Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ."ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ. ΑΚΡΙΒΕΙΑ!"


 

Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

 

Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].

«Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ν τ ληθεί και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος κα Πολιτεία το σίου πατρς μν κα μολογητο Θεοδώρου το τν Στουδίων γουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]

 

ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οκ στι κατ νθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.

Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «κα καυχώμεθα π’ λπίδι τς δόξης το Θεο»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι κα λόκληροι, ν μηδεν λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «κα ερήνη το Θεο περέχουσα πάντα νον φρουρήσει τς καρδίας μν κα τ νοήματα μν ν Χριστ ησο»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρ Κατήχησις 97, ργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].

«Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].

«Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, φες ατος· ο γρ οδασι τί ποιοσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 155 (Θεοφίλ τς φέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 155 (Θεοφίλ τς φέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολή 94 (Λέοντι ρωματοπράτ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, κδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].

«Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 197 (Δωροθέ τέκν), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολή 338 (Κωνσταντίν), στ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].

 

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

 

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

ΠΗΓΗ: Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.-ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου