Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Ἡ πρόφατη Εἰσήγησις τοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου Σαββάτου περί τῆς μέλλουσας "Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου" εἶναι ἄκρως προβληματική καί διάτρητη Θεολογικά


visit counter
04. Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΑΣ "ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ" ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΩΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ
Ἡ πρόφατη Εἰσήγησις τοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου Σαββάτου περί τῆς μέλλουσας "Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου" εἶναι ἄκρως προβληματική καί διάτρητη Θεολογικά
Ἐξ ἀρχῆς, ἐπιθυμῶ νά σχολιάσω "τά ἁπλᾶ", στήν ὅλην περιρρέουσα ατμόσφαιρα  καί ἀγωνία, περί τῆς μελοῦσης Πανορθοδόξου Συνόδου εἰς τό 2016, διότι, θέλει βαθυτέραν καί προσεκτικήν μελέτη τό εν λόγω Συνοδικόν ζήτημα... καθότι ὑφίσταντο πάμπολλες πληροφορίες ὑπό τινῶν πάμπολλων Προσυνοδικῶν συσκέψεων, ἀποφάσεων, ἀξιώσεων καί λοιπῶν ἄλλων θεολογικῶν ἐγκυκλίων, ἐγγράφων καί διακηρύξεων.
Ἐξ ἀφορμῆς ὅμως, τῆς εἰδικῆς εἰσηγήσεως τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου τῆς Μεσσηνίας, καί Καθηγητοῦ τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ ΕΚΠΑ, κυρίου Χρυσοστόμου Σαββάτου, σέ πρόσφατον οἰκουμενιστικόν συνέδριο στό Πατριαρχικόν κέντρον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βλατάδων Θεσσαλονίκης, με θέμα [1]: "Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο" προκύπτουσιν μερικοί αὐθόρμητοι προβληματισμοί:
1. Ποῖον τό ἀπαρασάλευτον ἀλλά καί ὀρθόδοξον ἐπιχειρήμα: εἴτε Ἐκκλησιολογικόν, εἴτε Κανονικόν,  εἴτε Δογματολογικόν κ.ο.κ., πού νά προσδιορίζει a priori μία μέλλουσα καί Πανορθόδοξη Σύνοδο, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς "Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδον";
2. Ἀφοῦ γνωρίζομεν-ἄν ὄντως ἔτσι ἔχουν, τά θεολογικά πράγματα-ὡς ἁπλοί πιστοί, ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία καί ἡ ὀρθόδοξη Κανονικότητα, προσδιορίζει, ὀνοματίζει καί ἀποκαλεῖ a posteriori, ὡς Ἁγίες καί Θεοπνεύστους, τίς  ἐκκλησιαστικές Συνόδους,  πολλῶ δέ μᾶλλον ἀμέσως μετά τήν συγκριτική μελέτη καί σπουδῆ, ἐξάπαντος τοῦ Χριστεπώνυμου πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐπί τῶν τελεσίδικων καί ἐπίσημων Συνοδικῶν ἀνακοινωθέντων, ὁρισθέντων, θεσπισθέντων, καί ἀποφασισθέντων. Λαθεύουμεν κάπου Σεβασμιώτατε; Ἄν ἡ ἀπάντηση σας εἶναι καταφατική, ἐπεξηγήστε καί αἰτιολογῆστε μας παρακαλῶ πολύ, διά τίνα λόγον (;!).
3. Ἆραγέ, ποῖον εἶναι τό βαθύτερον νόημα καί ποίος ὁ σημαίνων καί ἀνιδιοτελής σκοπός, τῶν σεπτῶν καί τιμίων εραρχῶν πού θά συμμετάσχουσιν μᾶλλον σ΄αὐτήν, νά προσδιορίζουν ἐκ τῶν προτέρων μία μέλλουσα Σύνοδόν τους, ὡς Ἁγίαν, μιᾶς καί ἐφόσον, ἀκόμη κἄν νά συγκληθεῖ, πολλῶ δέ μᾶλλον νά ἀποφασίσει, ἐπίσημα καί τελεσίδικα, διά σύγχρονα θεολογικά ζητήματα καί προβλήματα, πού ταλανίζουν τήν οἰκουμενικά Ὀρθόδοξη καί Καθολική Ἐκκλησία;
4. Ποία νά εἶναι ἆραγέ, τά ὀρθόδοξα κριτήρια, καί  ποιές νά εἶναι, οἱ ἀπλανής προϋποθέσεις, γενικά ἀλλά καί εἰδικά, ἵνα ἀποκληθεῖ δικαίως καί εὔλογα, μία Σύνοδος, ὡς "Ὀρθόδοξη", "Μεγάλη", "Ἁγία", "Θεόπνευστη" καί "Οἰκουμενική";
5. Μήπως, μέ ὅλην αὐτήν τήν πολύχρονη καί ἀκατάσχετον Προσυνοδική προεργασίαν ἀλλά καί Ἐκκλησιαστικήν διαφήμισιν, νά ἀποπειράται τεχνηέντως, μία συνειδητή καί ἀσυνείδητη, πιθανόν καί μία de facto προαποφασισμένη προ-ἐτικεττοποίησις καί αὐτο-προσδιορισμός, τῆς μέλλουσας Συνόδου, ὡς δῆθεν "Ἁγίας", δῆθεν "Μεγάλης", καί δῆθεν "Οἰκουμενικῆς", ἵνα προκαταληφθεῖ τό εὐγενές καί θρησκευτικόν συναίσθημα τοῦ Θεανθρώπινου πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα φιμωθοῦν καί περιθωριοποιηθοῦν, τινές σοβαρές ἐνστάσεις καί διαμαρτυρίες, ἐπί τινῶν ἀντι-ὀρθόδοξων καί κακόδοξων μελλοντικῶν ἀποφάσεων;
6. Ἡ συγκεκριμένη "προ-δεδικασμένη" καί "προτετελεσμένη" ὀνομοταδοσία καί "βάφτησις", διακήρυξις, θέσις καί ἐνθουσιαστική τάσις, καί πάλιν περί τῆς μέλλουσας Συνόδου· ὡς δῆθεν Μεγάλης καί τάχα μου Ἁγίας, δέν ἀντιβάνει παρά ταῦτα, καί τήν λογική ἀρχή: τῆς λήψεως τοῦ ζητουμένου;
7.Φαίνεται, ὅτι σέ Πανορθόδοξα ἀποφασισθέντα, ὅπως π.χ. στίς λεγόμενες ἀξιώσεις (Desiderata) τῆς Σόφιας κ.ἄ., καθῶς σημειώνει ὁ Σεβ. Μεσσηνείας κ. Χρυσόστομος εἰς τήν εἰσήγησίν του, ὅτι: "Ἐτονίσθη ἡ ἀνάγκη ἀποφυγῆς κάθε μορφῆς συμπροσευχῆς"·  αὐτή ἡ Πανορθόδοξη ἀπόφασις εἰδικά,  ἐξ ὅσων παρατηρεῖται τά τελευταία χρόνια στήν Οἰκουμενική Κίνησι τῶν πολυποίκιλων συγκρητιστικῶν θεολογικῶν Διαλόγων, ὑποσκάπτεται σωρηδόν· ἔτσι λοιπόν, δέν  βρῆκεν οὐσιαστικήν καί πραγματικήν ἐφαρμογή μία σημαίνουσα Ἱεροκανονική καί Πανορθόδοξη ἀπόφασις τῶν Ὀρθοδόξων, πολλῶ δέ μᾶλλον ἀναπτύχθηκε, μία σφόδρα Φαναριώτικη πολεμική-προπαγάνδα ἑνάντια τῆς ἐν λόγου Πανορθόδοξου ἀπόφασις επί τῶν Συμπροσευχῶν, καθῶς καί μία παράδοξη καινοφανής Πατριαρχική ρητορική καί σοφιστεία, ὑπέρ τῶν Συμπροσευχῶν μέ τούς ἑτεροδόξους καί ἑτεροθρήσκους, ἡ ὁποία κακόδοξη καί ἀνορθόδοξη πρακτική, κατέστει μία πάγια τακτική τῶν ἀντισυμβαλλομένων στούς Διαλόγους, μέ πρωταγωνιστήν μάλιστα, μέχρι καί τόν ἴδιο τόν Σεβασμιώτατον Μεσσηνείας, εἰς τήν π.χ. τότε  Διαχριστιανική Μεικτήν Ἐπιτροπήν τῆς Κύπρου τό 2009.  Τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι σαφῶς: Πῶς δύναται ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, νά ἐμπιστευθεῖ τούς ὅποιους Ἱεράρχες, πού συμμετέχουσιν ἐνεργᾶ στούς Διαλόγους, ὅταν ἀπαξιώνονται προκλητικῶς καί σκοπίμως, Πανορθόδοξες Κανονικές ἀποφάσεις; Γιατί νά τούς ἐμπιστευθεῖ μάλιστα, ὅταν παραμένουν ἀμετανόητοι;
8. Ἕνα ἄλλο σημαντικόν σημεῖο, τό ὁποῖον προ(σ)δίδει ἀλλά καί (προ)καθορίζει, σαφῶς ἐξ ὀρθοδόξου Πατερικῆς Παραδόσεως, τήν ἄτοπον ἰδεολογικοποίησιν καί μαγικοποίησιν, τῶν ἀδιάλειπτων διαθρησκειακῶν και διαχριστιανικῶν συναντήσεων, καθότι γίνεται ἀναφορά ὅπως: "Ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας ὑπερβάσεως συγκεκριμένης τινός θεολογικῆς διαφορᾶς ὁ Θεολογικός Διάλογος συνεχίζεται"...! Ποῖον τό οὐσιαστικόν καί ἀληθές νόημα, τῆς συνέχειας, τέτοιου εἶδους ἀτελέσφορων καί ἄκαρπων  "θεολογικῶν διαλόγων", ὅταν ὑφίστανται, παρατηρούνται καί καταγράφονται de facto, τέτοια ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια καί "ἀδυναμίες"; Εἶναι ἆραγέ, Πατερικά ἀποδεδειγμένο, Ἱεροκανονικά ἐπικυρωμένον καθῶς καί Βιβλικά κατοχυρωμένον, ὅτι οἱ συγκεκριμένοι διάλογοι μετά τῶν ἑτεροδόξων καί ἑτεροθρήσκων, ὀφειλουν νά εἶναι: ἀτέλευτοι καί ἀδιάλειπτοι διάλογοι; Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξη ἀτζέντα, καθῶς καί οἱ Εὐαγγελικές προϋποθέσεις τοῦ ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς θεολογεῖν καί προσεγγίζειν τούς ἑτεροδόξους; Πῶς προστατεύεται, τό Χριστεπώνυμο πλήρωμα τῶν Ὀρθοδόξων, μέ τέτοιου εἶδους ἀπροϋποθετων-Ἁγιοπνευματικά/Χαρισματικά-καί ἀνοχύρωτων διαλόγων;
9. Γιατί ἆραγέ, ἐπιδιώκεται μία ἀνεξήγητη καί ἐμμονική-κατά ἄνθρωπον (=ἀνθρωποκεντρική)-ἐπίλυσις, τῶν πολυποίκιλων θεολογικῶν διαφορῶν, ἡ ὁποία, ἀποφατικῶς, εἶναι ἄκρως ἀσυντόνιστη καί ἀσχέτως τῆς  Ὀρθόδοξης Πατερικῆς Θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας;
10. Ὡστόσον, καταγράφεται ἀνάμεσα στά τόσα πολλά,  καί τό ἐξῆς ἐκπληκτικόν: "Εἶναι εὐνόητον λοιπόν ὅτι κατά τήν διεξαγωγήν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, κοινός πάντων σκοπός εἶναι ἡ τελική ἀποκατάστασις τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καί τῇ ἀγάπῃ ἑνότητος." Εἶναι ἀπείρως δυσνόητον (συγκριτικά μέ τόν  προαναφερόμενον καί 8ον προβληματισμό μας), πολλῶ δέ μᾶλλον να γίνει οἰκουμενικά πιστευτόν, ὅτι ὄντως, εἶναι κοινός καί ἀμφοτερος (ὀρθοδόξων/κακοδόξων) ὁ σκοπός, καί δή ἅγιος (sic) σκοπός ἐν τῇ ἐν Χριστῷ ἑνότητᾳ καί τῇ ἀγάπῃ Αὐτοῦ, ὅταν ὁμολογεῖται ἀπερίφραστα τινά "ἀδυναμία ὑπερβάσεως" τινᾶς θεολογικῆς διαφορᾶς, σαφῶς ὑπό τῶν κακοδόξων συν-διαλεγομένων, καθότι ἀπαρέγκλιτως προϋπόθεσις δια τήν τελική ἀποκατάστασι είς τήν ὀρθήν δοξασία καί τήν ὀρθή Πίστην ἐπί τῶν ὀρθῶν Θεολογικῶν πραγμάτων, εἶναι πρώτιστα: ἡ ἀποβολή τοῦ θεολογικοῦ σφάλματος, δηλ. ἡ ἀπάρνησις  τῆς νοθεῖας καί τῆς ὅποιας κακοδοξίας, καί ταυτόχρονα ὁ Χαρισματικός καί Μυστηριακός, Θεανθρώπινος ἐγκεντρισμός, ἐν τῇ ὀρθῇ Πίστει τῶν ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων μας. Σύμφωνα ὅμως εἰς τήν θεωρία ἀλλά καί τήν πράξι, τῶν "ἀδιάλειπτων διαλόγων", εἶναι πλέον, ὑπό τοῦ σύμπαντος κόσμου φανερόν, ὅτι δέν εἶναι κοινός καί ὑπό πάντων, ὁ σκοπός τῆς ἐν Χριστῷ ἐνότητας· διότι ἀπουσιάζει παντελῶς, τό Εὐαγγελικόν καί Χαρισματικόν κριτήριον τῆς "ἀληθεύουσας ἀγάπης". Διότι ἄν ὑφίστατο ἡ Εὐαγγελική καί ἐν Χριστῷ ἀγάπη ἐν τῇ ἀληθείᾳ: θά ἔπρεπεν, ἐξ ὀρθοδόξου πάντοτε ἀπόψεως, εἰς τινά ἐμμονή τῶν κακοδόξων εἰς τίς λογῆς-λογῆς πλάνες καί ψευδοδοξίες των, νά διακόπτεται ὑπό τῶν ὀρθοδόξων ἐπιτροπῶν, ἄμεσα, ἅπαξ καί διαπαντῶς, ὁ ἐν λόγω Διμερῆς Διάλογος, ἵνα τῶν ἀσκηθεῖ τινά βαθυτάτη κρίσις συνειδήσεως, ψυχολογική πίεσις καί ὀντολογικός προβληματισμός, καί ὄχι ἀσφαλῶς, νά συντάσσονται, ἀ-νόητα κοινά ἀνακοινωθέντα, πού νά διατυπώνουν βλακωδῶς, ἐξάπαντος ἀντιευαγγελικά κείμενα, ὅτι "συμφωνοῦμεν διαφωνόντας" στήν οὐσία, ἤ καί ὅτι, "διαφωνοῦμεν συμφωνόντας" ἀνούσια, εἰς πείσμαν ἐπί τό φαντασιολόγημαν  τοῦ Σεβ. Μεσσηνίας "παρά τάς σημαντικάς θεολογικάς συγκλίσεις"... διότι μέ τούς de facto ἀμετανόητους κακοδόξους-ἑτεροδόξους, δέν ὑφίσταται, πραγματικά ἀληθινή, θεολογική σύγκλισις, πολλῶ δέ μᾶλλον λογική σύγκλισις, μιᾶς καί ἡ κακοδοξία εἶναι: ὑψιλή ἄ-νοησία καί ἄ-Θ[θ]εο  ἄ-Λ[λ]ογία...!
11. Στήν ἴδια εἰσήγησι τοῦ Σεβ. Μεσσηνίας, τῆς Γ΄ θεματολογίας τῆς β΄ παραγράφου, ἐντοπίζουμεν ἕνα ἀκόμη παραδοξολόγημα πού τείνει "νά θεσπισθεῖ" ἀντικανονικά καί ἀντιδογματολογικά ὑπό τῆς "ὀρθοδόξου" ἀντιπροσωπείας μας, στούς Διαχριστιανικούς Διαλόγους, τό ὁποῖον κοντολογίς διακηρύττει μίαν βασική Συγκρητιστική Ἀρχή τοῦ πολυαιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐκείνην: τῆς "Βαπτισματικῆς θεολογίας". Παραθέτω ἐπί λέξει ἐκ τῆς Ἐπισκοπικῆς εἰσηγήσεώς, τά ἑξῆς ἐκπληκτικά: "Ἐτέθησαν τά κανονικά κριτήρια ὡς πρός τήν προοπτική τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν. Καί "κατ΄ οἰκονομίαν" ἀνεγνωρίσθη, τό συμφώνως πρός τήν κανονικήν παράδοσιν, ὑποστατόν καί ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος."  Ἐτέθησαν, λέγει ἡ Οἰκουμενιστική τοῦτη ἄποψις, τά Κανονικά κριτήρια, τῆς ἀναγνωρίσεως, ἑνός ἀκόμη βαπτίσματος, ἐκείνου, τῶν ἑτεροδόξων (!) καί αἱρετικῶν, μέ τήν δῆθεν σύμφωνη καί Κανονική  ἄποψι τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως!!!  Ὅλα αὐτά βεβαίως, διακηρύτονται ἄτοπα καί εἰς βάρος τῆς Κανονικῆς ἀκρίβειας· ἐξάπαντος εἰς βάρος τῆς Δογματολογικῆς, τῆς Ἐκκλησιολογικῆς καί τῆς Μυστηριολογικῆς ἀκρίβειας τῶν ρθοδόξων· πολλῶ δέ μᾶλλον εἰς βάρος, τῆς Συμφωνίας τῶν Θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποίοι εἶναι, τό ἀναντίλεκτον καί βασικώτατον κριτήριον, τοῦ ἀπλανῶς καί ὀρθοδόξως θεολογεῖν.
Τό ἀθεολόγητον σκηνικόν, πού στήνεται, στό παρόν σημεῖον, εἶναι: Ἄν πράγματι ἡ Ὀρθόδοξη ἀντιπροσωπεία στούς διαλόγους, ἀναγνωρίζουν τό βάπτισμα τῶν ἑτεροδόξων, αὐτό συνεπάγεται λογικῶς, ὅτι ἀναγνωρίζουν αὐτομάτως, καί τόν ἱερουργόν τοῦ ψευδόδοξου βαπτίσματος, ἄρα "ἱεροκρυφίως" καί πάλιν λογικῶς, ἀναγνωρίζεται "σιωπηλῶς", καί ἡ ἱερωσύνη(;) τῶν αἱρετικῶν, καθῶς καί ἅπαντα τά σωρηδόν "Μυστήρια" των που ἱερουργοῦσιν· κατά "ἐκκλησιο-λογικήν" συνέπεια λοιπόν, ἀναγνωρίζεται ἀθεολόγητα, τόσον θεωρητικά ὅσον καί πρακτικά, ἕνας ἀκόμη φορέας καί παροχέας Μυστηρίων, δηλ. τῶν ἑτερόδοξων μυστηρίων· κοντολογίς, διακηρύτετται ἐκ τῶν "ὀρθοδόξων" Οἰκουμενιστῶν Ἱεραρχῶν, μία ἀκόμη "Ἐκκλησία"  ἀπολύτως σύμφωνη κατά τήν Οἰκουμενιστική Ἐκκλησιολογία καί κατά τήν Συγκρητιστική Δογματική.
12. Ὅμως ὁ ἔγκριτος Καθηγητής τῆς Δογματικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Δογματολόγος κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, πάνω στά προαναφερθέντα μας ζητήματα, μᾶς προβληματίζει θεολογικά καί προβληματίζεται συνάμα σοβαρά καθῶς καί ἐπιστημονικά [2]:
"Ποῦ βρῆκε τήν ἱερωσύνη ὁ (ἑτερόδοξος)  ἱερουργός; Ποιός τοῦ ἔδωσε τήν ἱερωσύνη, ἀφοῦ αὐτήν τήν παρέχει μόνον ἡ Ἐκκλησία; Καί ποῦ βρέθηκε ἡ Ἐκκλησία στούς ἑτεροδόξους ("Ρωμαιοκαθολικούς" ἤ Προτεστάντες), ἀφοῦ αὐτοί, λογῳ ἐσφαλμένης δογματικῆς πίστεώς τους, ξέπεσαν ἀπό τήν Ἐκκλησία; (...) Κατά συνέπεια, λόγος γιά Ἀποστολική Διαδοχή (π.χ. ἱεροσύνη κ.ο.κ.) ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λόγος ἀτεκμηρίωτος ἐπιστημονικά, εἶναι, δηλαδή, λόγος ἀθεολόγητος."
Εἶναι πραγματικά, ἄξιον ἀπορίας καθῶς καί βαθύτερου προβληματισμοῦ, πού δύο σημαντικοί Καθηγητές τῆς Δογματικῆς Ἐπιστήμης τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, φέρουν νά διατυπώνουν, διαμετρικά ἀντίθετες θεολογικά, ἀπόψεις! Γιατί ἆραγέ; Τό συγκριτικόν ἐρώτημα πού πρέπει νά τεθεῖ, ἀδυσώπητα, εἶναι: ποίος ἆραγε, Δογματολόγος ἐξ αὐτῶν, θεολογεῖ, μέ ὀρθόδοξες προϋποθέσεις καί ἀπλανή κριτήρια, καί ἄρα κατά θε-λογικήν συνέπεια, ἐκφράζει, ἀναντίρρητα, τήν  Θεολογία τῶν Πατέρων;
13. Ἐπίσης, στά περί τῆς διατήρησις καί  τῆς διασφάλισις τῆς Πίστης τῶν Πατέρων μας, θεωροῦμεν ὅτι: οὐδένα ἐκκλησιοποιημένον "ἄτομον" καί οὐδεμία ἐκκλησιαστική "ὁμάδα", ἐπιθυμεῖ ἀναίτια, νά δια-ἀμφισβητεῖ, ἐξάπαντος ὅτι ἡ ἀρμοδιότητα τῶν θεολογικῶν θεμάτων, βαραίνει τό Συνοδικόν Σύστημα τῆς Ἐκκλησίας· ἀλλ΄ ὅμως τό σημαίνων ζήτημα πού πρέπει νά τείθεται ἐδῶ, εἶναι: ὄχι βεβαίως οἱ ὅποιες δικαιολογημένες ἀντιδράσεις ὑπό τινῶν ἐκκλησιαστικῶν καί ἐξωεκκλησιαστικῶν κύκλων, ἀτόμων καί ὁμάδων, ἀλλά καταφανῶς, πῶς ἐρμηνεύεται Ἐκκλησιολογικά καί ποία ἡ ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς Συνοδικότητας εἰς τήν Ἐκκλησία; Εἶναι ἆραγέ, ἕνας νοσηρός Δεσποτισμός καί λατινόφρων "ἐπισκοποκεντρισμός"; Ἕνας ἀνόνητος Κληρικαλιστικός "Μονοφυσιτισμός" ὑπό τῆς ἀνάλογης Διοικοῦσης Ἐκκλησίας; Ἤ, μήπως, μία νόρμαλ καί ὀρθοδοξοῦσα Συνοδικότητα, πού περιλαμβάνει Θεανθρωποκεντρικά, τό ἅπαν Χριστεπώνυμο πλήρωμα (Κλήρον καί Λαόν) τοῦ Σώματος;
14. Στά ἀντι-Ἐκκλησιολογικά, τά ἀντι-Δογματολογικά καί ἀντί-Κανονικά, ἐξάπαντος κακόδοξα, ἀθεολόγητα καί προβληματικά κείμενα: Κείμενο Μονάχου, Κείμενο  Νέου Μπαλάμου καί Κείμενο τῆς Ραβέννας, ὑφίσταντο, ἔντονες καί ὀξείες κριτικές κατά τῶν ἐν λόγῳ κειμένων, ὑπό τινῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἐνῶ "δέν τοποθετήτηθησαν, ἐπισήμως" (!!!) [3] ὅλες οἱ Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Πολλῶ δέ μᾶλλον "δέν ἐλήφθησαν" ἐπ΄ αὐτῶν τῶν ἀπαράδεκτων κειμένων, Συνοδικές ἀποφάσεις, τῶν κατά τόπους ἱερῶν Συνόδων καί ἄρα δέν πρέπει διόλου, νά προβάλλονται, ὑπό τῶν ὀρθοδόξων Ἰεραρχῶν, ὡσᾶν νά εἶναι ἀναγνωρισμένα, ἐπικυρωμένα, ἀποδεκτά καί ἐγκεντρισμένα κείμενα, μέ τήν Πίστη τῆς ἀδιαιρέτου Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
15. Ἡ θλιβερά υἱοθέτησις ὑπό "ὀρθοδόξων" ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν: "τῆς εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας" , συνιστά μία σύγχρονον καί Θεομίσητον αἵρεσιν καί ἀπύθμενον ἀπόκλισιν ἐκ τῆς ὀρθοδόξου Πατερικῆς Θεολογίας, πράγμα πού τό ἀποδεικνύει [4] ἐπιστημο-Θεολογικά, ὁ σύγχρονος Μέγας Δογματολόγος καί Νέος Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Γέρων Ἰωάννης Ρωμανίδης. Ἡ οἰκουμενιστική Δογματική Ἀρχή τῆς "Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας", πρόκειται, κατά τόν μακαριστό παπα-Γιάννη Ρωμανίδη, γιά μία συγκρητιστική "Εὐχαριστιακή καί Ἐκκλησιολογική εἰδωλολατρία"!
Ἐν κατακλείδι καί σύμφωνα μέ ὅλα τά προβληματικά  προαναφερθέντα δεκαπέντα (15) "ἁπλᾶ" σημεῖα, καθῶς καί τούς θεολογικούς προβληματισμούς μας, "καλούμεθα" ὅπως: ἐπί τέλους νά συνειδητοποίησομεν, λείαν καλῶς, ὅτι ἡ "μελλοντική συνέχισις" τῶν πολυμερῶν Θρησκειολογικῶν καί Θεολογικῶν Διαλόγων με τά τινῶν κακοπροαίρετων, ἀμετανόητων καί ἄκαμπτων ἑτεροθρήσκων καί ἑτεροδόξων, ἐξάπαντος εἶναι χάσιμον πολύτιμου Ποιμαντικοῦ χρόνου, καθότι ὁ ἐν λόγῳ Διάλογος τῆς δῆθεν Οἰκουμενικῆς Κίνησις, δηλ. τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δέν πληρεῖ, τίς Ἐυαγγελικές, δηλ. τίς  Ἀποστολικές καί Πατερικές προϋποθέσεις καθῶς καί τά ὀρθόδοξα κριτήρια τοῦ διαλέγεσθαι ἐν Χριστῷ με τά τῶν αἱρετικῶν καί ἀλλοθρήσκων, καί ὡς ἐκ τούτου, ἐπιβαρύνονται  εἰς χειρωτέραν κατάστασι καί τινά αἰῶνιον προοπτικήν, διότι  ἐδραιώνονται μέ ἀναίδεια εἰς τίς σωρηδόν πλάνες καί κακοδοξίες των, πολλῶ δέ μᾶλλον ἐπηρεάζονται ἀποφατικῶς σέ μέγιστο-καί ἀνεπαίσθητον-βαθμόν ἡ  ἀντιπροσωπεία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας! Ὅταν ἐννοήσομεν καλῶς καί καταφατικῶς, τήν πιό πάνω ἄποψι, καί ἐξέλθωμεν  ἄμεσα καί ταχέως, ἐκ τῶν Παμπροτεσταντικῶν ψευδο-Ἐκκλησιῶν ( τοῦ ΠΣΕ)  καί ὑπό ἄλλων Θρησκειολογικῶν καί Διμερῶν Συμβουλίων, διασώζοντας ἔτσι, τήν αὐτό-ἰδιαιτερότητα,  τήν αὐτό-ἰδιοπροσωπεία καί τήν αὐτο-συνειδησία τῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου, σίγουρα καί μόνον τότε, τοῦτη ἡ ἁγία Ἔξοδος καί ἡ ἱερά Κίνησις ὑπό τῆς Φίλοκαλλικῆς Ὀρθοδοξίας, νά εἶναι μία ἐξαιρετική καί θετική ἐξέλιξις, πού θά συμφέρει τήν σύμπασα ἀνθρωπότητα, Χαρισματικῶς καί Μυστηριακῶς, καθότι θά δώσει μίαν κατά Θεάνθρωπον "νότα", στόν σύγχρονον οἰκουμενικόν διάλογον. Ἡ σήμερον "Ὀρθόδοξη" μαρτυρία, δέν διακηρύτεται ἁγίως ἀλλ΄ οὔτε δίδεται καλῶς, ἐπί τῆς συντάξεως κοινῶν, ψευδόδοξων καί διφορούμενων "θεολογικῶν" κειμένων· τά ὁποῖα ἀπό τήν μία  (κατα)σκανδαλίζουν καί προσβάλουν το Θεοτοκόφιλον πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη, ἐδραιώνουν τούς ἑτεροδόξους, στήν μυθομανία των! Τό καλόν, ἵνα εἶναι γνήσιον, καί κατά Θεόν καλόν· ὡφείλει ἤ ὄχι, νά ἐνεργεῖται καί μέ κατά Χριστόν τρόπῷ;
Ἆραγε, μήπως ἤγγικεν ἡ ἱερά στιγμή τοῦ Εὐαγγελικοῦ:  "Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς δώδεκα· μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;" (Κατά Ἰωάννην, Στ΄, 67).

Τοῦ Παναγιώτη Π. Νούνη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Οἰκουμενιστικόν ἱστολόγιον: "ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ", Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΛΟΙΠΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ,

[2] ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ι. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΣ ΚΑΙ ΑΠΛΑΝΩΣ ΘΕΟΛΟΓΕΙΝ (ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ), ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2013, σελ. 170-171.
[3] Δ. Τσελεγγίδη, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ, Ὀρθόδοξοι προβληματισμοί μέ ἀφορμή τό Κείμενο τῆς Ραβέννας, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 229-250.
[4] Πρωτοπρεβύτερου Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδη, ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΒΑΤΙΚΑΝΙΟΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΕΡΙ ΟΥΝΙΑΣ (Ἡ Εὐχαριστιακή καί Ἐκκλησιολογική εἰδωλολατρία), Μπαλαμάντ, Λίβανος, Ιούλιος 1993.




Η συμβολή της αιρετίζουσας/οικουμενιστικής ακαδημαϊκής θεολογίας είναι, "νά παιδαγωγεί" τη μαγικοποίηση, της Πατερικής Θεολογίας της Εκκλησίας!


visit counter
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΤΙΖΟΥΣΑΣ/ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΝΑΙ, "ΝΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΕΙ" ΤΗ ΜΑΓΙΚΟΠΟΙΗΣΗ, ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ  ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ! ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ ΠΟΙΟΝ ΕΙΝΑΙ;
Η συμβολή της αιρετίζουσας/οικουμενιστικής ακαδημαϊκής θεολογίας είναι, "νά παιδαγωγεί" τη μαγικοποίηση, της Πατερικής Θεολογίας της Εκκλησίας! Το πρόβλημα του Καθηγητού κ. Χρυσοστόμου Σταμούλη, ποίον είναι;

Διαβάσαμεν μέ μεγάλο ενδιαφέρον τό νέο κείμενο [1] του σεβαστού καθηγητού μας κ. Χ. Σταμούλη, μέ τίτλο: "Η συμβολή της ακαδημαϊκής θεολογίας στην αποστολή της Εκκλησίας"·  όμως, άν καί αρκετά δυσνόητο καί άκρως επιστημονικό κείμενο, για τά δικά μας δεδομένα, θά προσπαθήσουμεν νά καταγράψουμεν τίς προσωπικές μας σκέψεις καί ενστάσεις επ΄αυτού.
Έξ αρχής θα πρέπει νά γνωρίζομεν καλώς και να κατανοήσωμεν, ότι οί Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών της Ελλαδικής επικράτειας είναι μισθωτοί  δημόσιοι λειτουργοί καί Κρατικοί υπάλληλοι και όχι μισθωτοί υπάλληλοι της Εκκλησίας της Ελλάδος, καί άρα κατά Πολιτειο-λογική  συνέπεια, είναι υπόλογοι, υπό-νομοι καί υπόχρεοι, νά τηρούν ευλαβικά το Ελλαδικόν  Σύνταγμα καί νά υπηρετούν μάλλον αδιάκριτα την Πολιτεία. Το ενδεχόμενο τινάς διακριτικής αντιμετωπίσεως της παιδαγωγικής πολιτικής, πιθανότατα-και νομίζω είναι λογικόν-νά τους στερήσει ακαδημαϊκές προαγωγές και ανέλιξη, κύρος, σημαντικές περγαμηνές, εξωτικά ταξίδια, συνέδρια, τίτλους-υπότιτλους, μισθό, αστακομακαρονάδες, χαβιάρια, λικέρς, βότκα και ουϊσκάκια κ.λπ.
Εστιάζω κατ΄ουσίαν, σε αυτό το σημείον από το κείμενο του καθηγητού για να λάβομεν μία πρόγευση και προεικόνιση εκ των θέσεών του:
"Το Τμήμα Θεολογίας, στο οποίο έχω την τιμή και τη χαρά να προεδρεύω για δεύτερη διετία, διοργάνωσε τα τελευταία δύο χρόνια εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια για ιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σε όλες μου τις συναντήσεις με τους ιερείς έθετα επίμονα μια πρώτη και βασική ερώτηση: τι σημαίνει το όνομα Χριστός. Ομολογώ, πως σε ποσοστό 90%-95%  οι απαντήσεις ήταν προβληματικές. Άλλες κινιόντουσαν προς το νεστοριανισμό, άλλες προς τον μονοφυσιτισμό, άλλες προς τον αρειανισμό και πολλές διαλεγόντουσαν με τα πολυποίκιλα δωμάτια του φαντασιακού. Κάποιος θα έλεγε πως ετούτο το πρόβλημα, ως κατεξοχήν γνωσιολογικό, δεν είναι  σημαντικό, καθώς προηγείται η εμπειρία της σχέσης με το πρόσωπο. Οφείλω να ομολογήσω, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ότι η αδυναμία κατανόησης δεν συνιστά μια χωρίς νόημα πραγματικότητα, καθώς αποκαλύπτει τη σταδιακή αλλοίωση του εκκλησιαστικού σώματος, τη σταδιακή απομάκρυνσή του από τον πυρήνα της πίστεως που γνωρίζει ότι η γνώση, εξάπαντος όχι μόνον αυτή[4], ως μετοχή στην αλήθεια του πράγματος, φωτίζει, πλουτίζει και μεταμορφώνει τον άνθρωπο[5]."Στο σημείο αυτό βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη της πανεπιστημιακής θεολογίας. Σκοπός της, η διά της γνώσεως, της έρευνας και της μεθόδου, ανάκτηση της αλήθειας των ονομάτων, που με τη σειρά της οδηγεί στη ψηλάφηση της αλήθειας των πραγμάτων, τουτέστιν στην πραγμάτωση της μετοχής που κάνει τα πράγματα, τα οποία πάντα προηγούνται της επιστήμης και της ερμηνείας, να αληθεύουν. Με άλλα λόγια, η απομαγικοποίηση της «εκκλησιαστικής θεολογίας», η οποία  σε πολλές περιπτώσεις, ευτυχώς όχι σε όλες, ως «θερμότης χωρίς λόγου και επιστήμης», καταπώς λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολογός[6] και εξάπαντος  ταυτιζόμενη με προσωπικές ιδεολογίες και διαθέσεις που αντλούν ύπαρξη από τη διάθεση ανελεύθερης  επιβολής και βίαιης κυριαρχικότητας, οδηγεί σε  «πλου της πίστεως ακυβέρνητο»[7].  Φαινόμενα που σχετίζονται άμεσα με το τέρας του δογματισμού και  την ομογάλακτή του  εξουσιαστικότητα. Βέβαια, η αξιολόγηση και το οριστικό ξεδιάλεγμα των αποτελεσμάτων της έρευνας βαραίνει την Εκκλησία. Εκείνη έχει την τελική ευθύνη για την κατήχηση των μελών της και το μπόλιασμά τους στη μυστηριακή της ζωή.
Όλο αυτό που καταγράφει και περιγράφει, ο αξιότιμος καθηγητής, είναι ή όχι, μία ακόμη τρανή απόδειξις, ένα αυτογκόλ των ΚΑΙΡΟΣκόπων Οικουμενιστών, ότι εξάπαντος τό μάθημα των θρησκευτικών στα σκολειά μας και η θεολογία των Θεολογικών Σχολών μας, ουδέποτε ήτο κατηχητικό/η ή ομολογιακό/ή, αλλά μάλιστα, ήτο ένα μάθημα σαν όλα τά άλλα, καλώς ή κακώς,  τινός δασκάλου/ας και καθηγητού/τριας και αναλόγως πάντοτε της γνωσιο-λογικής παιδείας των, καθώς και της ανάλογης ολοκληρωμένης προσωπικότητας ενός εκάστου των εκπαιδευτικών, της προσωπικής θρησκευτικής συνειδήσεως κ.ο.κ.;! Λόγου χάριν, τί σόϊ θρησκευτική συνείδηση δύναται νά έχει-για να προσφέρει έπειτα-ένας δάσκαλος και μία δασκάλα στα δημοτικά και γυμνάσια σχολεία, όταν δεν έχει διαπλάσει μία ώριμη και ολοκληρωμένη υγιά θρησκευτικότητα και πνευματικότητα, για να εμπνεύση τουλάχιστον, τους μαθητές του/της; Πολύ ειδικά, τί σόϊ θρησκευτικά και τί σόϊ θρησκευτική συνείδηση δύναται να διδάξει-διαπλάσει και να εμπνεύσει, στα μόλις μικρά παιδάκια των δημοτικών σχολείων, ένας απλός δάσκαλος/α, όταν δεν έχουν βασικές θεολογικές και θρησκειολογικές γνώσεις, πολλω δε μάλλον όταν έχουν χλιαρές, ελάχιστες, μέχρι και αρνητικές σχέσεις, με την επικρατούσα και επίσημον Ορθόδοξη Εκκλησία και Θεολογία των Ελλαδιτών; Άρα λοιπόν, τό ζήτημα μίας "μαγικοποιημένης θρησκευτικότητας", ή, μίας "θρησκειολογικής μαγικοποίησις", εμφυτεύεται σκοπίμως και πλανερώς (υπό της Πολιτείας βεβαίως, από το 1833 μ.Χ., μετά της Καποδίστρειου εποχής) εξ απαλών ονύχων απ΄το δημοτικό, και ολοκληρώνεται παιδαγωγικώς, στα ανώτατα και "πολυποίκιλα δωμάτια του φαντασιακού" κομματικοποιημένου ακαδημαϊκού χώρου! Άρα λοιπόν η αυτοκριτική θέσις του φίλου καθηγητού "στο σημείο αυτό βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη της πανεπιστημιακής θεολογίας" είναι λείαν επιεικώς, άκρως απαράδεκτη, μιάς και η παροντική ευθύνη της  Ελλαδικής ακαδημαϊκής θεολογίας, είναι τεράστια μην πώ άπειρη, πολλώ δε μάλλον εις την μετα-Ρωμανίδειον εποχή, των Θεολογικών γραμμάτων. Η "σταδιακή αλλοίωση του εκκλησιαστικού σώματος"  της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι άμεσα συνυφασμένη, με την μεγίστη ακαδημαϊκή αλλοτρίωση και απόκλιση εκ της Θεολογίας των Ελλήνων (Ρωμηών και Λατίνων) Πατέρων της Εκκλησίας. Η επιστημονική  θεωρία της Φυσικής, περί των συγκοινωνούντων δοχείων, δεν είναι αποδεδειγμένη;
Ένα ίσως απλοϊκό αλλά σημαίνων ερώτημα, πού πιθανόν έπρεπε νά προβληματίζει σοβαρά, τον πρώην πρόεδρο και καθηγητή του δημόσιου πανεπιστημίου της Θεολογικής Σχολής, είναι τί σόϊ και τί είδους θρησκευτική και θεολογική συνείδηση, παιδαγώγησε και παιδαγωγεί, επι πάμπολλα συναπτά χρόνια, το ταλαίπωρον Νεοεληνικόν κρατίδιο, το οποίον και υπηρετεί ως μισθοφόρος του;  Οι Κληρικοί πού αποτάθηκαν στο εν λόγω  επιμορφωτικό σεμινάριο της Θεολογικής Σχολής, ήτο άνθρωποι απλοί, που ολοκλήρωσαν τουλάχιστον πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, άρα έλαβαν και την ανάλογο "θρησκευτική-θεολογική συνείδηση" και παιδεία που σερβίρει άστοχα η Ελλα-δική μας Πολιτεία. Ωστόσο,  τά ανάλογα φαίνεται να ισχύουν, και στα περί των Επισκόπων των, που χειροτόνησαν τους  Κληρικούς· οι οποίοι κληρικοί, σύμφωνα με τον κ. Σταμούλη, φαίνεται, ότι αγνοούσιν  "τι σημαίνει το όνομα Χριστός"! Μάλλον, απώλεσεν την αίσθηση του χιούμορ, ο κ. καθηγητής, μιάς και είναι φανερόν, ότι εξέχασεν την μείζωνα και απαρέγκλιτον  προϋπόθεση, της Νεοελληνικής ακαδημαϊκής και συγχρόνου Εκκλησιαστικής θεολογίας, ότι δια τινά επισκοποίησιν τινός κληρικού,  είναι το ακαδημαϊκόν πτυχίον της Θεολογικής Σχολής(;!). Άρα η ρίζα του κακού, δεν είναι μονοσήμαντα η Ελλαδική Εκκλησία, γενικά και αόριστα, αλλά εξάπαντος ο νοσηρός κομπογιαννιτισμός των επισκόπων της Εκκλησίας. Με κάτι τέτοιους κομπογιαννίτες Μητροπολίτες, φέρεται δυστυχώς, να συσχετίζεται και να συναναστρέφεται, και ο αγαπητός καθηγητής κ. Σταμούλης.
Είναι προτιμότερον όμως, νά θεωρήσομεν πραγματολογικά και ρεαλιστικά, ότι "κάτι δέν πάει καλά" (!) μέ τόν συγκεκριμένο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής, μιάς και έβγαλε την πλειοψηφία των κληρικών μαθητών του, ώς αμόρφωτων θεολογικά. Δυστυχώς υφίσταντο κάμποσοι αφελείς Μητροπολίτες, Κληρικοί, Μοναχοί και λαϊκοί πιστοί, θεούσες και θεούσοι, που έχουν την φαντασιακή και πλανεμένη αντίληψη, ότι στη Θεολογική Σχολή, θα διδαχθώσι ορθόδοξα την Πατερική και Βιβλική Θεολογία και δή εκ της κακόδοξου κλίκας και ισλαμολάγνας κομπανίας του καθηγητού Σταμούλη! Μιλώ εξ ισχυράς προσωπικής εμπειρίας και όχι εκ τινάς φαντασιολογικής ιδεοληψίας. Έχω την προσωπική και ισχυρή γνώμη, ότι κάμποσοι κληρικοί εξ αυτών μπορεί να μή μπορούσαν να απαντήσουν, με απόλυτη γνωσιολογική και θεολογική ευστοχία, ή και ευστροφία, στο συγκεκριμένο θεολογικόν ερώτημα του κ. Σταμούλη, αλλ΄ είμαι απόλυτα  βέβαιος  (διότι είχα γνωρίσει αρκετούς κληρικούς, ως συμφοιτητές) ότι είναι καλοί και άριστοι ποιμένες στις ενορίες των, διότι θα ασκούσιν  το εν δυνάμει Θεανθρωποκεντρικόν ποιμαντικό και πνευματικό έργο, πολλώ δε μάλλον  θα έχωσιν και τινές πνευματικές προσωπικές εμπειρίες, τις οποίες πνευματικές ουρανοδρομίες, οι Οικουμενιστές, οι Νεονικολαΐτες, οι Ωριγενιστές, οι Νεοβαρλααμίτες και Καζαντζακικομανείς καθηγητές μας, ονειρεύονται φαντασιούμενοι γιά να τις απακτήσουν, κάνοντας δουλοπρεπείς τεμενάδες και παναιρετικές διατριβές, στα κακόδοξα ληρήμματα και φληναφήματα τών Παπόδουλων Φαναριωτών, εξάπαντος των αλλοτριοεπίσκοπων συγκεκριμένων συναδέλφων τους.
Βλέπετε, κύριε Χρυσόστομε Σταμούλη μου, ιστορικά ομιλούντες, η Εκκλησία τού Χριστού και η Πατερική Χαρισματική Θεολογία Του, έζησε και ενεργούσε Φιλοκαλικά, Ησυχαστικά και Μυστικά, επί 400 χρόνια και βάλε, επί Οθωμανικού Μεσσαίωνα, και δή άνευ της σχολαστικής ακαδημαϊκής θεολογίας, και επιβίωσε άνετα, Χάριτι Θεού. Δέν γνωρίζω όμως, αν δύναται νά επιβιώσει την σήμερον, η νοσηρά και κακόδοξη ακαδημαϊκή θεολογία, χωρίς τον προαπαιτούμενον σεβασμό, την ιερά ταπείνωση και την διακριτική αγία υπακοή, είς την Ορθόδοξη Εκκλησία, πού είναι και η φυσική γεννήτωρ της  Θεολογίας.
Άρα λοιπόν, αν οι Ελλαδίτες κληρικοί μας, όντως αγνοούσιν να απαντήσωσιν, έναν θεμελιώδες και θεολογικόν ερώτημα-κρίσεως, δέν είναι μονοσήμαντη ευθύνη της Ελλαδικής Εκκλησίας όπως και το ομολογήσατε κομψά, αλλά πρωτίστος και κυριευόντως ήτο και είναι ευθύνη,  των ακαδημαϊκών σπουδαστηρίων των εν Ελλάδι Θεολογικών Σχολών μας, που καλλιεργούσιν συστηματικά και εμμονικά, επι σειρά ετών, μία Συγκρητιστική και Νεοβαρλααμίζουσα Σχολαστική θεολογία εκ των Δυτικών, που κατά λογική συνέπειαν, παράγει αβέρτα και σωρηδόν, κακόδοξους και ημιμαθείς αποφοίτους θεολόγους, ορκισμένα στρατιωτάκια της Αντιχρίστου Οικουμενιστικής Κινήσεως και αθεολόγητου αφασίας, πού πρόκειται τούτοι οι φοιτητές και απόφοιτοι, νά γίνουν την αύριον: α΄) είτε έγγαμοι και άγαμοι Κληρικοί (Μοναχοί/ές κ.λπ.), β΄) είτε Μητροπολίτες, Αρχιεπίσκοποι και Πατριάρχες (!), γ΄) είτε συνεργάτες τινών Μητροπόλεων ιεροκήρυκες (!) , δ΄) είτε ως καθηγητές εκπαιδευτικοί στα Γυμνάσια και Λύκεια, ε΄) είτε μάλιστα, ως καθηγητές των πανεπιστημίων, και το βασικόν στ΄) είτε ως απλοί κατηχητές!!!

Τρία βασικά, εξάπαντος Συνταγματολογικά σημεία-δεδομένα, φαίνεται νά απουσιάζουν και νά είναι ζητούμενα, άπαξ και διαπαντώς, εκ τής διαχρονικής και λογίας συλλογιστικής του Καθηγητού μας, κ. Χ. Σταμούλη καθώς καί εκ της ΚΑΙΡΟΣκοπίζουσας ομαδούλας των άλλων Οικουμενιστών θεολόγων:
1. Τό Ελλαδικόν Σύνταγμα [2] , φέρει αναφορικά καί πρώτιστα ως Συνταγματολογικήν και Ανωτάτην Αρχήν του, τόν Τριαδικό Θεό των Ορθοδόξων Χριστιανών, και όχι λ.χ. τόν "τριαδικό θεό" των Παπικών, των Προτεσταντών,  ή και των Αγγλικανών. Τήν Τριαδολογική καί Θεολογική ετούτη σαφέστατην διάκρισιν, ή και τις εν λόγω σημαίνουσες θεολογικές διαφορές, περί της  Αγίας Τριάδος των Ορθοδόξων, μέ όλες τίς άλλες "Τριάδες", των ετερόδοξων χριστιανικών ομολογιών και παρασυναγωγών, ο καθηγητής μας, ως καλός(;) και ειδικός Δογματολόγος του ΑΠΘ, όφειλεν νά τις γνωρίζει, καί τις γνωρίζει γνωσιολογικά μάλλον καλά, μάλιστα πιό καλύτερα και από μάς τά απλά μαθητούδια του...!
2. Η πιό πάνω βασική ορθόδοξο-Θεολογική, Τριαδολογική και Συνταγματολογική Αρχή,  καθώς και  η ερμηνευτική προσέγγισις, ολοκλήρου του Ελλαδικού Συντάγματος, αποσαφηνίζεται καί ερμηνεύεται σαφώς και αναντίρρητα, εις το Άρθρο 3 του Συντάγματος, μέσα στό συνταγματικόν πλαίσιον, μεταξύ των σχέσεων Εκκλησίας καί Πολιτείας, το οποίον αναφέρει επι λέξη:
"Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού... που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις."
Εξάπαντος μάλλον, δεν θα είναι κατ΄εξοχήν αρμοδιότητα τινός Πολιτειακού Συντάγματος ή καί δημοσίου υπαλλήλου αυτής (π.χ. καθηγητού της  Θεολογίας), να μάς υποδεικνύει λ.χ. τι στάση οφείλει να κρατεί, η Ελλαδική Εκκλησία με τά κληρικολαϊκά μέλη της, όταν π.χ. το Οικουμενικόν Πατριαρχείον της Κων/Πόλεως, αποκλίνει δογματικά, εκ της Ανατολικής Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας του Χριστού. Ούτε φυσικά είναι σοβαρόν και υπέυθυνον, να επιμένουσιν μερικοί, ότι αποκλειστική ευθύνη της κατηχήσεως των Ελλήνων, είναι αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη της Εκκλησίας, λές, και οι δημόσιοι υπάλληλοι της Πολιτείας καθώς και η Ελλαδική Πολιτεία, είναι απείραστοι και υπεράνω της Πνευματικής εποπτίας και Χαρισματικής εξουσίας της Εκκλησίας;! Όλως παραδόξως, οί περίφημοι καθηγητές του ΚΑΙΡΟΥ, κρατούσιν "βαρύ ισοκράτημα" στον ανίατον Πολιτειοκρατισμό, και σε κάθε ενίερον κακοδοξία του Οικουμενιστού Πατριάρχη μας.  Υφίσταντο όμως και κάποια Κανονικά, Δογματολογικά και Εκκλησιολογικά όρια, σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, τά οποία οι Οικουμενιστές καθηγητές μας, τα υπερβαίνουν εις τό όνομα της ακαδημαϊκής και επιστημονικής έρευνας των, πότε με πειραματικές αντεθινικές οδηγείες της Πολιτείας (π.χ. αντισυνταγματική και μανική ίδρυση, τινάς αμειγούς εισαγωγικής σχολής Ισλαμικών Σπουδών, με παράδοξον χρηματοδότηση (!) εκ του Ομάν της Ιορδανίας), πότε με την επιλεκτική ανοχή του κατεχόμενου εις την Πόλιν Φαναρίου, και συνήθως με άτακτην και κάκιστη ανυπακοή, κατά τού Χριστεπώνυμου πληρώματος της Ελλαδικής Εκκλησίας. Δέν είναι δηλαδή, απροϋπόθετη η σχέσις, μεταξύ της Ελλαδικής Εκκλησίας και του Φαναρίου, όπως δεν είναι απροϋπόθετη η σχέσις, μεταξύ της Πολιτείας καί της Εκκλησίας. Η τελευταία όμως, συνταγματολογική πρότασις "τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις" δέν αφήνει διόλου περιθώρεια παρερμηνειών. Εκείνο τό "τηρεί απαρασάλευτα" δέν είναι  μία τυχαία και απλή Συνταγματική θέσις-πρότασις, διαφορετικά, ποίο τό συνταγματικό νόημα του εν λόγο Άρθρου, νά προσδιορίζει με πάσαν θεολογική ακρίβεια, τίς Αποστολικές, Συνοδικές, Δογματολογικές, Κανονικές και ορθοδοξο-παραδοσιακές προϋποθέσεις; Θέλω νά πώ με απλά λόγια, ότι Συνταγματικο-θεολογικά οριοθετείται, η σχέσις Πολιτείας καί Εκκλησίας, με αποδεικτικά στοιχεία, τά πιό πάνω Δογματολογικά καί Κανονικά γραφθέντα καί διατυπωθέντα, εντός του Ελληνικού Συντάγματος. Δηλαδή εκ των πιό πάνω, έχω την προσωπική πεποίθηση, ότι έχει και η Ελλαδική Πολιτεία την Συνταγματική υποχρέωση να "τηρεί απαρασάλευτα"  τα της Εκκλησίας της Ελλάδος, διαφορετικά ποίον το νόημα της Τριαδολογικής και Συνταγματικής, Ανωτάτης αναφορικής Αρχής, εις την Αγία Τριάδα, της Φιλόκαλου Ορθοδοξίας;  Συνταγματολογικά, η επικρατούσα και επίσημη θρησκεία του κράτους των Ελλαδιτών, ήτο και είναι μέχρι την σήμερον, η Ορθόδοξη Χριστιανική, έτσι; Το Ελληνικό Σύνταγμα το αναφέρει, και όχι το ιερό Ευαγγέλιο κ.ο.κ. Άρα λοιπόν, η Δημοκρατική Ελλαδική Πολιτεία μας, που σέβεται τη Συνταγματικότητα και την εξουσία της πλειοψηφίας του λαού της, τί είδους θρησκειολογία και τί σόϊ θεολογία, οφείλει να διδάσκει, στο όλον εθνικό και εκπαιδευτικό της  σύστημα;
-Θρησκειολογία και θεολογία, εξ Αγγλικανικής,  εκ Μορμονικής, εκ Κουακερικής, εκ Γιεχωβικής και εξ Επισκοπελιανικής κ.λπ. απόψεως;
-Θρησκειολογία και θεολογία, εκ Φραγκολατινικής, Σχολαστικής και Προτεσταντικής απόψεως;
-Θρησκειολογία και θεολογία, εξ Ισλαμικής, Αρμένικης, Ινδοϊστικής, Κουμφουκιανικής, Βουδδιστικής και Ιουδαϊκής απόψεως;
-Ή μήπως, το Νεοελλαδικόν κρατίδιον, έχει την Συνταγματική υποχρέωση, νά διδάσκει μέν θρησκειολογικά  και θεολογικά θέματα, αλλά εξ ορθοδόξου δε  χριστιανικής   απόψεως;(!)
Άρα λοιπόν θεωρώ, προσωπική αλλά και μη αλάθητος άποψις, απόλυτα άστοχον και κακόδοξον, τραγελαφικά ανόητον και ανόνητον τα ψευδοδιλλήματα, δια το ΚΑΙΡΟΣκοπικόν ζήτημα: κατηχητικό-ομολογιακό ή θρησκειολογικό μάθημα των θρησκευτικών, ή και το άλλον, Θεολογικές/κατηχητικές-ομολογιακές Σχολές ή Θρησκειολογικές Σχολές...
Τό χιλιοταλαιπωρημένον αιτιατόν ψευδοζήτημα, "θρησκειολογικόν ή ομολογιακό/κατηχητικό" μάθημα των θρησκευτικών και εκείνο περί της Θεολογίας ή Θρησκειολογίας των Θεολογικών Σχολών, έχει εξ όσων φαίνεται, ισχυρά ριζίδια και αίτια, εκ του ζητήματος σχέσεως Πολιτικής και Εκκλησιαστικής εξουσίας. Ο μακαριστός καθηγητής του Σταμούλη, ο Δογματολόγος Νίκος Ματσούκας, αποσαφηνίζει ιστορικοδογματολογικά σε ένα εξαιρετικόν σύγγραμμά του, αρκετά σημαντικά και οφέλειμα, περί της Δεύτερης Γενικής Αρχής του Προτεσταντισμού [3] :
"σύμφωνα με την αρχή αυτή η εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία είναι ριζικά διαφορετικές εξουσίες και δέν είναι δυνατό και επιτρεπτό να έχουν στενή ή ουσιαστική σχέση μεταξύ των. (...) Ο Λούθηρος και ο μετέπειτα Προτεσταντισμός διαχωρίζουν ριζικά εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία. (...) Ο Λούθηρος δέν δέχεται τη συνεργασία εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας, που είχε επικρατήσει στο Βυζάντιο."
Ένα άλλο βασικότατον ερώτημα, δηλ. πού προκύπτει εκ του συλλογισμού μας, είναι: έχει το Συνταγματικό δικαίωμα, η Ελλαδική Πολιτεία μαζί με τά πανεπιστημιακά ιδρύματά της, νά διδάξουν αυτόβουλα καί αυτόνομα, ετέρου γένους καί ετέρου είδους θεολογία καθώς καί απροϋπόθετην θρησκειολογία, παραγκωνίζοντας και απαξιώνοντας την ορθόδοξη Θεολογία καί θρησκειο-λογία της επικρατούσας Ορθοδόξου Εκκλησίας; Όχι βέβαια!!! Εξάπαντος η αναφορική Τριαδολογική Αρχή του Ελλαδικού Συντάγματος, είναι ξεκάθαρη, καί ερμηνεύεται καθαρά και ξάστερα, υπό άλλων τινών συνταγματικών Άρθρων. Οί πρόγονοί μας Ρωμηοί, έχυσαν αίμα και λάβασαν άγιο Πνεύμα, και με τα χίλια ζόρια το ακρωτηριασμένο Νεοελληνικόν κρατίδιο, με απώτερον στόχον και σκοπόν: να δοξολογείται, να διδάσκεται, να κατηχείται (και εκ της Νεοελληνικής Πολιτείας, γιατί όχι;) και να ομολογείται, ο μοναδικά αληθινός και Τριαδικός Θεός των Ορθοδόξων Χριστιανών!
Μία Ελλαδική και επίσημη Θρησκεία όμως, καί δή η "επικρατούσα" της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διαθέτει, παράγει, προωθεί, δημιουργεί, κατηχεί, ομολογεί, θρησκειολογεί καί διδάσκει δημοσίως, έννομα καί συνταγματικά, μία συγκεκριμένη ειδική, συγκριτική καί ορθόδοξη Θεολογία· καθώς και συγκριτική θρησκειολογία· άρα η ιερά Θεολογία, γενικά αλλά καί ειδικά, δεν είναι ιδιοκτησία και παραγωγή τινάς Πολιτείας, ή και τινός Συντάγματος, ή  των δημόσιων κρατικών ιδρυμάτων/πανεπιστημίων αυτής (τα κρατικά πανεπιστήμια των Θεολογικών Σχολών, από πού εβρήκασιν την Θεολογία; Έππεσεν ως "μάννα εξ ουρανού" στις βιβλιοθήκες των Θεολογικών Σχολών, ή μήπως, την εβρήκαν εκ των αυλών της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Εκκλησιαστικών και Πατερικών Συγγραμάτων και των ετερόδοξων εκκλησιαστικών ομολογιών και  ετερόθρησκων κοινοτήτων;), μιάς καί δέν είναι αποκλειστική  αρμοδιότητα της Πολιτείας, είτε να θεολογεί κατηχητικά, είτε κατηχεί ομολογιακά, πολλώ δε μάλλον να διδάσκει  θρησκειολογικά· διότι απλούστερα, μία σοβαρή Πολιτεία, δέν διαθέτει αφ΄ εαυτού της, τίς βασικές προϋποθέσεις καί τά απαραίτητα κριτήρια, του απλανώς και ορθοδόξως Θεολογείν, ή και του Θρησκειολογείν· άρα το Ελληνικό Σύνταγμα, προϋποθέτει κραυγαλέα, μία υποχρεωτική και αγαστή συνεργασία του συναποφασίζειν, Πολιτείας και Εκκλησίας, στά πρότυπα των σχέσεων της Οικουμενικής Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας των Ορθοδόξων Ρωμηών. Η Πολιτική εξουσία, όφειλεν να κοιτάζει πρώτιστα και να επιλύσει τα μείζωνα κοινωνικά προβλήματα των πολιτών της, αντί να ανακατεύεται ιδιοτελώς, σκόπιμα, πλανερώς, ατάκτως και αδιακρίτως, με τα θεολογικά και θρησκειολογικά ζητήματα, της δημόσιας εκπαίδευσις, και να μάθει επί τέλους, να συνεργάζεται συνετά, σοβαρά και στενά, με την επικρατούσα Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που είναι αναντίρρητα και φυσιολογικός ρόλος και σκοπός της, να επιλύει τά περί των θρησκευτικών, θρησκειολογικών και θεολογικών ζητημάτων.
Με πιό απλούστερα λόγια, θέλουμεν νά σημειώσουμεν, ότι κατά τό Σύνταγμα (τό οποίο σ΄αυτό τό σημείον, διατυπώνει άριστα την Πατερική Θεολογία) Κεφαλή της Ορθοδόξου Ελλαδικής Εκκλησίας καί της Θεολογίας αυτής, δεν είναι ό εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, ή ακόμη καί ο εκάστοτε Οικουμενικός Πατριάρχης, αλλά ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Πολλώ δε μάλλον, κεφαλή της Ορθοδόξου Ελλαδικής Εκκλησίας αποκλείεται νά είναι,  εκκλησιολογικά και συνταγματολογικά,  η εκάστοτε Πολιτεία, και άρα ο  Προτεσταντικός καισαροπαπισμός που παρατηρείτε διαχρονικά, υπό της εκάστοτε έννομης καί συνταγματικής Πολιτείας, είναι σαφέστατα  ριζηδόν παράνομος καί αντισυνταγματικός, καί έπειτα θεολογικά, ως ετερόδοξος και κακόβουλη ενέργεια, κατά της "επικρατούσης θρησκείας" καί θεολογίας, των Ορθοδόξων Ελλαδιτών. Τί είδους προϋποθέσεις, διαθέτει μία Πολιτεία, για να εποπτεύει την Εκκλησία του Χριστού;
3. Τό Άρθρο 16,1 τώρα, μάς διευκρινίζει καλώς, τά όρια λ.χ. της ακαδημαϊκής θεολογίας:
"Η ακαδημαϊκή ελευθερία καί η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα".
4. Ενώ τό Άρθρο 16,2 διατυπώνει απερίφραστα:
"Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτηση της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλαση τους σε ελευθερους και υπεύθυνους πολίτες."
Τά συγκριτικά ερωτήματα πού προκύπτουσιν εκ των προαναφερομένων συνταγματικών αρθριδίων, είναι:
-Ποιά συγεκριμένη "θρησκευτική συνείδηση" εννοεί ο Νομοθέτης και το Σύνταγμα;
-Τί είδους "ηθικής και πνευματικής αγωγής", οφείλει να διαπαιδαγωγεί, η Πολιτεία, τους Ελλαδίτες;
-Άραγε πόση αλήθεια υφίστατο στο θεωρητικολόγημα, ότι ένα Κράτος και δη το Ελλαδικόν, επιθυμεί "ελευθερους και υπεύθυνους πολίτες";
-Μήπως πρόκειται: δια μίας αόριστης, συγκεχυμένης θρησκειολογικά, συγκρητιστικής "θρησκευτικής συνείδησης", τήν οποία ο καθηγητής κ. Σταμούλης καί η παρέα των "αναβαθμιστών θεολόγων" του κάκιστου και κακόδοξου ΚΑΙΡΟΥ που πασχίζουν νά προωθήσουν, ή διά  μίας συγκεκριμένης και ειδικής δογματολογικής, θεολογικής και θρησκευτικής συνείδησης;
Τό Σύνταγμα, όμως, δεν έχει και ούτε πρέπει νά έχει διφορούμενες θέσεις, μιάς καί όταν κανείς σκεφτεί λογικά στά περι της "εθνικής συνείδησης" δύναται νά εννοήσει καλώς και τά αντιστρόφως ανάλογα, ως πρός τίνα "θρησκευτική συνείδηση", προνοεί καί διατάσσει, ο Νομοθέτης του Συντάγματος. Εκτός κι άν  κανείς "πάνσοφος"  δάσκαλος και "πανεπιστήμων" καθηγητής, θεωρεί το εξής τραγελαφικόν και άτοπον: ότι ο Έλληνας μαθητής και φοιτητής, θά πρέπει νά διαπαιδαγωγηθεί "πολυεθνικά" ,"πολυπολιτισμικά" και "κοσμοπολίτικα" , γιά να αποκτήσει μία  Τουρκική, ή Ιρανική, ή Σκοπιανή, ή Αγγλική, ή Γερμανική, ή Αφρικανική κ.ο.κ. πολυ-"εθνική συνείδηση", εξάπαντος μια συσκοτισμένη και ασυνείδητη συνείδηση, και δηλ. νά εμβολιαστεί κατά βάση υπό άλλων τινών εθνικοτήτων, πράγμα το οποίον,  θά ήτο πρώτιστα, παντελώς ανόητον καί έπειτα αντισυνταγματικόν, μιάς καί υποσκάπτεται έτσι η Ελληνική εθνική συνείδηση, διασπάται η κρατική και πολιτειακή ενότητα των Ελλήνων πολιτών, καί αλλοτριώνεται ριζηδόν τό έθνος των Ελλήνων... εκτός κι αν... αυτός ήτο και είναι ο υπόγειος κρατικός σκοπός. Εξάπαντος ο Νομοθέτης του Συντάγματος, δεν αυτοτραυματίζει το Συνταγματικόν Δίκαιον των Ελλήνων, αλλ΄ ούτε επιθυμεί νά υποσκάψει, την Νεο-ελλαδική-Ρωμαίικη Πολιτεία, πολλώ δε μάλλον την ορθόδοξη εθνική συνείδηση της Ρωμηοσύνης και την Ορθόδοξην θρησκευτική-θεολογική συνείδηση και πίστη των Ελλήνων-Ρωμηών προγόνων και απογόνων μας.
Καταλεικτικά, η ακαδημαϊκή θεολογία της Ελλάδος, έχει εξ αρχής, την αδήριτον Εκκλησιολογική και Συνταγματική υποχρέωση, να εγκεντρισθεί απόλυτα, μέ τα Συνταγματικά και Εκκλησιολογικά όρια, για νά δύναται να υπηρετήσει πιστά και δίκαια την Πατερική Θεολογία της Εκκλησίας, καί  όχι απαραίτητα την  (Καισαροπαπική και Λουθηροκαλβινική θεολογία) εισαγώμενη εκ των Βαυαρών, θολο-θεολογία και θολο-θρησκειολογία της Πολιτείας,  διαφορετικά, πρόκειται περί κακοδόξου θεολογίας και συγκρητικής θρησκειολογίας, Σχολαστικής θεολογίας, υπό αντεθνικών καί εξωεκκλησιαστικών κέντρων, δηλ. υπό ετερόδοξων και ετερόθρησκον  κοινοτήτων.
Η  ορθόδοξη εθνικοθρησκευτική αυτοσυνειδησία  και η Ρωμαίγικη αυτοεκτίμηση μας, πού πήγεν; Περίπατον; Κοντολογίς, τό πρόβλημα του κ. Σταμούλη, δεν κατάλαβα ακόμη, ποιόν είναι; Μήπως, κατάλαβε κανείς σας;
Τού Παναγιώτη Π. Νούνη

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Χρυσόστομου Α. Σταμούλη, Η συμβολή της ακαδημαϊκής θεολογίας στην αποστολή της Εκκλησίας.
[3] Νίκου Ματσούκα, Ο ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις: Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 7-38.





Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

ΜΑΣ ΠΡΟΛΑΜΒΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΣ, ΠΟΥ ΠΡΩΤΟΛΑΛΟΥΝ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


visit counter

«Αλλ’ ου συμφέρει ο λόγος των»  στους οικουμενιστές
Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
_____________________
Στις μέρες μας διαπιστώνει κανείς πρόβλημα εκκλησιολογικής ερμηνείας στους οικουμενιστές.  Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που ταλαιπωρούν την Εκκλησία, είναι η εκκλησιολογική θέση των οικουμενιστών για το ‘’ποια είναι η Εκκλησία’’.  Το ερώτημα που τίθεται στους οικουμενιστές είναι το εξής : «Πιστεύουν ή όχι οι οικουμενιστές, ότι η Μία Αγία Εκκλησία είναι η Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία; »

Μας προλαμβαίνουν οι Άγιοί μας που πρωτολαλούν ποια είναι η  Μία Αγία Εκκλησία. «Η  Εκκλησία είναι το ζωοποιόν σώμα του Θεανθρώπου Χριστού»,  «Η αληθινή Εκκλησία είναι ‘’εν Θεώ Πατρί ημών και Κυρίω Ιησού Χριστώ’’», σημειώνει ο  Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, αναφερόμενος στην Μία Αγία Εκκλησία, την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η  Μια Αγία Εκκλησία μετά το Σχίσμα του 1054 μ. Χ, δεν συνεχίζει την εν Αγίω Πνεύματι πορεία της, με δύο ΄΄παράλληλες εκκλησίες’’.  Λεκτικά επίσης ατοπήματα περί «Εκκλησίας πρώτης χιλιετίας»,  ‘’Εκκλησίας δύο πνευμόνων’’,  ‘’διηρεμένης Εκκλησίας’’, και ‘’αρχαίας Εκκλησίας’’ όπως όμως οι οικουμενιστές αναφέρονται για εξυπηρέτηση των δικών τους σκοπών.

«Κατά την ενιαίαν στάσιν των Πατέρων και των Συνόδων η Εκκλησία είναι μόνον μια, αλλά και μοναδική, διότι ο εις και μοναδικός Θεάνθρωπος, η Κεφαλή της, δεν δύναται να έχει πολλά σώματα.  Η Εκκλησία είναι  μία και μοναδική, διότι είναι το σώμα του μοναδικού Χριστού», λέγει ο  Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

Είναι πολύ εύστοχο αυτό που ανέφερε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών μ. Β. Ιωαννίδης εις το Επίσημον Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος  «Εκκλησία», 1ης  Ιουνίου 1954 σημειώνει : «Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει πλήρη και αναλλοίωτον την διδασκαλίαν και την παράδοσιν της μιας, αρχαίας και αδιαιρέτου  Εκκλησίας και υποστηρίζει και πιστεύει ότι είναι η Una Sancta, η συνέχεια της Αποστολικής, αρχαίας και αδιαιρέτου Εκκλησίας.  Δεν έχει παραλλάξει ουδέν, εξ όσων παρέλαβεν».

Η κατακλείδα μάλιστα της αναφοράς του αυτής ότι «δεν έχει παραλλάξει ουδέν, εξ όσων παρέλαβεν», καταδεικνύει και το ίδιον χαρακτηριστικόν που διαφύλαξε η Μία Αγία (Una Sancta) Εκκλησία. Η Μία Αγία Εκκλησία δεν απώλεσε την Οικουμενικότητά της μετά την αποκοπή των Παπικών από αυτήν.  «Ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν», «αιρετικοί εισίν άρα και ως αιρετικούς αυτούς απεκόψαμεν» λέγει ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (‘’αλλ’ ου συμφέρει ο λόγος ούτος’’ στους οικουμενιστές).

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

visit counter ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΔΕΝ ΣΕΒΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΟΤΙ ΘΕΛΕΙ



Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
__________________
Το Ισλάμ δεν σέβεται την ελευθερία του άλλου να πιστεύει ότι θέλει.  Η θρησκεία που λέει,  ‘’όπου βλέπετε απίστους (μη μουσουλμάνους), εάν τους αφανίσετε θα έχετε μεγαλύτερη συμμετοχή στη χαρά του παραδείσου», σέβεται την ελευθερία του άλλου να πιστεύει ότι θέλει;

Οι  κορανιακές προτροπές, «θα σκορπίσουμε τον τρόμο στην καρδιά των ειδωλολατρών γιατί εξομοίωσαν με τον Αλλαχ άλλες θεότητες», «καταπολεμείστε τους εχθρούς σας στον πόλεμο που γίνεται για τη θρησκεία», «..κολυμπείστε μέσα στο αίμα τους,  αυτή είναι η ανταμοιβή που χρωστάτε στους απίστους», φανερώνουν  ότι το Ισλάμ δεν σέβεται την ελευθερία του άλλου να πιστεύει ότι θέλει.

Δεν είναι προτροπές ειρήνης οι κορανιακές προτροπές «όταν συναντάτε απίστους να τους κτυπάτε στο λαιμό μέχρι να τους νικήσετε εντελώς…μέχρι να τους νικήσετε και δέστε τους ένα δεσμό σταθερό»,  «σκοτώστε τους εχθρούς σας παντού όπου τους βρίσκετε», «Σκοτώστε τους εχθρούς σας παντού όπου τους βρίσκετε...κολυμπείστε μέσα στο αίμα τους.  Αυτή είναι η ανταμοιβή που χρωστάτε στους απίστους»*.

Αυτό που ο  Δήμαρχος Θεσσαλονίκης κ. Μπουτάρης μιλώντας σε σπουδαστές δημοοσιογραφίας στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ άλλων ανέφερε, ότι «η μουσουλμανική θρησκεία είναι μια εξέλιξη της χριστιανικής, που απευθύνεται σε άλλου τύπου κόσμο.  Παράλληλα είναι θρησκεία αγάπης και ειρήνης, σας προτείνω να διαβάσετε γι’ αυτήν» ήταν ένα ανυπόστατο ψέμα για τη θρησκεία που προάγει το μίσος.  Αρκεί μόνο να ανατρέξει στη βίαιη μεταχείριση των γυναικών που το ανίερο κοράνι  προτρέπει και θα αντιληφθεί την φρικαλέα κορανιακή πραγματικότητα.

Το κοράνι δεν σέβεται την ελευθερία του άλλου να πιστεύει ότι θέλειαναφέροντας ότι «θα σκορπίσουμε τον τρόμο στην καρδιά των ειδωλολατρών το φως απ’ όπου σας έδιωξαν», «λέγε στους απίστους : σε λίγο θα νικηθείτε και θα συναθροιστείτε στην κόλαση**»;  Συνεπώς είναι ορθή η θεώρηση που αντιλαμβάνεται το Ισλάμ ως το απότοκο των κορανικών βιαιοτήτων και ότι δεν σέβεται την ελευθερία του άλλου να πιστεύει ότι θέλει. 

ΣΗΜΕΊΩΣΗ : Χρησιμοποιήθηκαν εδάφια και από τις δύο μεταφράσεις κορανίων για τον λόγο ότι στην τελευταία έκδοση προσπάθησαν να παρουσίασουν πιο ήπια τις κορανικές βιαιότητες.

* Παρμένα από το κοράνι των εκδόσεων Λάτση
** Οι κορανικές αναφορές είναι από το κοράνι,  Εκδόσεις ‘’ΔΑΡΕΜΑ’’ – μετάφραση Μίνας Ζωγράφου – Μεραναίου.