Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Γιὰ τὴν Συνάντηση Πάπα καὶ πατριάρχου στὰ Ἱεροσόλυμα


visit counter


Ἀνακοίνωση



    Ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου, ὑπὸ τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο κ. Καλλίνικο, προβαίνει στὴν ἑξῆς Ἀνακοίνωση περὶ τῆς προσφάτου Οἰκουμενιστικῆς Συναντήσεως τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου καὶ τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου στὰ Ἱεροσόλυμα:

1. Ἡ Συνάντηση αὐτὴ ἦταν ὡς γνωστὸν ἐπετειακὴ γιὰ τὴν συμπλήρωση 50 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ’ καὶ τοῦ Οἰκουμενιστοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρου τοῦ 1964. Τότε, στὸ γεγονὸς ἐκεῖνο ποὺ χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτές του ὡς «κοσμοϊστορικό», Πάπας καὶ πατριάρχης μεταξὺ ἄλλων σὲ «μυστικὴ ὁμιλία» τους ἔκαναν «κοινὸ πρόγραμμα», γιὰ τὴν προώθηση τῆς οἰκουμενιστικῆς τους Ἑνώσεως. Ἡ Συνάντηση ἐκείνη ἔγινε διαρκούσης τῆς Β’ Βατικανῆς συνόδου (1962-5) τῶν Παπικῶν, διὰ τῆς ὁποίας αὐτοὶ προέβησαν στὴν «ἐπίθεση ἀγάπης», ὅπως προσφυῶς χαρακτηρίσθηκε, στὰ οἰκουμενιστικὰ δρώμενα καὶ μάλιστα στὴν σχέση τους μὲ τοὺς ἐπισήμους Ὀρθοδόξους, βάσει τοῦ Ρωμαιοκεντρικοῦ ἤΠαποκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τους, γιὰ τὴν ἐπίτευξη μιᾶς ἑνώσεωςοὐνιτικοῦ τύπου, γιὰ μία νέα οἰκουμενιστικὴ Οὐνία.

Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἡ Συνάντηση τῶν Ἱεροσολύμων τοῦ 1964 ἔγινε κατόπιν ἐπιμόνου αἰτήσεως καὶ προσπαθειῶν τοῦ Οὐνίτου «πατριάρχου» Μαξίμου τοῦ Δ’· γι’ αὐτὸ καὶ ὁ τότε Πάπας Παῦλος ΣΤ’ πρὸ τῆς Συναντήσεως μὲ τὸν Ἀθηναγόρα εἶχε θερμὴ συνάντηση μὲ τοὺς Οὐνῖτες προκαθημένους, στοὺς ὁποίους ἀπηύθυνε κλήση διατηρήσεως τῶν παραδόσεων καὶ τῶν λειτουργικῶν τυπικῶν τους· γι’ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν Συνάντηση μὲ τὸν Ἀθηναγόρα, κάλεσε τοὺς «κεχωρισμένους ἀδελφούς», δηλαδὴ τοὺς ὀρθοδόξους, σὲ ἕνωση στὴν μία ποίμνη του, προβάλλοντας τὸ «Πρωτεῖο» καὶ τὸ «Ἀλάθητό» του!

2. Καὶ ἐνῶ ἡ Συνάντηση ἐκείνη, ἡ ὁποία σήμανε πράγματι τὴν «ἔναρξη μιᾶς νέας φάσεως» στὶς σχέσεις ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν, προσέκρουσε στὴν σφοδρὴ ἀντίδραση ἐπιφανῶν Κληρικῶν, Μοναχῶν Ἁγιορειτῶν, καὶ τῆς πλειοψηφίας τοῦ ποιμνίου, οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ ἔσπευσαν ἀκάθεκτοι στὴν ξέφρενη Οἰκουμενιστική τους πορεία, ἡ ὁποία ἦταν καὶ εἶναι σὲ πλήρη ἀντίθεση πρὸς τὴν Συνοδική, Πατερικὴ καὶ Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ χαρακτηριστικὴ πράξη τὴν γνωστὴ «ἄρση τῶν ἀναθεμάτων» τοῦ 1965. Ὁ πεπτωκὼς Ἀθηναγόρας, προτιμῶν τὸ «νόμισμα τῆς ἀγάπης», ὅπως αὐτὸς τὴν ἐννοοῦσε, διεκήρυσσε ὅτι ὀρθόδοξοι καὶ Παπικοὶ ἀποτελοῦν «μία Ἐκκλησία καὶ μία θρησκεία»!

Ὁ δὲ ἀπὸ τοῦ 1980 ἐναρξάμενος λεγόμενος «Διάλογος τῆς Ἀληθείας» ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν, ὁδήγησε στὴν γνωστὴ «Βελεμένδιο Συμφωνία» στὸν Λίβανο τὸ 1993, ὅταν ἀμφότεροι αὐτο-ανακηρύχθηκαν, χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχουν ἐπιλυθεῖ οἱ δογματικὲς καὶ ἄλλες διαφορὲς μεταξύ τους, «Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες», οἱ ὁποῖες δῆθεν κατέχουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, τὴν μετοχὴ στὰ αὐτὰ μυστήρια, καὶ ἰδίως στὴν μία ἱερωσύνη καὶ ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῶν ἐπισκόπων.

Ἡ Οὐνία ἐπίσης, ἐνῶ καταδικάσθηκε μετὰ τὴν ἔξαρση τῶν βιαιοτήτων της εἰς βάρος τῶν ὀρθοδόξων (1990 ἑ.), οὐσιαστικὰ ἀναγνωρίσθηκε καὶ οἱ ἐκπρόσωποί της ἔγιναν ἀποδεκτοὶ ὡς συνομιληταὶ στὸν Διάλογο.

Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν θρίαμβο τῆς Παπικῆς διπλωματίας καὶ τακτικῆς. Οἱ Παπικοὶ ἔφθασαν νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι χρειάζεται ἕνας νέος τύπος Πρωτείου γιὰ τὶς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, καὶ ὅτι ἑνότητα σημαίνει διατήρηση τῆς διαφορετικότητος, ἐπανασύσταση κοινωνίας, πνευματικὸ ἐμπλουτισμὸ καὶ ἀνταλλαγὴ θείων δωρημάτων. Οἱ δὲ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ ἀποδέχονται τὰ περὶ «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ὅτι ἡ «Ἐκκλησία εἶναι διεσπασμένη» καὶ ὅτι προσπαθοῦν μὲ ὅλα τὰ οἰκουμενιστικὰ ἐφευρήματά τους νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν «πλήρη κοινωνία» καὶ ἑνότητά τους, ἡ ὁποία ὅμως ἤδη κατ’ αὐτοὺς βιώνεται καὶ ἐκφράζεται μὲ τὶς συμπροσευχές, τὶς κοινὲς διακηρύξεις καὶ τὴν συνεργασία σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, γιὰ δῆθεν «κοινὴ μαρτυρία» πίστεως στὸν κόσμο.

Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦν ἀνεπίτρεπτη νομιμοποίηση ἐκκλησιολογικὰ τῆς ἑτεροδοξίας καὶ ἐξίσωσή της μὲ τὴν ὀρθοδοξία, ὅπως ὀρθὰ ἐπισημάνθηκε, ἐνῶ οἱ Παπικοὶ ἐμμένουν στὶς παλαιὲς καὶ σύγχρονες αἱρέσεις καὶ πλάνες τους· οἱ ἐκκλησιολογικοὶ αὐτοὶ νεωτερισμοὶ καὶ οἱ ἐκκλησιολογικὲς αὐτὲς παραδοξότητες, οἱ ὁποῖες ἀλλοιώνουν σαφῶς τὴν αὐτοσυνειδησία καὶ τὸ φρόνημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀποδεικνύουν οὐσιαστικὰ τὴν μεγίστη διάβρωση τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν καὶ τὴν οὐνιτοποίησή τους.

3. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ ἐπετειακὴ Συνάντηση Πάπα Φραγκίσκου καὶ πατριάρχου Βαρθολομαίου πρὸ ἡμερῶν στὰ Ἱεροσόλυμα (Κυριακὴ Τυφλοῦ, 25-5-2014), ἀποτέλεσε ἄλλον ἕνα σημαντικὸ σταθμὸ στὴν«μὴ ἀναστρέψιμη» οἰκουμενιστική τους ἀκαταστασία καὶ ἀποστασία.

Ὁ Οἰκουμενιστὴς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως διεκήρυξε τὴν πιστὴ συνέχιση τῆς ὁδοῦ, ποὺ ἐχάραξαν «φωτεινοὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες», ὅπως ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας καὶ ὁ Πάπας Παῦλος ΣΤ’ τὸ 1964· οἱ δὺο αὐτοὶ «ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέτες» «ἀπεστάλησαν» δῆθεν «ἀπὸ Θεοῦ», γιὰ νὰ ὑπερβοῦν ἄφοβα τὴν διάσπαση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, κάτι ποὺ οὐδεὶς ἐκ τῶν «ἱερῶν ἀνδρῶν» Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως κατόρθωσε κατὰ τὴν δεύτερη χιλιετία!   
 
Στὴν δὲ «Κοινὴ Δήλωσή» τους, Πάπας καὶ πατριάρχης, θεωρούμενοι ὡς μέλη τῆς αὐτῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας καὶ ἀλληλο-αναγνωριζόμενοι ἐκκλησιαστικῶς, ἔστω καὶ χωρὶς ἀκόμη πλήρη κοινωνία, συνομολογοῦν ὅτι βαδίζουν μέσῳ τοῦ Διαλόγου -καὶ ὄχι μόνον μέσῳ αὐτοῦ- στὴν ἀναζήτηση τῆς«ἀνταλλαγῆς τῶν δώρων» καὶ τὴν «κατανόηση συνόλου τῆς Ἀληθείας»! Καὶ ὅλα αὐτά, συνευχόμενοι, συνευλογοῦντες, συνυπογράφοντες, δίδοντες «κοινὴν μαρτυρίαν» καὶ συνεργαζόμενοι ὑπὲρ δῆθεν τοῦ καλοῦ τῆς ἀνθρωπότητος, τασσόμενοι μάλιστα ὑπὲρ τοῦ διαθρησκειακοῦ ἀνοίγματος, γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου.

Παράλληλα, ἔγιναν νύξεις γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ πολυποθήτου ἀπὸ αὐτοὺςκοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, γιὰ κοινωνία ἐν νομίμῳ ποικιλίᾳ χωρὶς πραγματικὴ δογματικὴ ἑνότητα, ἀπεκαλύφθη μάλιστα καὶ ἡ πρόθεσή τους νὰ συγκαλέσουν ἀπὸ κοινοῦ Οἰκουμενι(στι)κὴ σύνοδο στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 2025!...
Ὅμως, ἡ «ἀνεξήγητη» πυρκαϊὰ στὸ Σπήλαιο τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στὴνΒηθλεὲμ μία μόλις ἡμέρα μετὰ τὰ Οἰκουμενιστικὰ ἔκτροπα, ἀποτελεῖ ἕνα σαφὲς σημεῖο θείας ἀποστροφῆς ἔναντι πάντων τούτων.

Ἐν τούτοις, ὅλα αὐτὰ χαρακτηρίσθηκαν ἀπὸ λαλίστατο μητροπολίτη τῆς Καινοτόμου ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔχοντος φήμην παραδοσιακοῦ, ὡς «εὐφυὴς διπλωματία» τοῦ Φαναρίου! Ἀπὸ γραφεῖο δὲ τῆς μητροπόλεως αὐτοῦ ἐξαπολύθηκε πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἕωλο (μπαγιάτικο) κατηγορητήριο ἐναντίον ἡμῶν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀνάξιο σημασίας καὶ προσοχῆς ὡς ἀντιμετωπισθὲν ἐπαρκῶς κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ πρόσκληση γιὰ Διάλογο ἡμῶν μὲ τὴν Καινοτόμο ἐκκλησία, προκειμένου νὰ «ἐπανενταχθοῦμε» σὲ αὐτήν, καίτοι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν δὲν ἀνήκαμε ποτὲ στοὺς Καινοτόμους ὥστε νὰ χρειαζόμαστε «ἐπανένταξη» (!), ἐξ ἀφορμῆς τοῦ εὐχάριστου γεγονότος τῆς Ἑνώσεώς μας σὲ μία Σύνοδο μὲ τοὺς πρώην Ἐνισταμένους Ἀδελφοὺς τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου!    

4. Ἡ χαρμόσυνη Ἕνωσή μας ἐν τῇ Γνησίᾳ Ὀρθοδοξίᾳ τοῦ παρελθόντος Μαρτίου, ἐπιτεύχθηκε σὺν Θεῷ βάσει τοῦ Κοινοῦ Ἐκκλησιολογικοῦ Κειμένου«Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικά». Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ προέλαβε τὰ καταιγιστικὰ οἰκουμενιστικὰ γεγονότα, μὲ κορυφαῖο αὐτὸ τῶν Ἱεροσολύμων, διὰ τῆς συνυπογραφῆς μας Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζει ἀποτελεσματικὰ τὴν Αἵρεση, προβαίνει σὲ ἀποκαλυπτικὲς διαπιστώσεις καὶ παρέχει τὰ σωτήρια φάρμακα γιὰ τὴν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ σωστικοῦ ἔργου Της.

Βάσει λοιπὸν καὶ τοῦ προσφάτου κοινοῦ μας Ὁμολογιακοῦ Κειμένου, ὁ πεπτωκὼς πατριάρχης Βαρθολομαῖος, βαδίζων στὰ ἴχνη τοῦ δυστυχοῦς Ἀθηναγόρου, εἶναι ψευδεπίσκοπος καὶ ψευδοδιδάσκαλος, οἱ δὲ κοινωνοῦντες μετ’ αὐτοῦ, ἀδιαφοροῦντες ἤ ἀνεχόμενοι ἤ ἀποδεχόμενοι τὸ φρόνημα καὶ τὶς πρακτικές του, συναπόλλυνται μὲ αὐτὸν καὶ δὲν εἶναι Κανονικοὶ καὶ Κοινωνικοί. Ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μὲ ἐφαρμογὴ ὅλων τῶν κατακρίτων πρακτικῶν του, τῶν ἀρνουμένων τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, ἀποξενώνει τοὺς Καινοτόμους ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία. Ἡ δὲ Γνήσια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν συνέχεια τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

Συνεπῶς, καλοῦμε τοὺς ἐγκλωβισμένους στὴν Καινοτομία σὲ παύση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τοὺς φορεῖς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σὲ ἐφαρμογὴ τῆς Ἀποτειχίσεως γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς Μοναδικότητος, Ἑνότητος καὶ Καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς μαρτυρία Πίστεως καὶ κλήση Μετανοίας τῶν ἐκτραπέντων, καθὼς καὶ σὲ ἔνταξή τους στὴν Γνήσια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἐπὶ δὲ τῆς ἐκκλήσεως γιὰ Διάλογο μὲ τὴν Καινοτόμο ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, γιὰ νὰ ἔχει αὐτὸς νόημα, πρέπει νὰ εἰδωθεῖ στὸ φῶς ὅλων τῶν ἀνωτέρω. Αὐτὸς νοεῖται μόνον ὡς ἀποβλέπων στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Καινοτόμου ἐκκλησίας ἀπὸ τὰ Οἰκουμενιστικὰ δεσμά της, προκειμένου νὰ ἐπανέλθει στὴν Ὀρθόδοξη τροχιά, ὥστε ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐπισπεύσουμε τὴν δραστικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ ποικιλομόρφου Συγκρητισμοῦ. Ὅσο ὅμως αὐτὴ κωφεύει ἐπιδεικτικὰ καὶ περιφρονητικὰ στὶς ἐκκλήσεις τῶν μετρημένων στὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρὸς θεωρητικὰ ἀντι-οικουμενιστῶν δικῶν της ἐπισκόπων, γιὰ ὀρθοδοξοποίησή της, δεικνύει τὸ ἀνίατον τῆς καταστάσεώς της καὶ τὴν μὴ ἐπιδεκτικότητά της βοηθείας ἀπὸ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους, πρὸς σωτήριον ἀνάνηψιν καὶ ἐπιστροφήν.

Ὅσο διογκώνεται ἡ διαδικασία τῆς «ἀποστασίας» μὲ πράξεις ὅπως αὐτὴ τῆς Συναντήσεως Πάπα καὶ πατριάρχου στὰ Ἱεροσόλυμα, ἀλλὰ καὶ ὅσων παρομοίων ἀκολουθοῦν καὶ θὰ ἀκολουθήσουν, τόσο ἡ εὐθύνη τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας Ἑλλάδος καὶ Ἐξωτερικοῦ μεγαλώνει, γιὰ ἄσκηση στὴν μετάνοια καὶ προσευχή, γιὰ διακράτηση πάσῃ θυσίᾳ τοῦ θησαυροῦ τῆς Πίστεως, γιὰ διαφύλαξη ἕως θανάτου τῆς καλῆς Παρακαταθήκης, μὲ Ὁμολογία τῆς Ἀληθείας ἐν Ἀγάπῃ, γιὰ ἀληθινὴ ἱεραποστολικὴ μαρτυρία καὶ γιὰ φιλάνθρωπη διακονία ὅσων ἔχουν ἀνάγκη.

Ἀδελφοί, «γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε», καὶ ὁ Θεὸς τῆς Εἰρήνης ἔσται μεθ’ ὑμῶν!
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
 

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Εἰς τήν Πεντηκοστήν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου


visit counter



Α´. Μεταβολήν τοῦ νοῦ.
Β´. Μεταβολήν τῆς καρδίας.
Γ´. Μεταβολήν τῆς γλώσσης.


Συλλογίσου ἀγαπητέ, πῶς τό Πανάγιον Πνεῦμα ὅταν κατέβη εἰς τό ὑπερῷον ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, ὡσάν ἕνας σφοδρότατος ἄνεμος καί βροντή, ἐγέμισεν ὅλον τόν οἶκον, εἰς τόν ὁποῖον ἦσαν καθήμενοι οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καί ἐπροσηύχοντο· «καί ἐπλήρωσε τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι» (Πραξ. β´. 2)· καί τόν ἔκαμεν ὡσάν μίαν κολυμβήθραν, ὡς λέγει ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, διά νά βαπτίσῃ τούς Ἀποστόλους μέ τήν θείαν χάριν του, περί τοῦ ὁποίου τούτου βαπτίσματος προεῖπεν εἰς αὐτούς ὁ Κύριος· «ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετά πολλάς ταύτας ἡμέρας (Πράξ. α´ 5).

Ἐπλήρωσε δέ τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι, κολυμβήθραν αὐτόν ἀπεργαζομένη πνευματικήν, καί πληροῦσα τήν τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγελίαν, ἥν καί αὐτήν ἀναλαμβανόμενος πρός αὐτούς ἔλεγεν, ὅτι Ἰωάννης μέν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ…ἀλλά καί τήν κλῆσιν ἥν αὐτοῖς ἐπέθηκεν, ἐπαληθεύουσαν ἔδειξε· διά γάρ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ τούτου ἤχου, ὄντως υἱοί βροντῆς γεγόνασιν οἱ Ἀπόστολοι» (Λόγος εἰς τήν Πεντηκ.) Τότε δή τότε αὐτό τό Πανάγιον Πνεῦμα ἐνήργησεν εἰς τούς Ἀποστόλους τρεῖς μεταβολάς (καί αὐταί αἱ μεταβολαί εἶναι κυρίως ὁ καρπός καί τῶν παρόντων πνευματικῶν γυμνασμάτων).

Ἡ α´ μεταβολή ἦτο τοῦ νοός τῶν Ἀποστόλων, ἡ ὁποία μετέβαλεν εἰς αὐτούς ἐκείνας τάς πρώτας ἰδέας ὅπου εἶχον περί τῶν πράγματων τοῦ κόσμου τούτου καί τούς ἔκαμε νά γνωρίσουν καθαρά τό ταπεινόν καί μάταιον τῶν παρόντων ἀγαθῶν, καί ἐξεναντίας νά γνωρίσουν τό μεγαλεῖον καί αἰώνιον τῶν μελλόντων, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὅπου ὀλίγον προτήτερα φιλονικοῦσαν ἀναμεταξύ τους ποῖος ἀπό αὐτούς νά ἦτο ὁ πρῶτος καί μεγαλύτερος· «ἐγένετο δέ καί φιλονικία ἐν αὐτοῖς τό τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων» (Λουκ. κβ´ 24). Ὕστερα ἀφ᾿ οὗ ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐμετροῦσαν διά μεγάλην εὐτυχίαν, τό νά εἶναι μικρότεροι ἀπό ὅλους· τό νά καταφρονοῦνται ἀπό ὅλους διά τόν Χριστόν καί τό νά λογίζωνται ἀσθενεῖς, μωροί, ἄτιμοι, ὄνειδος, σκύβαλα καί σκουπίδια τοῦ κόσμου καί τῶν ἀνθρώπων· «ἡμεῖς μωροί διά Χριστόν, ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ἡμεῖς ἄτιμοι, ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγεννήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α´ Κορ. δ´ 10).

Τώρα ἀδελφέ στοχάσου ἀνίσως ἔγινε καί εἰς ἐσέ αὐτή ἡ μεταβολή τοῦ νοός διά μέσου τούτων τῶν πνευματικῶν γυμνασμάτων ὅπου ἀνάγνωσες καί ἕως εἰς ποῖον βαθμόν ἔφθασες, διότι ἀνίσως καί ἕως τώρα ἐνόμισες ἕνα μεγάλον καλόν, τό νά σέ τιμοῦν καί νά σέ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι εἰς ὑπόληψιν, τό νά ζῇς εἰς τήν καρδίαν πάντων, ἤγουν τό νά σέ ἀγαποῦν ὅλοι, τό νά γυρεύης πάντοτε καινούργιαις ἡδοναῖς καί νά ἐξοδεύης εἰς αὐταῖς τόν καιρόν ὅπου σοῦ ἐδόθη διά νά κερδίσης τά αἰώνια ἀγαθά καί τό νά ζῇς μέ τέλη καί ἀντιρρήσεις κοσμικάς, φανερόν εἶναι ὅτι ὁ νοῦς σου ὡδηγεῖτο ἕως τώρα ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί ὄχι ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί πρέπει διά τοῦτο νά λυπῆσαι καί νά μετανοῇς διότι ἀπέθανεν ὁ Χριστός καί ἀνέστη καί ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ὄχι διά νά σοῦ δώσῃ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου.'Aλλά διά νά σοῦ δώσῃ τό Πνεῦμα τό ἰδικόν του καί ἐσύ μέ τήν κακήν ζωήν ὅπου ἔζησες δέν ἔγινες δεκτικός τοῦ θείου του Πνεύματος· «ἡμεῖς δέ οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἐκ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. β´ 12).

Πρέπει ὅμως ἀπό τώρα καί ὕστερα νά εἶσαι ἀποφασισμένος νά κάμνης ὅλα τά ἐναντία, ἤγουν νά ὁδηγῆσαι μέ τάς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί νά μή λογιάζῃς ἄλλην τιμήν, παρά ἐκείνην ὅπου σέ μεγαλύνει ἐμπρός εἰς τόν Θεόν καί νά μή ψηφᾷς ἄλλο καλόν, παρά ἐκεῖνο ὅπου σοῦ προξενεῖ τήν ἀπόλαυσιν τοῦ Παραδείσου.

Εἶναι καλόν σημάδι πῶς ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἄρχισε νά φωτίζῃ τόν νοῦν σου καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό ἐκεῖνον ὅπου ἤσουν εἰς ἄνδρα ἄλλον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ· «καί ἐφαλεῖται ἐπί σέ Πνεῦμα Κυρίου, καί στραφήσῃ εἰς ἄνδρα ἄλλον» (Α´. Βασιλ. ι´. 6) καί πρέπει διά τοῦτο νά χαίρῃς καί νά εὐχαριστῇς τόν Κύριον ὅπου σέ ἐφώτισε μέ τό Ἅγιόν του Πνεῦμα, διά νά μή περιπατῇς πλέον ὡσάν νήπιος, ἀλλά ὡσάν ἄνδρας τέλειος· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐφρόνουν ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δέ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τά τοῦ νηπίου» (Α´. Κορ. ιγ´ 11)· καί διά νά μή ἀκολουθῇς πλέον τό φρόνημα τῆς σαρκός ὅπου εἶναι θάνατος ἀλλά τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος ὅπου εἶναι ζωή· «τό γάρ φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος· τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ζωή καί εἰρήνη» (Ρωμ. η´. 6).

Αἰσχύνθητι λοιπόν διά τήν περασμένην ζωήν ὅπου ἔζησες ὄχι ὡσάν οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὡσάν ξένος καί ἀλλότριος, μέ τό νά μή εἶχες τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή κατά τόν Ἀπόστολον· «εἴ τις Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔχει οὗτος, οὐκ ἔστιν αὐτοῦ» (Ρωμ. η´ 9). Καί παρακάλεσαι ταπεινῶς τό Ἅγιον Πνεῦμα νά μεταβάλη τελείως τόν νοῦν σου εἰς τό θεῖον του θέλημα, φωτίζωντάς τον μέ τήν χάριν του. Ὄχι κατά τήν ἐπιφάνειαν ἀλλά κατά βάθος διά νά μή ὑστερηθῇς καί ἐσύ τόν φωτισμόν καί τήν χάριν του καί νά λέγῃς μέ τόν Δαβίδ· «καί τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καί αὐτό οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ» (Ψαλμ. λζ´ 10)· ἀλλά μᾶλλον νά λαμβάνης ἐπάνω εἰς τόν ἁμυδρότερον φωτισμόν, ἄλλον καθαρώτερον καί λαμπρότερον φωτισμόν καί νά λέγῃς· «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε´ 10).

Πῶς δέ νά συγκρατῇς τόν φωτισμόν τοῦτον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τόν νοῦν σου καί πῶς νά μή τόν ἀφήσῃς νά σβύσῃ; Ἄκουσον τί σοῦ λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος· καθώς τό φῶς τοῦ λύχνου μέ τό λάδι ἀνάπτει καί συγκρατεῖται, καί ὅταν σωθῇ τό λάδι τότε σβύνει καί αὐτό, ἔτσι καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάπτει καί μᾶς φωτίζει, ὅταν ἔχωμεν καλά ἔργα, καί ἐλεημοσύνην εἰς τήν ψυχήν μας. Ὅταν δέ τά καλά ἔργα λείψουν καί ἡ ἐλεημοσύνη, ἀναχωρεῖ ἀπό ἡμᾶς καί τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· «καθάπερ γάρ τό λυχνιαῖον φῶς ἐλαίῳ κατέχεται καί ἀναλωθέντος τούτου, κᾀκεῖνο σβέννυται, οὕτω δή καί ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, παρόντων μέν ἡμῖν ἔργων ἀγαθῶν, καί ἐλεημοσύνης πολλῆς ἐπιχεομένης τῇ ψυχῇ, μένει καθάπερ ἐλαίῳ κατεχομένη ἡ φλόξ· ταύτης δέ οὐκ οὔσης, ἄπεισι καί ἀναχωρεῖ» (Τόμ. Θ´ λόγος 55). Καθώς καί τό Πνεῦμα Κυρίου ὅπου ἐδόθη εἰς τόν Σαούλ, ἀνεχώρησεν ἀπό λόγου του μέ τό νά μή εἶχε γνώμην ὀρθήν καί ἔργα θεάρεστα· «Πνεῦμα Κυρίου ἀπέστη ἀπό Σαούλ» (Α´. Βασιλ. ις´ 14· διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος παραγγέλει γράφων· «τό Πνεῦμα μή σβέννυτε» (Α´. Θεσσ. ε´ 19).

Λέγει γάρ ὁ μέγας Βασίλειος καί καθώς ἄλλη μέν θερμότης εὑρίσκεται εἰς τά σώματα καθ᾿ ἕξιν πολυχρόνιος, ἄλλη δέ κατά διάθεσιν ὀλιγοχρόνιος, ἔτσι καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, εἰς ἄλλους μέν παραμένει καθ᾿ ἕξιν διά τήν στρεότητα τῆς καλῆς των γνώμης, ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Ἐλδάδ καί Μωδάδ, περί τῶν ὁποίων γράφουσιν οἱ ἀριθμοί, ὅτι ἐπροφήτευον πάντοτε· εἰς ἄλλους δέ μόνον εὑρίσκεται ὡς διάθεσις, καί γρήγορα ἀναχωρεῖ διά τό ἀστερέωτον τῆς γνώμης των, ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Σαούλ καί εἰς τούς ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι μίαν φοράν μόνον ἐπροφήτευσαν, καί ὕστερον ἔχασαν τῆς προφητείας τό χάρισμα. Ὡς ἐν σώμασιν ὑγίεια, ἤ θερμότης, ἤ ὅλως εὐκίνητοι διαθέσεις, οὕτω καί ἐν ψυχῇ πολλάκις ὑπάρχει τό πνεῦμα, τοῖς διά τό τῆς γνώμης ἀνίδρυτον εὐκόλως ἥν ἐδέξατο χάριν ἀπωθουμένοις οἷος ὁ Σαούλ καί οἱ πρεσβύτεροι οἱ ἑβδομήκοντα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, πλήν τοῦ Ἐλδάδ καί Μωδάδ· «τούτοις γάρ μόνοις ἐκ πάντων φαίνεται παραμεῖναν τό Πνεῦμα· καί ὅλως εἴ τις τούτοις τήν προαίρεσιν παραπλήσιος» (Κεφ. κς´. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).

Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν β´. μεταβολήν ὅπου ἔκαμε τό Πανάγιον Πνεῦμα εἰς τήν καρδίαν τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι εἰς τήν ἀρχήν ἦσαν τόσον φιλόζωοι, τόσον φιλόσαρκοι, τόσον δειλοί, ὅπου διά νά φυλάξουν τήν ζωήν τους, ὁ ἕνας ἄφησε τόν διδάσκαλόν του εἰς τό πάθος καί ἔφυγε γυμνός· «καί εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθει αὐτῷ περιβεβλημένος σινδόνα ἐπί γυμνοῦ… ὁ δέ καταλιπών τήν συνδόνα γυμνός ἔφυγεν ἀπ᾿ αὐτῶν» (Μαρκ. Ιδ´ 51. (Οὗτος ἦτο ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, ὅστις ἐφόρει ἕνα μόνον ἱμάτιον εἰς ὅλην του τήν ζωήν, ὡς λέγει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος), ὁ ἄλλος τόν ἠρνήθη καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνεχώρησαν· «καί ἀφέντες αὐτόν πάντες ἔφυγον». (Μαρκ. ιδ´. 51). Καί τόσον ἦσαν τρομαγμένοι ὡσάν λαγωοί ὅπου ἔστεκαν κεκλεισμένοι ἀπό τόν φόβον τους μέσα εἰς τό ὑπερῶον καί δέν ἐτόλμων νά εὔγουν ἔξω σχεδόν εἰς ὅλον τό διάστημα τῶν πεντήκοντα ἡμερῶν ὅπου ἐπέρασαν μετά τήν Ἀνάστασιν ἀλλ᾿ ἀφ᾿ οὗ κατέβη εἰς αὐτούς τό Ἅγιον Πνεῦμα, μετέβαλε τήν ἀσθένειαν τῆς καρδίας των εἰς ἀνδρείαν καί γενναιότητα.

Ὅθεν εὐγῆκαν ἔξω ὡσάν τόσοι ἄφοβοι λέοντες καί ἐκήρυττον τόν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν ἐμπρός εἰς ὅλον τό πλῆθος τοῦ λαοῦ μέ μέτωπον ἀνοικτόν, μέ στῆθος ἀνδρειωμένον καί μέ τόλμην καί παρρησίαν χωρίς νά δειλιάσουν οὔτε ἀπό φοβερισμούς, οὔτε ἀπό δαρμούς, οὔτε ἀπό βάσανα καί μαρτύρια, οὔτε ἀπό τόν ἴδιον θάνατον· ἀλλ᾿ ἐπεθύμουν ταῦτα πάντα ὡς τρυφάς καί ξεφαντώματα καί ἔχαιρον ὑπερβολικά ὅταν τά ἐλάμβανον· «οἱ μέν οὖν ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπό προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὅτι ὑπέρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι» (Πραξ. ε´. 41).

Τότε ἤθελες ἰδεῖ ἐκεῖνον τόν δειλότατον καί φιλόζωον Πέτρον, ὅπου πρότερον δέν ἠδυνήθη νά ἀκούσῃ χωρίς φόβον οὔτε ἕνα ψιλόν λόγον ἑνός δυστυχισμένου κορασίου, πῶς ἐστάθη μέ τόσην ἀφοβίαν καί τόλμην καί ἐδημηγόρησε μεγαλοφώνως ἔμπροσθεν εἰς ἕνα μυριάριθμον πλῆθος ἀνθρώπων, χωρίς νά στοχάζεται πῶς εἶναι ὁλότελα ἄνθρωποι ἀλλά πῶς εἶναι κνώδαλα καί φυτά ἤ λίθοι, καί μέ τήν δημηγορίαν του εἵλκυσεν εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ τρεῖς χιλιάδας λαοῦ· «σταθείς δέ Πέτρος σύν τοῖς ἕνδεκα ἐπῆρε τήν φωνήν αὐτοῦ, καί ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς» (Πράξ. β´. 14).

Τότε ἤθελες ἰδῇ ἐκείνους τούς ἁλιεῖς καί ἀγραμμάτους πλουτισμένους ἀπό τόσην σοφίαν καί σύνεσιν, ὥστε νά κάμνουν τούς σοφούς καί γραμματισμένους νά ἐξίστανται καί νά ἀποροῦν· «καί καταλαβόμενοι, ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καί ἰδιῶται ἐθαύμαζον». (Πράξ. δ´ 13). Καί τοῦτο διατί; διότι ἔδωκεν εἰς τήν καρδίαν αὐτῶν χῦμα γνώσεως τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σολομῶντος· «καί ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σολομών καί χῦμα καρδίας» (Γ´ Βασιλ. δ´ 29)· καί διότι " ἥψατο Κύριος καρδίας αὐτῶν ὡς γέγραπται» (Α´ Βασιλ. ι´ 26).

Ὤ χάρις! ὤ ἐνέργεια! ὤ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον ὅταν μίαν φοράν ἀνάψῃ τήν καρδίαν, τούς λαγῳούς κάμνει λέοντας, τούς ἀδυνάτους δυνατούς, τούς ἀσόφους σοφούς, τούς πηλίνους κατασκευάζει πυρίνους καί τούς πρῴην ἀνδριάντας μεταβάλλει εἰς ἄνδρας τελείους. Καί τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ὅπου ὁ Θεός ὑπεσχέθη νά δώσῃ διά τοῦ Προφήτου Μιχαίου λέγων· «οὐκ ἔσται ὁ ἐπακούων αὐτῶν, ἐάν μή ἐγώ ἐμπλήσω ἰσχύν ἐκ Πνεύματος Κυρίου» (Μιχ. γ´ 8).

Τώρα καί ἐσύ ἀδελφέ ὅπου ἀναγινώκεις ταῦτα, στοχάσου, ἐάν ἔλαβες αὐτήν τήν γενναιότητα καί θέρμην εἰς τήν καρδίαν σου διά νά μή φοβῆσαι σάρκα, κόσμον καί κοσμοκράτορα, τοῦτο εἶναι σημεῖον πῶς μετεβλήθης ἀπό τό Πνεῦμα Κυρίου, καθώς εἶναι γεγραμμένον· «τότε μεταβαλεῖ τό Πνεῦμα καί διελεύσεται, καί ἐξιλάσεται· αὕτη ἡ ἰσχύς τῷ Θεῷ μου» (Ἀββακ. α´ 11).

Στοχάσου, καί ἐάν ἐσύ προτήτερα ἐγύρευες μέ ὅλην τήν ὁρμήν τῶν ἐπιθυμιῶν σου τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, τά πλούτη, τάς δόξας, τάς ἡδονάς καί ἐλόγιαζες ὅτι ἦτο μακαριώτερος ὅποιος εἶχεν ἀπό αὐτά τά ἀγαθά περισσότερα, ἤξευρε ὅτι ἕως τώρα ἦτο ἡ καρδία σου πεπαλαιωμένη, ἀναίσθητος καί πεπωρωμένη ὡσάν πέτρα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ κόσμου καί τῆς σαρκός. Καί λυπήσου διά τοῦτο καί μετανόησον, πώς εἰς τόσους χρόνους τῆς ζωῆς σου, δέν ἔγινες ἄξιος νά λάβῃς διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μίαν καινούργιαν καρδίαν αἰσθητικήν τοῦ συμφέροντός σου, τήν ὁποίαν ὑπεσχέθη νά σοῦ δώσῃ ὁ Θεός· «καί δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν καί πνεῦμα καινόν δώσω ὑμῖν· καί ἀφελῶ τήν καρδίαν τήν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκός ὑμῶν καί δώσω ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην καί τό πνεῦμά μου δώσω ἐν ὑμῖν» (Ἰεζεκ. λς´. 26).

Ἐάν δέ τώρα γυρεύῃς ὅλα τά ἐναντία καί ἀντί νά ὑπερηφανεύεσαι διά τά πλούτη, ἐσύ περισσότερον ταπεινώνεσαι καί χαίρεις εἰς τήν πτωχείαν· ἀντί νά θέλῃς τάς τρυφάς καί τά ξεφαντώματα, ἐσύ ἀγαπᾷς τήν ὀλιγάρκειαν καί ἐγκράτειαν, ἤξευρε, ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἄρχισε νά μεταβάλῃ τήν καρδίαν σου εἰς ἄλλην καρδίαν, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ. «Καί ἐγενήθη ὥστε ἐπιστραφῆναι τῷ ὤμῳ αὐτοῦ ἀπελθεῖν ἀπό Σαμουήλ, μετέστρεψεν αὐτῷ ὁ Θεός καρδίαν ἄλλην». (Α´. Βασίλ. ι´. 9)

Ὅθεν εὐφράνθητι καί εὐχαρίστησαι τόν Κύριον, ὅπου διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι μόνο σοῦ ἐκαθάρισε τόν νοῦν, ἀλλά καί σοῦ ἐθέρμανε τήν καρδίαν καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό σαρκικόν εἰς πνευματικόν· ἀπό νήπιον μωρόν, εἰς ἄνδρα σοφόν· καί ἀπό κοσμικόν καί ἐθνικόν, εἰς ἀληθινόν χριστιανόν. Τοιαύτας γάρ θεοπρεπεῖς καί παραδόξους μεταβολάς συνειθίζει νά ἐνεργῇ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς θεολογεῖ περί αὐτοῦ ὁ Μέγας Θεολόγος Γρηγόριος· «τοῦτο τό Πνεῦμα (σοφώτατον γάρ καί φιλανθρωπότατον) ἄν ποιμένα λάβῃ, ψάλτην ποιεῖ πνευμάτων πονηρῶν κατεπᾴδοντα καί βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ ἀναδείκνυσιν· ἐάν αἰπόλον συκάμινα κνίζοντα, προφήτην ἐργάζεται· τόν Δαβίδ καί τόν Ἀμώς ἐνθυμήθητι· ἐάν μειράκιον εὐφυές λάβῃ πρεσβυτέρων ποιεῖ κριτήν καί παρ᾿ ἡλικίαν· μαρτυρεῖ Δανιήλ ὁ νικήσας ἐν λάκκῳ λέοντας· ἐάν ἁλιέας εὕρῃ, σαγηνεύει Χριστῷ, κόσμον ὅλον τῇ τοῦ λόγου πλοκῇ συλλαμβάνοντας. Πέτρον λάβε μοι καί Ἀνδρέαν καί τούς τῆς βροντῆς υἱούς τά πνευματικά βροντήσαντας· ἐάν τελώνας, εἰς μαθητείαν κερδαίνει καί ψυχῶν ἐμπόρους δημιουργεῖ· φησί Ματθαῖος, ὁ χθές τελώνης, καί σήμερον εὐαγγελιστής· ἐάν διώκτας θερμούς, τόν ζῆλον μετατίθησι, καί ποιεῖ Παύλους ἀντί Σαύλων καί τοσοῦτον εἰς εὐσέβειαν, ὅσον εἰς κακίαν κατέλαβε». (λογ. Εἰς τήν Πεντηκοστήν).

Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, διότι ἕως τώρα ἤσουν μακράν ἀπό τέτοιους συλλογισμούς, πορευόμενος ἐν τοῖς κακοῖς θελήμασι τῆς καρδίας σου καί μή δίδωντας τόπον εἰς αὐτήν, διά νά κατοικήσῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· καί συντόμως εἰπεῖν, διότι ἔζησες ὡσάν ἕνας ψυχικός μόνον ἄνθρωπος, ὅς οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος· «μωρία γάρ αὐτῷ ἐστι καί οὐ δύναται γνῶναι» (Α´. Κορ. β´ 14). Κάμε ἀπόφασιν εἰς τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς σου, νά μή λυπήσης πλέον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ καμμίαν ἄτακτον καί κακήν ὄρεξιν τῆς καρδίας σου, κατά τήν παραγγελίαν ὅπου σοῦ δίδει ὁ Ἀπόστολος· «καί μή λυπῆτε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. δ´. 30)· μηδέ νά ἐναντιωθῇς ὡς σκληροκάρδιος εἰς τό Ἅγιον αὐτοῦ θέλημα, κατά τούς σκληροκαρδίους ἐκείνους Ἑβραίους, πρός τούς ὁποίους εἶπεν ὁ Στέφανος· «σκληροτράχηλοι καί ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καί τοῖς ὠσίν· ὑμεῖς ᾀεί τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε» (Πράξ. ζ´. 51)· ἀλλά νά δώσῃς ὅλην τήν καρδίαν σου εἰς αὐτό μέ ὅλας της τάς ἐπιθυμίας διά νά ἐνοικήσῃ καθώς αὐτό τό ἴδιον πνεῦμα σέ προστάζει λέγον· «υἱέ δός μοι τήν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´. 26).

Θέλεις δέ δώσει τήν καρδίαν σου εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐάν μελετᾷς πάντοτε εἰς αὐτήν τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μέ μίαν ἀδιάλειπτον προσευχήν. Ἐπειδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μολονότι καί ἐκπορεύεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ὅμως εἶναι καί λέγεται καί Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ διά τήν ὁμοουσιότητα καί ἐν τῷ Υἱῷ ἀναπαύεται καί χαίρει ὅταν αὐτός ὀνομάζεται· «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις, κράζον ἀββᾶ ὁ Πατήρ»· (Γαλ. δ´. 6)·" ἵνα διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς καί πνευματικῆς προσευχῆς , ἐν μέν τῷ Πνεύματι θεωρῇς τόν Υἱόν, ἐν δέ τῷ Υἱῳ θεωρῇς τόν Πατέρα", ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· καί ἵνα καταξιωθῇς διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς ἐργασίας, νά εὕρῃς καί νά ἰδῇς νοερῶς τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποίαν ἔλαβες μέν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τήν ἔχωσες δέ ὡσάν σπινθῆρα μέσα εἰς τά πάθη καί ἁμαρτίας.

Καί τέλος πάντων, ἐπειδή καί τό Πανάγιον Πνεῦμα· ὁ ἄλλος παράκλητος, τό συμπληρωτικόν πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος· ὁ χορηγός πάντων τῶν χαρισμάτων ἡ ζωή τῶν ζώντων· ἡ κίνησις τῶν κινουμένων· καί ἡ τελειότης ἁπάντων τῶν ὄντων, ἠθέλησεν ἐκ μόνης τῆς φιλανθρωπίας του νά εἰδοποιήσῃ εἰς τήν καρδίαν σου τάς πρώτας γραμμάς καί τό πρῶτον σχέδιον τῆς χάριτός του, παρακάλεσαί τον νά μή σέ ἀφήσῃ ἀτελῆ ἀλλά νά φέρῃ εἰς τελειότητα αὐτήν τήν εἰδοποίησιν καί τό ἔργον ὅπου ἄρχισεν εἰς ἐσέ, χαρίζωντάς σου τό χάρισμα τῆς διαμονῆς καί τῆς μέχρι τέλους ὑπομονῆς ἐν τῇ αὐτοῦ χάριτι, τό ὁποῖον χάρισμα εἶναι τό μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά χαρίσματα καί αὐτό μόνον συνιστᾷ καί ἐπισφραγίζει τόν ἑκάστου προορισμόν κατά τούς θεολόγους καί διά τοῦ χαρίσματος τούτου νά σέ ἀξιώσῃ ἀπό ἐδῶ ἀκόμη, νά γίνῃς ὅλος πνευματικός, ὅλος ἀγγελοειδής, ὅλος ἅγιος καί υἱός Θεοῦ, καί Θεός κατά χάριν, ἀπ᾿ ἐκεῖ ὅπου εἶσαι τώρα γῆ καί σποδός· καθώς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελθόν εἰς ψυχήν ἀνθρώπου, ἔδωκε μέν ζωήν, ἔδωκε δέ ἀθανασίαν· ἤγειρε κείμενον· τό δέ κινηθέν κίνησιν ἀΐδιον ὑπό Πνεύματος Ἁγίον, ζῶον ἅγιου ἐγένετο· ἔσχε δέ ἄνθρωπος ἀξίαν πνεύματος εἰσοικισθέντος ἐν αὐτῷ προφήτου, ἀποστόλου, ἀγγέλου Θεοῦ, ὤν πρό τοῦ, γῆ καί σποδός»· (ὁμιλ. Περί τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, ἧς ἡ ἀρχή, ἐνθυμηθῶμεν πᾶσα ψυχή).

Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν γ´. μεταβολήν ὅπου ἐνήργησε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰς τήν γλῶσσαν τῶν Ἀποστόλων· διότι ἐκεῖνοι ὅπου προτήτερα δέν ἐλαλοῦσαν ἄλλο παρά γήϊνα καί χαμερπῆ διά δόξας καί τιμάς προσωρινάς καί ματαίας· «δός ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μάρκ. ι´. 37)· ἐκεῖνοι ὅπου ἐλάλουν περί τοῦ Χριστοῦ ταπεινά καί εὐτελῆ· «ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὦδε εἶναι καί ποιήσωμεν σκηνάς τρεῖς, μίαν σοί καί Μωσεῖ μίαν καί μίαν Ἠλίᾳ» (Λουκ. θ´. 33).

Ἐκεῖνοι ὅπου πρότερον ἔφθασαν ἕως καί νά συμφωνήσουν μέ τόν Ἰούδαν καί νά κατηγορήσουν τήν εὐλογημένην ἐκείνην Μαρίαν καί νά θυμωθοῦν καταπάνω της, διότι ἄλειψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ μέ τόσον πολυέξοδον μῦρον, λέγοντες μέ ἀγανάκτησιν· «εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; ἠδύνατο γάρ τοῦτο πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καί δοθῆναι πτωχοῖς καί ἐνεβριμῶντο αὐτῇ» (Μάρκ. ιδ´. 4) Αὐτοί λέγω οἱ ἴδιοι, ὕστερα ἀπό τόν ἐρχομόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ἐλαλοῦσαν πλέον δι᾿ ἄλλο, παρά διά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, διά ὑψηλά καί μεγάλα πράγματα διά τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, διά τήν θεολογίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος, διά τό ἀκατανόητον μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας· διότι εἶναι Θεός ἀληθινός ὁ Χριστός· μέ ρητορικήν ἀνήκουστον, μέ ἐλευθεροστομίαν ἀσύγκριτον καί μέ γλῶσσας διαφόρους· «ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ". (Πράξ. β´ 11).

Τώρα στοχάσου ἐσύ ἀγαπητέ τά λόγια ὅπου ὡμιλοῦσες προτήτερα ἀπό τά παρόντα γυμνάσματα, καί τά λόγια ὅπου πρέπει τώρα νά λαλῇς, διά νά λάβῃς καί ἐσύ τήν μεταβολήν αὐτήν τῆς γλώσσης ἀπό τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τήν γλῶσσαν σοῦ τήν ἔδωκεν ὁ Θεός ἀδελφέ ὄργανον διά νά λαλῇς ὅλα τά καλά ὄχι τά κακά. Ὅθεν πρέπει νά τήν μεταχειρίζεσαι καί ἐσύ κατά τόν σκοπόν ὅπου ὁ Θεός σοῦ τήν ἔδωκεν· ἤγουν εἰς τό νά δοξολογῇς καί νά αἰνῇς μέ αὐτήν πάντοτε τόν Θεόν, καί νά μελετᾷς τά θεῖα του λόγια καθώς γέγραπται· «πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β´ 11).

Καί πάλιν «καί ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τήν δικαιοσύνην σου, ὅλην τήν ἡμέραν τόν ἔπαινόν σου»· (Ψαλμ. λδ´. 32)· καί ὄχι εἰς τό νά λαλῇς λόγια ἀνευλαβῆ κατά τοῦ Θεοῦ καί εἰς τό νά ὀνομάζῃς τό θεῖον του ὄνομα εἰς πράγματα μάταια· «οὐ λήψῃ γάρ φησι τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ» (Ἐξοδ. κ´. 7) εἰς τό νά κατηγορῇς καί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτόν σου καί ὄχι εἰς τό νά τόν ἐπαινῇς μόνος σου «ἐγκωμιαζέτω σε ὁ πέλας καί μή τό σόν στόμα· ἀλλότριος, καί μή τά σά χείλη» (Παροιμ. κζ´. 2).

Εἰς τό νά συμβουλεύῃς τόν ἀδελφόν σου ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶναι συμφέροντα εἰς τήν σωτηρίαν του καί νά στερεώνῃς εἰς τό καλόν καί τήν ἀρετήν, καί ὄχι εἰς τό νά ἀκονᾷς ὡς μάχαιραν τήν γλῶσσάν σου κατ᾿ αὐτοῦ περιπαίζωντάς τον, κατηγορῶντάς τον καί ὑβρίζωντάς τον καταφρονητικῶς μέ θυμόν· «ἠκόνησαν ὡς ραμφαίαν τήν γλῶσσαν αὐτῶν» (Ψαλμ. ξγ´. 30) ἤ καί δίδωντάς του κακάς συμβουλάς μέ λόγια ἁπαλά μέν καί φιλικά, ἐπίβουλα δέ καί ἐχθρικά, διά νά τόν κακοποιήσῃς καί νά τόν βλάψῃς· «ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτῶν ὑπέρ ἔλαιον καί αὐτοί εἰσι βολίδες» (Ψαλμ. νδ´. 24).

Καί διά νά εἰπῶ μέ ἕνα λόγον, εἰς τήν γλῶσσάν σου πρέπει νά ἔχῃς τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τῆς παλαιᾶς καί νέας Γραφῆς· τά περί τῆς θείας προνοίας· τά περί τῆς κρίσεως· καί τά περί τῆς ἀγαθότητός του· καί ὅλαι αἱ συνομιλίαι σου νά ᾖναι περί πνευματικῶν καί θείων πραγμάτων καί περί ὠφελείας ψυχικῆς. Ἐάν περί τοιούτων μεταχειρίζεσαι τήν γλῶσσάν σου, ἤξευρε, ὅτι ὁ Κύριος ἔπλασε νοερῶς τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καθώς ἔπλασε ποτέ καί τοῦ κωφοῦ καί μογιλάλου· «καί πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ… καί ἐλύθη ὁ δεσμός τῆς γλώσσης αὐτοῦ». (Μάρκ. ζ´ 33). Καί εἶναι καλόν σημάδι, ὅτι ἄρχισε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά μεταβάλῃ καί τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καί νά λαλῇ αὐτό δι᾿ αὐτῆς, ὡς ποτέ ἐλάλει καί διά τῶν Ἀποστόλων καί διά τοῦ Δαβίδ «Πνεῦμα Κυρίου ἐλάλησεν ἐν ἐμοί καί ὁ λόγος αὐτοῦ ἐπί γλώσσης μου» (Β´. Βασιλ. κγ´. 2).

Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, πῶς ἕως τώρα ἐλάλεις ὡσάν ἕνας σαρκικός καί νήπιος καί ὄχι ὡσάν πνευματικός καί τέλειος ἄνδρας· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν» (Α´. Κορ. ιγ´ 11) καί ἡ γλῶσσά σου ἐμελέτα τήν ἀδικίαν, καθώς λέγει ὁ Ἡσαΐας· «ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀδικίαν μελετᾷ» (νθ´. 3).

Ἀποφάσισαι εἰς τό ἑξῆς νά μή ἀφήνῃς νά εὔγουν ἀπό τό στόμα σου λόγια σαπρά, λόγια γελοιώδη καί μάταια, ἀλλά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη πρός οἰκοδομήν τῶν ἀκουόντων, καθώς σοῦ παραγγέλει ὁ Ἀπόστολος· «πᾶς λόγος σαπρός ἐκ τοῦ στόματος ἡμῶν μή ἐκπορευέσθω, ἀλλ᾿ εἴτις ἀγαθός πρός οἰκοδομήν ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσιν» (Ἐφέσ. δ´ 29)· διότι ὁ λόγος εἶναι σκιά τοῦ ἔργου, καθώς εἶπεν ἕνας σοφός (Οὗτος ἐστίν ὁ Δημόκριτος εἰπών· «λόγος ἔργου σκιή»)· καί οἱ λόγοι οἱ κακοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά κακά, καθώς καί ἐκ τοῦ ἐναντίου οἱ λόγοι οἱ καλοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά καλά. Διά τοῦτο εἶπε καί ὁ Σολομῶν, ὅτι εἰς τό χέρι τῆς γλώσσης στέκεται ἡ ζωή καί ὁ θάνατος· «θάνατος καί ζωή ἐν χειρί γλώσσης» (Παροιμ. ιη´. 21). Καί καθώς ὅποιος βαστᾷ μυρωδικά καί τόν ἑαυτόν του εὐωδιάζει καί τούς ἄλλους ὁμοίως καί ὅποιος βαστᾷ βρωμερά καί τόν ἑαυτόν βρωμίζει καί τούς ἄλλους· τοιουτοτρόπως καί ὅποιος λαλεῖ τά καλά λόγια, ἤ τά κακά καί τόν ἑαυτόν του ὠφελεῖ, ἤ βλάπτει καί τούς ἀκούοντάς του.


Καί τέλος πάντων, παρακάλεσαι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά δυναμώσῃ τοῦτο ὅπου ἄρχισε νά ἐνεργῇ εἰς ἐσέ· «δυνάμωσον ὁ Θεός τοῦτο, ὅ κατειργάσω ἐν ἡμῖν» (Ψαλμ. ξζ´. 31)· καί νά δείξῃς μίαν τελείαν μεταβολήν εἰς τήν γλῶσσάν σου διά τῆς χάριτός του, ὥστε νά μή σέ ἀφήσῃ νά σφάλῃς πλέον μέ αὐτήν εἰς κανένα λόγον ἄπρεπον· «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ (Ἰακώβ. γ´. 2)· ἀλλά νά μεταχειρισθῇ τήν γλῶσσάν σου ὡσάν ἕνα κονδύλι, διά νά τήν κινῇ μέ τήν δεξιάν του εἰς τό νά λαλῇς ἐκεῖνα μόνον ὅπου αὐτό θέλει καί βούλεται· ὥστε ὅπου, σύ μέν νά λέγῃς· «ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου» (Ψαλμ. μδ´ 2)· ἐκεῖνοι δέ ὅπου σέ βλέπουν καί σοῦ ἀκούουν, νά λέγουν· «αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ὑψίστου». (Ψαλμ. ος´ 10).

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

ΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΥ


visit counter


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ

    ―Το Πρωτείο του πάπα και η κοσμική του δύναμη. Ο Ρωμαίος ποντίφηξ σύμφωνα με την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού (1870) έχει «την πλήρη και υπέρτατη εξουσία δικαιοδοσίας εφ’ ολοκλήρου της Εκκλησίας», «το σύνολο της υπέρτατης ταύτης δυνάμεως και ισχύος», «δύναμη τακτική και απεριόριστη» επί πασών των Εκκλησιών και επί πάντων των ποιμένων, δικαιοδοσία απόλυτη και εις θέματα πίστεως και ηθών και εις θέματα πειθαρχίας και διοικήσεως της Οικουμενικής Εκκλησίας». Το πρωτείο του πάπα και πριν να γίνει δόγμα πίστεως ήταν η βασική και αδιαπραγμάτευτη θεωρία των Δυτικών. Το πρωτείο επεκτάθηκε και στην κοσμική εξουσία και έτσι ο πάπας δημιούργησε το κράτος του Βατικανού. 
    Το Βατικανό είναι κράτος με στρατό, αστυνομία, εξωτερική πολιτική και διεθνείς σχέσεις, τράπεζες και οικονομικές επιδιώξεις. Ο εκάστοτε πάπας είναι ηγέτης του κράτους του Βατικανού. Συγκεντρώνει στο πρόσωπό του εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία. Έτσι η Δυτική «εκκλησία» έγινε μια ανθρωποκεντρική εκκοσμικευμένη οργάνωση και ο ανθρώπινος αμαρτωλός εγωισμός περιεβλήθη θείο κύρος. Η πτώση του Αδάμ επαναλήφθηκε με δήθεν εκκλησιαστικό και θεολογικό υπόβαθρο. 

    ―Το Αλάθητο. Το αλάθητο είναι μια άλλη μορφή του Πρωτείου. Αφού ο πάπας απέβη η ανωτάτη εκκλησιαστική αρχή, φυσικό ήταν να προσλάβει το αλάθητο των Οικονομικών Συνόδων. Έτσι ο πάπας εχρίσθη υπό της Α΄ Βατικανής Συνόδου (1870) αλάθητος και ανεξέλεγκτος διδάσκαλος «της πίστεως και των ηθών». Έτσι υπέπεσε στην μεγαλύτερη πλάνη και αίρεση και απέδειξε, ότι δεν είναι διδάσκαλος ορθοτομών τον λόγον της χριστιανικής αληθείας. Το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα επικυρώθηκαν και από την Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1962-1965) και έτσι προσέλαβαν μεγαλύτερη ισχύ και αποτέλεσαν την μόνιμη αιρετική αγκύλωση και διαστροφή του Παπισμού. Το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα παρερμήνευσαν την αγία Γραφή, παραποίησαν την ιερά Παράδοση, πλαστογράφησαν την εκκλησιαστική ιστορία. 
    Η παραποίηση της ιστορίας έγινε με τις λεγόμενες Ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις (Θ΄ αιών), αγνώστου συγγραφέως, που είναι συλλογή παπικών συνοδικών κανόνων και διατάξεων στις οποίες προσετέθησαν νόθα και εντέχνως παραποιημένα έγγραφα, 94 τον αριθμό, που υποστηρίζουν τις θεοκρατικές και μοναρχικές ιδέες των παπών. 
    Ένα από τα έγγραφα αυτά είναι η Ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά· ότι δήθεν ο Μ. Κωνσταντίνος αναχωρών από τη Δύση παρεχώρησε στον πάπα τη διοίκηση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, αυτοκρατορική εξουσία, αυτοκρατορικές τιμές και αυτοκρατορικά διάσημα, ήτοι πορφύρα, ερυθρά πέδιλα, σκήπτρα, στέμμα και το ανάκτορο του Λατερανού. Καμμιά άλλη νοθεία στην παγκόσμιο ιστορία δεν συντελέσθηκε με τόσο μεγάλη τέχνη και δεν είχε τόσο μεγάλα αποτελέσματα. Η Σύνοδος της Κων/πόλεως (1722) θεωρεί το πρωτείο του πάπα πηγή όλων των αιρέσεων του Παπισμού. 
    Οι Παπικοί χάριν του πρωτείου παραβλέψανε τις άλλες διαφορές με τους Ορθοδόξους και δημιουργήσανε το σχήμα της Ουνίας. Μπορεί δηλαδή κάποιοι Χριστιανοί να είναι ενωμένοι με τον πάπα, κρατώντας όλες τις δογματικές διαφορές και παραδόσεις τους, αναγνωρίζοντας όμως το Πρωτείο του και την Μοναρχία του εφ’ όλης της Εκκλησίας. Μ’ αυτή τη μορφή επιδιώκουν οι Παπικοί να ενωθούν και με τους Ορθοδόξους. Ν’ αναγνωρίσουμε δηλαδή το Πρωτείο του πάπα και να κρατήσουμε τα δόγματά μας και τις παραδόσεις μας. Σ’ αυτό αποσκοπεί και ο διάλογος που γίνεται μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών. Να πεισθούμε να γίνουμε Ουνίτες. 

    ―Το Filioque. Δηλαδή ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται όχι μόνο από τον Πατέρα αλλά και από τον Υιό. Η διδασκαλία αυτή έχει την αρχή της σε αρχαίους Λατίνους πατέρες του 4ου και 5ου αιώνα, θεσπίσθηκε επίσημα σε συνόδους του Τολέδου (547 και 589), το 767 στο Φραγκικό Κράτος, και το 1014 υιοθετήθηκε επίσημα από όλον τον Παπισμό. Το δόγμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος έχει άμεση σχέση προς αυτήν την θεολογία περί της Αγίας Τριάδος. Επομένως, η αίρεση του Filioque, ως προσβάλλουσα κατ’ ευθείαν την Τριαδική Θεολογία, την κατ’ εξοχήν δηλαδή θεολογία, δεν εμφανίζεται απλώς ως δογματική διαφορά, αλλ’ ως αληθινή άβυσσος μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού. 

    ―Η ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης και το καθαρτήριο πυρ. Κατά τους Παπικούς ο Θεός έστειλε τον Υιό του στον κόσμο για να σταυρωθεί, για να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη από την προσβολή που υπέστη από την αμαρτία του ανθρώπου. Η θεωρία περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης δημιούργησε την Ιερά Εξέταση, τις Σταυροφορίες, τους ιερούς πολέμους και νομιμοποίησε την κάθε μορφής βία εναντίον των εχθρών της πίστεως, οι οποίοι τιμωρούμενοι και διωκόμενοι εξαγνίζονται έναντι του Θεού. Η θεωρία αυτή καθιστά τα λεγόμενα επιτίμια, που δίδουν οι πνευματικοί πατέρες στο μυστήριο της εξομολογήσεως, τιμωρητικά μέσα δικανικής φύσεως και όχι παιδαγωγικά όπως είναι σε μας. 
    Όσοι δεν πρόφθασαν σε αυτήν την ζωή να ικανοποιήσουν την Θεία Δικαιοσύνη με βάσανα και επιτίμια, θα την ικανοποιήσουν μετά θάνατον στο καθαρτήριο πυρ. Εκεί πάνε οι ψυχές των ανθρώπων μετά θάνατο, για να βασανιστούν προσωρινά μέσα στη φωτιά και να καθαριστούν από τις ποινές των αμαρτιών τους. Η διδασκαλία περί καθαρτηρίου πυρός θυμίζει την διδασκαλία του Ωριγένη «περί αποκαταστάσεως των πάντων» η οποία καταδικάστηκε από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο. 

    ―Το δόγμα των αφέσεων. Είναι συνέπεια και αναγκαίο επακόλουθο της περί θείας δικαιοσύνης και καθαρτηρίου πυρός διδασκαλίας των Παπικών. Η αμαρτία δεν θεωρείται ασθένεια της ψυχής αλλά αξιόποινη παρεκτροπή και προσβολή του Θεού. Γι’ αυτό πέραν του καθαρτηρίου πυρός υπάρχουν: 
α) Οι λυσίποινες αφέσεις.Τα λυσίποινα είναι άφεση, της οφειλόμενης για τις συγχωρηθείσες ήδη αμαρτίες, πρόσκαιρης τιμωρίας. Οι Παπικοί πρεσβεύουν ότι οι ποινές που επιβάλλονται από το Θεό στους αμαρτάνοντες διακρίνονται στις αιώνιες και τις πρόσκαιρες. Οι αιώνιες συγχωρούνται δια της μετανοίας, ενώ οι πρόσκαιρες προλαμβάνονται ή μετριάζονται δια των επιτιμίων ή των αφέσεων που παρέχονται από τον πάπα απεριόριστα, παντού και πάντοτε, από τους καρδιναλίους δια 200 μέρες, από τους μητροπολίτες για 100 μέρες και από τους επισκόπους για 50 μέρες. 
β) Τα υπέρτακτα έργα ή οι περισσεύουσες αξιομισθίες. Δηλαδή η διδασκαλία αυτή λέγει ότι η υπερπλεονάζουσα αξιομισθία των έργων των αγίων δύναται να μεταβιβασθεί και σε άλλους. Ο πάπας, που διαχειρίζεται το θησαυρό των αξιομισθιών, αντλεί από το πλεόνασμα του ένα μέρος για να λύσει τις ποινές των αμαρτωλών, ζώντων και τεθνεώτων. 
    Το θλιβερό είναι ότι οι αφέσεις αυτές συνδέθηκαν με χρηματικές προσφορές των πιστών. Έλεγαν: «Μόλις σ’ αυτόν τον κορβανά της Εκκλησίας το χρήμα κουδουνίσει, μια ψυχή από το καθαρτήριο στον παράδεισο θα φτερουγίσει». Έτσι προκύψανε τα λεγόμενα συγχωροχάρτια. Αυτό έδωσε την αφορμή να ξεσπάσει το κίνημα του Προτεσταντισμού (1517), που αναστάτωσε την Ευρώπη με πολύχρονους θρησκευτικούς πολέμους και την πλήρωσε με απερίγραπτο μίσος και φανατισμό. 
    Ο καθηγητής της δογματικής Χρήστος Ανδρούτσος, ειρωνευόμενος τις ανωτέρω θέσεις του Παπισμού, λέγει: «Γιατί ο αγαθός και φιλεύσπλαχνος πάπας, ο έχων την απόλυτη εξουσία και το απόλυτο προνόμιο του δεσμείν και λύειν εφ’ όλης της ανά τον κόσμο Εκκλησίας, δεν δίδει δια μιας άφεση σ’ όλους τους ανά τους αιώνες αμαρτωλούς, αλλά περιμένει να πέσει το παραδάκι προσωπικά από τον καθένα και μετά να χορηγήσει τα συγχωροχάρτια;». Με αυτές τις θεωρίες ο Παπισμός περιέβαλε την θεομίσητη σιμωνία με δογματική εγκυρότητα και ισχύ. 

    ―Μαριολατρεία. Το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου (1854) δηλαδή ότι η Παναγία γεννήθηκε χωρίς το προπατορικό αμάρτημα, το δόγμα ότι η Παναγία είναι Μεσίτρια (1891), με την έννοια ότι τίποτα δεν παρέχεται σε μας άνευ της μεσιτείας της Θεοτόκου, το δόγμα της ενσωμάτου αναλήψεως της Θεοτόκου στον ουρανό χωρίς να γνωρίσει η Παναγία θάνατο και ταφή (1950), η διδασκαλία (δεν έχει γίνει ακόμη δόγμα) ότι η Παναγία είναι συλλυτρώτρια, δηλαδή «Μεσίτρια παρά τω Πατρί», τουτέστι είναι μεσίτης όπως ο Χριστός (πρβλ. Α΄ Τιμ. 2,5-6) και όχι μόνο «Μεσίτρια παρά τω Υιώ», και γενικά η Μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική Θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα. 

    ―Το Βάπτισμα. Ο Παπισμός εισήγαγε το δι’ επιχύσεως ή ραντισμού βάπτισμα, το οποίο μόνο σε έκτακτες ανάγκες επιτρέπουν οι πατέρες (π.χ. όταν είσαι στην έρημο και δεν υπάρχει νερό, πρβλ. «Διδαχή αποστόλων» § VII ), και το οποίο δυστυχώς τείνει να γίνει καθεστώς και στην ορθόδοξη Εκκλησία, αφού οι περισσότεροι των επισκόπων και των κληρικών τοποθετούν νερό στην κολυμβήθρα 10-15 πόντους και επιχύουν ύδωρ στο μωρό, αντί να το βαπτίζουν (βυθίζουν) εξ ολοκλήρου, «για να μη πνιγεί» δήθεν. Έτσι το βάπτισμα και σε μας τους ορθοδόξους τείνει να καταστεί ποδόλουτρο μετά επιχύσεως, αλλά παπικά.

    ―Το Χρίσμα. Χωρίσανε το μυστήριο του χρίσματος από το μυστήριο του βαπτίσματος τα οποία καθιερώθηκαν να γίνονται συνεχόμενα, όπως ομολογεί και ο Τερτυλλιανός (τέλος β΄ αιώνος). Το Χρίσμα δεν δίδεται προ της ηλικίας των επτά ετών, εκτός θανάτου. Έτσι δεν μπορούν και να κοινωνήσουν οι μικρές ηλικίες. 

    --Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 
α) Τα άζυμα. Ο Παπισμός μεταχειρίζεται άζυμο άρτο για την τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και όχι ένζυμο όπως είναι το σωστό. 
β) Ο χρόνος καθαγιάσεως. Η καθαγίαση των Τιμίων Δώρων τελείται με την εκφώνηση των συστατικών του Μυστηρίου λόγων του Κυρίου: «Λάβετε φάγετε…» και «πίετε εξ αυτού…» ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία η καθαγίαση του άρτου και του οίνου και η μεταβολή σε σώμα και αίμα Χριστού τελείται με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος: «Και ποίησον τον μεν Άρτον τούτον, τίμιο Σώμα του Χριστού Σου», «το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον Αίμα του Χριστού Σου», «Μεταβαλών τω Πνεύματί Σου τω Αγίω». 
γ) Η αποχή των Λατίνων λαϊκών εκ του Αγίου Ποτηρίου. Ο Παπισμός εδογμάτισε, ότι μόνο οι ιερουργούντες κληρικοί δικαιούνται της υπ’ αμφότερα τα είδη θείας Κοινωνίας. Οι μη λειτουργούντες κληρικοί και λαϊκοί επιτρέπεται μόνο του «Σώματος» και όχι του «Αίματος» του Κυρίου. 
δ) Η αποχή της νηπιακής και παιδικής ηλικίας εκ της Θείας Ευχαριστίας. Ο Παπισμός και εδώ καινοτομών, απεστέρησε της Θείας Ευχαριστίας τα νήπια και τα στερούμενα επαρκούς κρίσεως παιδιά, ως μη ικανά ακόμη να διακρίνουν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. 

    ―Το Μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου. Ο Παπισμός τελεί το Μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου μόνο χάριν των ευρισκομένων επί της επιθανάτιου κλίνης πιστών. Τελευταία βέβαια διαφοροποιήθηκε η τακτική του και το δίνει και στους ασθενείς. 

    --Η ενέργεια των μυστηρίων. Διδάσκει ότι η ενέργεια αυτή είναι μηχανική, δίδεται δηλαδή κατά μαγικό τρόπο και δεν εξαρτάται από τη διάθεση, την ανταπόκριση, την προετοιμασία του πιστού, ή και την βιολογική κατάσταση του –αν είναι νεκρός ή ζωντανός-, γι’ αυτό υπάρχουν και τα συγχωροχάρτια για ζωντανούς και νεκρούς. 

    ― Ως προς τους κληρικούς: 
    Χειροτονεί τους κληρικούς διά χρίσματος, ενώ η Εκκλησία χειροτονεί τους μεν διακόνους και πρεσβυτέρους δια επιθέσεως των χειρών των επισκόπων, τους δε επισκόπους διά επιθέσεως του ευαγγελίου. 
    Απέδωσε στο ιερατείο πνευματικές ιδιότητες που δεν έχει. Ενώ οι κληρικοί σε μας τελούν τα μυστήρια εξ ονόματος του Θεού και δια της θείας χάριτος με την οποία είναι περιβεβλημένοι, σ’ αυτούς και σε ορισμένα μυστήρια (βάπτισμα, χρίσμα, εξομολόγηση) θεωρείται ότι τα τελούν με τη δική τους αξία. Δεν λένε «βαπτίζεται», «χρίεται», «συγχωρήσοι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού» όπως εμείς, αλλά «βαπτίζω», «χρίω», «συγχωρώ». 
    Δημιούργησε τον βαθμό των καρδιναλίων δηλαδή των κληρικών (επισκόπων, πρεσβυτέρων, διακόνων) που αποτελούν την παπική αυλή. Οι καρδινάλιοι είναι ανώτεροι των επισκόπων και για να διακρίνονται φορούν ενδύματα ερυθρά. Αυτοί εκλέγουν τον Πάπα και όχι οι επίσκοποι. (Σύνοδος Ρώμης, που συνεκλήθη το 1059, κατέστησε την εκλογή του Πάπα αποκλειστικό προνόμιο των καρδιναλίων, για ν’ αποφευχθούν οι προσπάθειες του αυτοκράτορα και των ευγενών ν’ αναδεικνύουν Πάπα της εκλογής τους. Ενισχύει έτσι τον παποκαισαρισμό αλλά και τον απολυταρχισμό του παπισμού, περιορίζοντας την διοίκηση στην παπική αυλή). Με άλλα λόγια ο παπισμός θεσμοποίησε επίσημα το φαινόμενο της κλίκας! 
    Εισήγαγε την υποχρεωτική γενική αγαμία του λατινικού κλήρου. 

    ―Τα αγάλματα των Λατινικών ναών. Άλλη καινοτομία, που αφορά το εσωτερικό των ναών, είναι η χρήση αγαλμάτων. Ενώ η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος λέγει να κατασκευάζονται εικόνες «από χρώματα, από ψηφία και από ύλην επιτηδείαν… επάνω εις τα ιερά σκεύη και εσθήτας και σινδόνας και πανία· επάνω εις τοίχους και σανίδια», δεν αναφέρει καθόλου περί κατασκευής αγάλματος ή ανδριάντος. 
    Αλλά και η Δυτική θρησκευτική ζωγραφική είναι καθαρά ανθρωποκεντρική και νατουραλιστική. Κυριαρχείται από την φυσικότητα και τον ρεαλισμό, από τον παρόντα κόσμο και από τον νυν αιώνα. Επηρεάζεται από τις αρχές της Αναγεννήσεως παρά από την θεολογία των πατέρων της Εκκλησίας. Παρουσιάζει τις φυσιογνωμίες στην πραγματική-φυσική τους διάσταση όπως και το περιβάλλον. Επιζητεί την αισθητική εγκόσμια συγκίνηση και όχι την κατάνυξη και την μεταρσίωση του ανθρώπου. Υπάρχει πλήρες διαζύγιο της ζωγραφικής με το δόγμα και δεν υπάρχει καμμία επιστασία της θρησκευτικής αρχής. Η σύνοδος της Φρανκφούρτης (794), η οποία καταδίκασε τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, θεωρεί τη ζωγραφική ως απλό στοιχείο διακοσμήσεως των ναών και εποπτικής διδασκαλίας των πιστών. Δεν αποδίδει δογματική, θεολογική και λειτουργική σημασία στην τέχνη. Γι’ αυτό οι ζωγράφοι της αφέθηκαν εντελώς ελεύθεροι και ασύδοτοι να κάνουν ό,τι θέλουν. Φθάσανε στο κατάντημα να ζωγραφίζουν τους αγγέλους, το Χριστό, την Παναγία και τους αγίους έχοντας ως πρότυπα φυσικά μοντέλα ή και τις ερωμένες τους (Filipo Lipp (1406-1469), ο Ραφαήλ (1483-1520), ο Rubens (1577-1640). Επίσης ο Μιχαήλ Άγγελος και άλλοι τινές ζωγράφισαν κάτω από τις επιδράσεις του ομοφυλοφιλικού πάθους τους (πρβλ. εικονογραφίες Καπέλας Σιξτίνας) 

    ―Η εκκοσμίκευση του Παπισμού. Με την εισαγωγή χορών, μουσικών οργάνων, μουσικών εκδηλώσεων κ.λ.π. 

    ―Η νηστεία. Οι νηστείες των Παπικών είναι ελαφρότερες των νηστειών των Ορθοδόξων. Παλιότερα απαγόρευαν μόνο το κρέας. Τώρα όμως έχουν καταργήσει και αυτή την απαγόρευση.

    ―Κατάργηση ιερών κανόνων. Το Βατικανό προ πολλού απέρριψε τους περισσότερους ιερούς κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και εμόρφωσε δικό του Κανονικό Δίκαιο, για να πορευθεί ελεύθερο την οδό την άγουσα σε κάθε είδους καινοτομίες. 

    ―Υποτίμηση των δογματικών διαφορών και της μοναδικότητας της Χριστιανικής Πίστεως. Οι σύγχρονοι παπικοί θεολόγοι, προς εξυπηρέτηση της φιλοενωτικής πολιτικής του Βατικανού, που απορρέει από το κίνημα της παγκοσμιοποιήσεως που προωθούν οι ισχυροί της γης και όχι από την ανάγκη ενώσεως του κόσμου εν Χριστώ, χαρακτηρίζουν ως ανύπαρκτες τις περισσότερες των δογματικών διαφορών μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού. Τις θεωρούν απλώς ως θεολογούμενα ζητήματα ή ως νόμιμες εκφράσεις της ιδίας πίστεως, που εμπλουτίζουν τη χριστιανική παράδοση. Συγκαλούν συνεχώς πανθρησκειακά συνέδρια στα οποία τονίζεται ότι όλες οι θρησκείες λατρεύουν τον ίδιο Θεό, η καθεμιά με τον δικό της τρόπο, και προσπαθούν να επιτύχουν μία παγκόσμια διαθρησκειακή ένωση με αρχηγό τον πάπα. Γι’ αυτούς πρωταρχικό ρόλο έχουν οι πολιτικοί σχεδιασμοί και οι εγκόσμιες σκοπιμότητες της Νέας Τάξεως. Και προσπαθούν να διασώσουν το χαμένο κύρος τους και την μειωμένη επιρροή τους προσχωρώντας σ’ αυτή τη Νέα Τάξη. Δυστυχώς η πρακτική αυτή των Παπικών όπως και ανάλογες τάσεις των Αγγλικανών και Προτεσταντών αρχίζουν να υιοθετούνται και από εμάς τους Ορθοδόξους. 

    ―Η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος. Κατά την ορθόδοξη διδασκαλία κληρονομούμε αναπόφευκτα την αμαρτωλή κατάσταση που προέκυψε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι όμως την ενοχή, αφού δεν ήταν δικό μας πταίσμα. 

    ―Η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού. Έχει τις αρχές της στο χώρο της Δυτικής (εκκλησίας) αν και δεν κατέστη επίσημο δόγμα του Παπισμού. Την παρουσίασε πρώτα ο Αυγουστίνος, την περιέγραψε ο Θωμάς Ακινάτης και μετά πέρασε στο χώρο του Προτεσταντισμού αναδεικνυόμενη σε βασικό δόγμα του. Κατ’ αυτήν όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί από τη φύση τους και ανεπίδεκτοι προόδου. Όμως ο Θεός εκλέγει μερικούς απ’ αυτούς και τους σώζει σύμφωνα με τις ανεξερεύνητες βουλές του. Η διδασκαλία περί απολύτου προορισμού, που όπως είδαμε έχει την αρχή της στα συγγράμματα παπικών θεολόγων, είναι «η μεγαλύτερη θεολογική ρατσιστική αντίληψη όλων των εποχών» (Ιερόθεος Βλάχος, επίσκοπος Ναυπάκτου) και «η θεωρία κατά την οποία «η δικαιοσύνη γίνεται βαναυσότητα και η χάρη καταντά αυθαιρεσία» (Μάριος Μπέγζος, καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αθηνών). 

    ― Περί της άκτιστου ουσίας και των άκτιστων ενεργειών του Θεού. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού ευρίσκεται στην ταύτιση υπό του Παπισμού της άκτιστου ουσίας και των άκτιστων ενεργειών του Θεού και επιπλέον στο ότι αποδίδει κτιστές ενέργειες στον Θεό. Κτιστές ενέργειες όμως έχουν μόνο τα κτίσματα. Έτσι το άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως του Κυρίου μας οι Παπικοί το θεωρούν κτιστό. 

    ―Η διαφορά μεταξύ ησυχαστικής και σχολαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστεως με την λογική, ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νου, για την απόκτηση της γνώσεως του Θεού. 

    ―Η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας, για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης. Η θεολογία είναι επιστήμη και μάλιστα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο το Θεό και χρησιμοποιεί επιστημονική μέθοδο. Έχει την παρατήρηση-θέαση των ακτίστων ενεργειών του Θεού και χρησιμοποιεί το πείραμα, αφού υπάρχει δυνατότητα επαναλήψεως της εμπειρίας της θεώσεως, που έχουν οι επιστήμονες της πίστεως, οι άγιοι. Θεολογία και επιστήμη δεν συγκρούονται, γιατί έχουν διαφορετικό γνωστικό αντικείμενο και διαφορετικά πεδία έρευνας. Η επιστήμη απαντά στο πως και η θεολογία στο γιατί. Στην Ορθοδοξία η έρευνα του ακτίστου Θεού γίνεται από τη θεολογία, ενώ η έρευνα της κτίσεως γίνεται από την επιστήμη. Η γνώση του Θεού είναι υπερφυσική και πραγματοποιείται με τη κάθαρση της καρδιάς (Ψαλμ. 50,12), ενώ η γνώση του κόσμου είναι φυσική και πραγματοποιείται με την επιστημονική έρευνα. 

    ―Οι λειτουργικές καινοτομίες γενικά σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας. Θέσπισε τις πολλές θείες λειτουργίες στην ίδια αγία Τράπεζα και την ίδια μέρα. Εισήγαγε νέες τελετές και εορτές, όπως την εορτή της αγίας δωρεάς και της ιεράς καρδίας του Ιησού. Κατάργησε την επίκληση κατά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων και αρκέσθηκε στους ιδρυτικούς λόγους του Χριστού δια το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Κατάργησε επίσης τις μνήμες αρκετών αγίων. 

    ―Το σημείο του Σταυρού. Και αυτό το άλλαξαν οι Παπικοί. Ενώ εμείς οι Ορθόδοξοι ενώνουμε τα τρία δάχτυλα, που συμβολίζουν την Αγία Τριάδα και τα δύο διπλωμένα την θεία και ανθρώπινη φύση του Χριστού, αυτοί το κάνουν με όλη την παλάμη και εξ αριστερών προς τα δεξιά. 

    ―Η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας. Με τη θεωρία αυτή θέλουν να δικαιολογήσουν τα δόγματά τους, που θεσπίσθηκαν πολύ αργότερα και που δεν υπήρχαν στην αρχαία αδιαίρετη Εκκλησία.