Γιατί οι Εκκλησίες μας μένουν άδειες

Παναγιώτης Κ. Γεωργιόπουλος 


Ελάχιστες φορές θυμάμαι τον εαυτό μου τα τελευταία 25 χρόνια να μην έχω βρεθεί στην εκκλησία μια Κυριακή. Όπου κι αν ταξίδεψα, πάντα υπήρχε ένας ορθόδοξος ναός για να ζήσω τη Θεία Λειτουργία. Όταν μου ζητήθηκε να σταχυολογήσω κάποιες σκέψεις για τους λόγους που οι εκκλησίες μας αδειάζουν, συνειδητοποίησα ότι ποτέ δεν είχα αποκρυσταλλώσει το γιατί. Ίσως γιατί το θεωρούσα σχεδόν αυτονόητο.

Ο άνθρωπος που τολμά να μπει

Στις δύσκολες στιγμές της ζωής του, κάποιος αποφασίζει να περάσει το κατώφλι μιας εκκλησίας. Θέλει να καθίσει κάτω από τον Παντοκράτορα με σκυμμένο το κεφάλι, αναζητώντας την ησυχία ενός άδειου ναού. Εκεί όμως, αργά ή γρήγορα, θα συναντήσει εμάς· τους εκκλησιαζόμενους.

Ο φαρισαϊσμός των «εντός»

Με το βλέμμα του Φαρισαίου στρεφόμαστε προς τον «τελώνη» που μπαίνει διστακτικά. Τον σχολιάζουμε, ρωτάμε τον διπλανό μας αν τον έχει ξαναδεί. Ασυνείδητα συχνά αναπαράγουμε την αυτάρεσκη προσευχή του Φαρισαίου: «Θεέ μου, σε ευχαριστώ που δεν είμαι σαν κι αυτόν». Χωρίζουμε τον κόσμο σε «εντός» και «εκτός Εκκλησίας». Αναιρούμε την εντολή του Χριστού να είμαστε ένα, υψώνοντας τείχη. Έτσι, το καταφύγιο που αναζητούσε ο συνάνθρωπός μας μετατρέπεται σε χώρο αφιλόξενο, που εντείνει τη μοναξιά του.

Το Ευαγγέλιο που κρύβουμε

Αν ο άνθρωπος επιμείνει και μείνει «εντός», θα ακούσει συχνά διδασκαλίες ανθρώπινες, φορτωμένες με φόβο και ενοχές. Έναν Θεό θυμωμένο, που απειλεί και τρομοκρατεί. Ένα κήρυγμα που δυσκολεύεται να αγγίξει την ελευθερία του Ευαγγελίου. Και το ίδιο το Ευαγγέλιο — το ωραιότερο βιβλίο του κόσμου — συχνά μένει ακατανόητο, καθώς αναγιγνώσκεται μόνο στο πρωτότυπο, χωρίς να ακολουθεί νεοελληνική απόδοση. Οι επιστολές του Παύλου, τόσο παρεξηγημένου στις μέρες μας, γίνονται δυσπρόσιτες. Έτσι, αντί να φωτίζουμε τον Λόγο, τον κρύβουμε πίσω από φόβους μήπως «αλλάξουμε ένα γιώτα ή μία κεραία».

Η Θεία Κοινωνία ως εμπόδιο

Καλλιεργούμε την αίσθηση ότι η Θεία Κοινωνία δεν επιτρέπεται συχνά· ότι πρέπει να προετοιμαστείς για να «αξίζεις». Λες και ποτέ θα μπορούσε κανείς να «αξίζει» το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Έτσι μετατρέπουμε το μεγαλύτερο δώρο σε εμπόδιο, προσθέτοντας ενοχές. Και αναρωτιέμαι: Αν δεν πρόκειται να κοινωνήσω — να γίνω δηλαδή ένα με τον Χριστό, όπως μου το ζήτησε στο Μυστικό Δείπνο — γιατί να έρθω στην εκκλησία;

Τα συναλλακτικά μυστήρια

Όταν προσερχόμαστε για τα μυστήρια, συχνά συναντούμε την συναλλακτική όψη της Εκκλησίας. Το κατανοώ εν μέρει, λόγω των οικονομικών δυσκολιών και του κόστους συντήρησης των ναών. Όμως αυτή η στάση αφήνει μια πικρή γεύση: αντί να γεννηθεί σχέση με την Εκκλησία, κυριαρχεί η αίσθηση ότι «εάλω και αυτή η Πόλις» με το χρήμα.

Ο σφιχτός εναγκαλισμός με το κράτος

Τέλος, οι πολίτες παρατηρούν και βιώνουν τον σφιχτό εναγκαλισμό κράτους και Εκκλησίας. Κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να κάνει η Εκκλησία στο ποιμνίο της είναι να πάψει να είναι κοσμική· να πάψει να στηρίζει ελπίδες και επιδιώξεις σε πόλους εξουσίας. Αν αυτή είναι η καθημερινότητα μας «εκτός» Εκκλησίας, γιατί κάποιος να τη ζήσει και «εντός» Εκκλησίας;

Κλείνουμε την πόρτα

Το αποτέλεσμα; Όπως είπε ο Χριστός: «Ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν.» Δεν αφήνουμε τους ανθρώπους να μπουν, κι εμείς οι ίδιοι στην ουσία δεν είμαστε εκεί. Γιατί πάμε σε έναν χώρο από τον οποίο έχουμε εκδιώξει τον ίδιο τον Χριστό.

Για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά

Ευτυχώς, «παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστιν, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά». Ο Θεός έχει για τον καθένα μας τον δικό Του δρόμο. Κι αν εμείς σηκώνουμε τείχη προς τους συνανθρώπους μας και προς Αυτόν, Εκείνος ξέρει να τα γκρεμίζει.

Αμήν.

ΠΗΓΗ.https://orthodoxia.info/

Ο Παναγιώτης Κ. Γεωργιόπουλος είναι ανώτατο στέλεχος σε συστημική τράπεζα. Έχει σπουδάσει στο University of Michigan και στο ΕΜΠ και έχει διατελέσει CEO και ανώτατο στέλεχος σε μεγάλες εταιρείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Σχόλια