Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Χρονικό της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (φωτο)(12-16.6.2014)



 του Μοναχού Παΐσιου Καρεώτη

Φίλος αγαπητός εκ Σερβίας με προέτρεψε να παρευρεθούμε στην ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς και στην Θεία Λειτουργία της μνήμης του. Μέσα μου υπήρχε υλικό, και έτσι η φωτιά άναψε. Θυμήθηκα τη ζωή και τα του Αγίου, την υπομονή και την σταθερότητά του στην ομολογία του Χριστού, την μαρτυρία του μέσα σε μία γενέα άπιστη και διεστραμμένη.

Με την φωτιά αυτή μέσα μου, παρακίνησα και δύο αδερφούς Αγιορείτας Ιερομονάχους, οι οποίοι και αυτοί άναψαν, ως φιλάγιοι και ευλαβώς έχοντες προς τον Άγιον. Έτσι ξεκινήσαμε, και Τετάρτη πετάξαμε για Βελιγράδι, όπου μας περίμενε ο φίλος εκ Σερβίας για να μας μεταφέρει στο Βάλιεβο. Εκεί μας περίμενε ευγενικώς και ο επίσκοπος Α…, ο νεοεκλεγείς ως Α…, αλλά λόγω μεγάλης καθυστερήσεως του αεροπλάνου, έφυγε, αλλά μας μήνυσε ότι είμαστε φιλοξενούμενοι του Πατριαρχείου, και ότι έδωσε εντολή στην αυριανή Θεία Λειτουργία να λειτουργήσει και ο π. Α… στη Ιερά Μονή Τσέλιε. Θαύμασα, άνωθεν, την φυσική ωραιότητα του Βελιγραδίου, η οποία παραμένει μία βιώσιμη πόλις, πνιγμένη στο πράσινο, και ελπίζω οι ρυθμοί αναπτύξεως να μην την φέρουν προς την ασφυξία του τσιμέντου.

Φθάσαμε στο Βάλιεβο για διανυκτέρευση, και μαζί με μας έφθασαν και περί τις 10 ευλαβέστατες μοναχές από το Μαυροβούνι, με την ηγουμένη Αγγελίνα. Όλοι, φιλοξενούμενοι του αγαπητού φίλου. Μας συγκίνησε η φιλοξενία και η ευλάβεια όλων των μελών της οικογένειας. Εδώ ακούσαμε τα πρώτα απαγορευτικά, ότι ο επίσκοπος Γιέφτιτς ήθελε να είναι παρόντες μόνο οι δικοί του. Εμείς σχολιάσαμε, ότι από την ώρα που είναι Άγιος ο π. Ιουστίνος, ανήκει στην εκκλησία, και δεν είναι ιδιωτική υπόθεση κανενός. Ο τοπικός επίσκοπος έχει τον πρώτο λόγο και όλοι ακολουθούμε. Έτσι δεν δώσαμε σημασία στις αιθέριες απαγορεύσεις.

 

Το πρωί ξεκινήσαμε πολύ νωρίς για το μοναστήρι, το Τσέλιε, που τιμάται στους Αγίους Αρχαγγέλους, το οποίο από άσημο έγινε διάσημο χάρη στον Αγ. Ιουστίνο. Φθάσαμε, και μαζί μας έφθασαν και άλλοι ευλαβείς ρασοφόροι. Πηγαίναμε προς τον τάφο του Αγίου και εκεί ακούσαμε τις πρώτες φωνές διαμαρτυρίας, υπό του επιθυμούντος να έχει ως ιδιοκτησία τον Άγιο, και μακάρι να του έμοιαζε στο ελάχιστο ως “γνήσιος” αυτοτιτλοφορούμενος υιός και διάδοχος. Δεν δώσαμε σημασία και περάσαμε στο ναό για την Θ. Λειτουργία. Εκεί ο επίσκοπος Α… γνώρισε τον π. Α… και περιχαρής του πρότεινε, να λειτουργήσει. Μία πρόσκληση εις διπλούν. Μαινόμενος εισήλθε στο Ιερό ο επίσκοπος Γιέφτιτς, για να εμποδίσει να λειτουργήσει ο π. Α… διότι αυτός δεν τον είχε στο πρόγραμμά του, και δεν τον ενδιέφεραν οι εντολές εκ του Πατριαρχείου.

Τότε με πολλή ευγένεια του λέει ο επίσκοπος Α…, “θέλεις να ξεφορέσω και εγώ, και να φύγω;”. Έκανε πίσω ο ταραχοποιός, και λέει “καλά! να λειτουργήσει και μετά να φύγει”. Παρών ήταν και ο επιτόπιος επίσκοπος Μ…, μία φυσιογνωμία απλή και ειρηνική. Ο επίσκοπος Γιέφτιτς, παραβλέποντας την Ηγουμένη της Μονής και τον επιτόπιο επίσκοπο είχε καλέσει τους δικούς του, ως ειδικούς στις εκταφές και στο τυπικό των ανακομιδών. Η απορία μου όμως είναι, αφού ήταν τόσο έμπειρος ο ειδικός, γιατί μέτεπειτα μόλις άνοιξε το φέρετρο του Αγίου και φάνηκαν τα Άγια οστά, τον έπιασε ένα τρέμουλο στο χέρι, και αμέσως βγήκε από τον λάκκο. Απορίες δυσεπίλυτες. Η Θ. Λειτουργία, μέσα σε ένα αργοσύντομο ρυθμό προχώρησε μεγαλοπρεπώς, και έφθασε στο τέλος. Εν τω μεταξύ έφθασε και άλλος λαός και ρασοφόροι. Με το μάτι, τους αρίθμησα γύρω στους 60 – 70 ανθρώπους. Λίγο πριν την απόλυση, βγήκαν οι λειτουργούντες προς τον τάφο του Αγίου, έκαναν δέηση, και εισήλθαν στον ναό. Στη συνέχεια θα άρχιζαν την εκταφή.Με συγκίνησαν τα δάκρυα μερικών Σέρβων ρασοφόρων πάνω στον τάφο του Αγίου, και πολλών λαικών, οι οποίοι βουρκωμένοι, σιγόψαλλαν το απολυτίκιο του Αγίου.

 


Μαζεύτηκαν γύρω από τον τάφο του Αγίου, και ο εφησυχάζων επίσκοπος Γιέφτιτς, άρχισε να ταράζει την κατανυκτική ατμόσφαιρα, που είχε δημιουργηθεί. Φώναζε και έδιωχνε ρασοφόρους, μοναχούς και μοναχές, μιλώντας στην γλώσσα τους, και δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Ρώτησα και μου είπαν ότι έλεγε: “ Όλοι να πάτε στην εκκλησία μέσα, φύγετε από εδώ”. Ήθελε να μείνει με τους δικούς του. Άσχημη συμπεριφορά έδειξε σε έναν Ηγούμενο Σέρβο, από διπλανό Μοναστήρι, που ήξερε τον Άγιο. Με αγριότητα αποπήρε τον π. Βασίλειο Κρόουλινγκ, παλαιό Αγιορειτη, συγκύπτον γεροντάκι, που με τους δύο υποτακτικούς του είχε έρθει με ευλάβεια στον Άγιο, γι’ αυτή την σημαντική στιγμή.

 Δίπλα μου, ο π. Μ… μου λέει, πάμε λίγο πέρα, και ξαναρχόμαστε, να βλέπουμε εκ του μακρόθεν. Πράγματι καθίσαμε από την άλλη μεριά του ναού. Καθυστέρησαν στην εκταφή, διότι είχε ένα πλαινό τσιμέντο, είχε αρκετές ρίζες δένδρων, που εμπόδιζαν το σκάψιμο. Φάνηκε πόλυ αργότερα μία λαμαρίνα στο σχήμα του φέρετρου, που την είχαν βάλει πολύ μετά και έτσι προστατεύτηκε το φέρετρο να μην διαλυθεί. Έσκαψαν γύρω – γύρω να ξεκαθαρίσει ο όγκος του φέρετρου.

Εμφανίσθηκαν διάφορα οστά πατέρων εκτός του φέρετρου. Φαίνεται ότι ήταν κοινό κοιμητήριο, και στην ταφή του Αγίου ῍εσκαψαν λίγο, και πάνω σε άλλα λείψανα παλαιών μοναχών έβαλαν το φέρετρο του Αγίου.

 

 


Καθώς ο προσκεκλημένος ειδικός, ο π. Σ…, ήταν μέσα στο λάκκο του τάφου, και έβλεπε με την ιατρό τα υπόλοιπα λείψανα, όλοι – οι εγγύς και οι μακράν – είμασταν αφοσιωμένοι και με αγωνία να δούμε το άνοιγμα του φέρετρου και την εμφάνιση του Αγίου λειψάνου. Λόγο χαλαρότητος των μέτρων είχα πλησιάσει λίγο κοντά, και άκουσα τον “ειδικό”, να σιγοψυθιρίζει στον επίσκοπο Γιέφτιτς, “διώξτους – διώξτους”. Τότε άρχισαν ξανά οι φωνές, προς όλους ακόμα και στις μοναχές της Μονής. Τραβήχτηκα στην άκρη, και πήγα λίγο πίσω προς τον μαντρότοιχο, και έκανα κομποσχοίνι στον Άγιο. Αφού έδιωξε αρκετούς, με πήρε το μάτι του, και φώναξε δυνατά: “Γέροντα, Γέροντα φύγε, φύγε από εδώ”. Σηκώνω το χέρι μου και του δείχνω το κομποσχοίνι, μπας και καταλάβει ότι είναι ώρα προσευχής. Αυτός όμως δεν κατάλαβε τίποτα, και όταν ήρθε προς το μέρος μου αγριεμένος, του λέω: “ Αυτό που κάνεις είναι θέλημα Θεού;”, και δίνοντάς μου μία δυνατή σπρωξιά με το χέρι του, μου λέει: “ άιντε και εσύ, και το θέλημα του Θεού”. Βέβαια, σε ανθρώπινο επίπεδο, με πολλή άνεση, ενθυμούμενος τον παλαιό άνθρωπο, θα μπορούσα να απαντήσω, αλλά με κυρίευσε μία λύπη. Μία λύπη γία την κατάντια του επισκοπικού αξιώματος. Γεύθηκα έναν από τους πολλούς καρπούς της “Ζηζιουλικής θεωρίας” περί επισκόπου.

 

Ενώ ο Αγ. Ιγνάτιος παρουσιάζει ως κέντρο της τοπικής εκκλησίας, έναν χριστοφόρο επίσκοπο, αγωνιζόμενο στις αρετές του Χριστού, με νηστεία και προσευχή, φωτίζοντας το ποίμνιό του, ο επίσκοπος Ζηζιούλας παρουσιάζει ως κέντρο της εκκλησίας, έναν ρασοφόρο “καριερίστα”, που αγωνίζεται με τις γνωριμίες του να γίνει δεσπότης, να έχει τους αυλικούς του, ξένος με το κατ’ ευδοκία θέλημα του Θεού, και όλοι να σκύβουν μπροστά του, για κάτι που έχει, χωρίς αυτός να το έχει γευθεί ποτέ του, κάνοντας μόνον τα λειτουργικά καθήκοντά του. Ένας δηλαδή πραγματικά “δεσπότης”. Αλλ’ αυτός όμως δεν φωτίζει την εκκλησία, την ταράζει. Κάνω αυτό το σχόλιο, γιατί άκουσα εγκωμιαστικά λόγια για την θεωρία του επισκόπου Ζηζιούλα, από χείλη ρασοφόρων στη Σερβία, σε όλες τις διαβαθμίσείς του κλήρου.

 

Πήγα πιο πέρα κοντά στον π. Μ…, σκεπτόμενος, λυπούμενος και συγκρίνοντας τον Άγιο Ιουστίνο με τον αυτοτιτλοφορούμενο διάδοχό του. Μέτα από αρκετή ώρα, αντιληφθήκαμε ότι έφθασε η ώρα να αποκαλυφθεί το φέρετρο, και δειλά – δειλά πλησιάσαμε. Όλοι ήταν αφοσιωμένοι, και ο καθένας έλεγε την δική του σκέψη για το τι πρέπει να γίνει. Έβγαλαν το καπάκι και φάνηκε όλος ο σκελετός του Αγίου. Κάναμε τον σταυρό μας, και επικαλεσθήκαμε την χάρη του. Πολλοί σιγόψελναν το απολυτίκιό του, και ο π. Α… έψαλε το Χριστός Ανέστη. Μού έκανε εντύπωση όταν αποκαλύφθηκαν τα ευλογημένα λείψανα, ο επίσκοπος Γιέφτιτς έφυγε και πήγε πιο μακρυά. Επικρατούσε μία ελπίδα ότι ο Άγιος θα ήταν αδιάφθορος. Ο Άγιος Θεός δεν το ευλόγησε αυτό, και καλύτερα, διότι άλλο να αυτοπαρουσιάζεσαι “διάδοχος” ενός αδιαφθόρου λειψάνου, και άλλο, απλώς Αγίων λειψάνων. Ο καλός Θεός, οικονομεί τα πάντα προς το συμφέρον διά όσους έχουν νούν Χριστού και όχι νούν θορυβούμενον. Ο ειδικός, παραλίγο με μία κίνησή του να διασκόρπιζε τα οστά του Αγίου. Φώναξε τότε ο π. Μ… και τους πρότεινε να ανασηκώσουν ελαφρά το ράσο, περνώντας ένα άσπρο σεντόνι από κάτω, και έτσι όλος ο σκελετός να μεταφερθεί άφοβα. Μετά πολλά, έβγαλαν από το φέρετρο τα οστά, και άρχισαν πιο πέρα να τα πλένουν, και μετά να τα συναρμολογούν με την σειρά, στην καινούργια λάρνακα, σκαλιστή και ζωγραφισμένη, όπου θα έμενε ο Άγιος.

 

Άρχισε πάλι τις φωνές ο επίσκοπος Γιέφτιτς, αλλά πλέον απομακρυνθήκαμε μόνοι μας, γιατί είδαμε αυτό που επιθυμούσαμε. Πολλοί μπήκαν στην εκκλησία, και κάνανε παράκληση. Άλλοι δειλά – δειλά, κοίταζαν από μακρυά. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ένα παλικάρι, που δεν μπορούσε να μπεί στο Μοναστήρι, γιατί ο επίσκοπος Γιέφτιτς, είχε φρουρά να μην εισέλθει άλλος κανείς στην Μονή. Αυτός ο νέος καθόταν κάτω από ένα δένδρο, προσευχόμενος, και έβλεπε από μακρυά, έξω από τα τείχη. Επί ώρες τον παρακολουθούσα, και θαύμασα την καρτερία και την πίστη του στον Άγιο.

 


 

Όταν πλέον είχε τελειώσει ο καθαρισμός των Ιερών λειψάνων, παρακαλέσαμε έστω να προσκυνήσουμε την κάρα του Αγίου, αλλά όλοι φοβόντουσαν τον ταραχοποιό και μας είπαν: “κάντε υπομονή, το Σάββατο στη συνοδική Θ. Λειτουργία, στη μνήμη του Αγίου, θα μπορέσετε να προσκυνήσετε”. Μετά από κάποια ώρα, φύγαμε και επιστρέψαμε στο Βελιγράδι, όπου μας περίμενε στο Πατριαρχείο, ο επίσκοπος Α… . Η αβραμιαία φιλοξενία του και η ευγένεια της καρδιάς του, απάλυνε την πικρή γεύση του επισκόπου Γιέφτιτς, που είχαμε. Αυτός, όμως, που μας συγκίνησε με την ευγένειά του, ήταν ο επιχώριος επίσκοπος Μ…, ο οποίος την άλλη μέρα όταν μας είδε στο Πατριαρχείο, αμέσως μετά λύπης, μας ζήτησε συγγνώμη, για την συμπεριφορά και την αγένεια, του εφησυχάζοντος ταραχοποιού.

Η Παρασκευή πέρασε, με επισκέψεις μέσα στο Βελιγράδι. Το Σάββατο πρωί – πρωί ξεκινήσαμε για τη Μονή του Τσέλιε, με ισχυρή νεροποντή. Ο καιρός ήταν βαρύς και περιμέναμε ο κόσμος να είναι λιγοστός. Μόλις όμως προσπεράσαμε το Βάλιεβο, η ουρά των αυτοκινήτων πύκνωσε. Λεωφορεία μεγάλα και πλήθος ιδιωτικών αυτοκινήτων κατευθυνόντουσαν προς τη Μονή. Πολλά είχαν έλθει από την Ελλάδα. Κοντά στη Μονή είδαμε και πολλούς οδοιπόρους. Μερικοί κουβαλούσαν σταυρούς και εικόνες του Αγίου. Φθάσαμε στη Μονή, η οποία ήταν μισογεμάτη από κόσμο. Όλοι με ομπρέλλες, κάτω από την βροχή. Σε λίγο έφθασαν οι ιεράρχες, και στη συνέχεια ο Πατριάρχης. Η εξέδρα που θα γινόταν η Θ. Λειτουργία ήταν ήδη έτοιμη. Ο λαός σε μεγάλη ουρά, είχε αρχίσει να προσκυνάει τον Άγιο.

Ετοιμάσθηκαν και άρχισε η Θ. Λειτουργία. Ήσαν ιεράρχες και ιερείς από όλες τις ορθόδοξες χώρες, συναγμένοι από την μνήμη του Αγ. Ιουστίνου, και επιζητούντες την χάρη του. Ο λαός, είχε γεμίσει ασφυκτικά τον περίβολο της Μονής σχηματίζοντας μία θάλασσα από ομπρέλλες. Ήταν μία πολυχρωμία, μέσα σε πράσινο πλαίσιο και πλούσια βροχή.

Η έκφραση αυτή της αγάπης του λαού προς τον Άγιο με συγκίνησε πολύ και με δίδαξε πολλά.

Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας λιτάνεψαν την λάρνακα του Αγίου προς τον νέο ναό, ο οποίος όταν τελειώσει θα αφιερωθεί στη μνήμη του. Τότε μπορούσαμε και εμείς μετά από μία τριήμερη καθυστέρηση, να εισέλθουμε στο ναό των Αγίων Αρχαγγέλων και να προσκυνήσουμε επιτέλους τα χαριτόβρυτα λείψανα του ομολογητού Αγίου Ιουστίνου


Πηγή:agioritikovima.gr


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η Σημασία της Υπεράσπισης της Ορθόδοξης Πίστης


Η υπεράσπιση και διατήρηση της ορθόδοξης πίστης ήταν πάντα το πιο ουσιώδες και πιο υψηλό, ταυτόχρονα και το πιο δύσκολο επίτευγμα στην Εκκλησία. Σε αυτό το επίτευγμα, πριν από όλους και πάνω από όλους, καλούνται οι επίσκοποι και οι ιερείς, αλλά και κάθε ορθόδοξος χριστιανός. Χωρίς την αληθινή πίστη δεν υπάρχει ούτε δυνατότητα κοινωνίας με τον Θεό, και αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε σωτηρία. Χωρίς την ορθόδοξη πίστη δεν υπάρχει ούτε Ορθόδοξη Εκκλησία. Όλα στην Εκκλησία πηγάζουν από την ορθή και ορθόδοξη ομολογία της πίστης. Όλη η ορθοδοξία της Ορθόδοξης Εκκλησίας πηγάζει από την ορθοδοξία της πίστης που ομολογεί η Εκκλησία.

Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, η ορθόδοξη πίστη είναι η ψυχή της, είναι η θεο-αποκαλυμμένη Αλήθεια, και η πληρότητα αυτής της αποκάλυψης, η ίδια η ενσάρκωση αυτής της αλήθειας είναι ο ίδιος ο Χριστός, η κεφαλή της Εκκλησίας. Άρα, το νόημα, ο νους, ο λόγος, η λογική, ο νους της Εκκλησίας του Χριστού είναι η ορθόδοξη πίστη, της οποίας η ουσία και ο οντολογικός συμπύκνωμα είναι ο ίδιος ο Χριστός. Η Αλήθεια ταυτίζεται με τον Χριστό, ιδιαίτερα η αλήθεια της ορθόδοξης ομολογίας της πίστης. Γι' αυτό ο πατήρ Ιουστίνος κηρύσσει ότι ο Χριστός είναι η ενσαρκωμένη Αλήθεια. Γι' αυτό να υπερασπίζεις την Αλήθεια σημαίνει να υπερασπίζεις τον Χριστό.

 

Η Διδασκαλία του Αγίου Φωτίου

Ότι η άμυνα και διατήρηση της ορθόδοξης πίστης δεν είναι μόνο το πιο ουσιώδες έργο κάθε ορθόδοξου ποιμένα και κάθε ορθόδοξου χριστιανού, αλλά και το πιο άγιο και σωτήριο έργο, μας το δείχνει η αρχή του βίου του αγίου και θεοφόρου πατέρα της Εκκλησίας, Φωτίου του Κωνσταντινουπόλεως, του βροντερού ελεγκτή της ρωμαιοκαθολικής αίρεσης, ακόμα και στα σπάργανά της.

Αυτή η αρχή έχει ως εξής: Οι θεοφόροι Πατέρες μας, αφού ρύθμισαν στην Εκκλησία του Θεού όλα τα θεοπρεπή και θεάρεστα, όπως και οι ίδιοι παρέλαβαν από τους αγίους Αποστόλους, μας άφησαν ως ιερή παράδοση και αυτή τη θεόδοτη διδασκαλία: να ομολογούμε και να υπερασπιζόμαστε την αληθινή πίστη — την  Ορθόδοξη — είναι μεγαλύτερο από όλες τις άλλες αρετές. Καμία άλλη αρετή, λένε, δεν είναι τόσο μεγάλη ενώπιον του Θεού και τόσο χρήσιμη για την Εκκλησία, όσο η ομολογία και η υπεράσπιση της αληθινής και αληθινής πίστης. Διότι η Αλήθεια είναι ο Θεός (Ιωάν. 14, 6), και η αγάπη προς την Αλήθεια του Θεού και η ομολογία της θεόδοτης Αλήθειας στην Εκκλησία, δηλαδή της αληθινής εκκλησιαστικής πίστης, ελευθερώνει και αγιάζει και σώζει εμάς τους ανθρώπους (Ιωάν. 8, 32· 17, 19· 2 Θεσσ. 2, 10).

Αυτή την ιερή διδασκαλία ειδικά τόνιζαν και υπογράμμιζαν εκείνοι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας που πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους σε αγώνα για τη διατήρηση της αληθινής και σωτήριας πίστης του Χριστού, με την οποία μόνο εμείς οι άνθρωποι σωζόμαστε και αποκτούμε την αιώνια ζωή. Αυτή η ιερή διδασκαλία και παράδοση των Πατέρων, επιβεβαιωμένη και μαρτυρημένη από ολόκληρη τη ζωή τους, είναι το καλύτερο μάθημα και παράδειγμα και για τις σημερινές μας γενιές, που έχουν κρυώσει και σκληρυνθεί στην αδιαφορία τους για την αληθινή πίστη εξαιτίας της έλλειψης ζήλου «για την αγάπη της αλήθειας», όπως λέει ο άγιος Απόστολος (2 Θεσσ. 2, 10).

 Η  διατήρηση και η ομολογία της ορθόδοξης πίστης είναι το πιο άγιο και σωτήριο έργο; Διότι με τη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης δεν σώζεται μόνο ο φύλακάς της, αλλά και αναρίθμητες γενιές εκείνων που έρχονται μετά από εμάς σε αυτόν τον κόσμο και βαπτίζονται και σώζονται στην ίδια αυτή ορθόδοξη πίστη, την οποία εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να φυλάξουμε και να παραδώσουμε στους απογόνους μας ακέραιη και ολοκληρωμένη, διότι μόνο τέτοια πίστη είναι σωτήρια.

...., ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής στη Μυσταγωγία του, στην οποία ερμηνεύει την ιερή λειτουργία, λέει ότι η Εκκλησία είναι εικόνα του Θεού. Με ποιον τρόπο εξηγεί αυτή την άποψη; Λέει, ότι η Εκκλησία, όπως και ο Θεός, ενώνει στον εαυτό της όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως τάξης, φυλής, ηλικίας. Και με τι ενώνει η Εκκλησία τους ανθρώπους στον εαυτό της με αυτόν τον τρόπο; Με την πίστη, την ορθόδοξη θεανθρώπινη πίστη, διότι όλοι οι άνθρωποι στην Εκκλησία ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη, ζώντας σύμφωνα με αυτήν, ενώνονται σε αυτήν, και με αυτόν τον τρόπο ενώνονται και με τον ίδιο τον Θεό.

Σε αυτή τη θέση του αγίου Μαξίμου βλέπουμε την ουσιαστική και βαθιά σύνδεση δύο πραγμάτων: την ενότητα της πίστης και την ενότητα εντός της Εκκλησίας....Ο μόνος αληθινός εχθρός της ενότητας στην Εκκλησίας και της ίδιας της Εκκλησίας είναι η αίρεση και εκείνοι που κηρύσσουν, υποστηρίζουν και διαδίδουν την αίρεση.

ΠΗΓΗ.Πηγή: ΑΓΙΟΣ ΑΡΧΙΠΟΝΤΑΣ ΛΑΖΑΡΟΣ, ΕΤΟΣ 2014, ΤΕΥΧΟΣ 13 (79), ΣΕΛΙΔΕΣ 111-119
ΧΩΡΟΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ . Η ΖΩΗ ΤΟΥ.



Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

7. 6. 2026. Δέκατη τρίτη Εκκλησιαστική-Λαϊκή Συνέλευση Προσευχής (Επισκοπή Ράσκας Πριζρένης στην εξορία)

Η Θεολογική σκέψη του Οσίου Ιουστίνου (Πόποβιτς) του Νέου



υπό του Jean- Louis Palierne

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η Θεολογική Σκέψη του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς: Ο Θεάνθρωπος ως Απάντηση στη Σύγχρονη Κρίση

Η θεολογική σκέψη του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς περιστρέφεται γύρω από έναν θεμελιώδη άξονα: τον Θεάνθρωπο Χριστό ως το απόλυτο κριτήριο, την υπέρτατη αξία και τον μοναδικό οδοδείκτη για τη σωτηρία του ανθρώπου. Για τον Άγιο, ο Χριστός δεν αποτελεί απλώς μια διδασκαλία ή ένα φιλοσοφικό ιδεώδες, αλλά το ίδιο το Πρόσωπο της Αλήθειας, εντός του οποίου ο άνθρωπος καλείται να ενσωματωθεί οργανικά μέσω της Εκκλησίας, που αποτελεί το Σώμα Του.

Ο Άγιος Ιουστίνος αναπτύσσει μια δριμεία κριτική απέναντι στον σύγχρονο Ουμανισμό (Ανθρωποκεντρισμό), τον οποίο θεωρεί τον «αντίποδα» του Ευαγγελίου. Καταγγέλλει την τάση της εποχής να ερμηνεύει τον άνθρωπο αποκλειστικά μέσω του ανθρώπου, της ύλης, της οικονομίας ή της ψυχολογίας, καθιστώντας τον «μέτρο των πάντων». Σύμφωνα με τον Άγιο, αυτή η αυταπάτη μετατρέπει τον άνθρωπο σε «υπεράνθρωπο», υποδουλώνοντάς τον τελικά στην αμαρτία και στον θάνατο. Αντιθέτως, ο Άγιος προβάλλει τη «λογικότητα» του σύμπαντος, διδάσκοντας ότι ολόκληρη η Δημιουργία είναι συλληφθείσα στη βουλή της Αγίας Τριάδας με σκοπό την ανακεφαλαίωσή της στον Θεάνθρωπο.

Η μεθοδολογία του Αγίου Ιουστίνου δεν είναι ακαδημαϊκή, αλλά βιωματική και ασκητική. Δεν χρησιμοποιεί τους Αγίους Πατέρες ως αντικείμενα επιστημονικής έρευνας, αλλά «εκ των έσω», αναγνωρίζοντάς τους ως φορείς της διαχρονικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Η πίστη, κατά τον Άγιο, δεν είναι αποτέλεσμα ορθολογικής αναζήτησης, αλλά καρπός πνευματικού αγώνα, συμμετοχής στα Μυστήρια και αδιάλειπτης προσευχής. Για τον άνθρωπο του 20ού και 21ου αιώνα, η πρόταση του Αγίου αποτελεί μια «γνωσιολογική ανατροπή»: το φως είναι η ίδια η γνώση και ο Θεάνθρωπος είναι το «μόνον καινόν (νέο) υπό τον ήλιον» σε έναν κόσμο που ανακυκλώνει διαρκώς τα ίδια παλαιά ιδεολογήματα.

Στην καρδιά αυτής της διδασκαλίας βρίσκεται η αμετάκλητη βεβαιότητα για την ύπαρξη της Εκκλησίας. Παρά τις προσπάθειες κοσμικοποίησης, «εκσυγχρονισμού» ή θρησκειακών συνθέσεων που επιχειρούν να αποδυναμώσουν την ιδιοπροσωπία της Ορθοδοξίας, ο Άγιος Ιουστίνος τονίζει ότι η Εκκλησία παραμένει ο μοναδικός χώρος όπου ο άνθρωπος γίνεται αδελφός του Χριστού. Η σκέψη του, πιστή στην Παράδοση των Καππαδοκών και του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, προσφέρει στον σύγχρονο πιστό τα απαραίτητα όπλα για να απορρίψει την πλάνη και να ομολογήσει ότι ο Θεάνθρωπος παραμένει ο μόνος αληθινός «πλησίον» και ο σωτήρας κάθε ανθρώπινης ύπαρξης.

----------------------------------------------------------------

«Η υπέρτατη αξία, το υπέρτατο κριτήριο είναι ο Θεάνθρωπος. Αυτός είναι η Αλήθεια, η Οδός και η Ζωή, ο μοναδικός φίλος του ανθρώπου και αποκλειστικός οδηγός του προς τη σωτηρία», λέγει και επαναλαμβάνει συνεχώς ο άγιος Ιουστίνος. «Ο Θεάνθρωπος, Αυτός όπου ανοίγει σ’ εμάς μια οδό, μια οδό διαφορετική από εκείνη όπου μας προσφέρει οτιδήποτε θέλει να παρουσιάζεται ως θρήσκευμα, ως επιστήμη ή ως φιλοσοφία. Η οδός του Θεανθρώπου είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια διδασκαλία, είναι αυτή η ίδια η Αλήθεια, είναι αυτό το ίδιο το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος προσφέρει σ’ εμάς τη δυνατότητα ενσωματώσεώς μας σ’ Αυτόν, και οργανικής εντάξεώς μας στο δικό Του Σώμα, το οποίον αφήκε σ’ αυτόν τον κόσμον υπό τη μορφή της Εκκλησίας».

Πολλοί αναγνώστες των έργων του οσίου Ιουστίνου έχουν εντυπωσιασθεί από τη γλώσσα του, την επαναληπτική και ανανεωτική συγχρόνως, μία γλώσσα όπου χρησιμοποιεί συχνά τύπους και μορφές­ ασυνήθεις, ένα είδος νεολογισμών. Μεταξύ των λέξεων αυτών, τόσον χαρακτηριστικών του λεξιλογίου και του ύφους του οσίου Ιουστίνου, υπάρχουν δύο, όπου διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στο σύνολον των έργων του και την ανάπτυξη της σκέψεως του. Είναι οι όροι «λογικότης» και «Θεάνθρωπος». Ο πρώτος όρος είναι μία λέξη, η οποία εισάγεται για πρώτη φορά από τον άγιο Ιουστίνο, ενώ τη δεύτερη την συναντάμε μεν στους παλαιότερους Πατέρες, αλλ’ όταν χρησιμοποιείται από τον άγιο Ιουστίνο – ιδιαίτερα συχνά και συστηματικά – προσλαμβάνει ολόκληρη την κεντρική και εκφραστική θέση της εν Χριστώ αποκαλύψεως.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο αυτοί όροι έχουν μία κεντρική αποστολή στο λεξιλόγιο του οσίου Ιουστίνου, υφαίνοντας το νήμα του έργου και της ζωής του στο σύνολό τους. Εάν εμπνεύσθηκε τον ένα όρο και έδωσε στον άλλον, τον υπάρχοντα, θέση κεντρική, το έκαμε επειδή του έδιναν την δυνατότητα να παρουσιάσει, να δείξει στον κόσμο ότι η Χριστιανική πίστη, η πίστη των αγίων Πατέρων, έχει όλη τη δυνατότητα να απαντήσει στις ανάγκες, στα ερωτήματα και τις ανησυχίες των Χριστιανών της εποχής μας, και να προσφέρει τα αναγκαία όπλα για την αντιμετώπιση των φαντασμάτων και της αυταπάτης, για την καταδίωξη των απαίσιων αυτών τεράτων του ψεύδους, των τρομερών αυτών εφιαλτών των συγχρόνων ανθρώπων.

Όταν ομιλεί για την λογικότητα του σύμπαντος, ο άγιος Ιουστίνος θέλει να υπογραμμίσει ότι ολόκληρη η Δημιουργία είχε συλληφθεί στη μεγάλη βουλή της Αγίας Τριάδας, μέσα στο προαιώνιο σχεδίου Αυτής προς τον σκοπό όπως ανακεφαλαιωθεί αυτή στο Πρόσωπο του Λόγου, και όπως ο Θεάνθρωπος, συνάπτων την ανθρώπινη φύση μετά της θείας, δείξει, παρουσιάσει ζώσαν ενώπιον μας την αρχική προοπτική, το αρχικό σχέδιο της κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσης φύσεως μας. Η αμαρτία των προπατόρων μας, του Αδάμ και της Εύας, αν και κατέρριψε αυτό το αρχικό μεγαλείο της δικής μας φύσεως, αν και κατόρθωσε να θέσει σε κίνδυνο το θείο σχέδιο, εν τούτοις δεν μπόρεσε να διασπάσει την συνέχειά του. Μιλώντας περί του Θεανθρώπου, υπενθυμίζοντας την λογικότητα της Δημιουργίας, ο άγιος Ιουστίνος έχει τον δικό του τρόπο εκφράσεως του δόγματος της Χαλκηδόνος.

Ο όσιος Ιουστίνος δεν είναι κυρίως ένας ακαδημαϊκός θεολόγος, ένας ειδήμων των αρχαίων κειμένων ή ένας πολυμαθής δεινός συζητητής. Ο άγιος Ιουστίνος είναι βαθύτατα ένας άνθρωπος της εποχής του. Το έργο του είναι η διακήρυξη, η ομολογία της πίστεως, και απευθύνεται στους συγχρόνους του. Τους ομιλεί εναγωνίως για την ακαταστασία, στην οποία τους βυθίζει η πικρή εμπειρία της επαναλαμβανόμενης αποτυχίας, για την δουλοπρέπεια στην οποία κατευθύνουν τον άνθρωπο οι ιδεολογίες και οι αυτοκρατορίες, οι ειδωλολατρίες και οι ψευδοεπιστημονισμοί, επικρίνοντας πάντοτε δριμύτατα την παράλογη απαίτηση του Ουμανισμού να ερμηνεύει τον άνθρωπο διά του ανθρώπου.

Έκρινε αναγκαίο να παρουσιάσει με ένα τόσο προσωπικό ύφος την παραδοσιακή πίστη, για να κατορθώσει να προκαλέσει τον σύγχρονο άνθρωπο, να του δώσει την επιθυμία και την δυνατότητα να απωθήσει μόνος του την διαστροφή του νοήματος της ζωής, η οποία προσφέρεται σ’ αυτόν από τον Ουμανισμό σαν προφανής και δικαιολογημένη. Ο άγιος Ιουστίνος υπογραμμίζει ότι ο Ουμανισμός, για τον οποίο καυχάται η εποχή μας (ας δούμε πόσες αυταπάτες μπορεί σήμερα να καλύψει η ουμανιστική έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), είναι ο αντίποδας του ευαγγελισμού του Θεανθρώπου, είναι η προβολή ενός παγκόσμιου ειδώλου, που η σύνθεσή του έγινε με τέτοια απάτη, ώστε να μπορεί να μας υποδουλώσει με ευκολία.

Ασφαλώς, η από τον άγιο Ιουστίνο απόδοση τέτοιων χαρακτηρισμών στον Ουμανισμό, δυσαρεστεί ένα μέρος της σύγχρονης κοινωνίας, για την οποίαν ο Ουμανισμός είναι ένα σύμβολο, που εκφράζει την ανωτερότητα του σύγχρονου πολιτισμού απέναντι όλων των προγενέστερων.

Σήμερα θέλουν, στο όνομα του Ουμανισμού, να ερμηνεύσουν το παρόν διά του παρελθόντος, τον άνθρωπο διά του ζώου και το ζώο διά της ύλης, τη θρησκεία διά της κοινωνίας και την κοινωνία διά της οικονομίας, τις αξίες διά του συμφέροντος, την ηθική ζωή διά των ενστίκτων, τη ζωή των ωρίμων διά της παιδικότητας, και τη γνώση των όντων διά της εκπαιδεύσεως. Έτσι, απορροφούν τη ζωή της Εκκλησίας εντός του κοινωνικού γίγνεσθαι και της εγκοσμιότητας, ελαχιστοποιούν το ιερό στην αίσθηση της προσωπικής ευαισθησίας, και την ποιμαντική στη διοικητική διεκπεραίωση και εξάσκηση του καθήκοντος.

Η απαράδεκτη απαίτηση του Ουμανισμού είναι να μας εντάξει σ’ ένα απόλυτο και προκαθορισμένο αναπτυξιακό πρόγραμμα­, ενός παγκόσμιου κανόνα που παρέχει τη δυνατότητα ερμηνείας όλων των αναζητήσεων του παρελθόντος – προ πάντων του Χριστιανισμού – ως απλών σταθμών στην πορεία της σταδιακής εξελίξεως. Έτσι, λίγο-λίγο θα διαμορφωθεί μία κοινή δογματική διδασκαλία, που τείνει να γίνει μοναδικός τρόπος σκέψεως στη Δύση, και που φιλοδοξεί να εκτείνει την επιρροή της σ’ όλη τη γη, εμφανιζόμενη ως κανόνας της παγκόσμιας προόδου, ως ένας δογματικός Ουμανισμός, ως χειραφέτηση που οδηγεί μεν στη λήθη των «μεσαιωνικών προλήψεων», ανοίγει δε επί τέλους τον δρόμο της αρμονικής αναπτύξεως των ανθρωπίνων σχέσεων. Παρουσιάζοντας μάλιστα τη θρησκεία, ιδιαιτέρως στα σχολεία, σαν μία σύνθεση για απλή κατανάλωση, εργάζονται για την παρουσίασή της, ως είδους ξεπερασμένου. Εμποδίζουν πλέον την κυκλοφορία βιβλίων, τα οποία δεν παρουσιάζουν τη θρησκείαν ως αντικείμενο πολυσυζητημένο, ξεπερασμένο, μουσειακό. Ενσπείρουν παγκοσμίως την αμφιβολία και την υποψία για τη θρησκεία. Η πίστη εξορίζεται στην τάξη, στο επίπεδο του αρχαϊσμού, η αποκάλυψη είναι άχρηστη ως μη εμπορεύσιμη, και η λειτουργική τάξη, το λειτουργικό Τυπικό, είναι, κατά την αντίληψη του Ουμανισμού, κάτι το «λαογραφικό», ένα σύνολο λατρευτικών εθίμων των αφελών θρησκόληπτων ανθρώπων.

 

Ενώπιον της προβαλλόμενης αυτάρκειας, ο όσιος Ιουστίνος κατ’ επανάληψη υπενθυμίζει τη ριζική αποτυχία του Ουμανισμού, την οριστική αδυναμία κάθε ιδεολογίας στη μάχη κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του Διαβόλου. Στους ισχυρισμούς του Ουμανισμού αντιπαραθέτει το Ευαγγέλιο του Θεανθρώπου, αποδεικνύοντας ακαταπαύστα την πλήρη ιδεολογική αντίθεση του Ουμανισμού προς την εν Χριστώ ζωή. Αυτός είναι ένας ανθρωπισμός με κέντρο τον υπεράνθρωπο, ο οποίος μάταια προσπαθεί να αντιταχθεί, να επαναστατήσει εναντίον του Ευαγγελίου του Θεανθρώπου. Έτσι, ο άγιος Ιουστίνος καταγγέλλει σταθερά τα δελεάσματα και τις άπατες των διαφόρων μορφών του Ουμανισμού, που θεωρεί τον άνθρωπο «ως το μέτρον πά­σης αξίας», ενώ δεν παύει να επαναλαμβάνει σταθερά ότι «μέτρον πάν­των» είναι ο Θεάνθρωπος.

Αν η σκέψη του οσίου Ιουστίνου παρουσιάζει κάποια πρωτοτυπία, αυτό οφείλεται στην αρνητική του στάση απέναντι στον Ουμανισμό. Εν τούτοις, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο άγιος Ιουστίνος μένει πάντοτε και σε όλα απολύτως πιστός στην αυθεντική παράδοση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, γεγονός που φαίνεται ήδη ως ολοκληρωτική ρήξη με όλες τις προσπάθειες αναπροσαρμογής και εκσυγχρονισμού στην έκφραση της χριστιανικής πίστεως, τόσον συνηθισμένο στις μέρες μας. Υπογραμμίζει ακατάπαυστα την παραδοξότητα της ανθρώπινης υπάρξεως, την κλήση του ανθρώπου να ενωθεί με το Σώμα του Θεανθρώπου, δηλαδή με την Εκκλησίας, υπενθυμίζοντας την λογικότητά μας , ο άγιος Ιουστίνος αποδεικνύεται πιστός διάδοχος του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή και των Καππαδοκών πατέρων, καθώς και όλης της παραδόσεως των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, τους οποίους, από θεία πρόνοια, έκανε επίκαιρους για την εποχή μας. Μ’ αυτό τον τρόπο μας προσφέρει τα μέσα για απώθηση και πλήρη απομάκρυνση από μας της παραφροσύνης και της πλάνης της Δύσεως.

Επομένως, ο τρόπος με τον οποίον ο όσιος Ιουστίνος χρησιμοποίει τους αγίους Πατέρες είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιαίτερος και αποκαλυπτικός: τους χρησιμοποιεί για να του διδάξουν με την προσευχή, την εμπνευσμένη τους διδασκαλία, την οποίαν η Εκκλησία αναγνώρισε σ’ αυτούς ως ιδιαίτερο χάρισμά τους. Πολλές φορές στα κείμενά του διατρέχει – δίχως να το διατυπώνει σαφώς – κάποιες λεπτομέρειες από την ανάγνωση των Πατερικών κειμένων, για να χρησιμοποιήσει την κεντρική τους ιδέα, την οποία και επαναλαμβάνοντας κατ’ εξακολούθηση οδηγείται σε εμβάθυνση στο ουσιαστικό νόημά της. Ο άγιος Ιουστίνος μετέφραζε «εκ των έσω» την παράδοση της Εκκλησίας, για να επιτύχει την αληθινή εξομοίωση της δικής του σκέψεως με την παράδοση αυτή.

Επωφελείτο πάντοτε τους αγίους Πατέρες, διότι εύρισκε σ’ αυτούς την ίδια και μοναδική έκφραση της Εκκλησίας. Γι’ αυτόν, η σκέψη των αγίων Πατέρων είναι πάντοτε υλικό διαχρονικό, είναι διεργασία των πηγών με τα εκάστοτε τρέχοντα πνευματικά ρεύματα, των επαναστάσεων, των δυσχερειών, των διαφοροποιήσεων και των διαμορφώσεων, των διαφόρων σχολών και των επί μέρους παραδόσεων. Η διδασκαλία του άρχιζε πάντοτε με τη φράση: «Ούτος ο Άγιος διδάσκει ημάς ότι…», έκφραση επαναλαμβανόμενη συχνά με κάποια  ιδιαιτερότητα για την αγιότητα κάθε Πατρός και τη θέση, την αποστολή, την οποίαν εμπιστεύθηκε σ’ αυτόν η θεία Πρόνοια χάριν της Εκκλησίας. Η διδασκομένη από τους αγίους Πατέρες αλήθεια, μεταφερθείσα σε μας προς βίωση της ελευθερίας του πνεύματος με την εμπειρία της σωτηρίας, μας αποκαλύπτεται ως καρπός μακράς ασκήσεως. Δεν είναι αποτέλεσμα επιστημονικής έρευνας, η δε οικοδόμηση ενός συστήματος καμία βοήθεια ή χρήσιμη κριτική μπορεί να προσφέρει.

Ο όσιος Ιουστίνος σπανία διατυπώνει τις επιφυλάξεις του περί της ακαδημαϊκής θεολογίας, περί των αναλυτικών μεθόδων της, περί της έρευνας των «σοφών» επί του νοήματος της Αγίας Γραφής, ή περί του εκκλησιολογικού ορθολογισμού. Αρκείται στην ειρηνική επαναβεβαίωση της πλέον καταπληκτικής αλήθειας, που μεταλαμπαδεύτηκε σε μας από την παράδοση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας: «Ο Θεός γέγονεν άνθρωπος, ίνα Θεόν τον άνθρωπον απεργάσηται». Γεγονός που του επιτρέπει να παρουσιάσει ότι ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι η ανακεφαλαίωση όλης της ανθρωπότητας, ώστε καθ’ ένας από μας , μαζί με όλη την κτίση, μπορεί να φανερώσει ολόκληρη την έκφραση της «λογικότητος». Έτσι, ο Θεάνθρωπος αποκαλύπτεται ως το ανεπίγνωστο αντικείμενο όλων των εμπνεύσεων, Αυτός που είναι ο μόνος δυνάμενος να προσφέρει σε μας την ικανότητα απωθήσεως άπαξ διά παντός, όλων των φαινομενικών και επίπλαστων υπηρεσιών του υπερανθρώπου.

Είναι και τούτο καρπός μιας μακροχρόνιας πορείας. Από το 1920 ο τότε ιερομόναχος Ιουστίνος εντάχθηκε στην ασκητικοθεολογική σχολή του αγίου Μακαρίου, στο οποίο και αφιέρωσε την διδακτορική του διατριβή. Σε τούτο το σύγγραμμά του διαπιστώνεται η μέριμνά του προς σύνδεση της πρακτικής ασκήσεως (βιωμένης ως θεολογικού εμπλουτισμού του προσώπου) με τη συμμετοχή στα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας, και ως συνεργίας της εσωτερικής προσευχής με την παραδεδομένη από την Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογιακή δογματική παράδοση.

Έτσι, ο όσιος Ιουστίνος μπορεί να συνδέσει τους δογματικούς όρους προς τις απαιτήσεις του πνευματικού πολέμου, διά του οποίου καθ’ ένας από μας είναι προσκεκλημένος να συμμετάσχει στο μυστήριο της σωτηρίας. Ο πόλεμος αυτός ίσταται αντιμέτωπος προς τον απρόσωπο χαρακτήρα της ψυχολογικής επιλύσεως των προβλημάτων, διά του οποίου σήμερα κάποιοι από μας προσδοκούν την επίτευξη της βελτιώσεως τους. Η αυθεντία των ψευδοδιδασκάλων της ψυχολογικής ισορροπίας είναι τόσον εφήμερη, όσο περισσότερο ισχυρίζεται αυτή ότι στηρίζεται στην παγκοσμία γνώση, την οποία τοποθετεί υπεράνω, κατ’ αυτούς, στην αγνωσία μας, την οποίαν καλούμεθα απ’ αυτούς να βιώσουμε ενοχικά. Πρόκειται ακριβώς για ένα ισχυρό πειρασμό, που προσπαθεί να ζωογονήσει τις πηγές της πνευματικής ζωής για δελεασμό του ανθρώπου. Όμως, μόνον ο Θεάνθρωπος μπορεί να αποκαταστήσει αληθινά την εικόνα Του μέσα μας, στη καρδιά μας, και να χορτάσει τη δίψα μας με τα ιερά Μυστήρια – ιδιαιτέρως μάλιστα της θείας Ευχαριστίας – σε συνδυασμό με τη συμμετοχή μας στην άσκηση των αγίων αρετών – πρώτη των οποίων είναι η πίστη στον Θεάνθρωπο, την κεφαλήν του σώματος της Εκκλησίας.

Για μας, τους δυτικόπληκτους του 20ού αιώνα, το προσκλητήριο του οσίου Ιουστίνου είναι μία αληθινή μεθοδολογική ανατροπή. Πρέπει μάλλον να μιλήσουμε για μια γνωσιολογική ανατροπή, εφ’ όσον η σωτηρία της γνωσιολογίας του ανθρώπου έχει για τον άγιο Πατέρα κεφαλαιώδη σημασία, εκείνην ακριβώς τη σημασία που έχει στη βαθειά σκέψη του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Η γνώσις ουκ έστι το φως, αλλά το φως η γνώσις υπάρχει». Ολόκληρη η σύγχρονη δυτική γνωσιολογία έχει ακριβώς κατεύθυνση αντίθετη. Η αληθινή μεθοδολογική ανατροπή είναι εκείνη που απέκτησε ο άνθρωπος όταν έκτιζε τον πύργο της Βαβέλ, τον δυτικό ορθολογισμό, όχι μόνον εκείνον της Αναγεννήσεως και της εποχής της γαλλικής Επαναστάσεως, αλλά πολλών αιώνων πριν την έναρξη των συντονισμένων επιχειρήσεων για εκρίζωση του Χριστιανισμού από τη Δύση, τον μεγάλο πειρασμό του Υπερανθρώπου.

 

Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 

Το έργο του αγίου Ιουστίνου, η ουσιαστική συνεισφορά του για τη θεραπεία της πνευματικής ασθένειας της εποχής μας, προχωρεί περισσότερο. Αν, σε ολόκληρο το συγγραφικό του έργο, γίνεται συνεχώς επίκληση του Θεανθρώπου, αυτό γίνεται για να υπογραμμιστεί στην εποχή μας, και σε πείσμα της, ότι η «Θεανθρωπότης» είναι το μέτρο και το κριτήριο όλων των αξιών, και ότι ο Θεάνθρωπος, ο οποίος αποκαλύπτεται στον άνθρωπο ως ο αυθεντικός άνθρωπος, είναι ο σκοπός για τον οποίον είναι «κεκλημένος εις την θέωσιν του προσώπου του διά της ολοκληρώσεως αυτού εν τη Εκκλησία», η οποία είναι αυτό τούτο το Σώμα του Θεανθρώπου.

Έτσι, το έργο του οσίου Ιουστίνου παρουσιάζει μία συνεχή περιφρόνηση όλων των πειρασμών μειώσεως της θεανθρώπινης αλήθειας του Ευαγγελίου απέναντι στις απαιτήσεις μιας ιδεολογίας. Μας υπενθυμίζει ότι, στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, ο Χριστός είναι αυτός ο ίδιος ο πλησίον, ο πλησιέστερος πλησίον του ανθρώπου, αυτός τον οποίον κυρίως και ιδιαιτέρως θα έπρεπε να αγαπά ο άνθρωπος. Είναι η πλέον εκπληκτική διαβεβαίωση του Ευαγγελίου, εμπρός στην οποία όλοι οι πειρασμοί του μοντερνισμού και της εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας καταντούν αδύναμα ιδεολογήματα, ανίκανα να επηρεάσουν τους επαναστάτες. Τα ιδεολογήματα αυτά προσπαθούν να αδειάσουν, «να κενώσουν» τον Χριστιανισμό απ’ όλα τα θαυμαστά και υπερφυσικά του στοιχεία, εκείνων που φαίνονται απίθανα στους πολλούς, με την ελπίδα να τον κάνουν αποδεκτό στη διεφθαρμένη κοινωνία μας.

Στην παραβολή αυτή του Καλού Σαμαρείτη, στηρίζονται όλες οι σύγχρονες ερμηνευτικές απόπειρες, οι οποίες δεν γνωρίζουν πώς να εξηγήσουν γιατί ο Κύριος παρουσιάζει τον Καλό Σαμαρείτη – προφανώς τον εαυτόν του – ως τον πλησίον που αγαπά τον τραυματισθέντα από τους ληστές άνθρωπο, αν και, ως γνωστόν, η πρόθεση είναι η δική μας διδασκαλία προς μίμηση του Καλού Σαμαρείτη, που ευεργετεί τον πλησίον του.

Για τον όσιο Ιουστίνο, η χριστιανική οδός, η οδός του Θεανθρώπου, βρίσκεται εκ διαμέτρου αντίθετη εκείνης του Ουμανισμού. Η αρχή, βάσει της οποίας «μέτρον πάντων είναι ο άνθρωπος», φανερώνει στην πραγματικότητα ότι «μέτρον πάντων είναι η αμαρτία», το οποίον σημαίνει ότι «μέτρον πάντων είναι ο Διάβολος». Τίποτε δεν μπορεί να είναι περισσότερο ξένο στη σκέψη του αγίου Ιουστίνου από την αποδοχή της αλλοιώσεως – μιας αλλοιώσεως ήδη παλαιάς για τη Δύση- στην Κυριακή προσευχή, και στη φράση: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον». Μιας αλλοιώσεως που περιορίζει την έννοια του άρτου μόνο στην ύλη, και την αποστολή της χριστιανικής πίστεως στην κοινωνική δραστηριότητα, για να καταλήξει η τελική αίτηση: «Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού», σε αίτηση απλής ηθικής βελτιώσεως, δηλαδή σε απαλλαγή από ένα αφηρημένο κακό. Ο καθημερινός αγώνας του Χριστιανού είναι εναντίον της δυνάμεως εκείνης, η οποία προσπάθησε να επιβάλει σε μας ένα καθοριστικό δικαίωμα κατοχής· γι’ αυτό είναι αγώνας τρομερός και προσωπικός.

Η πνευματική ζωή προϋποθέτει τον προσωπικό αυτό αγώνα, και αυτό ποτέ δεν λησμονήθηκε από την Εκκλησία, που εορτάζει τους αγίους ασκητές και ψάλλει, στη έναρξη της Τεσσαρακοστής, τον τελευταίο στίχο του Ψαλμού, που εξηγεί πως οι βιαστές μπορούν να κερδίσουν τη Βασιλεία των ουρανών. Ο ακαδημαϊκός θεολόγος, η επιστημονική ερμηνευτική ανάγνωση της Αγίας Γραφής, η εκκλησιαστική παραγωγή, ο ηθικισμός, σχηματίζουν εδώ ένα ανυπόφορο αδιέξοδο που πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεραστεί.

Ο όσιος Ιουστίνος απορρίπτει τις ιδεολογίες, που νομίζουν ότι εκσυγχρονίζουν τον Χριστιανισμό, ενώ στην πραγματικότητα τον παραμορφώνουν. Αυτές είναι απλώς ιδεολογίες του υπερανθρώπου, ο οποίος διατείνεται ότι μπορεί να βοηθήσει την αποκάλυψη του Θεανθρώ­που. Εναντίον αυτών των ιδεολογιών ο άγιος Ιουστίνος διακήρυξε, στο εναρκτήριο μάθημα της έδρας της Δογματικής θεολογίας, το 1934, και στον επίλογο της «Δογματικής» του μετά από σαράντα χρόνια, ότι μόνον ο Θεάνθρωπος μπορεί να μας προσφέρει την υπέρτατη αξία και το υπέρτατο κριτήριο όλων των πραγμάτων.

Οι ιδεολογίες, οι οποίες από παλιά προσπάθησαν να εξομαλύνουν, να εξουδετερώσουν το Ευαγγέλιο του Χριστού, την αλήθεια της Ορθοδοξίας, συσχηματίζοντάς την, με τις ανορθόδοξες παραδόσεις, πρόσφατα προχώρησαν ένα ακόμη βήμα· στη διαθρησκειακή σύνθεση. Η σύνθεση αυτή αναγνωρίζει την ύπαρξη πολλών κλάδων του μοναδικού σώματος της Εκκλησίας του Χριστού· αναμένεται ο εγκεντρισμός και περισσοτέρων κεφαλών. Αλλ’ «ο Κύριος εκγελάσεται διαλογισμούς ματαίους αυτών». Η οδός, την οποίαν ανοίγει σε μας ο Θε­άνθρωπος, είναι άλλης κατηγορίας. Παρ’ ό,τι ο ανθρωπισμός χρησιμοποίει πλήθος βιβλικών παραπομπών, για να εντάξει τον Χριστιανισμό ανάμεσα στις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Θεάνθρωπος δεν μπαίνει σε αυτή τη σειρά, μένει ανένταχτος.

Ο δρόμος, που μας ανοίγει, δεν είναι απλώς μία διδασκαλία· είναι ο δρόμος της ιδίας της πραγματικότητας της θεανθρώπινης ζωής μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Κάθε εξομοίωση και κάθε σύγκριση, συσχέτιση και αναθεώρηση, παραμορφώνουν την αδιαμφισβήτητη ιδιαιτερότητά της, τη ριζική πρωτοτυπία της, την οποίαν έχει από το γεγονός της αποκαλύψεως του Θεανθρώπου. Στην αρχαιότατη και αδιαφιλονίκητη διαπίστωση του Εκκλησιαστή: «Ουδέν καινόν (νέο) υπό τον ήλιον», ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός άπαντα ότι ο Χριστός είναι «το μόνον καινόν υπό τον ήλιον». Ο άγιος Ιουστίνος συχνά θυμάται τη φράση αυτή του αρχηγού της Δογματικής. Πράγματι, ο Θεάνθρωπος είναι ο μοναδικός και ανεπανάληπτος ανακαινιστής, ανάμεσα σε τόσες κουραστικές επαναλαμβανόμενες ιδεολογίες, θρησκευτικών και φιλοσοφικών συστημάτων, κατ’ ουσίαν ποικιλόμορφων μετασχηματισμών της αρχικής ειδωλολατρίας.

Η αμφισβήτηση της παντοτινής επικαιρότητας της οδού του Θεανθρώπου θα οδηγήσει στην απόρριψη του ίδιου του Θεανθρώπου Χριστού, στην εκμηδένιση του έργου της σωτηρίας. Η σύμπηξη κοινωνίας μεταξύ του Ευαγγελίου του Χριστού και των άλλων θρησκειών είναι μεγάλο κακό, διότι «τίς συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ»;(ποιά, δηλ., σχέση υπάρχει μεταξύ Χριστού και διαβόλου;)

Το Ευαγγέλιο του Θεανθρώπου, στη μοναδική του πρωτοτυπία, είναι σφραγισμένο με την ενότητα και τη μοναδικότητα. Το Ευαγγέλιο αυτό έφθασε έως εμάς με την ιερά Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην οποία διδάσκεται η γραπτή παράδοση του Ευαγγελίου, που επιβεβαιώνεται με την προφορική Παράδοση, τη Θεολογία, τη θεία Λειτουργία, τους ιερούς Κανόνες, τη μαρτυρία των αγίων Πατέρων και των ιερών Συνόδων, των αγίων Ασκητών και των αγίων Μαρτύρων και των θαυμάτων τους. Η παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έχει την εγγύηση της χαρισματικής συνέχειας από τους αγίους Αποστόλους, την αδιάσπαστη διαδοχή των Ορθοδόξων επισκόπων, που ανανεώνουν το συνεχές θαύμα της Πεντηκοστής, όπως υπογραμμίζει ο όσιος Ιουστίνος στο υπόμνημά του περί της αποστολικότητας της Εκκλησίας, λέγοντας στο τέλος:

«Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, και κανείς δεν μπορεί να διαφύγει την πρόκληση: Θέλεις να ενσωματωθείς σε αυτή;

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, και μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον άνθρωπο τον άρτο τον αληθινά επιούσιο, που τον κάνει αδελφό του Χριστού και υιό του Θεού.

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, ζώσα πάντοτε σταθερά – εντός του μεταβαλλόμενου κόσμου -ό,τι ακριβώς ο Κύριος δίδαξε αυτή να λέγει και να πράττει, δηλαδή τη μετοχή στα ιερά Μυστήρια και την άσκηση των αγίων αρετών, μέχρι και αυτών των πλέον ταπεινών εκδηλώσεων της ευσέβειας.

 

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, επωμισμένη πάντοτε την εντολή να φανερώνει τη μορφή του Θεανθρώπου, του μοναδικού φίλου του ανθρώπου και πλησιέστερου όλων των πλησίον του.

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, διασώζουσα με ζήλο θαυμαστό τη μαρτυρία και την εικόνα της αποκαλύψεως των μυστηρίων της Θεολογίας και της θείας Οικονομίας.

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, υπό την καθοδήγηση των Αποστόλων του Κυρίου και των διαδόχων τους, των «εις τύπον και τόπον Χριστού» ορθοδόξων επισκόπων.

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει και διατηρεί αλώβητη την θεανθρώπινη ιδιοπροσωπία της, παρά τις ακαλαίσθητες επεμβάσεις της εποχής μας με «τα φτιασιδώματα» των φιλοφρονήσεων και των λαμπρών εκδηλώσεων, που καλύπτουν την ακεραιότητα της».

https://www.vatopedi.gr/theologia/i-theologiki-skepsi-tou-osiou-ioustinou-popovits-tou-neou/

πηγή:

Το κείμενο δημοσιεύθηκε, σαν παράρτημα και χωρίς τίτλο, στο βιβλίο: Père Justin Popovitch, Philosophie Orthodoxe de la Verite, Dogmatique de l’ Eglise Orthodoxe, tome 5, traduit du serbe par Jean-Louis Palierne, ed. “ L’ Age d’ Homme” Lausanne 1997, σ. 457- 464. Μετεφράσθη δε ύπό τοϋ άρχιμανδρίτου Νικοδήμου Μπαρούση και, λόγω της επισήμου πλέον ανακηρύξεως της αγιότητος του Σέρβου ιερομονάχου Ιουστίνου (Πόποβιτς), αντί της προσφωνήσεως: «πατήρ Ιουστίνος» αναφέρεται αυτός ως: «άγιος Ιουστίνος».

 


ΟΤΑΝ Ο π.ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΤΑΝ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΟΥΣΤΙΝΟ ΠΟΠΟΒΙΤΣ


Αν κάποιος ξεφυλίσσει τον τόμο 9, τεύχος Β’ του περιοδικού Κληρονομία (Δημοσίευμα Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 1977) θα βρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, όσο και επίκαιρο, άρθρο (σ. 433-460) του υφηγητού, τότε, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Θεοδώρου Ν. Ζήση, το οποίο επιγράφεται:

 

ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

 

(Επιβαλλομένη απάντησις)

 

Ο π. Θεόδωρος Ζήσης απαντά στις κατηγορίες του π. Ιουστίνου Πόποβιτς για τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην προπαρασκευή της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας, τις οποίες διετύπωσε σε σχετικό υπόμνημά του προς την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας. Ο π. Θ.Ζ. ανασκευάζει τις αιτιάσεις του π. Ιουστίνου, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία και την προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Καταφέρεται εναντίον του Ελλαδικού Αυτοκεφάλου, αναφέρεται στην έκπτωση της θεολογίας στον ελλαδικό χώρο και τονίζει ότι “την Ορθοδοξίαν επροστάτευσε το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και εις τον χώρον των χειμαζομένων πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής, όπου αι ξέναι προπαγάνδαι ήσκουν εντόνως τον προσηλυτισμόν”. 

Ο π. Θ.Ζ. κρίνει ως “αβάσιμες” τις κατηγορίες του π. Ιουστίνου Πόποβιτς για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αποδίδει την “άδικο κριτική” του π. Ιουστίνου σε παρερμηνεία της στάσης του Πατριαρχείου έναντι του Μοναχισμού και σε “ελλιπή και εσφαλμένη πληροφόρηση” του π. Ιουστίνου. 

Ο π. Θεόδωρος Ζήσης αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες του άρθρου μέγας πρόμαχος όλης της “πολιτικής” (διάβαζε εκκλησιαστικής) γραμμής του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 

Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος “αναθεματίζεται” από τους “αντιοικουμενιστές” τότε και σήμερα, είναι, κατά τον π. Θ. Ζήση, μια προσωπικότης “που εγράφη χρυσοίς γράμμασιν εις τας σελίδας της ορθοδόξου ιστορίας”. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και επί Πατριάρχου Δημητρίου “πορεύεται επί της οδού αυτής της απαραχαράκτου τηρήσεως της Ορθοδοξίας”. Και για να το κάνει σαφέστερο αυτό ο π. Θ.Ζ. παραπέμπει σε ομιλία του Φιλαδελφείας Βαρθολομαίου (νυν Οικουμενικού Πατριάρχου) κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1976, σε συνέντευξη του Τρανουπόλεως Δαμασκηνού (μετέπειτα Ελβετίας και νυν Αδριανουπόλεως) σε ιταλικό περιοδικό, και, τέλος, σε κήρυγμα του μακαριστού Χαλκηδόνος Μελίτωνος, ο οποίος προέβη σε διάκριση μεταξύ ανατολικής και δυτικής ευσέβειας.

Στο εν λόγω άρθρο του ο π. Θ.Ζ. χαρακτηρίζει την Μόσχα ως “νεοπαπιστική”! Γράφει επί λέξει: “Και σήμερον όμως η Μόσχα είναι το μοναδικόν παράδειγμα αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, που δεν συμμορφούται προς την κοινήν των Ορθοδόξων γραμμήν, αλλ΄επιβάλλει κατά νεοπαπιστικόν τρόπον ό,τι αυτή θεωρεί ως ορθόν.

 

Στα Επιλεγόμενα του άρθρου του ο π. Θ.Ζ. συνοψίζει την επιχειρηματολογία του:

 Είχε δικαίωμα και καθήκον ο π. Ιουστίνος να εκφράση τας απόψεις του περί της “Μεγάλης Συνόδου” και περί των ενεργειών προσώπων που εργάζονται δια την προπαρασκευήν της. Έπραξεν όμως κακώς με το να στήση εις το εδώλιον του κατηγορουμένου την Εκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως. Όλαι αι αποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικώς και συνοδικώς, καθιστώσαι ούτω συνυπευθύνους όλας τας Ορθοδόξους Εκκλησίας. Ώφειλε δια τούτο να τρίξη τους οδόντας προς όλας τας κατευθύνσεις, και προς την ιδικήν του Εκκλησίαν ακόμη, εκπρόσωποι της οποίας μετέχουν πάντοτε των σχετικών συσκέψεων, και όχι να φορτώνη τα πάντα εις τους ώμους της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, εις ήν στενοκάρδως ουδέν αγαθόν βλέπει. Ασφαλώς δεν επιθυμεί να καμφθούν τα γόνατα του ιστορικού αυτού της Ορθοδοξίας Κέντρου. Αυτό θα απετέλη πλήγμα βαρύτατον, διότι το γκρέμισμα αυτού του στύλου θα αποδυναμώση και τα άλλα εδραιώματα, τους άλλους θεσμούς.

Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, φορτωμένον με την πείραν των αιώνων, απέδειξεν ότι είναι ικανόν να διατηρήση την ενότητα της Ορθοδοξίας μέσα εις την πολλαπλότητα των εθνικών ιδιορρυθμιών και να αναπτύξη τον ορθόδοξον πολιτισμόν, βασικόν γνώρισμα του οποίου είναι αυτή ακριβώς η πολλότης, η ποικιλία, η δημοκρατικότης. Ποία άλλη Ορθόδοξος Εκκλησία θα ημπορούσε να αναλάβη αυτόν τον ρόλον, χωρίς τον κίνδυνον της διαιρέσεως, όχι μόνον εκ της απουσίας της ιστορικής εμπειρίας, αλλά και εκ της καινοτόμου αυτής αλλαγής ως και εκ του ενδεχομένου εξάρσεως εθνοφυλετικών τάσεων;

 

---------------------------------------------------------------------------------------

 

ΣΧΟΛΙΑ

Ο π. Θεόδωρος Ζήσης διαφοροποιήθηκε από τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς σε ένα συγκεκριμένο άρθρο που δημοσιεύθηκε το 1977 στο περιοδικό «Κληρονομία» (τόμος 9, τεύχος Β', Ιούλιος 1977), με τίτλο:

«ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (Επιβαλλομένη απάντησις)»

Σε αυτό το άρθρο (σελίδες 433-460), ο π. Θεόδωρος Ζήσης απαντούσε στις κατηγορίες που είχε διατυπώσει ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς προς την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας σχετικά με τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην προπαρασκευή της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας.

Συγκεκριμένα, ο π. Ζήσης:

Χαρακτήριζε «αβάσιμες» τις κατηγορίες του Οσίου Ιουστίνου κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Απέδιδε την «άδικο κριτική» του Οσίου σε «παρερμηνεία» της στάσης του Πατριαρχείου έναντι του Μοναχισμού και σε «ελλιπή και εσφαλμένη πληροφόρηση»

Υπερασπιζόταν τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον οποίο χαρακτήριζε «προφητική μορφή» με το όνομά του «καταχωρημένο στις χρυσές δέλτους της ορθοδόξου ιστορίας»

Χαρακτήριζε τη Μόσχα ως «νεοπαπιστική»

Αυτό το άρθρο αναδημοσιεύθηκε αργότερα στο βιβλίο του π. Ζήση «Κωνσταντινούπολη και Μόσχα» (εκδόσεις Βρυέννιος, 1989 και 1992).

Ωστόσο, ο π. Θεόδωρος Ζήσης αργότερα μετανόησε δημοσίως για αυτή του τη στάση. Τον Απρίλιο του 2011, στο αρχονταρίκι του ιερού ναού Αγίου Αντωνίου Θεσσαλονίκης, δήλωσε:

«Όντως τότε αδίκησα τον Γέροντα τότε και άγιο τώρα πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς και του απέδωσα ενδεχομένως προθέσεις τις οποίες δεν είχε. Ζητώ συγγνώμην για κείνο το νεανικό μου ατόπημα... Εγώ άλλαξα γραμμή κι ακολουθώ τώρα τη γραμμή του Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς. Τότε τον κατέκρινα, τώρα ακολουθώ τη γραμμή του Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς.»

Η διαφοροποίηση αφορούσε κυρίως τη στάση απέναντι στον Οικουμενισμό και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με τον π. Ζήση τότε να υπερασπίζεται το Πατριαρχείο και να κρίνει αρνητικά τον Όσιο Ιουστίνο, ενώ αργότερα αναγνώρισε το λάθος του και ακολούθησε τη γραμμή του Οσίου.

Σχολιασμός των παραπάνω απόψεων υπάρχει στο άρθρο του π.Α.Αγγελακόπουλου ξοδος το π. Θεοδώρου Ζήση πό τό οκουμενιστικό περιβάλλον το Φαναρίου, που δημοσιεύεται στο link.

https://aktines.blogspot.com/2015/07/blog-post_618.html

 

---------------------------------------------------------------------

πατήρ Θεόδωρος Ζήσης καί γιος Ίουστνος Πόποβιτς

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΣΤΗΡ ΕΦΕΣΣΟΥ-τ.31

 Τό κατωτέρω κείμενον γράφη ρχάς Μαΐου το 2007,ς πρόλογος νέας πανεκδόσεως το γνωστο πομνήματος το π.ουστίνου Ποποβιτς.

Δέν δημοσιεύθη διότι γράφων λαβεν προφορικάς ποσχέσεις πό τόν π.Θ.Ζ (μέσω το λογίου γιορείτου μοναχο π. Νικοδήμου Μπιλάλη, ποίος συνήντησεν τόν π.Θ.Ζ , ες τό γραφεον του ες τήν Θεολογικήν Σχολήν τήν 11ην Μαιου 2007 καί ραν 7.30 μ.μ) τι θά γραφεν πιστολήν καταδικάζοντας τό κατάπτυστον κείμενόν του , κατά το π.ουστίνου Πόποβιτς καί θά ζητοσε δημοσίως συγγνώμην πό τόν νέον γιον μας.

Δυστυχς μετά πό τέσσερα τη καί φο διάφοροι ’’παδοί’’ το  ουντου έπισκόπου π.θανασίου Γιέβτιτς το πετέθησαν μέσ το διαδικτύου  ,τότε πεφασισεν νά ζήτηση «συγνώμη», πό τό ρχονταρίκι το Ι.Ν γίου ντωνίου Θέσ/νίκης. νέργεια μως ατή δέν εναι ρκετή ,οτε ποκαθίσταται  γρια οκουμενιστική του κριτική , ποία παραμένει κόμη τυπωμένη καί διεσπαρμένη διεθνς ες βιβλιοθήκας και μονάς αλλά καί ες τό Βατικανόν!Ατά διά τήν στορίαν

 

ΠΡΟΛΟΓΟC

 

Πρό τριακονταετίας πανοσιολογιώτατος καί δη μακαριστός ρχιμανδρίτης π. ουστνος Πόποβιτς, τέως καθηγητής Δογματικς ες τήν Θεολογικήν Σχολήν Βελιγραδίου, ξ φορμς τς σχεδιαζομένης συγκλήσεως τς «Μεγάλης Συνόδου τς ρθοδόξου κκλησίας» πέβαλεν ες τήν εράν Σύνοδον τς Σερβικς κκλησίας τό παρόν πόμνημα.

κ μέρους το «θιγομένου» Φαναρίου πήντησαν ο πόμενοι: α) οκουμενιστής μητροπολίτης Χαλκηδόνος καί ρχιτέκτονας τς ρσεως τν ναθεμάτων το 1965, Μελίτων, β) πίσκοπος Διοκλείας Μάξιμος, καί νεαρός τότε καί πολλά ποσχόμενος φηγητής τς Θεολογικς Σχολς το Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Θεόδωρος Ζήσης. πως ρθς γραψεν θεολόγος κ. ριστοτέλης Δελήμπασης, «τν δύο τελευταίων ο λόγοι βασίζονται ες τούς το πρώτου, πάντων δέ (ο λόγοι) στερονται πιχειρημάτων καί πειθος, ποτελοντες παίσχυντον πεκφυγήν, τις δηλο τολμίαν μολογίας τς ληθείας». (Περιοδικόν “Καλή μολογία”, θναι 1/1/1979,2). 

Θέλοντες νά πανορθώσωμεν τήν δικον κριτικήν ες βάρος το μεγάλου ατο μολογητο τς Πίστεώς μας, θά ναφερθομεν ες τό ρθρον τό ποον, γραψεν δη πρωτοπρεσβύτερος το Οκουμενικο Πατριαρχείου καί Καθηγητής το Α.Π.Θ. π. Θεόδωρος Ζήσης μέ τίτλον «Τό Οκουμενικόν Πατριαρχεον καί ρχιμ. ουστίνος Πόποβιτς-πιβαλλομένη πάντησις» (Περιοδικόν “Κληρονομία”, τόμος 9, τεχος Β’, Θεσσαλονίκη 1977, 432-460).

Προσπάθεια το ταλαντούχου συγγραφέως φαίνεται νά το περάσπισις το θεσμο το Οκουμενικο Πατριαρχείου. λλά ο μνοι του πρός τούς οκουμενιστάς ταγούς το Φαναρίου τορπίλλισαν τό λον γχείρημά του.

Οτω γράφει διά τόν ρχιοικουμενιστήν καί ραββνον Πατριάρχην θηναγόραν: « μεγάλη προφητική μορφή το Πατριάρχου τς ρθοδοξίας θηναγόρα το ξήγαγε μέ τόλμην καί σύνεσιν τήν ρθοδοξίαν πό τήν ρημον της διαιρέσεως, τς πομονώσεως καί τς σιωπς» ( θηναγόρας δήλωσεν ες βραϊκήν Συναγωγήν τς Ν. όρκης τι: «Στήν Κέρκυρα, που ζησα κάποτε -το μητροπολίτης πό τό 1922 ως 1930- λειτούργησα ρκετές φορές ς Ραββνος γιά τούς βραίους φίλους μου» “New York Times” 25/11/1940 καί “Χρονικά”, Σεπτ.-κτώβριος, 2006,4). Διά δέ τόν Πατριάρχην Δημήτριον γράφει πίσης: «ς λλος δέ ησος το Ναυ, ταπεινός Πατριάρχης Δημήτριος…» (“Κληρονομία”, ε.α., 446).

σον φορ τήν ρθοδοξίαν τν ρχιερέων το Οκουμενικο θρόνου γράφει νεαρός τότε πανεπιστημιακός: «ς πρός τό φρόνημα μως γεσία τς κκλησίας τς Κωνσταντινουπόλεως εναι γιεστάτη καί νεπίληπτος», δέ προσωπικότης το θηναγόρα «γράφη χρυσος γράμμασιν ες τάς σελίδας τς ρθοδόξου στορίας» (.α., 457). μνολογν περαιτέρω τόν θηναγόραν υοθετε καί παραθέτει ατουσίας τάς πόψεις το οκουμενιστο καθηγητο το Ρωσικο νστιτούτου το γίου Σεργίου τν Παρισίων π. Elir Melia: « Πατριάρχης τίποτε δέν θυσίασεν πό τήν ρθόδοξον Πίστιν, λλ’κ τν νδον της ρθοδόξου Πίστεως νεκάλυψε δί’μς τήν δόν τς καθολικς γάπης καί το ζωτικο δημιουργικο δυναμισμο τς» (.α. 457).

ν συνέχει, φο δυναμικός συγγραφεύς ναφέρει ρισμένας ρθς πόψεις περί το θέματος τς διακοινωνίας, το τότε Μητροπολίτου Φιλαδελφείας Βαρθολομαίου, καταλήγει ς ξς : «Θά σκιρτον ναμφιβόλως α γιαι ψυχαί τν Μάρκου φέσου το Εγενικο καί Γενναδίου το Σχολαρίου καί τν λλων ρθοδόξως γετν, διότι κατέλιπον τοιούτους διαδόχους, τούς ποίους μως π. ουστίνος, πού στηριζόμενος γνοομεν, θέλει ς Φλωρεντιανούς»!!! Σημειωτέον τι κ. Βαρθολομαος γραφε τότε περί τς «γίας καί Μεγάλης Συνόδου τς κατ’νατολς γίας ρθοδόξου κκλησίας», τι : «Πρόκειται λοιπόν περί Συνόδου τν ρθοδόξων ποκλειστικς, χωρίς φυσικά τοτο νά αρει τήν δυνατότητα προσκλήσεων Παρατηρητν κ τν ν λόγ έτεροδόξων κκλησιν καί μολογιν κατά τό θετικόν παράδειγμα καί τό ετυχές προηγούμενον τς Β’ Βατικανς Συνόδου, περ πέτρεψεν ες τάς ρθοδόξους κκλησίας τήν πί τν ργασιν τς Συνόδου νημέρωσιν ξ σφαλος πηγς» (Χαριστήρια ες τιμήν το Μητροπολίτου γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, Πατριαρχικόν δρυμα Πατερικν Μελετν, Θεσσαλονίκη, 1977, σσ. 157-158).

Τά γεγονότα μως δικαίωσαν πλήρως τόν μακαριστόν π. ουστνον, ν κ. Βαρθολομαος πεδείχθη χι μόνον Φλωρεντιανός, λλά καί λατινόφρων καί κακόδοξος, πργμα τό ποον λοι σοι σχολοντο μέ τά κκλησιαστικά θέματα γνώριζαν πό τότε. Διό καί δικαίως στορικός του μέλλοντος θά τόν κατατάξη ες τήν χορείαν τν λατίνων πατριαρχν Κωνσταντινουπόλεως σιδώρου, πρώην Ρωσίας, καί Βησσαρίωνος, πρώην Νικαίας, Μητροφάνου καί Γρηγορίου τς Μαμμς.

 πειδή τό περιοδικόν «Κληρονομία» ερίσκεται ες πολλς βιβλιοθήκας το σωτερικο καί το ξωτερικο, καλόν καί ρθόν καί δίκαιον θά το, άν προικισμένος πανεπιστημιακός διδάσκαλος δημοσίευεν ες τό γκριτον περιοδικόν «Θεοδρομία» νέαν θεολογικήν ξιολόγησιν το πομνήματος. Ατό θά εναι τό καλύτερον μνημόσυνον ες τόν σιον Γέροντα π. ουστίνον Πόποβιτς.

            Μ.Π.

 

11 Μαϊου 2011-Μωκίου ερομάρτυρος, Κυρίλλου και Μεθοδίου τν Θεσσαλονικέων καί φωτιστν τν Σλάβων. πεύθυνος λης Μάριος Ι. Πηλαβάκης. Τόπος κδόσεως: Θεσσαλονίκη.

 

https://www.markoseugenikos.gr/index.php?name=aster_tes_efesou_t31