμνημοσύνου προσλαλις  πρ ναπαύσεως τν ψυχν τν βιαί καί μαρτυρικ τ τρόπ πεσόντων κα τελειωθέντων περασπιστν τς Κωνσταντίνου Πόλεως κα διαιτέρως το τελευταίου μάρτυρος κα μεγαλομάρτυρος Ατοκράτορος ατς, το Κωνσταντίνου ΙΑ΄ το Παλαιολόγου».

Η ομιλία αυτή δημοσιεύτηκε  στο περιοδικό «Κομνηνοί» του έτους 1916, υπό τον τίτλο: «Λόγος πιμνημόσυνος, ηθες τ 29 Μαΐου». Ο μνημειώδης αυτός λόγος του Τραπεζούντος Χρυσάνθου άρχεται με το ρητό: «νδρν πιφανν πσα γ τάφος» (Θουκ. Βιβλ. Β΄. Κεφ. 43 εδαφ. 3). Ακολουθούν κάποια αποσπάσματά του.

«ταν μέγας τς λληνικς κλασσικς ρχαιότητος ρήτωρ καί πολιτικός Περικλς ξεφώνησε τόν λαμπρό κενο πιτάφιο λόγο στούς πεσόντες πέρ πατρίδος θηναίους κατά τόν Πελοποννησιακό πόλεμο επε πλήν λλων καί τούς ψηλούς τούτους λόγους: «νδρν πιφανν πσα γ τάφος», τι δηλαδή τάφος τν ρώων εναι πσα γ καί χώρα καί χι κάτωθεν στηλν καί μαρμάρων φορτωμένων πό μεγαλοπρεπες καί πολυτελες πιγραφές.  Καί στά πέρατα τς οκουμένης νάμνηση τν κατορθωμάτων τους χαράσσεται στόν νο καί τίς καρδιές τν νθρώπων βαθύτερα, παρά στούς τάφους καί στά μνημεα.

ν πάρχει περίσταση κατά τήν ποία φαρμόζεται τό ρητό τοτο σέ λη του τήν ννοια, εναι κριβς παροσα σεμνή καί εσημη μέρα τς Πεντηκοστς, ποία συνήγαγε λους μς πό τόν ερό θόλο το Μητροπολιτικο ναο, προκειμένου, φο δεηθομε μέ κλίση αχένος καί γονάτων πέρ ναπαύσεως τν ψυχν τν Πατέρων καί δελφν μας, νά ναπέμψουμε εχές καί διά μνημοσύνου νά τιμήσουμε τούς πί τν πάλξεων τν τειχν το Βυζαντίου κατά τήν ποφράδα ταύτη μέρα τς 29ης Μαΐου νδόξως πεσόντες προγόνους μας, γουμένου το γενναίου ατοκράτορος τς Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου  Παλαιολόγου, το ποίου ρωικός θάνατος πεσφράγισε τόν μακρόν βίον καί τήν στορίαν το βυζαντινο κράτους.

δελφοί, σους μνήμη τν ρων τούτων καί μαρτύρων το καταρρέοντος κράτους κάλεσε δ, ς νοίξουμε πρός στιγμήν τήν φωτεινή καί νδοξη ταύτη σελίδα τς περιπετειώδους στορίας το Βυζαντίου καί ς θαυμάσουμε τήν παράμιλλη ψυχική ρώμη καί τόν ρωισμό, ποος θαλε κατά τίς τελευταες φθινοπωρινές μέρες το φθίνοντος βυζαντινο κράτους καθ’ ν χρόνο βαρύς πήρχετο βαρύς καί παγερός χειμνας τς τουρκικς βαρβαρότητας καί τυραννίας, ποος πάγωσε τό αμα τς ζως καί τς λευθερίας καί το πολιτισμο τν λλήνων. φο δέ ξετάσουμε τά πραγματικά ατια τς παρακμς καί πτώσεως το Βυζαντίου, θά πορισθομε τά προσήκοντα μαθήματα γιά τό παρόν καί τό μέλλον.

Μετά πό μακρά πολιορκία κι ντίσταση τν γενναίων περασπιστν τς Πόλεως, νέτειλε 29η Μαΐου 1453 καί κυμάτιζε κόμη πί τς πύλης το Ρωμανο σημαία το δικεφάλου ετο. Βασιλεύς κούραστος τρεχε νθαρρύνοντας τόν στρατό καί λέγοντας: ‘μν στιν νίκη, Θες πρ μν πολεμε’’. Ο Τορκοι πολεμοσαν λυσσαλέως, ν ο μέτεροι νθίσταντο ρρωμένως (μέ ρώμη).  να λλάχ! κουγόταν μέ γρια φωνή καί ο ρμητικές πιθέσεις στρατιωτν, σοφτάδων, γενιτσάρων, πέρχονταν ς κύματα θαλάσσης, συντριβόμενα πάνω στόν βράχο το ρωισμο τν μετέρων.

Παντο ντηχε βοή, κρότοι, λληλοσπαραγμοί. ατοκράτορας μέ πέδιλα χρυσά φέροντα τόν δικέφαλο ετό καί μέ τήν σπάθη στά χέρια, μάχετο ρωϊκότατα στήν πύλη το Ρωμανο. ‘’Συστρατιται δελφοί’’, φώνει, ‘’σττε νδρείως δι τος οκτιρμος το Θεο!’’… 

πί τέλους λθε φοβερά καί φρικώδης στιγμή. Κωνσταντνος, ποος πί τέσσερις δη ρες εχε ποκρούσει τέσσερις μεγάλες φόδους καί λπιζε τι θά κατίσχυε τς πιμονς το Μωάμεθ το Β΄, εδε προσδοκήτως νά εσβάλλουν ντός τν τειχν ο πολέμιοι καί νά περικυκλώνεται πανταχόθεν καί κουσε τήν παίσια κραυγή το πλήθους ‘ Πόλις άλω, άλω Πόλις’’.

πελπισμένος κέντησε τόν ππο καί ρμησε στό πυκνότερο μέτωπο το χθρο, γωνιζόμενος ς σχατος τν στρατιωτν ‘’κα τ αμα ποταμηδν κ τν ποδν καί χειρν ατο ἔῤῥεεν’’. Μαζί μέ τόν ατοκράτορα καί ξίως ατο  μάχονταν ο λοιποί ρωες καθώς πεφταν νας μετά τόν λλον. Πολλούς ν τ μεταξύ εχε θερίσει σπάθη το βασιλέως, ως του θραύσθη καί κατέστη χρηστη.  Βλέποντας δέ καί γιά τόν αυτό του τόν κίνδυνο καί φοβούμενος μήν πέσει ζωντανός στά χέρια το χθρο,  νέκραξε: ‘’δέν πάρχει Χριστιανός νά λάβει τήν κεφαλήν μου;’’ επε καί θηριώδης ραψ ρμήσας πισθεν ποκόπτει τήν κεφαλήν του.

τσι διά το μαρτυρικο ατο αματος πισφραγίζει ατοκράτωρ Κωνσταντνος Δραγάτσης τήν στορία το Βυζαντίου, τς ποίας καί τελευταία ατή σελίδα θά παραμείνει γιά τήν λληνική φυλή χρυσή καί θάνατη διαιτέρως γιά τήν ρωική ντίσταση κάποιων χιλιάδων γενναίων νδρν, πρό πάντων καί κατά τό πλεστον λλήνων, ο ποοι πί δύο μνες διά μόχθων τελευτήτων πολεμοσαν ναντίον χθρο εκοσι φορές περτέρου κατά τόν ριθμό, ναντίον τν πρώτων στρατευμάτων το κόσμου κατά τήν ποχή κείνη, καί μέχρι τελευταίας πνος περάσπισαν τά φρούρια τς βασιλίδος τν πόλεων, το θεοφρουρήτου βασιλείου, τς κροπόλεως ταύτης το χριστιανικο πολιτισμο στήν νατολή. Καί τήν θανασία τς τελευταίας ταύτης χρυσς σελίδος τς βυζαντινς στορίας πιστέφει νδοξος θάνατος το ρωος μάρτυρος ατοκράτορος Κωνσταντίνου το Παλαιολόγου, ρωϊκς πέρ τς πατρίδος πεσόντος κοντά στήν πύλη το Ρωμανο τήν πρωΐα τς 29 Μαΐου 1453, σέ λικία 49 τν, τριν μηνν καί εκοσι μερν.

τάφος το ατοκράτορος Κωνσταντίνου παραμένει γνωστος,  λλ’ ‘’νδρν πιφανν πσα γ τάφος’’, τό δέ εκλεές ατο νομα περιφέρεται πό γενες σέ γενεά στή διάνοια καί τήν καρδία πάντων καί παραμένει θάνατο. Μέ τήν ζωή το Βασιλέως σβησε καί ζωή το κράτους του καί κτοτε ρχίζει μακρά καί ζοφερά καί σέληνη νύκτα τς τουρκικς τυραννίας!...

λλ΄ ‘’ν εμαι χάρος χαλαστής εμαι καί χάρος πλάστης’’, ψάλλει μοσα νός θνικο μας ποιητο καί ,τι εναι θαυμαστό στή μακρά στορία το μετέρου θνους εναι τι κ τς τέφρας το βυζαντινο κράτους νέστη ς φονιξ τς μυθολογίας νέο καί κμαο Βασίλειο, τό Βασίλειο τς λλάδος καί πό τήν κραταιά σκέπη καί προστασία τς κραταις προστάτιδος τν πιεζομένων λαν Ρωσσίας[1] λευθεροται καί ναγεννται πό τήν πτέρνα το τυράννου στενάζων πόδουλος λληνικός λαός.

δη σέ μς τούς νεωτέρους πόκειται νά ναδειχθομε ξιοι τν προγόνων καί τν προσδοκιν τν λλων θνν. Καί φήνοντας τήν λη μέσα στήν ποία εμεθα βυθισμένοι, νά ξιδανικευθομε, πτάμενοι ψηλά στόν κόσμο τν δεωδν καί γινόμενοι δημιουργο νέου πολιτισμο νταξίου τν προγενεστέρων. νδριζόμενοι δέ καί κραταιούμενοι κατά πάντα καί στήν ρετή, θά δικαιούμεθα μέ θάρρος νά λέμε πρός τούς προγόνους τό: ‘’μμες δέ γ’ μές, ν δέ λς περαν λαβέ’’… Καί φο παρασκευάσουμε τό δαφος στίς περχόμενες γενεές καί δημιουργήσουμε γιές περιβάλλον, πότε ο παδες μας μόνον γιες ρχές καί γνά φρονήματα θά προσλαμβάνουν, θά  κούσουμε παρ’ ατν τό ‘’μμες δέ γ’ σόμεθα πολλ κάρρονες’’… Τότε θά σκιρτήσουν κ χαρς ν τάφ τά στ τν νδόξων μας προγόνων, ο ποοι, κλεΐσαντες τήν στορία, δικαίως τιμνται καί γεραίρονται περιφερόμενοι στή διάνοια καί τήν καρδιά πάντων:  ‘’νδρν γαθν πάσα γ τάφος’’» .

 ΠΗΓΗ.π.Δ.Αθανασίου-ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΝΕΜΕΝΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ 



[1] Η ομιλία εκφωνήθηκε κατά την διάρκεια του Α΄ΠΠ, κατά την διάρκεια του οποίου η Ρωσία, ως αντίπαλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εθεωρείτο ως ο αναμενόμενος ελευθερωτής των χριστιανών της Μ. Ασίας.


Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο Εσταυρωμένος βασιλιάς του Γένους



Του πρωτοπρεσβύτερου Δημητρίου Αθανασίου


Το χρονόμετρο της ιστορίας έπαυσε να χρονομετρά το κλέος της Αγίας Ρωμαϊκής (όχι της λεγόμενης Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας κατά τις μεσημβρινές «Μεγάλες Ώρες» της αποφράδος ημέρας Τρίτης, της 29ης Μαΐου του 1453, όταν «απ’ άκρου εις άκρον ακούστηκε η σπαραξικάρδια ιαχή, «εάλω η Πόλις».
«Ο Μυρίπνοος μήνας Μάιος και το αυτοκρατορικό όνομα Κωνσταντίνος εσφράγισαν ανεξίτηλα στο διάβα των αιώνων την ιστορία της Παναγιοσκεπάστου Θεοτοκουπόλεως Κωνσταντινουπόλεως.
Ήταν 11 Μαΐου του 330 μ.Χ., ημέρα μνήμης του μαρτυρίου του Αγίου Μωκίου, ο οποίος ήταν ο πολιούχος του αρχαίου Βυζαντίου, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος εγκαινίασε την «Νέα Ρώμη», την Κωνσταντινούπολη, ως τη νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ήταν 29η και πάλι του μυρίπνοου μηνός Μαΐου του 1453 μ.Χ. και επί των ημερών της Βασιλείας του μεγαλομάρτυρος «Ελέω Θεού πιστού Σεβαστοκράτορος των Ρωμιών Κωνσταντίνου ΙΑ’ του Παλαιολόγου» όταν «εάλω η Πόλις και επάρθεν η Ρωμανία», κατά την ημέρα της εορτίου μνήμης της Αγίας Θεοδοσίας της οποίας ο ιερός ναός και η εφέστιος εικώνεφέραν τα ανοιξιάτικα ρόδα (Γκιουλ) της προσευχής και των δεήσεων των πολιορκημένων Ρωμιών που έκαμαν ολονυκτία ικετεύοντας για τη σωτηρία τους. Εκείνα τα «έσχατα ρόδα» πρωταντίκρισαν οι Οθωμανοί, όταν εισήλθαν στο ναό της και αφού τον μετέτρεψαν σε Τζαμί, έδωσαν την ονομασία «Γκιουλ Τζαμί», που σημαίνει «Τέμενος των Ρόδων».(Ι.Σιδηράς -ιστορικός).

Ανατριχιάζει κανείς θυμούμενος ότι μια μέρα πριν, στις 28 Μαΐου, έγινε η τελευταία ακολουθία στην Αγιά Σοφιά και λιτανεία, όπου ξαφνικά δακρύζει και πέφτει κάτω η εικόνα της Παναγίας και γίνεται τόσο βαριά που δεν σηκώνεται! Ξημερώματα της 29ηςΜαϊου 1453 γύρω στη 1:00 π.μ. ξεκίνησε η επέλαση των Οθωμανών στην Πόλη και κορυφώθηκε τραγικά στις 4:00 π.μ.
Έκτοτε, εκκλησίες γίνονται στάβλοι και άπειρες βυζαντινές αρχαιότητες καταστρέφονται! Από την Παναγία Περίβλεπτο, το Παλάτι των Βλαχερνών, το παλάτι του Θεόδωρου του Στουδίτη και τους Αγίους Αποστόλους δεν σώθηκε σχεδόν τίποτα! Δεν είναι τυχαίο που για χρόνια τώρα κάθε τέτοια μέρα οι τούρκοι εορτάζουν την νίκη τους με πανηγυρικές παρελάσεις και αναπαραστάσεις των γενίτσαρων. Διότι, τι ειρωνεία! Η πόλη έπεσε από τους γενίτσαρους, εξισλαμισμένους και τουρκεμένους, δηλαδή, Έλληνες, κυρίως θύματα του παιδομαζώματος! Ειδικά τώρα πλέον, σε μια εποχή νεο-οθωμανικού επεκτατισμού και ισλαμικού εξτρεμισμού στην Τουρκία, όπου η Αγιά Σοφιά από μουσείο ξαναγίνεται τζαμί, οι ανθελληνικές κορώνες δίνουν και παίρνουν και υπάρχει μια συνεχώς κλιμακούμενη ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Τραγικό πρόσωπο-πρωταγωνιστής εκείνη την αποφράδα μέρα του Μαΐου ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο τελευταίος των Βυζαντινών και ο πρώτος των Ελλήνων. Γράφει ο μακαριστός ιστορικός Σαράντης Καργάκος τα εξής: «Ο Κωνσταντίνος, εκείνη την αποφράδα Τρίτη σκοτώθηκε στην Πύλη του Ρωμανού. Αλλ’ αμέσως αναστήθηκε στην ψυχή του λαού. Δεν είναι τυχαίο ότι από τους 80 και πλέον Αυτοκράτορες, που κάθισαν στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, μόνον ο Κωνσταντίνος πέρασε στο θρύλο, έγινε τραγούδι και σύμβολο. Ούτε ο Βουλγαροκτόνος, ούτε ο Νικηφόρος Φωκάς πέρασαν στο δημοτικό τραγούδι. Σ’ αυτό πέρασε μόνον ο Κωνσταντίνος. Γιατί σ’αυτόν ο λαός είδε τη θέληση για αντίσταση, τη διάθεση για θυσία. Ο Κωνσταντίνος πέφτεικαι το Γένος … ανέστη! Διότι της Αναστάσεως προηγείται η Σταύρωση. Ο Κωνσταντίνος είναι ο Εσταυρωμένος βασιλιάς της ιστορίας μας.
Έπεσε μαχόμενος σαν Σπαρτιάτης• μέσα του είχε κάτι από το φρόνημα των Θερμοπυλομάχων. Ας μην ξεχνάμε ότι έζησε και έδρασε στα χώματα που γέννησαν τον Λεωνίδα. Στο Μυστρά, άλλωστε, στέφθηκε Αυτοκράτορας. Στην Πόλη δεν πήγε σαν Βυζαντινός, σαν Ρωμαίος• πήγε σαν Έλληνας και μάλιστα Σπαρτιάτης. Μαζί του πήρε τη ψυχή του Λεωνίδα. Μίλησε, έδρασε, πέθανε σαν Λεωνίδας. Ας θυμηθούμε την απάντηση που έδωσε στο Σουλτάνο, όταν έναντι πολλών ανταλλαγμάτων του ζητήθηκε παράδοση :«Το δε την Πόλιν σοι δούναι ουκ εμόνεστίν, ούτε άλλου των κατοικούντων. Κοινή γαρ γνώμη αποθανούμεν εν ταύτη και ου φεισόμεθα της ζωής ημών»
Η απόκριση αυτή είναι μια μακρινή απήχηση του «μολών λαβέ». Μια πρόδρομη μορφήτου νεώτερου «ΟΧΙ».
….Αγνόησε το άδοξο παρόν και ατένισε προς το παρελθόν. Έπρεπε να σταθεί ισάξιος των ενδόξων προκατόχων του. Αυτό που είχε δεν ήταν δικό του• ανήκε στο Γένος. Και το Γένος των νεκρών απαιτούσε θυσία• όχι παράδοση. Ο Κωνσταντίνος δεν πολέμησε για να νικήσει, πολέμησε για να μην ηττηθεί η τιμή του Γένους.

Ο Αυτοκράτορας πεθαίνει αλλά δεν παραδίδεται. Και αυτή η στάση ήταν μια εγγραφή ελευθερίας. ΤοΓένος δεν θα το έσωζε μια νίκη, θα το έσωζε μια θυσία. Ο Κωνσταντίνος και τα παλληκάρια του με το αίμα τους ξέπλυναν όλες τις προηγούμενες ντροπές της Αυτοκρατορίας. Η Πόλη πέφτοντας ηρωικά, ανυψώθηκε ηθικά.
Στη διάρκεια της πολιορκίας ο Κωνσταντίνος στάθηκε άγρυπνος, ακάματος, ακαταπόνητος. Ενέπνευσε με τα λόγια και το παράδειγμά του. Υπεράσπισε με πάθος την Πόλη, που ήταν όπως έλεγεν ο ίδιος, «η ελπίς και η χαρά πάντων των Ελλήνων». Είχε συνείδηση Έλληνα και όχι ψευδοσυνείδηση Ρωμαίου ο Κωνσταντίνος. Κι είχε επίγνωση της ιστορικής του αποστολής. Με την τελευταία ομιλία του της 28ης Μαΐου προς τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς του, καθόρισε με λακωνική επιγραμματικότητα την αποστολή, που έκτοτε αποτελεί ιερή παρακαταθήκη του Γένους:
«Παρακαλώ ημάς, ινα στήτε γενναίως. Καλώς ουν οίδατε, αδελφοί,
ότι δια τέσσερά τινα οφείλεται κοινώς εσμέν πάντες, ίνα προτιμήσω μεν αποθανείν μάλλον ή ζην, πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δέ υπέρ πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως, ως Χριστού Κυρίου, και τέταρτον ύπέρ συγγενών και φίλων. Άλλως… πατρίδα περίφημον τοιαύτην υστερούμεθα και την έλευθερίαν ημών, βασιλείαν την πάλαι μεν περιφανή, vυv δε τεταπεινωμένην και εξουθενωμένην απωλέσαμεν» (Λεονάρδος §37)
Η ώρα της τελικής αναμετρήσεως έρχεται. Ο Κωνσταντίνος αποχαιρετά στο παλάτι φίλους και συγγενείς και πηγαίνει να πάρει θέση ως πολεμιστής πάνω στις επάλξεις. Γράφει ο Σφραντζής που ήταν αυτόπτης:
«Εν τήδε ώρα, τις διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους εν τω παλατίω; Ει και από ξύλου ή εκ πέτρας ην, ουκ ηδύνατο μη θρηνήσαι»

Έχουν και οι ήρωες τις ανθρώπινες στιγμές τους!
Η μάχη πάνω στα τείχη άρχισε. Ο Κωνσταντίνος, όπως ο Αθανάσιος Διάκος, πολεμούσε με σπασμένο σπαθί. Γύρω του πολεμούσαν κάποιοι αφοσιωμένοι εκλεκτοί. Ένας από αυτούς, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, βλέποντας τον Αυτοκράτορα κυκλωμένο, όρμησε πάνω στους Τούρκους κραυγάζοντας: «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην». Και σκοτώθηκε. Όπως σκοτώθηκαν όλοι οι γενναίοι, «μη ανεχόμενοι επιδείν πατρίδα δεδουλωμένην», όπως λέει ο Σφραντζής. Ο Κωνσταντίνος κάποια στιγμή ένιωσε ότι πολεμούσε μόνος. Οι γενναίοι του είχαν πέσει. Κάποιοι άλλοι τον είχαν εγκαταλείψει. Και τότε με παράπονο ανέκραξε: «Ουκ εστί τις των Χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’εμού;». Ίσως η επίκληση αυτή του Κωνσταντίνου να δημιούργησε την κλεφταρματολική παράδοση να παίρνουν τα παλληκάρια την κεφαλή του καπετάνιου, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

Ένας Τούρκος, λέει ο Σφραντζής, τον κτύπησε κατά μέτωπο κι άλλος από τα νώτα. Ο Κωνσταντίνος έπεσε από το άλογο και ξεψύχησε ανάμεσα στους στρατιώτες του. Αργότερα, λένε, το πτώμα του αναγνωρίστηκε από τα πορφυρά σανδάλια. Το κεφάλι του κόπηκε και στήθηκε πάνω σε πορφυρή στήλη στην Πλατεία του Αυγουσταίου. Μέχρι το
1930 στην αυλή ενός ταπεινού τουρκικού σπιτιού μπορούσε ο επισκέπτης να δει μια μαρμάρινη πλάκα, που, κατά την παράδοση, σκέπαζε το σεμνό σκήνωμα του Αυτοκράτορα. Ο Αλέξανδρος Πασπάτης, που μας έδωσε το 1890 την καλύτερη περιγραφή της Άλωσης και ο οποίος γνώριζε όσο κανείς την τοπογραφία της Κωνσταντινουπόλεως,
γράφει: «Εν τω στενώ τούτω περιβόλω, μάνδρα τη σήμερον προβάτων ρυπαρά και κακόσμω, κατέπεσεν άκλαυστος και αμνημόνευτος ο βασιλεύς Παλαιολόγος υπό πάντων εγκαταλελειμμένος και μέχρι τέλους ανδρείως αγωνιζόμενος προς μυρίους στρατούς και ηγεμόνα οξύνουν και μεγαλουργόν».
Το πτώμα του Παλαιολόγου, γράφει ο Πασπάτης, ουδέποτε βρέθηκε. Αλλά κι αυτό που βρέθηκε, σκυλευμένο από τους Τούρκους, δεν θεωρήθηκε βασιλικό σκήνωμα. Ο λαός έθαψε τον βασιλιά στην ψυχή του. Και τον ανέστησε. Έτσι αναστήθηκε και το Γένος.
Ο Κωνσταντίνος έγινε το πτηνό φοίνικας που αναγεννάται από την τέφρα του. Η αναγέννηση του Κωνσταντίνου μέσα στη λαϊκή ψυχή δίνει σε κάθε κρίσιμη στιγμή νέα πνοή στο έθνος. Διότι, όπως λέει ο Σφραντζής, ο Κωνσταντίνος «εκομίσατο τον του μαρτυρίου στέφανον μη θελήσας προδούναι τοις ανόμοις το βασίλειο, μήτε
θελήσας τον κίνδυνον διαφυγείν, δυνατού όντος». Δηλαδή, φόρεσε το στεφάνι του μαρτυρίου, επειδή δεν το θέλησε να παραδώσει στους ανόμους τη βασιλική κληρονομιά, ούτε θέλησε να ξεφύγει από τον κίνδυνον, ενώ μπορούσε να ξεφύγει. Γι’ αυτό ο λαός θεώρησε τον Κωνσταντίνο όχι Ρωμαίο βασιλέα, όπως το απαιτούσε η αυτοκρατορική
παράδοση, αλλά Έλληνα. Λέει ένα ποντιακό τραγούδι: «Την Πόλιν όντας ώριζεν ο Έλλεν Κωνσταντίνος ». Κι ακόμη ο λαός ποτέ δεν πίστεψε στο θάνατό του… Όταν ένας άνθρωπος γίνεται με τη θυσία του ιδέα και σύμβολο, ασφαλώς δεν πεθαίνει. Ο άγνωστος στιχουργός του «Θρήνου της Πόλης» εκφράζει παραστατικά το λαϊκό αίσθημα:
«Ω Κωνσταντίνε βασιλεύ, Δραγάζη το πινόμιν,
ειπέ μας, που ευρίσκεσαι; Εχάθης; Εκρυβήθης;
ή ζης ή και απέθανες επάνω στο σπαθί σου;»

Ο Κωνσταντίνος πέθανε επάνω στο σπαθί του. Και αυτό ο λαός το ήξερε. Τα άλλα ερωτηματικά είναι ρητορικά για να προβληθεί το όποιος πεθαίνει πάνω στο σπαθί, πάντοτε θα ζει. Θα ζει, εφόσον, βέβαια το έθνος τον αναζητεί σε κάθε κρίσιμη στιγμή και θα ρωτά: «Είπε μου που ευρίσκεσαι;». Και ο Κωνσταντίνος θα απαντά: «Μες στη δική
σας την ψυχή». Αν βέβαια η ψυχή μας είναι καθαρή, απαλλαγμένη από τα μιάσματα της σύγχρονης πολύμορφης υποταγής. Μια τέτοια μορφή υποταγής βιώνουμε σήμερα. Και δεν εννοώ με αυτό την πολυπλασσαρισμένη υποταγή του μνημονίου, μια υποταγή που υπήρξε
απότοκος της υλοφροσύνης μας.
Εννοώ την υποταγή μας στο φόβο έναντι των προγόνων μας. Φοβόμαστε τη σύγκριση μαζί τους και επιτηδίως το ενδιαφέρον των νέων στρέφεται
προς ψεύτικα και αρρωστημένα ιδανικά.
Εδώ και μήνες έχω αρχίσει να φοβάμαι ότι κάποιες ανασκαφές σταμάτησαν, διότι κάποιοι φοβούνται αυτό που ενδέχεται να βρούμε. Αλλ’ αν αρχίσουμε να φοβόμαστε τους νεκρούς μας, που μας διδάσκουν την όρθια στάση, τότε μελλοντικά η 29η Μαΐου θα εορτάζεται, στην Πόλη και σε όλη την Τουρκία. Θα εορτάζεται ως νίκη του Ισλάμ επί του
Σταυρού, ως νίκη των Τούρκων επί του Ελληνισμού. Οι Τούρκοι έως τώρα αποφεύγουνέναν τέτοιο θορυβώδη εορτασμό. Για πολλούς λόγους. Κι ένας από αυτούς είναι ο δικόςτους φόβος• μήπως ξυπνήσει ξανά το φιλότιμο των Ελλήνων, μήπως ξυπνήσει μέσα μας ξανά ο Κωνσταντίνος και τότε, όπως λέει ο ποιητής «τα όνειρα θα λάβουνε εκδίκηση».

Δεν ξέρω, αγαπητοί μου, αν η υστεροφημία είναι ευτυχία. Ένα, όμως, ξέρω: πολλοίασφαλώς δεν θα ζήλευαν τη ζωή του Κωνσταντίνου. Κάποιοι, όμως, θα ζήλευαν το θάνατό του. Και επειδή στα πρότερα χρόνια οι «κάποιοι» ήσανπάμπολλοι, κατόρθωσε τοΓένος μας ν’ αναστηθεί και να μεγαλουργήσει. Ο Κωνσταντίνος αυτό που μας διδάσκει δενείναι το πώς να ζήσουμε. Μα διδάσκει το πώς να πεθαίνουμε, όταν το απαιτεί το χρέος.
Λαός που φοβάται να πεθάνει, όταν τον καλεί η φωνή της πατρίδος, έχει αρχίσει να μυρίζει πτωμαΐνη. Γι’ αυτό θεωρώ εκδηλώσεις μνήμης, όπως η σημερινή, σαν αντίδοτο στην πτωματοποίηση που μας απειλεί».
Το ελάχιστο τούτο «Εγκώμιον» προς τον τελευταίο μεγαλομάρτυρα «Ελέω Θεού» πιστό Βασιλέα και Σεβαστοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ’ τον Παλαιολόγο κλείνουμε με την ανεπανάληπτη ιστορική γραφή του αοιδίμου Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου, ο οποίος γράφει: «ούτω δια του μαρτυρικού αίματος επισφραγίζει ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Δραγάτσης την ιστορία του Βυζαντίου, της οποίας και η τελευταία αύτη σελίς θα παραμείνη δια την ελληνικήν φυλήν χρυσή και αθάνατος ιδία δια την ηρωϊκήν αντίστασιν χιλιάδων τινών γενναίων ανδρών, προπάντων και κατά το πλείστον Ελλήνων, οι οποίοι επί δύο μήνας και δια μόχθων ατελευτήτων επολέμουν εναντίον εχθρού εικοσάκις υπερτέρου κατά τον αριθμόν, εναντίον των πρώτων στρατευμάτων του κόσμου κατά την εποχήν εκείνην, και μέχρι τελευταίας πνοής υπερήσπισαν τα φρούρια της βασιλίδος των πόλεων, του θεοφρουρήτου Βυζαντίου, της ακροπόλεως ταύτης του χριστιανικού πολιτισμού εν τη Ανατολή.

Και την αθανασίαν της τελευταίας ταύτης χρυσής σελίδος της βυζαντινής ιστορίας επιστέφει ο ένδοξος θάνατος του ήρωος μάρτυρος αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, ηρωϊκώς υπέρ της πατρίδος πεσόντος παρά την Πύλην του Ρωμανού την πρωΐαν της 29ης Μαΐου 1453, εν ηλικία 49 ετών, τριών μηνών και είκοσιν ημερών.
Μια ιστορική επέτειος είναι αυτοδικαίως ημέρα νεκρών. Δεν είναι, όμως, ημέρα νεκρή. Η αυτοκρατορική Βοσπορίτισσα νύμφη ουδέποτε απέθανε αλλά είναι «επέκεινα της αλώσεως», «αεί ζώσα» και εν «αλώσει ανάλωτος» Βασιλεύουσα προκαθεζομένη Πόλη των πόλεων. Είναι η μητρική ιερά και υψίστη καθέδρα του Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Κάθε λόγος και γραφή αποτελεί το «εγκώμιον Κωνσταντινουπολίτιδος ανακάλημα», όπως και ο θεόπνευστος της Εκκλησίας υμνογράφος εφάπαξ συνέθεσε το των σεπτών εγκαινίων αυτής απολυτίκιο, αναβοώντας: 

«Της Θεοτόκου η Πόλις, τη Θεοτόκω προσφόρως, της εαυτής ανατίθεται σύστασιν, εν αυτή γαρ εστήρικται διαμένειν, και δι’ αυτής περισώζεται και κραταιούται βοώσα προς αυτήν, Χαίρε η ελπίς πάντων των περάτων γης».

πηγή:π.Δ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ  ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΝΕΜΕΝΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Ο Μωάμεθ ο Πορθητής, για να ευχαριστήσει τους στρατιώτες του για την κατάληψη της Πόλης , τους δίνει την άδεια για τρεις ολόκληρες μέρες να κάνουν ό,τι θέλουν! Φωτιές παντού! Οι χριστιανοί βασανίζονται και κατακρεουργούνται!  Τα καλντερίμια της Κωνσταντινούπολης βάφονται με χριστιανικό αίμα. Οι γυναίκες βιάζονται ομαδικά! Οι Αγαρηνοί δεν σεβάστηκαν ούτε τα ανήλικα κοριτσάκια! Γι’  αυτούς, οι βιασμοί των «απίστων» γυναικών δεν είναι αμαρτία· ούτε και η παιδεραστία!

Άλλωστε, και ο μεγάλος «προφήτης» τους, ο Μωάμεθ, μεταξύ των συζύγων του είχε και ένα κοριτσάκι εννέα   ετών, την Αΐσα!

Ο Πορθητής εορτάζει τη νίκη του με ένα πλούσιο γεύμα που παραθέτει στους αξιωματικούς του. Τη χαρά και τα πανηγύρια, όμως, των κατακτητών, θα τα επισκιάσει ένα αναπάντεχο γεγονός: Την ώρα του γεύματος μία τεράστια ανοιχτή παλάμη εμφανίζεται στον τοίχο και προκαλεί φόβο και αναστάτωσηστους συνδαιτυμόνες! Ειδικά τον Μωάμεθ τον λούζει κρύος ιδρώτας! «Τι ήταν αυτό; Μούντζα;» αναρωτιέται. Μία φοβερή σκέψη τριβελίζει το μυαλό του και του προκαλεί πανικό: «Μήπως ο Αλλάχ θέλει να μου δείξει ότι αποδοκιμάζει αυτό που έκανα, που κατέλαβα την πρωτεύουσα των βυζαντινών; Μήπως αυτό ήταν σημάδι της οργής Του απέναντί μου;» Ο νεαρός Σουλτάνος (21 ετών!) δεν ξεχνά ότι η βιολογική του μητέρα ―η οποία πέθανε όταν ήταν μικρός―ήταν χριστιανή· το ίδιο και η μητριά του, την οποία υπεραγαπούσε! Όλο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι από τη στενοχώρια του. Το πρωί, πριν ακόμα ξημερώσει, διατάζει να του φέρουν μπροστά του όλους τους ιμάμηδες και τους σοφούς του στρατού του. Αυτοί, όμως, ομολογούν ότι αδυνατούν να εξηγήσουν το όραμα. Τότε, κάποιοι τον πληροφορούν ότι στην Πόλη υπάρχει ένας άγιος μοναχός τον οποίο σέβονται και ευλαβούνται πολύ οι χριστιανοί. Λίγες ώρες αργότερα μπροστά στον φοβερό σουλτάνο στέκεται ένας ταπεινός και ρακένδυτος καλόγερος. Το όνομα του Γεννάδιος. «Δώσε μου καιρό μία εβδομάδα για να προσευχηθώ στο Θεό μου και να σου απαντήσω» αποκρίνεται στον Τούρκο. Έτσι, μία εβδομάδα αργότερα λέει στον Μωάμεθ τα εξής φοβερά λόγια: «Με το όραμα αυτό, βασιλιά μου, ο Θεός σού στέλνει ένα μήνυμα: Ότι Αυτός σου έδωσε την Πόλη. Δεν την πήρες εσύ! Αν υπήρχαν έστω και πέντε αληθινοί χριστιανοί στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα την κατακτούσες!»

( Αγιορείτη μοναχού Μαξίμου Ιβηρίτη, «Το όραμα του Μωάμεθ Β’ – Ο Γεννάδιος Σχολάριος στον Οικουμενικό Θρόνο» http://artion-news.gr)

Ο νεαρός Σουλτάνος εντυπωσιάστηκε από την απάντηση του μοναχού, αλλά και ανακουφίστηκε. Ηρέμησε ψυχολογικά.  «Ζήτησε μου ό,τι θες και θα σου το δώσω» τού υποσχέθηκε, ευχαριστημένος. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Γεννάδιος ζήτησε από τον σουλτάνο να φερθούν οι κατακτητές καλά στους χριστιανούς· να μην τους καταπιέζουν. Λίγο αργότερα, «ψήφῳ κλήρου και λαού» ο Γεννάδιος Σχολάριος. θα γίνει ο πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση.

ΠΗΓΗ.π.Δ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ.ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΝΕΜΕΝΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ

Τα θεϊκά σημάδια πριν την Άλωση της Πόλης 1453




Από τις αρχές της χρονιάς του 1453 περίεργα συμβάντα λάμβαναν χώρα στην Κωνσταντινούπολη, που προκάλεσαν την ανησυχία των κατοίκων. Αυτοί φοβόταν ότι ο Θεός τους είχε εγκαταλείψει και ότι το τέλος της Βασιλεύουσας, αλλά και το δικό τους, πλησίαζε.

Ο Μ. Κριτόβουλος γράφει: «…παράξενοι και ακατανόητοι σεισμοί, βρασμοί της γής, διάφορα ουράνια φαινόμενα όπως βροντές, αστραπές και τρομακτικοί κεραυνοί, εμφάνιση του σέλαος, ισχυροί άνεμοι, ακατάπαυστες βροχοπτώσεις και κατακλυσμοί, εμφανίσεις ασυνήθιστων  αστεριών και λανθασμένες πορείες άλλων και πάλι εξαφάνισή τους και νέα αστέρια στην θέση τους με εκπομπές καπνού για πολύ χρόνο….Στους ναούς πολλές εικόνες έβγαζαν ιδρώτα, όπως επίσης και οι αναθηματικές στήλες και οι ανδριάντες των μεγάλων ανδρών…..εντελώς παράδοξα, συνέβαιναν σε γυναίκες και άνδρες επιληψίες και εκστάσεις…παλαιές ιστορίες ξανακούγονταν και διάφοροι παλαιότεροι χρησμοί επανεξετάζονταν… Τρείς ή τέσσερες ημέρες πριν ξεκινήσει αυτός ο πόλεμος κι ενώ όλοι οι κάτοικοι της Πόλης έκαναν λιτανεία με την εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας  και παρακαλούσαν τον Θεό, η εικόνα  έπεσε ξαφνικά από τα χέρια αυτών που την κρατούσαν κάτω στην γή μπρούμυτα, χωρίς να προηγηθεί κάποια βίαιη κίνηση ή απροσεξία… έτρεξαν να την σηκώσουν, αλλά η εικόνα είχε κολλήσει στο έδαφος σαν να ήταν από μολύβι ασήκωτο και κανείς δεν μπορούσε να την αποκολλήσει. Σχεδόν ταυτόχρονα ακούστηκε ένα έντονο βογκητό και πολλοί απέδωσαν το πέσιμο της εικόνας σε υπερφυσικά αίτια. Στην μετατροπή του φόβου σε αληθινό εφιάλτη συντέλεσαν και τα ουράνια φαινόμενα που ακολούθησαν  σχεδόν αμέσως. Σεισμικές βροντές και αστροπελέκια παρατηρήθηκαν και στην συνέχεια άρχισε να βρέχει, για να ακολουθήσει μετά από λίγο σφοδρή χαλαζόπτωση, με χαλάζι σε μέγεθος φουντουκιού. Ταυτόχρονα άνδρες και γυναίκες γονάτισαν συντετριμμένοι μέσα στα λασπόνερα. Και αποδύθηκαν σε μια σπαρακτική δέηση προς την Παναγία, να ευδοκήσει και να γίνει για μια ακόμα φορά ο ουράνιος σωτήρας τους, όπως τόσες φορές στο παρελθόν.

Την ίδια νύκτα σημειώθηκε έκλειψη της σελήνης. Είναι πολύ πιθανό να θεωρήθηκε ολική έκλειψη η πολύωρη εξαφάνισή της πίσω από τα κατάμαυρα σύννεφα, επειδή σύμφωνα με διαπρεπείς αστρονόμους δεν σημειώθηκε έκλειψη της σελήνης τότε στην Κωνσταντινούπολη. Ανεξάρτητα όμως του τι πραγματικά συνέβη, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι   θεώρησαν το γεγονός «θεοσημία», δηλαδή κακό θεϊκό οιωνό και προμήνυμα ότι το οριστικό τέλος είναι πολύ κοντά. Τότε πολλοί θυμήθηκαν μια παλιά προφητεία που έλεγε ότι η Βασιλεύουσα δεν πρόκειται να περιέλθει σε χέρια βαρβάρων αν προηγουμένως «δεν εσκιάζετο το πρόσωπο της σελήνης»…

Την άλλη ημέρα ένα νέο σημάδι κατατρόμαξε τους κατοίκους: «ένα πυκνό νέφος σκέπασε όλη την πόλη από το πρωϊ ως το βράδυ. Αυτό ερμηνεύτηκε ως σημάδι αποδημίας του Θεού και ολοκληρωτικής εγκατάλειψης της Πόλης..». (Μιχαήλ Κριτόβουλου, Βυζαντίου Άλωσις, εκδόσεις Απ. Α. Χαρίση, Αθήνα 1999).

Την 24 του μηνός Μαϊου ένα επίσης τρομερό σημείο εμφανίστηκε. Την νύκτα πριν την Παρασκευή, έλαμψε ολόκληρη η Πόλη. Έτρεξαν οι φρουροί νομίζοντας ότι οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά να κάψουν την Πόλη και άρχισαν να φωνάζουν. Πολλοί είδαν  να βγαίνει ψηλά, από τα παράθυρα της Μεγάλης Εκκλησίας της Αγίας Σοφίας, μεγάλη πύρινη φλόγα που αγκάλιασε γύρω-γύρω όλο τον τρούλο της. Αυτό κράτησε πολλή ώρα. Έπειτα μαζεύτηκε η φλόγα και έγινε ένα φώς ανέκφραστο και αμέσως υψώθηκε στους ουρανούς. Το φώς άγγιξε τον ουρανό, άνοιξαν οι ουράνιες πύλες, έλαβαν το φως και πάλι έκλεισαν. (Νέστωρ-Ισκεντέρης-Γ. Φραντζής Χρονικό).

Το σημάδι αυτό ερμηνεύτηκε ως απόδειξη ότι ο Θεός τους εγκατέλειψε και ήταν θέλημά Του να πληρώσουν τις αμαρτίες τους με τον χαμό της Πόλης.

Κάποια από αυτά τα σημάδια γίνονταν ορατά και από το στρατόπεδο του Μωάμεθ και προκαλούσαν προβληματισμό, ιδιαίτερα ένα πριν την τελική επίθεση στην Πόλη:  

«Κάποιο φως λαμπερό κατέβαινε από τους ουρανούς και έμεινε όλη την νύκτα πάνω από την Πόλη, λές και ήθελε να την σκεπάσει. Όταν το πρωτοείδαν, έλεγαν ότι ο Θεός έχει οργιστεί με τους χριστιανούς και θέλει να τους κάψει…..Αργότερα όμως, όταν είδαν ότι ντροπιάζονταν συνέχεια και ότι τους γκρέμιζαν από τα τείχη και τις σκάλες, έλεγαν ότι ο Θεός πολεμάει μαζί με τους χριστιανούς, τους σκεπάζει και τους προστατεύει, γι΄αυτό και μείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς την θέλησή Του….Ο αμηράς (=σουλτάνος)  και οι στρατιώτες του ήταν πολύ σκυθρωποί και λυπημένοι και εκείνος είχε αποφασίσει την επόμενη μέρα να λύσει την πολιορκία. Εκείνο όμως το βράδυ βλέπουν πάλι το ουράνιο φώς να κατεβαίνει. Τώρα όμως δεν απλωνόταν σαν τις άλλες φορές πάνω από την Πόλη, για να μείνει εκεί όλη την νύκτα, αλλά φάνηκε μόνο από μακριά και αμέσως ύστερα διασκορπίστηκε και χάθηκε.Όταν το είδαν αυτό ο αμηράς και οι δικοί του, καταχάρηκαν και άρχισαν να λένε. «Τώρα ο Θεός  τους εγκατέλειψε». (Γ. Φραντζής, Χρονικό).

ΠΗΓΗ.ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ."ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΝΕΜΕΝΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ.ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΗ