Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Έγνων εν Άρτη άνθρωπον του Θεού.(Ένα μικρό αφιέρωμα στον μακαριστό π.Αθανάσιο Φακίνο)



visit counter

Πρωτοπρεσβυτέρου  Δημητρίου Αθανασίου
asdfΕικόνα s 040 copyΗ σύγχρονη ποιμαντική ωφελείται τα μέγιστα αν αναζητά  μέσα στο ιστορικό «παρόν» της Εκκλησίας, πρότυπα  στους δρόμους της διακονίας του λαού του Θεού.Γράφει χαρακτηριστικά  ένας από τους σύγχρονους υπηρέτες του ποιμαντικού στοχασμού.«…πολλά ρυάκια ποτίζουν το πνευματικό έδαφος της πατρίδος μας, όχι μόνο τα παλιότερα χρόνια, αλλά και κατά τους τελευταίους δύσκολους καιρούς. Τα περισσότερα από αυτά είναι άγνωστα, οι πολλοί δεν τα προσέχουν και οι αρμόδιοι δεν τα παρουσιάζουν… Κοινό γνώρισμά τους είναι ότι αγάπησαν ιδιαίτερα τον Σαρκωμένο Θεό, ένιωσαν βαθιά το μήνυμά του και προσπάθησαν να το μεταδώσουν ζωντανό στον διψασμένο κόσμο…Κάτι τέτοιες πνευματικές καταβολές πρέπει να τις προσέχει ιδιαίτερα η ιστορία και η ιστοριογραφία.Η τελευταία δεν συντίθεται μόνο από το υλικό επισήμων αρχείων και διοικητικών πράξεων. Την υφαίνουν μάλλον οι ήρεμες και γόνιμες  προσφορές των αληθινών εκείνων ανθρώπων που λαχτάρησαν τον Θεό κι έζησαν γνήσια το Ευαγγέλιο και το μετέδωσαν ως Ορθοδοξία και Ορθοπραξία..» (π.ΗλίαςΜαστρογιαννόπουλος).
Ο ερευνητής στέκεται με σεβασμό και ευλάβεια στα άγνωστα αυτά «ρυάκια», τους πατέρες αυτούς δηλαδή που προικισμένοι με το χάρισμα της πνευματικής αναγέννησης και καθοδήγησης ψυχών, υιοθέτησαν το ορθόδοξο ήθος των παλιότερων και έγιναν σύγχρονοι πατέρες, σύμβουλοι της νεοελληνικής οικογένειας, ποτίζοντας με τα νάματα της Χάριτος του Χριστού ανθρώπινες διψασμένες ψυχές.Οι ιερές  μνήμες της ζωής τους λειτουργούν στην συνείδησή μας παραμυθητικά, θεραπευτικά, διδακτικά και αναζωογονητικά.Στην κατηγορία αυτή των νεότερων καθηγητικών μορφών, που συνέχισαν την μακραίωνη παράδοση της πνευματικής πατρότητας, ανήκει και η προσωπικότητα του πολυσέβαστου μακαριστού Γέροντος π. Αθανασίου Φακίνου.Ό,τι γράφεται στην συνέχεια είναι μία πρώτη προσπάθεια σκιαγράφησης της πνευματικής προσωπικότητας του μακαριστού Γέροντα. Βασίζεται αποκλειστικά σε προσωπικές εμπειρίες και πληροφορίες του γράφοντα,χωρίς  την παρουσίαση γεγονότων, μαρτυριών  και εμπειριών άλλων προσώπων για την αποφυγή ποικίλλων παρεξηγήσεων και ενστάσεων.
Έτσι δεν παρουσιάζουμε το χάρισμα της προσευχής, το χάρισμα των ιαμάτων από σοβαρές πνευματικές ασθένειες και άλλα χαρίσματα του Γέροντα. Ίσως μελλοντική έρευνα και καταγραφή μάς δώσει την ευκαιρία να γνωρίσουμε και αυτές τις πτυχές της προσωπικότητας του μακαριστού πατρός.
Γι’ αυτό λοιπόν, εκ προοιμίου, η προσπάθεια αυτή είναι ΑΤΕΛΗΣ.
Αποτελεί όμως μία πρώτη απόπειρα σκιαγραφήσεως της πνευματικής-ποιμαντικής φυσιογνωμίας του μακαριστού Γέροντα.
Αυτό πιστεύουμε ότι επιβάλλεται στις μέρες μας, καθότι τέτοιες  προσωπικότητες αποτελούν σύγχρονο πνευματικό θησαύρισμα  και ο τρόπος της διακονίας τους αποτελεί παρακαταθήκη ζωής και μεγάλη πνευματική κληρονομιά προς αξιοποίηση  και  για εκείνους που συνεχίζουν το έργο τους και για όσους τις γνώρισαν.
Η έννοια του Γέροντος
Αρχικά η έννοια και ο θεσμός του Γέροντος ή Αββά ήταν συνδεδεμένος με τον μοναχικό βίο. Ο κάθε υποψήφιος ή δόκιμος μοναχός(ο υποτακτικός) είχε τον Γέροντά του δηλ.έναν έμπειρο και σοφό παλιότερο μοναχό για να τον καθοδηγεί στον ασκητικό βίο. Σε αυτόν όφειλε απόλυτη υπακοή.
Κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες ο όρος «Γέροντας» έκανε δυναμικά την εμφάνισή του και με διαφορετική από την καθιερωμένη έννοια. Αποδόθηκε σε μοναχούς ή ιερομονάχους (αλλά και σε εγγάμους πρεσβυτέρους)  των οποίων η πνευματική επίδραση επεκτάθηκε σε μικρότερο ή ευρύτερο  κύκλο και εκτός των μονών ή των Ησυχαστηρίων τους, των οποίων ο ένθεος βίος, η δράση τους και τα χαρίσματά τους έτυχαν της αποδοχής μεγάλου αριθμού χριστιανών.
Ο καθηγητής Ευάγγελος Λέκκος σημειώνει τα εξής στοιχεία, που συνετέλεσαν στην εμφάνιση του φαινομένου αυτού.
1.«Όλοι τους αγωνίστηκαν σκληρά στον πνευματικό στίβο με προσευχές, νηστείες, ασκήσεις, υπακοή και ακτημοσύνη.
2.Καρπός αυτών των αγώνων υπήρξε η επίσκεψη της Θείας Χάριτος και η προίκισή τους με ποικίλα χαρίσματα, ένα από τα οποία ήταν το διορατικό. Το χάρισμα αυτό τους καθιστά ικανούς να διεισδύουν στην συνείδηση του ανθρώπου, να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα και τις σκέψεις, να κάνουν διάγνωση πνευματικών ασθενειών κ.λ.π.
3.Αρκετοί από αυτούς έγραψαν ή είπαν λόγια απλά μεν αλλά συγχρόνως σοφίας αποστάγματα, που καταγράφτηκαν ποικιλοτρόπως και αποτελούν προσφιλές ανάγνωσμα πολλών χριστιανών»
Η κοίμηση του π.Αθανασίου
Την Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013 η στρατευομένη τοπική Εκκλησία της Άρτας απώλεσε ένα εκλεκτό της μέλος και την Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013 προέπεμψε στο αιώνιο ταξίδι τον π. Αθανάσιο Φακίνο. Τον oπλίτη και γενναίο αξιωματικό «παρατάξεως Κυρίου», τον κατακτητή των καρδιών, τον σοφό και συνετό γέροντα  με  την γλυκύτητα της απλότητας και την θερμότητα της οικειότητας, τον πνευματικό πατέρα με την συγκινητική μειλιχιότητα.
Ο Κύριος τον κάλεσε κοντά Του. Και εκείνος “ έτεινεν ευήκοον το ούς “, έκανε υπακοή, όπως πάντοτε, στην κλήση του Κυρίου Του και έσπευσε αθόρυβα, καρτερικά, ταπεινά και ειρηνικά για να αναπαυθεί στην πατρική Του αγκαλιά με την προσδοκία της αναστάσεως και της ζωής του μέλλοντος αιώνος κάνοντας πράξη τους παύλειους λόγους  «Εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» ( Φιλ. Α’, 21) και «εάν τε ζώμεν εάν τε αποθνήσκομεν, του Κυρίου εσμέν» (Ρωμ. 14, 8) και γνωρίζοντας καλά τους λόγους αυτούς  του Αγίου Μαξίμου του ομολογητού «Σκιά θανάτου εστίν η ανθρώπινη ζωή. Ει τις ούνεστι μετά του Θεού και Θεός μετ’αυτούεστιν, ούτως δύναται ειπείν εναργώς το, εάν και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’εμού ει».
Πορεία διακονίας
IEROMONAXOS FAKINOS
Ο π.Αθανάσιος, κατά κόσμον Μιχαήλ Φακίνος, γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου το 1935 στο Μαρούσι Αττικής.
Πτυχιούχος της Μέσης Εμπορικής Σχολής Αθηνών και του Ανωτέρου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου Πατρών, χειροτονήθηκε  Διάκονος την 26ην Οκτωβρίου 1965, Πρεσβύτερος δε την 5ην Δεκεμβρίου 1965 από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη  Άρτης Ιγνάτιο  Γ΄, του οποίου υπήρξε άμεσος συνεργάτης επί σειρά ετών, διακονώντας την τοπική Εκκλησία τόσο στον πνευματικό τομέα, όσο και στο Διοικητικό μιας και διετέλεσε  Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως  Άρτης. Ο ίδιος διηγείται:
«Από το 1965, όπου εγκατέλειψα την Δ.Ε.Η και μέχρι το τέλος του έτους 2000  υπηρέτησα την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος στην Ιερά Μητρόπολη Άρτας, ακολουθώντας τα βήματα του σεπτού και αξίου Ιεράρχου Αργολίδος κ.κ.Ιακώβου, εξ Αμαρουσίου καταγομένου, τότε Ιεροκήρυκος της Ι.Μ.Άρτης, μετά του οποίου τα έτη 1957-1962 είχαμε στο Μαρούσι αρκετά σοβαρή και αγαστή συνεργασία στα Κατηχητικά σχολεία, Ομάδες, Κύκλους,  Κατασκηνώσεις κ.λ.π. Έτσι αντί να πάω στην Λάρισα, όπου από επταετίας ήδη ευρίσκετο ο 1ος των Καππαδοκών π.ΑθανάσιοςΜυτηλιναίος,  προτίμησα την Άρτα, όχι γιατί δεν μου άρεσε η Λάρισα, αλλά γιατί μου άρεσε η Δυτική Ελλάδα από την Ανατολικήν. Έτσι λοιπόν ως τρίτος Καππαδόκης έμεινα κοντά στον δεύτερο Καππαδόκη, τον αγαπητόν μου π.Ιάκωβο τον οποίο εκτιμώ βαθύτατα, καίτοι αργότερον ευρέθημεν και πάλι απομακρυσμένοι….
argolid7
Από το έτος 1965 έως και του έτους 2000 υπηρέτησα:
-Ως έκτακτος εφημέριος των ενοριών Αγ.Κων/νου Χαλκιάδων, Αγ.Γεωργίου Κομποτίου, Παντοκράτορος Άρτας, Αγ.Γεωργίου Άρτας,  Αγ.Θεοδώρας Άρτας, Κυψέλης Άρτας καθώς και της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Άρτας.
-Ως έκτακτος εφημέριος και ηγούμενος των Ιερών Μονών Θεοτοκίου και Μελατών.
-Ως Κατηχητής των κατηχητικών σχολείων κατωτέρου, μέσου και ανωτέρου.
-Ως έκτακτος και αναπληρωματικός ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτας.
-Ως εξομολόγος και πνευματικός σε όλες τις ενορίες της Μητροπόλεως και των Ιερών γυναικείων Μονών της.
-Ως ομαδάρχης, υπαρχηγός και αρχηγός των εκκλησιαστικών κατασκηνώσεων.
-Ως ταμίας-μέλος και έκτακτος πρόεδρος του Γενικού Φιλοπτώχου ταμείου της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτας.
-Ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως Άρτης.
-Ως μέλος της  Εκκλησιαστικής  αντιπροσωπείας  κατά την μετακομιδή των λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού από την Ρωσία στο Άγιο Όρος.
Πτυχές της πνευματικής του προσωπογραφίας
1 copy
«Ιδού τούτο έγνωκα, ότι συ άνθρωπος ει του Θεού,  και ρήμα Κυρίου εν τω στόματί σου αληθινόν (Γ  Βας. ιζ , 24).
Το χωρίο  αυτό, αποτυπώνει ανάγλυφα, κατά τον καλύτερο  τρόπον το κυρίαρχο στοιχείο
της προσωπικότητας του μακαριστού γέροντα Αθανασίου.
«Ιδού τούτο έγνωκα, ότι συ άνθρωπος ει του Θεού, και ρήμα Κυρίου εν τω στόματί σου αληθινόν» (Γ  Βασ. ιζ , 24). Γιατί τι άλλο μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν; Τι άλλο παρά το ότι ο αοίδιμος υπήρξε άνθρωπος του Θεού «πορευόμενος εν αληθεία και κηρύττων ου λόγοιςμόνοις, αλλά και έργοις και πράξεσι »το Ευαγγέλιον της σωτηρίας.
Ο  μακαριστός Γέροντας Αθανάσιος, «λευκανθείς ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ διακονίᾳ», διήλθε την ζωή  του, σύμφωνα με τον Αποστολικό λόγο, κατάλληλα προσαρμοζόμενο
“ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν ΠνεύματιἉγίῳ, ἐν ἀγάπῃἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳἀληθείας, ἐν δυνάμειΘεοῦ, διά τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καίἀριστερῶν, διά δόξης καί ἀτιμίας, διά δυσφημίας καί εὐφημίας, ὡς πλάνος καί ἀληθής, ὡς ἀγνοούμενος καί ἐπιγινωσκόμενος, ὡς ἀποθνήσκων καί ἰδού ζῶν, ὡς παιδευόμενος καί μή θανατούμενος” (Πρβλ. Β´ Κορ. 6, 4-9),.
Η ζωή του ήταν γεμάτη από διακυμάνσεις, πολύ αγώνα και διαρκείς θυσίες.
Από τα  77 χρόνια  της επίγειας  πορείας  του , οι 40  ήταν χρόνοι εκκλησιαστικής  διακονίας. Μιας διακονίας « ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν ὑψηλῇ αἰσθήσει τοῦ καθήκοντος καὶ ἐν πλησμονῇ ἀγάπης διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὸν ἄνθρωπον»  είτε από την θέση του Ιεροκήρυκα, είτε από την θέση του εξομολόγου-πνευματικού.
Μίας διακονίας σταυροαναστάσιμης, πλήρους χαρμολύπης , «ἐν δυνάμει Θεοῦ, … διὰ δόξης κα ὶἀτιμίας» (Β΄ Κορ. 6: 7-8),όπως είναι η διακονία των γνησίων εργατών του Ευαγγελίου, των πιστών οικονόμων της Χάριτος.
Ο χαρακτήρας του Γέροντα
Σαν χαρακτήρας  διακρινόταν για την κατά Χριστό  ταπείνωση, και για τις συναφείς προς αυτή αρετές της σεμνότητας, της προσήνειας, της ειλικρινείας και της γνησιότητας.
Μεγάλη υπήρξε  εν προκειμένω και η επίδραση των ευλαβών και ευσεβών γονέων του  στον χαρακτήρα του, οι οποίοι του  μετέδωσαν από την παιδική  ηλικία  την γνήσια ορθόδοξη ρωμαίικη  πίστη ζωή, παράδοση και ευλάβεια.
Ο μακαριστός Γέροντας Αθανάσιος ήταν  αρχοντικός, ευγενής, μειλίχιος, πράος « και ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», σώφρων και συνετός, φίλεργος, υπομονετικός, καρτερικός, φιλόστοργος, ανεξίκακος, , συνεπὴς στὰ ιερὰ καθήκοντα, που του εμπιστεύτηκε η Εκκλησία και πλήρως αφοσιωμένος σε  Αυτὴ «ἕως θανάτου» .
Με την πρωτόγνωρη προσήνεια, την χριστιανική διάκριση, την δυσεύρετη στις μέρες μας ευαισθησία, την ευαγγελική ταπείνωση και απλότητα, με την καθαρότητα της ζωής, το ορθόδοξο ήθος, το πατερικό και  διδακτικό ύφος, την βαθιά και ακλόνητη πίστη και την πανθομολογούμενη αγάπη πρoς τον Θεάνθρωπο και  τον συνάνθρωπο κατέκτησε τις καρδιές όλων όσων τον γνώρισαν.
Η μετριοφροσύνη, η μειλιχιότητα, η πραότητα, η πίστη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον υπήρξαν οι αρετές που ενσάρκωνε.
Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε  «ελαία εύκαρπο και ευθαλή, Ευαγγελικής υπομονής και αντοχής σφραγισμένο στόμα, Προφητικής ενοράσεως και ανεξικακίας πατερικό βλέμμα, Βιβλική μορφή, Ταπεινό  κήρυκα, στοργικό  και μεγάθυμο, ανεκτικό  και φιλάνθρωπο, πονόψυχο και ελεήμονα, Αξιοπρεπή  και ευαίσθητο, Άξιο του Χριστού και της Εκκλησίας Του σεμνό  λειτουργό.
Αγαπήθηκε από τον κλήρο και τον λαό διότι και ο ίδιος αγάπησε πολύ. Τιμήθηκε, γιατί γνώριζε να τιμά. Έτυχε σεβασμού, επειδή σεβόταν τους πάντες, μικρούς και μεγάλους, ανεξαρτήτως βαθμού και θέσης. Ανάπαυσε Μητροπολίτες σαν συνεργάτης τους και συνδιοικητής της Εκκλησίας.
Τα χαρίσματα του Γέροντα
Γνωρίσαμε τον μακαριστό Γέροντα «ως πεπλησμένον σοφίας, πείρας εκκλησιαστικής και εκκλησιαστικού φρονήματος», που αγαπούσε την τάξη και ευπρέπεια της Εκκλησίας και «τηρούντα τα κεκανονισμένα θέσμια» και σεβόμενο τους αιωνίους εκκλησιαστικούς θεσμούς «τους υπό των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων καταρτισθέντας και ευλογηθέντας».
Ευτυχήσαμε να απολαύσουμε την τίμια και εκκλησιαστική γνωριμία, καθοδήγηση  και συνεργασία σε πολλά και δύσκολα θέματα, άγνωστα σε πολλούς, που η Πρόνοια του Αγίου Θεού παρουσίασε  στην πορεία της ιερατικής μου διακονίας. Και στα θέματα αυτά μάς αποκαλύφθηκε το πνευματικό μέγεθος του Γέροντα ο οποίος «εν διακρίσει και αγάπη», δίνοντας σωστές οδηγίες και κατευθύνσεις τακτοποίησε ψυχές και αναύπασε συνειδήσεις.
Επί πλέον γνωρίσαμε αυτόν σαν  υποδειγματικό Λειτουργό  και «ως Αγαθόν Πατέρα διακατεχόμενο εξ ειλικρινούς αγάπης»,προς όλα τα μέλη του ποιμνίου του.
Τέλος δε, γνωρίσαμε αυτόν  όχι μόνο «εν ημέραις χαράς και ευφροσύνης», αλλά και εν «ημέραις θλίψεων και στεναγμών» και θαυμάσαμε την πλεονάζουσα στην καρδία του υπομονή και  καρτερικότητα.
Ο Γέροντας ως Λειτουργός
Ο Γέροντας ζούσε την θεία λατρεία και ειδικά την Θεία Λειτουργία  ως γεγονός ψυχοσωματικό, που προσδιορίζει τις σχέσεις ανθρώπου-Θεού.
Μιλούσε  γι ’ αυτή  μυσταγωγικά . Γι’ αυτό ο  Θεός του χάρισε  μοναδικά λατρευτικά  βιώματα και αξιώθηκε μυσταγωγικών εμπειριών. Η όψη του Γέροντα, η φωνή του και το παρουσιαστικό του αλλοιωνόταν από τα κύματα της λειτουργικής χάριτος .
Και ζητούσε  από  τα πνευματικά του παιδιά και εμάς τους νεότερους κληρικούς  να  κρατάμε  τη  θεία λατρεία  σε  επίπεδο  υψηλό, ζωντανό, μεγαλόπρεπο,  ενθουσιαστικό,  κατανυκτικό.
Η θεία  λατρεία  ήταν  για  το Γέροντα, το  μοναδικό  και  αιώνιο  δώρο  του Θεού  προς  την Εκκλησία  Του. Είναι « η  οδός προς  τα  πνευματικά αθλήματα, η  εναγώνια  προσδοκία  της  ελεύσεως και της οράσεως του  Ηγαπημένου . Γι ’ αυτό και η  πλήρωση του  μυστηρίου  της  λατρείας  συντελείται « εν  σιωπή», η  οποία  ταυτόχρονα  είναι  μια  αιώνια  κραυγή  της  ψυχής που παραπέμπει  στο  μυστήριο  της  ογδόης  ημέρας  και  στην  καινή λατρεία του  μέλλοντος αιώνος»(Γέροντος Αιμιλιανού-Κατηχήσεις).
Επίκεντρο των μυσταγωγικών εμπειριών του πατρός ήταν ο ναός της Παναγίας της Φανερωμένης, όπου συχνότατα λειτουργούσε, καθώς και ο μικρός ναός του Αγίου Φιλίππου που ο ίδιος έκτισε και φρόντιζε στον ιδιόκτητο χώρο του στην Γραμμενίτσα Άρτας. (Μάλιστα, πριν από μερικά χρόνια, έκτισε δίπλα, μικρό παρεκκλήσιο προς τιμή του Αγίου Λουκά του Ιατρού, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας).
Ο Γέροντας ως εξομολόγος και Πνευματικός
Θα χρειαζόμασταν πολλές ώρες αν θα θέλαμε να περιγράψουμε το πρόσωπο του γέροντα Αθανάσιου ως  πνευματικού πατέρα, όπως αυτό αναδύεται μέσα από την  πολύχρονη διακονία του στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.
Aκόμη και όταν τα προβλήματα υγείας επιδεινώθηκαν αυτός συνέχιζε να εξομολογεί και δεν έδιωχνε κανένα από αυτούς που προσερχόταν στο μυστήριο.
«Στήριξε επί χρόνια εκατοντάδες ψυχές εκτάκτως αλλά και μόνιμα, κάτω από το ιερό του πετραχήλι. Άριστος πνευματικός, κανένα δεν έδιωχνε, όλους τους οικονομούσε, όλους τους βοηθούσε, με μικρά ή μεγάλα προβλήματα, ατομικά ,οικογενειακά, εκεί νύκτα –μέρα αγωνιζόταν. Ίσως όλα αυτά, ήταν η αιτία της αρρώστιας του Πάρκινσον που ιδίως τα τελευταία χρόνια τον δοκίμασε πάρα-πολύ….Εξομολογούνταν συνέχεια. Δεν άφηνε μέσα του ποτέ πικρία η αγανάκτηση, δυσπιστία ,ολιγοπιστία …ήθελε να εξομολογηθεί και τους τελευταίους λογισμούς του.  (Από την εξόδιο προσλαλιά του Μητροπολίτη Άρτας Ιγνατίου Δ΄)
Πολύ επιγραμματικά, λοιπόν, θα αναφερθούμε σε δύο από τα πιο βασικά χαρίσματά του, ως πνευματικός πατέρας.
Το πρώτο είναι η διορατικότητα και η διάκριση,η ικανότης δηλαδή να διεισδύει διαισθητικά στα μυστικά της καρδιάς του άλλου, να καταλαβαίνει τα κρυφά βάθη που δεν γνωρίζει ο άλλος.
Το διορατικό χάρισμα του Γέροντα Αθανάσιου, αποκαλυπτόταν  κατ’ εξοχήν ως διάκριση των λογισμών. Έτσι μπορούσε και προέβαινε  κάθε φορά σε σωστή διάγνωση και επέβαλλε την πρέπουσα θεραπεία. Η διάκριση κατά τον άγιο Συμεών είναι «λυχνία» και «οφθαλμός» πνευματικός, με τον οποίο ο πνευματικός πατέρας βλέπει τόσο μέσα στη δική του καρδιά, όσο και των πνευματικών του παιδιών. Η διάκριση, που προϋποθέτει την καθαρότητα της καρδιάς είναι χάρισμα, δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Και αυτό αποτελούσε άλλο ένα χάρισμα του Γέροντα.
Το δεύτερο χάρισμα του ήταν η αγάπη. Η ικανότητα να αγαπά τους άλλους και να αναδέχεται σαν δικά του τα βάσανα και τους πειρασμούς των άλλων.
Άλλωστε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντα ήταν η βαθύτατα και πλουσιότατα ελεήμων καρδιά του.Ήθελε να δίνει, να δίνει, να δίνει!
Γνώριζε ο γέροντας ότι χωρίς την αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική πατρότητα και ότι  δεν είναι απλώς το κυριότερο προσόν του πνευματικού πατέρα, αλλά το θεμέλιο και η ουσία της πνευματικής πατρότητας. Η αγάπη για τους άλλους προϋποθέτει το «συμπάσχειν» με αυτούς. Αυτή είναι η κυριολεκτική σημασία της λέξεως συμπάθεια. «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον  του Χριστού» (Γαλ. 6, 2). Πάρα πολλές είναι οι περιπτώσεις ανθρώπων που βοηθήθηκαν με πολλούς και ποικίλους τρόπους (είδη,χρήματα κ.λ.π)
Ως πνευματικός ο γέροντας  ήταν πάντα επιεικής και ευγενικός, χωρίς όμως να κάνει υποχωρήσεις. Ποτέ δεν απογοήτευε, πάντα  ενθάρρυνε. Τα επιτίμια τα έβαζε  με πολλή φιλοστοργία και όταν έβλεπε βαθύτερη και σταθερότερη μετάνοια προέβαινε σε περισσότερη οικονομία. Επιθυμούσε να συνδέονται οι εξομολογούμενοι με το Ποτήριο της ζωής το συντομότερο δυνατόν, χωρίς βεβαίως να καταργούνται οι κανόνες της Εκκλησίας. Ήταν μεγάλος παρηγορητής. Συνδύαζε την αυστηρότητα, για να ξυπνήσουμε πνευματικά, αλλά με την αγάπη που παρηγορούσε. Οι άνθρωποι κοντά του δεν έπεφταν στην απελπισία.
Ποιμαντική  του γάμου  και  της  οικογένειας
Στην διακονία του σαν πνευματικός ο  π.Αθανάσιος έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα θέματα της οικογένειας. Και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοηθά τους εξομολογούμενους να λύνουν τα περίπλοκα ζητήματα της οικογενειακής τους ζωής, ώστε να μην καταντούν στην διάλυση της «κατ’ οίκον εκκλησίας».
Ο  Γέροντας διακρινόταν  για  τον απόλυτο  σεβασμό  στο μυστήριο του γάμου .
Στις ιδιαίτερες κατηχήσεις του τόνιζε πάντοτε  ότι ο μυστηριακός και θεοσύστατος γάμος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στιγμές της ανθρώπινης ζωής και είναι αρχή πνευματικών αγώνων. Κάθε αποτυχία στον γάμο σημαίνει και αποτυχία στην πνευματική ζωή.  Πρόβαλλε  τη σπουδαιότητα  της έγκαιρης και  υπεύθυνης εκλογής  συζύγου, -γεγονός  εξαιρετικά  επίκαιρο  στις  μέρες μας  ως  αιτία  πλείστων  διαζυγίων ‐ η οποία  οφείλει  να  διεξάγεται  ελεύθερα  και  αβίαστα, μακριά  από  επιρροές  φιλικών  προσώπων  ή  κυρίως  των  γονέων , λαμβανομένης  όμως  υπόψη  και της  γνώμης  των άλλων  ενίοτε .
Σημαντικά  στοιχεία  της  επιλογής  συζύγου  θεωρούσε  ο Γέροντας  την  προσήλωση  στην  οικογενειακή  ζωή, την  προσκόλληση  στο (στη)  σύζυγο, ανοικτό  χαρακτήρα, την  έλλειψη  μεμψιμοιρίας, θρησκοληψίας, ψευδοευλάβειας,  ψευδοτελειότητας.
Η  ζωή  του  γάμου, δίδασκε, περιλαμβάνει  και  δυσκολίες , οι οποίες  αποτελούν  μεν απαραίτητο  στοιχείο  για  τον  πνευματικό  αγώνα, αλλά αυξάνουν  το  πνευματικό φιλότιμο.
Ο  γάμος  είναι  μια  πορεία πόνου, μια  ζωή  που  την  ομορφαίνει η ελπίδα  αλλά την  ενδυναμώνει η  δυστυχία,  μια συμπόρευση  διά  πολλών  θλίψεων, που  προϋποθέτει  την  άρση  ενός  κοινού  σταυρού δια  της  χάριτος  του  Θεού  και  της  ευλογίας  της Εκκλησίας. Είναι η πορεία  αγάπης δύο  ανθρώπων που  δια  του  συγχρονισμού, της  ισοτιμίας και  της  συναρμονίας  προχωρούν  στη συνδημιουργία  με  το  Θεό νέων  ανθρώπινων υπάρξεων.
Ο  Γέροντας  δεν παρενέβαινε  στα  θέματα  της  οικογενειακής   καθημερινότητας  αναζητούσε  πάντοτε  την  υπέρβαση  των  προβλημάτων  θέτοντας  υψηλούς  σκοπούς  στην  οικογενειακή  συμβίωση. Καταλάβαινε ότι ο έγγαμος βίος βιώνει διαφορετικά την χριστιανική  ζωή, από ό,τι ένας μοναχός και δεν είχε τις ίδιες απαιτήσεις.
Επίσης ήξερε καλά ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο πνευματική ανάταση, αλλά έρχονται στιγμές κατά τις οποίες  οι άνθρωποι θέλουν  και την χαλάρωση για να ξεκουραστούν. Γι’ αυτό δεν δίσταζε  ο ίδιος να επιδιώκει τέτοιες στιγμές να ξεκουράζει με την αγαπημένη του κιθάρα αυτούς που έβλεπε ότι τα βιοτικά προβλήματα τούς είχαν απορροφήσει και κουράσει πολύ.
Ήταν ο καλός πατέρας στον οποίο όλοι κατέφευγαν με εμπιστοσύνη. Ήταν ο πρόθυμος ώμος στον οποίο μπορούσαν να ακουμπήσουν και να κλάψουν στις δύσκολες ώρες, να εξομολογηθούν τον πόνο τους ,να ανακουφισθούν, να  παρηγορηθούν , να λάβουν δύναμη, επειδή αναγνώριζαν στο πρόσωπό του ένα γνήσιο εκφραστή του ορθοδόξου εκκλησιαστικού ήθους, έναν έμπειρο και έμπιστο σύμβουλο από τον οποίο αντλούσαν στοργή και σοφία.
Ο Γέροντας στήριξε και καθοδήγησε και παρηγόρησε κλήρο και λαό της Άρτας.
Ο Γέροντας ως μοναχός και ως Πνευματικός Ιερών Μονών.
pat-athan-100021
Ηδύ εντρύφημα του Γέροντα ήταν η μοναχική ζωή. Παρόλο που ο ίδιος έζησε ιερομόναχος στον κόσμο, δεν ξέχασε ποτέ ότι είναι μοναχός. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός  ότι, όταν τα σοβαρά προβλήματα υγείας δεν του επέτρεπαν να εκτελεί τα μοναχικά του καθήκοντα, έδωσε εντολή σε πνευματικά του παιδιά να κάνουν αυτά τον μοναχικό του κανόνα (μετάνοιες-κομποσχοίνια) μέχρις ότου φύγει από αυτή την ζωή. Ακόμα και όταν βρισκόταν καθηλωμένος  στο κρεββάτι είχε δώσει εντολή στους ανθρώπους που βρισκόταν γύρω του να του διαβάζουν καθημερινά τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, το Απόδειπνο, καθίσματα από το αγαπημένο του Ψαλτήριο τους Παρακλητικούς κανόνες στην Θεοτόκο και στον νεοφανή  Άγιο Λουκά τον ιατρό, που ιδιαίτερα ευλαβούνταν καθώς και αποσπάσματα από το Γεροντικό.
Ο γέροντας ήταν για πολλά χρόνια και πνευματικός σε γυναικείες μονές.
Αυστηρός και διακριτικός με τις μοναχές, όταν χρειάστηκε, πήρε τολμηρές  και γενναίες αποφάσεις  προκειμένου να τακτοποιήσει ψυχές και να αναπαύσει συνειδήσεις. Σε μια τέτοια προσπάθεια -μοναδική εμπειρία-  παρών ήταν  και ο γράφων.
Ο Γέροντας «εν μέσω πειρασμών και θλίψεων»
«Δια τους  λόγους  των χειλέων σου εγώ εβάδισα οδούς σκληράς»
Με τον ψαλμικό αυτό στίχο ο γέροντας περιέγραφε το πλήθος των πειρασμών και των θλίψεων που αντιμετώπισε στην πορεία της ζωής του.
Ο ίδιος κληρικός «παλαιάς κοπής»  και άλλης κουλτούρας ( όσον αφορά την  καταγωγή του, τις σπουδές του και τα ενδιαφέροντά του) βρέθηκε στον «ξερό» πνευματικά ηπειρώτικο χώρο και ανέχθηκε την «χοντροκομμένη» ηπειρώτικη συμπεριφορά μας .
«Η συνεχώς επιδεινούμενη ασθένειά μου, έλεγε, δεν άφηνε πολλά περιθώρια ελπίδος ζωής…..Συνεχώς παρακαλούσα τον Κύριο να με πάρει…Αλλά ο Κύριος βρήκε μία πολυσήμαντο αλλά απλούστατη λύση του δράματός μου, βάζοντας τους πάντες και τα πάντα στη θέση τους συνάμα δε αποκαλύπτοντας σε μένα, τους λόγους που είπε ο Θεοδόχος Συμεών στην Κυρία  Θεοτόκο κατά την ημέρα της Υπαπαντής του Κυρίου εν τω ναώ «την ψυχήν σου διελεύσεται ρομφαία,όπως αν αποκαλυφθώσιν,εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί…»
Με εύστοχους και επιγραμματικούς, κάποτε και καυστικούς σχολιασμούς των συνεπειών και των αποτελεσμάτων, περιέγραφε τα  γεγονότα και  τις πράξεις που τον πλήγωσαν.
Όμως έκαμπτε και ξεπερνούσε τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς, τονίζοντας ότι όλα αυτά είναι  απότοκα των ανθρωπίνων παθών και αδυναμιών, που θα επαναλαμβάνονται εις τους αιώνας των αιώνων και έως της συντελείας του κόσμου.
Το διαυγέστατο μυαλό του, η χαλύβδινη θέλησή του, την οποία πολλές φορές  προσωπικά θαύμασα, το θάρρος, η καρτερικότητα και η υπομονή του, η οποία μας εξέπληξε όλους κατά την περίοδο της ασθένειάς του, ήταν από τα χαρίσματα της προσωπικότητάς του. Ήταν η καρποφορία της ακλόνητης πίστης Του στο Θεό, της μεγάλης αγάπης και προσευχής του προς την Παναγία μητέρα μας.
Τελείωσις εν ασθενεία
DSC01155
Ο κύκλος των ποικίλλων δοκιμασιών του Γέροντα όλο και στένευε και έκλεινε  με την απερίγραπτα οδυνηρή περιπέτεια της υγείας του. Δεν ήρθε βέβαια ξαφνικά η ασθένειά του. Είχε ζήσει την κάμψη της υγείας του αρκετά χρόνια πριν, αλλά αυτά που πέρασε τα τρία τουλάχιστον τελευταία χρόνια ξεπερνούν κάθε περιγραφή ως προς το μέγεθος της σωματικής οδύνης και του συνεχούς άλγους που τον έκαιγε σαν σε καμίνι φοβερό.
Δεν ήθελε, όσο ήταν στο χέρι του, να γίνεται βάρος σε κανένα. Και αν ήταν δυνατόν θα ήθελε να περάσει την ζωή του «ακροποδητί» (περπατώντας δηλαδή στα δάχτυλα των ποδιών), για να μην ενοχλήσει κανέναν, για να μην δυσκολέψει κανέναν, για να μη βαρυγκομήσει κανένας εξαιτίας του. Αλλά ο Κύριος δεν το θέλησε αυτό. Έπρεπε και στο σημείο αυτό να αποδείξει τον Γέροντα λαμπρό με όλο το μεγαλείο της ψυχής του και της βαθύτατης πνευματικότητας, που τον χαρακτήριζε, και να καταστήσει μνημειώδες παράδειγμα αγίου της εποχής μας. Ήθελε ο Κύριος να φανερώσει με την δοκιμασία αυτή του Γέροντα πόσο δικός του ήταν και το εκθαμβωτικό μεγαλείο της έσχατης ταπείνωσής του,αφού έζησε την τέλεια εξουδένωση και τον ευτελισμό, που είχαν ως συνέπεια οι σωματικές του παθήσεις στην χειρότερη μορφή τους. Και αυτά μακριά από τον χώρο του, που τόσο αγωνίστηκε να μεταβάλλει σε ένα μικρό παράδεισο και που τόσο πολύ αγάπησε. Μακριά από τον λατρευτό του Άγιο Φίλιππο και Άγιο Λουκά που τόσο πολύ τίμησε.
Η εκδημία του Γέροντος
DSC_0037
Το πρωί της Πέμπτης  28ης Φεβρουαρίου 2013 μετά από σύντομη επιδείνωση της υγείας του ο Γέροντας «εκοιμήθη οσιακώς». Το λείψανό του τέθηκε σε προσκύνημα στον Ιερό ναό της Παναγίας της Φανερωμένης. Κατά γενική ομολογία, δεν είχε την όψη ανθρώπου που πέθανε, αλλά κάποιου που κοιμάται.
«Το κάτοπτρο που τον χώριζε από τον Κύριό του είχε επιτέλους σπάσει και η πύλη ήταν ανοιχτή. Από εκείνη την ημέρα θα ήταν πλέον στην  άλλη όχθη, μακριά, κι όμως όσο ποτέ κοντά μας».
DSC_0047
Την Παρασκευή 01 Μαρτίου 2013 σε ένα έντονα συγκινησιακό κλίμα τελέστηκε η εξόδιος ακολουθία στον ιερό ναό Αγίας Φανερωμένης προεξάρχοντος του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Άρτας  κ.κ. Ιγνατίου Δ. Στην συνέχεια το σεπτό λείψανο ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Θεοτοκίου.
Στον εξόδιο  λόγο του ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Άρτας κ.κ. Ιγνάτιος μεταξύ άλλων  ανέφερε  και τα εξής:
«Προπέμπουμε σήμερα αγαπητοί μου με ευχές και προσευχές τον πολυσέβαστο αγαπητό πατέρα Αθανάσιο, στην μόνιμη κοινή και αιώνια κατοικία μας, όπου η συνάθροισή μας επί το αυτό έχει σκοπό ακόμα να εκφράσει την ευγνωμοσύνη μας προς εκείνον αλλά και να θυμηθούμε την πορεία που είχε στο χώρο της εκκλησίας μας απλά και επιγραμματικά.
Ο μακαριστός π. Αθανάσιος Φακίνος γεννήθηκε στο όμορφο προάστιο τότε της Αθήνας  το Μαρούσι από γονείς ευσεβείς και είχε άλλα 3 αδέλφια, τον Δημήτρη, τον π. Ανάργυρο και τον Παύλο.
Μια οικογένεια που μεγάλωσε με τις ευχές και τις ευλογίες της εκκλησίας μας. Ο ίδιος; Έζησε και μεγάλωσε σε ένα κλίμα χριστιανικό, ένα περιβάλλον με όμορφες οικογενειακές αναμνήσεις και στιγμές. Ακολούθησε τον δρόμο του Μακαριστού μας Μητροπολίτου Ιγνατίου Γ΄(Τσίγκρη) και του σεβαστού μας Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου.
Ο σεπτός ποιμενάρχης μας (Ιγνάτιος Γ΄) 17 έτη ήταν ιεροκήρυκας στην ιερά μητρόπολη Αττικής και Μεγαρίδος. Ο Αργολίδος γέννημα θρέμμα του Αμαρουσίου, έτσι παρακινημένος από εκείνους κάνοντας υπακοή  στον γέροντά του ήρθε στην Άρτα να εργασθεί και να προσφέρει στην Μητρόπολη μας.
Και, πράγματι η προσφορά του μεγάλη για μισό αιώνα. Έζησε κοντά μας με πολλή αγάπη, με θαυμαστό παράδειγμα, κληρικός που τίμησε την μεγάλη δωρεά και προσφορά του Θεού, την ιεροσύνη.
Εξυπηρέτησε πολλές ενορίες, …Το μοναστήρι μας στο Θεοτοκιό, στην Φανερωμένη εδώ για χρόνια έτρεχε με τον Δεσπότη μας πολλές φορές στις δύσκολες περιοδείες του οποίου ήταν ένα στήριγμα. Αλλά και στην Μητρόπολή μας, ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος με απλότητα, με αγάπη, με καλοσύνη, με ανεκτικότητα, με το έξυπνο χιούμορ που πάντα τον διέκρινε ήταν κοντά στους ιερείς.
Βοήθησε στα κατηχητικά σχολεία καθώς και στις κατασκηνώσεις, όπου η πρώτη μας εμπειρία ήταν συγκλονιστική ως λαϊκού. Πάνω από όλα στήριζε για χρόνια εκατοντάδες ψυχές εκτάκτως αλλά και μόνιμα κάτω από το ιερό πετραχήλι του ως Πνευματικός. Δεν έδιωχνε κανένα όλους τους οικονομούσε και τους βοηθούσε με πολλά και μεγάλα προβλήματα ατομικά –οικογενειακά, εκεί νύκτα και ημέρα αγωνίζονταν.
…Όλοι μας σήμερα αισθανόμαστε πικρία και θλίψη καθώς τον αποχαιρετούμε, αλλά όμως οι χριστιανοί δεν μένουμε εκεί για κάτι που είναι φυσικό και ανθρώπινο, έχουμε καρδιά, πονάμε, αγαπάμε συνδεόμαστε με τους ανθρώπους μας και έτσι πρέπει να είμαστε δεμένοι μεταξύ μας όμως, μαζί με τον αναστάντα Κύριό μας περιμένουμε την ώρα να ζήσουμε αιώνια.
Άνθρωπος απόλυτης πίστης…
305
Θα μπορούσαμε πολλά να αναφέρουμε ακόμα για την ζωή και την προσφορά του Γέροντα Αθανασίου. Προσθέτουμε  μόνο αυτό.
Η πολύπτυχη δράση και διακονία του βρίσκει αντιστοιχία προς τον αποστολικό λόγο “ἔχοντες δέ χαρίσματα κατά τήν χάριν την δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα”.
Ο Γέροντας  φρόντισε να καλλιεργήσει, να επαυξήσει και να αξιοποιήσει προς όφελος του  ποιμνίου της Μητρόπολης Άρτας, κάθε χάρισμα και κάθε τάλαντο  που είχε υπό του Αγίου Θεού. Τι πιο όμορφο και πιο ουσιώδες για έναν άνθρωπο, και δη για έναν κληρικό, από το να περαιώσει το σκοπό της ζωής του! Το να αναλωθεί δηλαδή ολόψυχα  στη  διακονία του Κυρίου και των αδελφών!
Ο π.Αθανάσιος, άνθρωπος απόλυτης πίστης προς τον Θεό, προσευχόμενος υπέρ πάντων έζησε σαν αληθινός φοίνιξ και μάλιστα καλλίκαρπος και πολύκαρπος και κυρίως αληθινός δίκαιος και πραγματικός.
Και αν ο φοίνικας στην Παλαιά Διαθήκη σημαίνει την διάρκεια και την νεότητα και την άνθηση, ο π. Αθανάσιος υπήρξε πραγματικά ανθισμένος φοίνικας μια μάλιστα φοίνικας με άνθη ευώδη, πίστης, ελπίδας, αγάπης, προσφοράς και παραμυθίας.
Υπήρξε ένας πιστός και αφοσιωμένος στην Παράδοση ,το ήθος και το φρόνημα της Εκκλησίας κληρικός. Και τώρα  βρίσκεται, «ως δίκαιος φοίνιξ» στο κριτήριο του Θεού, δεόμενος υπέρ της Εκκλησίας την οποία αγάπησε και διακόνησε και «υπέρ πάντων ημών».
Σεβάσμιε Γέροντα.
Και εμείς οι νεώτεροι κληρικοί, «οι ακούσαντές σε λαλούντα σοφά», όλοι όσοι στηρίχθηκαν σε σένα  παντοιοτρόπως και δέχθηκαν την ευλογία και την αγάπη σου, σε διαβεβαιώνουμε ότι το φωτεινό σου παράδειγμα και η παρακαταθήκη και η μαρτυρία σου θα παραμείνουν για όλους λαμπρός δείκτης.
Κλίνουμε γόνυ ευλαβείας μπροστά στην μνήμη  σου  και σε  ικετεύουμε να παρακαλείς τον Κύριο εκεί κοντά Του πια, και για μας τους «περιλειπομένους» στη ζάλη του παρόντος βίου στην γη αυτή, να ακολουθήσουμε τα ίχνη σου στη ταπείνωση, στην αγάπη και στη πίστη που έδειξες ο ίδιος προς τον Κύριο και προς τους ανθρώπους. Και αυτά μέχρι τέλους.
Για να αξιωθούμε με την βοήθεια των δικών σου ευχών να σε  συναντήσουμε εκεί που τώρα «εν πλήρει ασφαλεία» βρίσκεσαι, πέρα από τις μικρότητες και μικροψυχίες του «αιώνος τούτου του απατεώνος», μέσα στο εκθαμβωτικό, άκτιστο θείο φως και στην «υπέρ νουν» μακαριότητα του Παραδείσου.
Τέλος δε, σου  απευθύνουμε  την παράκληση, όπως παλιότερα ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έπραξε προς τον αδελφό του ουρανοφάντορα Βασίλειο στον επιτάφιο λόγο του.:
“Συ δε ημάς εποπτεύεις άνωθεν, ω θεία και ιερά κεφαλή, και τον δεδομένον ημίν παρά Θεού σκόλοπα της σαρκός διά την ημετέραν παιδαγωγίαν ή στήσαις ταις σε αυτού πρεσβείαις, ή πείσαις καρτερώς φέρειν· και τον πάντα βίον ημίν διεξάγοις προς το λυσιτελέστατον”.
«Ο καλέσας σε Κύριος αναπαύσαι την ψυχήν σου και αποδώσοι σοι κατά την προσφοράν και την καρδίαν σου.
Eίη η μνήμη σου αιωνία καί άληστος.Αμήν.
Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο μας.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Η ιστορία για μια θαυμαστή ίαση απ’ τη Θεία Μετάληψη



visit counter


Μία γυναίκα ονόματι Βέλικα Π., καλή νοικοκυρά απ’ το χωριό Μπρούσνικ διηγείται πως πριν από δύο χρόνια κείτονταν άρρωστη στο νοσοκομείο του Μπίτολιε. Το χέρι της είχε πρηστεί πολύ. Οι γιατροί τρύπησαν το πρήξιμο και μεγάλη ποσότητα πύον έβγαινε απ’ το χέρι της. Τότε την πλησίασε μία μέρα ο πατέρας Ιωάννης Μαξίμοβιτς, τότε καθηγητής του Θεολογικού Λυκείου, και σημερινός επίσκοπος Σαγκάης. Εκείνη δεν τον γνώριζε.
Ο πατέρας Ιωάννης της πρόσφερε να λάβει τη Θεία Μετάληψη κι εκείνη κοινώνησε. Γι’ αυτό το λόγο υπέφερε λιγότερο. Μετά από δύο τρεις μέρες πάλι την επισκέφθηκε ο πατέρας Ιωάννης και πάλι της πρότεινε να κοινωνήσει. Εκείνη δέχθηκε, αλλά είπε, ότι πρώτα θα νηστέψει τουλάχιστον τρεις ημέρες και τότε θα λάβει τη Θεία Κοινωνία. Επειδή, λέει, την προηγούμενη φορά κοινώνησε χωρίς νηστεία κι έχει τύψεις συνειδήσεως. Ο πατέρας Ιωάννης την άφησε να κάνει όπως επιθυμούσε κι έφυγε. Η γυναίκα άρχισε να νηστεύει, και απ’ όλο το φαγητό που της πρόσφεραν στο νοσοκομείο έπαιρνε μόνο ψωμί.
Μετά από τρεις μέρες έφερε ο πατέρας Ιωάννης τη Θεία Κοινωνία και τη μετέλαβε. Αυτό έγινε τη Μεγάλη Τετάρτη το πρωί. Πριν βραδιάσει το χέρι της άρρωστης ήταν εντελώς υγιές. Ήρθε ο γιατρός, ο οποίος της είχε πει ότι θα πρέπει να μείνει στο νοσοκομείο τουλάχιστον τρεις μήνες. Και τα έχασε όταν είδε, ότι μέσα στο χέρι όλο το πύον στέγνωσε και ότι η άρρωστη κατά την πίεση του χεριού δεν πονούσε καθόλου. Έκανε το σταυρό του και είπε στη γυναίκα, ότι είναι υγιής και ότι μπορεί αμέσως να πάει στο σπίτι της.
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Εμμανουήλ», εκδ. Χρόες.)

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

“Σα να’χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου”(Mία δραματική έκκληση για βοήθεια οικογένειας)


visit counter


482359_569268453097186_1712463962_n
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, Χαίρετε εν Κυρίω.
Σας ευχόμαστε καλό  κι ευλογημένο Τριώδιο με υγεία και πνευματική προκοπή.
Αναστέλλουμε για λίγο χρονικό διάστημα  τις δημοσιεύσεις στο ιστολόγιο,  προκειμένου να δημοσιεύσουμε ένα  άρθρο σχετικό με  το δράμα που ζει   μια φτωχή  οικογένεια  από το χωριό Σπάρτο της Αμφιλοχίας, που εδώ και μερικές μέρες ανεβαίνει στο δικό της Γολγοθά. Βασικός  σκοπός μας είναι  να  ενημερώσουμε και να ευαισθητοποιήσουμε  τους αγαπητούς μας αναγνώστες, ώστε ο καθένας από την πλευρά του να βοηθήσει όπως μπορεί.
Ελπίζουμε και ευχόμαστε η έκκληση αυτή να φτάσει σε «ευήκοα ώτα» προκειμένου να αναδειχθούν Συγκυρηναίοι, που θα βοηθήσουν ποικιλοτρόπως. Πιστεύουμε ότι η Πρόνοια του Θεού, παρόλο που δοκιμαζόμαστε από αυτήν την πρωτοφανή οικονομική κρίση, θα αναδείξει τέτοιους  δωρητές, αν και στους δύσκολους καιρούς  που ζούμε  πολλοί κλείνονται στον εαυτό τους και κατά τον λόγο του Θεού «ψυγήσεται η αγάπη των πολλών»(Ματθ.24)
“Σα να’χαν ποτέ τελειωμό  τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου”
Τραγωδία εκτυλίχτηκε στο  χωριό  Σπάρτος της  Αμφιλοχίας στις 5 τα ξημερώματα της 19ης Φεβρουαρίου 2013, όταν μία 16χρονη μαθήτρια κάηκε ζωντανή στη διάρκεια πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στο σπίτι της. Η άτυχη μαθήτρια εγκλωβίστηκε στο φλεγόμενο σπίτι.
Σύμφωνα με πληροφορίες η φωτιά ξέσπασε από αναμμένο τζάκι τη στιγμή που  η άτυχη κοπέλα κοιμόταν στη σοφίτα του σπιτιού και εξαιτίας των αναθυμιάσεων και των καπνών εγκλωβίστηκε μέσα στο δωμάτιο, βρίσκοντας τραγικό θάνατο. Ο πατέρας της  απουσίαζε στην Αθήνα και η  μητέρα της   κατάφερε να διασώσει τις δύο  αδερφές της.
Το τραγικό αυτό γεγονός βύθισε σε απερίγραπτο πένθος την οικογένεια και ολόκληρη την μικρή κοινωνία του χωριού. Συγχρόνως η ολοκληρωτική καταστροφή του σπιτιού στέρησε από τα μέλη της οικογένειας τον χώρο διαμονής τους, αλλά και όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα απαραίτητα για την διαβίωσή τους.
Οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη για το τι άφησε πίσω η καταστροφική πυρκαγιά.
SRARTO 2 001
SRARTO 2 001
Όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε οι ανάγκες είναι πολλές. Προέχει όμως η ανοικοδόμηση του κατεστραμμένου σπιτιού προκειμένου η οικογένεια να μπορέσει να ανακτήσει τις δυνάμεις εκείνες τις απαραίτητες για την συνέχιση της ζωής. Αρωγοί και συμπαραστάτες της οικογένειας  στις δύσκολες αυτές στιγμές είναι όλοι οι κάτοικοι του χωριού.
Όμως αυτοί, ψαράδες και γεωργοί οι περισσότεροι, δεν έχουν τις οικονομικές δυνατότητες που απαιτούνται για την ανοικοδόμηση του σπιτιού.
SPARTO 001
Γι’ αυτό απευθυνόμαστε για βοήθεια σε οικοδομικές εταιρείες, σε φιλανθρωπικούς συλλόγους, σε ενορίες και ιερές μονές που έχουν την οικονομική δυνατότητα, αλλά και σε κάθε απλό πολίτη που θέλει να συμμετάσχει στην ανθρωπιστική αυτή προσπάθεια.
Και μην ξεχνάμε ότι ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ.
Για τον σκοπό αυτό υπάρχει και ο παρακάτω  λογαριασμός στη Εθνική Τράπεζα
321/752545-18
IBAN: GR 1701103210000032175254518
SWIFT (BIC) ETHNGRAA
Περισσότερες πληροφορίες στο e-mail
πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.
 
(Επεξεργασία)

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία και η ομολογία !


visit counter


Ένα αληθινό και διδακτικό περιστατικό από την σχολική ζωή των ημερών μας.
Μια επιστολή γονέα που διαμαρτύρεται για τον Αποκριάτικο χορό στο σχολείο των παιδιών του …Η συνέχεια παρακάτω :
Aγαπητοί …γονείς και μέλη του Δ.Σ του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων ,
Δια της παρούσης θα ήθελα να εκφράσω τις απόψεις μου σχετικά με τον κατάλογο εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων τον οποίον κλήθηκα να προσυπογράψω ή να εναντιωθώ .
Θα εστιάσω στο πνεύμα που τον διέπει , κυρίως δε σε ό,τι αφορά τον αποκριάτικο χορό.
Πρόσκαιρο ξεφάντωμα , γιορτή της ύλης. Η συνήθης δικαιολογία ότι τα παιδιά τον θέλουν…. Θυμίζει σε όλους μας , το Ρωμαϊκό «Άρτον και θεάματα (Panem et Circenses)».
Τί μήνυμα τους περνάμε όταν τα καλούμε σε ένα ROYAL HALL να πανηγυρίσουν , να ξεσκάσουν θα έλεγε κάποιος , να γλεντήσουν μέχρι τελικής πτώσεως …
Τί μήνυμα τους περνάμε όταν τα καλούμε να φάνε να πιουν και να χορέψουν μόνο , όταν στους κάδους σκουπιδιών που περιστοιχίζουν το σχολειό τους κάθε μεσημέρι αναζητούν ζωή και λίγα απομεινάρια ανθρωπιάς πολλοί συνάνθρωποί τους , ίσως και γονείς συμμαθητών τους …Τι μήνυμα τους περνάμε όταν αυτοί οι παραπάνω φτωχοί συμμαθητές τους δεν θα τα καταφέρουν να πληρώσουν το αντίτιμο του χορού και θλιμμένοι θα βλέπουν τα δικά μας παιδιά να ετοιμάζονται ξένοιαστα για το μεγάλο γεγονός ;
To μήνυμα είναι ένα : Περάστε καλά εσείς και αφήστε τους άλλους να πεινάνε ! Περάστε καλά εσείς και μην σας νοιάζει τι συμβαίνει στον κόσμο …Δεν είναι για σας αυτά …Τι νοιάζει το παιδί μου που άλλα παιδιά δεν έχουν ρεύμα και νερό …Τι νοιάζει το δικό μου παιδί αν υπάρχουν πολύτεκνες οικογένειες που περιμένουν όχι τον οίκτο μας …μα την αγάπη μας . Που είναι αλήθεια η αγάπη ; Πώς μπολιάζουμε τα παιδιά μας με αυτήν την τσαλαπατημένη από τους απανταχού αέναους καρναβαλιστές αρετή ,…την μόνη που μπορεί να δώσει ελπίδα για το ζοφερό αύριο που τα περιμένει …Σίγουρα όχι με έναν χορό σε ένα ψυχρό χωρίς ίχνος παιδικότητας και αγνότητας ROYAL HALL..
Μα με μια γιορτή αληθινή στο προαύλιο του σχολείου τους με μουσικές όμορφες με χαμόγελα ανυπόκριτα με αγάπη από τον έναν στον άλλον . Με φαγητά που όλοι θα καταφέρουν να φτιάξουν για να μοιραστούν σε όλους αδιακρίτως…και με ένα μήνυμα : Τα περισσεύματα να σταλούν στο συσσίτιο της Ευαγγελίστριας για να τραφούν οι ανήμποροι να ευφρανθούν οι ψυχές μας και να μάθουν τα παιδιά μας ότι ο διπλανός δεν είναι απλά συμμαθητής μα είναι και αδερφός . Αδελφοσύνη , Αλληλεγγύη , Ομαδικότητα , Περίσσευμα αγάπης , Ενδιαφέρον για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο τους …στον κόσμο μας .
Επιτέλους τολμήστε…. Ακυρώστε τα συμπεφωνημένα ! κάντε την αρχή εσείς θα βρείτε και άλλους να σας ακολουθήσουν …
Πιστεύω ότι σαν άνθρωποι διέπεστε από ενδιαφέρον για πνευματική και ψυχική ανάταση των παιδιών μας και όχι για μια ακόμη αφορμή πνευματικού ληθάργου.
Όσο αναχρονιστικά μπορεί κάποιος με μια πρώτη ανάγνωση να χαρακτηρίσει τα παραπάνω , τόσο κατά την ταπεινή μου άποψη πιο μακριά θα βρεθούμε από το αληθινό πνεύμα της ανεπανάληπτα δύσκολης εποχής μας αλλά και μιας μακράς και ιερότατης περιόδου που σε λίγο θα αρχίσει για να οδηγήσει …τι ειρωνεία ….στην εορταζόμενη από όλους Ανάσταση …..
Μετά Τιμής
Ε.Σ
Γονέας
ΥΓ: Η νοοτροπία του όχλου , των πολλών , του αφού αυτό κάνουν όλοι , με βαραίνουν αβάσταχτα …Το δικό μου το παιδί αγόρασε στολή για να πάει στον χορό …Μην με αναγκάσετε να το οδηγήσω σε κάτι που δεν θα κεντρίζει την μνήμη και την ψυχή του με εικόνες ζωογόνες και ελπιδοφόρες για το δύσκολο αύριο που το περιμένει , μα με ένα κενό ηχορύπανσης και ψεύτικης ψυχαγωγίας …Δεν θέλουμε να σκορπίσουμε τις ψυχές των παιδιών μας ( αν εξετάσουμε την ετοιμολογία της διασκέδασης ) Θέλουμε να σπείρουμε στις εύφορες ψυχές τους αξίες και συναισθήματα …Αυτά θα τα κρατήσουν όρθια …
Η επιστολή διαβιβάστηκε και αναγνώστηκε στο Δ.Σ. του Συλλόγου . Έπειτα οι 4 στους 7 πλειοψήφησαν ώστε ούτε καν να υπάρξει απάντηση στην εν λόγω πρόταση . Αυτό δεν πτόησε τον συγκεκριμένο γονέα αλλά και άλλους περιφρονημένους…. μειοψηφήσαντες και αγωνιούντες γονείς οι οποίοι άρχισαν να ψάχνουν έναν τρόπο ώστε να περάσουν κάποιο μήνυμα στα παιδιά που θα πήγαιναν στον προγραμματισμένο χορό . Σκέφτηκαν λοιπόν κάθε παιδί να πάρει φεύγοντας ένα ψυχωφελές Χριστιανικό Ορθόδοξο παιδικό βιβλίο για το νόημα του Τριωδίου και της Αγίας και Μεγάλης Σαρακοστής . Πολλά δόξα τω Θεώ έχουν γραφεί σχετικά . Ένα από αυτά από τις εκδόσεις Ποταμίτου σε σχετικά οικονομική τιμή . Έγινε λόγος να γίνει πρόταση στον Σύλλογο να καλύψει τα έξοδα , μα εκ προοιμίου θεωρήθηκε αυτονοήτως ότι θα απορριφθεί λόγω κόστους έστω και μικρού .
Η τύχη είναι το ψευδώνυμο του Θεού όταν δεν θέλει να βάλει την υπογραφή του.
Αναρωτιέστε γιατί το γνωμικό του Θεόφιλου Γκωτιέ παρεμβάλλεται στην διήγησή μας . Γιατί κάποιοι θα σπεύσουν να αναγάγουν στην τύχη το παρακάτω θαυμαστό γεγονός ….
Υπήρξε λοιπόν κάποια ευλογημένη Πρεσβυτέρα ( Πρεσβ.Ιουλία Ρουμανικής καταγωγής ) στην μακρινή Αμερική και στην Ελληνορθόδοξη Ενορία Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Νεμπράσκα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αμερικής , η οποία με ιεραποστολικό γενναίο φρόνημα προσέφερε αυτές τις Άγιες ημέρες ένα σεβαστό χρηματικό ποσό ( το κάνει τακτικά ) στις Εκδόσεις ώστε αυτές να αποστείλουν κατηχητικά βιβλία σε παιδιά .
Ευλόγησε ο Θεός και οι Εκδόσεις λοιπόν απέστειλαν 160 βιβλία για τα παιδιά του σχολείου. Όμως όταν οι γονείς τα πήγαν στο σχολειό να τα παραδώσουν στην Δ/ντρια άκουσαν έκπληκτοι αυτήν να αρνείται την διανομή τους στα παιδιά , ( σημειώνουμε ότι τα βιβλία είναι πλήρως ελεγμένα για την Δογματικής τους Ορθότητα από τον εξαίρετο κ.Δημ. Κόκορη και τον π.Παναγιώτη Καποδίστρια) γιατί όπως είπε δεν ρίσκαρε την θέση της !!! Το Σύνταγμα θεωρεί είπε την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη επικρατούσα θρησκεία και οποιαδήποτε μη εγκεκριμένη από το υπουργείο διανομή βιβλίων είναι παράνομη ως ασκούσα προσηλυτισμό !!! Φυσικά και αγνόησε τα επόμενα του ιδίου άρθρου του Συντάγματος όπου γίνεται λόγος για απαρασάλευτη τήρηση των ιερών παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης και με αίμα ηρώων ποτισμένης Εκκλησίας του Χριστού…
Μετά από αυτήν την θλιβερή αντιμετώπιση οι Γονείς διένειμαν τα υπέροχα βιβλία στα κατηχητικά σχολεία της περιοχής …στα παιδιά που ακόμα αντιστέκονται στα ανίερα και άτολμα που οι νομιμόφρονες και συντεταγμένοι σύγχρονοι δάσκαλοί τους πρεσβεύουν στην πλειονότητά τους …Στην Ελλάδα των κρυφών σχολειών και των ηρώων που αγαπούσαν τον Χριστό και την Πατρίδα …Στον περιούσιο λαό του Κυρίου , αυτά τα παιδιά τουλάχιστον κατάλαβαν τι είναι το Τριώδιο και τι η Σαρακοστή…Έλαβαν έτσι μ’ αυτόν τον πανέμορφο και όλως διδακτικό τρόπο , ένα άνωθεν μήνυμα για την ιερή προετοιμασία την γλυκιά κατάνυξη και την ευλογημένη συμπόρευση …. Εφόδια αληθινά για τα δύσβατα που ορθώνονται μπροστά τους … Πνευματικές βακτηρίες για τον δρόμο της αληθινής εν Θεώ ευτυχίας …Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνέυματι …Καλή Σαρακοστή σε όλους ….Ας επιμείνουμε και ας μην διστάσουμε να γίνουμε ακόμα και αντιπαθείς στους …πολλούς . Ας μην εγκαταλείπουμε ποτέ τα παιδιά μας και την μάχη για την σωτηρία τους . Μας τα εμπιστεύθηκε ο Θεός …Ας μην τον απογοητεύουμε . Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία και η ομολογία !

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Διαίρει και βασίλευε


Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Ποια μυστική πανάρχαια επίκληση λέμε "όταν λέμε την αλφάβητο" και τι σημαίνει;


visit counter



Κοντοζίδη Πολυκάρπου 
Φοιτητή Η΄ εξ. Ι.Σ. Α.Ε.Α.Θ.

 Η ελληνική μας γλώσσα είναι η τελειότερη που έχει δημιουργηθεί στα χρονικά της ανθρώπινης ιστορίας. Πρόκειται για μια γλώσσα που έχει αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει άμεση σχέση με τη μαθηματική γλώσσα και να περικλείει μια "αφανή αρμονία". Όπως έγραψε ο Ιάμβλιχος στα "Θεολογούμενα της αριθμητικής" ("Περί δεκάδος" 64-15,20): "Ακόμα η δεκάδα γεννά τον (αριθμό) 55, ο οποίος περιέχει θαυμαστά κάλλη. Εάν δε υπολογίσεις τα ψηφία της λέξης 'εν' (δηλ. ένα) σε αριθμούς, βρίσκεις άθροισμα 55".

Οι ελληνική αριθμοί δεν είναι τα ψηφία αλλά τα γράμματα της αλφαβήτου μας τονισμένα ως σύμβολα αριθμών (π.χ. α΄=1, β΄=2 κ.ο.κ.). Όπως είδαμε προηγουμένως, με αυτό τον τρόπο οι λέξεις μπορούν να αναλυθούν σε αριθμούς σχηματίζοντας τους "λεξαρίθμους". Έτσι καθετί προσλάμβανε ξεχωριστή σημασία μέσα από έναν συνδυασμό μαθηματικών και ονομάτων. Για παράδειγμα, ο αριθμός της χρυσής τομής προκύπτει από τους λόγους ΑΠΟΛΛΩΝ : ΑΡΤΕΜΙΣ, ΕΣΤΙΑ: ΗΛΙΟΣ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ : ΖΕΥΣ.
Θα πρέπει να προσέξουμε κάτι ιδιαίτερο το οποίο συμβαίνει με το ελληνικό αλφάβητο κρύβει μια μυστική επίκληση! Εάν πάρουμε τα γράμματά του και τα θέσουμε στη σειρά, ως δια μαγείας εμφανίζεται μια αρχαία προσευχή που εξυμνεί το Φως και την Ψυχή! Έχουμε, λοιπόν:
"Αλ φα, βη τα Γα! Αμα δε Ελ, τα εψ ιλών. Στη ίγμα, (ίνα) ζη τα, η τα, θη τα Ιώτα κατά παλλάν Δα. (Ινα) μη νυξ η, ο μικρόν (εστί) πυρός δε ίγμα ταφή εψ ιλών, φυ (οι) Ψυχή, ο μέγα (εστί)!"
Η μετάφραση έχει ως εξής: "Νοητέ ήλιε, εσύ που είσαι το φως, έλα στη Γη! Κι εσύ, ήλιε ορατέ, ρίξε τις ακτίνες σου στον πηλό που ψήνεται. Ας γίνει ένα καταστάλαγμα για να μπορέσουν τα Εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη. Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν, και κινδυνεύσει να χαθεί το καταστάλαγμα της φωτιάς μέσα στην αναβράζουσα λάσπη, κι ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο, το σημαντικότερο όλων!"
Τη μυστική αυτή επίκληση μαθαίνουμε να κάνουμε όλοι ασυνείδητα από την ώρα που μαθαίνουμε το ελληνικό αλφάβητο! Επίσης έρευνες δείξανε πως οι μελέτη της αρχαιοελληνικής γλώσσας, διευρύνει τον νου! Δεν είναι τυχαίο, που σε έρευνα Αμερικανών για την τεχνητή νοημοσύνη, διαπιστώσανε πως για να επικοινωνήσουν δύο υπολογιστές μεταξύ τους και να έχουν μία λογική συζήτηση, χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν την αρχαία Ελληνική γλώσσα και μόνο! Τελευταία καταμέτρηση μάλιστα έδειξε πως η Ελληνική γλώσσα συν της αρχαιοελληνικής, περιέχει πάνω από 6.000.000(!) λέξεις και πολλές που ακόμα δεν γνωρίζουμε ενώ π.χ. η Αγγλική φτάνει μόλις τις 40000.
Τελικά πόσα ακόμη μυστικά μπορεί να κρύβει η ελληνική γλώσσα;Πολύ περισσότερα από όσα πιστεύουμε και σίγουρα ακόμα περισσότερα από όσα μπορεί να χωρέσουν στις σελίδες ενός αφιερώματος.

Πηγές: http://www.mylady.gr/arthra/2013/01/14-fovero!!!-poia-mustiki-panarhaia-epiklisi-leme-en-agnoia-mas-otan-leme-tin-alfavito-kai-ti-simainei/
strangehellas.blogspot.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­παν­τή­σεις στήν ὑ­παρ­ξια­κή ἀ­γω­νί­α τῶν ἐ­φή­βων



visit counter


π. Χρι­στό­δου­λος Μπί­θας
Κα­θώς ἡ οἰ­κου­μέ­νη κι ἡ Ἑλ­λά­δα πού ξέ­ρα­με ἀλ­λά­ζουν ρα­γδαῖ­α, μα­ζί κι ἐ­μεῖς, πα­ρα­τη­ροῦ­με ἀ­μή­χα­νοι τίς με­γά­λες ἀλ­λα­γές στήν σκέ­ψη καί τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά τῶν ἐ­φή­βων. Ὁ κό­σμος μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ζοῦν τούς βιά­ζει νά με­γα­λώ­σουν ἀ­φύ­σι­κα γρή­γο­ρα, πρίν τήν ὥ­ρα τους, κι ἐ­κεῖ­νοι μέ τήν σει­ρά τους, ἔκ­πλη­κτοι μι­κρο­μέ­γα­λοι, προ­σπα­θοῦν νά ἀ­φο­μοι­ώ­σουν συ­ναι­σθή­μα­τα, γε­γο­νό­τα καί κα­τα­στά­σεις πού τούς ξε­περ­νοῦν κα­τά πο­λύ. Καί κα­θώς συμ­βαί­νει αὐ­τό, φουν­τώ­νουν μέ­σα τους ἕ­να σω­ρό ὑ­παρ­ξια­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα, πού στίς πα­λι­ό­τε­ρες γε­νι­ές ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πιό φυ­σι­κά τά στά­δια τῆς ἀ­νά­πτυ­ξης.

Τά παι­διά κι οἱ ἔ­φη­βοι ἀν­τι­γρά­φουν τόν δι­κό μας κό­σμο, τίς δι­κές μας συ­νή­θει­ες, τά λά­θη μας, τίς φο­βί­ες μας, τήν δι­κή μας ἁ­μαρ­τί­α κι ἀ­στο­χί­α. Τά ζο­φε­ρά προ­βλή­μα­τα πού συσ­σω­ρεύ­τη­καν τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια στήν πα­τρί­δα μας - ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη με­τα­νά­στευ­ση, ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα, ἔλ­λει­ψη ἀ­στυ­νό­μευ­σης, πι­θα­νοί κίν­δυ­νοι μέ τούς κά­θε λο­γῆς γεί­το­νές μας, κα­τάρ­ρευ­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς σκη­νῆς, μό­νι­μη κρί­ση στήν παι­δεί­α, ἀ­κραῖ­ος λα­ϊ­κι­σμός, ἀ­νερ­γί­α, φτώ­χεια καί τό­σα ἄλ­λα - ἔ­χουν τρο­μά­ξει τούς ἀν­θρώ­πους. Σέ αὐ­τό τό δια­ρκῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο καί ἀ­να­σφα­λές πε­ρι­βάλ­λον, τά παι­διά με­γα­λώ­νουν μέ ἄγ­χος κι ἀ­γω­νί­α γιά τό σή­με­ρα καί τό αὔ­ριο. Ἔ­χον­τας σάν μό­νι­μο ρε­φραίν στ’ αὐ­τιά τους ἀ­πό τά μι­κρά­τα τους τόν ἦ­χο τῶν κι­νού­με­νων κε­φα­λῶν τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, τήν ἀ­κα­τά­σχε­τη πο­λι­τι­κο­λο­γί­α, τήν κιν­δυ­νο­λο­γί­α, τόν φό­βο, τήν γκρί­νια καί τόν αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κό μη­δε­νι­σμό γιά ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­φο­ρᾶ τήν ἑλ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κα­τα­φεύ­γουν στόν δι­κό τους κό­σμο ὅ­που ἀ­να­ζη­τοῦν κα­τα­φύ­γιο. Τά δι­α­δι­κτυα­κά παι­χνί­δια, τά κοι­νω­νι­κά δί­κτυ­α, τό lifestyle, ὁ ἐμ­πο­ρι­κός κι­νη­μα­το­γρά­φος, ἡ δι­σκο­γρα­φί­α καί ἡ μό­δα, ἀ­πο­τε­λοῦν τόν τό­πο ὅ­που ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν μέ τούς δι­κούς τους κώ­δι­κες καί δι­α­μορ­φώ­νουν τήν φαν­τα­σί­α τους ἀ­νά­λο­γα.

Ὅ­σο ὅ­μως κι ἄν κρύ­βον­ται ἀ­πό τόν κό­σμο τῶν ἐ­νη­λί­κων, αὐ­τός τούς κα­θο­ρί­ζει, αὐ­τός τούς δι­α­μορ­φώ­νει καί τούς κα­τευ­θύ­νει. Κι ὅ­σο οἱ με­γά­λοι, ἐ­μεῖς δη­λα­δή, δέν ἔ­χου­με νό­η­μα ζω­ῆς νά μᾶς κι­νεῖ καί νά μᾶς ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τό ὑ­παρ­ξια­κό μας κε­νό, τό­σο θά συ­σκο­τί­ζου­με τίς ἐ­φη­βι­κές ψυ­χές. Ὅ­σο κι ἄν τούς βομ­βαρ­δί­ζου­με μέ κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές ἤ θρη­σκευ­τι­κές θε­ω­ρί­ες, αὐ­τά, φο­βι­σμέ­να, ἀγ­χω­μέ­να κι ἀ­να­σφα­λῆ, θά ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πό ὑ­παρ­ξια­κή ἀ­γω­νί­α, πού ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα τούς κτυ­πᾶ δια­ρκῶς τήν πόρ­τα.

Ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νά ρω­τή­σου­με τούς ἐ­φή­βους σχε­τι­κά μέ τά βα­σι­κά ὑ­παρ­ξια­κά προ­βλή­μα­τα, θά ἀ­κού­σου­με ἀ­παν­τή­σεις πού φα­νε­ρώ­νουν τήν ρευ­στό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Οἱ ἔ­φη­βοι εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νοι μέ­σα σέ ἕ­να κυ­κε­ῶ­να συγ­κρη­τι­σμοῦ. Ὅ­λα παί­ζουν κι ὅ­λα ἀ­κού­γον­ται. Ἡ θρη­σκευ­τι­κή δει­σι­δαι­μο­νί­α τῆς κα­λῆς για­γιᾶς, ἡ πει­στι­κή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ πο­λι­τι­κῶς ὀρ­θοῦ κα­θη­γη­τῆ, ἡ ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τοῦ πα­τέ­ρα, τά ὡ­ραῖ­α λό­για τοῦ κα­λοῦ θε­ο­λό­γου, οἱ βου­δι­στι­κές ἀ­πό­ψεις πού δι­ά­βα­σε στό δι­α­δί­κτυ­ο, τό τε­λευ­ταῖ­ο ἄρ­θρο τοῦ Dawkins ἐ­νάν­τια στίς θρη­σκεῖ­ες, ἡ φαι­δρή πα­ρου­σί­α κά­ποι­ου ἱ­ε­ρω­μέ­νου στήν τη­λε­ό­ρα­ση, ἡ θε­ω­ρί­α συ­νω­μο­σί­ας σ’ ἕ­να ντο­κυ­μαν­τέρ, ὁ κα­λός πα­πᾶς τῆς ἐ­νο­ρί­ας, οἱ ἐ­πα­να­στα­τι­κοί στί­χοι ἑ­νός ρόκ τρα­γου­διοῦ, ὁ κα­λός καί ἰ­δα­νι­κός ἥ­ρω­ας στήν τε­λευ­ταί­α Ἀ­με­ρι­κά­νι­κη ται­νί­α πού ὄ­μως σκο­τώ­νει 100 ἐ­χθρούς σέ δύ­ο ὧρες, ὁ ἐν­τυ­πω­σια­σμός ἀ­πό τήν συ­νέν­τευ­ξη ἑ­νός πόπ ἰν­δάλ­μα­τος καί οὕ­τω κα­θ’ ἑ­ξῆς.

Μιά ὑ­παρ­ξια­κή σα­λά­τα ἀ­να­πα­ρά­γε­ται στό μυα­λό τῶν παι­δι­ῶν πού συ­σκο­τί­ζει τά πάν­τα, τά μπερ­δεύ­ει, τά κά­νει θο­λά καί ἀ­σα­φῆ. Ἄν στίς προ­η­γού­με­νες δε­κα­ε­τί­ες ὁ ἰ­δε­α­λι­σμός τῶν ἐ­φή­βων εὕ­ρι­σκε δι­έ­ξο­δο στίς πο­λι­τι­κές ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ἤ στήν πα­ρα­δο­σια­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, σή­με­ρα, τί­πο­τε ἀ­πό αὐ­τά δέν εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Ἐν­νο­εῖ­ται, πώς αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς στρε­βλῆς καί συγ­κε­χυ­μέ­νης ταυ­τό­τη­τας τοῦ Νε­ο­έλ­λη­να, πού δέν ξέ­ρει ποι­ός εἶ­ναι καί ποῦ πά­ει. Ἀ­νά­με­σα ἀ­πό Ἀ­να­το­λή καί Δύ­ση, ἀ­πό τήν ἀ­πο­δό­μη­ση τῶν πάν­των καί τούς ἐ­θνι­κούς μύ­θους, ἀ­πό τήν ξε­νο­μα­νί­α καί τόν στεῖ­ρο ἐ­θνι­κι­σμό, ἀ­πό τήν συν­τη­ρη­τι­κό­τη­τα καί τόν ψευ­δο­μον­τερ­νι­σμό, ἀ­πό τήν ξύ­λι­νη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα καί τήν ὀρ­θή πί­στη, ἀ­κό­μα ψά­χνει νά βρεῖ ποι­ός εἶ­ναι, ἄν πο­τέ βέ­βαι­α τά κα­τα­φέ­ρει.

Πα­ράλ­λη­λα, τά θέ­μα­τα σχε­τι­κά μέ τόν ἔ­ρω­τα καί τό γε­νε­τή­σιο ζή­τη­μα, χα­ρα­κτη­ρί­ζουν σέ ὑ­περ­βο­λι­κό βαθ­μό - ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα - τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά τους, πρίν κα­λά-κα­λά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τῆς ἀ­φη­ρη­μέ­νης σκέ­ψης. Βα­σα­νί­ζον­ται ὑ­περ­βο­λι­κά μέ τήν ἐμ­φά­νι­σή τους κι ἀ­να­ζη­τοῦν ὄ­χι μό­νο τό φλέρτ ἀλ­λά καί πολ­λά πα­ρα­πά­νω, σέ ἡ­λι­κί­ες πού ἐ­μεῖς παί­ζα­με ἀ­κό­μα στρα­τι­ω­τά­κια καί κοῦ­κλες. Πολ­λά παι­διά πρίν ἀ­κό­μα μποῦν στό Γυ­μνά­σιο, ἔ­χουν δεῖ στό δι­α­δί­κτυ­ο εἰ­κό­νες ἐ­ρω­τι­κῶν πε­ρι­πτύ­ξε­ων πού οἱ πα­λι­ό­τε­ρες γε­νι­ές δέν μπο­ρού­σα­με κἄν νά φαν­τα­στοῦ­με ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν, τοὐ­λά­χι­στον προ­τοῦ τε­λει­ώ­σου­με τό σχο­λεῖ­ο. Εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο, πολ­λά ἀ­πό αὐ­τά, ὅ­ταν φουν­τώ­σει ἡ ἐ­φη­βεί­α μέ­σα τους, νά πα­σχί­ζουν νά τά κά­νουν πρά­ξη μέ κά­θε τρό­πο ἤ νά αἰ­σθά­νον­ται ἄ­σχη­μα ἄν δέν τό ἔ­χουν ἤ­δη πραγ­μα­το­ποι­ή­σει.

Νά το­νί­σου­με ἐ­δῶ, πώς τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, τά παι­διά με­γα­λώ­νουν μέ­σα σέ ἕ­ναν ὀρ­γι­ώ­δη κα­τα­να­λω­τι­σμό, ὅ­που ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α ὁ­ρί­ζε­ται μέ τήν ἀ­πό­κτη­ση ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Στά χρό­νια πού πέ­ρα­σαν, ὅ­λα τά κα­λά τοῦ κό­σμου ὑ­πῆρ­ξαν μέ­σα στά σπί­τια, ἀ­κό­μα καί τῶν ἀ­σθε­νέ­στε­ρων οἰ­κο­νο­μι­κά κοι­νω­νι­κῶν στρω­μά­των καί τά παι­διά μά­θαι­ναν ἀ­πό τούς γο­νεῖς καί ἀ­πό τήν δια­ρκῆ ἔκ­θε­ση στήν δι­α­φή­μι­ση, ὅ­τι ἄν ἔ­χεις εἶ­σαι κά­ποι­ος, κι ὅ­τι ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα ἔ­χεις τό­σο πιό πο­λύ προ­σεγ­γί­ζεις τήν εὐ­δαι­μο­νί­α. Τό αἴ­τη­μα τῆς σο­φί­ας, πού ἐ­πί αι­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χε ὡς στό­χος τῆς ζω­ῆς στόν ἀν­θρώ­πι­νο πο­λι­τι­σμό, καί βέ­βαι­α τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος, μοιά­ζει νά ἔ­χει ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀ­πό τό λε­ξι­λό­γιο τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων καί συ­νε­πῶς καί τῶν παι­δι­ῶν, καί πα­ρα­μέ­νει μό­νο στό ἀ­μή­χα­νο τρα­γου­δά­κι τῶν γε­νε­θλί­ων.

Κα­θώς οἱ ὁρ­μό­νες ἐ­κρή­γνυν­ται στά σω­μα­τά τους, οἱ ἔ­φη­βοι ἀ­να­ζη­τοῦν νό­η­μα στήν ζω­ή, πα­σχί­ζουν νά δι­α­μορ­φώ­σουν ταυ­τό­τη­τα, μπερ­δεύ­ον­ται καί ἀγ­χώ­νον­ται, φο­βοῦν­ται καί λυ­ποῦν­ται, ἀ­πο­ροῦν καί ἐ­ξί­σταν­ται, προ­σπα­θοῦν νά ἀ­ρέ­σουν, ὑ­πο­φέ­ρουν γιά τό ἄν εἶ­ναι ὄ­μορ­φοι καί ἀ­πο­δε­κτοί, περ­νοῦν ὧ­ρες ὁ­λά­κε­ρες μπρο­στά στόν κα­θρέ­φτη πα­ρα­τη­ρῶν­τας ἀ­τέ­λει­ες, φαν­τα­σι­ώ­νον­ται ἰ­δα­νι­κές κα­τα­στά­σεις, δη­μι­ουρ­γοῦν ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα, ἀν­τι­δροῦν, πα­ρα­σύ­ρον­ται ἀ­πό συ­ναι­σθή­μα­τα καί πα­ρορ­μή­σεις, πέ­φτουν σέ κυ­κλο­θυ­μί­α, κραυ­γά­ζουν καί ὀ­νει­ρεύ­ον­ται. Ἄν ὁ γο­νιός δέν στα­θεῖ μέ ἐ­πί­γνω­ση καί προ­σο­χή δί­πλα στό παι­δί του, τά ἐ­φη­βι­κά προ­βλή­μα­τα δι­ογ­κώ­νον­ται, τό ἄγ­χος, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα κι ἡ ἔλ­λει­ψη αὐ­το­πε­ποί­θη­σης ἀ­πο­δι­ορ­γα­νώ­νουν κι ἐ­ξου­θε­νώ­νουν τόν ἔ­φη­βο.
Κι ἄν οἱ με­γά­λοι ἀρ­χί­σουν τήν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση, τά παι­διά ὑ­πο­φέ­ρουν καί ἀγ­χώ­νον­ται ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πολ­λοί ἀν­τι­δροῦν ἔν­το­να στήν κο­σμο­θε­ω­ρί­α τῶν γο­νι­ῶν τους για­τί ἔ­τσι αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι συγ­κρο­τοῦν τήν δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα. Ἄλ­λοι προ­σπα­θοῦν ἀ­πε­γνω­σμέ­να νά ταυ­τι­στοῦν μέ τόν γο­νιό γιά νά νοι­ώ­σουν ἀ­πο­δο­χή. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πάν­τως, κι­νοῦν­ται ἀ­νά­με­σα στά δύ­ο ἄ­κρα, τοῦ ἀν­τι­δρα­στι­κοῦ καί τοῦ κα­λοῦ παι­διοῦ, μιά κι ἡ σύγ­χρο­νη οἰ­κο­γέ­νεια τό εὐ­νο­εῖ. Ἀρ­κε­τοί γο­νεῖς γί­νον­ται ὑπερ­προ­στα­τευ­τι­κοί, μέ ἀ­φορ­μή τούς δι­α­φό­ρους καί πολ­λούς κιν­δύ­νους τῆς ἐ­πο­χῆς καί πνί­γουν τά παι­διά τους.
Καί τό­τε εἶ­ναι πιό εὔ­κο­λο ὁ ἀ­πε­γνω­σμέ­νος ἔ­φη­βος νά ζη­τή­σει νά ἐν­τα­χθεῖ σέ δι­α­φό­ρων εἰ­δῶν ὀ­μά­δες - πολ­λές φο­ρές ἐ­πι­κίν­δυ­νες - ὅ­που θά βρεῖ τήν ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση πού τοῦ ἀρ­νοῦν­ται οἱ δι­κοί του.

Καί ἄν ὅ­λα αὐ­τά ἰ­σχύ­ουν γιά τόν μέ­σο Νε­ο­έλ­λη­να ἔ­φη­βο, μέ τά παι­διά τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τί γί­νε­ται; Ἄν ἀ­φή­σου­με στήν ἄ­κρη τῆς με­γα­λο­στο­μί­ες καί τήν εἰ­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού πολ­λές φο­ρές χα­ρα­κτη­ρί­ζει τόν τρέ­χον­τα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό λό­γο, θά δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι μᾶλ­λον καί στίς Χρι­στι­α­νι­κές οἰ­κο­γέ­νει­ες ἰ­σχύ­ουν πε­ρί­που τά ἴ­δια. Πολ­λοί γο­νεῖς προ­φυ­λάσ­σουν τά παι­διά τους ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον γιά νά μήν «ξε­φύ­γουν», ὅ­μως ἀρ­γά ἤ γρή­γο­ρα θά γο­η­τευ­τοῦν κι αὐ­τά ἀ­πό τόν κό­σμο τοῦ­το καί κά­ποι­α θά πέ­σουν ἵ­σως καί μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὄ­ρε­ξη στόν κα­τα­να­λω­τι­κό πα­ρά­δει­σο. Λί­γοι εἶ­ναι κα­τ’ ού­σίαν ὅ­σοι με­γα­λώ­νουν τά παι­διά τους μέ τέ­τοι­ο τρό­πο πού νά δί­νει κα­τεύ­θυν­ση καί νό­η­μα ζω­ῆς κι ὄ­χι μιά ἐ­πι­φα­νεια­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα. Στα­δια­κά, μέ­σα στά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, ὅ­λο καί πιό γρή­γο­ρα ἀ­πό τίς ἀρ­χές τοῦ Γυ­μνα­σί­ου, τά παι­διά τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ἐκ­φρά­ζουν πολ­λές ἀμ­φι­βο­λί­ες, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­ται κι αὐ­τά ἀ­πό τό πε­ρι­βάλ­λον γύ­ρω τους καί τέ­λος ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή, στήν προ­σπά­θεια νά συγ­κρο­τή­σουν τήν ταυ­τό­τη­τά τους.
Καί βέ­βαι­α, δέν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα κα­κό αύ­τό, ἀ­φοῦ ἡ πί­στη δέν ἀ­πο­κτᾶ­ται κλη­ρο­νο­μι­κά, ὅ­μως δέν εἶ­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο ὅ­τι ἡ μέ­ση θρη­σκευ­τι­κή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση, μπο­ρεῖ νά ἐ­πη­ρε­ά­σει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά τήν ἀλ­λοί­ω­ση πού φέρ­νει στόν ἔ­φη­βο ὁ σύγ­χρο­νος τρό­πος ζω­ῆς. Στά χρό­νια πού πέ­ρα­σαν, ἀρ­κε­τοί Ὀρ­θό­δο­ξοι ζή­σα­με ἕ­να ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νο μον­τέ­λο Χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης, ὅ­που ἄλ­λοι ἀ­πό ἐ­μᾶς, εἴ­τε μέ ὑ­ψη­λές τά­χα θε­ω­ρη­τι­κο­λο­γί­ες εἴ­τε μέ τήν ἀ­γρο­τι­κοῦ τύ­που δει­σι­δαι­μο­νί­α πού πα­ρα­λά­βα­με ἀ­πό τούς πα­λι­ό­τε­ρους (ἀλ­λά χω­ρίς τήν εὐ­σέ­βειά τους), κα­τα­φέ­ρα­με νά ζοῦ­με ὅ­πως κι οἱ ἐ­κτός ἐκ­κλη­σί­ας, χω­ρίς με­τά­νοι­α καί οὐ­σι­α­στι­κό νό­η­μα ζω­ῆς, πε­ρισ­σό­τε­ρο σάν φα­ρι­σαῖ­οι καί λι­γό­τε­ρο ὡς ἅ­λας τῆς γῆς. Κα­τα­να­λώ­σα­με με­τά μα­νί­ας, χτί­σα­με πο­λυ­τε­λῆ σπί­τια, πο­λι­τι­κο­λο­γή­σα­με ἐ­παρ­κῶς, αὐ­το­δι­και­ω­θή­κα­με ἠ­θι­κο­λο­γι­κά καί στά παι­διά δώ­σα­με πα­ρά­δειγ­μα τέ­τοι­ο, πού εἶ­χε, ὄ­χι δι­πλό, ἀλ­λά πολ­λα­πλό μή­νυ­μα καί τά μπερ­δέ­ψα­με πο­λύ. Κι ἔ­τσι, ὅ­ταν πα­σχί­ζα­με νά τά ἀ­πο­τρέ­ψου­με ἀ­πό τήν σα­γή­νη τοῦ κό­σμου τού­του, δέν μπο­ρού­σα­με νά πεί­σου­με, για­τί εἴ­χα­με γλῶσ­σα θρη­σκευ­τι­κή κι ὄ­χι πα­ρά­δειγ­μα.
Εἶ­ναι ἡ ἀ­στο­χί­α μας πού τούς τα­ρά­ζει, τούς φο­βί­ζει, τούς ἐ­ξα­γρι­ώ­νει. Εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς πού τούς λέ­με ψέμ­μα­τα, δέν τούς δί­νου­με πα­ρά­δειγ­μα, δρό­μο πρός τήν Ἀ­λή­θεια. Κι ὅ­ταν αὐ­τοί πο­νᾶ­νε, ἀν­τί νά τούς δεί­ξου­με ὅ­τι πα­ρό­μοι­α ἀ­γω­νί­α ἔ­χου­με γιά τήν ζω­ή - ἁ­πλῶς σέ ἄλ­λη φά­ση εἴ­μα­στε - τούς κου­νᾶ­με τό δά­χτυ­λο δι­δα­κτι­κά. Μό­νο πού δέν βλέ­που­με αὐ­τό πού ἐ­κεῖ­νοι βλέ­πουν, δη­λα­δή τήν γυ­μνή μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δέν ὑ­πάρ­χει χά­σμα γε­νε­ῶν, ἀλ­λά τό χά­σμα πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ ἁ­μαρ­τί­α στούς ἀν­θρώ­πους. Ἄν ἐ­μεῖς οἱ με­γά­λοι ἤ­μα­σταν πιό δι­α­κρι­τι­κοι, πιό σο­φοί, πιό ἀ­γα­πη­τι­κοί, πε­ρισ­σό­τε­ρο Ἅ­γιοι, οἱ ἔ­φη­βοι θά ἦ­ταν πιό ἥ­συ­χοι μέ­σα στά ἰ­δι­αί­τε­ρα προ­βλή­μα­τά τους.

***

Γιά νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σου­με, τήν εἰ­σή­γη­σή μας, πραγ­μα­το­ποι­ή­σα­με μέ τήν βο­ή­θεια τῶν κα­τη­χη­τῶν τοῦ να­οῦ μας, ἀλ­λά καί ἀ­δελ­φῶν κα­θη­γη­τρι­ῶν, μί­α ἔ­ρευ­να [1] σχε­τι­κά μέ τίς ὑ­παρ­ξια­κές ἀ­γω­νί­ες τῶν ἐ­φή­βων σή­με­ρα.
Ἡ ἔ­ρευ­να εἶ­χε σάν σκο­πό νά δι­ε­ρευ­νή­σει σέ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο τίς τά­σεις πού ὑ­πάρ­χουν στούς νέ­ους ἀν­θρώ­πους, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ συγ­κε­κρι­μέ­να ὑ­παρ­ξια­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα Τά σχο­λεῖ­α πού συμ­με­τεῖ­χαν, εἶ­ναι τό Λύ­κει­ο Μάν­δρας (31 παι­διά), ἕ­να ἰ­δι­ω­τι­κό λύ­κει­ο στά Πα­τή­σια (24 παι­διά) καί τό Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κό Λύ­κει­ο Πει­ραι­ᾶ (37 παι­διά). Ἀ­πό τό κά­θε σχο­λεῖ­ο ἐ­πι­λέ­χθη­κε μί­α τά­ξη.
Προ­σθέ­σα­με στήν ἔ­ρευ­νά μας καί παι­διά ἴ­διας ἠ­λι­κί­ας ἀ­πό τήν κα­τη­χη­τι­κή συν­τρο­φιά τοῦ Ἱ. Να­οῦ Παμ­με­γί­στων Τα­ξια­ρχῶν Μο­σχά­του, ὅ­που δι­α­κο­νοῦ­με. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ἐ­πι­τεύ­χθη­κε μί­α σχε­τι­κή ποι­κι­λο­μορ­φί­α ἀ­παν­τή­σε­ων, ἡ ὁ­ποί­α κα­τά τή γνώ­μη μας εἶ­ναι πο­λύ χρή­σι­μη γιά τήν ἐ­ξα­γω­γή συμ­πε­ρα­σμά­των, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ τούς νέ­ους των ἡ­λι­κι­ῶν αὐ­τῶν καί σί­γου­ρα ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­φε­τη­ρί­α γιά πε­ραι­τέ­ρω ἔ­ρευ­να πά­νω στό συγ­κε­κρι­μέ­νο ζή­τη­μα.

Οἱ ἐ­ρω­τή­σεις πού τούς θέ­σα­με ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς:


Τί σέ φο­βί­ζει;
Τί σέ ἀγ­χώ­νει;
Τί εἶ­ναι ὁ θά­να­τος καί τί συμ­βαί­νει με­τά ἀ­π’ αὐ­τόν;
Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο νό­η­μα στήν ζω­ή;
Για­τί ὑ­πάρ­χει πό­νος καί ἀ­δι­κί­α;
Τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός γιά σέ­να;

Στήν ἔρευνά μας, [2] φαί­νε­ται τό μέλ­λον νά εἶ­ναι ἡ κύ­ρια πη­γή ἄγ­χους τῶν ἐ­φή­βων, βρα­χυ­πρό­θε­σμα (τό σχο­λεῖ­ο) ἤ μα­κρο­πρό­θε­σμα (ἡ δου­λειά).
Πη­γές φό­βου ἀ­πο­τε­λοῦν κυ­ρί­ως ἡ μο­να­ξιά, οἱ δι­ά­φο­ρες με­μο­νω­μέ­νες φο­βί­ες (ὕ­ψος, σκο­τά­δι, ἐρ­πε­τά κ.α.) καί ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιά τό μέλ­λον.
Ὑ­πάρ­χουν σο­βα­ρές ἐν­δεί­ξεις ὅ­τι οἱ αἰ­τί­ες φό­βου τῶν ἐ­φή­βων πα­ρου­σιά­ζουν δι­α­κυ­μάν­σεις μέ βά­ση τά δη­μο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, δη­λα­δή πι­θα­νόν νά ὑ­πάρ­χει μί­α τά­ση, ὅ­σο με­γα­λώ­νουν τά παι­διά καί ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­έρ­χον­ται ἀ­πό οἰ­κο­νο­μι­κά ὑ­πο­δε­έ­στε­ρες οἰ­κο­γέ­νει­ες, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο νά αὐ­ξά­νε­ται ὁ φό­βος καί ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιά τό μέλ­λον, ἐ­νῷ ἀν­τί­στοι­χα σέ μι­κρές ἡ­λι­κί­ες παί­ζει ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ρό­λο ὁ φό­βος τῆς ἀ­πόρ­ρι­ψης καί τῆς μο­να­ξιᾶς.

Οἱ ἔ­φη­βοι σέ με­γά­λο βαθ­μό πι­στεύ­ουν στήν με­τά θά­να­το ζω­ή, ὡ­στό­σο δέν ἔ­χουν κά­ποι­α συγ­κρο­τη­μέ­νη ἄ­πο­ψη γιά τό τί συμ­βαί­νει, ἐ­νῷ ἐ­κεῖ­νοι πού ἐν­σω­μα­τώ­νουν χρι­στι­α­νι­κές ἀ­πό­ψεις στίς ἀ­παν­τή­σεις τους εἶ­ναι λί­γοι. Ἐ­πί­σης, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό τό πο­σο­στό πού πι­στεύ­ει ὅ­τι ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιά φυ­σι­κή δι­α­δι­κα­σί­α. Καί πά­λι ἐ­ξε­τά­ζε­ται ἡ συ­σχέ­τι­ση δη­μο­γρα­φι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν μέ τήν ἀν­τί­λη­ψή τους γιά τόν θά­να­το.
Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση κά­νει ἡ πί­στη στήν με­τεμ­ψύ­χω­ση πού πα­ρου­σιά­ζει τό δεῖγ­μα ἀ­πό τό Ἰδιωτικό Λύκειο - πι­θα­νό­τα­τα ἔ­χει νά κά­νει μέ τό ὑ­ψη­λό οἰ­κο­νο­μι­κό ἐ­πί­πε­δο τῶν γο­νι­ῶν τους. Ση­μαν­τι­κό πο­σο­στό ἀ­παν­τή­σε­ων μέ χρι­στι­α­νι­κές ἀ­πό­ψεις πα­ρου­σιά­ζει τό δεῖγ­μα ἀ­πό τό Λύ­κει­ο τῆς Μάν­δρας, γε­γο­νός τό ὁ­ποῖ­ο πι­θα­νόν νά ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πό τό ὅ­τι πρό­κει­ται γιά πιό πα­ρα­δο­σια­κό, μή ἔν­το­να ἀ­στι­κο­ποι­η­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον.

Στό νό­η­μα τῆς ζω­ῆς, προκαλεῖ τό ἐνδιαφέρον τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κά χα­μη­λό πο­σο­στό τῶν ἐ­φή­βων πού θε­ω­ροῦν ὡς νό­η­μα κά­τι τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πό τόν ἑαυτό τους, εἴ­τε αὐ­τό ἀ­φο­ρᾷ πρό­σω­πα πού ἀ­γα­ποῦν, εἴ­τε τό εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νω­νι­κό σύ­νο­λο, εἴ­τε ἀ­φο­ρᾷ τήν ἀ­φο­σί­ω­σή τους σέ κά­ποι­α ἰ­δέ­α, ἰ­δε­ο­λο­γί­α, ἀ­νώ­τε­ρη δύ­να­μη ἤ θρη­σκεί­α. Ἀν­τί­στοι­χα, τό πο­σο­στό τῶν παι­δι­ῶν πού ἔ­χουν σάν νό­η­μα ζω­ῆς κά­τι πού ἔ­χει νά κά­νει μέ τήν προ­σω­πι­κή τους ὁ­λο­κλή­ρω­ση καί ἰ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν τους εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα με­γά­λο.

Ἐ­πί­σης, συ­χνά ἑρ­μη­νεύ­ουν τήν ἀ­δι­κί­α πού ὑ­πάρ­χει στόν κό­σμο ὡς ἐμπειρία πού ὀδηγεῖ στήν προ­σω­πι­κή τους ὁ­λο­κλή­ρω­ση καί ὡ­ρί­μαν­ση, ἐν­δέ­χε­ται ὡ­στό­σο ὅ­σο με­γα­λώ­νουν νά ἀλ­λά­ζουν τήν στά­ση τους στό συγ­κε­κρι­μέ­νο ζή­τη­μα καί νά κα­τα­λή­γουν στό ὅ­τι, "ἔ­τσι εἶ­ναι ἡ ζω­ή".

Τά παι­διά δεί­χνουν νά πι­στεύ­ουν στήν ὕ­παρ­ξη τοῦ Θε­οῦ σέ πο­λύ με­γά­λο πο­σο­στό, ἐν­σω­μα­τώ­νον­τας στοι­χεῖ­α ἐγ­γύ­τη­τας στήν ἀν­τί­λη­ψή τους γιά Ἐ­κεῖ­νον (τόν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο σάν προ­στά­τη καί βο­η­θό, σάν κά­ποι­ον δι­κό τους), πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­τι στοι­χεῖ­α πού δεί­χνουν ἀ­πό­στα­ση (Θε­ός δη­μι­ουρ­γός, δυ­νά­στης, κρι­τής). Ἐν­τυ­πω­σια­κό εἶ­ναι ὅ­μως, ὅ­τι στό ἰ­δι­ω­τι­κό σχο­λεῖ­ο, 33% τῶν ἐ­φή­βων δη­λώ­νουν ὅ­τι δέν ξέ­ρουν ἤ δεν πι­στεύ­ουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χει Θε­ός.

Ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον νά σχο­λι­ά­σου­με ξε­χω­ρι­στά τίς ἀ­παν­τή­σεις τῶν ἐ­φή­βων τῆς κα­τη­χη­τι­κῆς μας συν­τρο­φιᾶς, ἀ­φοῦ πα­ρου­σιά­ζουν με­γά­λο βαθ­μό ὁ­μοι­ο­γέ­νειας. Προ­φα­νῶς, ἡ δι­α­φο­ρά στίς ἀ­παν­τή­σεις, προ­έρ­χε­ται ἀ­πό το ὅ­τι ἔ­χουν συ­νη­θί­σει νά συμ­με­τέ­χουν σέ ὁ­μα­δι­κές συ­ζη­τή­σεις, ἀλ­λά καί τό ὅ­τι προ­έρ­χον­ται ἀ­πό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές οἰ­κο­γέ­νει­ες.
Στήν ἐ­ρώ­τη­ση, τί σέ φο­βί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐν­τύ­πω­ση προ­ξε­νεῖ ὅ­τι τά μι­σά παι­διά ἀ­νέ­φε­ραν τόν θά­να­το, ἐ­νῷ τά ἄλ­λα μι­σά τήν μο­να­ξιά.
Ὅσον ἀφορᾶ τό ἄγχος, ἔ­χουν με­γά­λες ὁ­μοι­ό­τη­τες μέ τά παι­διά τῶν 3 σχο­λεί­ων, δη­λα­δή κυ­ρια­ρχεῖ τό βρα­χυ­πρό­θε­σμο καί τό μα­κρο­πρό­θε­σμο μέλ­λον.
Ἐδῶ, εἶναι ἀξιοσημείωτο τό σχε­τι­κά ὑ­ψη­λό πο­σο­στό τῶν ἐ­φή­βων πού ὡς νό­η­μα τῆς ζωῆς τους, δη­λώ­νουν κά­τι τό ὑ­περ­βα­τι­κό, ἐ­νῷ οἱ μι­σοί δή­λω­σαν ὡς νό­η­μα ζω­ῆς τήν σχέ­ση μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Κα­νείς δέν ἀνέφερε ὡς νό­η­μα ζω­ῆς κά­τι πού ἔ­χει νά κά­νει μέ τόν ἑ­αυ­τό του, ὅπως ἀπάντησαν τά παι­διά τῶν σχο­λεί­ων.

Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾷ τήν με­τά θά­να­τον ζω­ή, ὅ­λα τα παι­διά δη­λώ­νουν τήν πί­στη τους σέ αὐ­τή, ὡ­στό­σο ἑ­στιά­ζουν κυ­ρί­ως στόν πό­νο τοῦ ἴ­διου τοῦ θα­νά­του.
Στήν ἐ­ρώ­τη­ση γιά τόν Θε­ό, ἐν­σω­μα­τώ­νουν στίς ἀ­παν­τή­σεις τους σχε­δόν ὅ­λοι, στοι­χεῖ­α ἐγ­γύ­τη­τας, θε­ω­ρών­τας τόν Θε­ό ὡς προ­στά­τη καί βο­η­θό, ἐ­νῷ ἐν­τύ­πω­ση κά­νει τό ὅ­τι ἀ­κό­μη καί τά παι­διά πού δη­λώ­νουν ὅ­τι δέν ξέ­ρουν τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ἀ­πο­τυ­πώ­νουν ταυ­τό­χρο­να καί τήν προ­σω­πι­κή τους σχέ­ση μα­ζί του. (Πα­ρά­δειγ­μα "Εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο νά ὁ­ρί­σω τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός γιά μέ­να. Πῶς μπο­ρεῖ νά ὁ­ρί­σει κα­νείς τί εἶ­ναι ὁ Θε­ός; Νο­μί­ζω πώς εἶ­ναι μιά βα­θύ­τε­ρη ἀ­νάγ­κη μου στό νά πι­στεύ­ω ὅ­τι κά­ποι­ος ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τούς πάν­τες μπο­ρεῖ νά μέ βο­η­θή­σει, νά μοῦ δώ­σει δύ­να­μη, νά μέ προ­φυ­λά­ξει…").

Παραθέσαμε με­ρι­κά μόνο ἀ­πό τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἔ­ρευ­νάς μας, ἀφοῦ ὁ χρόνος δέν ἐπαρκεῖ νά εἴμαστε πιό ἀναλυτικοί. Αὐτό πού φαίνεται, εἶναι ὅτι οἱ ἔ­φη­βοί μας εἶ­ναι κα­λοί κι εὐ­αί­σθη­τοι, ἀ­νή­συ­χοι καί ἀγ­χω­μέ­νοι, προ­βλη­μα­τι­σμέ­νοι καί μπερδεμένοι. Στά λὀγια τους φαί­νε­ται τό χνά­ρι τῶν γο­νι­ῶν τους καί ἡ δυ­σκο­λί­α τῆς ἐ­πο­χῆς. Φοβοῦνται τό αὔριο καί ἀνησυχοῦν γιά τό σήμερα.

Πρίν βιαστοῦμε νά τούς κρίνουμε ὅμως, ἄς ἀναλογιστοῦμε: Τόν ἴ­διο κό­σμο μοι­ρα­ζό­μα­στε μέ τούς ἐφήβους, ἐ­μεῖς τούς τόν φτι­ά­ξα­με καί μό­νο ἄν κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι τό ὑ­παρ­ξια­κό ζή­τη­μα κοι­νό εἶ­ναι σέ ὅ­λους μας, μι­κρούς καί με­γά­λους, κι ὅ­τι μό­νο ἡ ζων­τα­νή καί ἔμ­πρα­κτη σχέ­ση μέ τόν Χρι­στό καί τόν πλη­σί­ον μπο­ρεῖ νά δώ­σει κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς μας ἀ­παν­τή­σεις, τό­τε θά μπο­ρέ­σου­με νά δι­α­λε­χτοῦ­με μα­ζί τους. Καί γιά νά συμ­βεῖ αὐ­τό, πρέ­πει νά με­τανο­ή­σου­με ἐ­μεῖς πρῶ­τα, ὥ­στε νά μπο­ροῦ­με νά κοι­τά­ξου­με τά παι­διά στά μά­τια, κα­θώς προ­σπα­θοῦ­με νά τούς δώ­σου­με ἀ­παν­τή­σεις.

Τί ἀπαντήσεις, λοιπόν, νά δώσουμε στούς ἐφήβους; Πῶς νά ἐ­πι­κοι­νω­νή­σου­με μα­ζί τους; Πῶς νά καλ­λι­ερ­γή­σου­με ἕ­να γό­νι­μο λό­γο πού θά ἀ­πευ­θύ­νε­ται στά παι­διά τοῦ σή­με­ρα καί θά συλ­λαμ­βά­νει τήν ἀ­γω­νί­α τους καί τήν ἀ­σφυ­ξί­α τους; Πῶς νά τούς μι­λή­σου­με γιά Θε­ό κι ἐλ­πί­δα χω­ρίς νά ἀ­παν­τοῦ­με μέ ταυ­το­λο­γί­ες ἤ μέ αὐ­τα­ρέ­σκεια νά τούς πα­ρου­σι­ά­ζου­με μιά εἰ­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού ἐ­κεῖ­να δέν μπο­ροῦν νά δοῦν; Ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νά συ­ζη­τή­σου­με μα­ζί τους, δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἔ­χουν μιά μπερ­δε­μέ­νη ψευ­δαί­σθη­ση γνώ­σης πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ ὑ­περ­πλη­ρο­φό­ρη­ση. Ἄν τούς μι­λή­σου­με σάν αὐ­θεν­τί­ες δέν μᾶς ἀ­κοῦ­νε κι ἄν προ­σπα­θή­σου­με νά κου­βεν­τι­ά­σου­με μα­ζί τους εἰ­λι­κρι­νά, δι­α­κρί­νου­με τήν ἀμ­φι­βο­λί­α στά μά­τια τους. Ἴσως ἡ κρίση νά δημιουργήσει νέα δεδομένα κι ἡ ἀκούσια ταπείνωση πού θά ὑποστοῦμε ὅλοι νά δημιουργήσει νέες δυναμικές, νά στρέψει καί πάλι κάποτε τούς ἀνθρώπους στήν ἀναζήτηση ἀξιῶν.

Τί νά ποῦμε ἄραγε στούς ἐφήβους; Μά τήν ἀλήθεια! Νά τούς μιλήσουμε τήν γλῶσσα τῆς καρδιᾶς. Νά παραδεχτοῦμε ὅτι κι ἐμεῖς ἀνησυχοῦμε, κι ἐμεῖς φοβόμαστε, κι ἐμεῖς ἀγχωνόμαστε! Νά ὀμολογήσουμε τήν φθορά, τούς συμβιβασμούς, τήν ἀστοχία μας. Ἀλλά συνάμα νά τούς θυμίσουμε τήν χαρά τῆς ζωῆς καί τῆς δημιουργίας. Νά μάθουμε μαζί τους νά διαβάζουμε τόν κόσμο, νά συμμετέχουμε στόν πολιτισμό, νά χαιρόμαστε τήν ἔμπνευση πού φέρνει τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς ἀνθρώπους σ’ ἕνα κόσμο κακογουστιᾶς καί φθηνοῦ θεάματος. Νά τούς πιάσουμε ἀπό τό χέρι καί νά τούς δείξουμε τόν παράδεισο πού ἔπλασε ὁ Θεός γιά μᾶς, αὐτόν πού ἀποκαλύπτεται μόνο ὅταν μάθουμε νά εὐχαριστοῦμε γιά τήν κάθε στιγμή, τήν κάθε ἡμέρα. Νά τούς φανερώσουμε μέσα ἀπό τήν δική μας ζωή, μέ τό δικό μας παράδειγμα, τί ἐννοεῖ ἡ φράση «πάντοτε χαίρετε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε», τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Νά τούς διδάξουμε ὡς ποιμένες, ὡς γονεῖς, ὡς διδάσκαλοι, τό πώς μπορεῖς σ’ ἕνα κόσμο μιζέριας καί γκρίνιας νά ζεῖς μ’ αὐτό τό «Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἔνεκεν» πού ἔλεγε ὁ Χρυσόστομος στόν δρόμο πρός τήν ἐξορία καί τόν θάνατο.
Νά ψηλαφήσουμε μαζί τους τόν τρόπο τῆς ἀνάληψης τῶν εὐθυνῶν μας, τό τί σημαίνει νά ἔχεις ἦθος, τί πάει νά πεῖ νά γίνεσαι σοφότερος ἀπό τά λάθη καί τις πτώσεις σου, τί σημαίνει περιχώρηση καί συγχώρεση.
Νά τούς μάθουμε μέ τό δικό μας παράδειγμα πώς, ζωή σημαίνει συμπόρευση, ἀλληλεγγύη, νοιάξιμο, ἀγάπη γιά τόν πλησίον, μέσα σ’ ἕνα κόσμο ἀτομισμοῦ, ἰδιοτέλειας, μίσους κι ἀφόρητης μοναξιᾶς.

Δέν εἶναι οὐτοπικά ὅλα αὐτά, ἀρκεῖ νά τά σκεφτόμαστε ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του καί νά μήν βαυκαλιζόμαστε μέ μαζικές λύσεις, περιμένοντας ἀπό τούς ἄλλους. Ἄς ἀλλοιωνόμαστε ἐμεῖς γιά νά ἀλλάζουν μαζί μας κι ἄλλοι, ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος. Ὅ­σο ἐ­μεῖς γι­νό­μα­στε ἀ­λη­θι­νοί, εἰ­λι­κρι­νεῖς, πραγ­μα­τι­κά με­τα­νο­οῦν­τες, οἱ ἔ­φη­βοι θά βλέ­πουν, θά πα­ρα­τη­ροῦν, θά ἐμ­πνέ­ον­ται, θά ἀ­κο­λου­θοῦν μέ­σα στήν δι­κή τους μο­να­δι­κό­τη­τα.
Πάνω ἀπ’ ὅλα, νά τούς θυμίσουμε πώς ὑπάρχουν καλά νέα, πώς ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος καί μᾶς κάλεσε νά γίνει ἡ ζωή μας, ζωή Του. Ἔτσι, θἀ’χουμε τήν ἐλπίδα, πώς ὅ­ταν πε­ρά­σει τό ξέ­σπα­σμα τῆς ἐ­φη­βεί­ας, θά ἀ­να­τεί­λει ἡ ὀ­μορ­φιά τοῦ νέ­ου ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος θά ἀ­κο­λου­θή­σει τόν δρό­μο πού ἐ­λεύ­θε­ρα ἔ­χει ἐ­πι­λέ­ξει.

Θά τε­λει­ώ­σω μέ λί­γα λό­για τοῦ Ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τα Πορ­φυ­ρί­ου πρός τούς γο­νεῖς σχε­τι­κά μέ τά παι­διά τους:

«Γί­νε­τε ἅ­γιοι καί δέν θά ἔ­χε­τε κα­νέ­να πρό­βλη­μα μέ τά παι­διά σας. Ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τῶν γο­νέ­ων ἀ­παλ­λάσ­σει τά παι­διά ἀ­π’ τά προ­βλή­μα­τα… Κι ὅ­ταν κά­νουν ἀ­τα­ξί­ες, νά παίρ­νε­τε κά­ποι­α παι­δα­γω­γι­κά μέ­τρα, ἀλ­λά νά μήν τά πι­έ­ζε­τε. Κυ­ρί­ως νά προ­σεύ­χε­σθε… Ὅ­ταν τά παι­διά ἀ­να­πτύσ­σον­ται μέ­σα στήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, βλέ­πον­τας συγ­χρό­νως τό κα­λό πα­ρά­δειγ­μα τῶν με­γά­λων, χαι­ρό­μα­στε νά τά βλέ­πο­με. Αὐ­τό εἶ­ναι τό μυ­στι­κό, νά εἶ­σαι κα­λός, νά εἶ­σαι ἅ­γιος, γιά νά ἐμ­πνέ­εις, νά ἀ­κτι­νο­βο­λεῖς. Ἡ ζω­ή τῶν παι­δι­ῶν φαί­νε­ται νά ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­π’ τήν ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τῶν γο­νέ­ων [3]».

* * *
[1] Ἐ­πει­δή σκο­πός δέν ἦ­ταν ἡ ἐ­ξα­γω­γή πο­σο­τι­κῶν συμ­πε­ρα­σμά­των καί συ­σχε­τί­σε­ων γιά τόν πλη­θυ­σμό τῶν ἐ­φή­βων ἀ­πό 14 ἕ­ως 17 ἐ­τῶν, ἀλ­λά ἡ κα­τα­γρα­φή κά­ποι­ων τά­σε­ων καί ὁ προ­βλη­μα­τι­σμός ἐ­πά­νω σε αὐ­τές, δέν δό­θη­κε ἔμ­φα­ση στήν ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα τοῦ δείγ­μα­τος, ἀλ­λά στήν με­λέ­τη τῶν δι­α­φό­ρων ἀ­παν­τή­σε­ων τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων παι­δι­ῶν. Γιά τήν πιό σφαι­ρι­κή ἀ­πο­τύ­πω­ση τῶν τά­σε­ων, ἐ­πι­λέ­χθη­καν 3 δι­α­φο­ρε­τι­κά σχο­λεῖ­α στά ὁ­ποῖ­α τά δη­μο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά εἶ­ναι σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­νό­μοι­α καί προ­έρ­χον­ται ἀ­πό δι­α­φο­ρε­τι­κές το­πο­θε­σί­ες τῆς Ἀτ­τι­κῆς. Γιά νά μπο­ρέ­σου­με νά ἀ­πο­κτή­σου­με μιά γε­νι­κή εἰ­κό­να, ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τόν, κά­να­με μιά συμ­βα­τι­κή ὁ­μα­δο­ποί­η­ση τῶν ἀ­παν­τή­σε­ων καί με­τρή­σα­με τά ἀν­τί­στοι­χα πο­σο­στά πού συγ­κεν­τρώ­νει ἡ κά­θε ὁ­μά­δα. Ὑ­πῆρ­ξαν καί ἀ­παν­τή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες δέν μπο­ροῦ­σαν νά ὁ­μα­δο­ποι­η­θοῦν καί γι’ αὐ­τό ἐ­ξε­τά­στη­καν με­μο­νω­μέ­να.

[2] Ἄς ἀ­να­φερ­θοῦ­με σέ πιό συγ­κε­κρι­μέ­να στοι­χεῖ­α: Στήν Μάν­δρα, στήν πρώ­τη θέ­ση τῶν πη­γῶν φό­βου βρί­σκου­με ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τήν μο­να­ξιά καί ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τό μέλ­λον καί τήν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή ἀ­πο­κα­τά­στα­ση (22.5% τοῦ δείγ­μα­τος ἑ­κα­τέ­ρω­θεν). Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό ἄγ­χος, τό 35% τοῦ δείγ­μα­τος ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἀγ­χώ­νε­ται μέ τό μέλ­λον, ἐ­νῷ τό 29% μέ τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου.
Στό Ἰδιωτικό Λύκειο ἀν­τί­στοι­χα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τόν φό­βο, στήν πρώ­τη θέ­ση βρί­σκον­ται ἀ­παν­τή­σεις σχε­τι­κές μέ τήν μο­να­ξιά καί τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἀ­πό συ­νο­μη­λί­κους, σέ πο­λύ με­γά­λο βαθ­μό σέ σχέ­ση μέ τίς ὑ­πό­λοι­πες ἀ­παν­τή­σεις (41,7% τοῦ δείγ­μα­τος) ἐ­νῷ στήν δεύ­τε­ρη θέ­ση βρί­σκον­ται δι­ά­φο­ρες φο­βί­ες (φί­δια, σκο­τά­δι, ὕ­ψος καί ἄλ­λα μέ 33% τοῦ δείγ­μα­τος).
Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό τί τούς ἀγ­χώ­νει, τό 58% ἀγ­χώ­νε­ται γιά τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ἐ­νῶ μό­νο 29% τοῦ δείγ­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται στό μέλ­λον.
Στό ΕΠΑΛ, στήν πρώ­τη θέ­ση βρί­σκε­ται ἡ φο­βί­α γιά τό μέλ­λον καί τήν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή ἀ­πο­κα­τά­στα­ση (24% τοῦ δείγ­μα­τος), ἐ­νῷ στήν δεύ­τε­ρη θέ­ση βρί­σκον­ται δι­ά­φο­ρες φο­βί­ες (19% τοῦ δείγ­μα­τος). Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τό ἄγ­χος, στό ΕΠΑΛ, τό 24% ἀγ­χώ­νε­ται γιά τό μέλ­λον, ἐ­νῷ τό 29%, ἀγ­χώ­νε­ται γιά τά μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου.
Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι τό γε­γο­νός, ὅ­τι ὁ φό­βος τοῦ θα­νά­του πα­ρου­σιά­ζει πα­ρό­μοι­α πο­σο­στά καί στά 3 δείγ­μα­τα (8-16%).

* Τά στοιχεῖα τῆς ἔρευνας ἐπεξεργάσηκε ὁ Ζήσης Κτενίδης, κάτοχος μεταπτυχιακοῦ τίτλου ΜΒΑ, Ο.Π.Α.

[3] «Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου-Βίος καί Λόγοι», Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς Χανίων, 2007.

Πρωϊνή προσευχή Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ


visit counter




Αἰώνιε Κύριε, Δημιουργέ τῶν ἁπάντων ὁ καλέσας μέ εἰς τήν ζωήν ταύτην τή ἀνεξερευνήτω Σου ἀγαθότητις δούς μοί τήν Χάριν τοῦ Βαπτίσματος καί τήν σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ κοσμήσας μέ τή ἐπιθυμία τοῦ ἀναζητεῖν Σέ, τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν, ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου.

Ὁ Θεός μου, οὐκ ἔχω ζωήν, φῶς, χαράν, σοφίαν, δύναμιν ἄνευ Σου.
Ἀλλά Σύ εἴπας τοῖς μαθηταίς Σου: «Πάντα ὅσα ἐάν αἰτήσητε ἐν τή προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε».
Ὅθεν τολμῶ ἐπικαλεῖσθαι Σέ, καθάρισον μέ ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος.

Δίδαξον μέ πώς δεῖ προσεύχεσθαι.
Εὐλόγησον τήν ἡμέραν ταύτην ἤν ἐχάρισας μοί, τῷ ἀναξίω δούλω Σου.
Ἰκάνωσον μέ τή δυνάμει τῆς Χάριτός Σου ἀδιαλείπτως ὁμιλεῖν καί ἐργάζεσθαι πρός τήν Σήν δόξαν ἐν πνεύματι καθαρότητος, ταπεινώσεως, ὑπομονῆς, ἀγάπης, εὐγενείας, εἰρήνης, ἀνδρείας καί σοφίας, ἐπιγινώσκειν ἀεί τήν ἁπανταχοῦ παρουσίαν Σου.

Κύριε ὁ Θεός, δεῖξον μοί τήν ὁδόν τοῦ θελήματός Σου ἐν τή ἀπείρω Σου ἀγαθότητι καί ἀξίωσον μέ πορεύεσθαι ἐνώπιόν Σου χωρίς ἁμαρτίας.
Καρδιογνώστα Κύριε, Σύ ἐπιγινώσκεις πάσαν μου ἔνδειαν, Σύ γινώσκεις τήν τυφλότητα καί τήν ἄγνοιάν μου, Σύ γινώσκεις τήν ἀστάθειαν καί τήν διαφθοράν τῆς ψυχῆς μου.

Ἀλλ' οὔδ' ὁ πόνος οὐδ' ἡ ἀγωνία ἡ ἐμή κεκρυμμένα Σοί τυγχάνει. Ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου καί δίδαξον μέ τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίω, ὁδόν ἐν ἤ πορεύσομαι.
Μή ἐγκαταλείψης μέ, ὅτι ἡ διεφθαρμένη μου θέλησις ὁδηγήση μέ πρός ἄλλας ὁδούς, ἀλλά βιαίως ἐπαναγαγέ μέ πρός Σέ.

Δός μοί, τή δυνάμει τῆς Σῆς ἀγάπης, στερεωθῆναι μέ εἰς τό ἀγαθόν.
Φύλαξον μέ ἀπό παντός λόγου ἤ ἔργου ψυχοφθόρου, ἀπό πάσης ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς κινήσεως μή εὐαρέστου ἐνώπιόν Σου καί ἐπιβλαβοῦς διά τόν ἀδελφόν μου.

Δίδαξον μέ πῶς δεῖ καί τί μέ δεῖ λαλεῖν.
Ἐάν τό Σόν θέλημά ἐστι τοῦ μή ἀποκριθῆναι μέ δός μοί πνεῦμα εἰρηναίας σιωπῆς, ἀλύπου καί ἀκινδύνου διά τόν ἀδελφόν μου.
Νομοθέτησον μέ ἐν τή τρίβω τῶν ἐντολῶν Σου καί ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς μή ἐπιτρέψης παρεκκλίναι μέ ἀπό τοῦ Φωτός τῶν προσταγμάτων Σου, ἕως ὅτου καταστῶσιν ὁ μοναδικός νόμος πάσης ὑπάρξεώς μου, προσκαίρου τέ καί αἰωνίου.

Δέομαί Σου ὁ Θεός ἐλέησον μέ.
Λύτρωσαι μέ ἀπό τῆς θλίψεως καί ἀθλιότητός μου καί μή ἀποκρύψης ἀπ' ἐμοῦ τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.
Ἐν τή ἀφροσύνη μου, ὁ Θεός, περί πολλῶν καί μεγάλων δέομαί Σου, γινώσκων ἀεί τήν ἐμήν κακότητα, τήν ἀδυναμίαν καί φαυλότητα κράζω Σοί, ἐλέησον μέ.

Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ Προσώπου Σου ἕνεκεν τῆς ἀλαζονείας μου.
Δός καί αὔξησον ἐν ἐμοί τῷ ἀχρείω τήν δύναμιν τοῦ ἀγαπᾶν Σέ, κατά τάς ἐντολᾶς Σου, ἐξ ὅλης της καρδίας μου, ἐξ ὅλης της ψυχῆς μου, ἐξ ὅλης της διανοίας μου, ἐξ ὅλης της ἰσχύος μου, καί δί' ὅλου του εἶναι μου.
Ναί, ὁ Θεός, δίδαξον μέ δικαίαν κρίσιν καί γνῶσιν τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίω.

Δός μοί τοῦ γνῶναι τήν Ἀλήθειάν Σου προτοῦ μέ ἀπελθεῖν ἐκ τῆς ζωῆς ταύτης.
Παράτεινον τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου ἕως ὅτου Σοί προσφέρω μετάνοιαν ἀληθινήν.
Μή ἀναγάγης μέ ἐν ἠμίσει ἡμερῶν μου μηδέ ἐν ὤ ὁ ἐμός νοῦς τετυφλωμένος ἐστι.

Καί ὅταν εὐδοκήσης ἐλθεῖν τό τέλος τῆς ζωῆς μου προγνώρισον μοί τόν θάνατον, ἴνα ἡ ψυχή μου ἑτοιμασθῆ πρός συνάντησίν Σου.
Ἔσο μετ' ἐμοῦ, Κύριε, ἐν ἐκείνη τή ὥρα τή φοβερά καί ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ Σωτηρίου Σου.

Καθάρισον μέ ἀπό παντός ἁμαρτήματος φανεροῦ καί ἀποκρύφου, ἀπό πάσης ἀνομίας κεκρυμμένης ἐν ἐμοί καί δώρησον μοί καλήν ἀπολογίαν ἐνώπιόν του φοβεροῦ βήματός Σου.
Ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί τήν ἄμετρον φιλανθρωπίαν Σου, ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ