Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ Π. ΔΑΝΙΗΛ ΑΕΡΑΚΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ Ν. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟ


visit counter



«Παῦλος, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητὸς ἀπόστολος, ἀφωρισμενος εἰς εὐαγγέλιον Θεοῦ» (Ρωμ. α' 1).


1. • Ἂν ἀφωρισμένος,κατὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη, καὶ μάλιστα τὴν ἀποστολικὴ γλῶσσα, εἶναι ὁ διαλεγμένος, ὁ ξεχωριστὸς γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ἐκλεκτὸς διδάχος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ εἰδικὰ ἐπεσταλμένος γιὰ τὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἂν αὐτὸς εἶναι ἀφωρισμένος, τότε ὁ ἀδελφός μας Νικόλαος Σωτηρόπουλος ἦταν ὄντως ἀφωρισμένος· ἀπὸ τὸν οὐρανὸ βέβαια, ὄχι ἀπὸ τὴ γῆ, ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ βέβαια, ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους.
• Ἦταν ὁ κλητὸςἀπόστολος καί ἐκλεκτὸςἱεραπόστολος.
• Ἦταν ὁ «ἀφωρισμένος ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ» (Γάλ. α' 15), σὰν τὸν Παῦλο τὸν ἀπόστολο. Ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του Πολυτίμης, ἦταν ὁ πολύτιμος δοῦλος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
• Ἦταν ὁ διαλεγμένοςἀπὸ τὸν Χριστό, ὄχι μόνο διότι πρὸ καταβολῆς κόσμου ἦταν σχεδιασμένο νὰ γίνη θεολόγος καὶ κήρυκας θερμός, ἄλλα καὶ διότι ὁ ἴδιος ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἔκανε τὴ μεγάλη τοῦ ἐκλογή. Ἡ καρδιά του καὶ ἡ φωτισμένη του διάνοια ψήφισε “παιδιόθεν” Ἰησοῦν Χριστὸν «ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα».
• Ἦταν ὁ ἀφωρισμένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μαζὶ μὲ ἄλλους τότε συνηλικιῶτες του, καὶ ἀπεστάλη, ὅπως ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας (Πράξ. ιγ' 2) στὸ ἔργο τοῦ Κυρίου.



2. • Ἂν ἀπόστολος καὶ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ὁ καλὸς μαθητής, ποὺ στὴ συνέχεια γίνεται διδάσκαλος, τότε ὁ ἀδελφὸς Νικόλαος ἦταν ἀληθινὰ ἀπόστολος Κυρίου. Καὶ κατὰ κόσμον μαθητὴς ἄριστος σὲ ὅλα τὰ γνωστικά ἐπίπεδα, ἄλλα καὶ κατὰ Χριστὸν μαθητὴς γνήσιος καὶ ἐπιμελής του μεγάλου δασκάλου τῆς κηρυκτικῆς καὶ ἱερποστολικῆς τέχνης, τοῦ πατρὸς Αὐγουστίνου Καντιώτου.
Καθίσαμε μαζὶ παρὰ τοὺς πόδας ἐκείνου. Μὰ ὁ Νικόλαος ξεχώριζε. Μαθητὴς τοῦ π. Αὐγουστίνου, μιμητὴς τῆς καθαρῆς ζωῆς του, ἀκροατὴς τῶν μύχιων σκέψεών του, ὑπογραφέας τῶν συγγραμμάτων του, ἀκόλουθος στὰ μαχητικά του  ἴχνη.


3. • Ἂν ἀπόστολος εἶναι ὅποιος κοπιάζει ὄχι ἁπλῶς γιὰ τὴν ἐξάπλωσι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ γιά τὴ διαφύλαξι «τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας», κατὰ τὸν Παῦλο, τότε ὁ Νικόλαος ὑπῆρξε προσεκτικὸς ἀπόστολος Χριστοῦ.
Κοπίασες, ἀγαπητὲ Νικόλαε, γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο (Φιλιπ. β' 22), τώρα ἀναπαύεσαι ἐκ τῶν κόπων σου.
Ἀγάπησες τὸ τρέξιμο γιά τὸ εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας· τώρα παίρνεις τὸν ξεχωριστὸ μισθὸ ἐκείνων, ποὺ εἶναι «κοπιῶντες ἐν λόγῳ» (Α' Τιμ. ε' 17).
Ἐβαστασεςτὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου «ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων, υἱῶν τε Ἰσραὴλ» (Πράξ. θ' 15) πάνω ἀπὸ πενήντα χρόνια, μέχρι ποὺ τὸ σῶμα σου κάμφθηκε καὶ δὲν μποροῦσαν τὰ πόδια σου νὰ τὸ βαστάσουν. Μὰ τώρα βαστάζεις τὸ «βάρος τῆς δόξης» τῆς ἐν οὐρανοῖς.
Ἀγωνίστηκες, μὲ τὴν ἰδιαίτερη θεολογική σου εὐαισθησία, ἐναντίον τῶν διαστρεβλωτῶν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἤσουν ὁ μοναδικὸς νὰ βρίσκης τὰ χωρία, «ἅτινά ἐστι δυσνόητα, ἃ οἱ ἀμαθεῖς καὶ ἀστήρικτοι στρεβλοῦσιν, ὡς καὶ τὰς λοιπὰς Γραφὰς πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀπώλειαν» (Β' Πέτρ. γ' 16). Ξεκαθάριζες τὸ νόημα τῶν δύσκολων χωρίων, ἰδίως στοὺς τέσσερις ὀγκώδεις τόμους σου «Ἑρμηνεία δυκόλων χωρίων». Ἀπεδείκνυες λάμπουσα τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, κατακεραυνώνοντας ἀσεβεῖς, αἱρετικούς, ἄθεους καὶ ἀμοραλιστές.



4 • Ἂν ἀπόστολος εἶναι ὅποιος δίνει ζωντανὴ τὴ μαρτυρία του ὡς δυνατὴ ὁμολογία «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», τότε ὁ Νικόλαος ἦταν πραγματικὸς ἀπόστολος. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἦλθεν «ἵνα μαρτυρήση». Καὶ κάθε πιστός, ἰδίᾳ θεολόγος, ὀφείλει νὰ δίνη τὴ μαρτυρία του.
Μὰ ἂν γιά τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ εἰδικὴ καὶ ἔκτακτη καὶ ἔντονη μαρτυρία, ἔτσι καὶ γιά σένα, ἀγαπητὲ Νικόλαε.
Ἡ λαχτάρα τῆς ἐποχῆς τοῦ Προδρόμου ἦταν ὁ Μεσσίας, ὁ ἀναμενόμενος. Καὶ ἀξιώθηκε νὰ τὸν δείξη, νὰ τὸν φανερώση:
Ίδε ὁ ἀμνὸς τὸν Θεοϋ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τὸν κόσμου.
Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐποχῆς μας, ἡ κατ’ ἐξοχήν, ἡ πρώτη ἀνάγκη, εἶναι νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ σὺ ἔδωσες τὴ μεγάλη Χριστολογικὴ μαρτυρία. Ἔδειξες καὶ ἀπέδειξες, ὅτὶ ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Γιαχβέ.
—Ἴδε ὁ Ἰησοῦς, ὁ Γιαχβέ!
Tὸ ὁμώνυμο σύγγραμμά σου θὰ παραμείνη ἀπαράμιλλο στολίδι στὴ θεολογικὴ βιβλιοθήκη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ 20οῦ αἰῶνος.


5. • Ἂν ἀπόστολος εἶναι «ὁ προφητεύων», μὲ τὴν ἔννοια τοῦ Παύλου, ὁ βλέπων καὶ κηρύττων, αὐτὸς ποὺ ὅσα ἐσωτερικὰ βλέπει καὶ πιστεύει τὰ μεταλαμπαδεύει καὶ σὲ ἄλλους, τότε ὁ Νικόλαος ὑπῆρξε ὁ φωτισμένος μετασχηματιστὴς τῆς Ἀλήθειας, τῆς ἀτόφιας, τῆς ἀνυπόκριτης, τῆς ἀνεπιτήδευτης Ἀλήθειας.
-Μικρὴ ἡ σωματική σου ὅρασις, ἀγαπητέ μας φίλε καὶ ἀδελφέ. 'Ἀπὸ μικρὸς μὲ ἕνα μάτι ἔβλεπες, κι αὐτὸ ἀσθενικό. Μικρὴ ἡ ὅρασίς σου ἡ σωματική. Μὰ αὐτὸ δὲν σὲ ἐμπόδισε νὰ ἐντρυφᾶς στὴ Γραφὴ καὶ νὰ τὴν γνωρίζης ὅλὴ ἀπὸ στήθους.
-Μικρὴ ἡ ὅρασίς σου, ἀλλὰ αὐξημένη ἡ ὅρασις τῆς πίστεως. Μ' αὐτὴ τὴν ὅρασι, πάντοτε ἐνισχυμένη μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔβλεπες δυὸ ὑπερθεάματα: Τὰ μεγαλεῖα της φύσεως καὶ τὸ ἐκμαγεῖο τῆς Γραφῆς. Ἡ πρώτη ὅρασίς σου, αὐτὴ τῆς φύσεως, σὲ ἀνέδειξε σπουδαῖο ἀπολογητή, ἐφάμιλλο ἑνὸς Τρεμπέλα. Ἡ ἄλλη ὅρασίς σου, ἐκείνη τῆς Γραφῆς σὲ ἀνέδειξε προσεκτικὸ καὶ ἀναλυτικὸ ἑρμηνευτή.
Γιὰ τὸν ἆθλο σου νὰ μεταφράσης ὅλη τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ νὰ ὑπομνηματίσης τὸ κατὰ Ματθαῖον, τὸ κατὰ Ἰωάννην καὶ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἡ θεολογοῦσα Ἐκκλησία καὶ ἡ ποιμαίνουσα καὶ ποιμαινομένη Ἐκκλησία ὑποκλίνεται στὸ σκήνωμα τοῦ ἁγνοῦ σωματός σου.
-Μικρὴ ἡ ὅρασί σου ἡ σωματική. Μὰ ἡ συνεχὴς αὐξάνουσα ὁρατότητα τῆς ψυχῆς σου, ἔφθασε ἀπὸ χθὲς στὸ ζενίθ. Βλέπεις δσὰ «εἶδε καὶ ἄκουσε» ὁ ἀγαπημένος σου Παῦλος (Β' Κόρ. ιβ' 4). Βλέπεις ὅσα πρὶν καὶ «ἄγγελοι ἐπιθυμοῦσαν παρακῦψαι» (Α' Πέτρ. α' 12). Βλέπεις τὸ ὑπερθέαμα τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, «ἃ ὀφθλαμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν»(Α' Κόρ. β' 9).


6. • Ἀγαπητέ μας φίλε καὶ ἀδελφέ, ἀγαπητὲ Νικόλαε, ὁμογάλακτε μεγαλύτερε ἀδελφέ, ἡ ἐξουσία τῆς γῆς θέλησε νὰ μὴν παρίστανται σὲ τοῦτο τὸν ἱερὸ χῶρο, χορὸς ἐπισκόπων καὶ πρεσβυτέρων, λευκοντυμένων, γύρω ἀπὸ τὸ ἀκηλίδωτο σκήνωμά σου. Καὶ τί μὲ τοῦτο;
Δορυφορεῖται τούτη τὴν ὥρα ἡ ὡραία σου θεολογικὴ ψυχὴ ἀπὸ σμῆνος ἀγγέλων.

Σπεύδουν ἀπὸ τὸ οὐράνιο θυσιαστήριο πρεσβύτεροι, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι, ντυμένοι στὰ λευκά, νὰ ὑποδεχθοῦν τὸ δάσκαλο τοῦ Εὐαγγελίου. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς σὲ ἄκουσαν στὴ γῆ, ὠφελήθηκαν, σώθηκαν.

Καὶ τώρα Ἐκκλησία τῆς γῆς καὶ Ἐκκλησία τῶν οὐρανῶν σοῦ προσφέρουν τὸ ἀντίδωρο γιὰ τὸ μεγάλο σου Δῶρο, γιὰ τὸ θερμό σου κήρυγμα, ποὺ προσέφερες γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ λαοῦ καὶ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.

• Προσέφερες λόγο οὐράνιο. Τώρα ἀπολαμβάνεις δόξα οὐράνια.
• Ἀδελφέ, καλὴ ἀντάμωσι στὴν αἰωνιότητα.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Τ ὸ γ ρ ά μ μ α τ ο ῦ ν ό μ ο υ ( π. Δ η μ η τ ρ ί ο υ Μ π ό κ ο υ)



visit counter


Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης, ὁ Πρό­δρο­μος καὶ Βα­πτι­στὴς τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­τε­λεί­ω­σε μαρ­τυ­ρι­κὰ τὴ ζω­ή του μὲ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμό. Ὁ θά­να­τός του ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἐμ­μο­νῆς τοῦ Ἡ­ρώ­δη στὴν τή­ρη­ση ἑ­νὸς ὅρ­κου, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο δε­σμεύ­τη­κε ἀ­πέ­ναν­τι στὴ Σα­λώ­μη, κό­ρη τῆς Ἡ­ρω­διά­δας. Θε­ώ­ρη­σε ἀ­πό­λυ­τη τὴ δέ­σμευ­σή του αὐ­τὴ καὶ δὲν θέ­λη­σε νὰ ἐ­κτε­θεῖ στὰ μά­τια τῶν προ­σκε­κλη­μέ­νων του ἀ­θε­τών­τας την, ἔ­στω κι ἂν λυ­πή­θη­κε ποὺ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ τὴν τη­ρή­σει (Μάρκ. 6, 17-29).
Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι: Ἔ­πρε­πε ὁ Ἡ­ρώ­δης νὰ τη­ρή­σει τὸν ὅρ­κο του ἢ ὄ­χι; Πό­σο δε­σμευ­τι­κὸς εἶ­ναι ἕ­νας ὅρ­κος ποὺ ἔρ­χε­ται εὐ­θέ­ως σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸν νό­μο τοῦ Θε­οῦ;
Ἐ­δῶ μπαί­νει τὸ θέ­μα τῆς σω­στῆς τή­ρη­σης τοῦ νό­μου τοῦ Θε­οῦ. Γιὰ νὰ μᾶς βο­η­θή­σει σ’ αὐ­τὸ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἐ­φι­στᾶ τὴν προ­σο­χή μας στὸ νὰ ἀ­να­ζη­τοῦ­με τὸ πνεῦ­μα τοῦ νό­μου τοῦ Θε­οῦ καὶ αὐ­τὸ νὰ τη­ροῦ­με. Νὰ μὴ μέ­νου­με προ­σκολ­λη­μέ­νοι στὸ γράμ­μα. Ἔ­τσι ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μι­λά­ει γιὰ μιὰ σαρ­κι­κὴ πε­ρι­το­μή, ποὺ γί­νε­ται κα­τὰ τὸ γράμ­μα τοῦ νό­μου, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ μό­νη της εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­νώ­φε­λη, δὲν ἀρ­κεῖ νὰ ἀ­να­γεν­νή­σει πραγ­μα­τι­κὰ τὸν ἄν­θρω­πο. Γι’ αὐ­τὸ πα­ράλ­λη­λα μι­λά­ει καὶ γιὰ μιὰ πνευ­μα­τι­κὴ πε­ρι­το­μὴ τῆς καρ­διᾶς, ἀ­χει­ρο­ποί­η­τη (ἀ­φαί­ρε­ση-κά­θαρ­ση τῶν πα­θῶν, τῆς ἁ­μαρ­τί­ας), ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­λη­θι­νὸ τη­ρη­τὴ τοῦ θεί­ου νό­μου (Ρωμ. 2, 25-29· Κολ. 2, 11-13) καὶ ὄ­χι «ἀ­πε­ρί­τμη­τον τῇ καρ­δί­ᾳ» (Ἱ­εζ. 44, 7).
Ὁ Θε­ὸς ἔ­κα­νε μα­ζί μας μιὰ νέ­α δι­α­θή­κη, γιὰ νὰ ἐμ­φυ­σή­σει μέ­σα μας ἕ­να δι­α­φο­ρε­τι­κὸ πνεῦ­μα. Μᾶς κα­λεῖ νὰ γνω­ρί­σου­με ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ δι­κό του πνεῦ­μα, αὐ­τὸ ποὺ τὸν ἐκ­φρά­ζει πραγ­μα­τι­κὰ (Λουκ. 9, 55). Τη­ρών­τας μὲ ἀ­κρί­βεια, κα­τὰ γράμ­μα, τὸν νό­μο, μπο­ρεῖ νὰ δι­α­πρά­ξου­με τὶς με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δι­κί­ες. Γι’ αὐ­τὸ ἡ νέ­α δι­α­θή­κη τοῦ Θε­οῦ δὲν εἶ­ναι δι­α­θή­κη «γράμ­μα­τος, ἀλ­λὰ πνεύ­μα­τος· τὸ γὰρ γράμ­μα ἀ­πο­κτέν­νει, τὸ δὲ πνεῦ­μα ζω­ο­ποι­εῖ» (Β΄ Κορ. 3, 17). Ὅ­ταν γνω­ρί­σου­με τὸ πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, μπαί­νου­με σ’ ἕ­να χῶ­ρο ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ὅ­που δὲν ἔ­χει θέ­ση καμ­μιὰ δου­λι­κὴ ὑ­πο­τα­γὴ στὸ νε­κρὸ γράμ­μα νο­μι­κῶν σχη­μά­των (Β΄ Κορ. 3, 17). Ὁ νό­μος δὲν ἔ­χει δο­θεῖ οὔ­τε εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ος ἄλ­λω­στε γιὰ τὸν δί­και­ο ἄν­θρω­πο (Α΄ Τιμ. 1, 9).
Ἔ­τσι λοι­πὸν δὲν μπο­ρεῖ κα­νέ­νας νὰ ὀ­χυ­ρώ­νε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα τοῦ θεί­ου νό­μου, ὅ­ταν κα­τα­στρα­τη­γεῖ τὸ πνεῦ­μα καὶ τὸ ἀ­λη­θι­νὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ νό­μου αὐ­τοῦ.
Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ζή­τη­σε ἀ­πὸ κά­ποι­ον γέ­ρον­τα νὰ με­σο­λα­βή­σει ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὸν καὶ τὸν ἀ­δελ­φό του, για­τὶ εἶ­χαν μα­λώ­σει. Ὁ γέ­ρον­τας κά­λε­σε τὸν ἄλ­λον ἀ­δελ­φὸ καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν πεί­σει νὰ εἰ­ρη­νεύ­σει μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἀν­τέ­δρα­σε λέ­γον­τας:
-   Δὲν μπο­ρῶ νὰ συμ­φι­λι­ω­θῶ μα­ζί του, για­τὶ ὁρ­κί­στη­κα στὸ σταυ­ρὸ νὰ μὴν τὸ κά­μω».
Χα­μο­γέ­λα­σε ὁ γέ­ρον­τας καὶ τοῦ λέ­ει:
-   Δη­λα­δὴ εἶ­πες: Μὰ τὸν τί­μιο σταυ­ρό, Χρι­στέ, δὲν θὰ φυ­λά­ξω τὶς ἐν­το­λές σου, ἀλ­λὰ θὰ κά­μω τὸ θέ­λη­μα τοῦ  ἐ­χθροῦ σου τοῦ δι­α­βό­λου».
Καὶ τοῦ δί­δα­ξε πό­σο ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ με­τά­νοι­α καὶ ὄ­χι ἡ τή­ρη­ση ἑ­νὸς ἄ­νο­μου ὅρ­κου (Ἰ­ω. Μό­σχου, Λει­μών, 216).
Τέ­τοι­οι ὅρ­κοι πρέ­πει νὰ σπᾶ­νε ἀ­μέ­σως καὶ νὰ συμ­μορ­φώ­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος ὁ­λό­ψυ­χα μὲ τὸ ἀ­λη­θι­νὸ θέ­λη­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ ὁ Ἡ­ρώ­δης, ἂν εἶ­χε τὸ ἴ­διο πνεῦ­μα, δὲν θὰ ἔ­με­νε προ­σκολ­λη­μέ­νος στὸ γράμ­μα τοῦ νό­μου. Δὲν θὰ φο­βό­ταν νὰ ἀ­θε­τή­σει τὸν ἄ­νο­μο ὅρ­κο του.
Ὄ­χι λοι­πὸν προ­σχή­μα­τα εὐ­λα­βεί­ας, ἀλ­λὰ ἀ­λη­θι­νὴ με­τά­νοι­α καὶ γνή­σια ὑ­πα­κο­ὴ στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.


(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 373, Αὔγ. 2014)

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Μία ανέκδοτη προφητεία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού


visit counter


kosmas-aitolos-profiteies_400
Μιά ανέκδοτη προφητεία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού που τελευταίως κυκλοφόρησε από την Ι. Μ. Αιτωλοακαρνανίας
Η προφητεία αυτή, φωτογραφίζει επιτυχώς την εποχή μας, τα τελευταία συμβάντα στήν χώρα μας, καί την φορολογική επέμβαση τών ξένων πού πιέζουν καί υποκύπτει έναν φοβισμένο πρωθυπουργό εντελώς ακατάλληλο για τίς συγκυρίες πού διερχόμαστε...
Τά προτεινόμενα μέτρα "μιάς ακόμη νέας λιτότητας", στοχεύουν προφανώς στήν εξαγρίωση καί στήν Επανάσταση τού λαού ώστε να πέσει η Ελλάδα σε ακυβερνησία, σέ χάος, καί σέ νέο Εμφύλιο...
Μιά ικανή δικαιολογία δηλαδή, γιά να μπούνε ξένες στρατιωτικές δυνάμεις καί να καταλάβουν την χώρα...
Αμυδρή ελπίδα δίνει η παρακάτω προφητεία τού Αγίου Κοσμά: "Θά ξεκινήσουν νάρθουν γιά νά εισπράξουν τους φόρους. Δέν θά προφθάσουν όμως, γιατί θά γίνει πόλεμος...», ( εννοώντας προφανώς τόν Γ΄ Παγκόσμιο πόλεμο στά στενά τού Βοσπόρου καί στην Κωνσταντινούπολη...).
Είναι όμως αυτό, ή "έτερον προσδοκώμεν;"



Οι προφητείες τού Αγίου Κοσμά, ήταν αυτό που έκανε τόν σκλαβωμένο Έλληνα τού ΙΗ΄ αιώνα νά αναθεώρηση τη μοιρολατρική κατάσταση στην οποία τόν είχε ρίξει ή σκλαβιά των τριών αιώνων.
Ό Άγιος Κοσμάς καλλιέργησε τό δυνατόν της απελευθερώσεως. Μάλιστα γιά την απελευθέρωση τους, τους φύτευε διάφορες μελλοντικές καταστάσεις. Τους προφήτευε γιά τό ποθούμενον. Καί τί άλλο γλυκύτερον μπορούσαν νά επιθυμούν από τό να φάνε τό γλυκό ψωμί της ελευθερίας;
Έτσι άρχισε νά κινείται τό ενδιαφέρον καί ή επιθυμία γιά «τό ποθούμενον» γράφει ή Οσιολογιωτάτη μοναχή Ευθυμία, Καθηγουμένη της Ί. Μονής τού Αγίου Κοσμά τού Αιτωλού, στό βιβλίο της «Προφητείες τού Αγίου Κοσμά τού Αίτωλού, μέσα στην Ιστορία».



Έδώ, δεν θά σημειώσομε κάποια από τίς γνωστές προφητείες τού Αγίου Κοσμά τού Αιτωλού, τού Εθναποστόλου καί Ιεραποστόλου, αλλά θά φέρομε στό φώς, μιά ανέκδοτη προφητεία πού αφορά και μέλλοντα και παρόντα...
Από χρόνια είχα ακούσει από γέροντες, ότι ό Άγιος Κοσμάς καί γιά τόν τόπο μας είχε ειπεί προφητείες. Πολλές φορές άκουσα νά λένε παππούδες καί γιαγιάδες, ότι ό Άγιος Κοσμάς είπε: " Οί Τούρκοι θά ξανάρθουν μέχρι τό Ντουγρί!... "Επειδή όμως τοποθεσίες μέ τό όνομα «Ντουγρί» υπάρχουν καί σέ άλλα μέρη της Πατρίδος μας, δέν έδωσα καί τόση σημασία...
Τελευταίως όμως, όταν ό π. Κωνσταντίνος Γιολδάσης ύπηρετούσε ώς διάκονος εις τόν Ιερόν Ναόν της Ζωοδόχου Πηγής, Αγρινίου, σέ μιά συζήτηση, μού απεκάλυψε, ότι πρόκειται γιά τό Ντουγρί Τριχωνίδος, άρχισα νά ερωτώ...
Επισκέφθηκα γέροντας της περιοχής μας καί δή τής ορεινής Τριχωνίδος, καί άκουσα, σχεδόν τά ίδια, μέ αυτά πού μού διηγήθηκε ό κ. Μιχαήλ Γιολδάσης, κάτοικος Αγίας Βαρβάρας.
Ό κ. Μιχαήλ Γιολδάσης επί λέξει είπε:



"Όταν ήμουν στό δημοτικό Σχολείο ή γιαγιά μου και ό πάππους μου, μού μιλούσαν γιά τόν «Άγιο Παπουλάκη» πού πέρασε καί άπό τό χωριό μας. Ό Παντελής Καρόπουλος, ή Ζάρας, μας διηγείτο γεγονότα καί λόγια τού «Αγίου Παπουλάκη» που κι εκείνος τά ήκουσε από τόν παππού του, που ήταν αυτήκο



ος μάρτυς τών λόγων τού Αγίου Κοσμά, νέος τότε.
Έλεγε λοιπόν ότι:
Κάποτε κατεβαίνοντας από τό χωριό του, Μέγα Δένδρο, ό Άγιος Κοσμάς έφθασε στην Παραβόλα. Διψασμένος, ζήτησε από τους κατοίκους της Παραβόλας λίγο νερό νά ξεδιψάσει...
Οι Παραβολιώτες όμως δέν τού έδωσαν νερό από εκείνο που έπιναν, αλλά νερό από μία στέρνα... Ό Άγιος δέν τό γεύτηκε καί είπε:-- Νερό νά μήν έχετε. Στά πόδια σας είναι τό νερό. Στά πόδια σας είναι το νερό, κι΄ εσείς δέν θάχετε δικό σας νερό. Κοίταξε κατά τη λίμνη καί τά βουνά ό Παπουλάκης καί είπε : " Νερό, Νερό..."Έφυγε διψασμένος καί προχώρησε καί έφθασε στην Ντέμη, τό σημερινό χωριό Καινούριο.
Κάθισε κάτω από ένα Πλάτανο μεγάλο. Οι κάτοικοι τού προσέφεραν νερό. Κάλεσε τότε τους Έλληνας τού χωριού νά έλθουν νά τους μιλήσει... Όμως, ήλθαν λίγοι...
Απορημένος τους ρώτησε:
- Γιατί δέν έρχονται καί οι άλλοι; καί τού απάντησαν:
- Άγιε Παπουλάκη φοβούνται μήπως ό Ντέμ, ή Άντέμ αγάς, που είναι εδώ, όταν μας δεί μαζεμένους θά μας κόψει ( τα κεφάλια )...
Τότε ό Άγιος Κοσμάς τους βεβαίωσε, ότι ό Ντέμ αγάς έφυγε απ' εδώ καί βρίσκεται στό Ζαπάντι. Καί πρόσθεσε ο Άγιος:
- Θά ξανάρθουν οι Τούρκοι...

ΟΙ ΔΥΟ ΧΩΡΕΣ...





Έν τω μεταξύ συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι καί ό Άγιος Κοσμάς τούς μίλησε καί τούς δίδαξε... Όταν τελείωσε τό Θείο λόγο του, οι κάτοικοι τόν ερώτησαν.
- Πότε, άγιε Παπουλάκη, θάρθουν οι Τούρκοι εδώ;
Κι΄ εκείνος απάντησε, βάζοντας μία εικόνα της Παναγίας μέσα στην κουφάλα τού Πλατάνου.
- «Όταν θά ξεραθεί αυτός ό Πλάτανος καί θά σμίξουν οι δυό χώρες, τότε οι Τούρκοι θάρθουν ατουφέκιστοι καί θά πιουν καφέ στό Ντουγρί».
-Καί πότε, Άγιε τού Θεού, θά σμίξουν οι δυό χώρες, καί ποιές είναι αυτές;
- «Σας είπα ότι, όταν ξεραθεί καί κοπεί ό πλάτανος καί σμίξουν οι δυο χώρες. Οι δυο χώρες είναι τό Βραχώρι καί ό τόπος πού πατάμε τώρα (ή Ντέμη). Τότε θά σάς βάλουν μεγάλους φόρους οι Ευρωπαίοι. Θά βάλουν φόρους καί στά παράθυρα καί στά χωράφια. Θά ξεκινήσουν νάρθουν γιά νά εισπράξουν τους φόρους. Δέν θά προφθάσουν όμως, γιατί θά γίνει πόλεμος...».
Έδώ καί αρκετά χρόνια τό 1974, ό πλάτανος ξεράθηκε... Οι κάτοικοι τού Καινούριου (Ντέμη), καλύπτοντας τό ρέμα, στην όχθη τού οποίου ήταν ό πλάτανος, έκοψαν τίς ρίζες τού δένδρου καί έριξαν τσιμέντα. Φυσικό ήταν, ό πλάτανος νά ξεραθεί, όποτε τόν έκοψαν...
Δίπλα ακριβώς από τόν πλάτανο καί τό ρέμα, κάποιος κάτοικος τού χωριού επονομαζόμενος Τασούλης, ανήγειρε τό σπίτι του καί στό ισόγειο άνοιξε καφενείο. Όταν έκλεινε αργά τό βράδυ τό καφενείο, γιά νά ανέβει στό σπίτι του, έβλεπε μία σκιά νά περιφέρεται, στον τόπο εκείνο. Κατ' αρχάς φοβήθηκε...
Όταν τού είπαν, ότι έδώ ό Άγιος Κοσμάς στάθηκε καί ομίλησε, συγκινημένος καί εκδηλώνοντας την ευλάβεια του προς τόν Άγιο, έκτισε ένα εικόνισμα, ή Προσκυνητάρι καί έβαλε μέσα τήν εικόνα τού Αγίου Κοσμά. Άπό τότε δέν είδε ξανά τήν σκιά!!! Σήμερα τό καφενείο τό έχουν τά παιδιά του.
Τό δεύτερο «σημείο» τό όποιο έδωσε ό Άγιος Κοσμάς είναι
«Όταν θά ενωθούν οι δυό χώρες, Βραχώρι καί Ντέμη...».





Ήδη μέ τό σχέδιο «Καλλικράτης» τό Αγρίνιο καί τό Καινούριο (Ντέμη) γίνονται ένας δήμος.
«Οι δύο χώρες, ενώνονται»!!!
Άλλοι γέροντες προσθέτουν στην ανωτέρω προφητεία τού Αγίου Κοσμά καί τούτα τά λόγια του:
«Αυτά θά γίνουν όταν θά είναι τά τέσσαρα 7, τά 3 Κ, καί ένα Π».
Τήν πλήρη ερμηνεία τών λόγων τού Μεγάλου Αγίου μας, μόνο ό Κύριος γνωρίζει καί ό χρόνος θά επιβεβαιώσει.
Προσθέτουν ακόμη οι Γέροντες, ότι ό Άγιος Κοσμάς είχε μαζί του τρία πράγματα: Ένα σκαμνάκι, στό όποιο ανέβαινε νά ομιλήσει, ένα σακούλι (που είχε μέσα βιβλία), καί ένα Σταυρό, τόν όποιο έστηνε καί κάτω άπό τή σκιά του ομιλούσε... Τά προφητικά λόγια τού Αγίου είναι φοβερά καί συγκλονιστικά! Τό δικό μας χρέος είναι νά ετοιμαζόμαστε, διότι «ό καιρός συνεσταλμένος έστι» καί «αί ήμερα πονηρά είσί...».

Σημειώσεις
Πράγματι η Παραβόλα, μέχρι πρότινος δέν είχε νερό...
Ό νυν Δήμαρχος κ. Βασίλειος Καπέρδας, ύστερα από κάποιο τρανταχτό γεγονός(;), προέβη εις γεώτρηση εις τήν Παραβόλα, καί βρήκε ολόκληρο «Ποτάμι» νερό. Όχι μόνο εις ποσότητα άλλα καί εις άρίστη κατάσταση καί ποιότητα.
Άπό ευγνωμοσύνη προς τόν Άγιο Κοσμά, έκτισε εκκλησάκι εις τό "Ονομα τον Αγίου. Πόσον φωτισμένη και όντως αληθινή υπήρξε ή προφητεία τον Αγίου μας: «Κάτω άπό τά πόδια σας είναι ποτάμι νερό»!
(Από τό περιοδικό "Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός" πού εκδίδει η Ιερά Μητρόπολη Αιτωλοακαρνανίας. Τεύχ. 14 τού 2010)

ΙΑ' Κυριακή Ματθαίου


visit counter



ΙΑ' Κυριακή Ματθαίου
Μητροπολίτου Αντινόης κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
11η ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ματθ. 18:23-35
Ένα από τα πιο βασικά Δόγματα της Ορθόδοξης μας Χριστιανικής Πίστης, είναι το Δόγμα της Δευτέρας Παρουσίας και της Τελικής Κρίσης του κόσμου.  Σύμφωνα μ’ αυτό, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, θα έλθει για δεύτερη φορά στη γη με σκοπό να κρίνει τους ζώντας και τους νεκρούς.  Η Δευτέρα αυτή Παρουσία δεν θα είναι ταπεινή, όπως η πρώτη, αλλά ένδοξη και φοβερά.  Ο Κύριος θα συνοδεύεται από τα αναρίθμητα τάγματα των αγίων Αγγέλων και θα καθίσει πάνω σε Θρόνο για να κρίνει όλα τα έργα των ανθρώπων.  Τίποτα δεν θα μπορέσει να κρυφτεί από τα φλογερά μάτια του Δικαίου Κριτή, ο Οποίος θα κρίνει με δικαιοσύνη όλα τα έργα, κρυφά και φανερά, και δεν θα μπορέσει κανείς να αποφύγει αυτή την φοβερά Ημέρα.  Οι πράξεις μας, τα λόγια μας, οι σκέψεις μας, ακόμα και τα πιο κρυφά συναισθήματά μας, θα εκτεθούν μπροστά στο αναρίθμητο πλήθος των ανθρώπων και των αγίων Αγγέλων, για να αποδοθεί στον καθένα η ανάλογη αμοιβή ή τιμωρία.
Έτσι, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, θέλοντας να μας διαβεβαιώσει για την πραγματικότητα αυτού του μελλοντικού γεγονότος μας δίδαξε την Παραβολή του Βασιλέα που θέλησε να λογαριαστεί με τους υπηρέτες του.  Την ώρα της διαδικασίας, βρέθηκε κάποιος που του χρεωστούσε μύρια τάλαντα, δηλαδή ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό.  Ο υπηρέτης βρέθηκε σε δύσκολη θέση, γιατί δεν μπορούσε να επιστρέψει στον Κύριό του το ποσό αυτό.  Ο Βασιλιάς διάταξε αμέσως να συλλάβουν την γυναίκα και τα παιδιά του και όσα περιουσιακά στοιχεία είχε, τον ίδιο να ριφθεί στις φυλακές μέχρις ότου αποδώσει κάθε λεπτό.
Ο δυστυχής υπηρέτης, στο άκουσμα της απόφασης του Κυρίου του, και βλέποντας την ολοκληρωτική του καταστροφή, πέφτει στα γόνατά του και παρακαλεί ικετευτικά τον Κύριό του να τον ευσπλαχνιστεί και δίδει την υπόσχεση, ότι θα αποδώσει όλο το χρέος.  Ο Κύριος τον ευσπλαχνίστηκε και τον απαλλάσσει απ’ όλο το χρέος.  Δεν χρεωστά πια τίποτε στον Βασιλιά του, όλα τα έσβησε ο καλοκάγαθος Κύριος.
Γεμάτος από ανέκφραστη χαρά, ο υπηρέτης βγαίνει από την αίθουσα του θρόνου και συναντά τυχαία ένα συνυπηρέτη του, ο οποίος του χρεωστούσε εκατό δηνάρια, δηλαδή ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό.  Μόλις τον αντικρίζει ο πονηρός υπηρέτης τον αρπάζει από τον λαιμό και απαιτεί επιτακτικά, να του αποδώσει ό,τι του χρεωστούσε.  Ο συνυπηρέτης του, τον παρακαλεί να του δώσει λίγο καιρό και θα του ανταποδώσει το χρέος που του ωφελούσε. Σκληρός και άκαμπτος ο πρώτος υπηρέτης δεν ευσπλαχνίζεται τον δεύτερο και τον ρίχνει στη φυλακή.  Οι άλλοι υπηρέτες, βλέποντες τα όσα έγιναν, τα αναφέρουν στον Βασιλέα, ο οποίος οργίστηκε και ανακαλεί την προηγούμενη απόφασή του, φυλακίζει τον πονηρό υπηρέτη και του κατάσχει όλη την περιουσία του.  Την Παραβολή αυτή την κλείνει ο Κύριος με την διαβεβαίωση, ότι το ίδιο θα συμβεί και σε μας, εάν δεν αφήσουμε-συγχωρέσουμε μ’ όλη μας την καρδιά τα σφάλματα των αδελφών μας.
Στην καθημερινή μας ζωή, πολλές φορές σφάλομε απέναντι του Θεού.  Με τα λόγια μας, με τις σκέψεις μας, με τα έργα μας παραβαίνομε τον Νόμο του Θεού και αμαρτάνομε.  Ο καθένας από μας, εάν μετρήσει τα καθημερινά του αμαρτήματα, που διαπράττομε εναντίον του Θεού μας, θα διαπιστώσει ότι συγκεντρώνονται σε αναρίθμητα ποσά, σε μύρια τάλαντα.  Ένα ποσό που από μόνοι μας δεν μπορούμε να εξοφλήσουμε, διότι δεν μπορούμε να προσφέρουμε κάτι αντάξιο για να λάβουμε την συγχώρηση των αμαρτωλών μας πράξεων.  Μόνον η ευσπλαχνία του Αγίου Θεού είναι εκείνη που μπορεί να μας απαλλάξει από το χρέος.  Μόνον ο Ουράνιος Βασιλέας Χριστός ο Θεός μας, ο Οποίος είναι και ο Δίκαιος Κριτής, μέσον των Ιερών Μυστηρίων, που Εκείνος συνέστησε και παρέδωσε στην Εκκλησία Του, μπορεί ο αμαρτωλός άνθρωπος να βρει την συγχώρηση των αμαρτιών του. 
Ανάμεσα στα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, η Ιερά Εξομολόγηση αποτελεί ένα από τα υποχρεωτικά Μυστήρια για να επιτύχει κανείς την σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός.  Και όπως είναι υποχρεωτικό, για να γίνει κανείς μέλος του Σώματος του Χριστού, να γίνει Χριστιανός, οφείλει να βαπτιστεί· και όπως είναι υποχρεωτικό, για να λάβει κανείς την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να μυρωθεί· και όπως είναι υποχρεωτικό, για να επισφραγίσει τα δύο προηγούμενα Μυστήρια και να μετάσχει στην αιώνια ζωή, πρέπει να κοινωνά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου· και όπως είναι υποχρεωτικό, για να ευλογηθεί η σχέση του ανδρός με την γυναίκα, πρέπει ν παντρευτούν μέσα στο Ιερό Μυστήριο του Γάμου· με παρόμοιο τρόπο, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας, πρέπει να πάμε να εξομολογηθούμε σ’ ένα ιερέα.  Χωρίς την εξομολόγηση, δεν υπάρχει η συγχώρηση. 
Μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιους νέους να θέλουν να παντρευτούν χωρίς ιερέα;  Ακόμα και αυτός ο πολιτικός λεγόμενος γάμος, δεν είναι ευλογημένος από τον Θεό, αλλά αποτελεί μία συμφωνία κοινωνική συμβίωσης.  Επομένως, επειδή δεν έχει την ευλογία του Θεού αποτελεί αμαρτία, για τον λόγο διότι δεν επιτρέπεται σε Χριστιανούς να περιφρονούν τα Ιερά Μυστήρια.  Ακόμα, μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιο να θέλει να γίνει Ορθόδοξος, αλλά να μη βαπτιστεί από κανονικό ιερέα;  Ή άλλους να θέλουν να κοινωνήσουν, αλλά να μη συμμετέχουν στη Θεία Κοινωνία, αλλά να τρώνε απλό ψωμί και να πίνουν απλό κρασί;  Και μόνον που τα ακούει κανείς, προκαλείται το γέλιο.  Έτσι, και με την συγχώρηση των αμαρτιών μας.  Δεν μπορούμε να λάβουμε συγχώρηση, εάν δεν εξομολογηθούμε σε ιερέα. 
Ο Κύριος μετά από την Ανάστασή Του έδωσε την εξουσία στους Αποστόλους να συγχωρούν ή να δεσμεύουν τις αμαρτίες των ανθρώπων.  Αυτή την εξουσία μεταβίβασαν οι Άγιοι Απόστολοι στους Επισκόπους και Πρεσβυτέρους.  Εάν, λοιπόν, δεν λάβομε συγχώρηση από τον πνευματικό, οι αμαρτίες μας δεν συγχωρούνται.
Μία πολύ βασική προϋπόθεση για να συγχωρεθούμε, είναι να συγχωρέσουμε εμείς τα σφάλματα εκείνων των συνανθρώπων μας που με τις πράξεις ή τα λόγια τους μας έβλαψαν, πίκραναν, πρόσβαλαν ή και μας μείωσαν.  Εάν συγχωρούμε, θα συγχωρεθούμε· εάν δεν συγχωρούμε, τότε δεν θα συγχωρεθούμε.
Πολλοί προσέρχονται στην Εξομολόγηση, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να συγχωρέσουν τον συνάνθρωπό τους.  Σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να γνωρίζει κανείς, ότι οι αμαρτίες που έχουν εξομολογηθεί ανακαλούνται και στο τέλος, εάν μένουν αμετανόητοι και δεν συγχωρούν τους συνανθρώπους τους, θα κριθούν αυστηρά για κάθε αμάρτημά τους από τον Δίκαιο Κριτή κατά την φοβερά Ημέρα της Τελικής Κρίσης.  Η σημερινή Παραβολή μας αυτό μας επιβεβαιώνει και δεν χρειάζονται άλλα λόγια.
Μετάνοια, λοιπόν, και ειλικρινή εξομολόγηση με την προϋπόθεση να συγχωρούμε τους συνανθρώπους μας, είναι το σημερινό μήνυμα που όλοι πρέπει να ενθρονίσουμε στις καρδιές μας.  Ο Θεός του ελέους και της ευσπλαχνίας, ας δώσει σ’ όλους εμάς ειλικρινή μετάνοια.
ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ  Τεύχος 46
Υπό Σεβ. Μητροπολίτου Αντινόης κ.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
Η ιστοσελίδα του Σεβασμιωτάτου
www.orthodox-mitropolitan-of-antinoes-panteleimon.com

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Α Γ Ι Ο Σ Κ Ο Σ Μ Α Σ Ο Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ (Αφιέρωμα)-π.Δημητρίου Μπόκου



visit counter



Α Γ Ι Ο Σ   Κ Ο Σ Μ Α Σ   Ο   Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ
Α΄

Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ

Τῇ 24ῃ τοῦ μη­νὸς Αὐ­γού­στου
μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος καὶ ἰ­σα­πο­στό­λου
Κ ο ­σ μ ᾶ   τ ο ῦ   Α ἰ ­τ ω ­λ ο ῦ.

Ἡ μι­κρὴ συ­νο­δεί­α βά­δι­ζε μὲ κό­πο στὸν κα­κο­τρά­χα­λο ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ μι­κρὸ χω­ριό, ποὺ φώ­λια­ζε σὰν ἀ­ε­το­φω­λιὰ στὴν ἀ­πό­με­ρη πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ. Ὁ λι­γνὸς κα­λό­γε­ρος ποὺ πή­γαι­νε μπρο­στά, ἅ­πλω­νε τὸ βλέμ­μα του στὶς γνώ­ρι­μες ψη­λὲς κορ­φές, στὰ κο­φτε­ρὰ φα­ράγ­για, στὰ κα­τα­πρά­σι­να ἔ­λα­τα, κι ἀ­να­θυ­μό­ταν πε­ρα­σμέ­να χρό­νια καὶ και­ρούς. Τό­τε ποὺ νε­α­ρὸς ἀ­κό­μη, γε­μά­τος ὄ­νει­ρα καὶ φλό­γα, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ καὶ μά­ζευ­ε τὰ Ἑλ­λη­νό­που­λα, μὰ καὶ τοὺς με­γά­λους, νὰ τοὺς δι­δά­ξει τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα. Νὰ τοὺς μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α τους καὶ τὴν κα­τα­γω­γή τους. Νὰ ξέ­ρουν τὴ ρί­ζα τους, ὅ­τι κρα­τά­ει ἀ­πὸ τὸν Λε­ω­νί­δα καὶ τὸν Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Νὰ ξα­να­θυ­μη­θοῦν τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά τους. Ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ ξυ­πνή­σει καί, πά­λι μὲ χρό­νια μὲ και­ρούς, νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴν Πό­λη θρι­αμ­βευ­τής.
Καὶ νὰ ποὺ τώ­ρα, μὲ ἄ­σπρα τὰ μαλ­λιὰ κι ὡ­ρι­μα­σμέ­νη πιὰ ψυ­χή, ξα­να­γυρ­νοῦ­σε γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἔρ­γο του.
Ἦ­ταν ὁ γεν­νη­μέ­νος στὸ Με­γά­λο Δέν­δρο τῆς Αἰ­τω­λί­ας ἁ­γι­ο­ρεί­της ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός, ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ἅ­γιος στὴ συ­νεί­δη­ση ὅ­λων πο­λὺ πρὶν πε­θά­νει μαρ­τυ­ρι­κὰ στὴ Βό­ρει­ο Ἤ­πει­ρο, τὸ 1779.

Στὸ μι­κρὸ χω­ριὸ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ ὅ­λοι καὶ τὸν πε­ρί­με­ναν. Ὁ ἅ­γιος ἔ­φτα­σε κον­τα­να­σαί­νον­τας κι ὅ­λοι ἔ­τρε­ξαν νὰ πά­ρουν τὴν εὐ­λο­γί­α του, φι­λών­τας τ’  ἁ­γι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Δι­ψα­σμέ­νος ἀ­π’ τὴν πε­ζο­πο­ρί­α ζή­τη­σε λί­γο νε­ρὸ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἦ­ταν ἕ­να ξε­ρο­πή­γα­δο.
-   Εἶ­ναι στε­γνό, ἅ­γι­ε! τοῦ εἶ­παν.
Μὰ ὡ­στό­σο με­ρι­κοὶ κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ὴ ἔ­τρε­ξαν, ἔ­βγα­λαν ἀ­π’ τὸν πά­το του λί­γο νε­ρὸ γε­μά­το λά­σπη καὶ χῶ­μα καὶ τοῦ τὸ πρό­σφε­ραν. Ὁ ἅ­γιος δο­κί­μα­σε λί­γο καὶ ση­κώ­νον­τας τὸ κου­ρα­σμέ­νο του χέ­ρι εὐ­λό­γη­σε τὸ ξε­ρο­πή­γα­δο γιὰ τὴν ἐ­λά­χι­στη ἐ­κεί­νη δρο­σιὰ ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε. Ἀ­μέ­σως ἀ­νά­βλυ­σε νε­ρὸ κα­θα­ρὸ καὶ ἄ­φθο­νο. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε, χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, τὸ πη­γά­δι ἦ­ταν πάν­το­τε γε­μά­το.

Ὁ ἅ­γιος ἔμ­πη­ξε ἕ­να με­γά­λο ξύ­λι­νο σταυ­ρὸ στὸ χῶ­μα, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σκα­μνὶ κι εὐ­λό­γη­σε τὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λά­ει.
-   Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κα ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Χρι­στοῦ κι ἐ­στά­θη­κα σ’ αὐ­τὸν τὸν ἅ­γιο τό­πο, ἐ­ξέ­τα­σα πρῶ­τα γιὰ σᾶς καὶ ἔ­μα­θα, πὼς μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καὶ Θε­οῦ, εἶ­στε εὐ­σε­βεῖς Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, τέ­κνα καὶ θυ­γα­τέ­ρες τοῦ Χρι­στοῦ μας. Καὶ ὄ­χι μό­νο δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σᾶς δι­δά­ξω, ἀλ­λὰ μή­τε τὰ πο­δά­ρια σας νὰ φι­λή­σω. Δι­ό­τι ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ σᾶς εἶ­ναι τι­μι­ώ­τε­ρος ἀ­π’ ὅ­λον τὸν κό­σμο. Κι ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός, χει­ρό­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους.
Εἶ­μαι ὅ­μως δοῦ­λος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ εἶ­μαι δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λ’ ὁ Χρι­στός μου μὲ κα­τα­δέ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α του. Τὸν Χρι­στό μας λοι­πόν, ἀ­δελ­φοί μου, πι­στεύ­ω, δο­ξά­ζω καὶ προ­σκυ­νῶ. Τὸν Χρι­στό μας πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ ἀ­ξι­ώ­σει νὰ χύ­σω κι ἐ­γὼ τὸ αἷ­μα μου γιὰ τὴν ἀ­γά­πη του, κα­θὼς τὸ ἔ­χυ­σε καὶ Ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴν ἀ­γά­πη μου.
Ἂν ἴ­σως καὶ ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἀ­νε­βῶ στὸν οὐ­ρα­νό, νὰ φω­νά­ξω μιὰ φω­νὴ με­γά­λη, νὰ κη­ρύ­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πὼς μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ καὶ Θε­ὸς ἀ­λη­θι­νὸς καὶ ζω­ὴ τῶν πάν­των, θὰ τὸ ἔ­κα­μνα. Μὰ ἐ­πει­δὴ δὲν δύ­να­μαι νὰ πρά­ξω ἐ­κεῖ­νο τὸ μέ­γα, κά­μνω τοῦ­το τὸ μι­κρό, καὶ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου τὸ κα­τὰ δύ­να­μη, ὄ­χι ὡς δι­δά­σκα­λος, ἀλ­λὰ ὡς ἀ­δελ­φός. Δι­δά­σκα­λος μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι.

Ἀ­να­χω­ρών­τας ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μου πρὸ πε­νήν­τα ἐ­τῶν, ἐ­περ­πά­τη­σα τό­πους πολ­λούς, κά­στρα, χῶ­ρες καὶ χω­ριὰ καὶ μά­λι­στα στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κά­θη­σα στὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, δε­κα­ε­πτὰ χρό­νους, καὶ ἔ­κλαι­γα διὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου.
Με­λε­τών­τας τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο βρῆ­κα μέ­σα πολ­λὰ νο­ή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ὅ­λα μαρ­γα­ρι­τά­ρια, πλοῦ­τος, ζω­ὴ αἰ­ώ­νια. Σι­μὰ στὰ ἄλ­λα βρῆ­κα καὶ τοῦ­τον τὸν λό­γο ὅ­που λέ­γει ὁ Χρι­στός μας: πὼς δὲν πρέ­πει κα­νέ­νας Χρι­στια­νὸς νὰ φρον­τί­ζει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μό­νο πῶς νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ νὰ φρον­τί­ζει καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς του νὰ μὴ κο­λα­σθοῦν. Ἀ­κού­ον­τας κι ἐ­γὼ τοῦ­τον τὸν γλυ­κύ­τα­το λό­γο, νὰ φρον­τί­ζου­με καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς μας, μ’  ἔ­τρω­γε ἐ­κεῖ­νος ὁ λό­γος μέ­σα στὴν καρ­διὰ τό­σους χρό­νους, ὡ­σὰν τὸ σκου­λή­κι ὅ­που τρώ­γει τὸ ξύ­λο, τί νὰ κά­νω κι ἐ­γὼ στο­χα­ζό­με­νος στὴν ἀ­μά­θειά μου.
Ἐ­συμ­βου­λεύ­θη­κα τοὺς πνευ­μα­τι­κούς μου πα­τέ­ρες, ἀρ­χι­ε­ρεῖς, πα­τριά­ρχες, τοὺς φα­νέ­ρω­σα τὸν λο­γι­σμό μου, ἀ­νί­σως καὶ εἶ­ναι θε­ά­ρε­στο τέ­τοι­ο ἔρ­γο, καὶ ὅ­λοι μὲ πα­ρε­κί­νη­σαν νὰ τὸ κά­μω. Καὶ μά­λι­στα πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πὸ τὸν Πα­να­γι­ώ­τα­το κύ­ριο Σω­φρό­νιο, τὸν Πα­τριά­ρχη – νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του – ἄ­φη­σα τὴ δι­κή μου προ­κο­πή, τὸ δι­κό μου κα­λό, κι ἐ­βγή­κα νὰ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.
Δὲν μπο­ρεῖ ὁ κα­λό­γε­ρος νὰ σω­θεῖ, πα­ρὰ μα­κριὰ ἂν φεύ­γει ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Μὰ ἐ­πει­δὴ τὸ γέ­νος μας ἔ­πε­σε σὲ ἀ­μά­θεια, εἶ­πα: ἂς χά­σει ὁ Χρι­στὸς ἐ­μέ­να, ἕ­να πρό­βα­το, καὶ ἂς κερ­δί­σει τὰ ἄλ­λα. Ἴ­σως ἡ εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ ἡ εὐ­χή σας σώ­σει καὶ μέ­να.

Μι­λοῦ­σε ζε­στά, ἁ­πλά, τα­πει­νά. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι τὸν ἄ­κου­γαν συ­νε­παρ­μέ­νοι. Ἀ­νά­με­σά τους βλέ­πει κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ ἅ­γιος νὰ στέ­κουν δυ­ὸ ἁρ­μα­τω­μέ­νοι. Ἦ­ταν παλ­λη­κά­ρια τῆς κλε­φτου­ριᾶς, μὰ εἶ­χαν σπεί­ρει φό­βο καὶ τρό­μο στοὺς Χρι­στια­νοὺς μὲ τὰ ἐγ­κλή­μα­τά τους.
-   Ἔ, σεῖς! τοὺς φω­νά­ζει. Θ’  ἀ­νοί­ξε­τε πα­ρά­δει­σο, νο­μί­ζε­τε, μ’  αὐ­τά σας τὰ χά­λια;
-   Ναί, μὲ τ’  ἀ­ση­μο­χάν­τζα­ρά μας! εἶ­παν αὐ­τοί, ἂν μὲ τὸ κα­λὸ δὲν μᾶς ἀ­νοί­ξουν. Μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω θὰ μποῦ­με! Τί μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­μουν;
-   Πιά­στε τ’  ἀ­ση­μό­πλε­χτα κουμ­πιὰ τῶν γε­λε­κι­ῶν σας καὶ σφί­χτε τα! τοὺς λέ­ει.
Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πια­σαν οἱ κλέ­φτες τὰ κουμ­πιά τους καὶ τά ’­σφι­ξαν ἀ­νά­με­σα στὰ δά­χτυ­λά τους. Καὶ μὲ μιᾶς, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα ποὺ πή­γαι­νε τσαμ­πού­να! Τοὺς κα­τα­λέ­ρω­σε τὸ αἷ­μα τοὺς κλέ­φτες.
-   Ἔ, καὶ θαρ­ρεῖ­τε πὼς τὰ αἵ­μα­τα αὐ­τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν ποὺ σφά­ξα­τε, θὰ σᾶς ἀ­φή­σουν νὰ μπεῖ­τε στὸν πα­ρά­δει­σο; Δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω!
Σὰν εἶ­δαν τὸ θά­μα οἱ κλέ­φτες τά ’­χα­σαν. Ἡ σκλη­ρὴ καρ­διά τους μα­λά­κω­σε. Με­τά­νι­ω­σαν, φό­ρε­σαν γυ­ναι­κεῖ­α σεγ­κού­νια, δεῖγ­μα τῆς με­τά­νοι­ας τους, κι ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν ἅ­γιο κα­τα­πό­δι.

-   Ἀ­νί­σως καὶ θέ­λου­με νὰ πε­ρά­σου­με κι ἐ­δῶ κα­λά, νὰ πη­γαί­νου­με καὶ στὸν πα­ρά­δει­σο, συ­νέ­χι­σε ὁ ἅ­γιος, πρέ­πει νὰ ἔ­χου­με δύ­ο ἀ­γά­πες: ἀ­γά­πη στὸν Θε­ό μας καὶ στοὺς ἀ­δελ­φούς μας. Κα­λό­τυ­χος ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε καὶ ἔ­λα­βε στὴν καρ­διά του αὐ­τὲς τὶς δύ­ο ἀ­γά­πες.
Τὸ βλέμ­μα του ἀγ­κά­λια­ζε ἕ­ναν-ἕ­ναν τους φτω­χοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. Μιὰ βα­θειὰ ἀ­γά­πη ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­π’ τὴν καρ­διά του γιὰ ὅ­λα τὰ πρό­βα­τα τῆς μάν­δρας τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τέ­χνη τοὺς αἰχ­μα­λώ­τι­ζε καὶ ξε­κλεί­δω­νε τὶς πόρ­τες τῆς καρ­διᾶς τους.
-   Ἐ­σεῖς, Χρι­στια­νοί μου, πῶς πη­γαί­νε­τε ἐ­δῶ; Ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σας; Εἶ­ναι ἐ­δῶ κα­νέ­νας ποὺ νά ’­χει αὐ­τὴ τὴν ἀ­γά­πη στοὺς ἀ­δελ­φούς του; Ἂς ση­κω­θεῖ ἐ­πά­νω νὰ μοῦ τὸ πεῖ, νὰ τὸν εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν, νὰ λά­βει μί­α συγ­χώ­ρη­ση, ποὺ νά ’­δι­νε χι­λιά­δες φλου­ριὰ δὲν θὰ τὴν εὕ­ρι­σκε.
-   Ἐ­γώ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, ἀ­γα­πῶ τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.
-   Κα­λά, παι­δί μου, ἔ­χε τὴν εὐ­χή μου. Πῶς σὲ λέ­νε στ’ ὄ­νο­μά σου;
-   Κώ­στα.
-   Τί τέ­χνη κά­νεις;
-   Πρό­βα­τα φυ­λά­γω.
-   Τὸ τυ­ρί, ὅ­ταν τὸ πω­λεῖς, τὸ ζυ­γιά­ζεις;
-   Τὸ ζυ­γιά­ζω.
-   Ἐ­σύ, παι­δί μου, ἔ­μα­θες νὰ ζυ­γιά­ζεις τὸ τυ­ρὶ κι ἐ­γὼ νὰ ζυ­γιά­ζω τὴν ἀ­γά­πη. Τώ­ρα νὰ ζυ­γιά­σω κι ἐ­γὼ τὴν ἀ­γά­πη σου κι ἂν εἶ­ναι σω­στή, τό­τε νὰ σὲ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Πῶς νὰ σὲ κα­τα­λά­βω, παι­δί μου, ἂν ἀ­γα­πᾶς τοὺς ἀ­δελ­φούς σου; Τὸ ἀ­γα­πᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸ φτω­χὸ παι­δί;
-   Τὸ ἀ­γα­πῶ.
-   Ἂν τὸ ἀ­γα­ποῦ­σες, θὰ τοῦ ἔ­παιρ­νες ἕ­να που­κά­μι­σο ποὺ εἶ­ναι γυ­μνό, νὰ πα­ρα­κα­λεῖ καὶ κεῖ­νο γιὰ τὴν ψυ­χή σου. Τό­τε θά ‘ναι ἀ­λη­θι­νὴ ἡ ἀ­γά­πη, ἐ­νῷ τώ­ρα εἶ­ναι ψεύ­τι­κη. Τώ­ρα σὰν θέ­λεις νὰ κά­μεις τὴν ἀ­γά­πη μά­λα­μα, πά­ρε καὶ ἔν­δυ­σε τὰ φτω­χὰ παι­διὰ καὶ τό­τε νὰ βά­λω νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Τὸ κά­μνεις τοῦ­το;
-   Τὸ κά­μνω.
-   Χρι­στια­νοί μου, ὁ Κώ­στας κα­τά­λα­βε πὼς ἡ ἀ­γά­πη ποὺ εἶ­χε ὣς τώ­ρα ἦ­ταν ψεύ­τι­κη καὶ θέ­λει νὰ τὴν κά­μει μά­λα­μα, νὰ ἐν­δύ­σει τὰ φτω­χὰ παι­διά. Ἐ­πει­δὴ καὶ τὸν παι­δέ­ψα­με, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ νὰ πεῖ­τε γιὰ τὸν κὺρ-Κώ­στα τρεῖς φο­ρές: ὁ Θε­ὸς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει καὶ νὰ τὸν ἐ­λε­ή­σει.

                              


Β΄

Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα- προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ

Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ χω­ριὸ μα­ζε­μέ­νο στὴν πλα­τεί­α ἄ­κου­γε τὸν ἅ­γιο νὰ μι­λά­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Τὰ παι­διὰ ξυ­πό­λη­τα καὶ μι­σό­γυ­μνα ἔ­παι­ζαν πα­ρα­πέ­ρα, σκορ­πι­σμέ­να στὸ φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τῆς πλα­γιᾶς. Ὁ ἅ­γιος στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο κι ἔ­μει­νε νὰ τὰ κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κός. Ξα­να­γυρ­νών­τας στοὺς ἀ­κρο­α­τές του βάλ­θη­κε νὰ τοὺς μι­λά­ει γι’ αὐ­τά.
-   Ὅ­ταν βα­πτί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ βγά­νε­τε στὸ ὄ­νο­μα τῶν ἁ­γί­ων, ποὺ ἔ­χου­νε νό­η­μα. Μα­ρί­α θὰ πεῖ κυ­ρί­α, για­τὶ ἡ Θε­ο­τό­κος ἔ­μελ­λε νὰ γί­νει βα­σί­λισ­σα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς. Νι­κό­λα­ος λέ­γε­ται ἐ­κεῖ­νος ποὺ νί­κη­σε τοὺς λα­οὺς, τοὺς δαί­μο­νες, τὰ πά­θη. Γε­ώρ­γιος λέ­γε­ται γε­ωρ­γη­μέ­νο φυ­τό, στο­λι­σμέ­νο μὲ καρ­πούς, μὲ ἀ­ρε­τὲς χρι­στι­α­νι­κές. Πα­ρα­σκευ­ὴ λέ­γε­ται ἐ­κεί­νη ποὺ ἑ­τοι­μά­σθη­κε γιὰ τὸν Χρι­στό.
Νὰ κά­μεις μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ Προ­δρό­μου, νὰ ἔ­χεις καὶ τὸν ἅ­γιο τοῦ παι­διοῦ σου. Καὶ ὅ­ταν τὸ παι­δὶ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο καὶ σοῦ γυ­ρεύ­ει ψω­μί, μὴν τοῦ δί­νεις, μό­νο νὰ πά­ρεις τὸ ψω­μί, νὰ τὸ βά­λεις ἐμ­πρὸς στὴν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ καὶ νὰ τοῦ πεῖς: «Ἐ­γώ, παι­δί μου, δὲν ἔ­χω ψω­μί. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­χει. Σή­κω νὰ κά­νεις τὸν σταυ­ρό σου, νὰ πα­ρα­κα­λέ­σου­με τὸν ἅ­γιό σου νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν Χρι­στὸ νὰ σοῦ τὸ δώ­σει. Καὶ ἔ­τσι τὸ παι­δὶ πα­ρα­κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ ψω­μιοῦ καὶ εὐ­θὺς ὅ­ταν ξυ­πνᾶ, τὸν ἅ­γιό του βλέ­πει. Καὶ ἔ­τσι νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ παι­δεύ­ε­τε ἀ­πὸ μι­κρά, γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζουν στὸν κα­λὸ δρό­μο.
Ὁ ἅ­γιος κον­το­στά­θη­κε, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­ρι­ξε τὸ βλέμ­μα του ξα­νὰ μα­κριά, στὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­τρε­χαν καὶ ξε­φώ­νι­ζαν στὴν πλα­γιά. Ρώ­τη­σε:
-   Ἔ­χε­τε σχο­λεῖ­ο ἐ­δῶ στὸ χω­ριό σας νὰ δι­α­βά­ζουν τὰ παι­διά;
-   Δὲν ἔ­χου­με, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ.
-   Νὰ μα­ζευ­τεῖ­τε ὅ­λοι νὰ κά­με­τε ἕ­να σχο­λεῖ­ο κα­λό, νὰ βά­λε­τε καὶ ἐ­πι­τρό­πους νὰ τὸ κυ­βερ­νοῦν, νὰ βά­νουν δι­δά­σκα­λο νὰ μα­θαί­νουν ὅ­λα τὰ παι­διὰ γράμ­μα­τα, πλού­σια καὶ φτω­χά. Για­τὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο μα­θαί­νου­με τί εἶ­ναι Θε­ός, τί εἶ­ναι Ἁ­γί­α Τριάς, τί εἶ­ναι ἄγ­γε­λοι, δαί­μο­νες, πα­ρά­δει­σος, κό­λα­ση, ἀ­ρε­τή, κα­κί­α. Τί εἶ­ναι ψυ­χή, σῶ­μα κ. λ. π. Για­τὶ χω­ρὶς τὸ σχο­λεῖ­ο περ­πα­τοῦ­με στὸ σκό­τος.
Νὰ σπου­δά­ζε­τε καὶ σεῖς, ἀ­δελ­φοί μου, νὰ μα­θαί­νε­τε γράμ­μα­τα ὅ­σοι μπο­ρεῖ­τε. Κι ἂν δὲν μά­θα­τε οἱ πα­τέ­ρες, νὰ σπου­δά­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ μα­θαί­νουν τὰ ἑλ­λη­νι­κά, για­τὶ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι στὴν ἑλ­λη­νι­κή. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ ἔ­χε­τε ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο στὴ χώ­ρα σου, πα­ρὰ νὰ ἔ­χεις βρύ­σες καὶ πο­τά­μια. Καὶ σὰν μά­θεις τὸ παι­δί σου γράμ­μα­τα, τό­τε λέ­γε­ται ἄν­θρω­πος. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὶς ἐκ­κλη­σί­ες. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὰ μο­να­στή­ρια.
Γιὰ τοῦ­το πρέ­πει νὰ στε­ρε­ώ­νε­τε σχο­λεῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, νὰ φω­τί­ζον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι. Δι­ό­τι δι­α­βά­ζον­τας τὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὰ ηὗ­ρα πὼς λαμ­πρύ­νουν καὶ φω­τί­ζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὰ μα­θαί­νου­με. Ἡ πί­στη μας δὲν στε­ρε­ώ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­μα­θεῖς ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σο­φοὺς καὶ πε­παι­δευ­μέ­νους. Λοι­πόν, τέ­κνα μου, πρὸς δι­α­φύ­λα­ξη τῆς πί­στε­ως καὶ γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς πα­τρί­δας, φρον­τί­σα­τε νὰ συ­στή­σε­τε ἀ­νυ­περθέ­τως σχο­λεῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό, γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν τὰ τέ­κνα σας ὅ­σα ἐ­σεῖς ἀ­γνο­εῖ­τε.
Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε στὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τὶς πα­ρα­κί­νη­σε νὰ δώ­σουν τὰ χρυ­σα­φι­κά τους καὶ ὅ,τι πο­λύ­τι­μο εἶ­χαν γιὰ τὴν ἵ­δρυ­ση καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ σχο­λεί­ου. Σα­γη­νευ­μέ­νες ἐ­κεῖ­νες ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρε­μη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου πρό­σφε­ραν πρό­θυ­μα ὅ,τι εἶ­χαν.
Ὁ ἅ­γιος τοὺς μί­λη­σε γιὰ αρ­κε­τὴ ὥ­ρα ἀ­κό­μα. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ πα­πᾶ καὶ νὰ λει­τουρ­γη­θεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν σὲ βα­θειὰ ἄ­γνοι­α. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν με­γα­λώ­σει ἀ­βά­πτι­στα. Τοὺς δί­δα­ξε γιὰ τὴν με­τά­νοι­α, τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τὸ βά­πτι­σμα.
-   Τέσ­σε­ρα εἶ­ναι τὰ γι­α­τρι­κά σου γιὰ νὰ σω­θεῖς. Τὸ πρῶ­το εἶ­ναι νὰ συγ­χω­ρή­σεις τοὺς ἐ­χθρούς σου. Τὸ δεύ­τε­ρο νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σαι κα­θα­ρά. Τὸ τρί­το νὰ κα­τη­γο­ρεῖ­τε γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες σας τὸν ἑ­αυ­τό σας καὶ ὄ­χι ἄλ­λον. Τὸ τέ­ταρ­το νὰ ἀ­πο­φα­σί­ζε­τε νὰ μὴν ἁ­μαρ­τή­σε­τε πλέ­ον. Καί, ἂν μπο­ρεῖ­τε, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε κά­θε μέ­ρα. Κι ἂν ὄ­χι, ἂς εἶ­ναι μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα ἢ μιὰ φο­ρὰ τὸν μή­να ἢ τὸ λι­γό­τε­ρο τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν χρό­νο.
Καὶ νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ τέ­κνα σας ἀ­πὸ μι­κρὰ στὸν κα­λὸ δρό­μο, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ται. Ἀ­βά­πτι­στος καὶ ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος ἄν-θρω­πος εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ σω­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ θα­να­τώ­σεις ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πους βα­πτι­σμέ­νους, πα­ρὰ νὰ ἀ­φή­σεις ἕ­να παι­δὶ ἀ­βά­πτι­στο νὰ πε­θά­νει. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ μέλ­λει νὰ πε­θά­νει τὸ παι­δὶ καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸ βα­πτί­σει, ἂς τὸ βα­πτί­σει ὅ­ποι­ος τύ­χει, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­δελ­φός, γεί­το­νας, μα­μή. Βά­λε ἀρ­κε­τὸ νε­ρὸ καὶ λά­δι, σταύ­ρω­σέ το καὶ βά­πτι­σέ το. Πές: «Βα­πτί­ζε­ται ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ… εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀ­μήν». Κι ἂν ζή­σει, τε­λει­ώ­νει τὰ ὑ­πό­λοι­πα ὁ πα­πᾶς. Μὰ ἔ­τυ­χε καὶ δὲν ἔ­χεις νε­ρό; Βά­πτι­σέ το στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πὲς τὰ ἴ­δια λό­για.
Ὁ­μοί­ως, ἂν τυ­χὸν μέλ­λει νὰ πε­θά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει, ἂς ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ σὲ ὅ­ποι­ον τύ­χει. Ἔ­χει ἐλ­πί­δα νὰ σω­θεῖ. Ἂν ὅ­μως με­τα­λά­βει ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος, δὲν ὠ­φε­λεῖ τί­πο­τε.
Στὴ συ­νέ­χεια ἡ κου­βέν­τα του γύ­ρι­σε στὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Κυ­ρια­κῆς, τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τὴ νη­στεί­α.
-   Ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί πρέ­πει νὰ νη­στεύ­ου­με πάν­το­τε, μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν Τε­τάρ­τη, για­τὶ που­λή­θη­κε ὁ Κύ­ριος καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, για­τὶ σταυ­ρώ­θη­κε. Ὁ­μοί­ως καὶ τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, κα­θὼς ἐ­νο­μο­θέ­τη­σαν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες νὰ νη­στεύ­ου­με, γιὰ νὰ νε­κρώ­νου­με τὰ πά­θη καὶ νὰ τα­πει­νώ­νου­με τὸ σῶ­μα. Ἐ­δῶ πῶς πη­γαί­νε­τε; Φυ­λά­γε­τε τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, Χρι­στια­νοί μου; Ἂν εἶ­στε Χρι­στια­νοί, πρέ­πει νὰ τὶς φυ­λά­γε­τε.
Ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ μὴ χω­ρί­ζε­σθε καὶ ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­κοῦ­τε τὸν ἱ­ε­ρέ­α ποὺ ση­μαί­νει; Εὐ­θὺς νὰ ση­κώ­νε­σθε, νὰ νί­πτε­σθε καὶ νὰ πη­γαί­νε­τε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι σὰν τὴ μά­να. Ὅ­ταν σφάλ­λει ὁ γιός της, τὸν μα­λώ­νει καὶ πά­λι τὸν ἀ­γα­πᾶ.
Ἀ­κό­μα τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ μὴ δου­λεύ­ε­τε κα­θό­λου. Μή­τε νὰ που­λή­σε­τε, μή­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος ποὺ γί­νε­ται τὴν Κυ­ρια­κὴ εἶ­ναι α­φο­ρι­σμέ­νο καὶ κα­τα­ρα­μέ­νο, καὶ βά­νε­τε φω­τιὰ καὶ κα­τά­ρα στὸ σπί­τι σας καὶ ὄ­χι εὐ­λο­γί­α. Καὶ ἢ σὲ θα­να­τώ­νει ὁ Θε­ὸς πα­ρά­και­ρα, ἢ τὴ γυ­ναί­κα σου, ἢ τὸ παι­δί σου, ἢ τὸ ζῶ­ο σου ψο­φᾶ. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ που­λή­σεις πράγ­μα­τα φα­γώ­σι­μα τὴν Κυ­ρια­κή, ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος μὴν τὸ σμί­γεις στὴ σα­κού­λα σου, για­τὶ τὴ μα­γα­ρί­ζει, ἀλ­λὰ δῶ­σε τα ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Οὔ­τε χω­ρά­φι, οὔ­τε ἀμ­πέ­λι νὰ κοι­τά­ζε­τε τὴν Κυ­ρια­κή, οὔ­τε νὰ κα­θα­ρί­ζε­τε τὰ ἀ­χού­ρια σας. Μο­νά­χα νὰ δι­α­βά­ζε­τε βι­βλί­α, νὰ μα­θαί­νε­τε τὸ κα­λὸ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας, για­τὶ ὅ­λοι θὰ πε­θά­νου­με, κα­θὼς βλέ­που­με κά­θε μέ­ρα.
Καὶ ὅ­σο βιὸς ἔ­χου­με, ἀ­δέλ­φια καὶ ἀ­δελ­φές μου, ἐ­δῶ στὴ γῆ θὰ ἀ­πο­μεί­νει. Μο­νά­χα ὅ­ση ἐ­λε­η­μο­σύ­νη δώ­σα­τε, αὐ­τὸ θὰ ἔ­χε­τε γιὰ βο­ή­θεια στὴν ψυ­χή σας. Καὶ ὅ,τι δώ­σα­τε στοὺς φτω­χοὺς γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, θὰ λά­βε­τε γιὰ τὸ ἕ­να ἑ­κα­τὸ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ νη­στεί­α ἁ­γιά­ζει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ἔ­χει ἀ­γα­θὸ τέ­λος.
Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε, ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καὶ κα­νέ­νας δὲν ἔ­λε­γε νὰ φύ­γει. Μὰ ἐν­τε­λῶς ξαφ­νι­κά, ἀ­πά­νω ποὺ μι­λοῦ­σε ὁ ἅ­γιος, ἕ­νας θε­ό­ρα­τος βρά­χος ξε­κό­πη­κε ἀ­π’ τὴν ἀ­πό­το­μη πλα­γιὰ καὶ πῆ­ρε νὰ κα­τρα­κυ­λᾶ στὴν κα­τη­φό­ρα. Ὁ κό­σμος ἔν­τρο­μος μὲ δυ­να­τὲς φω­νὲς σκόρ­πι­σε γιὰ νὰ γλυ­τώ­σει. Μὰ ὁ ἅ­γιος δὲν τα­ρά­χθη­κε, οὔ­τε κου­νή­θη­κε κα­θό­λου. Σή­κω­σε μό­νο τὸ ρα­βδί του καὶ σταύ­ρω­σε τὸν βρά­χο ποὺ ἔ­πε­φτε. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ὁ φο­βε­ρὸς βρά­χος κοκ­κά­λω­σε στὴ μέ­ση τῆς πλα­γιᾶς, λὲς καὶ τὸν ἄ­δρα­ξε στι­βα­ρὸ χέ­ρι ἀ­ό­ρα­του κύ­κλω­πα. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν κα­τά­πλη­κτοι. Ἕ­νας-ἕ­νας ξα­να­μα­ζεύ­τη­καν κον­τά του.
-------------------------------------------------------------------------------------------

Α Γ Ι Ο Σ   Κ Ο Σ Μ Α Σ   Ο   Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ
Γ΄

Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ

Ὁ ἅ­γιος ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ βλέμ­μα του νὰ πλα­νη­θεῖ στὶς κο­ρυ­φὲς γύ­ρω του. Ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ νό­τια ἁ­πλώ­νον­ταν ἀ­τέ­λει­ω­τες βου­νο­κορ­φὲς τὰ Ἄ­γρα­φα. Συμπαγὴς καὶ χιονόλευκος ὄγκος τὰ Τζουμέρκα ἀπόμακρα, ὄρθωναν μεγαλόπρεπο τὸ ἀνάστημά τους στὸν βορειο-δυτικὸ ὁρίζοντα. Αὐ­θόρ­μη­τα σή­κω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὰ εὐ­λό­γη­σε.
-   Εὐ­λο­γη­μέ­να βου­νά! ἀ­να­φώ­νη­σε. Πό­σα γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ σώ­σε­τε, πό­σες ψυ­χές, ὅ­ταν ἔλ­θουν τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια! Κα­λό­τυ­χοι ἐ­σεῖς ποὺ βρε­θή­κα­τε ἐ­δῶ, πά­νω στὰ ψη­λὰ βου­νά, για­τὶ αὐ­τὰ θὰ σᾶς φυ­λά­ξουν ἀ­πὸ πολ­λὰ δει­νά. Θὰ ἀ­κοῦ­τε καὶ δὲν θὰ βλέ­πε­τε τὸν κίν­δυ­νο.
-   Θὰ λευ­τε­ρω­θοῦ­με πο­τέ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ; ρω­τοῦ­σαν μὲ λα­χτά­ρα οἱ σκλά­βοι.
-   Αὐ­τὸ μιὰ μέ­ρα θὰ γί­νει ρω­μαί­ι­κο καὶ κα­λό­τυ­χος ὅ­ποι­ος ζή­σει σὲ κεῖ­νο τὸ βα­σί­λει­ο.
-   Πό­τε θὰ γί­νει αὐ­τό, ἅ­γι­ε;
-   Τὸ πο­θού­με­νο θὰ γί­νει στὴν τρί­τη γε­νιά. Θὰ τὸ ἰ­δοῦν τὰ ἐγ­γό­νια σας. Τὰ βά­σα­να εἶ­ναι πολ­λὰ ἀ­κό­μη. Θυ­μη­θεῖ­τε τὰ λό­για μου. Τοῦ­το σᾶς λέ­γω καὶ σᾶς πα­ραγ­γέλ­λω: κἂν ὁ οὐ­ρα­νὸς νὰ κα­τέ­βει κά­τω, κἂν ἡ γῆ νὰ ἀ­νέ­βει ἐ­πά­νω, κἂν ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ χα­λά­σει, κα­θὼς μέλ­λει νὰ χα­λά­σει, σή­με­ρον, αὔ­ριον, νὰ μὴ σᾶς μέλ­λει τί ἔ­χει νὰ κά­μει ὁ Θε­ός. Τὸ κορ­μί σας ἂς τὸ κά­ψουν, ἂς τὸ τη­γα­νί­σουν, τὰ πράγ­μα­τά σας ἂς τὰ πά­ρουν. Μὴ σᾶς μέλ­λει. Δῶ­στε τα. Δὲν εἶ­ναι δι­κά σας. Ψυ­χὴ καὶ Χρι­στὸς σᾶς χρει­ά­ζον­ται. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ πέ­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σᾶς τὰ πά­ρει, ἐ­κτὸς καὶ τὰ δώ­σε­τε μὲ τὸ θέ­λη­μά σας. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο νὰ τὰ φυ­λά­γε­τε, νὰ μὴν τὰ χά­σε­τε.
Ἕ­ως ὅ­του κλεί­σει ἡ πλη­γὴ αὐ­τὴ τοῦ πλά­τα­νου, συ­νέ­χι­σε δεί­χνον­τας τὸ δέν­τρο ποὺ σκί­α­ζε τὴν πλα­τεί­α, τὸ χω­ριό σας θά ΄ναι σκλα­βω­μέ­νο καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­νο.
Ὅ­ταν πέ­σουν δυ­ὸ πα­σχα­λι­ὲς μα­ζί, θὰ ἔρ­θει τὸ πο­θού­με­νο.
Ὅ­ταν δεῖ­τε τὸ χι­λι­άρ­με­νο στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, τό­τε θὰ λυ­θεῖ τὸ ζή­τη­μα τῆς Πό­λης.
Οἱ ἀν­τί­χρι­στοι (=οἱ Τοῦρ­κοι) θὰ φύ­γουν, ἀλ­λὰ θά ‘ρθουν πά­λι καὶ θὰ φθά­σουν ὣς τὰ Ἑ­ξα­μί­λια. Ἔ­πει­τα θὰ τοὺς κυ­νη­γή­σε­τε ἕ­ως τὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά. Ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους τὸ ἕ­να τρί­το θὰ σκο­τω­θεῖ, τὸ ἄλ­λο τρί­το θὰ βα­πτι­σθεῖ καὶ μο­νά­χα τὸ ἕ­να τρί­το θὰ πά­ει στὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά.
Θὰ ἔρ­θει και­ρὸς ποὺ οἱ Ρω­μιοὶ θὰ τρώ­γον­ται με­τα­ξύ τους. Ἐ­γὼ συ­στή­νω ὁ­μό­νοι­α καὶ ἀ­γά­πη.
Τὰ λό­για του φω­τι­σμέ­να, προ­φη­τι­κά, ἔ­ρι­χναν στά­λα-στά­λα τὴν ἐλ­πί­δα στὶς τυ­ρα­γνι­σμέ­νες ψυ­χὲς τῶν σκλά­βων. Θέ­ρι­ευ­αν τὴ λα­χτά­ρα τους, δυ­νά­μω­ναν τὴν ὑ­πο­μο­νή τους. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, φώ­να­ξε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν νὰ ση­κω­θοῦν. Σκορ­πί­στη­καν μέ­σα στὸ πλῆ­θος γιὰ νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν ὅ­σοι ἤ­θε­λαν. Τέ­λε­σαν Εὐ­χέ­λαι­ο καὶ πέ­ρα­σαν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοὶ νὰ χρι­σθοῦν. Βά­πτι­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ ποὺ ἦ­ταν ἀ­βά­πτι­στα.
Ὁ ἥ­λιος ἔ­γερ­νε, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ ἅ­γιος ἦ­ταν κα­τά­κο­πος. Τὸν πῆ­ραν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ τὸν φι­λο­ξε­νή­σουν. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­φε­ρε μιὰ κα­θα­ρὴ ἀλ­λα­ξιὰ τοῦ ἄν­τρα της καὶ ζή­τη­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­π’ τὸν ἅ­γιο νὰ τοῦ πλύ­νει τὸ που­κά­μι­σο. Τὸ ἔ­πλυ­νε εὐ­λα­βι­κὰ καὶ ὕ­στε­ρα ζή­τη­σε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γιὰ εὐ­λο­γί­α τοῦ σπι­τι­κοῦ της καὶ ὅ­λου τοῦ χω­ριοῦ. Γιὰ ἱ­ε­ρὸ κει­μή­λιο. Ὁ ἅ­γιος δὲν ἀρ­νή­θη­κε.
Πρω­ὶ-πρω­ὶ τοὺς ξύ­πνη­σε ἡ καμ­πά­να. Οἱ πλα­γι­ὲς καὶ τὰ φα­ράγ­για ἀν­τι­λά­λη­σαν. Χρό­νια εἴ­χα­νε ν’ ἀ­κού­σουν τὸ χαρμό­συ­νο, γλυ­κό της κε­λά­δη­μα. Εἶ­χαν κα­ταν­τή­σει ἀ­λι­βά­νι­στοι. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ σι­γὴ σκέ­πα­ζε τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς πα­πᾶ. Οἱ Χρι­στια­νοὶ νη­στε­μέ­νοι κι ἐ­ξο­μο­λο­γη­μέ­νοι λει­τουργή­θη­καν καὶ με­τά­λα­βαν. Τὰ νε­ο­φώ­τι­στα παι­διὰ κρα­τοῦ­σαν λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Ὁ ἅ­γιος εἶ­πε καὶ μοί­ρα­σαν σ’ ὅ­λους κε­ριά, ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε ἡ συ­νο­δεί­α του. Τ’ ἄ­να­ψαν ὅ­λα καὶ ἡ τα­πει­νή τους ἐκ­κλη­σιὰ ἀ­στρα­πο­βό­λη­σε. Πλημμυρισμένες ἀπὸ χαρὰ οἱ καρδιές τους, ἀλάφρωσαν λίγο ἀπ’  τὸ πλάκωμα τῆς σκλαβιᾶς. Τοὺς φά­νη­κε σὰν νά ‘χαν Λαμ­πρή.
Ἤ­θε­λαν νὰ τὸν κρα­τή­σουν ἀ­κό­μα, μὰ ὁ ἅ­γιος βι­α­ζό­ταν. Εἶ­χε νὰ πε­ρά­σει ἀ­μέ­τρη­τους τό­πους καὶ χω­ριά. Παν­τοῦ τὸν πε­ρί­με­ναν. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια τὸν ξε­προ­βό­δι­σαν. Ἔ­φε­ραν ἕ­να μου­λά­ρι γιὰ νὰ τὸν κα­τε­βά­σουν ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια μο­νο­πά­τια. Εἶ­παν στὸ παι­δὶ ποὺ τρα­βοῦ­σε τὸ σχοι­νί, ἂν συμ­βεῖ τί­πο­τε κά­τω στὶς κα­κο­το­πι­ές, νὰ τρέ­ξει ψη­λὰ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ρά­χη καὶ νὰ φω­νά­ξει. Ὁ ἅ­γιος χα­μο­γέ­λα­σε.
-   Θά ‘ρθει και­ρός, τοὺς εἶ­πε, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θὰ μι­λοῦν ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ μέ­ρος σὲ ἄλ­λο, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ πλα­γι­νὰ δω­μά­τια. Δὲν θὰ τα­ξι­δεύ­ε­τε πιὰ μὲ τὰ ζῶ­α. Θὰ δεῖ­τε στὸν κάμ­πο ἁ­μά­ξι χω­ρὶς ἄ­λο­γα νὰ τρέ­χει γρη­γο­ρώ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν λα­γό. Θὰ βγοῦν πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὰ σχο­λεῖ­α, ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν τὰ φαν­τά­ζε­ται. Ὅ­μως ἀ­π’ τοὺς δι­α­βα­σμέ­νους θὰ ‘ρθεῖ καὶ με­γά­λο κα­κό. Θὰ δεῖ­τε νὰ πε­τᾶ­νε ἄν­θρω­ποι στὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν μαυ­ρο­πού­λια καὶ νὰ ρί­χνουν φω­τιὰ στὸν κό­σμο.
Οἱ ἁ­πλο­ϊ­κοὶ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­λά­βουν τὰ προ­φη­τι­κά του λό­για, μὰ τὰ φύ­λα­ξαν εὐ­λα­βι­κὰ στὴν καρ­διά τους. Θὰ τὰ ζοῦ­σαν καὶ θὰ τὰ κα­τα­λά­βαι­ναν κα­λὰ οἱ κα­το­πι­νὲς γε­νι­ές.
Ὁ ἅ­γιος τοὺς εὐ­λό­γη­σε, χαι­ρέ­τη­σε καὶ ἔ­φυ­γε. Ὁ δρό­μος του ἦ­ταν μα­κρύς. Εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη τὴν Ἑλ­λά­δα, γιὰ νὰ ξα­να­στυ­λώ­σει τὸ ἀ­φα­νι­σμέ­νο του γέ­νος. Γιὰ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἔ­τρε­χε. Καὶ τὰ κα­τά­φε­ρε.
«Ἐ­κα­τά­στη­σε σχο­λεῖ­α παν­τα­χοῦ, τό­σον ἑλ­λη­νι­κὰ (γυ­μνά-σια-λύ­κεια), ὅ­σον καὶ κοι­νὰ (δη­μο­τι­κά), διὰ νὰ πη­γαί­νουν τὰ παι­δί­α καὶ νὰ μα­θαί­νουν δω­ρε­ὰν τὰ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα. Ἐ­κα­τά­πει­σε τοὺς πλου­σί­ους καὶ ἠ­γό­ρα­σαν ὑ­πὲρ τὰς τέσ­σα­ρας χι­λιά­δας κο­λυμ­βή­θρας με­γά­λας χαλ­κω­μα­τέ­νιας, πρὸς δώ­δε­κα γρό­σια τὴν κα­θε­μί­αν, διὰ νὰ βα­πτί­ζων­ται κα­θὼς πρέ­πει τὰ παι­δί­α τῶν Χρι­στια­νῶν. Βι­βλί­α ἐ­μοί­ρα­ζε χά­ρι­σμα εἰς ἐ­κεί­νους ὅ­που ἤ­ξευ­ραν γράμ­μα­τα.
Κομ­βο­σχοί­νια καὶ σταυ­ρού­δια ἐ­μοί­ρα­ζεν (ὑ­πὲρ τὰς πεν­τα­κο­σί­ας χι­λιά­δας) εἰς τὸν κοι­νὸν λα­όν, διὰ νὰ συγ­χω­ροῦν τοὺς ἀ­γο­ρά­ζον­τας. Εἶ­χε τεσ­σα­ρά­κον­τα ἢ πεν­τή­κον­τα ἱ­ε­ρεῖς ὅ­που τὸν ἠ­κο­λού­θουν, καὶ ὅ­ταν ἔ­μελ­λε νὰ ὑ­πά­γῃ ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν εἰς ἄλ­λην, ἐ­πα­ράγ­γελ­λε εἰς τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, νὰ νη­στεύ­σουν καὶ νὰ κά­μουν ἀ­γρυ­πνί­αν.
Μοι­ρά­ζον­τας εἰς ὅ­λους κη­ρί­α δω­ρε­άν, ἔ­βαλ­λε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἐ­δι­ά­βα­ζαν τὸ ἅ­γιον Εὐ­χέ­λαι­ον καὶ ἐ­χρί­ον­το ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί. Ἐ­πει­δὴ τὸν ἠ­κο­λού­θει λα­ὸς πο­λύς, δύ­ο καὶ τρεῖς χι­λιά­δες, ἐ­πρό­στα­ζεν ἀ­πὸ τὸ ἑ­σπέ­ρας καὶ ἑ­τοί­μα­ζαν σακ­κί­α πολ­λὰ ψω­μὶ καὶ κα­ζά­νι σι­τά­ρι βρα­σμέ­νον, καὶ οὕ­τως ἔ­παιρ­ναν ὅ­λοι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να καὶ ἐ­συγ­χώ­ρουν ζῶν­τας καὶ τε­θνε­ῶ­τας».
Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς πέ­θα­νε μαρ­τυ­ρι­κά, μὲ ἀ­παγ­χο­νι­σμό, στὶς 24 Αὐ­γού­στου 1779, ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το, στὰ χώ­μα­τα τῆς Βο­ρεί­ου Ἠ­πεί­ρου. Ἡ φω­τι­σμέ­νη του μορ­φὴ ἔ­μει­νε βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ λα­οῦ μας. Ἔ­γι­νε δά­σκα­λος καὶ ὁ­δη­γὸς τοῦ γέ­νους μας. Ἂς κα­θο­δη­γεῖ καὶ ἐ­μᾶς στοὺς δύ­σκο­λους και­ρούς μας, νὰ εἴμα­στε ἄ­ξιοι τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ θέ­λη­σε νὰ μᾶς χα­ρί­σει.
Νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του!