Ο 15ος ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ και μερικές απαραίτητες παρατηρήσεις.


Ο κανόνας έχει ΔΥΟ ΜΕΡΗ και αρχίζει ως εξής:

 

«Τὰ ὁρισθέντα ἐπὶ πρεσβυτέρων καὶ ἐπισκόπων καὶ μητροπολιτῶν, πολλῷ μᾶλλον καὶ ἐπὶ πατριαρχῶν ἁρμόζει.

ΜΤΦ Εκείνα όπου οι ανωτέρω Κανόνες όρισαν περί Επισκόπων και Μητροπολιτών, πολύ περισσότερο ισχύουν (είναι αρμόδια) και για τους Πατριάρχες.

 

 

 

Στο πρώτο μέρος γράφει :

Ὥστε, εἴ τις πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκοπος ἢ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρὸς τὸν οἰκεῖον πατριάρχην κοινωνίας καὶ μὴ ἀναφέρει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὡρισμένον καὶ τεταγμένον, ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλὰ πρὸ ἐμφανείας συνοδικῆς καὶ τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει, τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

ΜΤΦ. Ώστε, όποιος πρεσβύτερος  ή επίσκοπος ή μητροπολίτης τολμήσει να σταματήσει την (εκκλησιαστική) κοινωνία με τον πατριάρχη στον οποίο υπόκειται και δεν τον μνημονεύει ονομαστικώς, όπως είναι ορισμένο και διατεταγμένο, στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας αλλά κάνει σχίσμα πριν από συνοδική σύγκληση και οριστική καταδίκη, αυτόν όρισε η αγία Σύνοδος (εννοεί την πρωτο-δευτέρα επί Φωτίου) να μην ιερουργεί καθόλου, εφ’ όσον ελεγχθεί αν όντως παρανόμησε.

 

 

 

Καὶ ταῦτα μὲν ὥρισται καὶ ἐσφράγισται περὶ τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καὶ σχίσμα ποιούντων καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων.

-------------------------------------------------------------------------------

ΜΤΦ. Και, βέβαια, αυτά έχουν μεν ορισθεί και θεσμοθετηθεί για εκείνους που βρίσκουν πρόφαση να διακόψουν κοινωνία για πράγματα (αμαρτήματα) που εγκαλούνται οι δικοί τους ποιμένες και κάνουν σχίσμα και έτσι διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας.

 

 

Στο δεύτερο μέρος του 15 ου κανόνα τα παρακάτω.

§. Οἱ γὰρ δι᾿ αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾿ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Εκείνοι όμως που εξ αιτίας κάποιας αιρέσεως, η οποία καταδικάσθηκε από Άγιες Συνόδους και Πατέρες, ξεχώρισαν τον εαυτό τους από την (εκκλησιαστική) κοινωνία με τον ποιμένα τους, επειδή ακριβώς κήρυττε την αίρεση δημόσια και απροκάλυπτα, δηλαδή ξεδιάντροπα, αυτοί, όχι μόνο δεν υπόκεινται σε κανονικό επιτίμιο με το να αποτειχίζονται από την κοινωνία και προ συνοδικής σχετικής εξέτασης από τον κατ’ όνομα μόνο επίσκοπο αλλά πρέπει και να τους αποδοθεί τιμή που τους αξίζει!

Οὐ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».

 

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Διότι, όχι επισκόπους αλλά σε ψευδεπισκόπους και σε ψευδοδιδασκάλους εναντιώθηκαν για αίρεση και δεν κατατεμάχισαν με σχίσμα την ενότητα της Εκκλησίας αλλά έδειξαν εγρήγορση να γλιτώσει η Εκκλησία από σχίσματα και αντιμαχόμενες μερίδες (εξαιτίας του σκανδαλισμού)!

Πώς φαίνεται ότι ο κανόνας δεν είναι δυνητικός, αλλά ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΣ ;;

1. Οι  φράσεις και οι λέξεις σ’ αυτές τις φράσεις: «Τὁρισθέντα», «κατὰ τὡρισμένον καὶ τεταγμένον», « ὥρισεν ἁγία σύνοδος», «ταῦτα μὲν ὥρισται καἐσφράγισται»

δεν αφήνουν περιθώρια να δεχθούμε ως προαιρετικό και δυνητικό τον κανόνα αλλά  με υποχρεωτικό χαρακτήρα και νόημα! ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΝΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ.

2.Ο κανόνας αυτός, όπως φαίνεται στο Πηδάλιο βρίσκεται σε άμεση σχέση με τον Β κανόνα της «εν ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ ΣΥΝΟΔΟΥ», που μας λέγει ότι «…Ει δε φανείη τις των επισκόπων, ή πρεσβυτέρων, ή διακόνων, ή τις του κανόνος τοις ακοινωνήτοις κοινωνών, και τούτον ακοινώνητον είναι, ως αν συγχέοντα τον κανόνα της Εκκλησίας».

ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΟΣ θεωρείται ο αιρετικος επίσκοπος, πρεσβύτερος και  διάκονος.

3.Προκειμένου να αντιληφθούμε την σωτηριολογική διάσταση του κανόνα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει αίρεση, ποιος είναι ο αιρετικός και τι σημαίνει ΜΟΛΥΣΜΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ και αν σήμερα ΕΊΝΑΙ  αιρετικοί οι επίσκοποι και οι  Σύνοδοι.που αποδέχτηκαν την Κολυμπάριο Ψευτο-Σύνοδο;;

Αίρεση είναι η απόκλιση από την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας, η οποία περιέχεται στην Αγ. Γραφή και στην (σ.τ.κ.: λοιπή) Ιερά Παράδοση, όπως διατυπώθηκε στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, και η εμμονή σ' αυτήν, ή η προσχώρηση σε μία ήδη καταδικασμένη αιρετική ομολογία.

Οι Προκαθήμενοι και οι Αρχιερείς που ανήκαν στις αντιπροσωπείες των δέκα (10) Αυτοκέφαλων Εκκλησιών  Στην Κρήτη το 2016 διέπραξαν το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα της ΑΙΡΕΣΕΩΣ, διότι οι εν λόγω Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ψήφισαν τη δογματική απόφαση με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία περιλαμβάνει δογματικές αλλοιώσεις του Συμβόλου της Πίστεως. 

Α – Αναγνωρίζουν  τον Παπισμό ως Εκκλησία εντασσόμενη στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», χωρίς οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί του να μετανοήσουν για τις πλάνες τους, το μη προβλεπόμενο στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και στο Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο  «δογματικό» πρωτείο επισκοπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας, το filioque (που έχει καταδικαστεί από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο και το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο της Πίστεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον… το εκ του Πατρός εκπορευόμενον…», τη νεοπλατωνική, αυγουστίνια, σχολαστική, θεολογία η οποία δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα της θεραπευτικής μεθόδου της κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης κλπ. Σημειωτέον ότι ο Παπισμός έχει καταδικαστεί δογματικά από τουλάχιστον δεκαπέντε (15) Συνόδους, Οικουμενικές, Αγίες και Μεγάλες ή Ενδημούσες, ετών 879, 1009, 1054, 1341, 1347, 1351, 1441, 1443, 1450, 1484, 1722, 1727, 1838, 1848 και 1895. Γι’ αυτούς τους λόγους είναι ανίσχυρες 1) οι Εγκύκλιοι του 1902 και ιδίως του 1920, όταν οι αιρετικοί (ή ετερόδοξοι), για πρώτη φορά σε Ορθόδοξα εκκλησιαστικά κείμενα (ή δογματικά και συμβολικά μνημεία), ονομάστηκαν «αναδενδράδες (= κλάδοι) του Χριστιανισμού» και «Εκκλησίες», 2) η άρση της ακοινωνησίας με τους Παπικούς (με τον παραπλανητικό ως προς τους Ορθοδόξους τίτλο «άρση αναθεμάτων») του 1965, και 3) το Κείμενο του Μπαλαμάντ του 1993 της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής Παπικών και Ορθοδόξων, με το οποίο διαπιστώνεται ότι ο Παπισμός δεν είναι αίρεση, αλλά «αδελφή Εκκλησία» με έγκυρα μυστήρια.

Β – Αναγνωρίζουν, μαζί με τον Παπισμό, και τις λοιπές αιρέσεις, Μονοφυσίτες, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και λοιπούς Προτεστάντες ως Εκκλησίες εντασσόμενες στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Σημειωτέον ότι ο Μονοφυσιτισμός έχει καταδικαστεί από την Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους και συνεπώς, ως προσκρούουσα σε αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους, είναι  ανίσχυρη η Β΄ Κοινή Δήλωση του Σαμπεζύ το 1990, η οποία διαπιστώνει δήθεν χριστολογική συμφωνία με τους μονοφυσίτες.

Γ – Αναγνωρίζουν  το Παγκόσμιο Συμβούλιο των «Εκκλησιών», τα κείμενά του και τους σκοπούς του, ήτοι:

1) Ότι εν λόγω Παγκόσμιο Συμβούλιο είναι «Αδελφότητα Εκκλησιών», στη βάση της ισότητας ως προς την κατεχόμενη από αυτές θεολογική αλήθεια (αρθ. 1 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. όταν μια Εκκλησία (ορθόδοξη ή προτεσταντική) γίνει μέλος του Π.Σ.Ε. αναγνωρίζει ως Εκκλησίες τις λοιπές ορθόδοξες ή προτεσταντικές Εκκλησίες – μέλη.

2) Ότι οι «Εκκλησίες – μέλη του» (12 Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και περίπου 340 Προτεσταντικές «Εκκλησίες») έχουν στόχο την ορατή ενότητά τους, η οποία είναι διαφορετική από την ενότητα εν Χριστώ των Ορθοδόξων Εκκλησιών (αρθ. 3 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. έχουν ως στόχο τους την ενότητα της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» ή της Πράσινης Παγκόσμιας Θρησκείας του Σατανά, με βάση τη λεγόμενη «βαπτισματική θεολογία» (του Κειμένου Β.Ε.Μ. της Λίμα – Περού το 1982 για μερική αποδοχή των ετερόδοξων τελετών βαπτίσματος, ευχαριστίας και ιερωσύνης), δηλ. την ένταξη στην ακόμη αόρατη αδιαίρετη Εκκλησία «Εκκλησία του Οικουμενισμού» («θεολογία της ενωμένης αόρατης, αλλά διαιρεμένης ορατής Εκκλησίας») των Χριστιανών εν γένει μέσω βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος χωρίς να απαιτείται ούτε ο κανόνας του τύπου της τριπλής κατάδυσης στο νερό ούτε η ακριβής Ορθόδοξη πίστη. Η μεν  «θεολογία της αδιαίρετης αόρατης Εκκλησίας» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», η δε «βαπτισματική θεολογία» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών».

 Το εκκλησιολογικό κείμενο «Προσκεκλημένοι να είμαστε η Μία Εκκλησία (= του Οικουμενισμού) (Called to be the One Church)» της 23-2-2006 της Θ΄ Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών» στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας το 2006, το οποίο αποδέχθηκε η πλειονότητα των Ορθοδόξων εκπροσώπων, αμφισβητεί και προσβάλλει δογματικά το άρθρο της Πίστεως «Εις Μίαν… Καθολικήν… Εκκλησίαν» και συγκεκριμένα τις ιδιότητες της «Μίας» (δηλ. της ενότητας στην πίστη των τοπικών ορθοδόξων εκκλησιών) και της «Καθολικής» (δηλ. της πληρότητας της πίστης). Διότι οι εν λόγω  Ορθόδοξοι εκπρόσωποι αποδέχθηκαν το εν λόγω κείμενο το οποίο προβλέπει:

1 – Η Ορθόδοξη Εκκλησία , της οποίας δώδεκα (12) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι μέλη του Π.Σ.Ε., δεν αποτελεί καθ’ εαυτήν την Καθολική Εκκλησία, αλλά η Καθολική Εκκλησία ταυτίζεται με την «Εκκλησία του Οικουμενισμού». Κατά την παρ. 6 του εν λόγω εκκλησιολογικού κειμένου, «… Κάθε εκκλησία (είτε ορθόδοξη είτε προτεσταντική) είναι η Καθολική Εκκλησία, αλλά δεν είναι το σύνολο αυτής. Κάθε εκκλησία (Ορθόδοξη ή προτεσταντική) εκπληρώνει την καθολικότητά της σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Επιβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ορατά στη συμμετοχή στη θεία κοινωνία και σε αμοιβαία αναγνωρισμένους και συμφιλιωμένους (δηλ. χωρίς ακριβή Ορθόδοξη πίστη) κληρικούς» (“… Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches. We affirm that the catholicity of the Church is expressed most visibly in sharing holy communion and in a mutually recognized and reconciled ministry”).

2 – Είναι θεμιτή η ύπαρξη ποικιλίας δογμάτων μέσα στην «Εκκλησία του Οικουμενισμού», δηλαδή η ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα των πίστεων (unity in diversity), ήτοι η περιεκτικότητα των πίστεων (comprehensiveness) αντί της αποκλειστικότητας της ακριβούς Ορθόδοξης πίστης (exclusiveness). Κατά την παρ.5 του ίδιου εκκλησιολογικού κειμένου, «… Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές αφετηρίες και ένα φάσμα απόψεων για τη σχέση της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» με τις εκκλησίες (μέλη του ΠΣΕ, ορθόδοξες ή προτεσταντικές). Μερικές διαφορές εκφράζουν .. την καλοσύνη… Άλλες διαφορές διαιρούν την «Εκκλησία του Οικουμενισμού», αυτές πρέπει να υπερπηδηθούν… έτσι ώστε ο χωρισμός και η απόκλιση να μην έχουν την τελευταία λέξη…» (… We acknowledge that there are different ecclesiological starting points, and a range of views on the relation of the Church to the churches. Some differences express… goodness… Other differences divide the Church, these must be overcome… so that separation and exclusion do not have the last word”).  

 

 

 


Σχόλια