Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

Οικουμενιστικές αντιλήψεις και πρακτικές με απλά λόγια



πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου( χημικού-βιοχημικού)

Ο Οικουμενισμός είναι μια κίνηση, που διακηρύσσει ότι έχει ως σκοπό την ενότητα του διαιρεμένου χριστιανικού κόσμου (Ορθοδόξων, Παπικών, Προτεσταντών, κ.ά.). Το ενω­τικό του όραμα, όραμα κατεξοχήν πνευματικό, το στηρί­ζει κυρίως πάνω στις ανθρώπινες προσπάθειες και όχι στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί, όταν συναντήσει την ανθρώπινη μετάνοια και ταπείνωση, να κάνει αυτό το όραμα πραγματικότητα.

Προκειμένου να μπορούμε να παρακολουθούμε και να κατανοούμε τις πρακτικές των Οικουμενιστών πρέπει να έχουμε υπόψη τα παρακάτω:

 

Οι θεωρητικές αντιλήψεις των Οικουμενιστών

Α.Η αντίληψη της ¨Διευρυμένης Εκκλησίας». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η Εκκλησία είναι μία και περιλαμ­βάνει τους Χριστιανούς κάθε Ομολογίας, από τη στιγμή που δέχτηκαν το βάπτισμα. Έτσι όλες οι χριστιανικές Ομολογίες είναι μεταξύ τους "Αδελφές Εκκλησίες".

Β.Η αντίληψη της Παγκόσμιας Ορατής Εκκλησίας. Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η ιδέα της "Παγκόσμιας ορατής Εκκλησίας": Η Εκκλησία που υφίσταται τάχα "αόρατα" και απαρτίζεται απ' όλους τους Χριστια­νούς, θα φανερωθεί και στην ορατή της διάσταση με τις κοινές ενωτικές προσπάθειες.

Γ. Η  αντίληψη της θεωρίας των κλάδων. Σύμφωνα με αυτή  η Εκκλησία είναι ένα "δένδρο" με "κλαδιά" όλες τις χριστιανικές Ομο­λογίες, καθεμιά από τις οποίες κατέχει ένα μόνο μέρος της αλήθειας.

Δ. Η αντίληψη της θεωρίας των "δύο πνευμόνων", που αναπτύχθηκε μεταξύ ορθοδόξων οικουμενιστών και Παπικών. Σύμφωνα μ' αυτήν Ορθοδοξία και Πα­πισμός είναι οι δύο πνεύμονες, με τους οποίους αναπνέει η Εκκλησία. Για ν' αρχίσει τάχα ν' αναπνέει ορθά και πά­λι, θα πρέπει οι δύο πνεύμονες να συγχρονίσουν την ανα­πνοή τους.

Ε. Δογματικός μινιμαλισμός .Πρόκειται για προ­σπάθεια να συρρικνωθούν τα δόγματα στα πιο αναγκαία, σ' ένα "μίνιμουμ" (=ελάχιστο), προκειμένου να υπερπηδη­θούν οι δογματικές διαφορές μεταξύ των Ομολογιών. Το αποτέλεσμα όμως είναι η παραθεώρηση του δόγματος, ο υποβιβασμός και η ελαχιστοποίηση της σημασίας του. «Ας ενωθούν», λένε, «οι Χριστιανοί, και τα δόγματα τα συζητούν αργότερα οι θεολόγοι»! Με τη μέθοδο βέβαια του δογματικού μινιμαλισμού είναι ίσως εύκολο να ενωθούν οι Χριστιανοί. Οι τέτοιοι "Χριστιανοί" όμως μπορεί να είναι Ορθόδοξοι, δηλαδή αληθινά Χριστιανοί;

ΣΤ.Η θεολογία του «Πολιτισμικού Πλουραλισμού». Αυτή θεωρεί δεδομένη την ενότητα ορθοδόξων-ετεροδόξων, τις δε υπάρχουσες δογματικές διαφορές μόνο ως ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΠΙΣΤΗΣ, οι οποίες αντιστοιχούν στους επί μέρους πολιτισμούς μας και αλληλοσυμπληρώνονται σε μια μόνιμη ποικιλία θεολογικών παραδόσεων.

Ζ.Η Θεολογία της «Κοινής Διακονίας». Διαπιστώνει τα αδιέξοδα των «διαλόγων» και για την υπέρβασή τους προτείνει μια ενότητα ορθοδόξων-ετεροδόξων μέσω της οργανώσεως, δράσεως και αλληλεγγύης για μια «Κοινή διακονία» του κόσμου.

Η.Διαθρησκειακή θεολογία. Με αυτή οι Οικουμενιστές προτείνουν μια «συμμαχία και συλλογική προσπάθεια» με όλες τις ετερόδοξες και ετερόθρησκες κοινότητες. Διαπιστώνουν μια παγκόσμια πνευματικότητα που εκφράζεται με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε όλες τις θρησκείες και η οποία τις ενώνει σε «ένα κοινό λαό του Θεού».Επίσης τοποθετούν την Εκκλησία μαζί με τις άλλες θρησκείες «στο ίδιο σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του κόσμου¨»(Απόψεις του μητροπολίτου Όρους Λιβάνου Γεωργίου Κοδρ.Περιοδικό Επίσκεψις τόμος ΝΓ).

Οικουμενιστικές πρακτικές

Η Οικουμενιστική κίνηση από την αρχή αναπτύχθηκε σε τρείς ομόκεντρους κύκλους.

Ο Πρώτος κύκλος  περιλάμβανε την προσέγγιση ορθοδόξων και ετεροδόξων,μέσω ενός ευρύτερου φάσματος συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα.

Ο δεύτερος κύκλος περιελάμβανε την ανάπτυξη ειδικής θεολογίας, της λεγομένης ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ εκ μέρους των Οικουμενιστών

Και ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει τους θεολογικούς διαλόγους.

------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο πρώτος κύκλος  βασίζεται στην εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1920.Η εγκύκλιος αυτή θεωρείται από τους Οικουμενιστές «ο καταστατικός χάρτης της Οικουμενικής κινήσεως» και προτείνει τα παρακάτω βήματα «προς Σταθεροποίηση του Κοινού χριστιανικού φρονήματος».

1,Δημιουργία κοινου ημερολογίου

2.Εντατικότερη επικοινωνία με αλληλογραφία.

3.Οικειότερη συσχέτηση των αντιπροσώπων των Εκκλησιών.

4.Επικοινωνία και «συναδέλφωσις» θεολογικών σχολών.

5.Προώθηση των Οικουμενικών σπουδών.

6.Οικουμενικό πνεύμα στην Παιδεία.

7.Θεολογικοί διάλογοι και συνέδρια

8.Οικουμενική διαπαιδαγώγηση του πληρώματος όλων των ομολιγιών

9.»Συναδέλφωσις» επισκοπών και Μητροπόλεων διαφόρων ομολογιών.

10.Κοινός εορτασμός θρονικών εορτών και πολιούχων αγίων.

11.Λύση δογματικών προβλημάτων.

12.Αμοιβαίος σεβασμός των ηθών και των εθίμων,

13.Αποφυγή δημιουργίας προβλημάτων.

14.Παραχώρηση ευκτηρίων οίκων

15.Μικτοί γάμοι

16.Συνεργασία επί ευρυτάτου επιπέδου σε επίκαιρα προβλήματα.

Παρατηρούμε ότι η εγκύκλιος του 1920 δεν προτείνει ένα πρόγραμμα θεολογικού διαλόγου με τους ετερόδοξους, βασιζόμενο στις ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, αλλά ένα σχέδιο ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΥΡΜΟΥ.

Βασικό ρόλο στην υλοποίηση των παραπάνω διαδραματίζει το Π.Σ.Ε. Αυτό το αρχικό στάδιο ΄’ελαβε την τελική του μορφή ως «ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ» του κόσμου ,που επιτρέπει «την αγαστήν  συνεργασίαν όλων των χριστιανικών δυνάμεων  εις το ηθικόν ,κοινωνικόν, ιεραποστολικόν, και διακονικών τομέα, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΏΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΥΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ. Όπως υπεγράμμιζε η γνωστή εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου του έτους 1920» (Υπόμνημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου περί του Π.Σ.Ε .Φανάριο 30-11-1995).

Ο δεύτερος κύκλος της Οικουμενιστικής κίνησης αναφέρεται στην θεολογία των οκτω(8) αντιλήψεων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Έτσι φαίνεται ότι ο πρώτος κύκλος ήταν η αθέτηση της Πατερικής Παράδοσης, η οποία μας διατάζει με τον Μέγα Βασίλειο «φεύγειν την προς τους ετεροδόξους κοινωνίαν».

Ο δεύτερος κύκλος ήταν η αθέτηση της ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ η οποία διακηρύσσει ότι η Εκκλησία είναι Μία και μοναδική  και ταυτίζεται απόλυτα με την Ορθόδοξη Εκκλησία και ότι η σωτηρία είναι ασφαλής και βεβαία μόνο εντός της Μιάς αυτής Εκκλησίας.

Ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει 28 διμερείς θεολογικούς διαλόγους.

Από το 1973 με τους Αγγλικανούς, από το 1975 με τους Παλαικοκαθολικούς, από το 1980 με τους Παπικούς, από το 1981 με τους Λουθηρανούς, από το 1985 με τους Μονοφυσίτες/Αντιχαλκηδόνιους,.Επίσης με τους Μεταρρυθμισμένους (Καλβινιστές-Ζβιγγλανούς ), Μεθοδιστές και Βαπτιστές.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

H αίρεση του Filioque με απλά λόγια και οι οικουμενιστικές ερμηνείες.


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού-βιοχημικού)

Το πρώτο μεγάλο Σχίσμα ανάμεσα στην Ανατολική Ορθόδοξη και την Δυτική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, έλαβε χώρα στα μέσα περίπου του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν με αφορμή την περίπτωση της ανάρρησης του Φωτίου στον Πατριαρχικό θρόνο Κωνσταντινουπόλεως, ασκήθηκε έντονη αρνητική κριτική ως προς την όλη διαδικασία από τον τότε Πάπα Ρώμης Νικόλαο Α΄. Μέσα από εκείνη τη ρήξη αναδύθηκαν με έντονο τρόπο το ζήτημα των διεκδικήσεων των Ρωμαιοκαθολικών, ως προς το Παπικό πρωτείο, αλλά και το θεολογικό - δογματικό ζήτημα περί Filioque (η προσθήκη του Filioque, δηλαδή η διδασκαλία περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού).

Το  θέμα  το Filioque, αποτελεί μέχρι σήμερα μία μόνιμη θεολογική διαφορά. Η πορεία προς την ένωση που επαγγέλλεται απαιτεί επίλυση από τον  Θεολογικό  Διάλογο  Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Τι   είναι το Filioque.

Το ζήτημα Φιλιόκβε ήταν και είναι μια διαμάχη εντός της εκκλησίας σε σχέση με το Άγιο Πνεύμα. Η ερώτηση είναι: «Από ποιον εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα, τον Θεό Πατέρα ή τον Θεό Πατέρα και τον Υιό;» Η λέξη Φιλιόκβε στα Λατινικά σημαίνει «και ο Υιός». Ονομάζεται ζήτημα Φιλιόκβε γιατί η φράση «και ο Υιός» προστέθηκε στο Σύμβολο της Πίστης, δείχνοντας ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Θεό Πατέρα και «τον Υιό».

Η διδασκαλία της Εκκλησίας κατά τους πρώτους αιώνες, ήταν ότι αυτή γίνεται εκ μόνου του Πατρός. Ο ρόλος του Υιού περιορίζεται απλά και μόνο στην έκφανση (εκδήλωση, φανέρωση, αποκάλυψη) της αποστολής του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο.

Το δόγμα της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος άρχισε σταδιακά να τροποποιείται και ουσιαστικά να διασαλεύεται στη Δύση. Η θέση της Δύσης ήταν, ότι ο Πατήρ και ο Υιός αποτελούν μία Αρχή, έναν Κύριο και έναν Θεό και ως εκ τούτου και στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού/Filioque, δεν εισάγονται δύο Αρχές και δύο Θεοί. Έτσι Πατήρ και Υιός συμμετέχουν από κοινού στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος.

Το Filioque εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά τον 6ο αι. στην Ισπανία. Στην β΄ Σύνοδο του Τολέδο (589 μ. Χ.), έγινε αντικανονικά η προσθήκη του στο Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως. Το 809, ο Ηγεμόνας των Φράγκων Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος), το επέβαλε επισήμως στο κράτος του με τη Σύνοδο του Άαχεν.

Παρά τις αντιδράσεις των Παπών Αδριανού Α΄ και Λέοντος Γ΄, το Filioque διαδόθηκε και επικράτησε στη Γερμανία και στην Ιταλία και σταδιακά σε όλη τη Δύση.

Μπροστά σε αυτή τη σοβαρή δογματική παρέκκλιση, αξιομνημόνευτη υπήρξε η σθεναρή αντίδραση του Μεγάλου Φωτίου, επί πατριαρχίας του οποίου έγινε το πρώτο Σχίσμα (876 μ. Χ.). Ο Φώτιος γνώριζε, ότι η προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, αποτελούσε το προκάλυμμα των πολιτικών και διοικητικών επιδιώξεων της Δύσης και μιλούσε βεβαίως για το Πρωτείο του Πάπα. Εκθέτοντας τις απόψεις του υποστήριζε, ότι το Filioque ανατρέπει το δόγμα περί της Αγίας Τριάδος και των μεταξύ των Τριών Προσώπων σχέσεων και όντας σύμφωνος με τις θέσεις των Πατέρων και κυρίως των Καππαδοκών, διέκρινε τα υποστατικά ιδιώματα των Τριών Προσώπων.

Ειδικότερα, ως μόνη Αρχή και Αίτιο προβάλλει πάντοτε τον Πατέρα. Η αιτία της εκπόρεσης ανήκει μόνον στον Πατέρα και γι’  αυτό χαρακτηρίζεται ακοινώνητο υποστατικό ιδίωμα. «Αμέσως δ’ ομοίω και το Πνεύμα εκπορεύεται», που σημαίνει χωρίς τη μεσολάβηση του Υιού εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα. Διαφορετικά εισάγεται και δεύτερο Αίτιο και ο Πατήρ καθίσταται ατελές αίτιο, πράγμα ξένο προς την Ορθόδοξη διδασκαλία.  (Περί του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας· PG 102.341B).

Η αίρεση του Filioque με απλά λόγια.

Για να την εννοήσουμε όμως καλύτερα την πλάνη αυτή, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πρώτα τη δική μας πίστη στο Άγιο Πνεύμα.





Εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε για το Άγιο Πνεύμα ότι, όπως εκπορεύεται προαιώνια μόνο από τον Πατέρα (Ιω. 15, 26), έτσι αποστέλλεται και φανερώνεται «εν χρόνω» στον κόσμο από τον Υιό (πάλι Ιω. 15,26).

Για τον Ιησού Χριστό πιστεύουμε δύο γεννήσεις. Η μία είναι από τον Θεό Πατέρα προαιώνια (προ πάντων των αιώνων). Η δεύτερη όμως έγινε «εν χρόνω» από την Παναγία Μητέρα Του, στις ημέρες του Βασιλιά Ηρώδη.

Έτσι λοιπόν και για το Άγιο Πνεύμα πιστεύουμε, ότι εκπορεύεται προαιώνια από τον Θεό Πατέρα, αλλά στον κόσμο στέλνεται «εν χρόνω» από τον Υιό.

Το λάθος των Ρωμαιοκαθολικών είναι, ότι αυτή την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο από τον Υιό, που γίνεται εν χρόνω, τη νομίζουν ως αιώνια εκπόρευση από τον Υιό και έτσι μιλάνε για Filioque.



 

Για να κατανοήσουμε την διαμάχη γύρω από το Φιλιόκβε, πρέπει να γνωρίζουμε τις διαφορετικές εννοιολογήσεις της Αγίας Τριάδος. Η τριαδική θεολογία της Ανατολής, χαρακτηρίζεται από την πεποίθησή της πως ο Πατήρ είναι η μοναδική πηγή της τριαδικής ζωής [η Ουσία του Πατρός] και αυτό ισχύει και για το Άγιο Πνεύμα, μέσω του οποίου ο κόσμος δέχεται την θεία ζωή. Το πνεύμα μπορεί να προοδεύσει μόνον «μέσω του Υιού» [στην Οικονομία].

Η Λατινική παράδοση υπογραμμίζει ότι η ανταλλαγή της ζωής στην Τριάδα ξεκινά από τον Πατέρα προς τον Υιό και η ανταλλαγή αυτή τούς υποχρεώνει να συναντηθούν μέσα στο Άγιο Πνεύμα [κάπου μεταξύ].

Αυτό είναι  αίρεση επειδή:

Α. Ενώ, είπαμε, μία είναι η Αρχή της Θεότητας, ο Πατέρας (Μοναρχία θεότητας το λέμε αυτό), πιστεύοντας οι Καθολικοί το Filioque, δέχονται δύο Αρχές στη Θεότητα, τον Πατέρα και τον Υιό, από τους οποίους εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα. (Διαρχία λέγεται αυτό, διθεισμός, δύο Θεοί).

Β. Επειδή όμως δεν είναι δυνατόν να δεχθούν οι Καθολικοί τον διθεισμό, λέγουν ότι ο Πατέρας και ο Υιός, από τους οποίους, κατ’ αυτούς, εκπορεύεται το Πνεύμα, αποτελούν μία Αρχή και επομένως δεν είναι διθειστές. Δηλαδή, τώρα με αυτό που λένε, σύγχυσαν και συγχώνευσαν τα δύο θεία Πρόσωπα  που είναι ασύγχυτα. Αυτό πάλι αποτελεί άλλη αίρεση των Ρωμαιοκαθολικών, τον Ημισαβελλιανισμό.

Γ. Πως κατάφεραν οι Καθολικοί να συγχύσουν τα δύο θεία Πρόσωπα, τον Πατέρα και τον Υιό (που είναι διαφορετικά Πρόσωπα), για να πουν ότι αυτά αποτελούν μία Αρχή και επομένως το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό; Απλούστατα, τόνισαν την κοινή θεία Ουσία (γιατί είναι αλήθεια, ότι τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι ομοούσια). Αυτό πάλι αποτελεί φοβερό θεολογικό λάθος, που δημιούργησε τον λανθασμένο θεό των Καθολικών.

Δ. Οι Καθολικοί υποτάσσουν το Άγιο Πνεύμα στον Υιό και γι’ αυτό η Δύση δεν δίνει σημασία στο έργο του Αγίου Πνεύματος, στην Εκκλησία και στην καθημερινή ζωή του κάθε πιστού. Γι’ αυτό η Εκκλησία γι’ αυτούς είναι ένας κοσμικός θεσμός και κυβερνάται σαν ανθρώπινος οργανισμός. Γι’ αυτό και τονίζεται η Παπική εξουσία και αυθεντία.

Άλλος τρόπος σχηματικής παράστασης του filiopue είναι η παρακάτω




Το Παπικό Σύμβολο της Πίστεως



Οικουμενιστικές ερμηνείες του filioque με σκοπό την ένωση.

Στο περιοδικό S.O.P. (τεύχη 294/2005 και 296/2005) παρουσιάζεται η διατριβή του θεολόγου κ. Μιχαήλ Σταύρου, στην οποία ερμηνεύεται το Filioque ως μία άλλη εξίσου ορθόδοξη εκδοχή της περί εκπορεύσεωςτού Αγίου Πνεύματος παρακαταθήκης του Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.

Η διατριβή έχει θέμα «Η Τριαδολογική διδασκαλία του Νικηφόρου Βλεμμύδη (1197-1269) –κριτική έκδοσις, μετάφρασις και ερμηνευτικά σχόλια των θεολογικών γραφών». Εγκρίθηκε με βαθμό άριστα στις 8-12-2004 από επιτροπή αποτελουμένη από εκπροσώπους του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, του Καθολικού Ινστιτούτου των Παρισίων, του Ορθοδόξου θεολογικού Ινστιτούτου Παρισίων «Άγιος Σέργιος» και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η επιτροπή «υπογράμμισε την σπουδαιότητα αυτής της ογκώδους μελέτης εξ 700 σελίδων που προσφέρει για πρώτη φορά μία πλήρη ανασκόπηση της θεολογικής σκέψεως ενός βυζαντινού μοναχού και σοφού του 13ου αιώνος, που με τις θεολογικές του συγγραφές ερεύνησε την υπέρβασι του προβλήματος του Filioque, που ήδη από την εποχή αυτή έθετε σε αντιπαράθεσι την Ορθόδοξη θεώρησι της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς την λατινική ερμηνεία». Ο μακαριστός Αγιορείτης π.Γεώργιος Καψάνης έγραψε χαρακτηριστικά.

«Ο κ. Μιχαήλ Σταύρου με την εργασία του επιστρατεύει την συλλογιστική του Νικηφόρου Βλεμμύδη, επιδιώκοντας να προσφέρει έναν τρόπο εξόδου «από το αδιέξοδο της στείρας αντιπαραθέσεως μεταξύ της χριστιανικής Ανατολής και Δύσεως γύρω από το θέμα του Filioque». Αποσιωπά την μεταγενέστερη του Βλεμμύδη πλουσιότατη πατερική γραμματεία και συνιστά επιστροφή  στίς «κοινές ενοράσεις (intuitions communes) της χριστιανικής πνευματολογίας των προ-Νικαιανών Πατέρων, των διεσπαρμένων σε Ανατολή και Δύσι». Προτείνει σαν τρόπο αναζητήσεως της ενότητος  τών Χριστιανών την «βαθύτερη διερεύνηση των δογματικών μας πηγών» και την «διαμόρφωσι κοινών πλαισίων με τις μεταγενέστερες θεολογικές έννοιες», δηλαδή την χρησιμοποίηση της πρώιμης πατερικής ορολογίας στην υπηρεσία των συγκρητιστικών τάσεων της εποχής μας, θεωρώντας ως δεδομένο ότι «Filioque» και «εκ μόνου του Πατρός» εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος αποτελούν νόμιμες και συμπληρωματικές εκφράσεις της ιδίας Ορθοδόξου Πνευματολογίας.

Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι με την όλη προσέγγιση του θέματος από τον Βλεμμύδη, ο οποίος προσπαθεί να δώσει μία αποδεκτή από Ορθοδόξου πλευράς ερμηνεία του Filioque, δημιουργείται σύγχυση  των φυσικών και υποστατικών ιδιωμάτων των θείων Προσώπων της Αγίας Τριάδος, θείας ουσίας και θείων ενεργειών, θεολογίας και οικονομίας. Επιπλέον εκλογικεύεται το Τριαδικό μυστήριο με την ανεπίτρεπτη είσοδο της ανθρωπίνης λογικής στην ενδοτριαδική ζωή. Παρερμηνεύονται τα σχετικά πατερικά κείμενα. Η κατά τον συγγραφέα της διατριβής ανακάλυψη  της νέας ερμηνευτικής των σχετικών πατερικών χωρίων από τον Βλεμμύδη, δεν είναι παρά μία άλλη εκδοχή των θέσεων της λατινικής διδασκαλίας και των λατινιζόντων θεολόγων της εποχής του, η οποία δεν συνιστά Ορθόδοξη Πνευματολογία».

Προκειμένου να αμβλυνθεί η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ του FILIOQUE γίνεται μια προσπάθεια εκτός των εργασιών στις θεολογικές σχολές (όπως η παραπάνω)  να παρουσιαστούν σχετικά άρθρα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, όπως τα παρακάτω.

Ερμηνεία του κ.Παναγιώτη Μπούμη -Ομότιμου καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο κ.Μπούμης σε σχετική του δημοσίευση τονίζει αρχικά πως «ορθώς αντιτίθενται οι ορθόδοξοι στην προσθήκη αυτή του Filioque (= και εκ του Υιού), όταν μάλιστα πρόκειται για το ελληνικό κείμενο του Συμβόλου. Και τούτο γιατί στο Ιω.15,26 το “εκπορεύεται” σημαίνει “πηγάζει”, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα έχει την αρχή του, την αφετηρία του, στον Πατέρα ή αλλιώς ότι “γεννάται” από τον Πατέρα. Όπως ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα, έτσι και το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα». Σε άλλο σημείο γράφει πως «εάν δεχόμασταν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Πατέρα και από τον Υιό, θα κινδυνεύαμε να κατηγορηθούμε ότι δεχόμαστε το εξής παράδοξο: Ότι το Άγιο Πνεύμα έχει δύο αρχές ή δύο γεννήτορες! Δύο “Πατέρες”!».  Στη συνέχεια όμως γράφει τα εξής, τα οποία κατά τη γνώμη μας, δεν ευσταθούν: «Αυτή όμως η αντίθεση των ελληνορθοδόξων δεν είναι απολύτως δικαιολογημένη, όταν πρόκειται για το λατινικό κείμενο, το οποίο αντί για το “εκπορευόμενον” πηγάζον λέει “quiprocedit”. Δηλαδή χρησιμοποιεί το ρήμα procedere. Και δεν είναι απολύτως δικαιολογημένη, γιατί το ρήμα αυτό, εκτός από την έννοια του πηγάζειν, έχει προεχόντως  και την έννοια του προϊέναι, του προέρχεσθαι και με την κατεύθυνση μάλιστα προς εμάς. Το ρήμα δηλαδή procedere είναι γενικότερο του ρήματος εκπορεύεσθαι – πηγάζειν».

Προσπαθεί δηλ.ο κ.καθηγητής  να  παρουσιάσει το πρόβλημα , ούτε λίγο ούτε πολύ, ως πρόβλημα λεκτικής παρανοήσεως, ως πρόβλημα κακής αποδόσεως στην λατινική μετάφραση του ελληνικού κειμένου με λατινικές λέξεις, που δεν αποδίδουν επακριβώς το  ελληνικό κείμενο. Με τον τρόπο όμως αυτό  ακολουθώντας  την οικουμενιστική θεωρία του Δογματικού Μινιμαλισμού, ελαχιστοποιεί και υποβιβάζει μια κακόδοξη και αιρετική θεωρία, που συντάραξε Ανατολή και Δύση επί χίλια και πλέον έτη, στο επίπεδο μη ορθής αποδόσεως λατινικών όρων και λέξεων. Το ζήτημα όμως της κακοδοξίας αυτής δεν είναι δυνατόν να το αξιολογήσει κανείς ορθά, αν το θεωρήσει  απλώς ως πρόβλημα όρων και λέξεων, αλλά μόνον όταν το θεωρήσει  στις ιστορικοδογματικές του διαστάσεις, που είναι και οι  πραγματικές του διαστάσεις, όπως θα φανεί στη συνέχεια. Ας κάνουμε όμως πρώτα μια σύντομη ιστορική αναδρομή.

Όπως παρατηρεί ο καθηγητής κ. Παν. Τρεμπέλας: «το Filioque εμφανίζεται διά πρώτην φοράν παρά τω Αυγουστίνω». Λέγει ο ιερός Αυγουστίνος στο περί Τριάδος (DeTrinitate) έργο του ρητώς, ότι «δεν δυνάμεθα να είπωμεν, ότι το Άγιον Πνεύμα δεν εκπορεύεται και εκ του Υιού, επειδή ουχί μάτην το αυτό Πνεύμα και του Πατρός και του Υιού Πνεύμα λέγεται», (Necpossumusdicere, quod Spiritus Sanctus et a Filionon procedat…

Στη συνέχεια, ήδη από τις αρχές του 9ου αιώνος, η κακοδοξία αυτή βρήκε ένθερμους υποστηρικτές τους Φράγκους αυτοκράτορες και κυρίως τον Κάρολο τον Μέγα, ο οποίος ασκούσε «πίεσιν επί του πάντοτε αρνουμένου Πάπα, όπως αποδεχθή το Filioque, όπερ ο αυτοκράτωρ κυρίως εχρησιμοποίει ως παιγνιόχαρτον κατά του ανατολικού κράτους, επιδιώκων ιδίους πολιτικούς σκοπούς».

Είναι αστείο να υποθέσουμε ότι οι Λατίνοι Πατέρες, που έλαβαν μέρος στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381), και δογμάτισαν μαζί με τους Έλληνες Πατέρες  το 9ο  άρθρο του Συμβόλου της πίστεως, το αναφερόμενο στο Άγιο Πνεύμα, (φυσικά χωρίς το Filioque), δεν κατενόησαν πλήρως και κατά συνέπεια δεν απέδωσαν επακριβώς στη λατινική μετάφραση τη φράση «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», χρησιμοποιήσαντες κάποιο ρήμα, που επιδέχεται διπλή ερμηνεία, δηλαδή και την ερμηνεία του «προϊέναι» και την ερμηνεία του «εκπορεύεσθαι», έτσι ώστε να δημιουργήσουν σύγχυση και ασάφεια. Αργότερα κατά την επί μεγάλου Φωτίου εν Κωνσταντινουπόλει γενομένη Σύνοδο το 879-880 (η φερομένη και ως Η΄ Οικουμενική Σύνοδος), παρόντων και των Λατίνων Πατέρων, (οι οποίοι υπέγραψαν τα πρακτικά ως εκπρόσωποι του Πάπα Ιωάννη του Η΄), το θέμα της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος ξεκαθαρίζεται για μια ακόμη φορά, ώστε όχι μόνον να καταδικαστεί η από τους Φράγκους γενομένη κακοδοξία του Filioque, αλλά επί πλέον να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενη παρερμηνεία, ή λεκτική παρανόηση.

 

Οικουμενιστική ερμηνεία του Filioque (του Γιάννη Φιλιππούση, Ομοτ. Καθ. Φιλοσοφίας – Καναδάς)

------------------------------------------------------

Η ανάλυση των ρημάτων «εκπορεύεται» («εκπορευόμενον») και «procedit (procedentem») και των προθέσεων «εκ, παρά» και «ex, a-ab» είναι ενδιαφέρουσα και αφήνει να διαφανεί η διαφορά την οποία επισημαίνει ο κ. Μπούμης.

Όμως, το πρόβλημα του Filioque, κατά την άποψή μου, βρίσκεται – και μάλιστα πολύ περισσότερο– μέσα στα ίδια τα ρήματα «εκπορεύεσθαι» και «procedere», σαν σύνθετα ρήματα και τα δύο, και με την αντίστοιχη σημασία τους. Οι αντίστοιχες προθέσεις «εκ» και «pro» (εκ-πορεύεται, pro-cedere) δεν σημαίνουν το ίδιο διότι δεν πρόκειται για τις ίδιες αντίστοιχες προθέσεις στις δύο γλώσσες. Η λατινική πρόθεση «pro» σημαίνει «προς» και, επομένως, η πρόθεση «pro» είναι ακριβώς η αντίθετη της ελληνικής «εκ».

Η λατινική πρόθεση «pro» σημαίνει «προς» και ούτε καν «προ»  (βλ. το «προϊέναι» στο άρθρο), για το οποίο η λατινική πρόθεση είναι «prae»: «prae-cedere», «πηγαίνω πριν», «προ-ηγούμαι»).

Το όλο θέμα του «Filioque» είναι θέμα μετάφρασης και όχι δόγματος, εφόσον το λατινικό ρήμα «pro-cedere», που σημαίνει «προσ-πορεύεται», «προσ-έρχεται» («πορεύεται προς», και όχι «πορεύεται-εκ ή –από», ούτε καν «προ-πορεύεται»), παραπέμπει, κατ’ευθείαν, στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (15:26, 16:7). (Βλ. και το γαλλικό «procéder», και το αγγλικό «proceed»: «πηγαίνω προς», «πηγαίνω εμπρος», «ενεργώ προς», ή «ενεργώ δια, τι»· το αντίθετο των «précéder» και «precede», προηγούμαι).  Το «προσ-πορεύεσθαι»  (pro-cedere) τείνει προς το μέλλον, εν αντιθέσει με το «εκ-πορεύεσθαι»  το οποίο κοιτάζει το παρελθόν, το πρώτο δείχνει έργο ή ενέργεια («ν γ πέμψωμν») και όχι καταγωγή ή πηγή (« παρ το πατρς κπορεύεται») όπως το δεύτερο.

Το Αγιο Πνεύμα «ενεργεί», «δρα», (προσ-πορεύεται) δια μέσου του Υιού (Φιλιόκουε).

Με το πρόβλημα του «εκ-πορεύεται» και του «προσ-πορεύεται» (pro-cedere),  το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι αυτό της προελεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Σύμβολο) ή το ερώτημα ελεύσεως Του σε μας (Filioque).

Εάν οι σκέψεις αυτές είναι ορθές και ισχύει η περίπτωση της λανθασμένης μετάφρασης καθώς και της έλλειψης επακριβούς ρήματος στη λατινική ώστε να αποδώσει την έννοια του «εκπορεύεται, εκπορευόμενον», τότε το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι εάν δεν θα έπρεπε να υιοθετηθεί, στην μεν Ελληνική, το Σύμβολο της Πίστεως με το «εκ του πατρός εκπορευόμενον», στη δε Λατινική (ή και Αγγλική και Γαλλική) με το «Filioque». Θα είναι, επομένως, σωστό το Σύμβολο στα Λατινικά (και Αγγλικά και Γαλλικά) με το Φιλιόκουε και στα Ελληνικά χωρίς (βλ. Έλληνες Καθολικούς, οι οποίοι ήδη το πράττουν τα τελευταία πενήντα χρόνια, και Ελληνοαμερικανούς Ορθοδόξους οι οποίοι απαγγέλουν το Σύμβολο με το «pro–ceed» χωρίς το «and the Son»).

Προφανώς είναι βεβιασμένη υπέρ το δέον η ερμηνεία πως, για την Καθολική Εκκλησία, το Filioque σημαίνει τη «διπλή εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος», από τον Πατέρα και από τον Υιό. Είναι, όμως, ευδιάκριτο αν όχι σαφές πως το Filioque, με το ρήμα «pro-cedere», δεν σημαίνει, ούτε συνεπάγεται, αυτή τη θέση της «διπλής εκπόρευσης» (πρβλ. Ιω 15:26, 16:7).

Βέβαια, το ότι το πρόβλημα του «Filioque» είναι θέμα μετάφρασης, είναι μάλλον εμφανές, όπως είναι εξίσου εμφανές πως επήλθε από τους μεταφραστές με τη πρώτη  μετάφραση του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινούπολης (βλ. και Bulgata). Πιθανόν, ήταν λόγω έλλειψης επακριβούς λατινικού ρήματος ( «ex-cedere, de-cedere» θα ήταν νεολογισμοί). Είναι, επίσης, εμφανές πως το πρόσεξαν οι Φράγκοι Θεολόγοι τον 8ο αι. και, για να κρατήσουν τουλάχιστο τη δογματική αλήθεια, πρόσθεσαν το «Filioque» (Ιω 15:26, 16:7). Όμως, οι πολιτικές ζημώσεις την εποχή εκείνη, όχι μόνο δεν βοήθησαν τη κατάσταση, αλλά επέφεραν και την αναστάτωση η οποία επήλθε, ομολογιακή και σχισματική. Με την αδιάσειστη εδραίωση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ακλόνητη Πατριαρχική θέση της Νέας Ρώμης, η έλευση της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στη Φραγκική Δύση δεν ήταν καθόλου ευπρόσδεκτη, μαζί με όλα τα συμπαρομαρτούντα, θρησκευτικά και μη. Ήταν επόμενο πως το θρησκευτικό θα είχε εκραγεί.

Θα χρειάζονταν, άραγε, μια «Οικουμενική Σύνοδος» για να γίνει αποδεκτή μια διόρθωση μετάφρασης, μια γλωσσική διευκρίνηση; (Πηγή: Amen.gr).

 

Επίλογος

Για μία ακόμη φορά ανακύπτει το ζήτημα του Filioque το 1054 στην τότε γενομένη σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού, που αποτέλεσε την κυριότερη αιτία του τελευταίου και μεγάλου σχίσματος, που έκτοτε παραμένει μέχρι σήμερα. Όπως παρατηρεί ο μακαριστός αρχ. π. Σ. Μπιλάλης  «αντί να αποκηρύξη ο (τότε) Πάπας Λέων ο Θ΄ το ‘βλάσφημον δόγμα’ του Filioque, το εχρησιμοποίησεν ως σημαίαν, δια να καταπολεμήση και αφορίση, διά των απεσταλμένων του ως αιρετικήν την Ανατολικήν Εκκλησίαν, την μη δεχομένη το Filioque…Το 1014 το Filioque προστίθεται εις το Σύμβολον Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως εν τη Ρώμη, τη πιέσει του αυτοκράτορος Γερμανίας Ερίκου, και, μετά τεσσαράκοντα μόλις έτη, τω 1054, οι παραχαράκται του Συμβόλου, του επικυρωθέντος υπό πασών των Οικουμενικών Συνόδων, κατηγορούν ως αιρετικούς τους Ορθοδόξους, διότι απέκοψαν δήθεν εκ του ιερού Σύμβολου το αιρετικόν νεόπλασμα του Filioque».[ Αρχ.  Σ. Μπιλάλη, Η αίρεσις του Filioque, Εκδ. «Ορθ. Τύπου» τομ. Α΄, Αθήναι 1972, σελ.82]. Οι παρά πάνω επισημάνσεις μαρτυρούν πλέον ξεκάθαρα, ότι οι Παπικοί, προκειμένου να κρατήσουν πάση θυσία την βλάσφημη αυτή κακοδοξία, δεν δίστασαν να προχωρήσουν ακόμη και στη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων.

Η ίδια η ιστορία μας ομιλεί με την ιδική της γλώσσα και μας βεβαιώνει, ότι δεν πρόκειται για λεκτική, ή νοηματική παρανόηση, αλλά για σκόπιμη προσθήκη, προκειμένου να εξυπηρετηθούν πολιτικές, ή άλλες σκοπιμότητες του παπισμού. Οι πλαστογραφήσεις πρακτικών συνόδων από τους δυτικούς, η εμμονή τους στην προσθήκη και η ανεξήγητη αδιαλλαξία τους για το μέγιστο αυτό θεολογικό πρόβλημα, φανερώνει ενσυνείδητη επιλογή.


Το Πρωτείο και την Συνοδικότητα στην Εκκλησία



Το Πρωτείο και την Συνοδικότητα στην Εκκλησία

Επιμέλεια κειμένων: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας φιλοξένησε φέτος τη συνάντηση της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών, από τις 1 έως τις 7 Ιουνίου. Συμμετείχαν 24 Ορθόδοξοι και 18 παπικοί, κληρικοί και θεολόγοι

Σημειώνεται ότι η Διεθνής Επιτροπή είναι το ανώτατο επίσημο όργανο για τον «Διάλογο της Αγάπης» μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η προειρημένη Επιτροπή συνεδρίασε για πρώτη φορά στο ιερό νησί της Πάτμου το έτος 1980 και προοδευτικά συζήτησε σε διάφορα σημεία το κόσμου μια σειρά από κρίσιμα θεολογικά θέματα με ειλικρίνεια και πνεύμα αδελφικής αγάπης.

Οι Δηλώσεις-Κείμενα που εκδόθηκαν σε αυτές τις συναντήσεις αποτέλεσαν θεμέλιο και σημείο αναφοράς για τη συνεχιζόμενη παγκόσμια συνάντηση και τον διάλογο μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Η τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στο Chieti της Ιταλίας το έτος 2016 με θέμα το Πρωτείο και την Συνοδικότητα στην Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία. Η Επιτροπή συνεχίζει τις εργασίες της σχετικά με το ίδιο θέμα, κατά την δεύτερη χιλιετία.

Την πρώτη μέρα της συνάντησης, όπως συνηθίζεται, τα Ρωμαιοκαθολικά και Ορθόδοξα μέλη συναντήθηκαν χωριστά για να συντονίσουν τις εργασίες τους. Στη συνέχεια, η Επιτροπή συγκλήθηκε σε ολομέλεια στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου για να εξετάσει το σχέδιο κειμένου που συντάχθηκε από τη Συντονιστική Επιτροπή στις συνεδριάσεις του Bose (Ιταλία 2018 και 2019) και του Ρεθύμνου (Κρήτη 2022). Μια πρώτη ανάγνωση του κειμένου για αρκετές ημέρες έφερε πολλές προτεινόμενες τροποποιήσεις και αναθεωρήσεις, οι οποίες στη συνέχεια εφαρμόστηκαν από μια συντακτική επιτροπή, αποτελούμενη από τρία Ορθόδοξα και τρία Ρωμαιοκαθολικά μέλη. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης έγινε ανταλλαγή διαφόρων απόψεων. Στη συνέχεια, το αναθεωρημένο κείμενο υποβλήθηκε στην ολομέλεια, η οποία το συζήτησε λεπτομερώς και κατέληξε σε συμφωνία για το έγγραφο, με τίτλο «Συνοδικότητα και Πρωτοκαθεδρία στη δεύτερη χιλιετία και σήμερα». Διαφωνία με ορισμένες παραγράφους του εγγράφου εξέφρασε η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Γεωργίας.

Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη συνοδικότητα και την πρωτοκαθεδρία σε Ανατολή και Δύση κατά τη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας, δίνοντας στο μέτρο του δυνατού μια κοινή ανάγνωση αυτής της ιστορίας και δίνοντας ο ένας στον άλλον την ευκαιρία να συζητήσουν με ευρύ πνεύμα, ώστε να «προαχθεί η αμοιβαία κατανόηση και εμπιστοσύνη που αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη συμφιλίωση στις αρχές της τρίτης χιλιετίας». Στο συμπέρασμά της, το έγγραφο που ενέκρινε η Επιτροπή ανέφερε ότι «η αλληλεξάρτηση της συνοδικότητας και της πρωτοκαθεδρίας είναι θεμελιώδης αρχή στη ζωή της Εκκλησίας» και ότι αυτή η αρχή «πρέπει να επικαλείται για να καλύψει τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της Εκκλησίας στην εποχή μας».

Ένα αξιόλογο σχετικό κείμενο για την Συνοδικότητα και το πρωτείο του Πάπα(με αφορμή το κείμενο της Ραβέννας το 2007) είναι το παρακάτω του μακαριστού Γέροντος Γεωργίου Καψάνη, που αξίζει να μελετηθεί.

 

 

Το κείμενο της Ραβέννας και το πρωτείο του Πάπα

του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Άγιον Όρος, 30 Δεκεμβρίου 2007

________________________________________

Στην Ι Συνέλευσί της στην Ραβέννα (Οκτώβριος 2007) η Διεθνής Μικτή Θεολογική Επιτροπή για τον Διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών υποστηρίζει ότι έθεσε «σταθερόν έρεισμα διά μελλοντικήν συζήτησιν του ερωτήματος του πρωτείου επί του παγκοσμίου επιπέδου εν τη Εκκλησία» (Κείμενο της Ραβέννας παράγρ. 461.

 Το «σταθερόν έρεισμα», όπως προκύπτει από τις 46 παραγράφους του ανωτέρω κειμένου, είναι η παραδοχή ότι κατά την πρώτη χιλιετία, πριν από το οριστικό σχίσμα του 1054, ο επίσκοπος της Ρώμης ανεγνωρίζετο πρώτος μεταξύ των πέντε πατριαρχών στο πλαίσιο της καλώς λειτουργούσης τότε συνοδικότητος. Προαγγέλλεται η περαιτέρω συζήτησις περί του Πρωτείου ως εξής:

 «Το ερώτημα περί του ρόλου του επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία πασών των εκκλησιών παραμένει προς μελέτην εις μεγαλύτερον βάθος. Ποία είναι η συγκεκριμένη λειτουργία του επισκόπου «της πρώτης καθέδρας» εν μια εκκλησιολογία κοινωνίας και υπό το πρίσμα όσων περί συνοδικότητος και αυθεντίας έχομεν αναφέρει εν τω παρόντι εγγράφω; Πως θα ήτο δέον να νοήται και να βιούται η διδασκαλία της πρώτης και της δευτέρας βατικανής συνόδου επί του παγκοσμίου πρωτείου υπό το φως της εκκλησιακής πρακτικής κατά την πρώτην χιλιετίαν; Ταύτα είναι κρίσιμα ερωτήματα διά τον ημέτερον διάλογον και διά τας ημετέρας ελπίδας περί αποκαταστάσεως της πλήρους μεταξύ ημών κοινωνίας» (παράγρ. 45).

Η σοβαρότης του θέματος είναι προφανής. Που προβλέπεται να καταλήξη ο διάλογος; Η εκτίμησις του διεθνούς Τύπου (Le Figaro 15/11/2007, The Times 16/11/2007), κυρίως όμως του ιταλικού, είναι ότι τα πράγματα οδηγούνται προς ένωσι των Εκκλησιών με αναγνώρισι του παπικού Πρωτείου επί θυσία ενδεχομένως κάποιων προνομίων του Πάπα. Η Δύσις με συγκρατημένη αισιοδοξία περιμένει την ένωσι Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων επί τη βάσει της αρξαμένης συμφωνίας. Στην καθ' ημάς Ορθόδοξο Ανατολή υπάρχει επιφυλακτικότης και αγωνία. Διερωτάται ο πιστός λαός: Θα διαφυλαχθή άραγε ανόθευτος η Ορθόδοξος Πίστις;

Σε πρόσφατο άρθρο μας είχαμε επισημάνει ότι ο Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, όπως μέχρι τώρα εξελίσσεται, δείχνει να οδηγεί σε ουνιτικού τύπου ένωση και μάλιστα βάσει σχεδίου που έχει εκπονήσει το Βατικανό. Είχαμε εκφράσει την ελπίδα ότι «οι Ορθόδοξοι δεν θα υποκύψουν στις προαιώνιες παπικές αξιώσεις, δεν θα αμνηστεύσουν την Ουνία, δεν θα αναγνωρίσουν στον Πάπα κάποια μορφή πρωτείου εξουσίας και παγκοσμίου δικαιοδοσίας, ούτε θα δεχθούν να συνεργασθούν στους Βατικάνειους σχεδιασμούς για ένωσι που άμεσα η έμμεσα θα παραθεωρή την ακαινοτόμητο Ορθόδοξο Πίστι»2.

Που όμως οδηγεί το «Κείμενο της Ραβέννας»;

Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι το «Κείμενο της Ραβέννας» επιβεβαιώνει τους φόβους, ότι οι Ορθόδοξοι υποχωρούμε στις παπικές αξιώσεις. Οι λόγοι είναι οι εξής:

α) Το κείμενο ομιλεί για «ρωμαιοκαθολική Εκκλησία». Δεν πρόκειται για τεχνικό όρο, του οποίου η χρησιμοποίησις θα διευκόλυνε τον διάλογο. Αντιθέτως, του έχει δοθή πλήρες θεολογικό περιεχόμενο, έτσι ώστε ο διάλογος να γίνεται με την προϋπόθεσι ότι η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι αληθινή, ορθοδοξούσα, Εκκλησία.

Η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία στο σημείο αυτό έχει υποχωρήσει ανεπίτρεπτα. Με το κείμενο του Balamand (1993) είχε αναγνωρίσει την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως Εκκλησία με την πλήρη σημασία του όρου: «Και από τις δυό πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του -ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων- δεν δύναται να θεωρήται ως η ιδιοκτησία της μίας μόνον από τις Εκκλησίες μας»3. Πρόκειται για ουσιαστική υποχώρησι από την πιο θεμελιώδη και αφετηριακή βάσι των θεολογικών διαπραγματεύσεων. Ενώ δηλαδή οι Ρωμαιοκαθολικοί, όταν αναγνωρίζουν ωρισμένα συστατικά στοιχεία της Εκκλησίας στην Ορθόδοξο Εκκλησία (έγκυρα Μυστήρια και αποστολική διαδοχή), μένουν πιστοί στην εκκλησιολογία της Β Βατικανείου, οι Ορθόδοξοι παραιτούνται από την διαχρονικώς μαρτυρουμένη υπό εγκρίτων Πατέρων και συνόδων πίστι μας, ότι λόγω των αιρετικών της δογμάτων η Εκκλησία της Ρώμης απεκόπη από το σώμα της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δεν έχει τα στοιχεία που την καθιστούν αληθή Εκκλησία Χριστού, και πλέον είναι αιρετική Εκκλησία. Διστάζουν να εκφράσουν ακόμη και την ιστορική διαπίστωσι, όπως την διετύπωσε ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός: «προ χρόνων πολλών απεσχίσθη της Δυτικής Εκκλησίας, της Ρώμης, φαμέν, το περιώνυμον άθροισμα εκ της των ετέρων τεσσάρων αγιωτάτων Πατριαρχών κοινωνίας, αποσχοινισθέν εις έθη και δόγματα της Καθολικής Εκκλησίας και των Ορθοδόξων αλλότρια... (τα δε των Ορθοδόξων αλλότρια πάντως αιρετικά)»4.

β) Αλλά και αυτήν την, κακώς γενομένη, «αλληλοαναγνώριση» υπερκέρασε η Οδηγία του Βατικανού τον Ιούλιο του 2007 με τις γνωστές «Απαντήσεις»(5), με τις οποίες ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ χαρακτηρίζει «ελλειμματικές» τις Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες, επειδή δεν έχουν κοινωνία με τον διάδοχο του Πέτρου! Σύμφωνα με την Οδηγία, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού υφίσταται μόνο στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Οδηγία δόθηκε λίγους μήνες πριν από την Συνέλευσι της Ραβέννας, το οποίο κατά την εκτίμησί μας σημαίνει ότι το Βατικανό χαράσσει την γραμμή που πρέπει να ακολουθήση ο διάλογος. Και η γραμμή είναι ο ρωμαιοκεντρικός οικουμενισμός, όπως τον προσδιώρισε η Β Βατικάνειος Σύνοδος. Το επιβεβαιώνει το ίδιο το κείμενο της Οδηγίας του Βατικανού6, αλλά το επισημαίνει και ο Σεβ. Επίσκοπος πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέβτιτς: «το κείμενο αυτό [οι «Απαντήσεις»] φανερώνει την επιμονή του Πάπα Ράτσιγκερ να δείξη το πραγματικό πρόσωπο του ρωμαιοκαθολικού οικουμενισμού του, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό που λέγει ο Πάπας αλλά αυτό που πιστεύει και κάνει»7. Τον έντονο προβληματισμό της για την ως άνω παπική Οδηγία εκφράζει και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Ορθόδοξο Συμπρόεδρο της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου, Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη, με την επιστολή της υπό ημερομηνία 8/10/2007.

Η υποσημείωσις της παραγρ. 1 του «Κειμένου της Ραβέννας», καρπός πιθανότατα της διαμαρτυρίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακολουθεί δυστυχώς το πνεύμα της παπικής Οδηγίας. Σε αυτήν την υποσημείωσι οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι, παρότι διαβεβαιώνουν ότι η χρησιμοποίησις του όρου «Εκκλησία» δεν υπονομεύει την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δεν καταθέτουν εν τούτοις το επίσης βασικό στοιχείο της αυτοσυνειδησίας της, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν παραδέχεται ότι στην ρωμαιοκαθολική Εκκλησία «υφίσταται» η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Είναι χαρακτηριστικό, και αποτελεί έλεγχο της ατολμίας των Ορθοδόξων αντιπροσώπων, το γεγονός ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί εδήλωσαν στην ίδια συνάφεια ότι δεν αναγνωρίζουν παρά μόνο στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας έξω από την ρωμαιοκαθολική κοινωνία. Είναι σαφές ότι το «Κείμενο της Ραβέννας» οφείλει να αναγνωσθή και ερμηνευθή υπό την προϋπόθεσι ότι η ρωμαιοκαθολική πλευρά μένει πιστή και αμετακίνητη στα παπικά δόγματα.

γ) Οι αναφορές του «Κειμένου της Ραβέννας» στην αποστολική πίστη, στα εισαγωγικά Μυστήρια, στην Ιερωσύνη, στην Ευχαριστία και στην αποστολική διαδοχή γίνονται με τόση φυσικότητα για την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ώστε να νομίζει κανείς ότι η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία σε όλα αυτά τα σημεία ορθοδοξεί. Αλλά διερωτώμεθα μαζί με τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό: «Πόθεν ούν ημίν ανεφάνησαν εξαίφνης όντες ορθόδοξοι, οι διά τοσούτων χρόνων και υπό τοσούτων Πατέρων και διδασκάλων κριθέντες αιρετικοί;»(8). Πράγματι, πότε οι Ρωμαιοκαθολικοί έδωσαν σαφείς ενδείξεις ότι απέβαλαν τις γνωστές ετεροδιδασκαλίες τους; Αντιθέτως μάλιστα, έχουν δώσει καλώς τεκμηριωμένες αποδείξεις επιμονής σε αυτές. Πως έχουν την αποστολική πίστη, εφ' όσον το Φιλιόκβε, η κτιστή Χάρις, το Πρωτείο ως προνόμιο παγκοσμίου δικαιοδοσίας, το Αλάθητο, η άσπιλος σύλληψη της Θεοτόκου κ.α. αποτελούν ακόμη βασικά και αδιαπραγμάτευτα δόγματά τους; Πως έχουν έγκυρα εισαγωγικά Μυστήρια (Βάπτισμα, Χρίσμα), Ιερωσύνη και Ευχαριστία, εφ' όσον κατά τον άγιο Μάρκο έχουν αποσχισθή από την Καθολική Εκκλησία του Χριστού; Άλλωστε τελεί εν ισχύι, επικυρωμένος από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο ο α Κανών του Μεγάλου Βασιλείου, ότι «οι της Εκκλησίας αποστάντες ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος εφ' εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν... απορραγέντες, λαικοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον εξουσίαν, ούτε ηδύναντο Χάριν Πνεύματος Αγίου παρέχειν, ης αυτοί εκπεπτώκασι». Πολλώ μάλλον, εφ' όσον δεν πρόκειται εδώ για εξοικονόμηση επιστρεφόντων από τον λατινισμό στην πίστη της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά για επιβεβαίωση εκ μέρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας των λατινικών ετεροδιδασκαλιών. Πως επίσης έχουν αποστολική διαδοχή, εφ' όσον κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο η ορθοδοξία του φρονήματος βεβαιώνει την αποστολική διαδοχή και η ετεροδοξία την καταλύει; «Το μεν γαρ ομόγνωμον και ομόθρονον, το δε αντίδοξον και αντίθρονον· και η μεν προσηγορίαν, η δε αλήθειαν έχει διαδοχής», γράφει ο θείος Γρηγόριος9.

δ) Στο «Κείμενο της Ραβέννας» αναπτύσσονται δυο σημαντικές πτυχές του θεσμού της Εκκλησίας, η συνοδικότης και η αυθεντία. Συμφωνήθηκε (παράγρ. 40-41) ότι το εκκλησιολογικό περιεχόμενο της συνοδικότητος και της αυθεντίας βιώθηκαν από κοινού ορθοδόξως κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας σε Ανατολή και Δύσι. Όμως, όσο και αν θέλουμε να θεωρήσουμε θετική την συμφωνία αυτή, δεν μας επιτρέπει να εφησυχάσουμε η διευκρίνησις της ιδίας παραγράφου: «Διαφωνούσι, παρά ταύτα [Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί], επί της ερμηνείας των ιστορικών στοιχείων εκ της περιόδου ταύτης, θεωρούσαι τας προνομίας του επισκόπου Ρώμης ως πρώτου ζήτημα ήδη διαφοροτρόπως κατανοηθέν κατά την πρώτην χιλιετίαν» (παράγρ. 41). Με την διευκρίνισι αυτή έχουν τεθεί τα θεμέλια για μία αποδεκτή από τους Ορθοδόξους επανερμηνεία του παπικού Πρωτείου.

Αναμφιβόλως κατά την πρώτη χιλιετία η συνοδικότης λειτουργούσε και γι' αυτό δεν είχε αναπτυχθεί αυθεντία με την μορφή παγκοσμίου πρωτείου η δικαιοδοσίας. Η εκτροπή όμως στο παπικό Πρωτείο δεν έγινε σε μία στιγμή χρόνου. Λόγω του παπικού ηγεμονισμού επί της καθόλου Εκκλησίας, στην εκκλησία της Ρώμης επί αιώνες εκυοφορείτο μία διαδικασία υποβαθμίσεως της συνοδικότητος και αναδύσεως του παπικού Πρωτείου. Στην διαδικασία αυτή παραπέμπει ευθέως και σαφώς η ανωτέρω «διαφωνία» των Ορθοδόξων και των Ρωμαιοκαθολικών της Μικτής Επιτροπής στην Ραβέννα. Ενόσω όμως οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν παραιτούνται από την παποκεντρική ερμηνεία των θεσμών της συνοδικότητος και της αυθεντίας κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας, η «συμφωνία» του «Κειμένου της Ραβέννας» κλίνει υπέρ της αναγνωρίσεως ενός παγκοσμίου πρωτείου στον Πάπα. Μόνο εάν οι Ρωμαιοκαθολικοί δεχθούν να ερμηνεύσουν τα ιστορικά στοιχεία της πρώτης χιλιετίας όπως και οι Ορθόδοξοι, θα είναι βέβαιο ότι παραιτούνται των παπικών νεωτερισμών της δευτέρας χιλιετίας. Μόνο υπό την προϋπόθεση αυτή η ανακοινωθείσα συζήτησις, κατά τις επόμενες συνελεύσεις της Μικτής Επιτροπής, περί της ερμηνείας της συνοδικότητος και της αυθεντίας κατά την δεύτερη χιλιετία, και μάλιστα από τις Α και Β συνόδους του Βατικανού, θα αποδώσει Ορθόδοξα συμπεράσματα, δηλαδή θα κλίνη προς κατάργηση του παπικού Πρωτείου. Άλλως η αναγνώρισης ενός παπικού Πρωτείου δικαιοδοσίας (έστω και υπό την μορφή ενός λειτουργήματος διακονίας) εφ' όλης της Εκκλησίας είναι η βεβαία κατάληξις.

Γνωρίζοντες την στρατηγική του Βατικανού θεωρούμε ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν ημπορούν να αποβάλουν τον παποκεντρισμό τους, τον αρχαίο και τον νεότερο, διότι τον έχουν επισφραγίσει με τις αποφάσεις δεκατριών «οικουμενικών» τους συνόδων. Θυμίζουμε τις τελευταίες διακηρύξεις του Πάπα Ιωάννη Παύλου ΙΙ με την Εγκύκλιο Ut Unum Sint (1995)10: «Η Καθολική Εκκλησία έχει την πεποίθηση ότι διατήρησε τη διακονία του διαδόχου του Αποστόλου Πέτρου, του Επισκόπου Ρώμης, που ο Θεός ίδρυσε «ως παντοτεινή και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας»» (παράγρ. 88). Και, «Είμαι πεπεισμένος ότι έχω στο σημείο αυτό μια ιδιαίτερη ευθύνη... να βρίσκω μία μορφή άσκησης του πρωτείου, το οποίο, χωρίς ν' αποποιηθώ με κανένα τρόπο την ουσία της αποστολής του, ν' ανοίγεται σε μία νέα κατάσταση» (παράγρ. 95). Πρόσφατη άλλωστε είναι και η διακήρυξις του παπικού Πρωτείου από τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ στο Φανάρι το 2006.

Επιπλέον, και αν ακόμη συμβή σε ένα ειλικρινή διάλογο να μη ακολουθηθή η γραμμή του Βατικανού, η τακτική είναι να ανατρέπονται οι συμφωνίες των θεολόγων, οσάκις δεν είναι σύμφωνες με την γραμμή της κουρίας. Να θυμίσουμε την υποχώρηση των Ορθοδόξων στο θέμα της παρουσίας ουνιτών στον διάλογο, άμα τη ενάρξει του, παρά τις πανορθόδοξες συνοδικές διαβεβαιώσεις για ανυποχώρητη στάση στο θέμα αυτό. Να θυμίσουμε ακόμη την ανατροπή της πορείας του διαλόγου περί της ουνίας και την άτακτη υποχώρησή μας μέχρι της ταπεινωτικής γραμμής του κειμένου του Balamand. Να θυμίσουμε τέλος την σκαιά παπική παρέμβαση κατά την Θ Συνέλευσι της Μικτής Επιτροπής στην Βαλτιμόρη και το ναυάγιο των κατά της ουνίας Ορθοδόξων προσδοκιών. Και ας μη λησμονούμε την παπική Οδηγία του παρελθόντος Ιουλίου. Φοβούμεθα, όσον αφορά την συζήτησι περί Πρωτείου στις επόμενες συνελεύσεις της Μικτής Επιτροπής, ότι η γραμμή του Βατικανού θα επιβληθή με την αναγνώριση στον Πάπα της Ρώμης ενός είδους παγκοσμίου πρωτείου, ίσως υπό την δελεαστική μορφή (εν «υποχριστιανίζοντι κωδίω», κατά Μελέτιον Πηγάν), της διακονίας της καθόλου Εκκλησίας, αλλά πάντως αγνώστου και απαραδέκτου στην αρχαία Εκκλησία. Το φοβούμεθα, διότι ήδη κάτι αρχίζει αμυδρά να διαφαίνεται με την παράγρ. 41 του «Κειμένου της Ραβέννας».

ε) Ευχή και ελπίδα μας πάντως είναι να αποβάλουν οι Ρωμαιοκαθολικοί την παποκεντρική τους ερμηνεία επί των ιστορικών στοιχείων της πρώτης χιλιετίας, καθώς και το συνεπακόλουθο πρωτείο παγκοσμίου δικαιοδοσίας. Ίσως έτσι, αιρομένου του αιτίου, που είναι η παπική ηγεμονική διάθεσις, διορθωθούν και οι δογματικές συνέπειες. Ο μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς συνδέει ως αίτιο με αιτιατό το παπικό πρωτείο με τις παπικές κακοδοξίες: «Το ορθόδοξον δόγμα, μάλλον δε το παν-δόγμα περί της Εκκλησίας, απερρίφθη και αντικατεστάθη διά του λατινικού αιρετικού παν-δόγματος περί του πρωτείου και του αλαθήτου του πάπα, δηλαδή του ανθρώπου. Εξ αυτής δε της παναιρέσεως εγεννήθησαν και γεννώνται συνεχώς άλλαι αιρέσεις: το Filioque, η αποβολή της Επικλήσεως, τα άζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρ, το θησαυροφυλάκιον των περισσών έργων...»(11).

Με την ευχή και την προοπτική να αποβάλουν οι Λατίνοι του 15ου αιώνος τους δογματικούς νεωτερισμούς τους, ο άγιος Μάρκος ο Εφέσου πήγε στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, αλλά προσέκρουσε στην παπική υπεροψία του Ευγενίου Δ. Με την ίδια ευχή και προοπτική, να αποβάλουν δηλαδή οι Πάπαι και οι θεολόγοι τους τον παποκεντρισμό τους, ο ιερός Δοσίθεος Ιεροσολύμων είχε συγγράψει την Δωκεκάβιβλο, η Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων,(12) όπως σημειώνει ο διάδοχός του στον θρόνο των Ιεροσολύμων και εκδότης της, ο αοίμιδος Χρύσανθος:

 «καν διά της παρούσης βίβλου ως διά των θεοκηρύκων Αποστόλων και των θεοφόρων Ανατολικών και Δυτικών Πατέρων ελθόντες εις αίσθησιν, και παρακινούμενοι και οίκοθεν οι της δυτικής Εκκλησίας Άρχοντες, τούτο αυτό κατορθώσωσι, και ενώσωσι τας Εκκλησίας, θείω ζήλω κινούμενοι, και παύσωσι τα σχίσματα και τα σκάνδαλα του διαβόλου τα όργανα»13. Μάλιστα ο Χρύσανθος παρατηρεί μετ' ελπίδος: «Ει δε και δέξεται διόρθωσιν η δυτική Εκκλησία, και ρίψει τους νεωτερισμούς, και όσα ουκ είχεν ότε ην σύμφωνος τη Ανατολική Εκκλησία, τότε και ο Ρώμης βέβαια αδεται ως εικός εις πάσαν την υφ' Ήλιον ως πρώτος τη τάξει των Πατριαρχών, και φημίζεται παρρησία παρά των μεγίστων Εκκλησιών και των της Οικουμένης Αρχιερέων πρώτος εν ταίς εκφωνήσεσι, και εν τοις διπτύχοις ταχθήσεται ως ην και ανέκαθεν προ του σχίσματος, αλλά δη και τα προνόμια και πρεσβεία αυτού τα δίκαια και την τιμήν η των Εκκλησιών ένωσις ανακαινίζει και αποδίδωσιν αυτώ μετά μεγάλης χαράς και ευχαριστήσεως»14. Αλλά ως γνωστόν η Α και η Β Σύνοδος του Βατικανού δογμάτισαν ένα αυστηρότερο παπικό θεσμό.

Ο θεολογικός διάλογος, όταν γίνεται με Ορθόδοξες εκ μέρους μας προϋποθέσεις, δεν είναι κακός. Θα μπορούσε να θεωρηθεί η ιδική μας ανθρωπίνη συνέργεια στο έργο του Θεού να επανακάμψουν, αν είναι δυνατόν, οι ετερόδοξοι στην πίστη και την κοινωνία της Καθολικής Εκκλησίας. Μεταξύ αυτών των προϋποθέσεων, σημαντική εν προκειμένω είναι η αταλάντευτη εμμονή μας στην συνοδικώς κατοχυρωμένη στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έναντι του παπισμού, τόσον ως φορέως σωρείας ετεροδιδασκαλιών όσο και ως φορέως του παποκεντρικού ηγεμονισμού επί της καθόλου Εκκλησίας. Δυστυχώς στο «Κείμενο της Ραβέννας» δεν παρατηρείται η σαφής και αδιαμφισβήτητα πατερική και συνοδική Ορθόδοξος στάσις. Λείπει το πνεύμα, με το οποίο διαπραγματεύθηκε την ένωσι των Εκκλησιών ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, όταν προέβαλε ευθύς εξ αρχής ως βάσιν συζητήσεως το ακαινοτόμητον του Συμβόλου και την Ορθόδοξο ερμηνεία του. Λείπει το εκκλησιολογικό φρόνημα των συνοδικών αποφάσεων των Πατριαρχών της Ανατολής επί τουρκοκρατίας. Λείπει το πνεύμα της ευθύτητος, με το οποίο ομιλεί ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως στο έργο του Περί των αιτίων του σχίσματος.

 

Κυριαρχεί αντίθετα μία αμφίλογη «εκκλησιολογία της κοινωνίας», στην οποία η κοινωνία δεν νοείται μεταξύ των Ορθοδόξων κατά την Πίστη τοπικών Εκκλησιών αλλά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της ετεροδόξου Εκκλησίας της Ρώμης. Σημειωτέον μάλιστα ότι δεν γίνεται λόγος για «εκκλησιαστική κοινωνία» αλλά για «εκκλησιακή κοινωνία» (ecclesial communion). Στην ως άνω «εκκλησιολογία της κοινωνίας» υποβαθμίζεται η σημασία που έχουν, πρώτον το ακαινοτόμητον της αποστολικής Πίστεως, το οποίο στο «Κείμενο της Ραβέννας» μένει απλή αναφορά χωρίς την βαρύνουσα σημασία που έχει για την διάκριση της Ορθοδόξου Εκκλησίας από την ετεροδοξούσα Ρώμη, και δεύτερον η εντολή των ιερών Κανόνων περί ακοινωνησίας με τους αιρετικούς στα Μυστήρια και μάλιστα στην Ευχαριστία, εντολή η οποία εντελώς αποσιωπάται. Πάντως και τα δυό αυτά στοιχεία είναι θεμελιώδη στην Ορθόδοξο διδασκαλία περί της Εκκλησίας ως κοινωνίας.

Στο «Κείμενο της Ραβέννας» διαφαίνεται η τάσις να αντιμετωπισθή το ζήτημα του παπικού Πρωτείου ως «διακανονισμός» των παπικών προνομίων και όχι ως βαθύ θεολογικό πρόβλημα που αφορά αυτό τούτο το μυστήριο του Χριστού. Η παραδοχή πρωτείου δικαιοδοσίας επί της καθόλου Εκκλησίας, δηλαδή το να είναι ένας επίσκοπος κεφαλή και αρχή όλης της Εκκλησίας, έστω επιφορτισμένος με ένα ρόλο διακονίας, είναι βλασφημία κατά του Προσώπου του Χριστού ως μοναδικής Κεφαλής του σώματος της Εκκλησίας.
Το πρωτείο δικαιοδοσίας συνιστά ανατροπή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία υπεράνω πάντων των επισκόπων είναι η Οικουμενική Σύνοδος. Σε αυτήν προεκάθητο μεν εν αγάπη ο επίσκοπος Ρώμης ως ίσος των συνεπισκόπων του, εν τω μέσω όμως των επισκόπων ετοποθετείτο το ιερό Ευαγγέλιο ως σύμβολο της παρουσίας του Χριστού, της μοναδικής Κεφαλής της καθόλου Εκκλησίας. Το μοναδικό προνόμιο του επισκόπου Ρώμης (όταν σημειωτέον ήταν Ορθόδοξος), που είναι αποδεκτό από Ορθοδόξου απόψεως, είναι η εν συνόδοις πρωτοκαθεδρία (πρεσβεία τιμής) μεταξύ των πέντε Ορθοδόξων πατριαρχών και η συνεπεία αυτής μνημόνευσίς του πρώτου μεταξύ των λοιπών πατριαρχών στα Δίπτυχα. Αυτό βεβαιώνεται από το γράμμα και το πνεύμα του 28ου κανόνος της Δ
Οικουμενικής Συνόδου. Τα λοιπά προνόμια του επισκόπου Ρώμης και ο ρόλος τους δεν είναι αποδεκτά από την Εκκλησία. Χρειάζεται επομένως πολλή προσοχή στην νοηματοδότησι της φράσεως, που δεσπόζει στο «Κείμενο της Ραβέννας» και διατυμπανίσθηκε στην Εσπερία ως δήθεν αναγνώρισις για πρώτη φορά υπό των Ορθοδόξων του Πρωτείου του Πάπα (15). Η περίφημη φράσις λέγει: «οι πρώτοι δέον όπως αναγνωρίζωσι τις εστιν ο πρώτος μεταξύ αυτών» (παράγρ. 10). Η αμφιλογία της εκφράσεως είναι προφανής. Η Εκκλησία πάντοτε αναγνώριζε πρωτοκαθεδρία στον επίσκοπο Ρώμης, ενόσω βεβαίως αυτός ορθοδοξούσε, ουδέποτε όμως μέχρι σήμερα αποδέχθηκε κάποιο πρωτείο η αυθεντία του εφ' όλης της Εκκλησίας, πολλώ μάλλον εφ' όσον η Εκκλησία της Ρώμης επιμένει στα αιρετικά της δόγματα.

Κατά τις επόμενες συνελεύσεις της Μικτής Επιτροπής αναμένεται να συζητηθή ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης και το είδος του πρωτείου του στην «κοινωνία των εκκλησιών»! Οι Ορθόδοξοι όμως δεν είναι δυνατόν να αποδεχθούμε μία παποκεντρική επανερμηνεία του πρωτείου του επισκόπου Ρώμης. Εξαιτίας της παποκεντρικής ερμηνείας του πρωτείου ο Πάπας περιεβλήθη εντελώς απαράδεκτα προνόμια, χωρίς την συγκατάθεσι των λοιπών Εκκλησιών της αρχαίας πενταρχίας και μάλλον εις ανατροπήν της κανονικής (συνοδικώς βεβαιωμένης) τάξεως της αρχαίας Εκκλησίας. Ωρισμένα από αυτά, τα οποία διεξοδικώς, με πολλή δύναμι λόγου και με ικανή θεολογική κατοχύρωση έχουν ελεγχθή από Ορθοδόξου πλευράς (εμείς παραπέμπουμε ενδεικτικώς στους αοιδίμους πατριάρχας Δοσίθεο Ιεροσολύμων και Μελέτιο Αλεξανδρείας τον Πηγά), είναι τα ακόλουθα:

1. Το πρωτείον εξουσίας, επειδή δήθεν ο απόστολος Πέτρος ήταν η κεφαλή του κολλεγίου των Αποστόλων και είχε επ' αυτών πρωτείον εξουσίας (16).

2. Το Αλάθητον του Πάπα (17).

3. Το να είναι ο Πάπας υπεράνω των συνόδων (18).

4. Το να υπερέχη ο Ρώμης των λοιπών Πατριαρχών (19).

5. Το να είναι ο θρόνος της Ρώμης κριτής πάντων και να μη υπόκειται εις την κρίσιν ουδενός (20).

6. Το να έχη ο θρόνος της Ρώμης το έκκλητον επί της καθόλου Εκκλησίας (21).

7. Το να θεωρήται ο Πάπας επίσκοπος της Καθολικής (δηλ. της ανά την οικουμένην) Εκκλησίας22. Υπενθυμίζουμε ότι ο Πάπας μέχρι σήμερα υπογράφει (αυτός μόνος!): Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας.

8. Το να είναι ο Πάπας η καθολική κεφαλή της Εκκλησίας με αποστολή διακονίας. Αυτό είναι ένα σημείο, στο οποίο επενδύει η ρωμαιοκαθολική πλευρά και σήμερα, αν θυμηθούμε την περίφημη έκφρασι, ότι ο Πάπας είναι «δούλος των δούλων του Θεού»! Το «Κείμενο της Ραβέννας» ομιλεί για πρωτείο διακονίας του Πάπα της Ρώμης και γι' αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ο προσφάτως καταταγείς στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας, ο ιερώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος ο Πηγάς, γράφει μεταξύ άλλων επ' αυτού:

«Αλλά, λέγουν, πρέπει κάποιος από τους επισκόπους και μεταξύ των επισκόπων να υπερέχη. Μάλιστα αυτόν τον ονομάζουν διακονική κεφαλή... Αλλά όλων αυτών των επισκόπων μόνον ο Χριστός είναι η αρχή και η κεφαλή... Αυτοί [σ.σ. οι Λατίνοι] παραχωρούν στην διακονική αυτή κεφαλή απεριόριστη εξουσία και επί της πίστεως και επί της Εκκλησίας... Ενώ δείχνουν ένα προσωπείο διακονικής κεφαλής, συμπεριφέρονται με μία τυραννία πιο αυταρχική από κάθε αυταρχική εξουσία» (23).

Από τα ανωτέρω γίνεται κατανοητό ότι η συμφωνία της Ραβέννας περί συνοδικότητος και αυθεντίας δεν πληροί τα Ορθόδοξα εκκλησιολογικά κριτήρια, ώστε να αποτελέση ασφαλή βάσιν περαιτέρω συζητήσεως περί του παπικού πρωτείου. Εν τούτοις, αν ακολουθήσει συζήτησις περί του πως ερμηνεύθηκε το παπικό πρωτείο κατά την δευτέρα χιλιετία και από τις Α και Β Βατικάνειες Συνόδους, αυτή οφείλει να γίνη εκ μέρους των Ορθοδόξων αντιπροσώπων με γνώμονα την Ορθοδοξία των Αγίων Πατέρων και όχι την συμβιβαστική νοοτροπία των καιρών η την ηγεμονική διάθεση του Βατικανού. Η αναγνώρισης κάποιου από τα ανωτέρω «προνόμια» του Πάπα ή  η συμφωνία σε κάποιο παρόμοιο, που αντίκειται στην Ορθόδοξο Εκκλησιολογία, αναμφίβολα σημαίνει ουνιτική ένωση, με την οποία δεν θα συμφωνήσουμε. Και τούτο επειδή οφείλουμε να διαφυλάξουμε τον εαυτό μας και τον Ορθόδοξο λαό από ένα σύγχρονης μορφής εξουνιτισμό, που πέραν των άλλων συνεπειών είναι διακινδύνευσις της αιωνίου σωτηρίας μας. Και επειδή οφείλουμε παραλλήλως να βοηθήσουμε, αν είναι δυνατόν, και τους «άρχοντας της δυτικής Εκκλησίας, να έλθωσιν εις αίσθησιν», όπως έλεγε ο αοίδιμος πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος, και να αποβάλουν τον παπισμό τους επί σωτηρία των ιδίων και του λαού των, ο οποίος αγνοεί την Ορθοδοξία.


* Περιοδικό «Παρακαταθήκη» Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2007.

1. Τα παρατιθέμενα αποσπάσματα από το κείμενο που συμφωνήθηκε στην Ραβέννα έχουν ληφθή από την μετάφρασι εκ του πρωτοτύπου αγγλικού, την οποία εξεπόνησαν οι υπηρεσίες της Εκκλησίας της Ελλάδος και δημοσιεύθηκε από την εφημ. Ορθόδοξος Κόσμος σε ειδικό ένθετο με τίτλο «Το κείμενο της Ραβέννας».

2. Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Ανησυχία για την προετοιμαζόμενη από το Βατικανό ένωσι Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών, περιοδ. Παρακαταθήκη, τ. 54 (2007).

3. Επίσκεψις, τ. 496/1993.

4. Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Τοις απανταχού της γης..., εν Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ. Ι, Αθήναι 1960, σελ. 426.

5. Ο πλήρης τίτλος της Οδηγίας είναι «Απαντήσεις σε ερωτήσεις που αφορούν ορισμένες όψεις γύρω από τη διδασκαλία περί Εκκλησίας» (βλ. Επιστολή Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννην, 8/12/2007).

6. Βλ. σχολιασμό της Οδηγίας στην εφημ. Καθολική, φυλ. 3078/24-7-2007.

7. Αθανασίου, επισκόπου πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, Περί του ρωμαιοκαθολικού οικουμενισμού (σερβιστί), περιοδ. Πραβοσλάβλιε, εκδ. του Πατριαρχείου της Σερβίας, τεύχη 969-970 (1-15/8/2007), σελ. 12.

8. Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Τοις απανταχού της γης..., ενθ' ανωτ., σελ. 426.

9. Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Εις τον μέγαν Αθανάσιον, η, ΡG 35, 1089.

10. Εγκύκλιος Επιστολή ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ (UT UΝUΜ SΙΝΤ) του αγίου Πατρός Ιωάννου Παύλου ΙΙ για το οικουμενικό καθήκον, εκδ. Βατικανού, σελ. 106 και 114.

11. Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, εκδ. Ορθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 224.

12. Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1982.

13. Ενθ' ανωτ. σελ. 14.

14. Ενθ' ανωτ. σελ. 13-14.

15. Βλ. π.χ. την αμφίλογη διατύπωση: «Η σημαντική εξέλιξις [στην Ραβέννα] είναι ότι για πρώτη φορά οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είπαν: ναί, αυτό το παγκόσμιο επίπεδο της Εκκλησίας υπάρχει και επίσης ότι στο παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει συνοδικότης και αυθεντία. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει επίσης ένα Πρωτείο. Σύμφωνα με την πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας, ο πρώτος επίσκοπος είναι ο επίσκοπος Ρώμης» (Βάλτερ Κάσπερ, VΙS 15/11/2007). Βλ. επίσης The Times, 16/11/2007.

16. Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος, ενθ' ανωτ. σελ. 65-66 και 72.

17. Ενθ' ανωτ. σελ. 519.

18. Ενθ' ανωτ. σελ. 279, 343 και 132-133.

19. Ενθ' ανωτ. σελ. 301.

20. Ενθ' ανωτ. σελ. 188-190, 191 και 346.

21. Ενθ' ανωτ. σελ. 338-339 και 343.

22. Ενθ' ανωτ. σελ. 149-150.

23. Μελετίου Πηγά, Κατά της αρχής του Πάπα, εν Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Χαράς, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 493-497 (μετάφραση ιδική μας).