Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου


visit counter



Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. Βαρθολομαίου

Μέ θλίψη γίναμε ὅλοι μάρτυρες τῶν διαδραματισθέντων πρό ὀλίγων μηνῶν στήν Ἁγία Γῆ. Μεταξύ τῶν ἄλλων, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος διατύπωσε στό πλαίσιο τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Πάπα Φραγκῖσκο στά Ἱεροσόλυμα στίς 25 Μαΐου τρ.ἔ. μία καινοφανῆ καί ἐντελῶς ξένη πρός τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογία· ὡς ἡ χειρότερη ἔκφανση καί τό ἀποκορύφωμα μιᾶς παρεκκλίνουσας ἐκκλησιολογικῆς πορείας πού ἔχει ἐκκινήσει ἤδη ἀπό πολλοῦ, ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία, ἀπορρίπτει τό ἀκατάλυτον καί ἄφθαρτον τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί Αὐτή, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, εἶναι «ὁ Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εἰς ὅλους τούς αἰῶνας καί εἰς ὅλην τήν αἰωνιότητα. Διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει “σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων”»[1] . Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχου, ἡ Ἐκκλησία, παρά τό θέλημα τοῦ Παντοδυνάμου Χριστοῦ, ἔχει διασπασθεῖ.

1. Διατυπώσεις τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς «διεσπασμένης ἐκκλησίας»
«Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”,  τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ “αὐθεντίαν” καί  “ἀλήθειαν”. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία,  ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία».
«Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν “θεολογικῶν”, “πρακτικῶν” καί “κοινωνικῶν” αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν  πολεμικήν» [2].
Ἡ θέση αὐτή δέν εἶναι παντελῶς νέα· ἤδη πολύ ἐνωρίς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶχε ἐκφράσει τήν ἄποψή του ὑπέρ τῆς ἰσότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ:
«Μιά κοινή μυστηριακή κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναδυθεῖ, διατηρηθεῖ καί μεταδοθεῖ διαχρονικῶς ἀπό τήν ἀποστολική διαδοχή [...] ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή ἔχει δυνηθεῖ νά διακηρύξει, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς Ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἀπό κοινοῦ ὑπεύθυνες γιά τή διαφύλαξη τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μέ πιστότητα πρός τό θεῖο σχέδιο, καί μέ ἕναν τελείως ἰδιαίτερο τρόπο ὅσον ἀφορᾷ στήν ἑνότητα [...] Μέ αὐτήν τήν προοπτική παρακινοῦμε τούς πιστούς μας, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσουν τό πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό ἕνα Βάπτισμα καί ἀπό τή συμμετοχή στή μυστηριακή ζωή»[3].  
«Διά τήν συνειδητοποίησιν τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων τῆς παλαιᾶς ζύμης, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀληθοῦς καί σῳζούσης μετανοίας, ὠφελιμότατος εἶναι ὁ διάλογος [...] Ἐφ’ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καί ἀρχηγός τῆς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τήν παραδοχήν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καί προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τήν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ΄ ἕν σῶμα μετ’ αὐτῶν καί ἐπιθυμεῖ τήν βίωσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς ἐν Χριστῷ, τήν ἀποκατάστασιν δηλονότι αὐτῆς, διαταραχθείσης κατά τό παρελθόν, καί ὄχι τήν ἀπορρόφησιιν τῆς ἄλλης»[4].
Ἡ παράδοξη αὐτή διεύρυνση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἄφησε ἐκτός τοῦ περιβόλου της τούς αἱρετικούς Προτεστάντες· περί τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε τό ἔτος 2008:
«Ἀπηλλαγμένοι λοιπόν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος καί ἀποφασισμένοι νά παραμείνωμεν ἡνωμένοι καί νά ἐργασθῶμεν ἀπό κοινοῦ, ἐθέσαμεν, πρό δύο ἐτῶν, κατά τήν διάρκειαν τῆς Θ’ Συνελεύσεως ἐν Porto Alegre Βραζιλίας, τάς βάσεις μιᾶς νέας περιόδου εἰς τήν ζωήν τοῦ Συμβουλίου»[5] 
Πρός κοινή ἔκπληξη, τό τελικό κείμενο τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης διακηρύσσει περί τῶν «ἐκκλησιῶν» τοῦ Π.Σ.Ε.:
«Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες [...] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι»[6].
Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας), θεολογικός σύμβουλος τοῦ Πατριάρχου, ἐπίσης θεωρεῖ ὡς ἐντός «ἐκκλησίας» ὅσες (δι)αιρέσεις καί σχίσματα ἐφαρμόζουν ἕνα ὁποιοδήποτε «βάπτισμα»:
«Τό βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριο στήν Ἐκκλησία. Τώρα μέ αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο εἶναι κατανοητό νά ὑπάρξει διαίρεση, ἀλλά ὁποιαδήποτε διαίρεση μέσα σέ αὐτά τά ὅρια δέν εἶναι τό ἴδιο μέ τήν διαίρεση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτῶν πού βρίσκονται ἔξω ἀπό αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο [...] Ἐντός τοῦ βαπτίσματος, ἀκόμη καί ἄν ὑπάρχει μία διάσπαση, μία διαίρεση, ἕνα σχίσμα, ἀκόμη μπορεῖς νά μιλᾶς γιά Ἐκκλησία»[7].
Διευρύνοντας αὐθαιρέτως τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κ. Ἰωάννης περιόρισε τό ἐπ’ αὐτῷ καί τό πεδίο τῶν αἱρέσεων· κατ’ αὐτόν «ἐκκλησιαστικοποιεῖται» κάθε αἵρεση ἡ ὁποία δέν ἀντιπίπτει ἐκπεφρασμένως στό Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅπως δηλαδή ὁ Μονοφυσιτισμός-Μονοθελητισμός (τῶν λεγομένων «προχαλκηδονίων»), ἡ Εἰκονομαχία, ὁ ἀντι-ησυχασμός, ὁ ἐθνοφυλετισμός κ.λπ. :
«Ἡ αἵρεση, δηλαδή ἡ ἀπόκλιση ἀπό αὐτό πού πιστεύει καί ὁμολογεῖ μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεώς της ἡ Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ αὐτομάτως ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρόβλημα ὅμως ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού ἡ ὀπτική αὐτή γωνία ἀπολυτοποιεῖται [...]»[8].
Ὅλα τά παραπάνω φαίνονται ὡς προβολή καί προέκταση τῆς παλαιᾶς προτάσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, μέντορος τῶν μετά ταῦτα πρωτεργατῶν τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ:
«Εἰς τήν κίνησιν πρός ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς»[9].

2. Ἔμπρακτη ἐφαρμογή διαχρονικῶς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας
Οἱ πεποιθήσεις αὐτές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμπράκτως βεβαιωθεῖ μέ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι: ἐπί παραδείγματι, μέ τήν παρουσία ἤ καί συμπροσευχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σέ ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995), στήν κηδεία τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σέ παπική λειτουργία στό Βατικανό (Ἰούνιος 2008), σέ συνεδρία τῆς Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων (Ὀκτώβριος 2008) καί στήν πρώτη ἐπίσημη λειτουργία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013). Μέ τήν ἀπό κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Καρδινάλιο Cassidy (Φανάρι, Θρονική Ἑορτή 1992), καθώς καί μέ τή συμμετοχή τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ σέ Πατριαρχική Λειτουργία στό Φανάρι (Νοέμβριος 2006), ὅπου ὁ Πάπας, φορώντας ὠμοφόριο, ἀπήγγειλε τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τοῦ ἐψάλη Πολυχρόνιον! Μέ τήν πρόσφατη (Μάιος 2014) συμπροσευχή στήν Ἱερουσαλήμ, ἐνώπιον τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἀκόμη, μέ τήν ἐπίδοση ἁγίου Ποτηρίου ὡς δώρου στόν νεο-εκλεγέντα οὐνίτη (ἐν Ἀθήναις) ἐπίσκοπο «Καρκαβίας», Δημήτριο Σαλάχα (Μάιος 2008). Μέ τή συμμετοχή τοῦ παπικοῦ ἐπισκόπου Louis Pelâtre στόν ἑσπερινό τῆς ἀγάπης στό Φανάρι τό Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος πού συνεχίσθηκε καί τά ἑπόμενα ἔτη, μέ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στό ἱερό Βῆμα διά τῆς Ὡραίας Πύλης. Μέ τή συμμετοχή τοῦ κ. Βαρθολομαίου στή Σύνοδο τῶν Ἀγγλικανῶν στό Labeth Palace (Νοέμβριος 1993). Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, διανθίσθηκαν μέ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἤ καί κοινές ἐκκλησιολογικές δηλώσεις. Στό πλαίσιο τῆς οἰκουμενιστικῆς στοχεύσεώς του ὁ κ. Βαρθολομαῖος δέν παρέλειψε νά παροτρύνει καί τόν νέο Πατριάρχη Βουλγαρίας, Μακαριώτατο κ. Νεόφυτο, νά ἐπανέλθει τό Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας στήν οἰκουμενική κίνηση ἀπ΄ ὅπου ἀπεχώρησε τό 1998[10].

3.  Ἄρνηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πίστεως «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν»
Οἱ ὡς ἄνω δηλώσεις καί τά γεγονότα προσδιορίζουν τή σταθερή ἐκκλησιολογική γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἡ πρόσφατη ἐν Ἱεροσολύμοις δήλωσή του, ἀναδεικνύει σαφῶς καί τήν προφανῆ ἀντιφατικότητα ἤ τή διγλωσσία τῆς ἐκκλησιολογίας αὐτῆς, χαρακτηριστικές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθώς προβάλλει μέν τήν Μίαν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ὡς «διεσπασμένην ἐν χρόνῳ». Ἐν προκειμένῳ τό πατριαρχικό κείμενο δημιουργεῖ σύγχυση καί σαφῶς δέν ὑπαγορεύεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο εἶναι Πνεῦμα «εὐθές»[11]. Εἶναι ἀκόμη εὐνόητο, ὅτι ἡ θέση αὐτή συνιστᾷ συνειδητή ἄρνηση τοὐλάχιστον τῆς ἑνότητος τῆς «Μιᾶς» Ἐκκλησίας ὡς ἰδιότητος καί ὀντολογικοῦ Της δεδομένου. Ἡ συμπερίληψη τῆς ἰδιότητος αὐτῆς στό ἐκκλησιολογικό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας καί ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί κατά συνέπειαν ὅποιος – κληρικός ἤ λαϊκός - ἀμφισβητεῖ συνειδητῶς ἤ ἀπορρρίπτει τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ὁριοθετεῖται μέ κάθε ἀκρίβεια στούς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἰδιαιτέρως στά μονοσήμαντα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εὐλόγως ἐκπίπτει ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑποκείμενος σέ καθαίρεση ἤ ἀφορισμό κατά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους[12].

4. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αἰωνίως ἀκατάλυτη, ἡ ἑνότητα Χριστοῦ καί πιστῶν ἀδιάσπαστη
Ἡ σαφής ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι» [13] τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον ἐπειδή «τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστίν καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί»[14], καταρρίπτει κάθε ἰσχυρισμό τοῦ Πατριάρχου, ὅτι«ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων» στή β΄χιλιετία τῆς ἱστορίας Της! Εἶναι σαφεῖς ἐν προκειμένῳ οἱ διαπιστώσεις τῶν ἁγίων Πατέρων:  γιά τόν Μ. Βασίλειο ὁ Χριστός «ἐν μέσῳ»τῆς Ἐκκλησίας «ἐγένετο, χαριζόμενος αὐτῇ τό μή σαλεύεσθαι»[15]· ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ὀνομάζει τήν Ἐκκλησία «κληρονομίαν Χριστοῦ μεγάλην καί οὐ παυσομένην, ἀλλ’ ἀεί βαδιουμένην», ὁ δέ Χρυσόστομος Ἰωάννης διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται ἀπό τήν Γραφή «ὄρος, διά τό ἀπερίτρεπτον καί πέτρα, διά τό ἄφθαρτον»[16]. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως, ὁμόφωνος μέ τήν ὁμολογία πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «μόνη ἐστίν ὁ στύλος καί τό ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας[17], διότι τό Πνεῦμα τό παράκλητον μένει ἐν αὐτῇ εἰς τόν αἰῶνα»[18]Ἡ συνεχής παρουσία τοῦ Πνεύματος διασφαλίζει τήν Ἐκκλησία, καί γι΄ αὐτό εἶναι ὁλοκληρωμένο, «περατωθέν», τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἔργον ἐκπεράνας εὔφρανε φίλους»[19].
Στήν Ἐκκλησία πιστεύουμε ὡς εἰς αἰώνιο θεανθρώπινο καθίδρυμα τό ὁποῖον «οὐ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐκταθήσεται μόνον, ἀλλά καί πανταχοῦ τοῦ αἰῶνος»[20] καί συνεπῶς δέν ἡττᾶται ἤ παρέρχεται· εἶναι πασιφανές, ὅτι αὐτή ἡ χωροχρονική ἔκταση δέν ἀφορᾷ μιά νοητή«ἄχρονη» Ἐκκλησία, ἀλλά τήν «ἐν χρόνῳ» στρατευομένη, ἡ ὁποία εἶναι καί ἱστορικῶς ἐμφανέστατη ὡς ἑνότητα-κοινωνία πιστῶν[21], διότι εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» καί«οἶκος τοῦ Θεοῦ περίοπτος τοῖς ἁπανταχοῦ»[22].
Ἡ ὑπερφυής ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ εἶναι κάτι τό δεδομένο, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας[23], τόν Χριστό, μέ τή συνεχῆ παρουσία τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός Του σ’ Αὐτήν[24], ἕως τῆς συντελείας, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Οἱ πιστοί, ὡς τό Σῶμα τῆς Κεφαλῆς, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο συμπλήρωμά Της, «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Χριστοῦ[25], γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἡ Μία Ἐκκλησία «ἐκτός χρόνου», δηλαδή χωρίς ἐπί γῆς πιστούς· γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἔνθα γάρ ἡ κεφαλή, ἐκεῖ καί τό σῶμα· οὐδενί γάρ μέσῳ διείργεται ἡ κεφαλή καί τό σῶμα· εἰ γάρ διείργετο, οὐκ ἄν εἴη σῶμα, οὔκ ἄν εἴη κεφαλή [...] Ὅρα πῶς αὐτόν κοινῇ πάντων χρῄζοντα εἰσάγει [...] Διά πάντων οὖν πληροῦται τό σῶμα αὐτοῦ. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συνημμένοι καί συγκεκολλημένοι»[26]Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δοξάζεται καί ἐν Χριστῷ καί ἐν τῷ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ, τῆς ὁποίας μόνης εἶναι Σωτήρ ὁ Θεάνθρωπος[27], ὁ ὁποῖος «ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν»[28]. Ὅποιος δέν πιστεύει στή συνέχεια τῆς Ἐνσαρκώσεως, τήν Ἐκκλησία, δέν πιστεύει στόν Χριστό· ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἐντός τοῦ χρόνου Σαρκώσεως. Καί ὅπως ὁ Κύριός μας ἐθέαθη, ψηλαφήθηκε καί προσκυνήθηκε ἐν σαρκί, ἐν χρόνῳ, ἔτσι ἐπίσης συνεχίζει νά συμβαίνει καί μέ τό Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία - ἑνωμένη καί ἁγία - ἐν χρόνῳ. Ἄν θά δεχόμασταν τή διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, θά δεχόμασταν λοιπόν τήν ἐκμηδένιση τῆς Ἐνσαρκώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου[29].

5. Ἐπειδή ὁ Χριστός «οὐ μεμέρισται» ἡ ἑνότητα εἶναι δεδομένον «κτῆμα» τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Ἐκκλησία ἔχοντας ὡς ὀντολογικό Της δεδομένο τήν ἑνότητα, δέν τήν ἐπιζητεῖ, ἁπλῶς τήν διατηρεῖ - «τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»[30] -, εἶναι δέ αὐτή οὐσιῶδες  χαρακτηριστικό Της, καθ΄ὅσον «τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλ΄ ἑνώσεώς ἐστι καί συμφωνίας ὄνομα»[31]Ἐκκλησία διῃρημένη καί διεσπασμένη εἶναι τραγέλαφος καί ψιλή φαντασία. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης ὁ Θαυματουργός στρεφόμενος κατά τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας περί «ἀοράτου Ἐκκλησίας» φαίνεται νά ἐρωτᾷ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: «Πρός τί καί τό ὄνομα Ἐκκλησία, ἀφοῦ τά μέλη εἰσί μεμονωμένα καί πρός ἄλληλα ἄγνωστα, καί δέν ἀποτελοῦν ὀργανικόν τι σύστημα οὐδ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον κατά τήν ἀληθῆ σημασίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς;»[32]
Ἡ ἑνότης τῆς δογματικῆς πίστεως εἶναι λοιπόν ἐπίσης δεδομένον τῆς Ἐκκλησίας· διότι καθώς ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά διασπασθεῖ - «οὐ μεμέρισται ὁ Χριστός»[33] -,  ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία ὑφίσταται «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»[34]καί ὄχι δογματική πολυφωνία· ἡ Ἐκκλησία διαμορφώνει ἑνιαία πίστη στό χριστεπώνυμο πλήρωμα, «κατά μίαν τῆς πίστεως καί χάριν καί κλῆσιν τούς πιστούς ἀλλήλοις ἑνοειδῶς συνάπτουσα»[35].

6. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν δέν βλάπτει τήν Ἐκκλησία
Ὅποιος ἐκπίπτει ἀπό τήν ὁμοφωνία τῆς θεολογικῆς ὁμολογίας, καί καθίσταται λοιπόν ξηρό κλῆμα πού ἀπεκόπη ἀπό τήν Ἄμπελο[36], εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος, καθώς σαφῶς προειδοποιεῖ ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης: «Μένε εἰς Ἐκκλησίαν καί οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν δέ φύγῃς ἀπό Ἐκκλησίας, οὐκ αἰτία ἡ Ἐκκλησία [...] Ἐάν δέ ἐξέλθῃς ἔξω, θηριάλωτος γίνῃ· ἀλλ’ οὐ παρά τήν μάνδραν τοῦτο, ἀλλά παρά τήν σήν μικροψυχίαν [...] Ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος»[37].
Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν Λατίνων καί ἡ ἀπουσία τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν ἀπό τή Μία καί Καθολική Ἐκκλησία δέν Τήν ἔβλαψε («οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί οὔτε θά μποροῦσε νά τήν βλάψει· σαφέστατα δηλώνουν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες σέ Σύνοδο τοῦ 18ου αἰῶνος τήν θεανθρώπινη ἀρτιμέλεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔκπτωση τῶν Λατίνων ἐξ ὑπερηφανίας τοῦ Πάπα: «Ὕστερον μέντοι πρό χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλείς καί εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καί καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καί ἀπεσχίσθη [...] Νῦν δέ τά μέν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατά χώραν συνημμένα τε καί συνεραμμένα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καί ἀκυμάντως τό τοῦ βίου τούτου πέλαγος [...]. Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβής Ἐκκλησία ἐπί τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδή Πατριάρχαις, καί μένει ἀδιάσειστος καί ἀκλόνητος»[38].
Βεβαίως, ἡ αἵρεση δέν εἶναι μόνον ἡ εἰς τά καίρια βλάβη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ἀλλά καί στά ἐλάχιστα, τά ὁποῖα πάντοτε ἐξελίσσονται ἐπί τά χείρω. Μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγιος Ταράσιος παρατηρεῖ: «Τό γάρ ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται»[39]Καί μέγας Πατριάρχης ΚΠόλεως Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος συμφωνεῖ: «Εἴτε γοῦν ἐν μείζονι εἴτε ἐν ἐλάττονι διαμαρτάνοι τις τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, αἱρετικός ἐστιν»[40].

7. Ἔχει καταλυθεῖ ἡ Ἱερωσύνη τῶν Ἐπισκόπων ;
Συνεπής ἑρμηνεία τῆς νέας αὐτῆς ἐκκλησιολογίας, καθιστᾷ τόν Πατριάρχη καί ἅπαντες τούς Ἐπισκόπους «ἐλλιπεῖς» ὡς πρός τήν πραγματική Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς τοποτηρητές, ἀλλ΄ ὄχι διαδόχους τῶν Θρόνων τους, καί ἐπόπτες, ἀλλ’ ὄχι τελειωτές τῶν θείων Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐπίσκοποι δέν μετέχουν στό πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ἀληθεύει ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Ἄν διεσπάσθη ἐν χρόνῳ ἡ Μία Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε ἡ ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἶναι ἐν Πνεύματι κοινωνός τῆς ἐπουρανίου Ἱεραρχίας κατά τόν ἅγιο Μάξιμο[41], ἔχει «θρυμματισμένο»  τόν φωτισμό τῆς Ἱερωσύνης, διότι «θεοπτικῶς ὁ ἱεράρχης πρῶτον ἐλλάμπεται, εἶτα μεταδίδωσι τοῖς ὑπ΄ αὐτόν, εἶτα τελειοῖ τούτοις, οἷς μεταδίδωσι τῆς ἐλλάμψεως» [42].
Ἀπό τίς παραπάνω σύντομες, κατά τό δυνατόν περιεκτικές, δογματικές διαπιστώσεις καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ ἀπόσταση τῶν κατά καιρούς πατριαρχικῶν δηλώσεων ἀπό τήν Ὀρθοδοξία: ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πιστεύει σέ μία «διευρυμένη καί διῃρημένη» Ἐκκλησία· διευρυμένη, διότι θεωρεῖ τούς αἱρετικούς ὡς ἀνήκοντες σέ αὐτήν δυνάμει ὁποιουδήποτε «βαπτίσματος», παρά τά αἱρετικά τους δόγματα καί τό σχίσμα τῆς ἀκοινωνησίας, διῃρημένη δέ, διότι δέν ὑπάρχει «διακοινωνία» ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Μολονότι διῃρημένη «ἐντός τῆς ἱστορίας», ἡ Μία Ἐκκλησία συνεχίζει νά ὑφίσταται «κάπου-κάπως», κατά τόν κ. Βαρθολομαῖο. Εἶναι ὅμως καταφανές στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἑνότητά Της εἶναι ὀντολογικό καί ἀναφαίρετο γνώρισμά Της, διότι Αὐτή εἶναι Σῶμα τοῦ ἀδιαιρέτου καί Παντοδυνάμου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διαιρεθεῖ, διότι αὐτό εἶναι κατάλυσή Της καί «ἧττα» τῆς Θεότητος, οὔτε μπορεῖ νά παύσει νά ὑφίσταται, διότι Αὐτή ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς αἰωνίου ἐπί γῆς σωτηρίας. Ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μεταξύ ἄλλων καί στήν ἑνιαία δογματική πίστη, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ὁποίας συνιστᾷ αἵρεση, ἀμφισβήτηση τῶν προϋποθέσεων τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Χριστός ἀπεφάνθη, ὅτι ὅποιος χωρισθεῖ ἀπό τήν Ἄμπελο, δηλ. τόν Ἴδιο, ξηραίνεται ὡς τό κλῆμα καί ἀπόλλυται[43]. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ ὅτι ἡ Ζῶσα καί εὔχυμος Ἄμπελος τοῦ Κυριακοῦ Σώματος χωρίς τά ξηρά κλήματα πού μέ δική τους εὐθύνη ἀπεκόπησαν εἶναι ἐλλιπής, «διεσπασμένη», καί πρέπει ὁπωσδήποτε νά τά «ἐγκεντρίσουμε» σέ Αὐτήν ἐκ νέου, νεκρά ὄντα, στό ἐκκλησιαστικό Σῶμα τῆς ὄντως Ζωῆς, τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ.

8. Ἡ παλαιά ἀντίδραση μέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα
Ἡ καινοτόμος ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ἔχει προωθήσει τόν Οἰκουμενισμό ἀπό τό σημεῖο τῆς ἀπαξιώσεως τῶν δογμάτων, ἴδιον τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, στήν παροῦσα φοβερή διαστρέβλωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως· προφανῶς ἡ διακήρυξη «διαλύσεως» τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Οἰκουμενισμό, ὥστε ἡ «νέα-ἐκκλησία» νά «ἐπανιδρυθεῖ» σέ ἁρμονία μέ τίς οἰκουμενιστικές προδιαγραφές.
Ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, τό Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο εἶχε ἀντιδράσει στά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα. Τρεῖς Μητροπολῖτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐφάρμοσαν τήν προβλεπόμενη ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες καί τούς ἱερούς Κανόνες, τόν 31ον Ἀποστολικό καί τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας, νόμιμη ἐκκλησιαστική ἀντίσταση διά τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί ὀκτώ ἀθωνικές ἱερές Μονές: «διά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρίᾳ ΝΒ΄ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, [...] ἑκάστη Ἱερά Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νά πράττη κατά συνείδησιν εἰς τό θέμα τοῦτο»[44]Ἡ διακοπή ἐκείνη τοῦ μνημοσύνου, χωρίς περαιτέρω ἀποτείχιση ἤ παντελῆ ἀκοινωνησία, ἀποτελοῦσε ἐπαινετή στάση, διότι καθώς ὁρίζει ὁ 15ος ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας[45](ἔτους 861), ὅσοι ἀμύνονται ἔτσι «οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»· ὅσοι μέ τέτοια πρόθεση διακόπτουν τό μνημόσυνον Ἐπισκόπων ἑτεροφρόνων, «οὐκ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» καί γι΄ αὐτό «οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται [...] ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»[46]Λυπούμεθα, διότι ἡ πορεία τῶν πραγμάτων δέν ἐμπνέει αἰσιοδοξία γιά ἀλλαγή πλεύσεως τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Στήν προσεχῆ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στό Φανάρι, γιά τή Θρονική Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στά τέλη τοῦ ἐρχομένου Νοεμβρίου καί πάλιν ἀναφαίνεται στόν ζοφερό ὁρίζοντα τυπικόν αὐξημένης λειτουργικῆς συμμετοχῆς τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, φοροῦντος ὠμοφόριο, μέ λειτουργικό ἀσπασμό πρός αὐτόν (πού δέν προβλέπεται γιά ὅσους δέν λειτουργοῦν ἀλλά παρίστανται μόνον), μέ ἀπαγγελία ἀπό αὐτόν τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», προσευχῆς μέ σαφῆ εὐχαριστιακή ἀναφορά («τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον») καί πού πρέπει νά ἀπαγγέλλεται ἀπό τόν Προεστῶτα ἐκ μέρους τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ· ἀκόμη μέ θυμιάτιση τοῦ Πάπα καί μέ παραχώρηση σέ αὐτόν τοῦ ἄμβωνος, γιά νά κηρύξει. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἁπλῆ συμπροσευχή, διότι ἀσφαλῶς, ἡ Θεία Λειτουργία δέν ἄρχεται ἀπό τό «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», ἀλλά ἀπό τό«Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία»[47]. Κατά τόν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν «ἀπό τήν πλευρά τῆς Παραδόσεως, ὁ μυστηριακός χαρακτήρας τῆς Εὐχαριστίας δέν μπορεῖ τεχνητῶς νά περιορισθεῖ σέ μία πράξη, σέ μία στιγμή τοῦ ὅλου τυπικοῦ. Ἔχουμε μία “τάξη” στήν ὁποία ὅλα τά μέρη καί ὅλα τά στοιχεῖα εἶναι ἀναγκαῖα, εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεμένα μετ΄ ἀλλήλων σέ μία μυστηριακή δομή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Εὐχαριστία εἶναι μυστήριο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καί ἡ ἐκπλήρωση ἤ ὁλοκλήρωσή της “καθίσταται ἐφικτή” ἀπό ὅλη τή Λειτουργία»[48].
Εὐχόμεθα, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος νά ἀναλογισθεῖ τή μέγιστη εὐθύνη του ἔναντι ἐκείνων τούς ὁποίους ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί τήν ἀπογύμνωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν «χιτῶνα τῆς ἀληθείας, τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας»[49]Τίποτε ἀπό τά ὀρθόδοξα δόγματα δέν θά ἐκπέσει ποτέ. Τίποτε δέν θά μεταβληθεῖ ποτέ. Καί ποτέ δέν θά προστεθεῖ καμμία ἀπόφαση νέα πού νά ἀλλοιώνει τίς παλαιές.  Δογματική ἐξέλιξη δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει  καμμία, κανενός εἴδους[50].

«Ὁ δέ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα, ὅστις ἄν ᾖ»[51]

Ἀκολουθοῦν μετά τίς ὑποσημειώσεις οἱ ὑπογραφές δύο χιλιάδων περίπου προσώπων, Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καί λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νά συμμετάσχουν στήν μικρή αὐτή κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νά τό δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μέ τό κείμενο ἐναντίον της Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Πατριάρχου Βαρθο­λομαίου” καί προσυπογράφω». Νά  ἀποστείλουν δέ τήν δηλωση μέ τό ὄνομά τους καί τήν κληρική, μονα­στι­κή ἤ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα στή διεύθυνση: Περιοδικό «Θεοδρομία», Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη, Fax: 2310.276590 καί e-mail:synaxisorthkm@gmail.com 


[1]ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος· μελετήματα  Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1987, σελ.182 (Κεφάλαια Ἐκκλησιολογικά, §33). Βλ. καί Ἐφ.5, 27. 
[2]. «Οικουμενικός Πατριάρχης προς Πατριάρχη Ιεροσολύμων: Αμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας», Amen.gr (24 Μαϊ 2014)http://www.amen.gr/article18151 (παράγραφος §4).
[3]. «Common Declaration Signed in the Vatican by Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew I, June 29, 1995», EWTN Global Catholic Network,http://www.ewtn.com/library/PAPALDOC/BARTHDEC.HTM. Βλ. καί Ἐπίσκεψις 520 (31-7-1995) 20.
[4]. Προσφώνησις πρός τήν παπικήν ἀντιπροσωπείαν ὑπό τόν Καρδινάλιο William Keeler, κατά τήν Θρονική Ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως (1998) ἐν Ἐπίσκεψις, ἔτος 29ον, ἀρ. 563 (31-11-1998).
[5]. « Ὁμιλία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑξηκοστῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (Καθεδρικός Ναός Ἁγίου Πέτρου Γενεύης, τήν 17ην Φεβρουαρίου 2008) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr
[6]. Μτφρ. ἀπό τό Called to be the One Church, §6 καί 7 ἐν God, in your Grace ... Official Report of the Ninth Assembly of the World Council of Churches, ὑπό Luis N. Rivera-Pagán, WCC Publications, Geneva 2007, σ. 257.
[7]. «Orthodox Ecclesiology and the Ecumenical Movement», Sourozh Diocesan Magazine (Ἀγγλία), τόμ. 21 (Αὔγουστος 1985), σ. 16.
[8]. «Ἐκκλησία καί ἔσχατα», Ἐκκλησία καί Ἐσχατολογία, Ἱ.Μ. Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2001, σ. 30.
[9]. Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων 1967, ἐν Α. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ,Ἀπό τήν πορείαν τῆς ἀγάπης: ἡ ἐπίσκεψις τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμεν. Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς Ἀγγλίαν –Νοέμβριος 1967, Ἀθῆναι 1968, σελ. 87.
[10]. «Χαιρετισμός τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν Ὑποδοχήν ἐν τῇ Αἰθούσῃ τοῦ Θρόνου τοῦ Μακ. Πατριάρχου Βουλγαρίας κ. κ. Νεοφύτου» (Φανάριον, 20 Σεπτεμβρίου 2013) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1757&tla=gr· «Ἔχομεν δι᾿ ἐλπίδος ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας ὑπό τήν Ὑμετέραν πεπνυμένην καθοδήγησιν, Μακαριώτατε, θά συμμετέχῃ, κατά παράδοσιν καί πανορθόδοξον ἐν Διασκέψεσιν ἀπόφασιν, εἰς τούς διορθοδόξους καί διαχριστιανικούς διαλόγους».
[11]Ψαλμ. 50, 12· πρβλ. καί Ἰακ. 5, 12· «ἤτω δέ ὑμῶν τό ναί ναί καί τό οὔ οὔ, ἵνα μή εἰς ὑπόκρισιν πέσητε».
[12]. Βλ. ἱερόν ζ΄Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ACO 1,1,7,105ἑ.).
[13]Ματθ. 16, 18.
[14]Α΄ Κορ. 1, 25.
[15]Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣὉμιλία εἰς τόν με΄ Ψαλμόν 5, PG 29B, 424B.C.
[16]ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος Δ΄ (Κατά Ἰουλιανοῦ Βασιλέως Α΄) 67, PG 35, 588C-589A. Τό χωρίον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου παρά τῷ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣἹερά Παράλληλα, Στοιχεῖον Ε, τίτλος ΣΤ΄, PG 95, 1436A.  
[17]Α΄ Τιμ. 3, 15
[18]ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣΜελέται δύο· Α΄: Περί τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Β΄: Περί τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ἐκδ. Ν. Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 1987, σ. 32.
[19]Πεντηκοστάριον, Ὄρθρος Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ἰαμβικός κανών, ᾠδή α΄. 
[20]ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,  Εἰς τόν Ψάλμ. 44, PG 55, 203.
[21]. Ὅτι εἶναι ὁρατή εἶναι ἐμφανές καί στήν Ἁγία Γραφή· βλ. Πράξ. 2, 41 καί 2, 47: «ὁ δέ Κύριος προσετίθει καθ΄ ἡμέραν τούς σῳζομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ».
[22]Ματθ. 5, 14 καί ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣἘξήγησις ὑπομνηματική εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 1, 2 PG 70, 69A.B. Βλ. καί ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣΕὐαγγελική προπαρασκευή 6, 18 PG 22, 457D
[23]Ἐφ. 1, 22.23
[24]Ἰω. 14, 16 καί Λουκ. 24, 49
[25]Ἐφ. 1, 22.23· «καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις έστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου»
[26]Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους 1, 3, 2· PG 62, 26.
[27]Ἐφ. 3, 21· «αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσας τάς γενεάς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν»· Ἐφ. 5, 23· «... ὡς καί ὁ Χριστός κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτός ἐστι σωτήρ τοῦ σώματος».
[28]Ἐφ. 5, 29 
[29]. ΑΝΩΝΥΜΟΣ (Ὀρθόδοξος Ἱερεύς), Τά προσφάτως διαδραματισθέντα στήν Ἁγία Πόλη καί τό ἐκκλησιολογικό τους ὑπόβαθρο, http://www.impantokratoros.gr/B15881B3.el.aspx  
[30].  Ἐφ. 4, 3.
[31]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν Πρός Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολήν 1, PG 61, 13
[32]ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣαὐτόθι, σ. 27.
[33]Α΄ Κορ. 1, 13 
[34]Ἐφ. 4,5 
[35]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Μυσταγωγία 24, PG 91, 705Β.
[36]Ἰω. 15, 4-6
[37]ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος 1, PG 52, 397.
[38]Ἀποκρίσεις (1716/1725) τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, (Ἀπόκρισις 5), εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 794ἑξῆς.
[39]Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος,Πράξις Α’, Mansi 12, 1031-1034. 
[40]Πρός τόν Βασιλέα· ἐπέμφθη αὐτῷ τῇ ιβῃ τοῦ Μαρτίου 6,  ἐν Γενναδίου Σχολαρίου Ἅπαντα τά Εὑρισκόμενα, τόμ. 3, ἐκδ. Louis Petit – X.A. Siderides, Paris 1930, σ. 161.
[41]Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας  5, 2.4 PG 4,161A.  
[42]ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραχίας 5, 2.4 PG 4,164Α. Πρβλ. ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας 3,2 PG 3, 428A.
[43].  Ἰω. 15, 4-6 
[44]. Βλ. τό σχετικόν Γράμμα τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου ἐν Θεοδρομία ΙΑ΄1 (Ἰαν-Μάρ 2009) 77. Τά συναφῆ ὅλα στίς σσ. 75-81.
[45]. ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982, σ. 358. 
[46]. Βλ. τή γνώμη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου (αὐτόθι, σ. 344) περί τῶν Κανόνων τῆς Πρωτοδευτέρας «... ἀναγκαῖοι μέν ὄντες εἰς τήν τῆς Ἐκκλησίας εὐκοσμίαν καί κατάστασιν, βεβαιούμενοι δέ καί ἐπικυρούμενοι ἀπό τε τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Φωτίου, ἀπό τούς ἑρμηνευτάς τῶν κανόνων καί ἀπό ὅλην τήν Ἐκκλησίαν».
[47]Πρβλ. ΠΡΕΣΒ. ΑΝ. ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς· προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 118 καί γενικῶς σσ. 113-118.  
[48]«Theology and Eucharist» (§6), http://www.schmemann.org/byhim/theologyandeucharist.html  
[49]Κοντάκιον τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (13-19  Ἰουλίου) 
[50]Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, «Ὁ Οἶκος τοῦ Πατρός», ἐν Ἀνατομία Προβλημάτων τῆς Πίστεως, μτφρ. Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 133. 
[51]. Γαλ. 5, 10

Σεραφείμ προς Βαρθολομαίο για τα περί "ένωσης των Εκκλησιών": "Λογαριάζεις χωρίς τον ξενοδόχο


visit counter
"

Πύρινη απάντηση από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθλομαίο για τα περί "ένωσης της Ορθοδόξου μετά της Καθολικής Εκκλησίας". Ανακοίνωση με αιχμές προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο εξέδωσε το Γραφείο Αιρέσεων και Παραθρησκειών της Μητρόπολης Πειραιά .
 
Μετά την πρωτοφανή δήλωση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην αυστριακή εφημερίδα Κουρίρ με την οποία σημειώνει πως η αποκατάσταση της διάσπασης της και η επανένωση της Εκκλησίας συνιστά μεγάλο καθήκον της εποχής μας, και παραπέμπει στα πρώτα βήματα που ξεκίνησαν σε αυτή την κατεύθυνση πριν από 50 χρόνια ο Πάπας Παύλος ο Έκτος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, απάντησε ο Μητροπολίτης Πειραιώς λέγοντας μάλλιστα στον Οικουμενικό Πατριάρχη ότι "λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο που έινια ο πιστός λαός".
 
Στη συνέχεια ο Οικουμενικος Πατριάρχης παρατηρεί, ότι "ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος ανάμεσα στις Εκκλησίες βοήθησε να εξαλειφθούν παρεξηγήσεις και διαφορές απόψεων"!
 
Ο Σεβασμιώτατος Σεραφείμ ανταπαντά "Με τις παρά πάνω δηλώσεις του ο Παν. κ. Βαρθολομαίος, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, φαίνεται να βαδίζει ακάθεκτος προς την ένωση της αμωμήτου Ορθοδοξίας μας με την παρασυναγωγή του Παπισμού, διαγράφοντας με μια μονοκονδυλιά Ορθοδόξους Συνόδους και αγίους Πατέρες αιώνων. 
 
Το ερώτημα είναι ποιο μοντέλο θα ακολουθήσει εφ’ όσον ο αμετανόητος Παπισμός μένει αμετακίνητος πεισματικά στις κακοδοξίες του; Το μόνο μοντέλο που υφίσταται ιστορικά, είναι η ενωτική συμφωνία της Ψευδοσύνοδου Φεράρας – Φλωρεντίας (1438-1439), την οποία ο Ρωμαιοκαθολικισμός περιβάλλει με το κύρος «Οικουμενικής Συνόδου» και την οποία, ως γνωστόν, απέρριψαν και καταδίκασαν μια πλειάδα Ορθοδόξων Συνόδων και αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας."
 
Ακολουθεί αναλυτικά ολόκληρη η ανακοίνωση εξέδωσε το Γραφείο Αιρέσεων και Παραθρησκειών της Μητρόπολης Πειραιά : «Με μεγάλη θλίψη και πόνο ψυχής αναγνώσαμε στον ηλεκτρονικό τύπο πρωτοφανείς δηλώσεις του Παν. Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στην αυστριακή εφημερίδα «Κουρίρ», κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αυστρία.
 
Όπως μας πληροφορεί το ειδησεογραφικό ιστολόγιο Defencenet: «Σε επιστροφή στη Συμφωνία της Φεράρας – Φλωρεντίας και στην Ένωση των δύο μεγάλων Εκκλησιών της Χριστιανοσύνης, της Ορθόδοξης και της Καθολικής, θέλει να προχωρήσουμε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος σε συνέντευξή του στην αυστριακή εφημερίδα “Κουρίρ”. Στην ίδια συνέντευξη, όταν ερωτάται για το Σχίσμα του 1054, (που διαίρεσε τον Χριστιανισμό σε Καθολικισμό και Ορθοδοξία), ο κ. Βαρθολομαίος σημειώνει πως η αποκατάσταση της διάσπασης και η επανένωση της Εκκλησίας συνιστά μεγάλο καθήκον της εποχής μας και παραπέμπει στα πρώτα βήματα που ξεκίνησαν σε αυτή την κατεύθυνση πριν από 50 χρόνια ο Πάπας Παύλος ο Έκτος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, ενώ, όπως παρατηρεί, ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος ανάμεσα στις Εκκλησίες βοήθησε να εξαλειφθούν παρεξηγήσεις και διαφορές απόψεων!».
 
Θεωρήσαμε καθήκον μας να σχολιάσουμε την είδηση τις δηλώσεις του Οικουμενικού Πατριάρχου, με σκοπό την ενημέρωση και επαγρύπνηση του πιστού λαού του Θεού.
 
Με τις παρά πάνω δηλώσεις του ο Παν. κ. Βαρθολομαίος, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, φαίνεται να βαδίζει ακάθεκτος προς την ένωση της αμωμήτου Ορθοδοξίας μας με την παρασυναγωγή του Παπισμού, διαγράφοντας με μια μονοκονδυλιά Ορθοδόξους Συνόδους και αγίους Πατέρες αιώνων. 
 
Το ερώτημα είναι ποιο μοντέλο θα ακολουθήσει εφ’ όσον ο αμετανόητος Παπισμός μένει αμετακίνητος πεισματικά στις κακοδοξίες του; Το μόνο μοντέλο που υφίσταται ιστορικά, είναι η ενωτική συμφωνία της Ψευδοσύνοδου Φεράρας – Φλωρεντίας (1438-1439), την οποία ο Ρωμαιοκαθολικισμός περιβάλλει με το κύρος «Οικουμενικής Συνόδου» και την οποία, ως γνωστόν, απέρριψαν και καταδίκασαν μια πλειάδα Ορθοδόξων Συνόδων και αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.
 
Αλλά ποιά αξία μπορεί να έχουν γι’ αυτόν οι άγιοι αυτοί Πατέρες, που συγκρότησαν τις εν λόγω Συνόδους, ή ομίλησαν κατά του Παπισμού, αφού αποτελούν «θύματα του αρχεκάκου όφεος και ευρίσκονται ήδη εις χείρας του δικαιοκρίτου Θεού»;
 
[1] Ο κ. Βαρθολομαίος θεωρεί προφανώς χρέος του να επανορθώσει «τα σφάλματα εκείνων» και να προχωρήσει στην πολυπόθητη ένωση, η οποία σύμφωνα με την παρά πάνω δήλωσή του «συνιστά μεγάλο καθήκον της εποχής μας». Πιο ξεκάθαρη δήλωση από αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Μια δήλωση που έρχεται «βούτυρο στο ψωμί» στις μόλις προ ολίγων ημερών υβριστικές και ταπεινωτικές δηλώσεις του Πάπα, σχετικά με την δήθεν «ασθένεια» της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
 
Τι είδους όμως ένωση ήταν αυτή, που επιχειρήθηκε στην Ψευδοσύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας; Με απλά λόγια ήταν μια ουνιτικού τύπου ένωση. Και άλλη φορά στο παρελθόν ασχοληθήκαμε με την Ψευδοσύνοδο αυτή. Εδώ θα υπενθυμίσουμε μερικά μόνο στοιχεία αυτής προς ενημέρωση των αναγνωστών μας.
 
Το πρώτο που πρέπει να σημειώσουμε είναι, ότι ο προδοτικός «όρος» τον οποίον υπέγραψε η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία δεν υπήρξε καρπός ελευθέρας θεολογικής συζητήσεως, αλλά καρπός αφορήτων πιέσεων και πολιτικής σκοπιμότητος. 
 
Και γι’ αυτό πολύ ορθά θεωρήθηκε άκυρος. Δεν μπορεί κανείς εύκολα να φαντασθεί, ποιές δόλιες μεθοδεύσεις επιχειρήθηκαν, τι είδους ραδιουργίες και ποιάσκοτεινά παρασκήνια έλαβαν χώρα στο «Καϊαφαϊκό» εκείνο «συνέδριο»[2], όπως το χαρακτήρισε ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, από την πλευρά των παπικών. 
 
Τις δωροδοκίες, τους εκβιασμούς και τις καταπιέσεις (που έφθασαν μέχρι στερήσεως τροφής), τις οποίες υπέστησαν όλα τα μέλη της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας εκ μέρους του Πάπα και ιδίως ο άγιος Μάρκος, προκειμένου να κάμψουν το φρόνημα των Ορθοδόξων, ώστε να υπογράψουν τον «Όρο» της συνόδου με τα παπικά δόγματα.
 
Όπως μαρτυρεί στα απομνημονεύματά του ο Σύλβεστρος Συρόπουλος, αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων, όταν έπαυσαν οι δημόσιες συζητήσεις «κρύφα και συνεσκιασμένως πάντα εγίνοντο». 
 
Ο βασιλεύς με μικράν μόνον ομάδα «ιδία και μυστικώς ελάλει μετά του πάπα».[3] Οι Έλληνες υπέγραψαν τελικά «στένοντες και τρέμοντες», «εθελοακουσίως»,[4] δεχόμενοι αφόρητες πιέσεις τόσον από τον αυτοκράτορα, όσον και από τον πάπα. Μέσα από τις περιγραφές αυτές του Συρόπουλου, μπορεί κανείς να πάρει μια ιδέα του τι εστί παπική διπλωματία, παπικήαδιαλλαξία, παπική θηριωδία. Και ας μη νομίσει κανείς ότι σήμερα έχουν αλλάξει οι Παπικοί, ότι έχουν γίνει καλύτεροι. Όχι. Απεναντίας μάλιστα κατάντησαν ακόμη πιο πονηροί, σκληροί και αδιάλλακτοι.
 
Αξίζει επίσης να αναφέρομε και ολίγα τινά από την στάση του λαού μετά την υπογραφή του «Όρου» από την πλειονότητα των ιεραρχών και την επιστροφή των στην Κωνσταντινούπολη, για να φανεί και ο ουσιαστικός ρόλος, τον οποίον έπαιξε στην εν τη πράξει αποκήρυξη της Ψευδοσυνόδου: Όταν οι αρχιερείς αποβιβάσθηκαν από τα πλοία, ο λαός τους ερωτούσε:
 
-«“Πως τα υμέτερα; Πως τα της συνόδου”; (πως πήγε η Σύνοδος;) “ει άρα ετύχομεν την νικώσαν;” (πετύχαμε τη νίκη;)
 
Οι αρχιερείς απαντούσαν ντροπιασμένοι και μετανοημένοι:
-“Πεπράκαμεν (επωλήσαμεν) την πίστιν ημών, αντηλλάξαμεν τη ασεβεία την ευσέβειαν (ανταλλάξαμε την Ορθοδοξία με τον Παπισμό), προδόντες την καθαράν θυσίαν αζυμίται γεγόναμεν” (απορρίψαμε την Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία και δεχθήκαμε την «θεία λειτουργία» των παπικών με άζυμο άρτο).
 
-“Και διατί υπεγράφετε;” Αυτοί απαντούσαν:
– “Φοβούμενοι τους Φράγκους”. Και πρόσθεταν:
– “Η δεξιά αύτη υπέγραψε, κοπήτω (το χέρι αυτό που υπέγραψε ας κοπεί). Η γλώσσα ομολόγησεν, εκριζούσθω” (η γλώσσα αυτή που ομολόγησε την πλάνη της αιρέσεως ας ξεριζωθεί)».[5]
 
Γενικά οι αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου δεν εφαρμόσθηκαν στην πράξη, διότι «ούτε ο Πάπας εμνημονεύετο ούτε ο “Όρος” ανεγνώσθη, ή έτερον τι εκαινοτομήθη»,[6] χάρις στη γενναία αντίσταση του κλήρου και του πιστού λαού, ο οποίος παρέμενε πιστός στην Ορθόδοξη πίστη, παρ’ όλο που εδέχετο απειλές και πιέσεις. 
 
Η πρώτη επίσημη συνοδική καταδίκη της Ψευδοσυνόδου έγινε το 1443, στην Σύνοδο των Ιεροσολύμων, στην οποία οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων Ιωακείμ, Αλεξανδρείας Φιλόθεος, Αντιοχείας Δωρόθεος και ο Μητροπολίτης Καισαρείας Αρσένιος χαρακτήρισαν την Ψευδοσύνοδο «συναθροισθείσαν κουστωδίαν, ητοι μιαράν σύνοδον».[7] Στη συνέχεια επακολούθησαν οι Σύνοδοι της Κωνσταντινουπόλεως του 1450 και του 1482, οι οποίες επανέλαβαν την ίδια καταδίκη. Αλλά και όλες οι μεταγενέστερες Ορθόδοξοι Σύνοδοι, που καταδίκασαν τον Παπισμό, θεωρούσαν πλέον ως δεδομένη και αυτονόητη την καταδίκη της εν λόγω Ψευδοσυνόδου.
 
Φαίνεται ότι ο Προκαθήμενος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της ευσεβούς πηγής του Γένους, καθώς συνειδητοποιεί και ο ίδιος, ότι οι Διάλογοι με τον Παπισμό «δεν πάνε άλλο», αλλά έχουν βαλτώσει για τα καλά, δεν βλέπει άλλη διέξοδο για την ένωση παρά μόνο τη λύση της Φεράρας- Φλωρεντίας. Λογαριάζει όμως χωρίς τον «ξενοδόχο», ή μάλλον τους «ξενοδόχους». Και ο ένας «ξενοδόχος», ο πιστός λαός του Θεού, όπως τότε αγωνίστηκε, έτσι και σήμερα θα αγωνιστεί και δεν πρόκειται να δεχθεί, αλλά θα κηρύξει άκυρη μια νέα Ψευδοσύνοδο τύπου Φεράρας – Φλωρεντίας. Ο δε άλλος «ξενοδόχος», η Εκκλησία της Ρωσίας, με την μόλις πριν από μερικούς μήνες απόρριψη του κειμένου της Ραβέννας, έστειλε σαφές μήνυμα στο Φανάρι, ότι δεν πρόκειται να δεχθεί καμιάς μορφής πρωτείο, είτε αυτό είναι Φαναριώτικο, είτε Παπικό.
 
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
 
[1]Βλ. «Επίσκεψις» αρ. 563, 30.11.1998, σελ. 6.
[2]Νικολάου Βασιλειάδη, Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των Εκκλησιών, Εκδ. Αδελφότης Θεολόγων ο «Σωτήρ», Αθήναι 2007, σελ 178
[3]S. Sguropulym, εκδ. R. Creyghton, τομ. Χ, κεφ. ιη΄, σελ.310.
[4]Βλ. Γ. Σχολαρίου, Άπαντα τα ευρισκόμενα…Τομ. ΙΙΙ, σελ.45,80.
[5]Δούκα, Ιστορία Βυζαντινή, σελ.216Α.
[6]S. Syropoulos, εκδ. V. Laurent, Τμ. ΧΙΙ,κεφ.2, σελ.546-548. Κεφ.3, σελ.548(18-19).
[7] Χρ. Παπαδοπούλου, Το πρωτείον του Επισκόπου Ρώμης, σελ.283»
.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Μία συνάντηση με τον Γέροντα Παΐσιο και τα αίσχη της Ουν


visit counter







Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Ζόζουλακ

 Κάποτε βρέθηκα στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου στο Αγιον Όρος. Μετά από τη Θεία λειτουργία καί το πρωινό ήρθε κοντά μου ένας νεαρός Έλληνας, τελείως άγνωστος σε μένα, καί μου είπε:
-Πηγαίνω τώρα σε ένα γέροντα θέλεις να έρθεις μαζί μου;
-Μάλιστα, του απάντησα.

 Δεν ήξερα ακριβώς περί τίνος πρόκειται καί δεν θυμόμουν ούτε το όνομα του γέροντα, στον όποιο πηγαίναμε. Ήμουν πολύ νέος, μόλις 22 ετών, καί ή ψυχή μου διψούσε για πνευματικές συναντήσεις.

 Προερχόμουν από μία χώρα με αθεϊστικό καθεστώς, το όποιο έπεσε το 1989 καί ή ελευθερία πού αισθάνθηκα στην Ελλάδα ήταν για μένα κάτι το απίστευτο. Είχα διαβάσει για το Αγιον Όρος ως φοιτητής στην Ορθόδοξη θεολογική Σχολή στο Πρέσοβ της Σλοβακίας καί όταν έβλεπα τίς πανέμορφες φωτογραφίες από τα αγιορείτικα μοναστήρια, μου ήταν αδύνατο καν να σκεφθώ ότι κάποτε θα βαδίζω σε αυτή την αγία γη των ασκητών καί αγίων.
  Ό Θεός όμως μου άνοιξε το δρόμο, όχι μόνο να επισκεφθώ το Αγιον Όρος, αλλά καί να ζήσω ένα χρονικό διάστημα με τους μοναχούς.

Το παιδί, δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα του, μου εξηγούσε διάφορα περιστατικά από τα κελιά πού είχε επισκεφθεί στο Αγιον Όρος. Κατάλαβα αμέσως πώς δεν βρισκόταν για πρώτη φορά σε αυτό τον τόπο. Ήξερε με σιγουριά καί το δρόμο, στον όποιο βαδίζαμε καί δεν πέρασε πολλή ώρα όταν φθάσαμε σε μία καλύβα. Ή πόρτα ήταν κλειστή.

- Καλά πού ήρθαμε νωρίς, είμαστε οι πρώτοι, μου είπε καί με κέρασε ένα λουκούμι καί μου εξήγησε:
- Αυτό είναι το κέρασμα του γέροντα. Ό κάθε επισκέπτης παίρνει ένα λουκούμι σαν ευλογία καί πίνει από το καθαρό νερό.

 Μετά κτύπησε με ένα σιδεράκι στην πόρτα καί περιμέναμε. Έμενα μου άρεσε πολύ το λουκούμι καί θαύμαζα την πανέμορφη φύση γύρω -γύρω. Μετά από αρκετή ώρα άνοιξε την πόρτα της καλύβας ένας μοναχός καί φώναξε να περάσουμε μέσα. Μπήκαμε μέσα καί ό μοναχός μας έδειξε να περάσουμε σε ένα δωμάτιο πού είχε κάποιους πάγκους. Χαμογέλασε καί μας ρώτησε:

-Τι θέλετε, παιδιά μου;

  Εγώ δεν μίλησα, επειδή ουσιαστικά δεν ήθελα τίποτε. Ήρθα απλώς παρέα με τον καινούργιο φίλο μου. Αυτός του απάντησε:

- Θα θέλαμε να σας δούμε, γέροντα.
- Εντάξει, είπε καί μου έδειξε την πόρτα για να περάσω σε άλλο δωμάτιο.

  Εκείνη τη στιγμή τρόμαξα λίγο, επειδή δεν ήξερα Τι θέλει από μένα. Περάσαμε στο παρεκκλήσι της καλύβας του καί αρχίσαμε τη συζήτηση. Με ρώτησε για διάφορα θέματα καί εγώ του είπα για το μεγαλύτερο πόνο της ψυχής μου πού ήταν τότε το τρομερό πρόβλημα της Ούνίας. 

 Του μίλησα για τη μεγάλη δοκιμασία των Ορθόδοξων χριστιανών στη Σλοβακία καί του περιέγραψα μία από τίς πιο σκληρές επιθέσεις των παπικών εναντίον των Ορθόδοξων πού έγινε το 1990. 
 Τότε μας πήραν οί ουνίτες με τη βία πολλούς ναούς καί επιπλέον κατάφεραν στη Σλοβακική Βουλή να ψηφίσουν ένα φοβερό νόμο επί τη βάσει του οποίου μας πήραν «με νόμιμο τρόπο» τους υπόλοιπους ναούς. 
 Ήμουν πράγματι πάρα πολύ στενοχωρημένος, καθώς καί όλοι οί Ορθόδοξοι Σλοβάκοι, επειδή ή επίθεση ήταν τόσο γρήγορη καί τόσο δυνατή, ώστε περιμέναμε τον ξεριζωμό της Ορθοδοξίας από τη χώρα μας.
  Ό γέρων Παίσιος άκουσε όλα αυτά με πολλή υπομονή καί με παρηγορούσε με τρόπο πατρικό, γεμάτο αγάπη καί τρυφερότητα. Στο τέλος μου είπε τα έξης λόγια:

- Μη φοβάσαι, παιδί μου, ό Θεός σας αγαπά καί είναι μαζί σας. Θα σας βοηθήσει καί ή Εκκλησία σας θα πάει καλά. Να κάνουμε κι εμείς καμία προσευχούλα καί θα δεις. Πάρε αυτά για ευλογία, μου είπε και μου έδωσε ένα κομποσκοίνι καί δύο βιβλία πού έγραψε ό ίδιος. Μετά με αγκάλιασε, εγώ φίλησα το χέρι του καί του είπα:

- Να προσευχηθείτε για την Ορθοδοξία στη Σλοβακία.

 Για να είμαι ειλικρινής, ήταν δύσκολο τη στιγμή εκείνη να πιστέψω τα λόγια του π. Παϊσίου, επειδή έβλεπα με τα μάτια μου τι γινόταν στις ορθόδοξες ενορίες της Σλοβακίας αυτή την περίοδο. Μπροστά στα μάτια μου αφάνιζαν οί ουνίτες την Ορθοδοξία. 

 Μπροστά στα μάτια μου οί ουνίτες έδερναν ένα ορθόδοξο ιερέα καί παρά λίγο καί εγώ να φάω ξύλο. Όλοι περάσαμε όχι μόνο τους διωγμούς, αλλά ζήσαμε καί το τρομερό ψυχολογικό κλίμα καί την ψυχολογική τρομοκρατία εις βάρος των Ορθόδοξων πιστών από τους ουνίτες, τους οποίους υποστήριζε πλήρως το κράτος. 
 Από το μυαλό μου πέρασε μία απλή σκέψη: Τι μπορεί να ξέρει ένας μοναχός στο Αγιον Όρος, μακριά από τη Σλοβακία, Τι ζούμε εμείς; Μου λέει αυτά τα λόγια, για να μη στενοχωριέμαι. 
 Τώρα, μετά από 13 χρόνια από τη συνάντηση μου με τον γέροντα Πάϊσιο, όταν σκέφτομαι με πόση πίστη μου έλεγε ότι θα μας βοηθήσει ό καλός Θεός σε αυτές τίς δύσκολες στιγμές, βλέπω τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Μου έδωσε θάρρος να αγωνισθώ με τη βοήθεια του Παντοδύναμου Θεού καί να μη σκέφτομαι τίς ανθρώπινες δυνάμεις. Πόσο αληθινά ήταν τα Λόγια του φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι οί Ορθόδοξοι χριστιανοί έμειναν χωρίς ναούς καί δεν τους άφησε ο Θεός. Έκτισαν σχεδόν 100 καινούργιους ναούς στη Σλοβακία τα τελευταία 7 χρόνια.

 Όταν κοιμήθηκε ό γέρων Παΐσιος, γράφτηκε το βιβλίο του Ιερομόναχου Χριστοδούλου Άγιορείτου «Ό γέρων Παΐσιος (Έζνεπίδης), Αγιον Όρος 1994». Λίγους μήνες αργότερα κατέβηκα σε ένα μοναστήρι στην Ελλάδα καί ό ηγούμενος μου έδειξε αυτό το βιβλίο καί μου είπε:

- Αυτό το βιβλίο είναι φοβερό. Οπωσδήποτε πρέπει να μεταφραστεί καί να τυπωθεί καί στη σλοβακική γλώσσα.

 Μου έδωσε το βιβλίο να το διαβάσω. Όταν ξεκίνησα να το διαβάζω, μου έκανε μεγάλη εντύπωση καί αμέσως απεφάσισα να ξεκινήσω τη μετάφραση του ακόμα από το μοναστήρι. Όταν γύρισα στη Σλοβακία ρώτησα σε ένα τυπογραφείο πόσο θα κοστίσει ή εκτύπωση του βιβλίου. Ήταν πάρα πολλά τα χρήματα καί τη στιγμή εκείνη σκέφτηκα το εξής:

- Πάτερ Παΐσιε, εάν θέλεις να τυπωθεί το βιβλίο στα σλοβακικά, βοήθησε με να βρεθούν τα χρήματα.
 Τη μετάφραση την τελείωσα μετά από ενάμισι χρόνο καί στη διάρκεια όλου του διαστήματος μου έρχονταν τα χρήματα καί στο τέλος πράγματι βρέθηκε το απαιτούμενο ποσό, ώστε μπορούσα άνετα να τυπώσω το βιβλίο.
 Στο τέλος, ας μου επιτραπεί να αναφέρω πώς το βιβλίο μέχρι σήμερα έχει εξαντληθεί καί το παράξενο για μένα είναι ότι το γέροντα Πάίσιο έχουν αγαπήσει πολύ καί οί ουνίτες, οί όποιοι διαβάζουν το βιβλίο του. Η μόνη ευχή μου είναι να φωτίσει ό άγιος Παΐσιος ό Αγιορείτης όλους τους ουνίτες να καταλάβουν την πλάνη τους καί να γυρίσουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία στην οποία θα βρουν τη σωτηρία της ψυχής τους.
Ας έχουμε την ευχή του πατρός Παϊσίου.

Πρωτοπρεσβύτερος ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΟΖΟΥΛΑΚ
Καθηγητής στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Πρέσοβ της Σλοβακίας