Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Α Γ Ι Ο Σ Κ Ο Σ Μ Α Σ Ο Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ (Αφιέρωμα)-π.Δημητρίου Μπόκου



visit counter



Α Γ Ι Ο Σ   Κ Ο Σ Μ Α Σ   Ο   Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ
Α΄

Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ

Τῇ 24ῃ τοῦ μη­νὸς Αὐ­γού­στου
μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος καὶ ἰ­σα­πο­στό­λου
Κ ο ­σ μ ᾶ   τ ο ῦ   Α ἰ ­τ ω ­λ ο ῦ.

Ἡ μι­κρὴ συ­νο­δεί­α βά­δι­ζε μὲ κό­πο στὸν κα­κο­τρά­χα­λο ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ μι­κρὸ χω­ριό, ποὺ φώ­λια­ζε σὰν ἀ­ε­το­φω­λιὰ στὴν ἀ­πό­με­ρη πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ. Ὁ λι­γνὸς κα­λό­γε­ρος ποὺ πή­γαι­νε μπρο­στά, ἅ­πλω­νε τὸ βλέμ­μα του στὶς γνώ­ρι­μες ψη­λὲς κορ­φές, στὰ κο­φτε­ρὰ φα­ράγ­για, στὰ κα­τα­πρά­σι­να ἔ­λα­τα, κι ἀ­να­θυ­μό­ταν πε­ρα­σμέ­να χρό­νια καὶ και­ρούς. Τό­τε ποὺ νε­α­ρὸς ἀ­κό­μη, γε­μά­τος ὄ­νει­ρα καὶ φλό­γα, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ καὶ μά­ζευ­ε τὰ Ἑλ­λη­νό­που­λα, μὰ καὶ τοὺς με­γά­λους, νὰ τοὺς δι­δά­ξει τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα. Νὰ τοὺς μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α τους καὶ τὴν κα­τα­γω­γή τους. Νὰ ξέ­ρουν τὴ ρί­ζα τους, ὅ­τι κρα­τά­ει ἀ­πὸ τὸν Λε­ω­νί­δα καὶ τὸν Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Νὰ ξα­να­θυ­μη­θοῦν τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά τους. Ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ ξυ­πνή­σει καί, πά­λι μὲ χρό­νια μὲ και­ρούς, νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴν Πό­λη θρι­αμ­βευ­τής.
Καὶ νὰ ποὺ τώ­ρα, μὲ ἄ­σπρα τὰ μαλ­λιὰ κι ὡ­ρι­μα­σμέ­νη πιὰ ψυ­χή, ξα­να­γυρ­νοῦ­σε γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἔρ­γο του.
Ἦ­ταν ὁ γεν­νη­μέ­νος στὸ Με­γά­λο Δέν­δρο τῆς Αἰ­τω­λί­ας ἁ­γι­ο­ρεί­της ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός, ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ἅ­γιος στὴ συ­νεί­δη­ση ὅ­λων πο­λὺ πρὶν πε­θά­νει μαρ­τυ­ρι­κὰ στὴ Βό­ρει­ο Ἤ­πει­ρο, τὸ 1779.

Στὸ μι­κρὸ χω­ριὸ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ ὅ­λοι καὶ τὸν πε­ρί­με­ναν. Ὁ ἅ­γιος ἔ­φτα­σε κον­τα­να­σαί­νον­τας κι ὅ­λοι ἔ­τρε­ξαν νὰ πά­ρουν τὴν εὐ­λο­γί­α του, φι­λών­τας τ’  ἁ­γι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Δι­ψα­σμέ­νος ἀ­π’ τὴν πε­ζο­πο­ρί­α ζή­τη­σε λί­γο νε­ρὸ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἦ­ταν ἕ­να ξε­ρο­πή­γα­δο.
-   Εἶ­ναι στε­γνό, ἅ­γι­ε! τοῦ εἶ­παν.
Μὰ ὡ­στό­σο με­ρι­κοὶ κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ὴ ἔ­τρε­ξαν, ἔ­βγα­λαν ἀ­π’ τὸν πά­το του λί­γο νε­ρὸ γε­μά­το λά­σπη καὶ χῶ­μα καὶ τοῦ τὸ πρό­σφε­ραν. Ὁ ἅ­γιος δο­κί­μα­σε λί­γο καὶ ση­κώ­νον­τας τὸ κου­ρα­σμέ­νο του χέ­ρι εὐ­λό­γη­σε τὸ ξε­ρο­πή­γα­δο γιὰ τὴν ἐ­λά­χι­στη ἐ­κεί­νη δρο­σιὰ ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε. Ἀ­μέ­σως ἀ­νά­βλυ­σε νε­ρὸ κα­θα­ρὸ καὶ ἄ­φθο­νο. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε, χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, τὸ πη­γά­δι ἦ­ταν πάν­το­τε γε­μά­το.

Ὁ ἅ­γιος ἔμ­πη­ξε ἕ­να με­γά­λο ξύ­λι­νο σταυ­ρὸ στὸ χῶ­μα, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σκα­μνὶ κι εὐ­λό­γη­σε τὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λά­ει.
-   Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κα ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Χρι­στοῦ κι ἐ­στά­θη­κα σ’ αὐ­τὸν τὸν ἅ­γιο τό­πο, ἐ­ξέ­τα­σα πρῶ­τα γιὰ σᾶς καὶ ἔ­μα­θα, πὼς μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καὶ Θε­οῦ, εἶ­στε εὐ­σε­βεῖς Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, τέ­κνα καὶ θυ­γα­τέ­ρες τοῦ Χρι­στοῦ μας. Καὶ ὄ­χι μό­νο δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σᾶς δι­δά­ξω, ἀλ­λὰ μή­τε τὰ πο­δά­ρια σας νὰ φι­λή­σω. Δι­ό­τι ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ σᾶς εἶ­ναι τι­μι­ώ­τε­ρος ἀ­π’ ὅ­λον τὸν κό­σμο. Κι ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός, χει­ρό­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους.
Εἶ­μαι ὅ­μως δοῦ­λος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ εἶ­μαι δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λ’ ὁ Χρι­στός μου μὲ κα­τα­δέ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α του. Τὸν Χρι­στό μας λοι­πόν, ἀ­δελ­φοί μου, πι­στεύ­ω, δο­ξά­ζω καὶ προ­σκυ­νῶ. Τὸν Χρι­στό μας πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ ἀ­ξι­ώ­σει νὰ χύ­σω κι ἐ­γὼ τὸ αἷ­μα μου γιὰ τὴν ἀ­γά­πη του, κα­θὼς τὸ ἔ­χυ­σε καὶ Ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴν ἀ­γά­πη μου.
Ἂν ἴ­σως καὶ ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἀ­νε­βῶ στὸν οὐ­ρα­νό, νὰ φω­νά­ξω μιὰ φω­νὴ με­γά­λη, νὰ κη­ρύ­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πὼς μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ καὶ Θε­ὸς ἀ­λη­θι­νὸς καὶ ζω­ὴ τῶν πάν­των, θὰ τὸ ἔ­κα­μνα. Μὰ ἐ­πει­δὴ δὲν δύ­να­μαι νὰ πρά­ξω ἐ­κεῖ­νο τὸ μέ­γα, κά­μνω τοῦ­το τὸ μι­κρό, καὶ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου τὸ κα­τὰ δύ­να­μη, ὄ­χι ὡς δι­δά­σκα­λος, ἀλ­λὰ ὡς ἀ­δελ­φός. Δι­δά­σκα­λος μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι.

Ἀ­να­χω­ρών­τας ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μου πρὸ πε­νήν­τα ἐ­τῶν, ἐ­περ­πά­τη­σα τό­πους πολ­λούς, κά­στρα, χῶ­ρες καὶ χω­ριὰ καὶ μά­λι­στα στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κά­θη­σα στὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, δε­κα­ε­πτὰ χρό­νους, καὶ ἔ­κλαι­γα διὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου.
Με­λε­τών­τας τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο βρῆ­κα μέ­σα πολ­λὰ νο­ή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ὅ­λα μαρ­γα­ρι­τά­ρια, πλοῦ­τος, ζω­ὴ αἰ­ώ­νια. Σι­μὰ στὰ ἄλ­λα βρῆ­κα καὶ τοῦ­τον τὸν λό­γο ὅ­που λέ­γει ὁ Χρι­στός μας: πὼς δὲν πρέ­πει κα­νέ­νας Χρι­στια­νὸς νὰ φρον­τί­ζει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μό­νο πῶς νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ νὰ φρον­τί­ζει καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς του νὰ μὴ κο­λα­σθοῦν. Ἀ­κού­ον­τας κι ἐ­γὼ τοῦ­τον τὸν γλυ­κύ­τα­το λό­γο, νὰ φρον­τί­ζου­με καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς μας, μ’  ἔ­τρω­γε ἐ­κεῖ­νος ὁ λό­γος μέ­σα στὴν καρ­διὰ τό­σους χρό­νους, ὡ­σὰν τὸ σκου­λή­κι ὅ­που τρώ­γει τὸ ξύ­λο, τί νὰ κά­νω κι ἐ­γὼ στο­χα­ζό­με­νος στὴν ἀ­μά­θειά μου.
Ἐ­συμ­βου­λεύ­θη­κα τοὺς πνευ­μα­τι­κούς μου πα­τέ­ρες, ἀρ­χι­ε­ρεῖς, πα­τριά­ρχες, τοὺς φα­νέ­ρω­σα τὸν λο­γι­σμό μου, ἀ­νί­σως καὶ εἶ­ναι θε­ά­ρε­στο τέ­τοι­ο ἔρ­γο, καὶ ὅ­λοι μὲ πα­ρε­κί­νη­σαν νὰ τὸ κά­μω. Καὶ μά­λι­στα πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πὸ τὸν Πα­να­γι­ώ­τα­το κύ­ριο Σω­φρό­νιο, τὸν Πα­τριά­ρχη – νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του – ἄ­φη­σα τὴ δι­κή μου προ­κο­πή, τὸ δι­κό μου κα­λό, κι ἐ­βγή­κα νὰ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.
Δὲν μπο­ρεῖ ὁ κα­λό­γε­ρος νὰ σω­θεῖ, πα­ρὰ μα­κριὰ ἂν φεύ­γει ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Μὰ ἐ­πει­δὴ τὸ γέ­νος μας ἔ­πε­σε σὲ ἀ­μά­θεια, εἶ­πα: ἂς χά­σει ὁ Χρι­στὸς ἐ­μέ­να, ἕ­να πρό­βα­το, καὶ ἂς κερ­δί­σει τὰ ἄλ­λα. Ἴ­σως ἡ εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ ἡ εὐ­χή σας σώ­σει καὶ μέ­να.

Μι­λοῦ­σε ζε­στά, ἁ­πλά, τα­πει­νά. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι τὸν ἄ­κου­γαν συ­νε­παρ­μέ­νοι. Ἀ­νά­με­σά τους βλέ­πει κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ ἅ­γιος νὰ στέ­κουν δυ­ὸ ἁρ­μα­τω­μέ­νοι. Ἦ­ταν παλ­λη­κά­ρια τῆς κλε­φτου­ριᾶς, μὰ εἶ­χαν σπεί­ρει φό­βο καὶ τρό­μο στοὺς Χρι­στια­νοὺς μὲ τὰ ἐγ­κλή­μα­τά τους.
-   Ἔ, σεῖς! τοὺς φω­νά­ζει. Θ’  ἀ­νοί­ξε­τε πα­ρά­δει­σο, νο­μί­ζε­τε, μ’  αὐ­τά σας τὰ χά­λια;
-   Ναί, μὲ τ’  ἀ­ση­μο­χάν­τζα­ρά μας! εἶ­παν αὐ­τοί, ἂν μὲ τὸ κα­λὸ δὲν μᾶς ἀ­νοί­ξουν. Μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω θὰ μποῦ­με! Τί μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­μουν;
-   Πιά­στε τ’  ἀ­ση­μό­πλε­χτα κουμ­πιὰ τῶν γε­λε­κι­ῶν σας καὶ σφί­χτε τα! τοὺς λέ­ει.
Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πια­σαν οἱ κλέ­φτες τὰ κουμ­πιά τους καὶ τά ’­σφι­ξαν ἀ­νά­με­σα στὰ δά­χτυ­λά τους. Καὶ μὲ μιᾶς, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα ποὺ πή­γαι­νε τσαμ­πού­να! Τοὺς κα­τα­λέ­ρω­σε τὸ αἷ­μα τοὺς κλέ­φτες.
-   Ἔ, καὶ θαρ­ρεῖ­τε πὼς τὰ αἵ­μα­τα αὐ­τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν ποὺ σφά­ξα­τε, θὰ σᾶς ἀ­φή­σουν νὰ μπεῖ­τε στὸν πα­ρά­δει­σο; Δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω!
Σὰν εἶ­δαν τὸ θά­μα οἱ κλέ­φτες τά ’­χα­σαν. Ἡ σκλη­ρὴ καρ­διά τους μα­λά­κω­σε. Με­τά­νι­ω­σαν, φό­ρε­σαν γυ­ναι­κεῖ­α σεγ­κού­νια, δεῖγ­μα τῆς με­τά­νοι­ας τους, κι ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν ἅ­γιο κα­τα­πό­δι.

-   Ἀ­νί­σως καὶ θέ­λου­με νὰ πε­ρά­σου­με κι ἐ­δῶ κα­λά, νὰ πη­γαί­νου­με καὶ στὸν πα­ρά­δει­σο, συ­νέ­χι­σε ὁ ἅ­γιος, πρέ­πει νὰ ἔ­χου­με δύ­ο ἀ­γά­πες: ἀ­γά­πη στὸν Θε­ό μας καὶ στοὺς ἀ­δελ­φούς μας. Κα­λό­τυ­χος ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε καὶ ἔ­λα­βε στὴν καρ­διά του αὐ­τὲς τὶς δύ­ο ἀ­γά­πες.
Τὸ βλέμ­μα του ἀγ­κά­λια­ζε ἕ­ναν-ἕ­ναν τους φτω­χοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. Μιὰ βα­θειὰ ἀ­γά­πη ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­π’ τὴν καρ­διά του γιὰ ὅ­λα τὰ πρό­βα­τα τῆς μάν­δρας τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τέ­χνη τοὺς αἰχ­μα­λώ­τι­ζε καὶ ξε­κλεί­δω­νε τὶς πόρ­τες τῆς καρ­διᾶς τους.
-   Ἐ­σεῖς, Χρι­στια­νοί μου, πῶς πη­γαί­νε­τε ἐ­δῶ; Ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σας; Εἶ­ναι ἐ­δῶ κα­νέ­νας ποὺ νά ’­χει αὐ­τὴ τὴν ἀ­γά­πη στοὺς ἀ­δελ­φούς του; Ἂς ση­κω­θεῖ ἐ­πά­νω νὰ μοῦ τὸ πεῖ, νὰ τὸν εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν, νὰ λά­βει μί­α συγ­χώ­ρη­ση, ποὺ νά ’­δι­νε χι­λιά­δες φλου­ριὰ δὲν θὰ τὴν εὕ­ρι­σκε.
-   Ἐ­γώ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, ἀ­γα­πῶ τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.
-   Κα­λά, παι­δί μου, ἔ­χε τὴν εὐ­χή μου. Πῶς σὲ λέ­νε στ’ ὄ­νο­μά σου;
-   Κώ­στα.
-   Τί τέ­χνη κά­νεις;
-   Πρό­βα­τα φυ­λά­γω.
-   Τὸ τυ­ρί, ὅ­ταν τὸ πω­λεῖς, τὸ ζυ­γιά­ζεις;
-   Τὸ ζυ­γιά­ζω.
-   Ἐ­σύ, παι­δί μου, ἔ­μα­θες νὰ ζυ­γιά­ζεις τὸ τυ­ρὶ κι ἐ­γὼ νὰ ζυ­γιά­ζω τὴν ἀ­γά­πη. Τώ­ρα νὰ ζυ­γιά­σω κι ἐ­γὼ τὴν ἀ­γά­πη σου κι ἂν εἶ­ναι σω­στή, τό­τε νὰ σὲ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Πῶς νὰ σὲ κα­τα­λά­βω, παι­δί μου, ἂν ἀ­γα­πᾶς τοὺς ἀ­δελ­φούς σου; Τὸ ἀ­γα­πᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸ φτω­χὸ παι­δί;
-   Τὸ ἀ­γα­πῶ.
-   Ἂν τὸ ἀ­γα­ποῦ­σες, θὰ τοῦ ἔ­παιρ­νες ἕ­να που­κά­μι­σο ποὺ εἶ­ναι γυ­μνό, νὰ πα­ρα­κα­λεῖ καὶ κεῖ­νο γιὰ τὴν ψυ­χή σου. Τό­τε θά ‘ναι ἀ­λη­θι­νὴ ἡ ἀ­γά­πη, ἐ­νῷ τώ­ρα εἶ­ναι ψεύ­τι­κη. Τώ­ρα σὰν θέ­λεις νὰ κά­μεις τὴν ἀ­γά­πη μά­λα­μα, πά­ρε καὶ ἔν­δυ­σε τὰ φτω­χὰ παι­διὰ καὶ τό­τε νὰ βά­λω νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Τὸ κά­μνεις τοῦ­το;
-   Τὸ κά­μνω.
-   Χρι­στια­νοί μου, ὁ Κώ­στας κα­τά­λα­βε πὼς ἡ ἀ­γά­πη ποὺ εἶ­χε ὣς τώ­ρα ἦ­ταν ψεύ­τι­κη καὶ θέ­λει νὰ τὴν κά­μει μά­λα­μα, νὰ ἐν­δύ­σει τὰ φτω­χὰ παι­διά. Ἐ­πει­δὴ καὶ τὸν παι­δέ­ψα­με, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ νὰ πεῖ­τε γιὰ τὸν κὺρ-Κώ­στα τρεῖς φο­ρές: ὁ Θε­ὸς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει καὶ νὰ τὸν ἐ­λε­ή­σει.

                              


Β΄

Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα- προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ

Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ χω­ριὸ μα­ζε­μέ­νο στὴν πλα­τεί­α ἄ­κου­γε τὸν ἅ­γιο νὰ μι­λά­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Τὰ παι­διὰ ξυ­πό­λη­τα καὶ μι­σό­γυ­μνα ἔ­παι­ζαν πα­ρα­πέ­ρα, σκορ­πι­σμέ­να στὸ φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τῆς πλα­γιᾶς. Ὁ ἅ­γιος στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο κι ἔ­μει­νε νὰ τὰ κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κός. Ξα­να­γυρ­νών­τας στοὺς ἀ­κρο­α­τές του βάλ­θη­κε νὰ τοὺς μι­λά­ει γι’ αὐ­τά.
-   Ὅ­ταν βα­πτί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ βγά­νε­τε στὸ ὄ­νο­μα τῶν ἁ­γί­ων, ποὺ ἔ­χου­νε νό­η­μα. Μα­ρί­α θὰ πεῖ κυ­ρί­α, για­τὶ ἡ Θε­ο­τό­κος ἔ­μελ­λε νὰ γί­νει βα­σί­λισ­σα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς. Νι­κό­λα­ος λέ­γε­ται ἐ­κεῖ­νος ποὺ νί­κη­σε τοὺς λα­οὺς, τοὺς δαί­μο­νες, τὰ πά­θη. Γε­ώρ­γιος λέ­γε­ται γε­ωρ­γη­μέ­νο φυ­τό, στο­λι­σμέ­νο μὲ καρ­πούς, μὲ ἀ­ρε­τὲς χρι­στι­α­νι­κές. Πα­ρα­σκευ­ὴ λέ­γε­ται ἐ­κεί­νη ποὺ ἑ­τοι­μά­σθη­κε γιὰ τὸν Χρι­στό.
Νὰ κά­μεις μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ Προ­δρό­μου, νὰ ἔ­χεις καὶ τὸν ἅ­γιο τοῦ παι­διοῦ σου. Καὶ ὅ­ταν τὸ παι­δὶ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο καὶ σοῦ γυ­ρεύ­ει ψω­μί, μὴν τοῦ δί­νεις, μό­νο νὰ πά­ρεις τὸ ψω­μί, νὰ τὸ βά­λεις ἐμ­πρὸς στὴν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ καὶ νὰ τοῦ πεῖς: «Ἐ­γώ, παι­δί μου, δὲν ἔ­χω ψω­μί. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­χει. Σή­κω νὰ κά­νεις τὸν σταυ­ρό σου, νὰ πα­ρα­κα­λέ­σου­με τὸν ἅ­γιό σου νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν Χρι­στὸ νὰ σοῦ τὸ δώ­σει. Καὶ ἔ­τσι τὸ παι­δὶ πα­ρα­κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ ψω­μιοῦ καὶ εὐ­θὺς ὅ­ταν ξυ­πνᾶ, τὸν ἅ­γιό του βλέ­πει. Καὶ ἔ­τσι νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ παι­δεύ­ε­τε ἀ­πὸ μι­κρά, γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζουν στὸν κα­λὸ δρό­μο.
Ὁ ἅ­γιος κον­το­στά­θη­κε, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­ρι­ξε τὸ βλέμ­μα του ξα­νὰ μα­κριά, στὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­τρε­χαν καὶ ξε­φώ­νι­ζαν στὴν πλα­γιά. Ρώ­τη­σε:
-   Ἔ­χε­τε σχο­λεῖ­ο ἐ­δῶ στὸ χω­ριό σας νὰ δι­α­βά­ζουν τὰ παι­διά;
-   Δὲν ἔ­χου­με, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ.
-   Νὰ μα­ζευ­τεῖ­τε ὅ­λοι νὰ κά­με­τε ἕ­να σχο­λεῖ­ο κα­λό, νὰ βά­λε­τε καὶ ἐ­πι­τρό­πους νὰ τὸ κυ­βερ­νοῦν, νὰ βά­νουν δι­δά­σκα­λο νὰ μα­θαί­νουν ὅ­λα τὰ παι­διὰ γράμ­μα­τα, πλού­σια καὶ φτω­χά. Για­τὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο μα­θαί­νου­με τί εἶ­ναι Θε­ός, τί εἶ­ναι Ἁ­γί­α Τριάς, τί εἶ­ναι ἄγ­γε­λοι, δαί­μο­νες, πα­ρά­δει­σος, κό­λα­ση, ἀ­ρε­τή, κα­κί­α. Τί εἶ­ναι ψυ­χή, σῶ­μα κ. λ. π. Για­τὶ χω­ρὶς τὸ σχο­λεῖ­ο περ­πα­τοῦ­με στὸ σκό­τος.
Νὰ σπου­δά­ζε­τε καὶ σεῖς, ἀ­δελ­φοί μου, νὰ μα­θαί­νε­τε γράμ­μα­τα ὅ­σοι μπο­ρεῖ­τε. Κι ἂν δὲν μά­θα­τε οἱ πα­τέ­ρες, νὰ σπου­δά­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ μα­θαί­νουν τὰ ἑλ­λη­νι­κά, για­τὶ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι στὴν ἑλ­λη­νι­κή. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ ἔ­χε­τε ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο στὴ χώ­ρα σου, πα­ρὰ νὰ ἔ­χεις βρύ­σες καὶ πο­τά­μια. Καὶ σὰν μά­θεις τὸ παι­δί σου γράμ­μα­τα, τό­τε λέ­γε­ται ἄν­θρω­πος. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὶς ἐκ­κλη­σί­ες. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὰ μο­να­στή­ρια.
Γιὰ τοῦ­το πρέ­πει νὰ στε­ρε­ώ­νε­τε σχο­λεῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, νὰ φω­τί­ζον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι. Δι­ό­τι δι­α­βά­ζον­τας τὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὰ ηὗ­ρα πὼς λαμ­πρύ­νουν καὶ φω­τί­ζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὰ μα­θαί­νου­με. Ἡ πί­στη μας δὲν στε­ρε­ώ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­μα­θεῖς ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σο­φοὺς καὶ πε­παι­δευ­μέ­νους. Λοι­πόν, τέ­κνα μου, πρὸς δι­α­φύ­λα­ξη τῆς πί­στε­ως καὶ γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς πα­τρί­δας, φρον­τί­σα­τε νὰ συ­στή­σε­τε ἀ­νυ­περθέ­τως σχο­λεῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό, γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν τὰ τέ­κνα σας ὅ­σα ἐ­σεῖς ἀ­γνο­εῖ­τε.
Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε στὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τὶς πα­ρα­κί­νη­σε νὰ δώ­σουν τὰ χρυ­σα­φι­κά τους καὶ ὅ,τι πο­λύ­τι­μο εἶ­χαν γιὰ τὴν ἵ­δρυ­ση καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ σχο­λεί­ου. Σα­γη­νευ­μέ­νες ἐ­κεῖ­νες ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρε­μη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου πρό­σφε­ραν πρό­θυ­μα ὅ,τι εἶ­χαν.
Ὁ ἅ­γιος τοὺς μί­λη­σε γιὰ αρ­κε­τὴ ὥ­ρα ἀ­κό­μα. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ πα­πᾶ καὶ νὰ λει­τουρ­γη­θεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν σὲ βα­θειὰ ἄ­γνοι­α. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν με­γα­λώ­σει ἀ­βά­πτι­στα. Τοὺς δί­δα­ξε γιὰ τὴν με­τά­νοι­α, τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τὸ βά­πτι­σμα.
-   Τέσ­σε­ρα εἶ­ναι τὰ γι­α­τρι­κά σου γιὰ νὰ σω­θεῖς. Τὸ πρῶ­το εἶ­ναι νὰ συγ­χω­ρή­σεις τοὺς ἐ­χθρούς σου. Τὸ δεύ­τε­ρο νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σαι κα­θα­ρά. Τὸ τρί­το νὰ κα­τη­γο­ρεῖ­τε γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες σας τὸν ἑ­αυ­τό σας καὶ ὄ­χι ἄλ­λον. Τὸ τέ­ταρ­το νὰ ἀ­πο­φα­σί­ζε­τε νὰ μὴν ἁ­μαρ­τή­σε­τε πλέ­ον. Καί, ἂν μπο­ρεῖ­τε, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε κά­θε μέ­ρα. Κι ἂν ὄ­χι, ἂς εἶ­ναι μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα ἢ μιὰ φο­ρὰ τὸν μή­να ἢ τὸ λι­γό­τε­ρο τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν χρό­νο.
Καὶ νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ τέ­κνα σας ἀ­πὸ μι­κρὰ στὸν κα­λὸ δρό­μο, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ται. Ἀ­βά­πτι­στος καὶ ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος ἄν-θρω­πος εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ σω­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ θα­να­τώ­σεις ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πους βα­πτι­σμέ­νους, πα­ρὰ νὰ ἀ­φή­σεις ἕ­να παι­δὶ ἀ­βά­πτι­στο νὰ πε­θά­νει. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ μέλ­λει νὰ πε­θά­νει τὸ παι­δὶ καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸ βα­πτί­σει, ἂς τὸ βα­πτί­σει ὅ­ποι­ος τύ­χει, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­δελ­φός, γεί­το­νας, μα­μή. Βά­λε ἀρ­κε­τὸ νε­ρὸ καὶ λά­δι, σταύ­ρω­σέ το καὶ βά­πτι­σέ το. Πές: «Βα­πτί­ζε­ται ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ… εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀ­μήν». Κι ἂν ζή­σει, τε­λει­ώ­νει τὰ ὑ­πό­λοι­πα ὁ πα­πᾶς. Μὰ ἔ­τυ­χε καὶ δὲν ἔ­χεις νε­ρό; Βά­πτι­σέ το στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πὲς τὰ ἴ­δια λό­για.
Ὁ­μοί­ως, ἂν τυ­χὸν μέλ­λει νὰ πε­θά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει, ἂς ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ σὲ ὅ­ποι­ον τύ­χει. Ἔ­χει ἐλ­πί­δα νὰ σω­θεῖ. Ἂν ὅ­μως με­τα­λά­βει ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος, δὲν ὠ­φε­λεῖ τί­πο­τε.
Στὴ συ­νέ­χεια ἡ κου­βέν­τα του γύ­ρι­σε στὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Κυ­ρια­κῆς, τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τὴ νη­στεί­α.
-   Ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί πρέ­πει νὰ νη­στεύ­ου­με πάν­το­τε, μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν Τε­τάρ­τη, για­τὶ που­λή­θη­κε ὁ Κύ­ριος καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, για­τὶ σταυ­ρώ­θη­κε. Ὁ­μοί­ως καὶ τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, κα­θὼς ἐ­νο­μο­θέ­τη­σαν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες νὰ νη­στεύ­ου­με, γιὰ νὰ νε­κρώ­νου­με τὰ πά­θη καὶ νὰ τα­πει­νώ­νου­με τὸ σῶ­μα. Ἐ­δῶ πῶς πη­γαί­νε­τε; Φυ­λά­γε­τε τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, Χρι­στια­νοί μου; Ἂν εἶ­στε Χρι­στια­νοί, πρέ­πει νὰ τὶς φυ­λά­γε­τε.
Ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ μὴ χω­ρί­ζε­σθε καὶ ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­κοῦ­τε τὸν ἱ­ε­ρέ­α ποὺ ση­μαί­νει; Εὐ­θὺς νὰ ση­κώ­νε­σθε, νὰ νί­πτε­σθε καὶ νὰ πη­γαί­νε­τε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι σὰν τὴ μά­να. Ὅ­ταν σφάλ­λει ὁ γιός της, τὸν μα­λώ­νει καὶ πά­λι τὸν ἀ­γα­πᾶ.
Ἀ­κό­μα τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ μὴ δου­λεύ­ε­τε κα­θό­λου. Μή­τε νὰ που­λή­σε­τε, μή­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος ποὺ γί­νε­ται τὴν Κυ­ρια­κὴ εἶ­ναι α­φο­ρι­σμέ­νο καὶ κα­τα­ρα­μέ­νο, καὶ βά­νε­τε φω­τιὰ καὶ κα­τά­ρα στὸ σπί­τι σας καὶ ὄ­χι εὐ­λο­γί­α. Καὶ ἢ σὲ θα­να­τώ­νει ὁ Θε­ὸς πα­ρά­και­ρα, ἢ τὴ γυ­ναί­κα σου, ἢ τὸ παι­δί σου, ἢ τὸ ζῶ­ο σου ψο­φᾶ. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ που­λή­σεις πράγ­μα­τα φα­γώ­σι­μα τὴν Κυ­ρια­κή, ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος μὴν τὸ σμί­γεις στὴ σα­κού­λα σου, για­τὶ τὴ μα­γα­ρί­ζει, ἀλ­λὰ δῶ­σε τα ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Οὔ­τε χω­ρά­φι, οὔ­τε ἀμ­πέ­λι νὰ κοι­τά­ζε­τε τὴν Κυ­ρια­κή, οὔ­τε νὰ κα­θα­ρί­ζε­τε τὰ ἀ­χού­ρια σας. Μο­νά­χα νὰ δι­α­βά­ζε­τε βι­βλί­α, νὰ μα­θαί­νε­τε τὸ κα­λὸ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας, για­τὶ ὅ­λοι θὰ πε­θά­νου­με, κα­θὼς βλέ­που­με κά­θε μέ­ρα.
Καὶ ὅ­σο βιὸς ἔ­χου­με, ἀ­δέλ­φια καὶ ἀ­δελ­φές μου, ἐ­δῶ στὴ γῆ θὰ ἀ­πο­μεί­νει. Μο­νά­χα ὅ­ση ἐ­λε­η­μο­σύ­νη δώ­σα­τε, αὐ­τὸ θὰ ἔ­χε­τε γιὰ βο­ή­θεια στὴν ψυ­χή σας. Καὶ ὅ,τι δώ­σα­τε στοὺς φτω­χοὺς γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, θὰ λά­βε­τε γιὰ τὸ ἕ­να ἑ­κα­τὸ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ νη­στεί­α ἁ­γιά­ζει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ἔ­χει ἀ­γα­θὸ τέ­λος.
Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε, ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καὶ κα­νέ­νας δὲν ἔ­λε­γε νὰ φύ­γει. Μὰ ἐν­τε­λῶς ξαφ­νι­κά, ἀ­πά­νω ποὺ μι­λοῦ­σε ὁ ἅ­γιος, ἕ­νας θε­ό­ρα­τος βρά­χος ξε­κό­πη­κε ἀ­π’ τὴν ἀ­πό­το­μη πλα­γιὰ καὶ πῆ­ρε νὰ κα­τρα­κυ­λᾶ στὴν κα­τη­φό­ρα. Ὁ κό­σμος ἔν­τρο­μος μὲ δυ­να­τὲς φω­νὲς σκόρ­πι­σε γιὰ νὰ γλυ­τώ­σει. Μὰ ὁ ἅ­γιος δὲν τα­ρά­χθη­κε, οὔ­τε κου­νή­θη­κε κα­θό­λου. Σή­κω­σε μό­νο τὸ ρα­βδί του καὶ σταύ­ρω­σε τὸν βρά­χο ποὺ ἔ­πε­φτε. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ὁ φο­βε­ρὸς βρά­χος κοκ­κά­λω­σε στὴ μέ­ση τῆς πλα­γιᾶς, λὲς καὶ τὸν ἄ­δρα­ξε στι­βα­ρὸ χέ­ρι ἀ­ό­ρα­του κύ­κλω­πα. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν κα­τά­πλη­κτοι. Ἕ­νας-ἕ­νας ξα­να­μα­ζεύ­τη­καν κον­τά του.
-------------------------------------------------------------------------------------------

Α Γ Ι Ο Σ   Κ Ο Σ Μ Α Σ   Ο   Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ
Γ΄

Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ

Ὁ ἅ­γιος ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ βλέμ­μα του νὰ πλα­νη­θεῖ στὶς κο­ρυ­φὲς γύ­ρω του. Ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ νό­τια ἁ­πλώ­νον­ταν ἀ­τέ­λει­ω­τες βου­νο­κορ­φὲς τὰ Ἄ­γρα­φα. Συμπαγὴς καὶ χιονόλευκος ὄγκος τὰ Τζουμέρκα ἀπόμακρα, ὄρθωναν μεγαλόπρεπο τὸ ἀνάστημά τους στὸν βορειο-δυτικὸ ὁρίζοντα. Αὐ­θόρ­μη­τα σή­κω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὰ εὐ­λό­γη­σε.
-   Εὐ­λο­γη­μέ­να βου­νά! ἀ­να­φώ­νη­σε. Πό­σα γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ σώ­σε­τε, πό­σες ψυ­χές, ὅ­ταν ἔλ­θουν τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια! Κα­λό­τυ­χοι ἐ­σεῖς ποὺ βρε­θή­κα­τε ἐ­δῶ, πά­νω στὰ ψη­λὰ βου­νά, για­τὶ αὐ­τὰ θὰ σᾶς φυ­λά­ξουν ἀ­πὸ πολ­λὰ δει­νά. Θὰ ἀ­κοῦ­τε καὶ δὲν θὰ βλέ­πε­τε τὸν κίν­δυ­νο.
-   Θὰ λευ­τε­ρω­θοῦ­με πο­τέ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ; ρω­τοῦ­σαν μὲ λα­χτά­ρα οἱ σκλά­βοι.
-   Αὐ­τὸ μιὰ μέ­ρα θὰ γί­νει ρω­μαί­ι­κο καὶ κα­λό­τυ­χος ὅ­ποι­ος ζή­σει σὲ κεῖ­νο τὸ βα­σί­λει­ο.
-   Πό­τε θὰ γί­νει αὐ­τό, ἅ­γι­ε;
-   Τὸ πο­θού­με­νο θὰ γί­νει στὴν τρί­τη γε­νιά. Θὰ τὸ ἰ­δοῦν τὰ ἐγ­γό­νια σας. Τὰ βά­σα­να εἶ­ναι πολ­λὰ ἀ­κό­μη. Θυ­μη­θεῖ­τε τὰ λό­για μου. Τοῦ­το σᾶς λέ­γω καὶ σᾶς πα­ραγ­γέλ­λω: κἂν ὁ οὐ­ρα­νὸς νὰ κα­τέ­βει κά­τω, κἂν ἡ γῆ νὰ ἀ­νέ­βει ἐ­πά­νω, κἂν ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ χα­λά­σει, κα­θὼς μέλ­λει νὰ χα­λά­σει, σή­με­ρον, αὔ­ριον, νὰ μὴ σᾶς μέλ­λει τί ἔ­χει νὰ κά­μει ὁ Θε­ός. Τὸ κορ­μί σας ἂς τὸ κά­ψουν, ἂς τὸ τη­γα­νί­σουν, τὰ πράγ­μα­τά σας ἂς τὰ πά­ρουν. Μὴ σᾶς μέλ­λει. Δῶ­στε τα. Δὲν εἶ­ναι δι­κά σας. Ψυ­χὴ καὶ Χρι­στὸς σᾶς χρει­ά­ζον­ται. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ πέ­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σᾶς τὰ πά­ρει, ἐ­κτὸς καὶ τὰ δώ­σε­τε μὲ τὸ θέ­λη­μά σας. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο νὰ τὰ φυ­λά­γε­τε, νὰ μὴν τὰ χά­σε­τε.
Ἕ­ως ὅ­του κλεί­σει ἡ πλη­γὴ αὐ­τὴ τοῦ πλά­τα­νου, συ­νέ­χι­σε δεί­χνον­τας τὸ δέν­τρο ποὺ σκί­α­ζε τὴν πλα­τεί­α, τὸ χω­ριό σας θά ΄ναι σκλα­βω­μέ­νο καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­νο.
Ὅ­ταν πέ­σουν δυ­ὸ πα­σχα­λι­ὲς μα­ζί, θὰ ἔρ­θει τὸ πο­θού­με­νο.
Ὅ­ταν δεῖ­τε τὸ χι­λι­άρ­με­νο στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, τό­τε θὰ λυ­θεῖ τὸ ζή­τη­μα τῆς Πό­λης.
Οἱ ἀν­τί­χρι­στοι (=οἱ Τοῦρ­κοι) θὰ φύ­γουν, ἀλ­λὰ θά ‘ρθουν πά­λι καὶ θὰ φθά­σουν ὣς τὰ Ἑ­ξα­μί­λια. Ἔ­πει­τα θὰ τοὺς κυ­νη­γή­σε­τε ἕ­ως τὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά. Ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους τὸ ἕ­να τρί­το θὰ σκο­τω­θεῖ, τὸ ἄλ­λο τρί­το θὰ βα­πτι­σθεῖ καὶ μο­νά­χα τὸ ἕ­να τρί­το θὰ πά­ει στὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά.
Θὰ ἔρ­θει και­ρὸς ποὺ οἱ Ρω­μιοὶ θὰ τρώ­γον­ται με­τα­ξύ τους. Ἐ­γὼ συ­στή­νω ὁ­μό­νοι­α καὶ ἀ­γά­πη.
Τὰ λό­για του φω­τι­σμέ­να, προ­φη­τι­κά, ἔ­ρι­χναν στά­λα-στά­λα τὴν ἐλ­πί­δα στὶς τυ­ρα­γνι­σμέ­νες ψυ­χὲς τῶν σκλά­βων. Θέ­ρι­ευ­αν τὴ λα­χτά­ρα τους, δυ­νά­μω­ναν τὴν ὑ­πο­μο­νή τους. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, φώ­να­ξε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν νὰ ση­κω­θοῦν. Σκορ­πί­στη­καν μέ­σα στὸ πλῆ­θος γιὰ νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν ὅ­σοι ἤ­θε­λαν. Τέ­λε­σαν Εὐ­χέ­λαι­ο καὶ πέ­ρα­σαν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοὶ νὰ χρι­σθοῦν. Βά­πτι­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ ποὺ ἦ­ταν ἀ­βά­πτι­στα.
Ὁ ἥ­λιος ἔ­γερ­νε, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ ἅ­γιος ἦ­ταν κα­τά­κο­πος. Τὸν πῆ­ραν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ τὸν φι­λο­ξε­νή­σουν. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­φε­ρε μιὰ κα­θα­ρὴ ἀλ­λα­ξιὰ τοῦ ἄν­τρα της καὶ ζή­τη­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­π’ τὸν ἅ­γιο νὰ τοῦ πλύ­νει τὸ που­κά­μι­σο. Τὸ ἔ­πλυ­νε εὐ­λα­βι­κὰ καὶ ὕ­στε­ρα ζή­τη­σε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γιὰ εὐ­λο­γί­α τοῦ σπι­τι­κοῦ της καὶ ὅ­λου τοῦ χω­ριοῦ. Γιὰ ἱ­ε­ρὸ κει­μή­λιο. Ὁ ἅ­γιος δὲν ἀρ­νή­θη­κε.
Πρω­ὶ-πρω­ὶ τοὺς ξύ­πνη­σε ἡ καμ­πά­να. Οἱ πλα­γι­ὲς καὶ τὰ φα­ράγ­για ἀν­τι­λά­λη­σαν. Χρό­νια εἴ­χα­νε ν’ ἀ­κού­σουν τὸ χαρμό­συ­νο, γλυ­κό της κε­λά­δη­μα. Εἶ­χαν κα­ταν­τή­σει ἀ­λι­βά­νι­στοι. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ σι­γὴ σκέ­πα­ζε τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς πα­πᾶ. Οἱ Χρι­στια­νοὶ νη­στε­μέ­νοι κι ἐ­ξο­μο­λο­γη­μέ­νοι λει­τουργή­θη­καν καὶ με­τά­λα­βαν. Τὰ νε­ο­φώ­τι­στα παι­διὰ κρα­τοῦ­σαν λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Ὁ ἅ­γιος εἶ­πε καὶ μοί­ρα­σαν σ’ ὅ­λους κε­ριά, ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε ἡ συ­νο­δεί­α του. Τ’ ἄ­να­ψαν ὅ­λα καὶ ἡ τα­πει­νή τους ἐκ­κλη­σιὰ ἀ­στρα­πο­βό­λη­σε. Πλημμυρισμένες ἀπὸ χαρὰ οἱ καρδιές τους, ἀλάφρωσαν λίγο ἀπ’  τὸ πλάκωμα τῆς σκλαβιᾶς. Τοὺς φά­νη­κε σὰν νά ‘χαν Λαμ­πρή.
Ἤ­θε­λαν νὰ τὸν κρα­τή­σουν ἀ­κό­μα, μὰ ὁ ἅ­γιος βι­α­ζό­ταν. Εἶ­χε νὰ πε­ρά­σει ἀ­μέ­τρη­τους τό­πους καὶ χω­ριά. Παν­τοῦ τὸν πε­ρί­με­ναν. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια τὸν ξε­προ­βό­δι­σαν. Ἔ­φε­ραν ἕ­να μου­λά­ρι γιὰ νὰ τὸν κα­τε­βά­σουν ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια μο­νο­πά­τια. Εἶ­παν στὸ παι­δὶ ποὺ τρα­βοῦ­σε τὸ σχοι­νί, ἂν συμ­βεῖ τί­πο­τε κά­τω στὶς κα­κο­το­πι­ές, νὰ τρέ­ξει ψη­λὰ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ρά­χη καὶ νὰ φω­νά­ξει. Ὁ ἅ­γιος χα­μο­γέ­λα­σε.
-   Θά ‘ρθει και­ρός, τοὺς εἶ­πε, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θὰ μι­λοῦν ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ μέ­ρος σὲ ἄλ­λο, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ πλα­γι­νὰ δω­μά­τια. Δὲν θὰ τα­ξι­δεύ­ε­τε πιὰ μὲ τὰ ζῶ­α. Θὰ δεῖ­τε στὸν κάμ­πο ἁ­μά­ξι χω­ρὶς ἄ­λο­γα νὰ τρέ­χει γρη­γο­ρώ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν λα­γό. Θὰ βγοῦν πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὰ σχο­λεῖ­α, ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν τὰ φαν­τά­ζε­ται. Ὅ­μως ἀ­π’ τοὺς δι­α­βα­σμέ­νους θὰ ‘ρθεῖ καὶ με­γά­λο κα­κό. Θὰ δεῖ­τε νὰ πε­τᾶ­νε ἄν­θρω­ποι στὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν μαυ­ρο­πού­λια καὶ νὰ ρί­χνουν φω­τιὰ στὸν κό­σμο.
Οἱ ἁ­πλο­ϊ­κοὶ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­λά­βουν τὰ προ­φη­τι­κά του λό­για, μὰ τὰ φύ­λα­ξαν εὐ­λα­βι­κὰ στὴν καρ­διά τους. Θὰ τὰ ζοῦ­σαν καὶ θὰ τὰ κα­τα­λά­βαι­ναν κα­λὰ οἱ κα­το­πι­νὲς γε­νι­ές.
Ὁ ἅ­γιος τοὺς εὐ­λό­γη­σε, χαι­ρέ­τη­σε καὶ ἔ­φυ­γε. Ὁ δρό­μος του ἦ­ταν μα­κρύς. Εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη τὴν Ἑλ­λά­δα, γιὰ νὰ ξα­να­στυ­λώ­σει τὸ ἀ­φα­νι­σμέ­νο του γέ­νος. Γιὰ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἔ­τρε­χε. Καὶ τὰ κα­τά­φε­ρε.
«Ἐ­κα­τά­στη­σε σχο­λεῖ­α παν­τα­χοῦ, τό­σον ἑλ­λη­νι­κὰ (γυ­μνά-σια-λύ­κεια), ὅ­σον καὶ κοι­νὰ (δη­μο­τι­κά), διὰ νὰ πη­γαί­νουν τὰ παι­δί­α καὶ νὰ μα­θαί­νουν δω­ρε­ὰν τὰ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα. Ἐ­κα­τά­πει­σε τοὺς πλου­σί­ους καὶ ἠ­γό­ρα­σαν ὑ­πὲρ τὰς τέσ­σα­ρας χι­λιά­δας κο­λυμ­βή­θρας με­γά­λας χαλ­κω­μα­τέ­νιας, πρὸς δώ­δε­κα γρό­σια τὴν κα­θε­μί­αν, διὰ νὰ βα­πτί­ζων­ται κα­θὼς πρέ­πει τὰ παι­δί­α τῶν Χρι­στια­νῶν. Βι­βλί­α ἐ­μοί­ρα­ζε χά­ρι­σμα εἰς ἐ­κεί­νους ὅ­που ἤ­ξευ­ραν γράμ­μα­τα.
Κομ­βο­σχοί­νια καὶ σταυ­ρού­δια ἐ­μοί­ρα­ζεν (ὑ­πὲρ τὰς πεν­τα­κο­σί­ας χι­λιά­δας) εἰς τὸν κοι­νὸν λα­όν, διὰ νὰ συγ­χω­ροῦν τοὺς ἀ­γο­ρά­ζον­τας. Εἶ­χε τεσ­σα­ρά­κον­τα ἢ πεν­τή­κον­τα ἱ­ε­ρεῖς ὅ­που τὸν ἠ­κο­λού­θουν, καὶ ὅ­ταν ἔ­μελ­λε νὰ ὑ­πά­γῃ ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν εἰς ἄλ­λην, ἐ­πα­ράγ­γελ­λε εἰς τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, νὰ νη­στεύ­σουν καὶ νὰ κά­μουν ἀ­γρυ­πνί­αν.
Μοι­ρά­ζον­τας εἰς ὅ­λους κη­ρί­α δω­ρε­άν, ἔ­βαλ­λε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἐ­δι­ά­βα­ζαν τὸ ἅ­γιον Εὐ­χέ­λαι­ον καὶ ἐ­χρί­ον­το ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί. Ἐ­πει­δὴ τὸν ἠ­κο­λού­θει λα­ὸς πο­λύς, δύ­ο καὶ τρεῖς χι­λιά­δες, ἐ­πρό­στα­ζεν ἀ­πὸ τὸ ἑ­σπέ­ρας καὶ ἑ­τοί­μα­ζαν σακ­κί­α πολ­λὰ ψω­μὶ καὶ κα­ζά­νι σι­τά­ρι βρα­σμέ­νον, καὶ οὕ­τως ἔ­παιρ­ναν ὅ­λοι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να καὶ ἐ­συγ­χώ­ρουν ζῶν­τας καὶ τε­θνε­ῶ­τας».
Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς πέ­θα­νε μαρ­τυ­ρι­κά, μὲ ἀ­παγ­χο­νι­σμό, στὶς 24 Αὐ­γού­στου 1779, ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το, στὰ χώ­μα­τα τῆς Βο­ρεί­ου Ἠ­πεί­ρου. Ἡ φω­τι­σμέ­νη του μορ­φὴ ἔ­μει­νε βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ λα­οῦ μας. Ἔ­γι­νε δά­σκα­λος καὶ ὁ­δη­γὸς τοῦ γέ­νους μας. Ἂς κα­θο­δη­γεῖ καὶ ἐ­μᾶς στοὺς δύ­σκο­λους και­ρούς μας, νὰ εἴμα­στε ἄ­ξιοι τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ θέ­λη­σε νὰ μᾶς χα­ρί­σει.
Νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του!




Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Οσιακές Μορφές της εν Ρουμανία Εκκλησίας Ο πατήρ Βενέδικτος


visit counter

Ο πατήρ Βενέδικτος


Ο πατήρ Βενέδικτος

Στα χρόνια 1943-44 ευρισκόμεθα στη μονή του αγίου Ανθίμου Βουκουρεστίου, όταν στην αδελφότητα ήλθε ένας νέος αρχιμανδρίτης, για τον οποίο ελέγετο ότι είχε κάνει λαμπρές σπουδές στη Δύσι, στο Στρασβούργο, και τώρα ετοιμάζεται να δώση για έγκρισι στη θεολογική σχολή του πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου τη θεολογική του διατριβή. Ήτο ο π. Βενέδικτος Γκίους. 
Με το μέσο ανάστημά του, τα ολιγοστά γένεια του, ντυμένος ταπεινά, ελάμβανε μέρος τακτικά στις ιερές Ακολουθίες της Μονής. Έψαλλε στο αναλόγιο, είχε μια μελωδική φωνή, θερμή, και ένα είδος ψαλμωδίας που σου τραβούσε την προσοχή. Ακόμη και τις απλές απαντήσεις στην Εκτενή Δέησι, δηλαδή: «Κύριε ελέησον», και «Παράσχου, Κύριε», τις έψαλλε με μια τέτοια απόδοσι που έδειχνε την ευλάβεια και την ταπείνωσί του. 
Η διακονία στο Ιερό Βήμα ήτο συγκινητική. Σου κρατούσε έντονα την προσοχή και σου μετέδιδε την ευλάβειά του, ενώ τα κηρύγματά του στου προκαλούσαν μια βαθειά ψυχική κατάνυξι. Με τα ωραία του λόγια, με τη διαπεραστική απαγγελία του, με το βάθος των θεολογικών και πνευματικών νοημάτων του σού προκαλούσε αισθήματα για μια θερμή κοινωνία με το Χριστό. Μου έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη μου η θεολογική ανάλυσις από το κήρυγμα της Κυριακής της Μελλούσης Κρίσεως: «Έσφαλα, έλεγε, εάν, βλέποντας την τιμή την οποία δίνει ο Θεός στην ελεημοσύνη, ενόμισα ότι όλα τα άλλα καλά έργα -το μαρτύριο, η προσευχή, οι κόποι για την απόκτησι των αρετών- θα περάσουν απαρατήρητα. Όλα θα εξετασθούν και θα ανταμειφθούν. Αλλά πολύ μεγάλη τιμή, δοσμένη σε μερικά απλά έργα, κρύβει ο Θεός στο μυστήριο της μεγάλης συγκαταβάσεως και αγάπης Του για τον άνθρωπο. Αυτή η αντιπροσωπευτική τιμή για σωτηρία προσφέρεται στον άνθρωπο, ο οποίος, επειδή μένει στον κόσμο, να μη λέγη ότι δεν ημπορεί να σωθή και ότι δεν ευρίσκεται άνθρωπος στην γη, ο οποίος να μη μπορεί να επιτελέση παρόμοια έργα ελεημοσύνης».  
Μια τέτοια παρουσία δεν μπορεί να μείνη απαρατήρητη. Οι Χριστιανοί που ήρχοντο στη μονή του αγίου Ανθίμου, ο διανοητικός κόσμος του Βουκουρεστίου και ιδιαίτερα η φοιτητική νεολαία, τον αναζητούσαν να τον γνωρίσουν και να ζητήσουν τις συμβουλές του. Ήτο μία επιφανής παρουσία στη χριστιανική κίνησι: «Το αναμμένο πυρ». Στενός συνεργάτης του πατρός Δανιήλ (Θεοδώρου Σάντου), φίλος και πνευματικός της οικογενείας του πανεπιστημιακού καθηγητού Αλεξάνδρου Μυρονέσκου, πατήρ πνευματικός του πολυτάλαντου και κατόπιν καθηγητού πανεπιστημίου, Ανδρέα Σκρίμα. Ήτο φυσικό, η διεύθυνσις του Πατριαρχείου να επιδιώξη και αξιοποιήση πλήρως την προσωπικότητα του π. Βενεδίκτου. Έτσι διωρίσθηκε λειτουργός και ιεροκήρυξ του πατριαρχικού καθεδρικού ναού, βοηθός του καθηγητού π. Δημητρίου Στανιλοάε στην έδρα της Ασκητικής και Μυστικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Βουκουρεστίου, πατριαρχικός επίτροπος, εκλεγμένος επίσκοπος για την επαρχία Χοτίνου και καθηγητής στην εκκλησιαστική μοναχική σχολή της μονής Τσερνίκα. 
Αλλά εκείνο τον καιρό, στον οποίο το κομμουνιστικό κόμμα ευρισκόταν στις δόξες του, το πρόσωπο του π. Βενεδίκτου εμφανίσθηκε σαν ένα σώμα ξένο, σαν μία πέτρα σκανδάλου. Δεν ήτο αρεστή στους μεγάλους εκείνου του καιρού η πολιτική του όντως πολιτικού της αγίας του Χριστού Εκκλησίας, π. Βενεδίκτου. Μπορούσε να είναι άξιος καθηγητής της θεολογίας και δεν ήτο. Μπορούσε να είναι επίσκοπος ή μητροπολίτης και δεν έγινε. 
Κάποιο βραδινό βρισκόμασταν μαζί στη Γραμματεία της Ιεράς Συνόδου, που είναι πλησίον της μονής του αγίου Ανθίμου, όταν ένα αυτοκίνητο ήλθε βιαστικά, πήρε τον π. Βενέδικτο και πήγε στο Πατριαρχείο, στην αίθουσα των βουλευτών, όπου είχε εκλεγή με πλειοψηφία επίσκοπος Χοτίνου. Εκείνος ευχαρίστησε τους εκλέκτορές του, οι οποίοι τον χειροκροτούσαν αδιάκοπα. Αλλά η δεύτερη σύναξις των εκλεκτόρων έμεινε άναυδη, μπροστά στην παραίτησι του π. Βενεδίκτου, η οποία εγκρίθηκε και από την κομμουνιστική κυβέρνησι.
Ούτε βοηθός επίσκοπος δέχθηκε να γίνη ο π. Βενέδικτος. Μια τέτοια προσωπικότης δεν μπορούσε να μείνη και χωρίς δραστηριότητες στην πρωτεύουσα. Εστάλη καθηγητής της εκκλησιαστικής σχολής στη μονή Νεάμτς Μολδαβίας. Οι πρώην μαθητές του από το Νεάμτς, μεταξύ των οποίων είχαν μερικοί γίνει επίσκοποι, τον ενθυμούνται με θαυμασμό και καύχησι που τον είχαν καθηγητή τους στη σχολή. Μ’ αυτή την ποιότητα της ζωής του, και την πρακτική στη μοναχική του ζωή, ο π. Βενέδικτος κατήρτισε μία αληθινή πραγματεία, σαν οδηγό για την αναδιοργάνωσι της μοναχικής ζωής, εγχειρίδιο το οποίο είθε να αξιοποιηθή και να γίνει γνωστό στο ρουμανικό μας μοναχισμό των καιρών μας.
«Όλη η μοναχική ζωή -σημειώνει στην παραπάνω εργασία- είναι υπακοή και προσευχή, προσευχή και υπακοή. Οι εποχές κρίσεως του μοναχισμού είναι ένα πρόβλημα προσευχής και υπακοής. Επομένως, αναγέννησις του μοναχισμού σημαίνει επιστροφή στο θεμέλιο αυτών των πρωταρχικών αρετών της μοναχικής ζωής».
Μαζί με τον π. Βενέδικτο συνεργάσθηκαν γι’ αυτή την προσπάθεια και οι πατέρες Δανιήλ και Ανδρέας. Ο δεύτερος ήτο ο καλύτερος εισηγητής για τη διοργάνωσι της μοναχικής μας ζωής. Η εργασία αυτή τυπώθηκε στον καιρό της πατριαρχείας του πατριάρχου Ιουστινιανού. Παράλληλα με τα μαθήματα της εκκλησιαστικής σχολής, τις εορτές και Κυριακές, ο π. Βενέδικτος λειτουργούσε και εκήρυττε στη μεγάλη εκκλησία. Ακόμη, με εντολή της μονής Τσερνίκα, απηύθυνε λόγον πνευματικό προς τους πατέρες της αδελφότητος στις συνάξεις το βράδυ κάθε Κυριακής, λόγω που τον περίμεναν με πολλή λαχτάρα οι μοναχοί της μονής.
Ήλθε κατόπιν ο καιρός των δυσκόλων δοκιμασιών. Μετά από πέντε χρόνια μεγάλων ταλαιπωριών στις φυλακές, ο π. Βενέδικτος, επανήλθε σαν λειτουργός στον καθεδρικό ναό του Βουκουρεστίου, απ’ όπου ανεχώρησε για τη μονή του αγίου Καλλινίκου Τσερνίκας, όπου συνέχισε να εργάζεται ως πνευματικός. Ιδιαίτερα προετοιμάσθηκε για το μεγάλο ταξίδι του, για τη συνάντησι με τον Κύριο της δόξης Ιησού Χριστό, τον οποίο ηγάπησε με όλη του την καρδιά και τον υπηρέτησε με όλα τα χαρίσματά του.
Παράμεινε στο νου μου σαν μια τέλεια εικόνα ενός ορθοδόξου μοναχού. Ο άγιος
Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι, για την εκπλήρωσι της πνευματικής τελειώσεως, δύο έργα είναι απολύτως αναγκαία: η πνευματική γνώσις και η πράξις. Ο π. Βενέδικτος τα είχε πλήρως και τα δύο: υψηλή πνευματική θεολογική γνώσι, αλλά και πνευματικό βίωμα με ευλάβεια, αγάπη και ταπείνωσι.
Εικόνες Πραότητος
Γέροντος Πετρωνίου Τανάσε
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη

Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και η θεωρία της εξελίξεως


visit counter


Ο ΑΓΙΟΣ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ
Ὁ ὅσιος πατήρ Ἰουστίνος Πόποβιτς γεννήθηκε στίς 25 Μαρτίου 1884 στήν πόλη Βράνε τῆς νοτίου Σερβίας. Ἐκοιµήθη ὁσιακά στίς 25 Μαρτίου τό 1979. Σπούδασε Θεολογία στή Σερβία, Ρωσία καί Ἀγγλία καί ἀνεκηρύχθη τό 1926 διδάκτωρ τῆς Θεολογίας ὑπό τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν.
Τό 1935, ἐξελέγη ὑφηγητής καί µετά καθηγητής τῆς Δογµατικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Βελιγραδίου. Τό 1945, ἐπικρατήσαντος τοῦ κοµµουνιστικοῦ καθεστῶτος ὑπεχρεώθη νά ἐγκαταλείψει τό Πανε­πι­στήµιο καί ἔζησε στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἀρχαγγέλων Τσέλιε, κοντά στό Βάλιεβο ὡς πνευµατικός, συνεχίζοντας ἐκεῖ, κάτω ἀπό δυσχερεῖς συν­θῆκες, τό πνευµατικό καί συγγραφικό του ἔργο.
Συνέγραψε τρίτοµο ἔργο «Ὀρθόδοξος φιλοσοφία τῆς Ἀληθείας», τήν γνωστή Δογµατική του, ἑπτά τόµους ἑρµηνεία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί Δώδεκα τόµους Βίους Ἁγίων καί πολλά ἄλλα Θεολογικά καί Φιλοσοφικά. Ἐφέτος συµπληρώνονται τριάντα χρόνια ἀπό τήν ὁσιακή κοίµησή του. Θεωρεῖται ἀπό τούς µεγαλύτερους Θεολόγους τοῦ 20ου αἰῶνος, ἀκολούθησε κατά πάντα τήν Θεολογική ἐµπειρία καί ἄσκηση τῶν µεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ κρυφή συνείδηση τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας. Πολλά βιβλία του ἔχουν µεταφραστεῖ στά Ἑλληνικά. Ἕνα λαµπρό ἄρθρο του γιά τήν θεωρία τῆς ἐξελίξεως παραθέτουµε κατωτέρω:

Ἡ Θεανθρώπινη ἐξέλιξη
Ζητᾶς νά σοῦ ἀπαντήσω στό ἐρώτηµα, ἄν µπορεῖ ἡ ἐπιστηµονική ἀντίληψη περί τῆς ἐξελίξεως τοῦ κόσµου καί τοῦ ἀνθρώπου νά συνυπάρξει µέ τήν παραδοσιακή Ὀρθόδοξη αἴσθηση καί γνώση. Ἀκόµη, ρωτᾶς ποιά, τό ποιά εἶναι στήν περίπτωση αὐτή ἡ στάση τῶν Πατέρων καί γιά τόν ἄν ὑπάρχει γενικῶς ἡ ἀνάγκη γιά µία τέτοια συνύπαρξη. Μέ πολλή συντοµία λοιπόν γράφω τά ἑξῆς:
Ἡ ἀνθρωπολογία τῆς Καινῆς Διαθήκης στήκει καί πίπτει ἐπάνω στήν ἀνθρωπολογία τῆς Παλαιᾶς. Ὅλο τό Εὐαγγέλιο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ ἄνθρωπος εἰκόνα τοῦ Θεοῦ! Ὅλο τό Εὐαγγέλιο τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ Θεάνθρωπος εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅ,τι ἐπουράνιο, θεῖο αἰώνιο, ἀθάνατο καί ἀµετάβλητο στόν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ µέσα του τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τό θεοειδές τοῦ ἀνθρώπου.
Αὐτό τό θεοειδές στόν ἄνθρωπο κακοποιήθηκε µέ τήν ἐθελούσια ἁµαρτία ἐκείνου, µέ τήν σύµπραξη µέ τόν διάβολο, µέσῳ τῆς ἁµαρτίας καί τοῦ θανάτου ὡς ἀπόρροιας τῆς παραβάσεως. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά ἀνακαινίσει τήν ἐφθαρµένη ἀπό τήν ἁµαρτία εἰκόνα Του. Γι’ αὐτό ἐνηνθρώπησε καί ἔµεινε στόν κόσµο τῶν ἀνθρώπων ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, γιά νά προσφέρει στήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπο, ὅλα τά ἀπαραίτητα µέσα, ὥστε αὐτός ὁ παραµορφωµένος θεόµορφος ἄνθρωπος νά µπορέσει µέσα στό Θεανθρώπινο σῶµα τῆς Ἐκκλησίας, µέ τήν βοήθεια τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων καί τῶν ἀρετῶν, νά ὡριµάσει «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς µέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώµατος τοῦ Χριστοῦ» (Ἔφ. 4,13). Αὐτή εἶναι ἡ θεανθρώπινη ἀνθρωπολογία. Ὁ σκοπός τοῦ θεοειδοῦς ὄντος πού λέγεται ἄνθρωπος εἶναι ἕνας: νά γίνει σταδιακά τέλειος, ὅπως ὁ Θεός Πατήρ, νά γίνει Θεός κατά χάριν, νά ἐπιτύχει τήν θέωση, τήν θεοποίηση, τήν Χριστοποίηση, τήν Τριαδικοποίηση. Κατά τούς Ἁγίους Πατέρες, «Θεός ἐνηνθρώπησε, ἵνα ὁ ἄνθρωπος Θεός γένηται» (Μέγας Ἀθανάσιος).
Ὅµως οἱ ἀποκαλούµενες «ἐπιστηµονικές» ἀνθρωπολογίες διόλου δέν ἀναγνωρίζουν τό θεοειδές τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Μέ αὐτό, ἀρνοῦνται προκαταβολικά τήν θεανθρώπινη ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος.
Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀποτελεῖ τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ Θεάν­θρωπος καί τό Εὐαγγέλιό Του ἀποτελοῦν κάτι τό ἀφύ­σικο γιά ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, κάτι τό µηχανικό καί ἀπραγ­µατοποίητο. Τότε ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εἶναι ἕνα ροµπότ, πού κατασκευάζει ἄλλα ροµπότ. Ὁ Θεάνθρωπος γίνεται ἕνας δυνάστης, ἀφοῦ θέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο, διά τῆς βίας, νά πλάσει ἕνα ὄν τέλειο, ὅπως ὁ Θεός. Στήν οὐσία µιλᾶµε γιά µία δικανική οὐτοπία, µία αὐταπάτη καί ἕνα ἀπραγµατοποίητο «ἰδανικό». Στό τέλος τέλος, πρόκειται γιά ἕνα µῦθο, γιά µία ἀφήγηση.
Ἄν ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, δέν εἶναι µία θεοειδής ὕπαρξη, τότε καί ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος εἶναι περιττός, ἀφοῦ οἱ ἐπιστηµονικές θεωρίες περί ἐξέλιξης δέν δέχονται οὔτε τήν ἁµαρτία, ἀλλά οὔτε καί τόν Σωτῆρα τῆς ἁµαρτίας. Στόν ἐπίγειο κόσµο τῆς «ἐξέλιξης» τά πάντα εἶναι φυσικά καί χῶρος γιά ἁµαρτία δέν ὑπάρχει. Γι’ αὐτό καί εἶναι κωµικό νά γίνεται λόγος περί Σωτῆρος καί σωτηρίας, ἀπό τήν ἁµαρτία. Σέ τελική ἀνάλυση τά πάντα εἶναι φυσικά: ἡ ἁµαρτία, τό κακό καί ὁ θάνατος. Γιατί, ἄν ὅλα στόν ἄνθρωπο συµβαίνουν καί δίδονται ὡς ἀποτέλεσµα τῆς ἐξέλιξης, τότε δέν ὑπάρχει κάτι τό ὁποῖο χρειάζεται νά σωθεῖ σέ αὐτόν, ἀφοῦ τίποτε τό ἀθάνατο καί ἀµετάβλητο δέν ἔχει µέσα του, παρά ὅλα εἶναι γήινα καί χοϊκά καί σάν τέτοια εἶναι παροδικά, φθαρτά καί νοητά.
Μέσα σέ ἕναν τέτοιο κόσµο τῆς «ἐξέλιξης» δέν ἔχει θέση οὔτε ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τό σῶµα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ θεολογία πάλι ἡ ὁποία θεµελιώνει τήν ἀνθρωπολογία της ἐπάνω στήν «ἐπιστηµονική» θεωρία τῆς ἐξέλιξης δέν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπό µία αὐτοαναίρεση. Πρόκειται στήν οὐσία γιά θεολογία δίχως Θεό καί ἀνθρωπολογία δίχως ἄνθρωπο. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἡ ἀθάνατη αἰώνια καί θεανθρώπινη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τότε ὅλες οἱ θεολογίες καί ὅλες οἱ ἀνθρωπολογίες δέν εἶναι παρά µία ἀνόητη φάρσα, µία τραγική κωµῳδία.
Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί ἡ σχέση, πού ἔχουµε µέ τούς Ἁγίους Πατέρες, εἶναι ἡ ὁδός καί ἀνάβασή µας πρός τήν Θεανθρώπινη, τήν Ὀρθόδοξη Παναλήθεια. Αὐτό εἶναι κάτι, πού θέλει ἀνάλυση, εἶναι γιά ὅσους ἀσχολοῦνται µέ τά εὐαγγελικά ζητήµατα ἐπάνω στόν πλανήτη. Ὅλα πάλι τά εὐαγγελικά προβλήµατα ἐπικεντρώνονται οὐσιαστικά σέ ἕνα µόνο πρόβληµα, ἐκεῖνο τοῦ Θεανθρώπου. Μονάχα ὁ Θεάνθρωπος ἀποτελεῖ τήν λύση στό καθολικό αἴνιγµα πού λέγεται ἄνθρωπος. Δίχως Θεάνθρωπο καί ἔξω ἀπό τόν Θεάνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος πάντα –συνειδητά ἡ ὄχι– µεταλλάσσεται σέ ὑπάνθρωπο, σέ ὁµοίωµα ἀνθρώπου, σέ ὑπεράνθρωπο, σέ διαβολάνθρωπο. Ἀπόδειξη καί ἀποδείξεις γιά τοῦτο; Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους!
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 135.Νοέμβριος 2013


Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Εκείνο τον Αύγουστο


visit counter


Ανήμερα της γιορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου, 15 Αυγούστου του 1974 κι ο θρήνος απλωνόταν απ’ άκρη σ’ άκρη του νησιού μας. Οι καμπάνες δεν κτυπούσαν χαρμόσυνα για τη γιορτή, μα λυπητερά, μ’ ένα ήχο αλλόκοτο, ξένο για τη χαρά της μέρας. Σκηνές αλλοφροσύνης ξετυλίγονταν παντού. Ο κόσμος έφευγε μ’ όποιο μέσο είχε για να σωθεί από τη μανία του κατακτητή. Η προδοσία ολοκλήρωσε την καταστροφή και τον ξεριζωμό χιλιάδων ανθρώπων από τις πατρογονικές τους εστίες.
Το παλιό φορτηγό, αφήνοντας ένα δυνατό μουγκρητό, σταμάτησε καταμεσής του κάμπου, σ’ ένα πυκνό σύννεφο σκόνης. Το ανθρώπινο φορτίο, που κουβαλούσε στην κάσα του, ταλαντεύτηκε επικίνδυνα κι ύστερα απόμεινε να κοιτάζει βουβό. Ανήμποροι γέροι πιασμένοι σφικτά στα σκουριασμένα κάγκελλα, καμπουριασμένες γριές τυλιγμένες στις μαύρες μαντήλες τους, παιδιά γαντζωμένα στις ποδιές των μανάδων τους, άντρες ξυπόλητοι και κατασκονισμένοι, κοπέλλες με το κεφάλι σκυφτό, ντροπιασμένες από τη βία του κατακτητή, γυναίκες με βρέφη κρεμμασμένα στα κατάστεγνα στήθη τους. Ένα μακρόσυρτο μοιρολόι πήρε ν’ απλώνεται στα χείλη τους κι έμοιαζαν όλοι σαν χορός αρχαίας τραγωδίας.
«Κατεβείτε!» ακούστηκε ξερά η φωνή του οδηγού κι έκανε τις καρδιές να παγώσουν στην αυγουστιάτικη λαύρα. Βιαζόταν να γυρίσει για νέο φορτίο. Πού να κατέβουν όμως τόσες ψυχές αφού δεν χωρούσαν άλλοι. Ένας παραπάνω και θα τέλειωνε με μιας ο αέρας που ανάπνεαν.
«Γρήγορα!» Ικέτεψε προστακτικά και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε απάνω στην κάσα, σπρώχνοντάς τους μαλακά να κατέβουν.
Τελευταία απόμεινε σκυφτή και κουλουριασμένη στη γωνιά, μια γριά μαυροφόρα. Δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τα όσα γίνονταν γύρω της. «Μάνα…» της ψιθύρισε απαλά μη τύχει και την τρομάξει όμως απόκριση δεν πήρε. «Έλα…» την παρακάλεσε και προσπάθησε να τη σηκώσει. «Δεν επρόλαβα να πάρω το πρόσφορο στην εκκλησία…» Στην αγκαλιά της κρατούσε σφικτά το εικόνισμα της Παναγίας. «Εν η γιορτή της σήμερα γιε μου…» και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Από μικρός την έβλεπε να προσεύχεται και ν’ ανάβει το καντήλι στο μικρό εικονοστάσι του σπιτιού τους. «Πάρε με πίσω…» έκλαιγε κι όλο έσφιγγε στο στήθος το εικόνισμα εκλιπαρώντας την Μεγαλόχαρη να γλυτώσει τον κόσμο από τούτο το κακό.
Ίσαμε να πέσει η νύχτα, χιλιάδες άνθρωποι ξεριζωμένοι μαζεύτηκαν εκεί στο Δασάκι, γυρεύοντας προσωρινά ένα ασφαλές καταφύγιο. Τα μαύρα μαντάτα του πολέμου σκορπούσαν τον τρόμο και τον πανικό. Από μακριά ακούγονταν οι εκρήξεις και ο βόμβος των αεροπλάνων. Μάταια καρτερούσαν, τη βοήθεια που ποτέ δεν ήλθε από πουθενά.
Στριμωγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, κάτω από τα λιγοστά δέντρα, διεκδικούσαν μια σπιθαμή γης, λίγο ίσκιο ν’ απλώσουν τον πόνο τους και να ξεκουράσουν τις ψυχές τους. Με σεντόνι τον έναστρο ουρανό και μαξιλάρι λίγα κατάξερα στάχυα, κρατούσαν ολάνοιχτα τα μάτια μή λάχει και δουν τον ίδιο εφιάλτη.
Μέσα σ’ εκείνη την εικόνα της εξαθλίωσης πρόβαλε επιτακτικά η ανάγκη της επιβίωσης. Τα λιγοστά τρόφιμα που πρόλαβαν να πάρουν την ώρα του φευγιού είχαν τελειώσει. Οι μεγάλοι δάγκωναν με πείσμα τα χείλη και έκαναν πέτρα την καρδιά τους. Τα παιδιά ξέχασαν τα παιχνίδια και ζητούσαν να χορτάσουν την πείνα τους, έστω και μ’ εκείνο το ξεροκόμματο που είχε φυλαγμένο κρυφά η γιαγιά στην ξεγυρισμένη ποδιά της.
Και τότε θυμήθηκαν οι δυνατοί της γης πως έπρεπε να νοιαστούν για όλα όσα αδιαφόρησαν. Άρχισαν να φτάνουν τα μεγάλα καμιόνια φορτωμένα ψωμιά και κονσέρβες και βυτιοφόρα γεμάτα δροσερό νερό. Αφήνοντας στην άκρη την περηφάνια της φυλής τους και την όποια αξιοπρέπεια, στάθηκαν στην ουρά απλώνοντας τα χέρια και σκύβοντας το κεφάλι καρτερικά. Πόσο μακρινή φάνταζε η ζωή στο χωριό τους, εκεί όπου διαφέντευαν τη γη και το σπιτικό τους. «Ας όψεται η ανάγκη. Λίγες ακόμα μέρες και θα γυρίσουμε…» αναστέναζαν με πόνο.
Μα οι μέρες έγιναν βδομάδες, μήνες, χρόνια… Γιόρτασαν Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο… Τα βρέφη περπάτησαν σ’ άλλες αυλές, τα παιδιά ανδρώθηκαν σε ξένες γειτονιές, οι νιές έγιναν μάνες, πιάσανε εγγόνια οι μεγαλύτεροι κι άλλοι έφυγαν για πάντα… Κι όλο ψιθύριζαν «αύριο…» κι όλο μάκραιναν τα χρόνια. Ένα… δύο… τρία… είκοσι… σαράντα!
Σαράντα ολάκερα χρόνια όμως εκείνος ο Αύγουστος δεν λέει να ξεθωριάσει από τη μνήμη. Η καρδιά επιμένει ακόμη να κρατεί άσβεστη τη φλόγα του γυρισμού. Το κλειδί του σπιτιού είναι ακόμα φυλαγμένο πίσω από το εικόνισμα της Παναγίας. Οι ανθισμένοι λεμονανθοί και τα γιασεμιά αφήνουν μεθυστικά ακόμα το άρωμά τους με κάθε φύσημα τ’ αέρα.
Για να μην ξεχνούμε. Γιατί είναι ακόμα οι πληγές ανοικτές. Όσο η Πατρίδα παραμένει μοιρασμένη. Όσο υπάρχουν ξεριζωμένοι. Όσο ακόμα κηδεύουμε τους άταφους νεκρούς μας.
Μαρίας Χριστοφίνας


Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Το περιβόλι της Παναγίας και ο κ. Τσίπρας


visit counter

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
     Το Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας σαγηνεύει πολλούς ανθρώπους, ανεξάρτητα από εθνικότητα,  θρήσκευμα ή ιδεολογία. Οι περισσότεροι το επισκέπτονται από περιέργεια, άλλοι από θαυμασμό και άλλοι από περιέργεια. Δεν είναι μικρό πράγμα η επίσκεψη στην αρχαιότερη δημοκρατία στον κόσμο, που έχει συνεχή πνευματική και πολιτισμική ζωή 1051 ετών και που, ως πρότυπο δημοκρατικής διοίκησης, παραμένει ζητούμενη σε όλες τις χώρες του κόσμου. Είναι η χριστιανική συνέχεια και είναι καλύτερη της Εκκλησίας του Δήμου της προχριστιανικής δημοκρατίας της Αθήνας, γιατί  είναι εμποτισμένη από τις Αρχές του Ευαγγελίου. Είναι ο αντίποδας του εκκοσμικευμένου και αυταρχικού Βατικανού.
 
       Βεβαίως Άγιον Όρος δεν είναι η δημοκρατική του διοίκηση, ούτε οι πολιτισμικοί του θησαυροί και η προσφορά του στον Ελληνισμό και στην ανθρωπότητα. Είναι κυρίως η πνευματικότητά του. Αυτό που λίγοι από τους επισκέπτες του βιώνουν, επειδή είτε δεν θέλουν, είτε δεν μπορούν. Μεταξύ των επισκεπτών τις προηγούμενες ημέρες του Αγίου Όρους ήταν ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέξης Τσίπρας. Η επίσκεψη ήταν μια έκπληξη για όσους παρακολουθούν την πνευματική πορεία του ιδίου και του Κόμματος στο οποίο προεδρεύει. Τα όσα έχουν εκ μέρους τους λεχθεί σε βάρος του Αγίου Όρους και γενικότερα σε βάρος της Εκκλησίας και της θέσης Της στην Ελληνική κοινωνία αρκούν για να δικαιολογήσουν την έκπληξη. Ο ίδιος δικαιολόγησε την επίσκεψή του, λέγοντας στα μέλη της Ιεράς Κοινότητας: « Λένε πολλοί ότι όποιος δεν έχει επισκεφθεί το Άγιον Όρος αδικεί τον εαυτό του. Εμείς λοιπόν, επειδή δεν θα θέλαμε να είμαστε άλλο αδικημένοι ήρθαμε στο Άγιον Όρος…».
        Θα μπορούσε η επίσκεψη του κ. Τσίπρα να ήταν εθιμοτυπική, με την ιδιότητά του ως Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Όμως οι δημόσιες σχέσεις του δεν θέλησαν να είναι έτσι, αφού στις προς τα έξω αναφορές τους έδωσαν   έμφαση σε δύο σημεία. Το πρώτο ήταν πως παρέμεινε μόνος επί δεκάλεπτο στο Ιερό Βήμα του Ναού του Πρωτάτου, όπου φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον Εστίν». Το δεύτερο ότι στη Μονή Ιβήρων συζήτησε επί δυο περίπου ώρες με τον προηγούμενό της Αρχιμανδρίτη π. Βασίλειο Γοντικάκη. Και τα δύο δεν επιδέχονται προκατάληψη και σαρκαστικούς σχολιασμούς. Τα πνευματικά ζητήματα είναι πολύ σοβαρά για να κρίνονται με επιπολαιότητα. Το αποτέλεσμα προσδιορίζει την ποιότητα των προθέσεων και των πράξεών μας.
Για την επίσκεψη του κ. Τσίπρα υπήρξαν και πολιτικά σχόλια, ότι όλα  ήσαν καλά μεθοδευμένα, για να προσεγγίσει τους ανθρώπους της Εκκλησίας, όπως πριν από λίγες ημέρες προσέγγισε τους άνδρες των Σωμάτων Ασφαλείας, εναντίον των οποίων έχει κατ’ επανάληψη εκφραστεί και όπως προσεγγίζει κάθε δυσαρεστούμενη ή διαμαρτυρόμενη ομάδα του πληθυσμού… Δηλαδή ότι στον κ. Τσίπρα ισχύει αυτό  που είχε πει ο Λένιν «Στην πολιτική ηθική δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο σκοπιμότητα». Αν ισχύει αυτό που είπε ο αγαπημένος του κ. Τσίπρα θα φανεί στο μέλλον. Αρκεί, αν ήταν απλά μια ψεύτικη ελπίδα, να μην έχει επιπτώσεις στο λαό, όπως τόσες φορές έχει συμβεί στο παρελθόν….  
Η δυσκολία να προσλάβει ο κ. Τσίπρας την Ορθόδοξη και ειδικότερα την Αγιορείτικη πνευματικότητα φάνηκε από τις δηλώσεις του, που είδαν το φως της δημοσιότητας. Στο ρεπορτάζ της «Αυγής»,  δημοσιογραφικού οργάνου του ΣΥΡΙΖΑ, γράφτηκε ότι    μετά τη δίωρη συζήτησή του με τον π. Βασίλειο Γοντικάκη (Σημ. «Τη μεγαλύτερη ίσως μορφή του σύγχρονου αγιορειτικού μοναχισμού» τον χαρακτηρίζει η εφημερίδα)  ο κ. Αλ.Τσίπρας «χρησιμοποίησε το σύνθημα των Ζαπατίστας <όλα για όλους, τίποτε για μας> για να περιγράψει τον τρόπο ζωής των πατέρων στον Άθω». Ο άνθρωπος επί τόση ώρα άκουγε τον π. Βασίλειο, αλλά για τους Ζαπατίστας έχει μάθει και αυτοί αποτελούν το σημείο αναφοράς του. Πώς να αντιληφθεί τη βιωτή και την πνευματική κληρονομιά των αγιορειτών πατέρων, πώς να καταλάβει τη διαφορά του Γέροντα Παϊσίου από τον κομαντάντε Μάρκος;…
Μια ακόμη δήλωση του κ. Τσίπρα, που δείχνει την ποιότητα της σκέψης του. Στην Ιερά Κοινότητα όταν ένας μοναχός του μίλησε για την επίσκεψη στο Άγιον Όρος του Γεν. Γραμματέα του ΚΚΕ Χαρ. Φλωράκη  και για τη δήλωσή του «εσείς πιστεύετε στη σωτηρία στον άλλο κόσμο, εμείς δεν πιστεύουμε ότι προλαβαίνουμε τη σωτηρία σ’ αυτόν τον κόσμο, οπότε έχουμε κάτι κοινό» ο κ. Τσίπρας απάντησε ότι από την πλευρά του αισιοδοξεί ότι θα υπάρξει αποτέλεσμα σ’ αυτόν τον κόσμο! Οι δύο δηλώσεις δείχνουν τη διαφορά του ώριμου από τον ανώριμο πολιτικό της Αριστεράς, του ρεαλιστή από αυτόν που ακόμη βρίσκεται στα σύννεφα….
Επειδή βρισκόμαστε στα πρόθυρα του Πάσχα του καλοκαιριού, που είναι η Κοίμηση και η Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου, να σημειωθεί  ότι οι εορτές αυτές είναι χαρμόσυνες, είναι πανηγύρια για τον ελληνικό λαό, γιατί ουσιαστικά κηρύσσουν την Ανάσταση του Χριστού και την αιώνια ζωή, τη νίκη επί του θανάτου. Να τι έγραψε ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Σαραντάρης σε άρθρο του στην «Καθημερινή», στις 5 Ιουνίου 1939:
«Η Ενσάρκωση, ο Θάνατος και η Ανάσταση του Χριστού είναι το αιώνιο και μοναδικό παράδειγμα που μας οδηγεί στην πίστη στον Άνθρωπο. Μονάχα από τον καιρό που υπάρχει ο Χριστός έχει ακέρια τη σημασία της η ιστορία, έχει νόημα, λόγο και σάρκα η πορεία των ατόμων από τη μια γενιά στην άλλη, έχει συνέχεια και παρουσία ο άνθρωπος.
Ο βαθύτερος λόγος της στροφής των διαφόρων Αναγεννήσεων της Δύσης προς τη μελέτη, τη μίμηση και τη λαχτάρα της αρχαίας Ελλάδας είναι η ανικανότητά τους να πιστέψουν στο Χριστό, να πιστέψουν στην αιωνιότητα του ανθρώπου».
Εκεί ακριβώς είναι και το Κριτήριο της βίωσης της αγιορειτικής πνευματικότητας, το πώς δηλαδή βλέπει ο καθένας μας – και ο κ. Τσίπρας -,  τον άνθρωπο σε σχέση με τον Αναστάντα Χριστό και τον θάνατο σε σχέση με την αιωνιότητα.-
πηγη.τρελογιαννης

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

- Ἡ ἀνάβασις πρὸς τὴν κορυφὴ - Ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ π. Igor Rozin (α΄)



visit counter

Ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ π. Igor Rozin



























 πόλις Turnyauz βρίσκεται στὰ βουνὰ τῆς δημοκρατίας 
Karbardino-Balkar, στὴν περιοχὴ Elbrus (στὴν Ῥωσικὴ ὁμοσπονδία). Εἶνε μιὰ μικρὴ πόλι μὲ 21.000 κατοίκους, ὅπου ὅλοι γνωρίζονται μεταξύ τους ἀπὸ παιδιά. Τὸ ἐνενήντα τοῖς ἑκατὸ τοῦ πληθυσμοῦ εἶνε μουσουλμᾶνοι καὶ ἔτσι ἡ διάκρισι μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν Ῥώσων καὶ τῶν μουσουλμάνων εἶνε πολὺ φανερή. Ὅπως σὲ ὅλο τὸν Βόρειο Καύκασο, ἔτσι καὶ στὴν Τurnyauz ὁ καθένας μπορεῖ νὰ γίνῃ θῦμα τῶν βιαίων πράξεων καὶ τῶν μυκτηρισμῶν τῶν μουσουλμάνων μόνο ἐπειδὴ εἶνε Ῥῶσος, καὶ ἀκόμα πιὸ πολὺ ἐπειδὴ εἶνε ὀρθόδοξος. Ἂν δὲν γνώριζες τὴν τοπικὴ διάλεκτο, δὲν σοῦ μιλοῦσαν, ἀκόμα καὶ σὲ δημόσια μέρη. Μέσα σὲ ἕνα τέτοιο περιβάλλον ζοῦσε καὶ ὁ Igor, ὁ ὁποῖος ἦταν Ῥῶσος ἀλλὰ δὲν πίστευε σὲ τίποτα.


Ὅταν ἦταν περίπου εἴκοσι χρονῶν, ὁ Igor εἶδε ἕνα ὄνειρο. Τὸν εἶχαν περικυκλώσει οἱ μουσουλμᾶνοι καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν μαχαιρώνουν σ᾽ ὅλο τὸ σῶμα του. Τὸ ὄνειρο αὐτὸ τοῦ ἔκανε πολλὴ ἐντύπωσι. Δὲν ξέρουμε πῶς τὸ ἀντιμετώπισε ἐσωτερικά, ἀφοῦ τότε ἦταν ἀκόμα ἕνας ἄπιστος νέος, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν πρεσβυτέρα του μετὰ ἀπὸ τὸ ὄνειρο αὐτὸ πάντα ὑπῆρχε μιὰ λύπη καὶ αὐτοσυγκέντρωσι στὰ μάτια του.

Ὁ Igor ἀρεσκόταν πολὺ νὰ περπατάῃ στὰ βουνά, καὶ ἔτσι γνώρισε τὴν μέλλουσα σύζυγό του σὲ ἕναν ἀγῶνα ὀρειβασίας. Ἡ Κατερίνα ἦταν μιὰ ἁπλῆ Ῥωσίδα• γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε σὲ μιὰ πολύτεκνη φτωχὴ οἰκογένεια σὲ ἕνα χωριὸ τῶν Οὐραλίων ὀρέων. Εἶχε βαπτισθῆ ὅταν ἦταν παιδί, ἀλλὰ ἦταν ἄπιστη σὰν τὸν Igor.

Ἡ νέα οἰκογένεια μετακόμισε στὸ χωριὸ Terskol, ποὺ ἔχει ὑψόμετρο 2.200 μέτρα. Ὁ Igor ἐργαζόταν σὲ μιὰ ὑπηρεσία διασώσεως ἀπὸ τοὺς κινδύνους τῶν χιονοστιβάδων καὶ ἦταν ὁ ὑπεύθυνος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Τὸ κράτος παρεχώρησε ἕνα σπίτι στὴν οἰκογένεια• ἕνα μικρὸ προκατασκευασμένο σπίτι, χωρὶς τρεχούμενο νερὸ καὶ ἄλλες εὐκολίες, μὲ δύο δωμάτια καὶ ὑπόστεγο. Ἔζησαν ἐκεῖ μέχρι τὴ γέννα τοῦ τετάρτου παιδιοῦ τους καὶ μόνο τότε τοὺς δόθηκε ἕνα πιὸ κατάλληλο σπίτι. Ἀλλὰ ὅπως λέει ἡ πρεσβυτέρα Κατερίνα• «Ἐπιζήσαμε καὶ ἤμασταν εὐτυχισμένοι».

Κάθε χρόνο ἡ οἰκογένεια μεγάλωνε. Ὁ πρωτότοκος ἦταν ὁ Μάξιμος καὶ ἀκολούθησαν ὁ Ἠλίας, ἡ Ἀλεξάνδρα, ἡ Εὐγενία καὶ ὁ Ἀνδρέας. «Μετὰ τὴ γέννα τοῦ τρίτου παιδιοῦ, οἱ ἄνθρωποι μᾶς κοιτοῦσαν σὰν νὰ ἤμασταν πολὺ παράξενοι. Ὅταν εἶδαν ὅτι ἤμουν ἔγκυος στὸ πέμπτο παιδὶ προσπάθησαν νὰ μᾶς πείσουν νὰ τὸ κάνουμε ἔκτρωσι». Ἀλλὰ τὸ ἀντρόγυνο ἔμεινε σταθερὸ καὶ δὲν ἔπραξε φόνο, παρ᾽ ὅλη τὴν οἰκονομικὴ δυσκολία τους.

Σύμφωνα μὲ τὴν πρεσβυτέρα ἡ οἰκογένεια ζοῦσε ἁρμονικά• δὲν ὑπῆρχαν μαλώματα ἢ συγκρούσεις καὶ οἱ γονεῖς ἀγαποῦσαν πολὺ τὰ παιδιά τους. Ὁ Igor περνοῦσε τὸν περισσότερο χρόνο του στὰ βουνά, ἀλλὰ τὸν ἐλεύθερο χρόνο του τὸν ἀφιέρωνε ὅλο στὴν οἰκογένειά του. Ποτέ δὲν τοὺς τιμώρησε, ἀλλὰ καὶ δὲν τοὺς ἄφηνε ποτὲ νὰ δείξουν παρρησία. Τοὺς μιλοῦσε μὲ πολλὴ σοβαρότητα.

Ἡ πόρτα τῆς οἰκογενείας Rozin ἦταν πάντα ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε περαστικό, γνωστὸ καὶ ἄγνωστο. Ἀκόμα κι ὅταν ἔλειπε ἡ οἰκογένεια πάντα ἄφηναν ἕνα σημείωμα στὴν πόρτα γιὰ τὸν κάθε περαστικὸ ἐξηγώντας ποῦ βρίσκεται τὸ κλειδί. Ἡ οἰκογένεια διακρινόταν γιὰ τὴ φιλοξενία της καὶ πάντα εἶχε κάποιον ξένο στὸ σπίτι. Εἶχε συμβῆ καὶ τὸ ἑξῆς περιστατικό.

Ὁ Μάξιμος εἶχε ἀποκτήσει λίγα χρήματα μετὰ ἀπὸ μιὰ ὀλιγοήμερη ἐργασία σ᾽ ἕνα ξενοδοχεῖο. Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο εἶχαν ἕναν φιλοξενούμενο κύριο στὸ σπίτι τους, τὸν ὁποῖο δὲν γνώριζαν πολὺ καλά. Ἡ πρεσβυτέρα βρῆκε τὰ χρήματα τοῦ παιδιοῦ της στὴν τσέπη τοῦ σακκακιοῦ του, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτα σὲ κανέναν. Ἀντιθέτως, ὅταν ἔφυγε, ἡ πρεσβυτέρα τοῦ ἔδωσε κι ἄλλα χρήματα γιὰ τὸ δρόμο, καὶ μόνο ὅταν ἔφυγε ὁ κύριος ἡ Κατερίνα εἶπε στὸν σύζυγό της γιὰ τὴ λῃστεία κι αὐτὸς μὲ τὴ σειρά του τὸ δέχθηκε μὲ πολλὴ ἠρεμία.

Στὸ καινούργιο τους σπίτι –μετὰ τὴ γέννησι τοῦ τετάρτου παιδιοῦ τους– ὑπῆρχε μπάνιο καὶ τουαλέττα. Ὁ Igor μόνος του ἔβαλε τὴ θέρμανσι καὶ ἔχτισε ἕνα δεύτερο ὄροφο.

Ὁ Igor ἀγάπησε πολὺ τὰ βουνά. Ἔγινε ἕνας πολὺ ἐπιδέξιος ὀρειβάτης καὶ δύο φορὲς νίκησε σὲ τοπικοὺς διαγωνισμοὺς ὀρειβασιῶν. Ἀνέβαινε στὶς κορυφὲς τῶν πιὸ ψηλῶν βουνῶν ἀκόμα καὶ τὸ χειμῶνα, ἀλλὰ βρῆκε τὸ νόημα τῆς ζωῆς του στὴν διάσωσι τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ δουλειά του ἦταν νὰ ψάχνῃ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν χαθῆ στὰ βουνά, οἱ ὁποῖοι ἦταν συχνὰ παγωμένοι καὶ σχεδὸν νεκροί. Συχνὰ εὕρισκε μόνο τὰ νεκρὰ σώματά τους ἢ ὅ,τι εἶχε μείνει ἀπὸ τὸ σῶμα τους. Μετὰ τοὺς κουβαλοῦσε, μέσα σὲ δυσμενεῖς καιρικὲς συνθῆκες. Ἔπρεπε νὰ ἦταν καὶ σωματικὰ καὶ ψυχικὰ σκληραγωγημένος.

Οἱ φίλοι τοῦ Igor τὸν ἐκτιμοῦσαν καὶ τὸν σέβονταν καὶ ὅταν τὸν εἶχαν μαζί τους δὲν ἔνιωθαν φόβο. Πάντοτε ἔλεγαν• «Ὁ Θεὸς εἶνε μὲ τὸν Rozin». Μαρτυροῦσαν, ὅτι ὁ Igor πάντα κατάφερνε τὶς πιὸ δύσκολες ἀποστολές.

Κάποτε, λίγο πρὶν τὴν χειροτονία του σὲ ἱερέα, ὁ κόμπος τῆς τριχιᾶς εἶχε λυθῆ καὶ ἔπεσε ἀπὸ ὕψος 46 μέτρων. Οἱ συνεργάτες του ἔμειναν ἔκθαμβοι ὅταν τὸν ἄκουσαν νὰ λέῃ στὸ φορητὸ ῥαδιόφωνό του• «Εἶμαι καλά». Εἶχε γλυτώσει μὲ λίγα μόνο τραύματα.

Ὁ πνευματικός τοῦ Igor, ὁ π. Vyacheslav, μαρτυρεῖ• «Ὁ Igor εἶχε μιὰ πολὺ καθαρὴ καρδιὰ καὶ πραότητα καὶ γι᾽ αὐτὸ πάντα θυσιαζόταν νὰ βοηθήσῃ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἄσχετα ἀπὸ τὴ θρησκεία ἢ τὴν ἐθνικότητά τους. Τοὺς εἶχε ὅλους σὰν ἀδέλφια. Ἀργότερα ἔλεγε• “Ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνεις, τόσο πιὸ κοντὰ στὸ Θεὸ εἶσαι”».

Ἡ πορεία του πρὸς τὴν πίστι ἦταν συνειδητὴ καὶ σταδιακή, λέει ἡ πρεσβυτέρα.

Ὅλα ἄρχισαν ὅταν τὰ παιδιά του ἕνα - ἕνα ἄρχισαν νὰ ἀρρωσταίνουν. Ἡ Κατερίνα δὲν ἤξερε τί νὰ κάνῃ. Κι ἀφοῦ δὲν εὕρισκε βοήθεια ἀπὸ γιατροὺς καὶ εἶχε ἀπελπιστῆ, ἀκολούθησε τὴ συμβουλὴ μιᾶς πιστῆς γυναίκας ποὺ τῆς εἶπε, νὰ ἐκκλησιάζῃ τὰ παιδιά της, νὰ τὰ ἐξομολογήσῃ καὶ νὰ κοινωνήσουν.

Ἔτσι κάθε Κυριακὴ ὡδηγοῦσε 80 χιλιόμετρα ἀπόστασι καὶ πήγαινε μὲ ὅλα τὰ παιδιά της στὴν πιὸ κοντινὴ ὀρθόδοξη ἐκκλησία. Ἦταν πολὺ δύσκολο ἕνα τέτοιο ταξίδι μὲ τέτοιο χιόνι, βουνὰ καὶ μὲ τόσα παιδιά. Ξυπνοῦσαν στὶς 4 π.μ. καὶ ἔπρεπε νὰ διανυκτερεύουν ἐκεῖ. Ἀλλὰ ὁ Κύριος εἶδε τὴν πίστι καὶ τὸν κόπο τῆς Κατερίνας καὶ θεράπευσε ὅλα τὰ παιδιά της.

Ἀπὸ τότε ἡ ζωὴ μέσα στὴν οἰκογένεια Rozin ἄλλαξε ῥιζικά. Ἡ Κατερίνα δέχθηκε τὴν Ὀρθοδοξία μὲ ὅλη τὴν καρδιά της. Ὁ Igor ἔβλεπε αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ στὴ ζωὴ τῆς οἰκογένειάς του μὲ ἠρεμία. Δὲν ἔφερε κανένα ἐμπόδιο, ἀλλὰ δὲν ἔδειξε καὶ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον. Κάποιες φορὲς πήγαινε τὴν οἰκογένεια μέχρι τὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ ὁ ἴδιος δὲν ἐκκλησιαζόταν.

Ἀργότερα ὅμως ὁ Igor ἄρχισε νὰ προβληματίζεται πολύ. Ἀπὸ τὴ μιὰ δὲν καταλάβαινε τί ὠθεῖ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του νὰ κάνουν ἕνα τόσο δύσκολο ταξίδι κάθε Κυριακὴ ἀντὶ νὰ ξεκουραστοῦν, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔβλεπε τὰ ἀποτελέσματα• τὰ παιδιὰ του εἶχαν θεραπευθῆ.

Συγχρόνως, ἡ Κατερίνα ἔλεγε στὸ σύζυγό της πολλὰ γιὰ τὴν Χριστιανοσύνη καὶ τοῦ πρότεινε νὰ βαπτισθῇ. Ἕνα ἐπιχείρημα ποὺ τοῦ πρόβαλλε ἦταν τὸ ἑξῆς σχετικὰ μὲ τὸ θάνατο• «Θὰ πεθάνουμε, καὶ ἐμεῖς θὰ εἴμαστε μὲ τοὺς Χριστιανούς, ἐνῷ ἐσὺ ποῦ θὰ εἶσαι; Δὲν θέλεις νὰ εἶσαι μαζί μας;»… (συνεχίζεται)


[ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Orthodox Word, τ. 291•
μτφρ. ἱ. μονῆς Ἁγ. Αὐγουστίνου Φλωρίνης

Τι έκαμες στον πόλεμο, παπά?


visit counter


Περισσότερα
http://panusis.blogspot.gr/2014/08/blog-post_9.html