Εισαγωγή
Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894-1979) υπήρξε μία
από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης Ορθόδοξης Θεολογίας. Η ζωή του
υπήρξε μια διαρκής μαρτυρία — όχι μόνο ενάντια στο αθεϊστικό κομμουνιστικό
καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και ενάντια στις συμβιβαστικές τάσεις που
εισέβαλαν στην ίδια τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το μαρτύριό του είχε διπλή
διάσταση: πολιτική και εκκλησιαστική. Και οι δύο όψεις του διωγμού συνδέονταν
άρρηκτα με την ασυμβίβαστη πίστη του στον Θεάνθρωπο Χριστό.
Ο Πολιτικός Διωγμός από το Κομμουνιστικό
Καθεστώς
Η Εκδίωξη από το Πανεπιστήμιο (1945)
Με την εγκαθίδρυση της κομμουνιστικής εξουσίας στη
Γιουγκοσλαβία του Τίτο το 1945, άρχισαν οι μαζικοί διωγμοί κατά της Εκκλησίας.
Ο Ιουστίνος Πόποβιτς, ως άνθρωπος της Εκκλησίας με εκφρασμένες
αντικομμουνιστικές θέσεις, εκδιώχθηκε από τη θέση του καθηγητή Δογματικής στη
Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, μαζί με 200 ακόμη καθηγητές.
Σύλληψη και Καταδίκη σε Θάνατο (1946)
Ο πατήρ Ιουστίνος κατέφυγε στην Ιερά Μονή Σούκοβο
του Πίροτ στη νότια Σερβία, όπου το 1946 συνελήφθη και φυλακίστηκε. Αργότερα
δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο ως «εχθρός του λαού». Σώθηκε την
τελευταία στιγμή χάρις στην παρέμβαση του Πατριάρχη Γαβριήλ, ο οποίος μόλις
είχε επιστρέψει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και απαίτησε την
αποφυλάκισή του.
Τριακονταετής Εγκλεισμός στη Μονή Τσέλιε
Από το 1946 μέχρι τον θάνατό του το 1979 — επί 33 ολόκληρα χρόνια — ο Ιουστίνος έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στη μικρή γυναικεία Μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο. Διωγμένος από παντού, χωρίς σύνταξη και στερημένος από τα ανθρώπινα, θρησκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, βρήκε εκεί καταφύγιο ως πνευματικός της μονής.
Η μονή Τσέλιε ως πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας
________________________________________
Η αναζήτηση καταφυγίου
Στην ιερά μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Τσέλιγιε, ο καταδιωγμένος π. Ιουστίνος στερήθηκε την ανθρώπινη βοήθεια και παρηγοριά, τόσο σε θρησκευτικό επίπεδο — με τη στέρηση των πιστών — όσο και σε πολιτικό, καθώς το κρατικό δίκαιο δεν του παρείχε πόρους διαβίωσης. Έτσι αναζητούσε τόπο διαμονής σε μοναστήρι. Στις μονές που απευθύνθηκε (Κάλενιτς, Όβτσαρ, Σούκοβο, Ραβάνιτσα) καμία αδελφότητα δεν τον δέχθηκε. Όμως η ελπίδα του ψαλμικού χωρίου τού έδινε δύναμη στην πορεία του: «Πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος».
Την εποχή εκείνη η Σερβική Εκκλησία διέθετε αρκετά αρχαία μοναστήρια, τα οποία ασκούσαν μεγάλη επιρροή στον τοπικό λαό. Αυτό οδήγησε τους κομμουνιστές να μετατρέψουν πολλά εξ αυτών σε μουσεία χωρίς μοναχούς, για να αποτρέψουν τη δράση τους. Υπήρχαν όμως μικρότερα μοναστήρια με περιορισμένη επιρροή μόνο στις γύρω επαρχίες, με αποτέλεσμα να θεωρούνται από τις εξουσιαστικές αρχές ακίνδυνα. Ένα τέτοιο κοινόβιο έμελλε να φιλοξενήσει τον π. Ιουστίνο.
Η άφιξη στο Τσέλιγιε
Μία μοναχή, η μητέρα Σάρα, βρισκόταν αρχικά στη μονή Λιουμπόστινια. Μαζί με μερικές αδελφές, το 1947 εγκαταστάθηκε στη μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, γνωστή ως Τσέλιγιε (Κελλιά — Ćelije), κοντά στο Βάλιεβο (δυτική Σερβία). Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1948, στον μικρό ναό του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, η μητέρα Σάρα συνάντησε τον π. Ιουστίνο. Γνωρίζοντας την ακεραιότητά του, του πρότεινε να έρθει στο μοναστήρι του Τσέλιγιε. Ο ίδιος δέχθηκε την πρόσκλησή της και έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του.
Με ομόφωνη απόφαση της γυναικείας αδελφότητας, έγινε ο πνευματικός πατέρας τους, καθώς και των πιστών προσκυνητών της μονής. Καθιερώθηκε η καθημερινή τέλεση των ακολουθιών του νυχθημέρου και της θείας Λειτουργίας, σύμφωνα με το μοναστηριακό τυπικό. Κατέστη ένας φωτεινός διδάσκαλος των απλών Σέρβων, μορφωμένων και μη, όπως και καθηγητών από τον χώρο της θεολογίας, της ιστορίας, της φιλοσοφίας και άλλων επιστημών. Με μία εύστοχη έκφραση αποτέλεσε «την κεκρυμμένην συνείδησιν της Εκκλησίας της Σερβίας, αλλά και της μαρτυρικής Ορθοδοξίας εν γένει»
Η ρήξη με τη μητέρα Σάρα
Αργότερα όμως η ενότητα της αδελφότητας κλονίστηκε. Οι διαφορετικές αντιλήψεις και οι συνεχείς διαφωνίες για ζητήματα περί μοναστικής υπακοής και εργασιών της μονής με τον π. Ιουστίνο οδήγησαν, το 1958, τη γερόντισσα Σάρα στο να εγκαταλείψει το Τσέλιγιε και, μαζί με τη μισή αδελφότητα, να κατευθυνθεί στο μοναστήρι Κόποριν.
Μετά από αυτό το τραγικό συμβάν, οι εναπομείνασες μοναχές έπρεπε να εκλέξουν νέα ηγουμένη. Αρχικά εξέλεξαν τη μοναχή Ιουστίνα, ενώ αργότερα, ύστερα από πρότασή της, εκλέχθηκε η μοναχή Γλυκερία. Νεαρή τότε η μητέρα Γλυκερία, με απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο και στην πνευματική πείρα του π. Ιουστίνου, αναδείχθηκε ικανή στη διοίκηση της μονής, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί πνευματικά και κτιριακά.
Ο Διωγμός από την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας
Η Απομόνωση κατά τις Συνοδικές Συνεδριάσεις
Ο πολιτικός διωγμός από το κομμουνιστικό καθεστώς είχε μια ιδιαίτερα σκληρή διάσταση που συνδεόταν άμεσα με την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας. Ιδιαίτερα όταν συνεδρίαζε η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από τη μονή επί μήνες, από τον φόβο των αρχών ότι θα ερχόταν σε επαφή με τους Επισκόπους και θα τους επηρέαζε.
Αυτή η απαγόρευση είχε διπλή σημασία: από τη μία, το κομμουνιστικό καθεστώς φοβόταν την πνευματική επιρροή του Ιουστίνου, ο οποίος ήταν ήδη αναγνωρισμένος ως «κεκρυμμένη συνείδησις της Σερβικής Εκκλησίας». Από την άλλη, η απομόνωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα ο Ιουστίνος να αποκλείεται από τις κρίσιμες αποφάσεις της Εκκλησίας, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούσαν τη στάση της απέναντι στον οικουμενισμό και τον Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.
Η Αντιπαράθεση για τον Οικουμενισμό
Ο Ιουστίνος Πόποβιτς υπήρξε σφοδρός επικριτής του οικουμενισμού, όταν αυτός έτεινε να σχετικοποιεί την Αλήθεια του Θεού. Θεωρούσε τον οικουμενισμό «κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης», και τον χαρακτήριζε «παναίρεσιν».
Αυτή η στάση του τον έφερε σε σύγκρουση με την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας, η οποία είχε αποφασίσει τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Ο Ιουστίνος έστειλε σειρά επιστολών προς τη Σύνοδο, στις οποίες εξέφραζε την έντονη διαφωνία του:
- Επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1971: Απάντηση σε ανώνυμη κάρτα, όπου κατηγορούσε τους Επισκόπους ότι κηρύσσουν «οικουμενισμόν του προτεσταντικού συγκρητισμού και εκλεκτικισμού βασισμένου επί ενός άκαρπου ευρωπαϊκού ουμανισμού και μανιώδους ευρωπαϊκού ανθρωποκεντρισμού».
- Επιστολή της 26ης Νοεμβρίου 1974 («Υπόμνημα»): Σε αυτό το ιστορικό κείμενο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Κοινωνία (1975), ο Ιουστίνος χαρακτήρισε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ως «αιρετική, ουμανιστική, ανθρωποποιημένη, ανθρωπολατρική ένωση», και τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε αυτό ως «αποκαλυπτικά φρικιαστική εν τη ανορθοδοξία και αντιορθοδοξία της» και «μονστρώδη ατιμία και πρωτοφανή προδοσία».
- Επιστολή της 7ης Μαΐου 1977: Αφορούσε τη σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην οποία ο Ιουστίνος εξέφρασε τις ενστάσεις του για τις «νεοπαπικές» τάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Μόσχας.
Η Στάση της Ιεράς Συνόδου απέναντι στον Ιουστίνο
Η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας δεν αποδέχτηκε τις επιστολές του Ιουστίνου. Αντιθέτως, η συμμετοχή της Εκκλησίας στον οικουμενικό διάλογο συνεχίστηκε. Ο Ιουστίνος, ως απλός αρχιμανδρίτης και όχι επίσκοπος, δεν είχε δικαίωμα ψήφου στις Συνοδικές αποφάσεις. Η απομόνωσή του από το καθεστώς, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους των Συνοδικών συνεδριάσεων, είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να παρέμβει αυτοπροσώπως και να υπερασπιστεί τις θέσεις του ενώπιον των Επισκόπων.
Παράλληλα, η Σύνοδος δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την άρση του πολιτικού διωγμού του Ιουστίνου. Αν και ο Πατριάρχης Γαβριήλ είχε παρέμβει το 1946 για να σώσει τη ζωή του, η Σερβική Εκκλησία δεν διεκδίκησε επίσημα την ελευθερία κινήσεων του Ιουστίνου ούτε την επαναφορά του στην ακαδημαϊκή και εκκλησιαστική ζωή. Ο Ιουστίνος παρέμεινε έγκλειστος στη Μονή Τσέλιε μέχρι τον θάνατό του, χωρίς ποτέ να αποκατασταθεί.
Η Σιωπηλή Αποδοχή του Διωγμού από την Εκκλησιαστική Ιεραρχία
Η στάση της Σερβικής Εκκλησίας απέναντι στον Ιουστίνο υπήρξε σιωπηλή και αμφίσημη. Από τη μία, οι Επίσκοποι αναγνώριζαν την αγιότητα του βίου και το θεολογικό βάθος του. Από την άλλη, η πολιτική τους γραμμή — που είχε ως στόχο την επιβίωση της Εκκλησίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς — οδήγησε σε μια de facto αποδοχή του περιορισμού του Ιουστίνου. Ο ίδιος ο Ιουστίνος, στην επιστολή του του 1974, κατηγόρησε τη Σύνοδο ότι η στάση της απέναντι στον οικουμενισμό ήταν «ολέθρια και αποτρόπαια εν σχέσει προς την Αγίαν Παράδοσιν, δουλοπρεπώς υποβιβάζουσα την Αγίαν Εκκλησίαν».
Η κομμουνιστική εξουσία δεν άφησε ήσυχο τον π. Ιουστίνο,
καθώς τον καλούσε συχνά για ανάκριση. Η κατάσταση οξύνθηκε όταν κυκλοφόρησαν
και έγιναν γνωστά στο εξωτερικό τα θεολογικού και φιλοσοφικού περιεχομένου
βιβλία του «Φιλοσοφικοί κρημνοί» και «Η τιμή στον άγιο Σάββα ως
φιλοσοφία ζωής». Για το πρώτο σύγγραμμα ήθελαν να ανακαλύψουν τον τρόπο της
«λαθραίας εξαγωγής» του, επειδή επέκρινε την πολιτική του κομμουνισμού.
Εκείνος, με έξυπνο τρόπο, απάντησε απλά: κάποιος φίλος του από τη Γερμανία τον
παρακάλεσε να διαβάσει το έργο του και ο π. Ιουστίνος του το έστελνε μέσω
γραμμάτων. Ο φίλος του, όταν το διάβασε, το εξέδωσε.
Συνέβαινε συχνά, μετά την ανάκριση, η κράτησή του από το
άθεο καθεστώς. Έτσι, οι μοναχές του Τσέλιγιε πήγαιναν έξω από τη φυλακή του
Βάλιεβο, εις ένδειξη διαμαρτυρίας, και σιωπηλές επί ώρες στέκονταν μπροστά στη
διεύθυνση του κράτους. Το γεγονός αυτό επέφερε την απελευθέρωση του πνευματικού
τους, επειδή εφοβούντο την εξέγερση των Σέρβων του Βάλιεβο, οι οποίοι ήταν
κυρίως αντικομμουνιστές, όπως και μεγάλος αριθμός Σέρβων απ’ όλα τ’ άλλα
μέρη[76].
Τον π. Ιουστίνο τον φοβούνταν επίσης για την επιρροή του
στον σερβικό λαό. Το 1950 εκδήμησε ο πατριάρχης Γαβριήλ και, όπως ορίζουν οι
κανόνες της Εκκλησίας, έχρηζε σύγκλησης η Σερβική Ιεραρχία, προκειμένου να
προβεί στη διαδικασία εκλογής του νέου πατριάρχη. Βέβαιο ήταν ότι η
κομμουνιστική εξουσία «συμμετείχε» στη συνεδρία της εκλογής του νέου
εκκλησιαστικού ηγέτη. Ο π. Ιουστίνος ενημερώθηκε σχετικά και πήγε στη Σύνοδο.
Αμέσως όμως τον πλησίασαν και του είπαν: «Ελάτε, παρακαλώ, στο αυτοκίνητο.
Πηγαίνετε πίσω στο Τσέλιγιε»[77]. Η ενέργεια αυτή πιστοποιεί τη βαθιά επιρροή
του στους επισκόπους της Σερβικής Εκκλησίας, κάτι που το άθεο καθεστώς δεν
επιθυμούσε.
Σε ανάλογα σημαντικά, δυσχερή γεγονότα που προέκυπταν στο
Βελιγράδι, απαγόρευαν την έξοδο του π. Ιουστίνου από τη μονή Τσέλιγιε για
αρκετούς μήνες. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τις συναναστροφές του με τους
προσκυνητές της μονής του, που προσέτρεχαν σε εκείνον, κυρίως τις Κυριακές.
Το
Πνευματικό Μαρτύριο
Ασκητική Ζωή υπό Διωγμό
Παρά τις απαγορεύσεις, τις εξουθενώσεις, τις φοβέρες
και απειλές, ο Ιουστίνος προσευχόταν αδιάκοπα και ζούσε αυστηρή ασκητική ζωή.
Τελούσε όλες τις ακολουθίες του ημερονυκτίου ανελλιπώς. Τελούσε καθημερινά τη
Θεία Λειτουργία και νήστευε (δεν έτρωγε καθόλου) κάθε Παρασκευή, την πρώτη
εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μνημόνευε καθημερινά
εκατοντάδες ονόματα στη Θεία Λειτουργία.
Συγγραφικό Έργο ως Μαρτυρία
Ο αυστηρός εγκλεισμός δεν στάθηκε εμπόδιο να γίνει
γνωστός σε όλο τον κόσμο. Επί 28 χρόνια έγραφε αδιάκοπα τα περισπούδαστα
συγγράμματά του. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει τη Δογματική του σε τρεις
τόμους, τους Βίους των Αγίων σε 12 τόμους, την Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης σε
7 τόμους, και πλήθος άλλων κειμένων. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές
γλώσσες και τον κατέστησαν έναν από τους τρεις σημαντικότερους Σέρβους
θεολόγους που αναγνωρίζονται διεθνώς.
Η Πνευματική Επιρροή πέρα από τα Σύνορα
Χιλιάδες ήταν οι επιστολές που έπαιρνε και επίσης
χιλιάδες οι επισκέπτες του, από τη Σερβία και όλο τον κόσμο. Η φήμη του
εξαπλώθηκε γρήγορα και πέρασε τα σύνορα της Σερβίας. Τον επισκέπτονταν όχι
μονάχα Σέρβοι αλλά και πολλοί Έλληνες, Ρώσοι και άλλοι Ορθόδοξοι. Ακόμη και οι
περιορισμοί του καθεστώτος δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την πνευματική του
επιρροή.
Η Αγιοκατάταξη και η Αποκατάσταση
Ο Ιουστίνος απεβίωσε στις 7 Απριλίου 1979 (25
Μαρτίου με το παλαιό ημερολόγιο), ανήμερα της Εορτής του Ευαγγελισμού της
Θεοτόκου — την ίδια ημέρα που είχε γεννηθεί. Στις 29 Απριλίου 2010, η Ιερά
Σύνοδος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τον αγιοκατέταξε, αναγνωρίζοντας έτσι
με καθυστέρηση 31 ετών την αγιότητά του. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του
έγινε το 2015.
Η αγιοκατάταξή του από την ίδια τη Σύνοδο που κατά
τη διάρκεια της ζωής του δεν είχε αποδεχτεί τις προειδοποιήσεις του για τον
οικουμενισμό, αποτελεί μια ιστορική ειρωνεία. Ο Ιουστίνος, που είχε
χαρακτηριστεί «κεκρυμμένη συνείδησις της Σερβικής Εκκλησίας», έγινε τελικά
επίσημα αναγνωρισμένος Άγιος της Εκκλησίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Ο
Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς — Χαράλαμπος
Άνδραλης
Έκδοση: Πολιτεία (βιβλιοπωλείο)
- Άγιος
Ιουστίνος Πόποβιτς: Βίος — Έργα — Αγιότητα.ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ) ΑΛΕΞΙΟΥ
Έκδοση: ΑΠΘ (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Διδακτορική Διατριβή
Περιοδικά και Άρθρα στα Ελληνικά
- Περιοδικό
«Κοινωνία» (1975): Δημοσίευση του Υπομνήματος του 1974.
- Περιοδικό
«Παρουσία»: Ηλεκτρονική έκδοση της Δογματικής.
- Περιοδικό
«Αλωσις»: Άρθρα για την αγιοκατάταξη και τη θεολογία του.
- Περιοδικό
«Ακτίνες»: Αναφορές στη θεολογία του Βαπτίσματος και τον
οικουμενισμό
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου