Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

“Στῦλος γέγονας Ὀρθοδοξίας” (Έπἰ τῇ μνήμη Ἁγίου Ἀθανασίου, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, τοῦ Μεγάλου)


visit counter

Στς 18 ανουαρίου κκλησία μας τιμ κα γεραίρει τ μνήμη νός Στύλου της, πως τν χαρακτηρίζει, το γίου θανασίου, Πατριάρχου λεξανδρείας, το Μεγάλου. Κα  πραγματικά, πρόκειται γι ναν Μέγα εράρχη κα Οκουμενικ Διδάσκαλο, ποος ποστηρίζει τν κκλησία μ τ θεα δόγματα πο νέπτυξε δι τς κτίστου Χάριτος το Παναγίου Πνεύματος.
Γεννήθηκε στν λεξάνδρεια π εσεβεστάτους γονες, ο ποοι τν γαλούχησαν μ τ χραντα νάματα τς ρθοδόξου πίστεως, κα το μετέδωσαν κριβς τν παρακαταθήκη τν γίων Πατέρων περ τς Μοναδικότητος ατς τς πίστεως. π πολ μικρς διέφερε π τ παιδι τς λικίας του στν φρόνηση, στν σύνεση κα ν γένει στς ν Χριστ ρετές, γεγονς πο διέγνωσε οκεος εράρχης, πίσης Μεγάλος Πατρ τς κκλησίας, γιος λέξανδρος λεξανδρείας, μ ποτέλεσμα ν τν θέσει π τν προστασία του κα ν φροντίσει τόσο γι τν θύραθεν σο κα γι τν ν Χριστ γωγή του, δηλαδή γι ν μάθει τ ερ γράμματα. διος γιος Πατριάρχης τν χειροθέτησε ναγνώστη, ποδιάκονο, κα στ συνέχεια τν χειροτόνησε διάκονο. ξαιτίας τόσο τς μεγάλης το ρετς, τς κριβος γνώσεως τν ρθοδόξων δογμάτων, λλ κα το μολογιακο κα συμβίβαστου φρονήματος πο εχε στ ζητήματα τς πίστεως, διάκονος ν, παρευρέθηκε στν Α΄ Οκουμενικ Σύνοδο στ Νίκαια τς Βιθυνίας τ 325 μ.Χ. ς ρχιδιάκονος το γίου λεξάνδρου, Πατριάρχου λεξανδρείας, που μ θάρρος περαμύνθηκε το μοουσίου το Υο κα Λόγου το Θεο μ τν Θεν Πατέρα, δηλαδ τι τ δεύτερο πρόσωπο τς γίας Τριάδος εναι Θες ληθινός, κα τσι κατήσχυνε τν ρειο κα τς βλασφημίες του πο μφισβητοσε τν ς νω λήθεια. μέσως μετ τν κοίμησι το γίου λεξάνδρου χειροτονεται κα νθρονίζεται Πατριάρχης λεξανδρείας. π τότε κα γι 40 περίπου χρόνια ζω το γίου θ εναι γεμάτη διωγμούς, συκοφαντίες, ξορίες, π χι ναν λλ τρες ατοκράτορες, τν Κωνστάντιο, τν ουλιαν τν Παραβάτη, π τν Οάλεντα, π τοπικος γεμόνες κα π ψευδοσυνόδους τν αρετικν ρειανοφρόνων, ο ποοι παρ’ λη τν  συνοδικ καταδίκη τους, χρησιμοποιώντας τν κοσμικ ξουσία, κινοσαν διωγμος ναντίον τν ρθοδόξων μ κύριο στόχο τν Μέγα θανάσιο, ποος μόνος κρατοσε παραχάρακτον τν Διδασκαλία το Χριστο, τν γίων ποστόλων κα τν μετέπειτα γίων Πατέρων, καθς ατς ντιμετώπισε συστηματικ τν αρεση το ρείου, μ λόγους κα συγγράμματα, πο γραφε κόμη κα π τν ξορία κα π τ μέρη πο κρυβόταν, μ τ ποα τροφοδοτοσε τν ρθόδοξο λαό, στε ν ναδειχτε πραγματικς γέτης τς κκλησίας, γόμενος π το ν ατ κατοικοντος γίου Πνεύματος. Πέρασε πολλ χρόνια τς ζως του σε πόγεια, πομονωμένος σ σπίτια, που πιστο τν κρυβαν, κόμη κα σ ξεροπήγαδα κα ντως «ν τας πας τς γς». Γνώρισε πολλς φορς τν πανενθρόνιση λλ κα τν ξορία, μως λας κα ο πλεστοι τν Πατριαρχν κα εραρχν τς Α΄ Οκουμενικς Συνόδου ταν στ πλευρό του, κα μάλιστα πολλο π ατος μαρτύρησαν οτως στε ν μν τν καταδώσουν στος δικτες.
Τ ν μιλήσει κανες γι τς ρετς το Μεγάλου Πατρός, καθίσταται διαίτερα δύσκολο, εδικ ταν κομε τν γιο Γρηγόριο τν Θεολόγο, στν περίφημο γκωμιαστικ του λόγο πρς τν Μέγα θανάσιο, ν ξεκιν ς ξς: «θανάσιον παινν ρετν παινέσομαι», δηλαδ παινώντας τν Μέγα θανάσιο, θ παινέσω τν ρετήν, θ πλέξω γκώμιον ες τν ν Χριστ ρετήν, καθς γιος Πατρ κατέστη διος προσωποποίηση ατς κα αώνιο πρότυπο πρς μίμησιν. π τ σκητικό του φρόνημα, τν εστροφία του, μ τν ποία μάλιστα πολλς φορές φησε ναυδους τος δικτες του, τν πομονή του στς ξορίες, τν μνησικακία του στς λοιδορίες κα στς συκοφαντίες, π τ γετικά του χαρίσματα κα π λλες ν Χριστ ρετς, μ τς ποες κατέστη ληθινς φωστρ τς Οκουμένης,  θ ναφέρουμε ες τν γάπην σας δύο, πολ σημαντικς, διαίτερα γι τος χαλεπος κα πράγματι κρίσιμους σχατολογικ καιρος πο ζομε.
πρώτη εναι πακοή του σε γιο Γέροντα, σ Πνευματικ Πατέρα κα μάλιστα στν Μέγα ντώνιο, τν Καθηγητ τς ρήμου, το ποίου τν μνήμη χθς ελαβς πανηγυρίσαμε. Βλέπουμε δηλαδ τν ρθόδοξον κκλησιολογίαν, ατ πο αφορ στν ν Χριστ ζωή τν μελν της, σ λο τς τ μεγαλεο. νας Πατριάρχης, λόγιος κα λίαν πεπαιδευμένος, ποτάσσεται σ ναν κατ κόσμον σημον κα χωρς θύραθεν, λλ μ τν ν Χριστ μόρφωσιν Γέροντα τς ρήμου, πο εναι ριστος γνώστης το οράτου πολέμου κα τν παγίδων το ντιδίκου, μ πολ ψηλς θεωρίες, μόνος τελικ κανς ν δηγήσει ψυχς στν ν Χριστ θέωση κα ατο κόμη το Μεγάλου Πατριάρχη. Στν ρθοδοξία δν κρίνεται κανες μ βάση τ μόρφωσή του, τ ξίωμά του, ετε κοσμικό, ετε κκλησιαστικό, λλ μ τ ν εναι γιος, κα πομένως γιος κα διδασκαλία του, τν ποίαν πάντοτε ποτάσσει στν καθολικ συνείδηση τς κκλησίας, πως κανε κα Μέγας θανάσιος στν πρώτη Οκουμενικ Σύνοδο, γιος λέγω, ποτελε τν γνώμονα κα τν πυξίδα βάσει τς ποίας πορεύονται λοι ο πιστοί, π τν τελευταο λαϊκό, μέχρι κα τν Οκουμενικ Πατριάρχη. Στν ντίθετη περίπτωση, κε δηλαδ που δν πάρχει γιότης κα ρθόδοξος διδασκαλία, ο γιοι Πατέρες μιλον γι τν γία νυπακοή. Μέγας θανάσιος πρξε κα πάρχει πόδειγμα πακος- λλ σ ποιόν; Στν Μέγα ντώνιο, π τν ποο εχε μάθει τί σημαίνει μως κα γία νυπακοή, κα τσι πείθησε σ κελεύσματα ψευδοσυνόδων πο τν καλοσαν ν ρθει σ κοινωνία κα ν ναγνωρίσει αρετικούς κα πίστους, δν κανε δηλαδ Σατανικ πακοή.
δεύτερη ρετή, γι τν ποίαν θ κάνουμε λόγο συνδέεται μ τν πρώτη ρρηκτα: εναι μμον το γίου κα τ συμβίβαστο κα νυποχώρητό του, ταν το ζητοσαν ν ρνηθε στω κα να δόγμα τς ρθοδοξίας. γιος θανάσιος πρξε Μέγας μολογητής, σ καιρος που κάθε εδους ξουσία ταν στραμμένη ναντίον τς ρθοδόξου Πίστεως, μ ποτέλεσμα πολλς φορς ν κινδυνεύσει ζωή του, τν ποίαν μως δη θεος Πατρ εχε προσφέρει μ τος γνες του ς θυσίαν ζσαν στν Κύριον. Μέγας θανάσιος γωνίστηκε πρ τς ληθείας, διότι θελε κα ο πόμενες γενες ν χουν τ ρθόδοξον λάνθαστο κριτήριο περ τς ληθείας, τ ποο ο δυνάμεις το σκότους γωνίζονταν κα γωνίζονται κόμη κα σήμερα ν ξαλείψουν π τν κόσμον κα τν στορίαν – ες μάτην μως! Τν σημασίαν πο χει ατ διαφύλαξη τς ρθοδόξου πίστεως, ς Μοναδικς ληθείας πο σώζει τν νθρωπο, κθέτει διος μ τ δικ του λόγια ς ξς: «στις βούλεται σωθναι, πρ πάντων χρ ατ τν καθολικν κρατσαι πίστιν, ν ε μή τις σαν κα μωμον τηρήσειεν, νευ δισταγμο, ες τν αἰῶνα πολεται.» Δηλαδ, ποιος θέλει να σωθ, πρν π λα πρέπει ατς ν κρατήσει τν καθολικν πίστιν, τν ποίαν ἑὰν κάποιος δν τηρήσει σώα κα μωμον, χωρίς δισταγμό, θα πολεσθε αώνια. Ατ σημαίνει τι πίστις συνδέεται μ τν σωτηρίαν, κα μάλιστα πρν π λα, κόμη δηλαδ κα πρν π τν ρετή,  μως χι ποιαδήποτε πίστις, λλ καθολική, δηλαδ υτ πο χει τν λήθεια χωρς τ παραμικρ ψεγάδι, κα ατ εναι μόνον ρθόδοξος, -δ κατανοομε τ μέγεθος τς βλασφημίας τν αρετικν Παπικν πο θέλουν ν ατοαποκαλονται Καθολικοί. Ατ λοιπν τν ρθόδοξον πίστιν ς παραίτητον ρον σωτηρίας πρέπει κανες χι πλς ν τν χει, λλ πως λέει γιος ν τν κρατήσει, δηλαδ ν τν διατηρήσει κραται κα σταθερ, νδεχομένως σε διωγμος κα πειλές, γι’ ατ κα συμπληρώνει τι ποιος δν τν τηρήσει σώα, δηλαδ χωρς νοθεύσεις κα συμβιβασμος κα ποιος δεν τν διαφυλάξει μωμον, ατς δηλαδ πο θ προσπαθήσει ν εσάγει τ μίασμα τς αρεσης, θ πολεσθε γι πάντα. Κα Μέγας Πατρ πιφέρει: «Ατη στν καθολικ πίστις, ν μή τις πιστς τε κα βεβαίως πιστεύσ, σωθναι ο δυνήσεται», δηλαδ ατ εναι καθολικ πίστις, δηλαδ ρθόδοξος, τν ποίαν ἑὰν κάποιος δν πιστέυσει μ πίστη κα βεβαιότητα, δν μπορε ν σωθ· κα μιλ γιος γι πίστη κα βεβαιότητα, διότι πάρχουν κα δόλιοι νθρωποι, ο ποοι χρησιμοποιον κόμη κα τν λήθεια το Χριστο προκειμένου ν πετύχουν στν πόλεμο κατ τς κκλησίας, πως γι παράδειγμα κα ατς ρειος, ποος γι κάποιο διάστημα, ταν εχε πικρατήσει τ ρθόδοξο δόγμα, κανε τν ρθόδοξο μαζ μ κάποιους λλους πο δν θελαν ν καθαιρεθον, εχε μως τ γνωστ τέλος, δηλαδ το χύθηκαν τ σπλάγχνα λίγο πρν ν συλλειτουργήσει μ τν γιο λέξανδρο Κωνσταντινουπόλεως, ποος προσευχήθηκε θερμ μ γνωρίζοντας τ πρεπε ν πράξει, π τν πειλ μάλιστα τς πιβολς παραιτήσεως. Παρόμοια τακτικ φάρμοσαν κα κακόδοξοι εράρχες στν ποχ το Μεγάλου θανασίου στε ν το πάρουν τν θρόνο.
Μέγας Πατρ νακήρυξε τ δεύτερο πρόσωπο τς γίας Τρίαδος, τν Υἱὸν κα Λόγον το Θεο Θεν ληθινόν, πομένως Χριστς εναι τέλειος Θες κα τέλειος νθρωπος, εναι Θεάνθρωπος, Μοναδικς Σωτήρας κα Λυτρωτής, κα χι τ τελειότερο κτσμα το Θεο πως βλασφημοσε ρειος. Ατ παρακαταθήκη το Μεγάλου θανασίου εναι ψίστης δογματικς κα μάλιστα κκλησιολογικς σημασίας στς μέρες μας που παναίρεσις τς Νέας ποχς διδάσκει τι λες ο θρησκεες κα λες ο αρέσεις λατρεύουν να θεό, κα συγκαταλέγουν κα τν γία μας ρθοδοξία στς μονοθεϊστικς δθεν θρησκεες. Πς μως λατρεύουν λοι ναν θεν ταν ο Μουσουλμάνοι ρνονται τν Υἱὸν κα Λόγο το Θεο κα τν θεωρον ναν πλ προφήτη, ταν πίσης ο βραίοι Το λεγαν τι χει δαιμόνιο κα περιμένουν τν δικό τους Μεσσία, τν ντίχριστο, ταν ο νδουϊστς κα ο Βουδδιστς Τν θεωρον μία μετενσάρκωση το ψευτοθεο τους, το Μηδενός, γιατ τελικ σ ατ πιστεύουν, πς λένε ο προτεστάντες τι πιστεύουμε λοι σ να θεό, ταν μφισβητον τν νάσταση το Χριστο, κα ταν λένε ο παπικο τι πάπας εναι βικάριος το Χριστο π τς γς, δηλαδ τι κκλησία δν χει γι ρχηγό Της τν Κύριο τς δόξης, λλ ναν νθρωπο, τν ποον μάλιστα ποκαλον κα λάθητο, δηλαδ Θεό;
Στλος γέγονας ρθοδοξίας.
Μπροστ σ ατ τ λαίλαπα τς Πανθρησκείας τς Νέας ποχς, μες πο θέλουμε ν εμαστε πόμενοι τν γίων Πατέρων κα μάλιστα το γίου θανασίου, λλ κα το γίου Κυρίλλου πο ορτάζουν σήμερον, πρέπει ν τος μοιάσουμε στν μολογία περ τς Μοναδικότητος το Χριστο κα τς ρθοδόξου κκλησίας Του, ς Μοναδικς κιβωτού τς Σωτηρίας, χωρς ν πολογίζουμε κόστος σ κοσμικς πολαύσεις κα νέσεις, μιμούμενοι τν Μέγα Πατέρα, ποος γι πάνω π 40 χρόνια ζησε σ ξορίες κα διωγμούς κα μάλιστα σ πολ πομακρυσμένες κα μ πολ κρύο κλμα χρες, πέρμαχος ν τς ληθείας. πίσης εναι νάγκη ν τν μιμηθομε στν πακο του στν γιο ντώνιο, κα τσι κα μες ν ζομε κοντ σ γιο πνευματικό, μ συχν μετοχ στν ερ κα καθαρ ξομολόγηση κα πειτα στ Θεία Κοινωνία, μ γιογραφικ κα Πατερικ μελέτη. ς μν ξεχνάμε ποτ τν Λόγο το Κυρίου πο κούστηκε στ σημεριν εαγγελικ νάγνωσμα τς Θείας Λειτουργίας: «ς ἐὰν ον λύσ μίαν τν ντολν τούτων τν λαχίστων κα διδάξ οτω τος νθρώπους, λάχιστος κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν· ς δ’ ν ποιήσ κα διδάξ, οτος μέγας κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν.» πομένως χουμε εθύνη νώπιον το Κυρίου ν πράξωμε κα ν διδάξωμε κριβς , τι παραλάβαμε π τν γία μας κκλησία κα ν μν παραδώσουμε στς πόμενες γενες κάτι διαφορετικ κα λλοιωμένο, στω κα κατ’ λάχιστον, διότι σ ατ τν περίπτωση χι πλς δ θ μοιάσουμε το γίου θανασίου, λλ θ κληθομε «λάχιστοι», δηλαδ κπτωτοι τς Βασιλείας το Θεο.


ΠΗΓΗ.www.orthros.gr

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Επιστολή γέροντος Παϊσίου



visit counter



Εν Αγίω Όρει, τη 23η Ιανουαρίου 1969. 


Επειδή βλέπω τον μεγάλον σάλον, που γίνεται εις την Εκκλησίαν


μας, εξαιτίας των διαφόρωνφιλενωτικών κινήσεων και των επαφών του Πατριάρχου μετά του Πάπα, επόνεσα κι εγώ σαν τέκνον Της και εθεώρησα καλόν, εκτός από τις προσευχές μου, να στείλω κι ένα μικρό κομματάκι κλωστή (που έχω σαν φτωχός Μοναχός), διά να χρησιμοποιηθεί και αυτό, έστω και για μια βελονιά, διά το πολυκομματιασμένο φόρεμα της Μητέρας μας. Πιστεύω ότι θα κάμετε αγάπην και θα το χρησιμοποιήσετε διαμέσου του θρησκευτικού σας φύλλου. Σας ευχαριστώ.
      Θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμην εν πρώτοις απ’ όλους, που
τολμώ να γράψω κάτι, ενώ δεν είμαι ούτε άγιος ούτε θεολόγος. Φαντάζομαι ότι θα με καταλάβουν όλοι, ότι τα γραφόμενα μου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας βαθύς μου πόνος διά την γραμμήν και κοσμικήν αγάπην δυστυχώς του πατέρα μας κ. Αθηναγόρα. Όπως φαίνεται, αγάπησε μίαν άλλην γυναίκα μοντέρνα, που λέγεται Παπική Εκκλησία,διότι η Ορθόδοξος Μητέρα μας δεν του κάμνει καμμίαν εντύπωσι, επειδή είναι πολύ σεμνή.

Αυτή η αγάπη, που ακούστηκε από την Πόλη, βρήκε απήχηση σε πολλά παιδιά του, που την ζουν εις τας πόλεις. Άλλωστε αυτό είναι και το πνεύμα της εποχής μας: η οικογένεια να χάση το ιερό νόημά της από τέτοιου είδους αγάπες, που ως σκοπόν έχουν την διάλυσιν και όχι την ένωσιν…

Με μία τέτοια περίπου κοσμική αγάπη και ο Πατριάρχης μας φθάνει στη Ρώμη. Ενώ θα έπρεπε να δείξει αγάπη πρώτα σ’ εμάς τα παιδιά του και στη Μητέρα μας Εκκλησία, αυτός, δυστυχώς, έστειλε την αγάπη του πολύ μακριά. Το αποτέλεσμα ήταν να αναπαύσει μεν όλα του τα κοσμικά παιδιά, που αγαπούν τον κόσμον και έχουν την κοσμικήν αυτήν αγάπην, να κατασκανδαλίση, όμως, όλους εμάς, τα τέκνα της Ορθοδοξίας, μικρά και μεγάλα που έχουν φόβο Θεού.

Μετά λύπης μου, από όσους φιλενωτικούς έχω γνωρίσει δεν είδα να έχουν ούτε ψίχα πνευματική ούτε φλοιό. Ξέρουν, όμως, να ομιλούν για αγάπη και ενότητα, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ενωμένοι με τον Θεόν, διότι δεν Τον έχουν αγαπήσει.

Θα ήθελα να παρακαλέσω θερμά όλους τους φιλενωτικούς αδελφούς μας: Επειδή το θέμα της ενώσεως των Εκκλησιών είναι κάτι το πνευματικόν και ανάγκην έχουμε πνευματικής αγάπης, ας το αφήσουμε σε αυτούς που αγάπησαν πολύ τον Θεόν και είναι θεολόγοι, σαν τους Πατέρες της Εκκλησίας, και όχι νομολόγοι, που προσφέρανε και προσφέρουν ολόκληρο τον εαυτόν τους εις την διακονίαν της Εκκλησίας (αντί μεγάλης λαμπάδας), τους οποίους άναψε το πυρ της αγάπης του Θεού και όχι ο αναπτήρας του νεωκόρου. Ας γνωρίζωμεν ότι δεν υπάρχουν μόνον φυσικοί νόμοι, αλλά και πνευματικοί. Επομένως η μέλλουσα οργή του Θεού δεν μπορεί να αντιμετωπισθή με συνεταιρισμόν αμαρτωλών (διότι διπλήν οργήν θα λάβωμεν), αλλά με μετάνοιαν και τήρησιν των εντολών του Κυρίου.

Επίσης ας γνωρίσωμεν καλά ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία μας δεν έχει καμμίαν έλλειψιν. Η μόνη έλλειψις, που παρουσιάζεται, είναι η έλλειψις σοβαρών Ιεραρχών και Ποιμένων με πατερικές αρχές. Είναι ολίγοι οι εκλεκτοί, όμως δεν είναι ανησυχητικόν. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει. Δεν είναι Ναός, που κτίζεται από πέτρες, άμμο και ασβέστη από ευσεβείς και καταστρέφεται με φωτιά βαρβάρων, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός «και ο πεσών επί τον λίθον τούτον συνθλασθήσεται. εφ’ όν δ’ αν πέση, λικμήσει αυτόν» (Ματθ. κα΄ 44-45). Ο Κύριος, όταν θα πρέπει, θα παρουσιάσει τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγορίους Παλαμάδες, διά να συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, διά να ομολογήσουν την Ορθόδοξον Πίστιν, να στερεώσουν την Παράδοσιν και να δώσουν χαράν μεγάλην εις την Μητέρα μας.

Εις τους καιρούς μας βλέπομεν ότι πολλά πιστά τέκνα της Εκκλησίας μας, Μοναχοί και λαϊκοί, έχουν δυστυχώς αποσχισθή από αυτήν εξαιτίας των φιλενωτικών. Έχω την γνώμην ότι δεν είναι καθόλου καλόν να αποχωριζώμεθα από την Εκκλησίαν κάθε φορά που θα πταίη ο Πατριάρχης, αλλά από μέσα, κοντά στην Μητέρα Εκκλησία, έχει καθήκον και υποχρέωσι ο καθένας ν’ αγωνίζεται με τον τρόπον του. Το να διακόψει το μνημόσυνον του Πατριάρχου, να αποσχισθή και να δημιουργήσει ιδικήν του Εκκλησίαν και να εξακολουθή να ομιλή υβρίζοντας τον Πατριάρχην, αυτό, νομίζω, είναι παράλογον.

Εάν διά την α ή την β λοξοδρόμησι των κατά καιρούς Πατριαρχών χωριζώμεθα και κάνωμεν δικές μας Εκκλησίες –Θεός φυλάξοι!– θα ξεπεράσωμεν και τους Προτεστάντες ακόμη. Εύκολα χωρίζει κανείς και δύσκολα επιστρέφει. Δυστυχώς, έχουμε πολλές «Εκκλησίες» στην εποχή μας. Δημιουργήθηκαν είτε από μεγάλες ομάδες ή και από ένα άτομο ακόμη. Επειδή συνέβη στο Καλύβι των (ομιλώ διά τα εν Αγίω Όρει συμβαίνοντα) να υπάρχει και Ναός, ενόμισαν ότι μπορούν να κάνουν και δική τους ανεξάρτητη Εκκλησία. Εάν οι φιλενωτικοί δίνουν το πρώτο πλήγμα στην Εκκλησία, αυτοί, οι ανωτέρω, δίνουν το δεύτερο. Ας ευχηθούμε να δώση ο Θεός τον φωτισμόν Του σε όλους μας και εις τον Πατριάρχην μας κ. Αθηναγόραν, διά να γίνη πρώτον η ένωσις αυτών των «Εκκλησιών», να πραγματοποιηθή η γαλήνη ανάμεσα στο σκανδαλισμένο Ορθόδοξο πλήρωμα, η ειρήνη και η αγάπη μεταξύ των Ορθοδόξων Ανατολικών Εκκλησιών, και κατόπιν ας γίνει σκέψις διά την ένωσιν μετά των άλλων «Ομολογιών», εάν και εφ’ όσον ειλικρινώς επιθυμούν ν’ ασπασθούν το Ορθόδοξον Δόγμα.

Θα ήθελα ακόμη να ειπώ ότι υπάρχει και μία τρίτη μερίδα μέσα εις την Εκκλησίαν μας. Είναι εκείνοι οι αδελφοί, που παραμένουν μεν πιστά τέκνα Αυτής, δεν έχουν όμως συμφωνίαν πνευματικήν αναμεταξύ τους. Ασχολούνται με την κριτικήν ο ένας του άλλου και όχι διά το γενικώτερον καλόν του αγώνος. Παρακολουθεί δε ο ένας τον άλλον (περισσότερον από τον εαυτόν του) εις το τί θα είπη ή τί θα γράψη, διά να τον κτυπήση κατόπιν αλύπητα. Ενώ ο ίδιος, αν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υπεστήριζε και με πολλές μάλιστα μαρτυρίες της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. Το κακό που γίνεται είναι μεγάλο, διότι αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλησίον του, αφ’ ετέρου δε και τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των άλλων πιστών. Πολλές φορές σπέρνει και την απιστία στις ψυχές των αδυνάτων, διότι τους σκανδαλίζει. Δυστυχώς, μερικοί από εμάς έχουμε παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουμε οι άλλοι να έχουν τον ίδιο με εμάς πνευματικόν χαρακτήρα. Όταν κάποιος άλλος δεν συμφωνεί με τον χαρακτήρα μας, δηλαδή ή είναι ολίγον επιεικής ή ολίγον οξύς, αμέσως βγάζομεν το συμπέρασμα ότι δεν είναι πνευματικός άνθρωπος. Όλοι χρειάζονται εις την Εκκλησίαν. Όλοι οι Πατέρες προσέφεραν τας υπηρεσίας των εις Αυτήν. Και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί. Όπως διά το σώμα του ανθρώπου είναι απαραίτητα και τα γλυκά και τα ξινά, και τα πικρά ακόμη ραδίκια (το καθένα έχει τις δικές του ουσίες και βιταμίνες), έτσι και διά το Σώμα της Εκκλησίας. Όλοι είναι απαραίτητοι. Ο ένας συμπληρώνει τον πνευματικόν χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμεθα υποχρεωμένοι να ανεχώμεθα όχι μόνον τον πνευματικόν του χαρακτήρα, αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος.

Και πάλιν έρχομαι να ζητήσω ειλικρινώς συγγνώμην από όλους, διότι ετόλμησα να γράψω. Εγώ είμαι ένας απλός Μοναχός και το έργον μου είναι να προσπαθώ, όσο μπορώ, να απεκδύωμαι τον παλαιόν άνθρωπον και να βοηθώ τους άλλους και την Εκκλησίαν μέσω του Θεού διά της προσευχής. Αλλ’ επειδή έφθασαν μέχρι το ερημητήριό μου θλιβερές ειδήσεις διά την Αγίαν Ορθοδοξίαν μας, επόνεσα πολύ και εθεώρησα καλό να γράψω αυτά που ένοιωθα.

Ας ευχηθούμε όλοι να δώση ο Θεός την χάριν Του και ο καθένας μας ας βοηθήση με τον τρόπον του διά την δόξαν της Εκκλησίας μας.



Με πολύν σεβασμόν προς όλους.
 


Ένας Μοναχός Ερημίτης.
 


(Γέρων Παΐσιος)

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Ο ΦΟΒΕΡΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΑΡΧΟ ΜΟΔΕΣΤΟ


visit counter




Ο ΦΟΒΕΡΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΑΡΧΟ ΜΟΔΕΣΤΟ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=====

Εμπνέει πραγματικά ο Διάλογος του Μ. Βασιλείου με τον έπαρχο Μόδεστο ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να γίνει αρειανιστής, όπως ήταν και ο αυτοκράτορας Ουάλης.
"ΜΟΔΕΣΤΟΣΠώς τολμάς να αντιστέκεσαι ενάντια στην εξουσία και να φέρεσαι μόνος συ με τόση αυθάδεια;                                                     
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Ποια είναι η απείθεια και η υπεροψία μου; 
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Γιατί δεν ακολουθείς την θρησκεία του αυτοκράτορα, ενώ όλοι πιά οι άλλοι υποτάχτηκαν και νικήθηκαν;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Δεν είναι αρεστά αυτό στο δικό μου Βασιλιά. Ούτε ανέχομαι να προσκυνώ το Χριστό σαν κάποιο κτίσμα, όπως τον θεωρείτε σεις οι αιρετικοί, αφού εγώ είμαι κτίσμα του Θεού.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δεν θεωρείς μεγάλο και τιμητικό το να ταχθής με το μέρος μας και να μας έχεις φίλους;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι ότι σείς είσθε επιφανείς, αλλά καθόλου ανώτεροι από το Θεό. 
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τι θα μου συμβεί; Τι πρόκειται να πάθω;
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τι θα πάθης; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχη. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξη και να με βλάψη.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πώς είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρης;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: 
1.) Δήμευση περιουσίας δεν φοβάται εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρης τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. 
2.) Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος
3.) Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λές βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. 
4.) Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Κανείς μέχρι σήμερα δε μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόση μεγάλη παρρησία.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ίσως δε συνάντησες ποτέ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Γιατί αν συναντούσες πραγματικό Ιεράρχη, που ν’ αγωνίζεται για την ορθή πίστη, με αυτό τον τρόπο θα σου απαντούσε."

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Τα δεσμά του Ελευθερωτή μας.(Αρχιμ.Βαρνάβα Λαμπρόπουλου)

Χριστούγεννα.(π.Αντωνίου Μπλούμ)

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Η Γέννηση του Χριστού: Ιστορικά και θεολογικά στοιχεία και οι κατά καιρούς διαστρεβλώσεις τους


visit counter


Το πρόσωπο του Χριστού στο επίκεντρο αμφισβητήσεων
 Η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού είναι κάτι αυτονόητο για κάθε Χριστιανό, αλλά και για κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο. Σύμφωνα με τη σαφέστατη μαρτυρία της Αγ. Γραφής, ο Ιησούς είναι ένα ιστορικό πρόσωπο, που γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, «επί Καίσαρος Αυγούστου», δίδαξε τον Λαό, έκανε θαύματα, σταυρώθηκε «επί Ποντίου Πιλάτου» και αναστήθηκε «τη τρίτη ημέρα». Αλλά και η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνει, όχι βέβαια όλα, αλλά αρκετά από τα στοιχεία του ιστορικού βίου του Ιησού, τα οποία γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια. Ωστόσο, από χώρους εχθρικούς προς τον Χριστιανισμό, είτε «επιστημονικούς» είτε χώρους ιδεολογικά φορτισμένους, εγείρονται κατά καιρούς αμφισβητήσεις της ιστορικότητας του Χριστού και επιστρατεύονται «επιστημονικά» επιχειρήματα για να «στηρίξουν» τις αμφισβητήσεις αυτές. Η προβολή τέτοιων αμφισβητήσεων από μέσα ενημερώσεως και κάθε είδους έντυπα εντείνεται, συνήθως, όσο πλησιάζουν οι μεγάλες εορτές του Χριστιανισμού, προκειμένου να πεισθεί το ευρύ κοινό ότι τα γεγονότα, που εορτάζει η Εκκλησία, είναι ένας μύθος, που στερείται κάθε ιστορικής βάσης.
Παράλληλα, από άλλους ιδεολογικούς χώρους προβάλλεται η παράδοξη αντίληψη ότι η ιστορικότητα του Ιησού δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για την κατανόηση της ουσίας της χριστιανικής πίστης. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Χριστός δεν ήταν ιστορικό (δηλαδή πραγματικό) πρόσωπο, αλλά μια ιδέα η μια κατάσταση, στην οποία καλείται να φτάσει ο καθένας από μας (η περίφημη «χριστική κατάσταση» των νεοεποχητικών ομάδων). Τέτοιες αντιλήψεις προβάλλονται από νεότερα φιλοσοφικά ρεύματα, από ομάδες και οργανώσεις των ανατολικών θρησκειών και από το κίνημα της Νέας Εποχής. Η έλλειψη γνήσιας Ορθόδοξης κατήχησης έχει ως αποτέλεσμα τέτοιες αντιλήψεις να διαδίδονται ευρύτερα και να γίνονται αποδεκτές ακόμη κι από Χριστιανούς! Στα πλαίσια αυτά τα ιστορικά στοιχεία, που περιέχουν τα Ευαγγέλια, κατανοούνται ως αλληγορίες και σύμβολα, η δε αυθαιρεσία στην ερμηνεία της Αγ. Γραφής (το να ερμηνεύει καθένας όπως νομίζει, προσδίδοντας τις πιο παράδοξες και αντιφατικές αντιλήψεις) γνωρίζει την αποκορύφωσή της. Έτσι στα νεότερα χρόνια ο γερμανός φιλόσοφος Hegel (1770-1831) ισχυρίστηκε ότι, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το ιστορικό πρόσωπο του Χριστού, αλλά η συνδεδεμένη με αυτό ιδέα. Ιστορικά μπορεί να πιστεύει καθένας ό,τι θέλει, όμως, το μόνο που έχει σημασία είναι η ιδέα. Το ίδιο πίστευε και ο Schelling (1775-1854), ενώ μαθητές του Hegel και φιλόσοφοι, όπως οι Schopenhauer (1788-1860), Bruno Bauer (1809-1882) κ.α., αμφισβήτησαν σαφέστερα την ιστορικότητα του Ιησού η την ερμήνευσαν συμβολικά. Δυστυχώς, και γνωστοί προτεστάντες θεολόγοι περί τον R. Bultmann (1884-1976) προέβαλαν την ανάγκη «απομύθευσης» των Ευαγγελίων και της Κ. Διαθήκης γενικά, εισάγοντας μεταξύ άλλων τη διάκριση μεταξύ «ιστορικού Ιησού» και «Χριστού της πίστεως».
Τέλος, επειδή κάθε σταθμός της ζωής του Χριστού έχει και θεολογικό περιεχόμενο, αιρέσεις προτεσταντικών κατά κανόνα καταβολών, αμφισβήτησαν το νόημα των χριστιανικών εορτών. Για παράδειγμα, οι γνωστοί Μάρτυρες του Ιεχωβά ισχυρίζονται ότι «οι εορτές γενικώς και ειδικά αυτή της Γεννήσεως του Κυρίου, δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά έχει (και έχουν οι εορτές), μια παγανιστική, μη χριστιανική προέλευση, και μάλιστα συχνά συνοδεύονται από ελευθεριάζουσες πράξεις και δραστηριότητες, όπως είναι η οινοποσία, η μέθη, η πορνεία και άλλα» (Τα πάντα δοκιμάζετε, σ. 241). Τονίζουν ότι εορτές δεν μνημονεύονται στην Αγ. Γραφή, παρά μόνο κάτω από αρνητικές περιστάσεις, όπου πάντοτε θανατώνεται κάποιος, όπως τα γενέθλια του Ηρώδη, όπου θανατώθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής. Τέλος, για την εορτή των Χριστουγέννων προβάλλεται το επιχείρημα ότι ο Χριστός δεν γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, άρα δεν έχει νόημα να εορτάζουμε αυτή την ημερομηνία, που συνδέεται άλλωστε με την αρχαία λατρεία του ήλιου.
Επειδή στο θέμα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού με βάση τα δεδομένα της επιστήμης έχουμε ασχοληθεί σε προηγούμενα τεύχη του εντύπου μας (41, 59), στο τεύχος αυτό θα ασχοληθούμε με τη σημασία της ιστορικότητας του Κυρίου για τη χριστιανική πίστη, όπως προβάλλεται στην Καινή Διαθήκη, και ιδιαίτερα με κάποια ιστορικά και θεολογικά ζητήματα, που συνδέονται με το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού.
Η Γέννηση ως ιστορικό γεγονός
 Στην Καινή Διαθήκη απουσιάζει εντελώς η αντίληψη ότι ο Ιησούς Χριστός είναι μια ιδέα η ότι η Γέννησή Του είναι ενσάρκωση μιας ιδέας. Αντίθετα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, που γεννήθηκε και έζησε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και συνδέεται με άλλα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Για να τονίσουν αυτό ακριβώς οι ιεροί Ευαγγελιστές παραθέτουν γενεαλογίες της καταγωγής του Ιησού, δηλ. αλυσίδες διαδοχικών γεννήσεων, από τις οποίες καταδεικνύεται η καταγωγή του, ως ανθρώπου, από το «γένος» Δαβίδ και Αβραάμ (Ματθ. 1,1-16, Λουκ. 3,24-38). Οι Ευαγγελιστές επισημαίνουν ότι η Γέννηση του Ιησού είχε προφητευθεί από μεγάλους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης πριν από πολλούς αιώνες και ήταν κάτι αναμενόμενο. Η πρώτη σχετική «προφητεία» δίδεται από τον ίδιο τον Θεό αμέσως μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων, σύμφωνα με την οποία «το σπέρμα της γυναικός» (Εκείνος που θα γεννηθεί από μια γυναίκα) θα συντρίψει την κεφαλή του «όφεως» – διαβόλου (Γεν. 3,15). Οι μεγάλοι Προφήτες είχαν δεί συγκεκριμένα γεγονότα, συνδεόμενα με τη Γέννηση: ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από παρθένο (Ησ. 7,14), θα καλείται Εμμανουήλ, δηλ. Θεός (Ησ. 7,14), θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ (Μιχ. 5,2), θα ονομασθεί Ναζωραίος (Ματθ. 2,23). Είχαν δεί επίσης την προσκύνηση των Μάγων (Ψαλμ. 71,10-11, Ησ. 60,6), την επιστροφή από την Αίγυπτο (Ωσ. 11,1), τον θρήνο για τη σφαγή των νηπίων (Ιερ. 38,15).
Τονίζοντας την ιστορική Γέννηση και καταγωγή του Ιησού, οι Ευαγγελιστές δεν αρνούνται την προύπαρξή Του ως Θεού, ούτε πιστεύουν ότι άρχισε να υπάρχει, όταν γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία. Αντίθετα, τονίζουν ότι προϋπήρχε ως Θεός (ως Υιος του Θεού), και, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», έγινε ανθρωπος για τη σωτηρία μας (Γαλ. 4,4), χωρίς, βέβαια, να πάψει να είναι και Θεός. Ό,τι άρχισε να υπάρχει με τη Γέννηση του Χριστού ήταν η ανθρώπινη φύση Του, την οποία «προσέλαβε» από την Παρθένο Μαρία, δεδομένου ότι ο Χριστός ένωσε στο πρόσωπό Του, κατά παράδοξο για μας τρόπο, δύο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη. Η Κ. Διαθήκη τονίζει ακριβώς ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι ιστορική, πραγματική, όμοια με τη δική μας, δηλ. ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο «κατά δόκησιν», δηλ. δεν νομίσαμε ότι έγινε άνθρωπος, αλλά έγινε όντως άνθρωπος. Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1,14) δεν εννοεί ότι σαρκώθηκε κάποιος αφηρημένος λόγος η ίδέα, κατά το παράδειγμα φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων της εποχής του, αλλ’ ότι σαρκώθηκε ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού, Αυτός που αποτελεί ιδιαίτερη υπόσταση, που έχει ξεχωριστή ύπαρξη. Αυτός ο Λόγος, που ταυτίζεται με τον «μονογενή υιόν, τον όντα εις τον κόλπον του πατρός» (Ιω. 1,18), προϋπήρχε κάθε δημιουργίας του Θεού αιωνίως («εν αρχή ην ο Λόγος», Ιω. 1,1) και είναι Θεός («και Θεός ην ο Λόγος», Ιω. 1,1), όπως ακριβώς και ο Πατήρ Του.
Εντάσσοντας τη Γέννηση στο τοπικό και χρονικό της πλαίσιο, οι ιεροί Ευαγγελιστές τονίζουν ότι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας (Ματθ. 2,1), την εποχή που βασίλευε εκεί ο Ηρώδης (Ματθ. 2,1), όταν ηγεμόνας της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος (Λουκ. 2,2) επί Ρωμαίου αυτοκράτορος «Καίσαρος Αυγούστου» (Λουκ. 2,1) και μάλιστα με αφορμή γενική απογραφή, που ο ίδιος είχε διατάξει, για ολόκληρη την αυτοκρατορία («απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην, Λουκ. 2,1), απογραφή, που ήταν η πρώτη της ηγεμονίας του Κυρηνίου στη Συρία (Λουκ. 2,2). Τα παραπάνω πρόσωπα και γεγονότα είναι ιστορικά. Ο Οκταβιανός Αύγουστος ήταν αυτοκράτορας μεταξύ των ετών 31 π.Χ και 14 μ.Χ. Ο Ηρώδης «ο Μέγας» ήταν βασιλιάς στην Ιουδαία (υποτελής στη Ρώμη) στο διάστημα 37 π.Χ – 4 π.Χ. Ο βίαιος χαρακτήρας του επιβεβαιώνεται από εξωβιβλικές πηγές. Είχε διαδοχικά δέκα συζύγους και απέκτησε πολλά παιδιά, αρκετά από τα οποία φονεύθηκαν με εντολή του. Κάποτε εκτέλεσε 45 από τα 70 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου των Ιουδαίων, δηλ. όλη σχεδόν την πνευματική, οικονομική και πολιτική αριστοκρατία των Εβραίων (Σ. Αγουρίδη, Ιστορία των χρόνων της Κ. Διαθήκης, Θεσ/νίκη 1983, σ. 266). Όποιος γνωρίζει «πόσα μέλη της οικογένειάς του, και ιδίως πόσα παιδιά του εξόντωσε ο Ηρώδης, δεν εκπλήσεται για την ευαγγελική αφήγηση περί της σφαγής νών νηπίων στη Βηθλεέμ» (αυτόθι, σ. 268). Η ηγεμονία του Κυρηνίου επιβεβαιώνεται από τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XVIII, 1-2), ενώ για την τακτική των συχνών απογραφών στην αυτοκρατορία μαρτυρούν πολλές εξωβιβλικές πηγές.
Με βάση αυτά και άλλα δεδομένα, μπορεί να υπολογισθεί με σχετική ακρίβεια το έτος της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Η πιο γνωστή απόπειρα στο παρελθόν, στην οποία βασίζεται το ισχύον χρονολογικό σύστημα, έγινε από τον μοναχό Διονύσιο τον Μικρό στη Ρώμη το 562 μ.Χ. Μέχρι τότε ίσχυαν άλλα χρονολογικά συστήματα. Με την επικράτηση, όμως, του Χριστιανισμού και με βάση την πεποίθηση ότι το πρόσωπο του Ιησού τέμνει την ιστορία του κόσμου σε προ Χριστού και μετά Χριστόν εποχή, έπρεπε να ισχύσει ένα χρονολογικό σύστημα με αφετηρία ακριβώς το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι υπολογισμοί του Διονυσίου με τα δεδομένα της τότε εποχής είναι εσφαλμένοι και ότι, σύμφωνα με σύγχρονους και ακριβέστερους υπολογισμούς, ο ακριβής χρόνος της Γεννήσεως του Χριστού τοποθετείται λίγο πριν το έτος 4 π.Χ.
Ο αστέρας της Γεννήσεως και η προσκύνηση των Μάγων
 Το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, όπως περιγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια, συνοδεύθηκε από υπερφυσικά σημεία, όπως η δοξολογία των Αγγέλων, ο αγγελικός ύμνος («Δόξα εν υψίστοις Θεώ»), η εμφάνιση του Αγγέλου στους Ποιμένες, η «δόξα Κυρίου» που περιέλαμψε τους Ποιμένες της Βηθλεέμ, ο αστέρας που οδήγησε τους Μάγους στο Βρέφος, η προσκύνηση των Μάγων. Θα ήταν παράδοξο να αναμένουμε από την επιστημονική έρευνα να επιβεβαιώσει τέτοια γεγονότα, τα οποία ούτως η άλλως υπερβαίνουν τα όρια του φυσικού. Όμως, από χώρους εχθρικούς στον Χριστιανισμό και περιβελημένους επιστημονικό μανδύα, επιχειρήθηκε να εξηγηθούν κάποια από τα γεγονότα αυτά ως φυσικά, με σκοπό να απογυμνωθεί το γεγονός της Γεννήσεως του Κυρίου από κάθε υπερφυσικό περιεχόμενο.
Έτσι κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι το άστρο, που οδήγησε τους Μάγους, ήταν ένα φυσικό φαινόμενο της εποχής, δηλαδή «σύνοδος πλανητών», είτε Δία και Κρόνου, είτε Δία και Αφροδίτης, που απλώς συνέπεσε τη χρονική εκείνη στιγμή και ήταν ορατή ως αρκετά φωτεινότερο από τα υπόλοιπα άστρο. Τέτοιες ερμηνείες, εκτός του ότι δεν είναι γενικά αποδεκτές επιστημονικώς, δεν ερμηνεύουν το φαινόμενο, που περιγράφει η Βίβλος, και προκαλούν εύλογα ερωτήματα όπως: Πως η «σύνοδος» αυτή οδηγούσε ανθρώπους σε τόσο μεγάλες αποστάσεις; Πώς εξαφανίσθηκε και επανεφανίσθηκε, όταν οι Μάγοι έφθασαν στον Ηρώδη; Πόσο χρόνο διήρκεσε αυτή η «σύνοδος»; Από το βιβλικό κείμενο εξάγεται ότι δύο ολόκληρα χρόνια ταξίδευαν οι Μάγοι για να φθάσουν στο Βρέφος, οδηγούμενοι από τον αστέρα. Έτσι υπολόγισε («ηκρίβωσε») τον χρόνο ο Ηρώδης (Ματθ. 2,7) και διέταξε τη σφαγή των Νηπίων της Βηθλεέμ «από διετούς και κατωτέρω» (2,16). Είναι χαρακτηριστικό ότι η προσκύνηση των Μάγων, κατά το ιερό κείμενο, δεν έγινε στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ, αλλά «εις την οικίαν», όπου διέμενε «το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού» (2, 11). Ισως η ερμηνεία του αγίου Θεοφυλάκτου ότι ο αστέρας ήταν «αγγελική δύναμις» (Άγγελος), που οδηγούσε του Μάγους, είναι πολύ πιο λογική από «επιστημονικές» θεωρίες, όπως οι παραπάνω.
Η καθιέρωση της εορτής των Χριστουγέννων
Είναι αληθές ότι η Βιβλική Παράδοση δεν διέσωσε την ακριβή ημερομηνία της Γεννήσεως του Χριστού. Τα ιερά κείμενα δεν παρέχουν καμμιά ασφαλή πληροφορία για την εποχή της Γεννήσεως. Η εινόνα των Χριστουγέννων που έχουμε στον νού μας, με τα χιόνια και το ψύχος, είναι μεταγενέστερης δυτικής προέλευσης και δεν στηρίζεται στα κείμενα. Το Σπήλαιο ήταν μάλλον πρόχειρο κατάλυμα της Θεοτόκου και του Ιωσήφ και όχι χώρος προστασίας από το κρύο. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Φάτνη χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εναποθέσεως του Βρέφους («κούνια») και όχι ως θερμαντικό μέσο. Πουθενά δεν αναφέρεται χιονόπτωση, βροχή, κακοκαιρία, ψύχος, φαινόμενα άλλωστε πολύ σπάνια για την περιοχή. Η αναφορά σε «ποιμένας … αγραυλούντας και φυλάσσοντας φυλακάς της νυκτός» (Λουκ. 2,8) μάλλον παραπέμπει σε άλλη εποχή. Προσπάθειες χρονολογήσεως με βάση τη σύλληψη του Προδρόμου και την εφημερία του Ζαχαρία στον Ναό δεν έχουν οδηγήσει ασφαλή συμπεράσματα. Ουσιαστικά, η ακριβής ημερομηνία της Γεννήσεως παραμένει άγνωστη.
Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε την Εκκλησία να καθιερώσει μια μέρα τιμής για το μεγάλο αυτό γεγονός, αφού σημασία έχει η τιμή του γεγονότος κι όχι η ακριβής ημερομηνία του. Οι πρώτες αναφορές στον εορτασμό της Γεννήσεως υπάρχουν σε κείμενα του πάπα Τελεσφόρου (125-136), σύμφωνα με κάποιους ερευνητές (Ν. Ιωαννίδη «Η εορτή Χριστουγέννων – Θεοφανείων», στο Το Χριστιανικόν Εορτολόγιον, Αθήναι 2007, σ. 132). Σαφέστερες πληροφορίες παρέχουν κείμενα του 3ου μ.Χ. αι., χωρίς αυτό να σημαίνει ότι νωρίτερα η Εκκλησία δεν τιμούσε το γεγονός, περ’ ότι οι συνθήκες της εποχής καθιστούσαν προβληματικό κάθε εορτασμό, λόγω π.χ. των διωγμών του Χριστιανισμού. Είναι ιστορικά βέβαιο, ότι στην Ανατολή τον 3ο μ.Χ. αι. η Γέννηση εορταζόταν μαζί με τη Βάπτιση του Χριστού στις 6 Ιανουαρίου, με το κοινό όνομα «Θεοφάνεια», ως εορτές φανερώσεως του Θεού στον κόσμο. Άλλωστε, η προσωνυμία «Θεοφάνεια» προσιδιάζει περισσότερο στη Γέννηση παρά στη Βάπτιση, γιατί τότε «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμ. 3,16). Στη Δύση η Γέννηση εορταζόταν στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα που οι εθνικοί λάτρευαν τον φυσικό ήλιο. Ο λόγος του εορτασμού της Γεννήσεως τη μέρα αυτή είναι προφανής: οι Χριστιανοί ήθελαν να διακηρύξουν σε κάθε κατεύθυνση ότι ο κτιστός ήλιος δεν έχει καμμία θεία ιδιότητα και είναι απλώς δημιούργημα του αληθινού Ηλίου της Δικαιοσύνης. Σαφείς αναφορές στην ιδιότητα του Χριστού ως Ηλίου της Δικαιοσύνης υπάρχουν μέχρι σήμερα στην υμνολογία των Χριστουγέννων. Σιγά – σιγά επικράτησε και στην Ανατολή ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου. Αυτό έγινε τον 4ο μ.χ. αι., με τη συμβολή των Πατέρων της Εκκλησίας Βασιλείου του Μεγάλου και Γρηγορίου του Θεολόγου.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εορτασμός των μεγάλων εορτών, με αφορμή σταθμούς της ζωής του Χριστού, είναι απόλυτα σύμφωνος με το γράμμα και το πνεύμα της Αγ. Γραφής. Στην Παλαιά Διαθήκη εορτάζονται γεγονότα θαυμαστής σωτηρίας του Λαού του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος προέτρεψε τους Μαθητές να επιτελούν την «ανάμνησιν» του Πάθους Του (Λουκ. 22,19-20). Κατά το παράδειγμα της «αναμνήσεως» του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού, καθιερώθηκαν οι μεγάλες Δεσποτικές εορτές. Για τη Γέννηση είναι σαφής η μαρτυρία της Κ. Διαθήκης ότι και οι Άγγελοι ανύμνησαν το γεγονός, δοξολογούντες τον Θεό και ψάλλοντες «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη» (Λουκ. 2,13-14). Αυτό επέδρασε προφανώς καταλυτικά στην πρώϊμη καθιέρωση του εορτασμού της Γεννήσεως του Χριστού από την αρχαία Εκκλησία.
Το θεολογικό νόημα της Γεννήσεως
 Η Γέννηση του Χριστού εκτός από ιστορικό γεγονός είναι «το μέγα της ευσεβείας μυστήριον» (Α’ Τιμ. 3,16), το μεγάλο μυστήριο, που πρέπει να σεβόμεθα. Ποιο ακριβώς είναι το μυστήριο αυτό; Είναι το γεγονός ότι «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμ. 3,16), το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος. Μυστήριο «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον, φανερωθέν δε νυν» (Ρωμ. 16,25). Είναι ουσιαστικά το μυστήριο της σωτηρίας μας, το οποίο διακονεί και ενεργεί ο ίδιος ο Υίός του Θεού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος ακριβώς για να σώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος από τη «δουλεία του εχθρού». Με την έλευσή Του στον κόσμο ο Υιος του Θεού ενώνεται μαζί μας και μας σώζει: αφ’ ενός μεν η ανθρώπινη φύση ενώνεται με τη θεία στο πρόσωπο του Χριστού, αφ’ ετέρου δε καθένας από μας ενώνεται με τον Χριστό κοινωνώντας το Σώμα και το Αίμα Του. Κατά τη σαφή διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας «ό,τι ενώνεται με τον Χριστό, εκείνο και σώζεται» και «εκτός του Χριστού δεν υπάρχει σωτηρία.
Είναι, λοιπόν, δυνατό να μην χαιρόμεθα και να μην πανηγυρίζουμε για την έλευση του Χριστού στον κόσμο; Είναι δυνατό να αδιαφορούμε μπροστά στο μεγάλο γεγονός, στο οποίο βασίζεται η σωτηρία μας; Μόνο όσοι δεν έχουν την παραμικρή αίσθηση η αντίληψη του μυστηρίου της σωτηρίας, του «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου», μπορεί να υιοθετούν μια τέτοια στάση. Αν οι Άγγελοι του ουρανού πανηγυρίζουν και ψάλλουν ύμνους για τη δική μας σωτηρία, για την «ειρήνην» και «ευδοκίαν» που ήλθε στον κόσμο («και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», Λουκ. 2,14), τι πρέπει να κάνουμε εμείς; Να γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία πανηγυρίζει τη Γέννηση του Χριστού, ως γεγονός παραπλήσιο με αυτό της Αναστάσεως. Να γιατί η υμνολογία της αποτελεί έκρηξη χαράς για τη σωτηρία, που ήλθε στον κόσμο. Να γιατί ψάλλει μαζί με τους Αγγέλους: «Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε· Χριστός επί γης, υψώθητε».
Πηγή: Έντυπο «Ορθοδοξία και αίρεσις» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τεύχ. 71, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2010.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης για τις συμπροσευχές και το Βάπτισμα των ετεροδόξων


visit counter


Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο "Αναβάσεις" την παρούσα ανάρτηση για να βοηθήσουμε τους πλανεμένους οικουμενιστές να σφαλίσουν τα βλάσφημά τους στόματα. 





Διηγείται ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: «Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας ένας Προτεστάντης πάστορας. Όταν με ενημέρωσαν ότι αυτός ο κύριος είναι ιερέας των Προτεσταντών, τον πλησιάσαμε και τον ξεναγήσαμε στο Μοναστήρι μας. Μετά, είπα να ετοιμάσουν για τον άνθρωπο φαγητό. Εγώ δεν κάθησα μαζί του στο τραπέζι, αλλά αποσύρθηκα στο κελί μου. Διότι αυτό απαιτεί η τάξις. Οι Πατέρες απαγορεύουν τη συμπροσευχή που προηγείται της κοινής τραπέζης». Σε άλλη περίπτωση επισκέφθηκαν το Μοναστήρι δύο αγιορείτες ιερομόναχοι και μια ηλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικής καταγωγής, που είχε αποφασίσει να γίνει Ορθόδοξη. Όταν στο Γέροντα αναφέρθηκε ότι, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, στα άτομα αυτά είναι αρκετό το μυστήριο του Χρίσματος, χωρίς το Βάπτισμα, ο Γέροντας είπε: -Δεν γνωρίζω τι αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι το Ευαγγέλιο λέει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται κανονικά το μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος. 

 Και σε ένα τρίτο περιστατικό ενός Καθολικού, που θέλησε να βαπτισθεί, αφού ο Γέροντας τον προέτρεψε να επισκεφθεί τον επίσκοπο της περιοχής του, απ’ όπου επέστρεψε με τη σύσταση ότι δεν χρειάζεται βάπτισμα άλλα μόνο χρίσμα, χωρίς να σχολιάσει την παραπάνω αντιμετώπιση, έφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στο Μοναστήρι και, βοηθούμενος από ένα αρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικά τον εν λόγω άνθρωπο στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπη. 

πηγή:Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Αρχιμ. Ιωάννη Κωστώφ «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, όχι να εκτρέφουμε, αλλά να εκτρέπουμε την αίρεσι», σελ. 55-56

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Γιατί πανηγυρίζουν οι πατριαρχικοί;


visit counter



«Ο σύγχρονος “διάλογος της αγάπης”, ο οποίος τελείται υπό την μορφήν γυμνού συναισθηματισμού, είναι εις την πραγματικότητα ολιγόπιστος άρνησις του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αληθείας (Β’ Θεσ. 2,13) δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους “αγάπης της αληθείας” (αυτόθι 2,10). Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια· η αγάπη ζη και υπάρχει αληθεύουσα».
 Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 
 
Με μεγάλη μας λύπη, παρακολουθήσαμε τα όσα διαδραματίστηκαν στο Φανάρι κατά τη θρονική εορτή του αποστόλου Ανδρέα. Σαφώς και όλα αυτά δεν μας προκάλεσαν έκπληξη, καθώς τα ίδια είχαν συμβεί κατά την επίσκεψη του προηγούμενου πάπα Ρώμης Βενεδίκτου στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 2006. Και όπως συμβαίνει πάντοτε, αν δεν υπάρξουν μεγάλες αντιδράσεις την πρώτη φορά, η δεύτερη φορά, η εδραίωση της ανομίας, περνάει όχι απλά ανώδυνα, αλλά πανηγυρικά.
 
 
Βεβαίως, υπήρξαν και τότε αντιδράσεις ελαχίστων, οι οποίοι στεφανώθηκαν από τους αγαπολόγους με χαρακτηρισμούς «αγάπης» όπως «φονταμενταλιστές», «ταλιμπάν», «αρρωστημένα μυαλά» κ.λπ. και κατ’ αυτόν τον τρόπο οι φιλενωτικοί καθησύχασαν τις συνειδήσεις τους, χωρίς όμως να δώσουν πειστικές και θεολογικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στους αντιδρώντες.
 
 
Αυτή τη φορά, μάλιστα, κάποιοι πατριαρχικοί της διασποράς έσπευσαν να υπερασπιστούν το ημι-συλλείτουργο (ασπασμός της αγάπης, μνημόνευση του πάπα, απαγγελία του «Πάτερ Ημών» από τον ποντίφικα, κήρυγμα από άμβωνος του κ. Φραγκίκου, ψαλλόμενα τροπάρια προς τιμήν του κ.α.) του Πατριάρχη με τον Πάπα που έγινε στον πατριαρχικό Ναό, υποστηρίζοντας ότι αφού δεν έφθασαν σε κοινό ποτήριο και δεν ενώθηκαν επίσημα, όλα βαίνουν καλώς και ορθοδόξως.
 
 
Βέβαια, οι ως άνω υποστηρικτές, ενώ χάρηκαν που δεν επήλθε η ένωση με τους παπικούς, δεν προβληματίστηκαν περί του πως θα εξηγήσουν στο ποίμνιό τους ότι ο παπισμός είναι λεγεώνα αιρέσεων και πόρρω απέχει από την ορθόδοξη πίστη. Θα αναρωτηθεί ο Ορθόδοξος της διασποράς, το πνευματικό τους τέκνο, γιατί να πάω να μεταλάβω στην ορθόδοξη Εκκλησία και όχι στην παρακείμενη «καθολική», αφού ο πάπας είναι αδελφός του Πατριάρχη μας, διάδοχος του αποστόλου Πέτρου και βεβαίως καθόλου αιρετικός.
 
 
Δεν προβληματίστηκαν οι σεβαστοί πατέρες μας, σχετικά με το μπέρδεμα που δημιουργείται στους πιστούς όταν από τη μία διαβάζουν τον άγιο Κοσμά να αποκαλεί τον πάπα αντίχριστο και από την άλλη βλέπουν να ψάλλονται τροπάρια προς τιμήν του σε ορθόδοξο ναό; Από τη μία, όλοι οι άγιοι μετά το 1054 να κατονομάζουν ως αίρεση και μεγάλη πλάνη τον παπισμό, και από την άλλη να παραχωρείται στον πάπα ο άμβωνας για να κηρύξει στο ορθόδοξο ποίμνιο.
 
 
Δεν προβληματίζονται επιπλέον, που οι μακράν της Εκκλησίας άνθρωποι, ιδίως οι νέοι, ταυτίζουν την άσπιλη Ορθοδοξία μας με τον αιμοχαρή παπισμό των σταυροφοριών, της ιεράς εξετάσεως και εσχάτως της παιδεραστίας και της μαφίας; Είναι, εξάλλου, ευρέως διαδεδομένο στα λαϊκά στρώματα και στους μη έχοντας σοβαρές μεταφυσικές ανησυχίες ανθρώπους, το πολυδιαφημισμένο σλόγκαν της Νέας Εποχής «όλοι ίδιοι είναι, όλοι στον ίδιο Θεό πιστεύουν».
 
 
Δεν άκουσαν οι πανηγυρίζοντες υποστηρικτές του Φαναρίου από τις ειδήσεις των ελληνικών καναλιών, ότι οι δύο προκαθήμενοι «συλλειτούργησαν»; Και βέβαια, οι δημοσιογράφοι, ως μη ειδικοί, μπορεί να μη γνωρίζουν ότι αφού δεν μεταδόθηκε η Θεία Κοινωνία δεν υπήρξε ολοκληρωμένο συλλείτουργο, αλλά αυτό καταδεικνύει ότι στη συνείδηση του ακατήχητου κόσμου, δηλαδή της πλειοψηφίας του λαού, υπάρχει πλήρης κοινωνία και δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού.
 
 
Δεν προβληματίστηκαν οι Φαναριώτες για τον σκανδαλισμό που προκαλούν αυτές οι φιέστες, οι «κουρελούδες του διαβόλου», κατά τον γέροντα Παΐσιο, στους «συντηρητικούς» ορθοδόξους πιστούς, υπέρ ων Χριστός απέθανεν; Ή μήπως, επειδή είναι «σκουριασμένα μυαλά» και «ανίκανοι να αγαπήσουνε» πρέπει να αδιαφορούμε για τη δική τους σωτηρία;
 
 
Κάποιοι καλοπροαίρετοι αδελφοί μας ισχυρίζονται ότι ο Πατριάρχης είναι σε δεινή θέση, στο στόμα του λύκου, και επομένως αυτές οι διπλωματίες είναι απαραίτητες για να τον στηρίξει η πανίσχυρη κοσμικά παπική κοινότητα στη δοκιμασία που περνάει. Το επιχείρημα αυτό, αν και αληθοφανές, είναι απαράδεκτο από απόψεως ορθοδόξου σκοπιάς. Με τη λογική αυτή, τα εκατομμύρια μαρτύρων που θυσίασαν τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν ανόθευτη την πίστη μας, εμμένοντας μπροστά στους δημίους ότι οι άλλες θρησκείες και ομολογίες είναι πλάνες και οδηγούν στην απώλεια και ότι μόνο η ορθόδοξη πίστη σώζει, δεν είχαν τη διάκριση που έχει ο σημερινός Πατριάρχης και οι δύο προκάτοχοί του.
 
 
Επιπροσθέτως, το επιχείρημα αυτό, έχει καταρριφθεί δεκαετίες πριν, από τον μακαριστό θεοφώτιστο γέροντα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος έγραφε μεταξύ άλλων σε ανοιχτή επιστολή, η οποία δημοσιεύθηκε το Δεκέμβριο του 1965 στο περιοδικό «Τρείς Ιεράρχες», απευθυνόμενη προς τον τότε Πατριάρχη Αθηναγόρα, μέντορα και πνευματικό πατέρα του σημερινού Πατριάρχη Βαρθολομαίου:
 
 
«Μυριάκις προτιμότερον να εκριζωθή ο ιστορικός της Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος και να μεταφυτευθή εις έρημον τινα νησίδα του πελάγους, ακόμη δε και να καταποντισθή εις τα βάθη του Βοσπόρου, ή να επιχειρηθή έστω και η ελαχίστη παρέκλισις από της χρυσής των πατέρων γραμμής, ομοφώνως βοώντων: «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως». Αι επτά λυχνίαι της αποκαλύψεως, διά τας αμαρτίας ημών, εσβέσθησαν προ πολλού. Αι επτά Εκκλησίαι αποστολικαί, Εκκλησίαι σχούσαι την υψίστην τιμήν να λάβωσιν, ειδικώς αύται, γράμματα εξ ουρανού μέσω του θεοπνεύστου της Πάτμου Οραματιστού, εξέλιπον εκ της επιφανείας της Γης και εκεί, ένθα άλλοτε ετελείτο η φρικωδεστάτη Θυσία και ο Τριαδικός ανεμέλπετο Ύμνος, σήμερον ίσως κρώζουσι νυκτικόρακες ή «ορχούνται ονοκένταυροι». Και όμως η Νύμφη του Κυρίου δεν απέθανεν… Ο Οικουμενικός Θρόνος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη παντού απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι φάροι είναι χρήσιμοι εάν και εφόσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκόπελους. Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είναι μόνον άχρηστοι αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονται και αυτοί εις σκόπελους».
 
 
Αλλά και στην πράξη, από τότε που άρχισαν τα τολμηρά ανοίγματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τη Δύση, η κατάσταση του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως έχει χειροτερεύσει δραματικά, διαψεύδοντας τις όποιες ελπίδες είχαν οι φιλενωτικοί από τη βοήθεια των άλλων «εκκλησιών».
 
 
Ούτε η ίδια η Αμερική, η Νέα Βαβυλώνα, που έχει αναλάβει εργολαβικά και όχι εθελοντικά την προστασία του Φαναρίου, δεν έχει καταφέρει να βελτιώσει την όντως δεινή κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο έχει ερημώσει απελπιστικά από ποιμενόμενο κόσμο. Και πώς να μη γίνει αυτό, αφού αφήσαμε απ’ έξω το Χριστό και εναποθέσαμε τις ελπίδες μας στους ασεβείς εχθρούς Του; Άλλωστε και η Ιστορία, από τις δεκάδες περιπτώσεις καταστροφής των αποστατών Ιουδαίων της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι την ψευδό-σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, η οποία οδήγησε στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, μας διδάσκει ότι μόνο ο Θεός είναι Εκείνος που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά την Εκκλησία Του. Επομένως, «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οις ουκ εστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145,3).
 
 
Όσα, λοιπόν, αδικαιολόγητα και αντορθόδοξα έγιναν την Κυριακή στο Φανάρι, προκαλούν απογοήτευση. Θλίψη απερίγραπτη, αλλά όχι απελπισία. Το αρχικό πνευματικό μούδιασμα που νιώσαμε βλέποντας όλες αυτές τις εικόνες, διαδέχεται η ελπίδα. Η ελπίδα ότι ο Κύριος δεν θα αφήσει τους πιστούς Του βορά στα νύχια των λύκων. Ας θυμηθούμε τα λόγια του μεγάλου αγίου της εποχής μας, του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου, και ας πάρουμε δύναμη και παρηγοριά:
 
 
«Ο Κύριος, όταν θα πρέπη, θά παρουσιάση τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγόριους Παλαμάδες, δια να συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, δια να ομολο­γήσουν την Ορθόδοξον Πίστιν, να στερεώσουν την Παράδοσιν και να δώσουν χαράν μεγάλην εις την Μητέρα μας».
Αμήν, γένοιτο.